31/7/11

αδιάκοπα

Κάπου στην αρχή των διακοπών θα αναζητάς ραδιοφωνικούς σταθμούς και θα εκπέμπουν από Τουρκία οι περισσότεροι. Θα γελάσετε και θα γίνει το σλογκανάκι σας για τις επόμενες μέρες, όταν πέσετε σε τουρκική διαφήμιση που θα λέει κάτι που σας ακούστηκε "μπούζι κόκα κόλα". Και θα διασχίσετε αργότερα "τα έλατα, λύκων αγέλες παράπλευρα του δρόμου", όπως το γράφει ο Μπυκνέρ στους Κλέφτες της Ομορφιάς, για τα χιονισμένα γαλλικά όρεα, που΄ναι το ίδιο για το καλοκαιρινό νησιώτικο ελληνικό τοπίο, γιατί η ομορφιά πάντα είναι ικανή να σε κατασπαράξει, όπου θα ακούσετε στους 666 χιλιόκυκλους στα βραχέα, Δυνάμεις του Αιγαίου, Μικρές Περιπλανήσεις, Μούτση, Ξυδάκη, κι εγώ σε γυρεύω σα μοιραία λύση και σαν ανατολή, και σαν ανατολή, οπωσδήποτε από τη Βενετσάνου, θα έχει πάρει να σουρουπώνει και θα εντυπώνεται μια γλυκιά μελαγχολία στην ψυχή σας, τη μία ψυχή που έχετε πια με τα χρόνια, που θά' ναι τις μέρες αυτές χωρίς όρια, ανοιχτή σα γαλάζιος ορίζοντας.

Κάπου στην αρχή των διακοπών θα έχει καύσωνα αλλά εσείς θα ανηφορίσετε σοφά προς την Αγιάσο και θα τραγουδάς ακαπέλα, φυσικά, στο δρόμο "Θα με δικάσει", και θα έχει δροσιά η διάθεσή σας πριν ακόμα φτάσετε στον ορεινό προορισμό, όπου θα σε καθηλώσουν τα πλακόστρωτα μονοπάτια, το αμφιθεατρικά χτισμένο χωριό, τα κεραμίδια και η ντοπιολαλιά, το ούζο και ο πλάτανος. Και η κόρη σου θα θελήσει να της αγοράσετε μια φλογέρα και θα ακούγεται το φάλτσο σφύριγμα αδιάκοπα, και θα γελάς με το βοσκαρουδάκι σου που προπονείται στο πνευστό λες και το χειμώνα θα φυλάει πρόβατα στο χειμαδιό. Και θα ευφραίνεται με το ούζο και τον γεμιστό κολοκυθανθό ο ουρανίσκος σου.

Κάπου στο μέσο των διακοπών σου. Πέντε μέρες πίσω άλλες πέντε μπροστά. Στην αιχμή της πολυτέλειας, στο ανατολικό Αιγαίο. Πολυτέλεια σε ελεύθερο κάμπινγκ. Με μικρό παιδί. Η καλύτερή της. Πού είναι καλύτερα, θα τη ρωτήσεις, στη σκηνή θα απαντάει όσες πολυτέλειες του σπιτιού και αν επικαλεστείς. Το μικρό θηλαστικό ξέρει καλύτερα. Τη γλύκα που' χει το χώμα να το κοιμάσαι ολοζώντανος. Η αιώρα ανάμεσα στα δέντρα. Τη γλύκα που' χει το μετέωρο μέσα στα πεύκα με τη θάλασσα αντίκρυ.

Κάπου στο μέσο των διακοπών θα σε καβαλήσει, πάλι, κάποια αγωνία. Θα την πεις βαυκαλιζόμενη, υπαρξιακή, κάπως. Ξέρεις, η διακοπή της καθημερινότητας, η ομορφιά του κόσμου ολόσωμη, οι δυο κορυφές του τριγώνου, που λέτε οικογένεια, δίπλα σου αδιάκοπα, δυσβάσταχτα μεγέθη κάτω από τη σιγαλιά της νύχτας, τον έναστρο ουρανό. Θα ξεπηδήσουν μαγικά οι λέξεις, σα φασουλήδες και σα σπίθες, μέσα από τα σεντούκια σου. Έναστρος, σιγαλιά, αντίκρυ, σούρουπο. Θα στέκεσαι μπροστά στο άπειρο της ομορφιάς σκοπός. Να τη φυλάς. Και ο σκοπός θα ενσαρκώνεται.

Κάπου στο μέσο των διακοπών, θα μάθεις με γραπτό μήνυμα φίλης πως βρέθηκε νεκρή η Amy Winehouse. Άρα δεν ήταν attention-seeking όλο αυτό. Έτσι δεν είναι μαλακισμένα tabloids που διανείμεστε δωρεάν αλλά με τίμημα κάθε πρωί στο μετρό του Λονδίνου; Θα θυμηθείς τον τάφο του Jim Morrison στο Pere Lachaise στο Παρίσι και το επιτύμβιο "Κατά τον δαίμονα εαυτού", που θα' ταν ακριβέστερος όρος από το 27 Club. Δεν είναι ξενυχτάδικο ο θάνατος, δεν είναι λέσχη, δεν είναι.

Κάπου εκεί, θα ψάχνεις να βρεις στο USB που έχεις καρφώσει στην κονσόλα του Honda, θα ψάχνεις ανάμεσα στα χίλια τόσα mp3 τα τραγούδια της, θα παίξει το Back to black, μέρα μεσημέρι και θα μαυρίσει η ψυχή σου, θα δακρύσεις σα να έχασες δικό σου άνθρωπο. Θα θυμηθείς την αδερφή της γιαγιάς που πρόσφατα πέθανε, ηλικιωμένη πολύ, και που στην είδηση του θανάτου της δεν έτυχε να κυλήσει ένα δάκρυ από τα μάτια σου που ρουφάνε από παιδί αχόρταγα τον κόσμο και τους ανθρώπους και θα αναρωτηθείς για μια στιγμή αν συγγενής είναι όποιος σε συγκινεί. Αν η μια λέξη είναι παράγωγο της άλλης.

Και μετά, μια άλλη μέρα μπορεί, θα ακούσεις στο random τον Manu Chao και θα ρωτήσεις το ταίρι σου αν θυμάται σε ποιο venue τον είχατε δει live. Και θα παρατηρήσεις τι κρίμα που δεν έτυχε να δείτε live την Amy και μετά, στην λατρεία των μεγεθών πάλι, θα θυμηθείτε όλα τα live που είχατε δει στο Λονδίνο και στα φεστιβάλ τριγύρω και μετά θα σε κυριεύσει μια άλλη αγωνία, να πας σε όσες συναυλίες σε βαστάν τα πόδια σου και μετά θα απαριθμήσετε τα νησιά που έχετε ταξιδέψει και μετά τις χώρες της Ευρώπης και θα σε κυριεύσει μια ακόμη αγωνία να ταξιδέψεις όσο και όπου αντέχει το πορτοφόλι σου.

Και εκείνη τη στιγμή, περνώντας από τα Βασιλικά της Λέσβου, στα δεξιά σου, σε ένα σπίτι ασβεστωμένο, παλιό, με κληματαριά, θα δεις μια γρια γυναίκα στα μαύρα ντυμένη με τσεμπέρι στο κεφάλι να ρεμβάζει τη θέα στον κάμπο, την ίδια θέα χρόνια και χρόνια. Η ίδια ζωγραφιά, που αλλάζει o χρόνος με morphing από εποχή σε εποχή. Θα τη δεις να ρεμβάζει άλαλη και ατάραχη την ίδια πάντα εικόνα και στην αγωνία σου να ζήσεις όσο πιο πολύ, όσο πιο πολλά, θα φυτρώσει πια σαν ουρά ένα ερωτηματικό, διακόπτωντας την αγωνία σου για τα μεγέθη.

Μαζί με το άλλο ερωτηματικό που επιμένεις να σβήνεις από τον μαυροπίνακα, το απεχθές εκείνο, για την ύπαρξη του θεού. Που θα σταματήσεις στο ξακουστό μοναστήρι, των Ταξιαρχών, με τη μινιατούρα πολεμικού αεροσκάφους ορθωμένο πριν την πύλη, μπροστά στο δικέφαλο που ανεμίζει. Ένα καρέ που συνάδει με την αποστροφή σου για το θρησκεύεσθαι. Που θα σταματήσεις όπως σε μουσείο. Κι ακόμα χειρότερα. Γιατί το μουσείο είναι το αποτύπωμα κάποιου που έζησε. Είναι Ιστορία. Εδώ τι είναι; Τίποτα δεν είναι. Θα περπατάς με όλες σου τις αντιρρήσεις, αλλά το κελάρυσμα των νερών στο συντριβάνι, η αρχιτεκτονική του ναού, των κοιτώνων, ο φροντισμένος κήπος, θα σε υποβάλλουν. Λιγάκι. Και μετά θα μπεις να δεις τη διαβόητη αγιογραφία, το ανάγλυφο, που λέγεται πως φτιάχτηκε από χώμα και από αίμα, σα μουσειακό είδος, αφού στερείσαι πίστης.

Και τότε, σ' αυτό που εσύ επισκέπτεσαι σαν έκθεμα θα δεις έναν συνομίληκό σου άνδρα, χωρίς μαλλιά, χωρίς φρύδια, ντυμένο casual, έναν κανονικό άνθρωπο, έναν κανονικό 30άρη, έναν κανονικό καρκινοπαθή, με σφιχτά σφαλισμένα μάτια, γονυπετή, με σφιγμένο στα χέρια ένα τόσο δα βιβλιαράκι με προσευχές, ψαλμούς, ούτε πώς τα λένε δε θα ξέρεις, να ψιθυρίζει με ακουμπισμένο στην εικόνα με τα τάματα το κεφάλι που θέρισαν οι χημειοθεραπείες, να ψιθυρίζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του προσευχές. Και θα βγεις τρεκλίζοντας με την εικόνα του ικέτη στα μάτια σου μπροστά. Αλλά πίσω, στο βάθος, και ανάμεσα από τα ερωτηματικά, θα απλώνεται πυκνό το προστατευτικό πλέγμα του γέλιου, της ξεγνοιασιάς, του έρωτα, της αγάπης, του δέους, της συγκίνησης, της απόλαυσης, της ρέμβης, των αισθήσεων. Θα σ' αγκαλιάζει αδιάκοπα, όσο μπορείς ακόμα να κάνεις διακοπές σε καθετί.

12/7/11

αγάπη ρε μουνιά




Είναι δυο - τρεις φορές το χρόνο που έχω το ίδιο συναίσθημα. Όταν ο ήλιος αρχίζει να μοιάζει χαμογελαστός με τα γυαλιά ηλίου, όπως στις παιδικές ζωγραφιές. Όταν οι δρόμοι μοιάζουν με κάρτ ποστάλ σκανδιναβικών χωρών, με έλκυθρα και χιονισμένα, ψηλά και πάμφωτα έλατα. Κάπου εκεί, που κλείνουν τα σχολεία, που μπαίνει μια άνω τελεία στην παραγωγή, την όποια παραγωγή τελοσπάντων, έρχεται και ξανάρχεται το ίδιο συναίσθημα.

Που εγώ, μαζί με τα καλοκαιρινά, μαζί με τις ομπρέλες και τις ψάθες, μαζί με τα εισιτήρια για το νησί, έχω μαζί, έχω πρώτο πληθυντικό. Που εγώ, μαζί με τα χριστουγεννιάτικα, μαζί με τα στολίδια, τα παλτά, τα γκι και τα πολύχρωμα φωτάκια, έχω μαζί, έχω πρώτο πληθυντικό. Και άλλοι δεν έχουνε.

Είθισται νά' ναι seasonal η συμπόνοια. Όχι παντός καιρού. Το χειμώνα, μαζί με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, και όλα τα παραμύθια του Άντερσεν, μαζί με τη γέννηση του μικρού Χριστού, μαζί με τις κάρτες της Unicef, μαζί με τα συσσίτια της εκκλησίας, θα πετάξεις ένα κέρμα στον επαίτη, θα δώσει ένα χαρτονόμισμα στον έρανο αγάπης.

Μα και το καλοκαίρι περισσεύει η μοναξιά. Απ΄το μισάνοιχτο πατζούρι της χωρίς-εγγόνια-γιαγιάς στο κέντρο της πόλης. Απ΄το άδειο κάθισμα του συνοδηγού στο αυτοκίνητο του άσχημου νέου που έχει βγει για καμάκι. Απ΄το συνοικιακό μαγαζάκι με τα είδη δώρων που δεν έχει πια πελάτες. Απ' τον ορό που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του γέροντα που νοσηλεύεται και δεν περιμένει επισκεπτήριο. Απ΄τον ορό τρέχει στάλα-στάλα η μοναξιά.

Αλλά εγώ είμαι ακόμα νέα. Εγώ. Έχω. Τρεις οικογένειες. Μια δική μου, μια εξ αίματος και μια εξ αγχιστείας. Αλλά εγώ είμαι ακόμα ερωτεύσιμη. Αλλά εγώ θα πάω διακοπές.

Διακοπές στη γραμμή της καλοπέρασής μου, της ασφάλειάς μου, της είμαι καλά εδώ, είμαι καλά, είναι εκείνο το συναίσθημα που έρχεται δυο και τρεις φορές το χρόνο να μου πει να ακούσω, εφτά φορές τη Μοσχολιού να τραγουδάει "άνθρωποι μονάχοι". Να το ακούσω ευλαβικά σαν κύριε ελέησον.

Κι έπειτα να βάλω στο πικ-απ του μυαλού μου τ' αγαπημένα του θυμωμένου Χριστιανόπουλου, το "Ενός λεπτού σιγή" και το "Τέλος" και να πω μαζί με όλους τους άλλους "Αγάπη ρε μουνιά" για να μπορώ να χαϊδεύω τις αδέσποτες γάτες χωρίς να φοβάμαι το τοξόπλασμα...




8/7/11

μού 'πες θα φύγω

Για να ξορκίσω το κακό, ήρθα στο σπίτι και έψαχνα καταφύγιο. Είπα στον εαυτό μου, το διχασμένο, "έλα να κάνουμε φωλίτσα". Όπως μου ζητάει συχνά το μικρό μου και κρυβόμαστε κάτω από τα σκεπάσματα σα θηλαστικά και χαχανίζουμε. Μας μάζεψα τους δυο μαζί, εμένα που έζησα στο Λονδίνο και το νοσταλγώ, πάσχοντας από northalgia, και εμένα που έζησα στο Λονδίνο και το απομυθοποίησα πάσχοντας επίσης από northalgia αλλά πιο ήπια. Κρυφτήκαμε κάτω από το σεντόνι της bella nostalgia.

Πυκνώνουν τελευταία οι φωνούλες της γενιάς μου. Θα φύγουνε, θα πάνε αλλού, λένε. Σα διαφημιστικό σποτάκι. Τόσο απλά. Θα πάνε λέει στο εξωτερικό να βρούνε δουλειά.

Περίπου μια δεκαετία πίσω. Χάραμα, με μια βαλίτσα παρά πόδας και ένα αγαπημένο σακίδιο στην πλάτη. Τελευταίες αγκαλιές. Eπιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο για αεροδρόμιο. Στην πλάτη με βαραίνει το βλέμμα της γιαγιάς. Που ήρθε εκείνες τις μέρες απ' το χωριό για να με αποχαιρετήσει. Δέκα περίπου χρόνια μετά, όταν επαναπατρίστηκα ξεκάρφωσα τη ματιά της απ΄τα νώτα μου, όταν μου ομολόγησε στο τηλέφωνο πως είχε πονέσει η ψυχή της που με έβλεπε να φεύγω. Αλλά στο μεταξύ διάστημα, δεν είπε τίποτα. Για να μη με βαραίνει η έγνοια της.

Μη παίξεις εμπειρία με τους γέρους. Δε πρόκειται να πάρεις παρτίδα. Δεν έχει περάσει τα σύνορα. Δεν έχει διαβάσει ένα βιβλίο. Δεν έχει δει μια θεατρική παράσταση. Δεν έχει κοιμηθεί με άλλον άντρα. Δεν μιλάει άλλη γλώσσα. Δεν ξέρει να ανοίξει τον Η/Υ. Δεν έχει πάνω από τρεις φίλες. Έχεις ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και σε 12 χώρες της Ευρώπης. Έχεις διαβάσει 324 βιβλία. Έχεις δει 52 θεατρικές παραστάσεις. Έχεις κοιμηθεί με 17 άνδρες. Έχεις μάθει 3 γλώσσες. Έχεις 8 accounts σε email και social media. Έχεις 648 friends, 812 followers και καμια 80αριά ακόμα επαφές σε msn και skype. Σε έχει κερδίσει.

Είμαστε σε ένα αδιάκοπο κυνήγι ποσοτήτων. Οι εμπειρίες μας πρέπει να είναι XXL. Και δε θα ντρέπεσαι να κάνεις show off. Να ανεβάζεις όπου μπορείς φωτογραφίες υποβρύχιες, φωτογραφίες από όλα τα μέρη όπου έχεις ταξιδέψει, φωτογραφίες που να δείχνεις πως διασκεδάζεις διονυσιακά, πως γελάς εκστασιασμένος, πως κάνεις αναρρίχηση, πως είσαι σε συναυλίες, σε κάμπιγκ, σε πολύ μεγάλες παρέες. Το άγχος του μεγέθους. Το άγχος μας να αποδείξουμε πως ζούμε. Αν έχεις ζωή, την κρατάς φυλαγμένη σα θησαυρό. Αν έχεις.

Αν ψάξεις στα πορνοσάιτ θα βρεις στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία γιγαντιαίων διαστάσεων παρτούζες. Στην Αμερική καλούν σε πολυπληθή πάρτυ μία πόρνη που κάνει σεξ με κάποιον νταγλαρά και γύρω της τραβάνε βιντεάκια διάφοροι πιτσιρικάδες φορώντας τζόκεϊ ανάποδα και πίνοντας μεγάλα κουτιά μπύρας. Δεν ερεθίζονται από το θέαμα. Βλέπουν κάποια θηλαστικά να το κάνουν και γελάνε. Είναι σε ζωολογικό κήπο. Στην Ιαπωνία, ήσυχα-ήσυχα, όπως ξέρουν αυτοί, συγκεντρώνονται μια εκατοστή ζευγάρια σε ένα κλειστό γυμναστήριο και κάνουν σεξ, ήσυχα-ήσυχα, όπως ξέρουν αυτοί. Στο Λονδίνο, αναβιώνουν τα ρωμαϊκά όργια, αλλά σε πιο μυστήριο και βέβαια posh στυλ- πληρώνεις αδρά για τη συμμετοχή στα δαιδαλώδη βικτωριανά κτίρια με το ρεσό και τις see through κουρτίνες. Στην Αυστρία του Dog Days, μια καταπληκτική ταινία που "αρέσει" μόλις σε 1.406 άτομα στο FB, εμού συμπεριλαμβανομένης, η μητέρα που είχε χάσει το παιδί της συμμετείχε σε τεράστιες παρτούζες, οργανωμένες με τρόπο που οι αυστριακοί ξέρουν.

Πού θα πας και θέλεις να μ' αφήσεις, πού θα πας σε μένα θα γυρίσεις; Πού θα πάτε μωρά μου; Σαν τη Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη, διασκεδαστές στην Αμέρικα, ντρίγκι-ντρίγκι και νοσταλγία. Ζευγάρι ήτανε αλλά δεν ήταν ο Τζώνυ Κας με την Τζουν. Πού θα πάτε και δεν έχει πια Ηλία Καζάν να σας κινηματογραφήσει. Να πάτε, μωρά μου.

Πριν τέσσερα καλοκαίρια, ίσα που είχε πάρει να νυχτώνει και εμείς απλώναμε τα ριχτάρια μας στο γρασίδι του Green Park. Τριγύρω, τσαμπιά παρέες που ήρθαν να δουν υπαίθριο σινεμά. Οι άλλοι, πιο προνοητικοί, είχαν φέρει καλάθια του πικνίκ, λευκό κρασί παγωμένο, σέλερυ, κάποια σως, ελίτσες. Παραδίπλα τα ποδήλατα. Είχε πάρει να νυχτώνει και μπροστά μας, στη μεγάλη οθόνη μέσα στο πάρκο, το απύθμενο μπλε με τα καλλιγραφικά A David Lynch film. Και η μουσική του Badalamenti να τρυπώνει ανάμεσα στα δέντρα και να καρφώνεται στην καρδιά. Μπροστά από το καρφωμένο μάτι της γιαγιάς.



Να φύγετε. Να δείτε και να γνωρίσετε τον κόσμο. Να γεμίσει εικόνες η ματιά σας. Εκείνης το βλέμμα, που δε πέρασε τα σύνορα ποτέ, που δε γέμισε εικόνες από τον κόσμο, γέμισε σιγά-σιγά αγάπη. Παιδί το παιδί, αγώνας τον αγώνα, σιωπή τη σιωπή, υπομονή την υπομονή. Αυτή έζησε στο εσωτερικό και την εσωτερικότητα. Εμείς το έσω το έχουμε χάσει. Μη χάσουμε και το έξω. Να φύγεις. Αλλά να ξέρεις ότι όταν επιστρέψεις ό,τι σε πονάει τώρα μια φορά τότε θα σε πονάει διπλά. Θα' σαι καρφωμένος μπρος -πίσω.

2/7/11

Μήπως εννοείτε...

Του πέταξα μια λέξη κλειδί και έτρεξε να μου τη βρει. Κυνηγόσκυλο ράτσας. Πιστό σκυλί μου. Του χάιδεψα το κεφάλι.
"Διανύουμε την πρώτη ΜΑΤαπολιτευτική περίοδο, Google" του είπα σα να καταλάβαινε.
Με κοίταξε κατάματα με τα πιξελένια μάτια του.
"Μήπως εννοείτε μεταπολίτευση;" ρώτησε.
Του φόρεσα την ερώτηση σε μαύρο κολλάρο.


(θολή φωτογραφία αρχών του αιώνα)

"Όχι, σοφό μου Google. Όχι", του απάντησα, εκσφενδονίζοντας ένα βιβλίο Ιστορίας στην άλλη άκρη του χώρου.
Έτρεξε να μου το φέρει αλλά ακόμα δε γύρισε. Το περιμένω να έρθει να με ρωτήσει "Μήπως εννοείτε ένα βιβλίο Υστερίας;" Κάτι δηλαδή που να θεραπεύεται.