16/11/07

Η ΕΛΠΙΔΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

"Ώωωπα, ώπα! Έλα, μανούλα μου!", ο Παντελής χτυπούσε ρυθμικά παλαμάκια και έριχνε και καμιά καρπαζιά στη γη, που την πατούμε κι όλοι μέσα θε' να μπούμε.

Η Ελπίδα είχε μερακλώσει και χόρευε μπαλο-τσιφτετέλι ένα παλιό αγαπημένο της, του Σπύρου Ζαγοραίου.

Μου λέτε να μην κλαίω
να μην κλαίω
μα τι να κάνω
αφού σε χάνω.

Το επόμενο τραγούδι ήταν παραγγελιά. Ο Παντελής, πετάχτηκε σαν ελατήριο και έριξε στο ρεφραίν την πρώτη γυροβολιά.

Χάρε, μπαμπέση, σταυρωτή
γιατί μας το 'κανες, γιατί
πήρες απ' τη παρέα μας
το πιο καλό παιδί.

Τώρα η Ελπίδα, γονατιστή και βουβή, του χτυπάει παλαμάκια. Δε τολμά να σηκώσει το κεφάλι να τον κοιτάξει στα μάτια, γιατί ξέρει.

Πριν από ένα χρόνο ακριβώς, ο Βασίλης, ένας από τους λίγους φίλους του Παντελή σκοτώθηκε σε τροχαίο. Και ο ιδιοκτήτης του πειρατικού σταθμού, φίλος παλιός του συχωρεμένου του Μπακρίνη, άντρα της Ελπίδας, ήξερε.

"Το τραγούδι που ακούγεται το αφιερώνει ο καλός μας φίλος μας ο νάνος στον φίλο του το Βασίλη που έφυγε νωρίς", ακούστηκε ο "Μαύρος Πάνθηρας" από το Ράδιο Ανάμνηση, λαθραία στα FM.

O Παντελής έριξε την τελευταία στροφή και έφυγε γρήγορα με σκυφτό το κεφάλι μη δει τα δάκρυα η μάνα του. Κλείστηκε στο μπάνιο και έκλαψε μόνος του, σαν να ήξερε.

Μέσα της δεκαετίας του '80 και η γειτονιά θρηνούσε τον πρώτο πιτσιρικά που σκοτώθηκε με μηχανάκι. Δέκα-είκοσι χρόνια μετά, είχαν πια συνηθίσει.

Ωστόσο η Μπακρίναινα, από τότε που έπεσε από τη σκαλωσιά στην οικοδομή ο άντρας της και σκοτώθηκε, το έριξε στις ρετσίνες. Συνηθισμένη να ξυπνάει απ΄τα χαράματα -από τον καιρό ακόμα που έκανε τη μοδίστρα- τα κουτσόπινε από το πρωί στο σπίτι. Έτσι, κατά τις 12 το μεσημέρι ήτανε πια τύφλα. Δυνάμωνε το τρανζιστοράκι, έκανε στην μπάντα δυο πλαστικές καρέκλες που είχε στην αυλή και χόρευε τα λαϊκά που έπαιζε ο Μαύρος Πάνθηρας στο Ράδιο Ανάμνηση. Αν ήταν και ο γιος της ο Παντελής στο σπίτι, ακόμα καλύτερα. Του έδιναν και καταλάβαινε. Μετά, τρώγανε ευχαριστημένοι.

Τη μοδιστρική βέβαια την είχε παρατήσει εδώ και χρόνια. Είχε ένα τρέμουλο στα χέρια, λίγο από το θυροειδή, λίγο από το αλκοολίκι, που δε βοηθούσε να γαζώνεις κοφτά και στριφώματα.
Έτσι η ραπτομηχανή της ήταν καπακωμένη και καλυμμένη με μακρύ σεμέν με φωτογραφίες σε πλαστικές κορνίζες από πάνω. Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν μόνο ο τρόμος των χεριών ο λόγος για την ανεργία της. Λίγο η σύνταξη του μακαρίτη του Μπακρίνη, λίγο η αναπηρική σύνταξη λόγω νανισμού που έπαιρνε ο Παντελής, αρκούσαν για να τα βγάλουν πέρα. Το σπίτι, ένα αυθαίρετο λυόμενο δηλαδή, ήταν ιδιόκτητο. Το μόνο έξοδο που είχαν ήταν οι δόσεις για το αυτόματο 5Οαράκι του Παντελή. Το "νανάκι" , που έλεγε κι αυτός.

Η Ελπίδα είχε ξαναβγάλει τη πλαστική καρέκλα έξω και είχε καθήσει να κάνει ένα τσιγάρο. Χαμήλωσε και το ραδιόφωνο και σκεφτόταν τι να μαγειρέψει. Εκείνη την ώρα ακούστηκε απ΄την εξώπορτα ο "μπόγιας", ένας φίλος του Παντελή.

"Νάνοοο! Πού είσαι ρε μαλάκα;" Και όπως τον φώναζε μάρσαρε πιο δυνατά την εξάτμιση.
"Νάνοοοοο! Πού'σαι ρε;" ξαναφώναξε.

Τον άκουσε ο Παντελής από την τουαλέτα που ήτανε κλεισμένος και κάπνιζε ένα μονοφυλλάκι.

"Σκάσε ρε κόπανε, έρχομαι", πήρε βιαστικός τα κλειδιά του αυτόματου και έφυγε χωρίς να κοιτάξει την Ελπίδα.

Αφού σχόλασε το επίσημο ετήσιο μνημόσυνο του Βασίλη, πήγαν οι τρεις φίλοι του στο νεκροταφείο. Πήρανε ένα ουίσκι και Marlboro, ήπιανε όσο ήπιανε, καπνίσανε όσο καπνίσανε και τα υπόλοιπα τα ρίξανε πάνω στον τάφο, για τον Βασίλη. Μετά, βγήκανε για κόντρες στην Εθνική.

"Α, ρε μαλάκα νάνο με το 50αράκι τι τις ήθελε τις σούζες, ρε μαλάκα;" ακούστηκε να μουρμουρίζει ο "μπόγιας" ενάμιση χρόνο μετά, στο μνημόσυνο του Παντελή, και να κλαίει με λυγμούς εκατό κιλά γομάρι. 17 Νοέμβρη ανήμερα.

Την επόμενη χρονιά, η Ελπίδα, μισότρελη πια, έκανε το δικό της μνημόσυνο στον Παντελή στην αυλή του λυόμενου. Απέναντι, το καινούργιο νηπιαγωγείο γιόρταζε την επέτειο του Πολυτεχνείου με γέλια και χαρές. Η Ελπίδα έκλαιγε και χόρευε μεθυσμένη στην αυλή της. Παραγγελιά. Ο "Ανάμνηση" στον αέρα.

Μου λέτε να μην κλαίω
να μην κλαίω
μα τι να κάνω
αφού σε χάνω.

Η Ελπίδα πέθανε τελευταία από τη γειτονιά, πολύ γριά, σε ένα άσυλο ανιάτων.

Το Πολυτεχνείο όμως ζει.

10 σχόλια:

_ST_ είπε...

Αυτό το τραγούδι μ' αρέσει πάρα πολύ όπως το πρωτακούσαμε από τα παιδιά από την Πάτρα. Δεν ήξερα ότι ήταν του Ζαγοραίου!
Μου θύμισε Καραγάτση το διήγημα σου. Ο Νάνος ....
Αλλά και η σκηνή της φτωχογειτονιάς μου φάνηκε σαν να ήταν στη ναυλη του Νο 10! Φιλιά

vrakas kostas είπε...

Με φερνεις στην τρομακτικα δυσκολη θεση ...χμ χμ γχ γουχ ..να πω παλι Μπραβο.
Πληγωνεις τον εγωισμο μου ομως ετσι!
Με καταρακοσες!

Υγ.. πρεπει να το παρω αποφαση σιγα σιγα,πως πρεπει να φτιαξω το προφιλ σου απο την αρχη!
Καλησπερα NIEMANDSROSE!

athanasia είπε...

Σιωπή, μόνο...

Ανώνυμος είπε...

Κάπου στη μέση μου φάνηκε μελό αλλά τελικά με διάψευσες. ΖΗΤΩ!

soduck είπε...

Λόγια δεν έχω... ένας κόμπος μόνο ήρθε και στάθηκε...

Νάσαι καλά

padrazo είπε...

Όμορφο. Από το μέσο και μετά οι λέξεις κυλάνε σαν καλοστρωμένο γαζί παλιάς ραπτομηχανής.

raslowbap είπε...

Συγκλονιστικό κείμενο. Να είσαι καλά που το μοιράστηκες μαζί μας.

doratsirka είπε...

Εξαιρετικό ήταν. Ευχαριστώ.

NIEMANDSROSE είπε...

_st_, τα πραγματολογικά στοιχεία σε ό,τι γράφω είναι ο μεγάλος μου φόβος. Σκέψου ας πούμε να λέω πως έπαιζαν στα μέσα του 80 άκουγαν ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε αρχές του 90... :) Όσο για την ιεροσυλία να συγκρίνεις ένα ποστάκι μου με τον Καραγάτση, καταλαβαίνεις πως θα καείς στην κόλαση! Κι εγώ μαζί σου δηλαδή. Θα τα λέμε.

vrakas kostas , πάλι καλά που κάνεις γκουχ και δεν κάνεις ουφ! Φαντάζεσαι να έφτανε η συμπάθειά σου ως εκεί; Υπάρχουν και χειρότερα!! :)

@athanasia, respect!

@ανώνυμος, ζήτα! ;b

@soduck, σε ευχαριστώ πολύ!!

@padrazo, φαίνεται πως αντίθετα με την Ελπίδα, δεν έχω κανένα τρόμο χεριών -ούτε και άλλο τρόμο- να με εμποδίζει να γράφω. Σε ευχαριστώ πολύ-πολύ!

@raslowbap, δική μου η ευχαρίστηση και το εννοώ με τα χίλια.

@dorastika, ο ενικός σου με συγκλόνισε. Πολλά ευχαριστώ!

_ST_ είπε...

Το τραγούδι ήταν late 80's και ο πρώτος ιερόσυλος ήταν ο Καραγάτσης!
Εχεις διαβάσει δικές του κριτικές?
Πολύ γελιο