27/8/14

Στο εργαστήρι του συγγραφέα (περιοδικό Fractal)

Τα φώτα στο βάθος είναι μία συλλογή από τριάντα οκτώ αφηγήσεις μικρού μήκους. Τι σημαίνει «αφηγήσεις μικρού μήκους» και γιατί δεν επιλέξαμε, ο εκδοτικός οίκος και η συγγραφέας, έναν πιο συμβατικό όρο ως υπότιτλο στο εξώφυλλο του βιβλίου για να προσδιορίσουμε το είδος; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να κινηθούμε στα ενδότερα του εργαστηρίου. Παρακαλώ, ακολουθήστε με…

Κάποιο απόγευμα στα μέσα Αυγούστου του μακρινού 2007, στο επίσης μακρινό Λονδίνο, γεννήθηκε το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο». Η δημιουργία του μπλογκ συνέπεσε με τη διάπραξη ενός από τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα της ζωής μου, την κατάχρηση της συγκεκριμένης φράσης ως διαδικτυακής μου ταυτότητας. «Του κανενός το ρόδο» προέρχεται από ποίημα του Παούλ Τσελάν, και αποτελεί ταυτόχρονα τον τίτλο ποιητικής συλλογής στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα. Η γέννηση του μπλογκ, πέρα από τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, συμπίπτει και με έναν θάνατο, κάνοντας ακόμα πιο σπλάτερ το γεγονός.

Λίγους μήνες πριν, είχα αποφασίσει να πάψω να γράφω ποίηση, εξτρήμ σπορ στο οποίο επιδιδόμουν επί είκοσι συναπτά έτη, δηλαδή από εννιά χρονών. Όμως σε κάποια στιγμή έκλαμψης -στην αδιάλειπτη έτσι κι αλλιώς διαδικασία της αυτεπίγνωσης- συνειδητοποίησα πως δεν είμαι αυτή που θα αναγνώριζα ως «καλή ποιήτρια», παρά το γεγονός ότι είχα την τύχη να δημοσιευθεί, να μελοποιηθεί και να απαγγελθεί η ποίησή μου στις απειροελάχιστες απόπειρες που έκανα να τη δημοσιοποιήσω.

Και έτσι, εθισμένη στο γράψιμο από παιδί, στράφηκα, όπως είναι μάλλον φυσικό, σε ένα άλλο είδος γραφής, στον πεζό λόγο και πιο συγκεκριμένα στο μπλόγκιν, που το αντιλαμβανόμουν ως ένα συνδυασμό προσωπικού ημερολογίου, χρονογραφήματος, αρθρογραφία και διηγηματογραφίας και οπωσδήποτε σάτιρας. Βέβαια, επιδέχεται και πολλούς άλλους συνδυασμούς, αλλά μάλλον δε με αφορούσαν σε εκείνη τη φάση. Στα χρόνια που ακολούθησαν πόσταρα στο μπλογκ πολλά κείμενα, που ακόμα έχω μία δυσκολία, όπως είναι φανερό, να προσδιορίσω το είδος στο οποίο ανήκουν, γι’ αυτό διάλεξα να τα πω «αφηγήσεις μικρού μήκους». Οι αφηγήσεις λοιπόν αυτές γράφτηκαν μέσα σε πέντε χρόνια (2007- 2012), στο Λονδίνο και σε άλλα μέρη της Ευρώπης που ταξίδευα τότε, στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας όπου έχω περιοριστεί τα τελευταία χρόνια. Μαθημένη από τα χρόνια που έγραφα στίχους, συνήθιζα να καταγράφω τις ιδέες για τις αφηγήσεις μου όπου τύχει, από ένα σημειωματάριο τσέπης, μέχρι ένα φύλλο στο Word και βέβαια στα πακέτα από τα τσιγάρα και αλλού. 

Εκείνο όμως που έχω να ανακαλώ στη μνήμη μου ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα συμπόρευσης με το γράψιμο είναι το εξής. Είμαι για διακοπές στην Άνδρο το 2010 με το σύντροφό μου και την κόρη μας που ήταν τότε περίπου δύο ετών. Έχουμε αποφασίσει να μην κουβαλήσουμε μαζί λάπτοπ, αλλά δυστυχώς κατά το δεκαήμερο των διακοπών συλλαμβάνω την ιδέα για το διήγημα «Επικήδειος αντίλογος». Ανήμπορη να αντισταθώ στον πειρασμό να το γράψω όταν επιστρέψω στο σπίτι, πληκτρολογώ στο κινητό μου ένα κείμενο χιλίων εξακοσίων λέξεων! Πολύ φοβάμαι πως το εργαστήρι του συγγραφέα είναι ό,τι το όστρακο για τη χελώνα. Το κουβαλάς παντού. Αν και είναι ένα καβούκι, που όταν κρύβεσαι μέσα του, σε κάνει ακόμα πιο διάφανο…”



7/8/14

Οι αόρατοι άνθρωποι των διακοπών

Οι αόρατοι άνθρωποι των διακοπών λιάζονται ξαπλωμένοι στην παρακείμενη ψάθα, ευωδιάζουν κάποιο εξωτικό άρωμα αντηλιακού, ή, ίσως, οσμή γνήσιας ανθρωπίλαα με κάποια μυρωδιά θαλασσινής αύρας.
Κάθονται στην απέναντι καρέκλα και περιδρομιάζουν με όρεξη τα εδέσματα μιας καλοκαιρινής ταβέρνας, καθώς τους έχει θερίσει η πείνα από το κολύμπι ή απλώς η άρση των περιορισμών,
κάνουν παπάρες στη χωριάτικη και ρίχνουν ένα υπόκωφο ρέψιμο μετά τη βαρελίσια μπύρα, ή τρώνε με σύνεση χόρτα βραστά και ψαρικά πίνοντας εμφιαλωμένο νερό, ενώ ρεμβάζουν τον ορίζοντα.
Οι αόρατοι άνθρωποι των διακοπών φοράνε τα καπέλα τους ή δεν τα φοράνε, διαβάζουν κάποιο βιβλίο στην ακρογιαλιά ή δεν διαβάζουν. Οπωσδήποτε όμως κρατούν μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, άλλοτε σφηνωμένη ανάμεσα σε χίλιες δυο εφαρμογές του κινητού, άλλοτε μεγαλόσχημη που απαιτεί δυο χέρια για να τη στηρίξεις και αρκετές δεξιότητες να την υποστηρίξεις.
Στο τέλος των διακοπών θα λένε πως είχαν επισκεφθεί την ίδια χρονική περίοδο, το ίδιο θέρετρο και διέμειναν στο ίδιο ακριβώς κατάλυμα και μάλιστα στον ίδιο αριθμό δωματίου. Όμως η μαρτυρία τους θα είναι αδύνατο να αποδειχτεί εφόσον το πιο αδιάσειστο τεκμήριο απουσιάζει: δεν εμφανίζονται σε καμία φωτογραφία.
Οι αόρατοι άνθρωποι απαθανατίζουν τους άλλους και παραμένουν οι ίδιοι φαντάσματα που πλανώνται στην αθέατη πλευρά των πιο καταγεγραμμένων στιγμών του χρόνου.

29/7/14

Δύο εγκλήματα πάθους σε μια μέρα

 Έφτιαξα ψεύτικο προφίλ στο Facebook. Πριν από αυτό δοκίμασα να χακάρω το λογαριασμό της κοπέλας στο διπλανό γραφείο. Αυτή είναι πολύ αγαθιάρα και θα μπορούσα πολύ εύκολα να της αποσπάσω την απάντηση για την ερώτηση ασφαλείας, οπότε ήταν ο εύκολος στόχος. Πράγματι, όταν έβαλα το email της στην πλατφόρμα της hotmail επιβεβαίωσα την υποψία ότι είναι πάνχαζη. Κατά πρώτον χρησιμοποιεί ακόμα hotmail. Κατά δεύτερον άκου ερώτηση που έβαλε η γυναίκα: «Ti marka htan to prwto mou autokinito?»  Τη ρώτησα την ώρα που κολατσίζαμε. «Toyota Yaris», μου λέει. Εντάξει, πυρότουβλο λέμε. Στα ίδια κυβικά, αν θες γιαπωνέζικο, παίρνεις με λίγα περισσότερα χρήματα Honda Jazz που είναι πολύ καλύτερο αυτοκίνητο. Κάτσε, δικό της δεν είναι το λαχανί το yaris με τα αρκουδάκια και τα σκόρδα κρεμασμένα στον εσωτερικό καθρέφτη; Τη ρωτάω με τρόπο, τάχα μου δήθεν πως δεν κατάλαβα, για να είμαι σίγουρος: «Μαρία, πριν πάρεις το yaris είχες άλλο αυτοκίνητο;» Οχι, μου απαντάει. Απόρησα γιατί το επίθετο «prwto», εφόσον δεν είχε αγοράσει μετά άλλο όχημα. Όμως ανυπομονούσα να δοκιμάσω την τύχη μου στη διάρρηξη του προσωπικού της λογαριασμού. Ανοίγω παλι τη ντροπή των email clients, κι ερχομαι ξανά αντιμέτωπος με την ίδια ηλίθια ερώτηση ασφαλείας. Πληκτρολογώ τη μάρκα του αυτοκινήτου της και μου βγάζει πως είναι λάθος η απάντηση. Τώρα να ευχηθώ τίποτα για τη σεξουαλική ζωή του Μεσσία της και της μανούλας του ή όχι; Δοκιμάζω να το πληκτρολογησω με κεφαλαία και για καλή τύχη της Αγίας Οικογένειας, το δέχεται.
    Πάμε στη δεύτερη ερώτηση ασφαλείας, γερά- δυνατά. «Pou piga honey moon». Μα τι ρωτάει η ηλιθια; Αφού δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Ρε λες να έχει κανει κανενα κρυφό γάμο; Για να μην καρφωθώ, αποφασίζω να ρωτήσω καλού - κακού  τη άλλη τη πυροβολημένη συνάδελφο, που κάνουν κολλητή παρέα, αλλά προβληματίζομαι ως προς τη διατύπωση. Τελικά κάνω κατά μέτωπο επίθεση στην ίδια και ό,τι γίνει «Μαράκι, πότε θα σε παντρέψουμε;» της σερβίρω ακαριαία την ώρα που είχαμε ανέβει στο πεζοδρόμιο να καπνίσουμε γιατί δε μας άφηνε το αφεντικό στην υπόγα, μη μποχίσουμε τα προϊόντα. Καλά, δεν είχε κι άδικο ο σαλταρισμένος κι αυτός. Μπομπονιέρες και άλλα άχρηστα μπιχλιμπίδια για τον στολισμό της εκκλησίας κατά τη βάφτιση να βρωμοκοπάνε τσιγαρίλα, δεν ήταν και ό,τι πιο ελκυστικό. Όποτε ανεβαίναμε, έκανα εγώ ο πονηρός εκτροπή στο κινητό, για να καπνίσουμε με την άνεσή μας, όταν έλειπε εκτός το μπος. Δεν ήταν ζοχάδας το αφεντικό, η αλήθεια να λέγεται, απλώς δε του άρεσε καθόλου να αυτενεργούμε. Καλά, αν με άκουγε το Σοφάκι να λέω αυτή τη λέξη, μπορεί και να άλλαζε γνώμη. Σοφία όνομα και πράμα. Η πιο έξυπνη γυναίκα που έχω γνωρίσει. Τις όμορφες κάποτε τις ξεπερνάς, τις έξυπνες ποτέ. Τέλος. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας –με το που είπα το όνομά της μου ήρθε η επιφοίτηση- από την αποθήκη και χάθηκε στο στερέωμα...Τελοσπάντων, να δω πόσο χαμηλά θα πέσω για χάρη της. Πίσω στο θέμα μας. Προσπαθώ να ξεψαχνίσω τη Μαρία αν έχει περάσει μήνα του μέλιτος, αλλά δε τα καταφέρνω. 
    Κάνω λοιπόν το εξής κόλπο. Ανοίγω ένα email που μου είχε στείλει ένας φίλος που ζει στον 19ο αιώνα όπου ακόμα κάνουν FW ανέκδοτα και power point με φωτογραφίες από τον μαγευτικό πλανήτη μας και λέω ο πονηρός «Τι υπέροχα τοπία είναι αυτά! Αχ!» Δε μου δίνει σημασία το θύμα. Το ξαναλέω με άλλα λόγια και πιο δυνατά, μήπως και της τραβήξω την προσοχή: «Κοίτα ρε παιδί μου κάτι μέρη που υπάρχουν στον κόσμο!» Με κοιτάει σαν αποχαυνωμένη. Το παθαίνει αυτό όταν είναι πολύ ώρα έγκλειστη μέσα στα κελιά του excel. Αρπάζω την ευκαιρία από τα μαλλιά «Κάνε ένα διάλειμμα ρε Μαράκι να δεις εδώ κάτι φωτογραφίες που μου στείλανε να πάθεις την πλάκα σου». Δείχνει να το σκέφτεται. Περνάνε 10 κρίσιμα δευτερόλεπτα. Αν δε σηκωνόταν δηλαδή να έρθει, δε ξέρω κι εγώ τι θα γινόταν. Μου είχε γίνει εμμονή να της σπάσω το password και οι ιδέες μου να της αποσπάσω την απάντηση στη δεύτερη θεόκουφη ερώτηση, είχαν πάρει χαρακτήρα μυστηρίου τύπου μικροί ντεντέκτιβςπου διάβαζα πιτσιρικάς. 
  Σηκώνεται επιτέλους από την καρέκλα και έρχεται κατά το γραφείο μου, τσεκάροντας τριγύρω μήπως ξέρω ‘γώ έχει διακτινιστεί το αφεντικό από την Κίνα που είχε πάει να φέρει εμπόρευμα και μας κάνει τσακωτούς να κωλοβαράμε. Τόσο χαζή. Κοιτάζει τις φωτογραφίες που της δείχνω και αναγκάζομαι να υποστώ μερικά από τα επιφωνήματά της προκειμένου να περάσω στο ψητό. «Φανταστικά δεν είναι;» τη ρωτάω. Συμφωνεί. «Αν ήσουν εκατομμυριούχα, σε ποιο μέρος θα διάλεγες να πας ταξίδι του μέλιτος;» συνεχίζω. «Κόλλησες με το ταξίδι του μέλιτος, ρε παιδί μου! Και χτες με ξαναρώτησες κάτι παρόμοιο» μου πετάει στα μούτρα αφοπλιστικά και με λούζει κρύος ίδρωτας. Λες να ανακάλυψε το δόλιο σχέδιο μου; Αχ, ρε Σοφάκι. «Α, ναι; Δε το θυμόμουν» της απαντάω δήθεν αδιάφορα. «Βρε μήπως ονειρεύεσαι εσύ γάμους και ταξίδια του μέλιτος;» με ρωτάει και ένα κύμα καυτής ανακούφισης στεγνώνει τον κρύο ιδρώτα στο σβέρκο μου. Αξιοποιώ την απροσδόκητη πάσα που μου έκανε για να την προσγειώσω στο θέμα μας «Να σου πω, δε θα με χάλαγε ένα ταξίδι του μέλιτος στο Πράσινο Ακρωτήρι, αν και με το μισθό που παίρνουμε, μέχρι Πάρο με βλέπω.» «Τουλάχιστον εμείς παίρνουμε μισθό» μου επισημαίνει, κάνοντάς με έξαλλο, γιατί δε μπορώ αυτά τα δεξιούλικα, τα «δουλίτσα να υπάρχει» και κυρίως γιατί φεύγει εκτός θέματος! Κάνω πως δεν ακούω, για να μη ξεφύγει η κουβέντα, και τη ρωτάω: «Εσύ ποιο θεωρείς το ιδανικό μέρος για διακοπές;» «Την Κόστα Ρίκα» μου απαντάει και είμαι βέβαιος πως δεν ξέρει ούτε που πέφτει αλλά κάπου το πήρε το αυτί της και το αναφέρει σαν τα κορίτσια στα καλλιστεία που δίνουν κάτι ό,τι να ‘ναι απαντήσεις. Με ανησυχεί λίγο που είναι δύο λέξεις: COSTA RICA το γράφει ή μία λέξη; Το σημειώνω στο μυαλό μου και πάμε για τον πιο εφικτό προορισμό για την κρυφοπαντρεμένη χαμηλόμισθη συνάδελφο: «Αυτά μόνο στα όνειρά μας, φιλενάδα...Κάπου πιο ρεαλιστικά μιλώντας;» «Είναι πολλά μέρη.... Κάρυστος, Χανιά, Μόλυβος, Ελαφόνησος, Πόρτο Κατσίκι, Μάνη, Ρόδος...» «΄Ωπα, ώπα ρε Μαρία, μας τρέλανες!» είπα έχοντας ξεχάσει εννοείται τα περισσότερα από τα τουριστικά θέρετρα που μου ανέφερε με ρυθμό μυδραλιοβόλου. 
  Της έκοψα απότομα τη συζήτηση, τάχα πως έχω πολύ δουλειά, για να βάλω όσα συγκράτησα, στο κουτἀκι που διψάει για τη δεύτερη και τελική ερώτηση ασφαλείας που θα με οδηγούσε στο πολυπόθητο έπαθλο. Και πράγματι, την επόμενη ώρα, με βρίσκω να κάνω αμέτρητες δοκιμές με κεφαλαία, με μικρά, με κολλητά τα γράμματα, αλλά μάταια. Καμία από τις απαντήσεις που μου έδωσε, και από όσες τελοσπάντων θυμόμουν, δεν ταίριαζε ως απάντηση στην ερώτηση «Pou piga honeymoon». «Βρε τι πάθαμε», αναφώνησα σε κάποια δόση, κάνοντας τη συνάδελφο να ανησυχήσει ξαφνικά για το μέλλον της επιχείρησης, υποθέτοντας πως μάλλον κάποιο μοιραίο λάθος μου στα λογιστικά πακέτα φαλήρισε το μαγαζί και θα μείνουμε άνεργοι και οι τρεις της αποθήκης. «Τι συμβαίνει;» με ρώτησε γεμάτη αγωνία κοιτάζοντας έντρομη το πίσω μέρος της οθόνης τουdesktop μου. Την καθησύχασα, ρίχνοντας όμως σιωπηλά και εκείνες τις ευχές στον Ιησού που του στέρησα νωρίτερα. Αποφάσισα να εγκαταλείψω την προσπάθεια, ώσπου, λίγη ώρα μετά –εντάξει, μη γίνομαι ακραία αμαρτωλός αλλά παίζει να βοήθησε το γαμωσταυρίδι- την ακούω να μουρμουρίζει αφηρημένη «Ταξίδι του μέλιτος, πλάκα- πλάκα μόνο στη Μονεμβασιά αξίζει να πας». Ανοίγω με ανάμικτα συναισθήματα τη hotmail και βλέπω πως έχει κλειδωθεί αυτόματα ο λογαριασμός μετά από τις πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειες και μου ζητάει να δώσω κινητό ή άλλο email ή να περιμένω ένα εικοσιτετράωρο ώσπου να δεχτεί νέες δοκιμές. Μάντεψε ποια επιλογή μου έμενε. Την επόμενη μέρα, περίπου την ίδια ώρα, ανοίγω σα μανιακός δολοφόνος το hotmail, προσπερνάω με άνεση την πρώτη ερώτηση και πάω κατευθείαν στη δεύτερη, όπου σχεδόν τρέμοντας γράφω «MONEMVASIA», αλλά δεν το δέχεται. Βαθιά ανάσα, πάμε για μικρά «Monemvasia». Πάλι δε φαίνεται η σωστή απάντηση. Πλέον πολλές περισσότερες μορφές της χριστιανοσύνης έχουν εισπράξει τις θερμότερες ευχές μου για συνουσία, ενώ συνεχίζω απτόητος να πληκτρολογώ, παρά την απελπισία μου. Και τότε, ναι, όταν εύχεσαι κάτι πολύ όλο το σύμπαν συνωμοτεί μετά από άπειρες αποτυχημένες προσπάθειες στο να το αποκτήσεις, το «MONEMBASIA» έγινε δεκτό και τα δυο κενά κουτάκια που μου ζητούσαν να ορίσω το νέο password έγιναν δικά μου!
    Οι αστερίσκοι που σχηματίζονταν όσο πληκτρολογούσα τον ολοκαινούργιο κωδικό «Panatha13» έμοιαζαν στα μάτια μου σαν τα αστεράκια στις ρώγες των γυμνών κοριτσιών στις σελίδες των ρετρό περιοδικών. Από ‘δώ και πέρα ο δρόμος ήταν στρωμἐνος με ροδοπέταλα. Άπαξ και πιάσεις την καλή σ’ αυτή τη ζωή, την έχεις κάνει λαχείο για πάντα. Μπαίνω στο facebook, και με θεαματική άνεση βάζω το email της Μαρίας εκεί που λέει «cant log in» ώστε να της αλλάξω password με ειδοποίηση στο email που είχα υπό την κατοχή μου. Μέσα σε λίγα λεπτά ήμουν ο απόλυτος user στο profile της Μαρίας. Δε μπήκα καν στον κόπο να δω τo inbox της γιατί είναι πιο βαρετή κι από το θάνατο. Κι εξάλλου δεν ήθελα να κάνω πουστιά. Μπήκα με συγκεκριμένο σκοπό. Πληκτρολογώ λοιπόν το ονοματεπώνυμο της Σοφίας συνδεδεμένος ως Μαρία. Μέχρι εδώ ήταν, Σοφἀκι. Θα στο κάνω ρετάλια το πέπλο μυστηρίου που κάλυψε τη ζωή σου μετά τον χωρισμό μας, όταν με μπλόκαρες και διέταξες όλους τους κοινούς μας φίλους να μη μου μεταφέρουν τίποτα από τη ζωή σου. Με την αγωνία να έχει χτυπήσει κόκκινο, διαπιστώνω πως η Σοφία δεν είναι πια (?) φίλες με τη Μαρία στο FB και με ζώνουν τα φίδια. Τρελαίνομαι ότι έχουν τσακωθεί για γκομενοδουλειά, και στο θολωμένο μου μυαλό  ο κόσμος είναι μια σταλιά, οπότε αρχίζω να υποψιάζομαι κάτι σκιές απ' τα παλιά. Καθώς άλλαζα χρώματα και έριχνα κλεφτές ματιές γεμάτες μίσος στη συνάδελφο, τη βλέπω να σηκώνεται από το γραφείο της και να κατευθύνεται προς το δικό μου. Κάνω minimize το παράθυρο και αρχίζω να σφυράω αδιάφορα. Τόσο κάρφωμα. 
  Με πλησιάζει και μου ψιθυρίζει στο αυτί αν μπορώ να ζητήσω μία σερβιέτα από την κολλητή της στο γραφείο διαγωνίως γιατί είναι τσακωμένες και δε μιλιούνται σήμερα. Υπάκουσα τυφλά στην ικεσία, μάλλον από ενοχές, και βρήκα την ευκαιρία να ξεμωναχιάσω τη Μαρία στο wc, όπου δώσαμε ραντεβού για να της δώσω το stuff. Τη ρώτησα χωρίς περιστροφές «Τι νέα από τη Σοφία;» Πήρε ύφος ενοχλημένο. «Αν θυμάσαι μετά τα σκηνικά μεταξύ σας, ζήτησε να μη ρωτάς για κείνη.» «Κόψε το Πυξ Λαξ και λέγε τι συμβαίνει αλλιώς θα σε αφήσω να πας στο σπίτι σου ματωμένη και θα είσαι σα να σε ξεπαρθένεψε ο Γκοτζίλα» της απάντησα. «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτό το άτομο» μου λέει φοβερά εκνευρισμένη, σα να μην την ένοιαζε καθόλου αν σε λίγο θα σχηματιζόταν ανάμεσα στα σκέλια της η λίμνη Βιστωνίδα. Της ανέμισα τη σερβιέτα μήπως τη συνεφέρω στην ωμή, την αιματηρή, θα έλεγα, πραγματικότητα, αλλά μάταια. Τότε, μη έχοντας πια τίποτα να χάσω, με την αποκοτιά των απελπισμένων, τη ρώτησα ευθέως: «Θες να πεις πως δεν είστε πια φίλες ούτε στο FB?» Μου επιβεβαίωσε αυθόρμητα πως την έκανε ανφρέντ, αλλά παροδόξως δεν αναρωτήθηκε πώς το ξέρω, εφόσον είναι γνωστό σε όλο το μπουμπουνιεράδικο πως με έχει μπλοκάρει η Σοφία μετά από αυτά που της έκανα με τις παρακολουθήσεις και τα τέτοια. 
  Εντάξει, καψούρης ήμουν. Και δικαιολογούμουν. Τώρα έχω αλλάξει. Με έπιασε ξαφνικά μια απελπισία, λες και περίμενα εγώ περίοδο, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα εκεί που στεκόμουν μπροστά στο wc με τη σερβιέτα στα χέρια. Την έδωσα στη Μαρία, νιώθοντας πως έχω χάσει την παρτίδα, πως πήγε τσάμπα όλος μου ο κόπος να τη σπάσω τα passwords και να της χακάρω τοfacebook, ένας αητός χωρίς φτερά και σερβιέτα με φτερά. Πήρα λοιπόν την απόφαση να δημιουργήσω ψεύτικο προφίλ, κι ας ξέρω πως η Σοφία δεν κάνει αποδεκτά τα αιτήματα όσων δεν ξέρει από real life. Έβαλα τα στοιχεία του αφεντικού. Λείπει Κίνα, δε θα το έπαιρνε χαμπάρι. Θα το κατέβαζα μέσα σε ένα 24ωρο. Κι άντε να έβρισκαν ποιος το έκανε. Μόνο για να μπω και να τσεκάρω τι κάνει στη ζωή της. Δεύτερο έγκλημα σε μία μέρα. Αλλά και τι νά’ κανα; Αφού την αγαπούσα, κύριε πρόεδρε.


14/6/14

Οι Διακοπάνθρωποι

Οι Διακοπάνθρωποι δεν έχουν φύλο γιατί είναι πάντα ατομάκια, ατομάρες, άτομα. Έχουν πυρήνα και κάτι ηλεκτρόνια σάικο τελείως. Δεν πάνε πολύ καλά. Οι Διακοπάνθρωποι δεν έχουν φύλο γιατί είναι νούμερα, σούργελα, τρολ. Μικροί οι Δακοπάνθρωποι, έκαναν τηλεφωνικές φάρσες, την κοπανούσαν από τα αγγλικά και τα θρησκευτικά, χτυπούσαν κουδούνια μεσημεριάτικα κι έτρεχαν, φορούσαν τη φόρμα γυμναστικής πάνω από το τζην την ώρα της γυμναστικής, πετούσανε βρωμερές αμπούλες στα ανθοπωλεία, έκαναν μιμήσεις, σκίτσαραν καρικατούρες, έκλαβαν παγωτά από τα περίπτερα, κολλούσαν χαρτάκια στην πλάτη των άλλων, πέταγαν από το μπαλκόνι βρεγμένες χαρτοπετσέτες στους περαστικούς, έπαιζαν μπουγέλο στο σχολείο, έκαναν κερατάκια στις φωτογραφίες της μονοήμερης και ξεσάλωσαν συνολικά στην πενθήμερη.
Οι Διακοπάνθρωποι δε ζουν για το καλοκαίρι αλλά μέσα στο καλοκαίρι ανθίζουν με φόρα. Τα καλοκαίρια τους είναι γεμάτα θερινά σινεμά, στοίβες Βαβέλ, συναυλίες με βραχνιασμένα λαρύγγια την επόμενη, συναυλίες στις όποιες συνήθως τρυπώνουν με το «ντου». Παίζουν τάβλι, βάζουν στοιχήματα, παίζουν τουρτοπόλεμο, σου βάζουν φωτιά την ώρα που κοιμάσαι, είναι κωλοπαιδαράδες, αν δεν είναι γιωτάδες και πάνε στρατό, δεν αφήνουν το λόχο να ησυχάσει, δεν χαμπαριάζουν οι Διακοπάνθρωποι, παράγουν αργκό, λανσάρουν φράσεις, κερνάνε πόνο οι Διακοπάνθρωποι. Οι Διακοπάνθρωποι, σου κάνουν τράκα τσιγάρα, δεν χτυπάνε εισιτήριο, ταξιδεύουν κατάστρωμα, πάνε και με ΚΤΕΛ, πάνε και με αυτοκίνητο, σηκώνουν τις μπάρες στα διόδια, κολλάνε χαρτάκια «Είμαι γάιδαρος» στα παρκαρισμένα ΙΧ των κάφρων. Οι Διακοπάνθρωποι μπορεί και να παίξουν πιστολίδι, να φύγουν χωρίς να πληρώσουν τους καφέδες, κλέβουν βιβλία με μαεστρία και αποκαθηλώνουν πινακίδες δρόμων καμιά φορά, έτσι, για τη συλλογή. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν μαθητεύσει στη μικρή αλητεία.
Οι Διακοπάνθρωποι είναι ασύμφοροι για το κράτος, αναγκάζουν την Αστυνομία σε επιτόπιες επιπλήξεις κατόπιν υπόδειξης των γειτόνων για διατάραξη κοινής ησυχίας, σπαταλούν ορούς και νοσήλια για πλύσεις στομάχου κατόπιν υπερκατανάλωσης αλκοόλ και εκνευρίζουν και τα σκυλιά της Δίωξης που αναζητούν στις αποσκευές τους τις φυτείες του Πύργου, της Αμαλιάδας και του Μυλοποτάμου ή της όμορης Αλβανίας. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν δει σε βιντεοκασέτες το Δράκουλα των Εξαρχείων, όλες τις ταινίες του Νίκου Ζερβού, «Γυναίκες Δηλητήριο», «Τηλεκανίβαλοι», «Σαπουνόπετρα» και βάλε. Σκηνές που επαναλαμβάνονταν ασύδοτα. Ο Σάκης Μπουλάς στους Τηλεκανίβαλους με άσπρη πουκαμισιά, μαύρο δερμάτινο παντελόνι, μαύρο γυαλί ηλίου κολούμπια και ηλεκτρική κιθάρα καθιστός σε πίστα σκυλάδικου να τραγουδάει σε ήχο σκυλέ ολέ «Γιατί μου φέρθηκες σά να’ μουνα αράπης/ δεν δικαιούμουνα κι εγώ λίγης αγάπης».
Οι Διακοπάνθρωποι διάβασαν περισσότερο Λένο Χρηστίδη, Ντάγκλας Άντας, Τιμ Ρόμπινς και Μπουκόφσκι από όσο θα έπρεπε και αγαπήσανε τη λαογραφία του Ηλία Πετρόπουλου, το Σύνδρομο Πορτνόυ του Φίλιπ Ροθ, τον Πάγο των Μάζαρη- Μπουλαλάκη, το θέατρο του Μποστ, κάτι συνθήματα στους τοίχους, τα γκράφιτι, τα στένσιλ και τους Monty Python. Οι Διακοπάνθρωποι είναι στα λάιβ του θείου Νώντα, τον ξέρουν απέξω, μαθαίνουν και στα παιδιά τους «Στο σούπερ μάρκετ θα βρούμε, μήλα, μπανάνες, γάλα, carnation και κότες» στη σχετική εξόρμηση για ανεφοδιασμό, ήταν και στα λάιβ του Ζορζ Πιλαλί, εκφράζονται από τη μεταφυσική του αγωνία «Από χώμα κι από λάσπη μας έφτιαξ’ ο θεός/ οικοδόμος, οικοδόμος ήτανε κι αυτός» και γενικώς είναι άτομα παρφαί. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν όλοι μάστερ στον Τζιμάκο, σκούζουν καμιά φορά άμα τους πιάσει το κνίτικο γιατί έχει καγέν αλλά κλαίνε από τα γέλια ακόμα και πάντα με τις τηλεφωνικές φάρσες και ξέρουν απέξω την πρόζα στα λάιβ και τους στίχους των τραγουδιών του. Οι Διακοπάνθρωποι ξέρουν να σου σερβίρουν την πιο φρέσκια ατάκα της αγοράς, ψαρεύουν φάρσες και comments στα θολά νερά του youtube, είναι αυτοί που θα σου μάθουν την απίθανη ομάδα Μετέχνιο Κοοπερατίβα με το επικό «Τόπων Μύστες» και θα σε μυήσουν στη μυστική κρύπτη του γέλιου. Από την οποία δε θα μπορέσεις να βγεις ποτέ ξανά.
Θα είσαι αναγκασμένος να ζεις όλο το χρόνο τις διακοπές της καθημερινότητας από την αρρωστίλα του κομιφλό και της σοβαροφάνειας και του μάτσου και του ατσαλάκωτου και του φανατικού και του πολίτικλι κορρέκτ. Θα είσαι αναγκασμένος να μην ανέχεσαι το αυριανίστικο πενάκι του κάθε κιτσογράφου, τη σεφερλίδικη σάτιρα του κάθε φωτοσοπά, το σταντ-απ κόμεντι του κάθε ατάλαντου βλακέντιου. Αλλά γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος. Και οι Διακοπάνθρωποι, το έχουν πολύ το τέλος στο νου τους. Κι επειδή δεν πάνε σαν κουρδισμένοι, δεν το ξεχνούν το τέλος. Κι επειδή τους κόβει και δεν πιστεύουν στο θεούλη, δεν παρηγορούνται για το τέλος. Και καθώς ζουν σε έναν κόσμο που δε συμπαθεί και πολύ τους Διακοπάνθρωπους, καμιά φορά μπαμ, ντόινκ, φλαπ, ζντουπ, πάνε οι Διακοπάνθρωποι. Και τότε δεν έχει καθόλου πλάκα. Μα καθόλου.

(popaganda, 13/6/14)

21/5/14

Πού κοιμάται απόψε και για πάντα ο Φώντας

Τέσσερα χρόνια μετά, η ντόπα της καταιγιστικής επικαιρότητας, εκείνων των μεγάλων συμβάντων που συνθλίβουν στην αποσιώπηση το ιδιωτικό δρώμενο, έχει δείξει τα σημάδια της: Ξεχάσαμε πως είμαστε θνητοί. Κι αυτό δεν είναι για καλό. Δεν εξανθρωπίζει. Αν συνεχίσουμε έτσι για άλλα πέντε χρόνια, θα γίνουμε bot πολιτικού σχολιασμού. Μόνο που τα ρομπότ δεν πεθαίνουν στο τέλος.







Εμένα,  τώρα,  από όλα τα μεγάλα γεγονότα της οικουμένης, με νοιάζει πού κοιμάται απόψε για πρώτη φορά και για πάντα ο φίλος μου ο Φώντας. 

8/5/14

Τα δάκρυα του κροκόδειλου

Δεν είναι σωστό να συγκινούμαστε μόνο με τους δικούς μας ανθρώπους. Το όμορφο είναι να συμπονούμε και το ναζί, σαν να ήταν συνάνθρωπός μας. Βασικά, σα να ήταν άνθρωπος. Είπεν ο Ιησούς, «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν». Μόνο που δε ξεκαθάρισε αν ως συνάνθρωποι μπορούν να εννοηθούν οι υπάνθρωποι, οι ούγκανοι που ενσαρκώνουν τον ίδιο τον θάνατο, τα δίποδα της μαφίας, το μακρύ χέρι του συστήματος με τα «καθαρά χέρια», που μισθώνονται από το μεγάλο κεφάλαιο για να μαχαιρώνουν μετανάστες, ομοφυλόφιλους, αντεξουσιαστές, κουμουνιστές, αντιφασίστες, γυναίκες, πιτσιρίκια στα σχολεία και γενικά όλη την κοινωνία, γιατί, εδώ που τα λέμε, οι ναζί δεν είναι ρατσιστές, δεν κάνουν εξαιρέσεις, μισούν συνολικά όλη την ανθρωπότητα, με εξαίρεση όσους τους μοιάζουν, τους υπάνθρωπους.
Ο σωστός και τίμιος πολίτης, οφείλει να μη δείχνει επιλεκτική ευαισθησία, οφείλει να συγκινείται από το δράμα του συμπολίτη του που είναι μπράβος σε νυχτερινά μαγαζιά, που πουλάει νταηλίκι, που είναι μαχαιροβγάλτης, που τραμπουκίζει κάθε έναν που βρίσκεται σε πιο αδύναμη θέση, που οργανώνει τάγματα θανάτου που επιτίθεται σε μαθητές σε σχολεία, σε γειτονιές, σε παιδικούς σταθμούς, σε νοσοκομεία, που κάνουν ρατσιστικά πογκρόμ στις λαϊκές αγορές και στα παζάρια, ενώ ταυτόχρονα σκύβει υποτακτικά το κεφάλι στα μεγάλα αφεντικά, που κρύβουν τα μούτρα τους, όπως εκείνο το big boss στην κορεάτικη ταινία “Pieta” που έδινε εντολές θανάτου στον εκτελεστή, αλλά ποτέ δεν μάθαμε ποιος ήταν....
Ο συνάνθρωπός μας που υποφέρει, αξίζει τον σεβασμό μας γιατί συμμετέχει εξάλλου έξαλλος στο επιχειρείν και στην ανάπτυξη της χώρας. Προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μπράβος νυχτερινών μαγαζιών και σπάει κανένα πλευρό, άμα τύχει –τον 20χρονο Αυστραλό στη Μύκονο το 2008 τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου και ήρθε μετά ο πατέρας του και δώρισε τα όργανα του γιου του. Ο συνάνθρωπός μας είναι έμπορος όπλων, ναρκωτικών και συμμετέχει στο trafficking που είναι σπουδαία υπόθεση. Ταυτόχρονα, ξεπαστρεύει αντιφρονούντες, κουμούνια (sic), λαθρομετανάστες (sic) και καμιά φορά παίρνει πρωτοβουλία να δείρει μέχρι θανάτου και καμιά γυναίκα –αυτές τις μέρες εξελίσσεται η δίκη για τη δολοφονία της 23χρονης Φαίης Μπλάχα από τον νταή τον φίλο της, ο οποίος είχε επιτεθεί σε εκλογικό κιόσκι στην πλατεία Αγίας Παρασκευής, ξαμολώντας και το πιτ μπουλ, φωνάζοντας «θα πεθάνετε κομμούνια» και τραυματίζοντας τον δημοτικό σύμβουλο Γιώργο Τσιμπουκάκη. Διότι, όπως είπαμε, είναι δυνατός και μάγκας μόνο στους πιο αδύναμους. Στους ισχυρούς είναι μαντρόσκυλο.
Ομοίως, τον τίμιο συνάνθρωπό μας που δίνει μία περφόρμανς από το βήμα της Βουλής για να τον λυπηθούμε για την αθωότητά του, δεν πρέπει να του γυρίσουμε την πλάτη. Πρέπει να τον κοιτάξουμε στο πρόσωπο και τον παρηγορήσουμε θυμίζοντάς του πως άλλοι είναι στη φυλακή για πολύ ήσσονος βαρύτητας αδικήματα, από τους εκβιασμούς επιχειρηματιών, τον εκφοβισμό στελεχών της Τ.Ο., βομβιστικές επιθέσεις μελών της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και σοβαρό τραυματισμό δύο ανθρώπων στο κεφάλι.
Οφείλουμε να εξηγήσουμε στον καλότατο συνάνθρωπό μας  πως είναι ποινικά κολάσιμες «οι απειλές κατά ιδιοκτήτη μονάδας παραγωγής τροφίμων στην Κόρινθο, σύμφωνα με την οποία μέλη του τοπικού «πυρήνα» της Χ.Α. τον απείλησαν απαιτώντας να τους παραχωρήσει τρόφιμα για συσσίτιο που οργάνωνε το κόμμα στην πόλη, ο προπηλακισμός με υπόδειξη συγκεκριμένου επιχειρηματία της Κορίνθου, κορυφαίο στέλεχος της Αυτοδιοίκησης προκειμένου να τον υποχρεώσουν να χορηγήσει άδεια λειτουργίας στην επιχείρηση του ιδιώτη», που βρίσκεται κοντά στα Λουτρά της Ωραίας Ελένης. Έτσι οι δήθεν προγονολάτρες τραμπουκίζουν προκειμένου να καταπατηθεί χαρακτηρισμένη αρχαιολογική ζώνη για να εξυπηρετήσουν το μεγάλο αφεντικό.
Οφείλουμε να του εξηγήσουμε πως είναι ποινικά κολάσιμη η επίθεση στον δήμαρχο Κορίνθου κατά τη διάρκεια κατάσβεσης πυρκαγιάς στην περιοχή Εξαμίλια και οι τσαμπουκάδες στην κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μάλιστα, οφείλουμε του εξηγήσουμε πως η ολιγωρία τη ΕΛΑΣ στην περίπτωσή τους δεν είναι ανεξάντλητη, όπως συνέβη και στις δύο περιπτώσεις.
Οφείλουμε να του εξηγήσουμε του τίμιου οικογενεριάρχη πως είναι λιγάκι πρόβλημα να έχεις δεχτεί καταγγελίες ότι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που κατά λάθος βρέθηκες στέλεχός της, αθώο πλάσμα,  απασχολούν σε αγροτικές εργασίες αλλοδαπούς τους οποίους αρνούνται να πληρώσουν ενώ όσοι από αυτούς διαμαρτύρονται, ξυλοκοπούνται. Είναι λιγάκι πρόβλημα αυτό για τον σύγχρονο κόσμο γιατί η δουλεία έχει καταργηθεί εδώ και 150 χρόνια και δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν φασίστα να γυρίσει τον κόσμο 150 χρόνια πίσω σε όλα τα επίπεδα.
Και, υπόψη, το μακρύ κατηγορητήριο δε τα σύνταξαν αναρχοκουμούνια, αλλά ο Εισαγγελέας. Και, υπόψη, τα στοιχεία του ρεπορτάζ δεν τα επινόησαν ούτε από τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά την Καθημερινή (9.10.2013).
Ο κροκόδειλος κλαίει σαν μωρό, ο άνθρωπος των ίσων αποστάσεων, ο μη επιλεκτικά ευαίσθητος, συγκινημένος από το κλάμα, θα τον πλησιάσει παρασυρμένος από τα κροκοδείλια δάκρυα. Ο κροκόδειλος θα τον κατασπαράξει. Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε. Αντίο, μαλάκα ανυποψίαστε που ακόμα και σήμερα παριστάνεις πως δεν καταλαβαίνεις τι είναι ο φασισμός και ο ναζισμός.