17/6/13

Βιβλιοπαρουσίαση στο Polis Art Cafe, Τρίτη 18 Ιούνη


"έχε το νου σου στο παιδί..."

Θα τάιζες το παιδί σου τζανκ φουντ; Αν όχι, τότε γιατί να του προσφέρεις πνευματική τροφή τα σκουπίδια της παιδικής υποκουλτούρας; Αυτά αναρωτιέμαι όταν καμιά φορά ακούω παιδάκια να τραγουδούν στίχους όλο ερωτικό υπονοούμενο, νεοελληνικό νταλκά κι ευτελές χιούμορ σε τσιφτετελοειδές τέμπο. Σε μερικά χρόνια, αν όχι ήδη, θ’ ακούνε τους καινούργιους Πλούταρχους και Νότηδες, χτίζοντας πνευματική συγγένεια με τους υμνητές του φασισμού.
Στον αντίποδα, το Τρίτο Πρόγραμμα έδινε τη δυνατότητα σε όλους εμάς που δεν έχουμε κάποια μεγαλοαστική καταγωγή να εξοικειωθούμε οι ίδιοι και να φέρουμε τα παιδιά μας σε επαφή με την κλασική μουσική, ανεπιτήδευτα, ομαλά, σαν κομμάτι της καθημερινότητας. Στον αντίποδα στέκονται και τα διαχρονικά τραγούδια της Λιλιπούπολης, της Ντενεκεδούπολης της Ευγενίας Φακίνου και της Φρουτοπίας του Ευγένιου Τριβιζά. Κάποιοι είχαμε την τύχη να μεγαλώσουμε με παραμύθια που έγραψαν σπουδαίοι συγγραφείς και που, διόλου τυχαία, τα στήριξε και τα προώθησε η ΕΡΤ, δημιουργώντας μια παράδοση δεκαετιών ποιοτικής παιδικής ζώνης που έφτανε μέχρι σήμερα. Είναι αδύνατο ν’ απαριθμήσω όλες τις εξαιρετικές μεταφορές παιδικών βιβλίων στη μικρή οθόνη. Ενδεικτικά θυμάμαι Το καπλάνι της βιτρίνας της Άλκης Ζέη, τον Θησαυρό της Βαγίας της Ζωρζ Σαρρή, τον Κήπο με τα αγάλματα της Ελένης Σαραντίτη.
Περίπου τριάντα χρόνια πριν, η ΕΡΤ πρόβαλλε «Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον», μια παιδική σειρά που βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο για το οποίο βραβεύθηκε με Νόμπελ η συγγραφέας του, Σέλμα Λάγκερλεφ. Από την ίδια συχνότητα παρακολουθούσαμε τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Εξυπερύ αλλά και τον «Γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες» του Ιουλίου Βερν. Όμως και πιο πρόσφατα, οι «Μικροί Αϊνστάιν», πάλι από την ΕΤ-1, ήταν μια παιδική εκπομπή κινουμένων σχεδίων, όπου μια παρέα πέντε παιδιών ταξίδευαν σε κάθε επεισόδιο σε άλλο σημείο του πλανήτη και επικεντρώνονταν σε έναν εικαστικό καλλιτέχνη και έναν κλασικό συνθέτη.
Και τα τέσσερα παραδείγματα, που ενδεικτικά σταχυολόγησα εδώ, χαρακτηρίζονται από μια κοσμοπολίτικη ματιά, έτσι καθώς οι κεντρικοί τους ήρωες περιπλανώνται ανά την υφήλιο, γνωρίζοντας τον κόσμο με ένα πνεύμα που διαπνέεται από ανθρωπιστικές αξίες. Μπορεί κανείς να αναλογιστεί σε πόσο ευθεία αντίθεση έρχονται οι αξίες που προβάλλονται μέσα από τα συγκεκριμένα έργα, με την αναδίπλωση στον φασισμό που ενισχύεται πια με όλα τα μέσα.
Από την άλλη, η ιδιωτική τηλεόραση και ραδιοφωνία δεν έχουν να επιδείξουν εφάμιλλα προϊόντα κουλτούρας που απευθύνονται στο παιδί. Οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί δεν διατηρούν καν ζώνη παιδικού προγράμματος, κι όσο για τα κανάλια που προβάλλουν παιδικές σειρές εναπόκειται στην κρίση του καθενός να εξαγάγει τα συμπεράσματά του για την αισθητική και τα νοήματα που προάγουν.
Η κόρη μου μού ζητάει να της βάλω «μπαλετική μουσική» στο τρανζιστοράκι, εννοώντας το Γ΄ Πρόγραμμα, για ν’ αποκοιμηθεί. Και η σιωπή από τη ραδιοσυχνότητα αντηχεί εκκωφαντική στο παιδικό υπνοδωμάτιο – μαζί με τη δική μου σιωπή που δεν ξέρω τι να πω στο παιδί, μαζί με τη σιωπή που θέλησαν να μας επιβάλλουν. «Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους», όπως είπε κι ο ποιητής.

εκκωφαντική σιωπή




Η ησυχία μας τύλιγε σαν κρύα αγκαλιά τις νύχτες του καλοκαιριού. Οι νύχτες πέφτουν βαριά φτιασιδωμένες στην ορεινή επαρχία. Οι διακόπτες κατεβαίνουν νωρίς σε κάθε συσκευή που εκπέμπει φως. Οι κακόφωτοι πυλώνες δε μπόρεσαν ποτέ να υψώσουν τ’ ανάστημά τους. 

Κι έβγαινε η νύχτα με την ξαστεριά της, έριχνε τ’ αστέρια της σε φωτεινές τροχιές. Ή φορούσε το μαργαριτάρι του ουρανού κι εμφανιζόταν πιο επιβλητική από ποτέ. Στο φόντο, ο πιο κατάλληλος ηχος για την έλευσή της: πυκνή-πυκνή σιωπή. Μόνο κανένα τριζόνι, κανένα σκυλί τη διέκοπτε για λίγο. Κι έπειτα πάλι ο τόπος βούλιαζε στη σιγαλιά. 

Τριγύρω βουνά σπαρμένα με συστάδες φωτός εδώ κι εκεί. Ένα χωριό ανατολικά, ένα άλλο βόρεια. Διακρίναμε τις κορυφογραμμές μες στο σκοτάδι κι εγώ περίμενα ν’ ακούσω το ουρλιαχτό κάποιου λύκου. Αφού υπήρχαν αλεπούδες, και το μαθαίναμε από τα κοτέτσια που ρήμαζαν, θα υπήρχαν και λύκοι. 

Αίσωπο είχαμε. Τον πιο μαγικό παππού που θα μπορούσε να μου τύχει. Δεν ξέρω. Μπορεί ως πατέρας να μην επέδειξε όλη τη μέριμνα και τον ζήλο για την ανατροφή τους. Δεν ξέρω. Μπορεί ως σύζυγος να ήταν εκνευριστικά αφελής, ανεύθυνος κι όλα αυτά τα παιδιάστικα χαρακτηριστικά που μισούν οι γυναίκες στους άντρες τους. Δεν ξέρω. Μπορεί ως συνέταιρος να ήταν ανοργάνωτος, απονήρευτος κι όλα αυτά που μισούν οι άλλοι συνέταιροι. Αλλά ως παππούς υπήρξε μαγικός. Μ' έκανε να γελάω και να ονειρεύομαι εξίσου. Όπως οι άντρες που αργότερα θα ερωτευόμουν.

Στις μέρες του καύσωνα, μας έκανε τη νύχτα μια μεγάλη στρωματσάδα στην αυλή, όλα τα εγγόνια, παραταγμένα μικροσκοπικά κορμάκια το ένα πλάι στο άλλο, και μας αφηγούταν τόσο παραστατικά κάτι παραμύθια που έμπλεκαν με απίθανο τρόπο από τον Καραγκιόζη μέχρι τον Μίνωα, τον Μεγαλέξανδρο με την αδερφή του τη γοργόνα ως την αλεπού και τη χελώνα. 

Όταν πια μεγάλωσα, όταν δε χρειαζόταν να μου λέει παραμύθια για να κοιμηθώ, κι ενώ η πυκνή σιωπή δεν έπαψε ποτέ ν’ απλώνεται στην ορεινή επαρχία όπου ζει το γεροντάκι μου, τον άκουγα ν’ αποκοιμιέται με το ραδιοφωνάκι συντονισμένο στη μόνη συχνότητα που έφτανε στ’ απόμερα εδάφη που έζησε όλη του τη ζωή, τον άκουγα να μουρμουρίζει παλιά λαϊκά. Κάποιο βράδυ, γύρισε το κουμπάκι κι ο σταθμός είχε σιγήσει. Κάποιο βράδυ, βύθισαν στη σιωπή τις κουβέντες και τις μουσικές που αποκοίμιζαν τον παππού μας. 

'Έσβησε το τρανζιστοράκι, μην καίει τη μπαταρία και έκλεισε τα μάτια του. Ήξερε σε ποιον τόπο κοιμόταν.

15/6/13

Η επιτομή του παραλογισμού

Η επιτομή του παραλογισμού: να μέμφεσαι την Αριστερά πως υπερασπιζόμενη την ΕΡΤ στηρίζει τις μισθολογικές ανισότητες μεταξύ εργαζομένων, τις ανισότητες που προκάλεσε το ιδιότυπο πάντρεμα του νεοφιλελευθερισμού με το πελατειακό σύστημα που στηρίζουν σθεναρά οι κατήγοροι.
Στον πυρήνα της αριστερής ιδεολογίας ενυπάρχει το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνεκδοχικά η μάχη κατά των κοινωνικών ανισοτήτων. Βάσει ποιας λογικής ακριβώς βρεθήκαμε να κατηγορούμαστε πως με τη στήριξή μας στην ΕΡΤ, παρέχουμε στήριξη και στους κομματικά διορισμένους διοικητικούς και δημοσιογράφους που εισέπρατταν τα εξωφρενικά ποσά που διαδίδονται;
Καμία λογική δεν υπάρχει πίσω από μια τέτοια μομφή. Δεν είναι και δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται ως άλλο ένα έωλο επιχείρημα. Είναι κατασκευασμένο από τον μνημονιακό εσμό για να θολώσει τα νερά, να λασπολογήσει, να αποπροσανατολίσει, να αποποιηθεί τις ευθύνες του για τη στήριξή του σε πολιτικές και σε οικονομικά συστήματα που παράγουν και διαιωνίζουν τις ανισότητες.

12/6/13

η σιωπή και το σκοτάδι

Τη Δευτέρα το βράδυ άκουγα στην ΕΡΑ 2 ένα γεροντάκι της διασποράς να επαναλαμβάνει στον παραγωγό, από την άλλη άκρη του πλανήτη, ευχαριστίες κι ευχές «για τη συντροφιά που μας κρατάς».
Τη δολοφόνησαν τη συντροφιά, παππού, νομίζοντας πως θα βουλιάξουμε στο μαύρο σκοτάδι του γυαλιού, στην ανατριχιαστική σιωπή της ραδιοσυχνότητας της ΕΡΤ. 
Δεν έχει πάρει το μάθημά της η Δεξιά πως και με όλα τα μέσα με το μέρος της (τα μμε, τους μπάτσους, τα στρατά, τους πράκτορες, τους παρακρατικούς κλπ), πάλι χαμένη θα είναι.

11/6/13

Απόψε στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη

Με αφορμή ένα πρόσφατο κείμενό μου στην "Ελευθεροτυπία"  με κάλεσαν από το Ίδρυμα Μιχ. Κακογιάννη να συμμετέχω στη συζήτηση που θα προηγηθεί της προβολής.


Τρίτη 11 Ιουνίου 2013
 
Με αφορμή τη συμπλήρωση 92 χρόνων από τη γέννηση
του Μιχάλη Κακογιάννη

"Πάνω, Κάτω και Πλαγίως"

Πριν την προβολή της ταινίας ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Μανιώτης και η συγγραφέας, αρθρογράφος και blogger Niemandsrose εκφράζουν επίκαιρες απόψεις με αφορμή την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη.


Είσοδος ελεύθερη. Πληροφορίες εδώ.



Κεντρικό θέμα του «Πάνω Κάτω και Πλαγίως» είναι
 αυτό το απερίγραπτο μωσαϊκό της ζωής στη σύγχρονη Αθήνα.
Μιχάλης Κακογιάννης

Το «Πάνω Κάτω και Πλαγίως» είναι κωμωδία υποδόρια, κατά κάποιον τρόπο, που εμπεριέχει όλη τη φρίκη που ζούμε καθημερινά σ` αυτήν την πόλη: από την αγωνία του να βρεις ταξί ως τις τρομοκρατικές ενέργειες. Δεν αφήνει τίποτα απ` όσα μας απασχολούν χωρίς να το σχολιάσει. Οι ανθρώπινες σχέσεις, οι εντάσεις και η έννοια της συμφιλίωσης βρίσκονται κάτω από τη συνεχή καταγραφή του φακού της κινηματογραφικής μηχανής, προβάλλοντας καταστάσεις άλλοτε οργιώδεις και άλλοτε λυτρωτικές.

Μια σειρά από εξωφρενικά γεγονότα που συμβαίνουν μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο στη σύγχρονη Αθήνα και στα οποία συμμετέχουν λυρικές καλλιτέχνιδες, ναύτες, ταξιτζήδες και τραβεστί, η 17 Νοέμβρη και η… Μαρία Κάλλας, έχουν σαν αποτέλεσμα να φέρουν πιο κοντά μια μητέρα στον έφηβο γιo της.

Ο κριτικός Byron Ayanoglu στο περιοδικό “Now” του Καναδά (Τορόντο) γράφει για την ταινία «Πάνω Κάτω και Πλαγίως»: 

"Η συνδυασμένη επίθεση αυτού του υποψήφιου για Όσκαρ (για τον Ζορμπά, το 1964) σκηνοθέτη, και της επί μακρόν πρωταγωνίστριάς του, της πρώτης τραγωδού Ειρήνης Παπά, αποτελεί μια δύναμη που στην πατρίδα μου κανείς δεν της αντιστέκεται. Αυτοί οι δύο είναι θεοί σε μια χώρα που λατρεύει τον Θέσπη. Όταν αυτοί μιλάνε, οι Έλληνες ακούνε.

Το έργο αναγκάζει τους έντιμους Έλληνες να κάνουν μια διπλή βουτιά στους ηθικούς τους εφιάλτες. Αυτό καθρεφτίζεται στους ίδιους τους πρωταγωνιστές, όταν αποκαλύπτεται η φάρσα και ανακαλύπτουν ο ένας τον άλλο. Με τις αναφορές του σκηνοθέτη στην πανταχού παρούσα τραγωδία, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής κωμωδίας, καθώς και με τα θαυμάσια πορτραίτα του, σκιαγραφεί την σημερινή φρενήρη και χαοτική πραγματικότητα.
"

 Ελάτε να τα πούμε από κοντά!
 

9/6/13

τα πολύτιμα



Καλοκαίρι στ’ ανατολικά παράλια του νησιού. Ανεβαίναμε στο ΚΤΕΛ και μετά οτοστόπ. Σκαρφαλώναμε στην καρότσα του τυχαίου αγροτικού για την κατάβαση στο παραθαλάσσιο ψαροχώρι. Κι  ούτε ξέραμε τι πολύτιμα κουβαλούσαμε. Όλο το δέρμα μας χρυσάφι. Οχτώ μάτια να λαμποκοπούν νύχτα-μέρα, να ξενυχτούν, να καταπίνουν ζωή, να ερωτεύονται και ν' αστράφτουν, ν’ αστράφτουν. Τέσσερα γέλια ορυκτά. Ξαπλώναμε χαράματα με μπερδεμένα σώματα και μαλλιά, όπως τις παρθένες του Κλιμτ. Και στ’ αυτιά μου ηχούσε ακόμα το Ρομ, σο σουκάρ, σο σουκάρ σας μετέα βάφ, μετ που μακάβ αστέα βάφ, μεϊτζανάφ, μεϊτζανάφ, μεϊτζανάφ σο σι ο Ρομ  μέχρι να λιώσει η κασέτα στο μυαλό μου. 

Τέσσερις κοπέλες δεκαοχτώ χρονών σ’ ένα καφενείο, στην άκρη του δρόμου. Τσίγκινο με ψάθινες καρέκλες. Τα γνωστά. Παγωμένη ρακή. Κι ο πιο ιδανικός μεζές συνοδεία: αγγούρι ακαθάριστο, κομμένο στα τέσσερα, πασπαλισμένο με χοντρό αλάτι. Κατεβαίνει για πρώτη φορά η φωτιά και μου καίει το λαρύγγι. 

Μπορεί να έκανα πως κρύωνα ή πως φοβόμουν ώστε να μείνω πίσω να τις κοιτώ εκστατικά να βουτούν γυμνές στη μαύρη θάλασσα. Τα εικονογραφημένα παραμύθια αποκτούσαν υπόσταση. Οι νεράιδες ήμαστε πια εμείς. Κι εγώ από πάντα η αφηγήτρια. 

Και τότε, αν τ’ αστέρια ήξεραν πού τους πάν’ τα πέντε για το μέλλον, θα μου ψιθύριζαν: στα διπλά απ’τα σημερινά σου χρόνια, καμιά δε θα είναι πια φίλη σου, θα έχεις δυο παιδιά εσύ το αγρίμι, οι αφηγήσεις σου θα έχουν γίνει πια βιβλίο, θα πίνεις ρακές γράφοντας αφιερώσεις στο Πεδίον του Άρεως- την πρώτη γειτονιά σου μακριά απ’ το πατρικό, και δε θα σε λένε πια όπως σε βάφτισαν, θα σε λένε όπως τον στίχο του εβραίου ποιητή που καταδίωκαν οι ναζί για πάντα μέχρι που φούνταρε στον Σηκουάνα, ενώ ένα μαύρο σύννεφο θα σκεπάζει τον ουρανό στον τόπο σας, μια ατέλειωτη σκοτεινιά χειμώνα - καλοκαίρι. 

Κι ούτε θα ξέρεις τι πολύτιμα κουβαλούσες, ποτέ δε θα ξέρεις, μέχρι να έρθει ο καιρός να τα χάσεις. 

8/6/13

Ο Άρης Μαραγκόπουλος διαβάζει "Τα φώτα στο βάθος"

O συγγραφέας, βιβλιοκριτικός, ιδρυτικό στέλεχος και διευθυντής λογοτεχνίας των εκδόσεων "Τόπος", Άρης Μαραγκόπουλος, γράφει για "Τα φώτα στο βάθος":

Το πρόσφατο βιβλίο της Niemands Rose, Tα φώτα στο βάθος, ευτυχώς δεν ανήκει σε καμία νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Γεγονός ευχάριστο που διαπιστώνω τελευταία και σε άλλους νέους συγγραφείς. Η αφήγηση στο Tα φώτα στο βάθος δεν προσπαθεί να γράψει επιτηδευμένα, δεν προσπαθεί να πρωτοτυπήσει μορφικά, δεν προσπαθεί να κάνει κάτι περίτεχνο ώστε να αποδείξει τη ιδιοπρόσωπη φωνή της. Ή, αν το κάνει (επειδή κάποιες φορές το κάνει) αυτό γίνεται σχεδόν αθόρυβα. Όπως ένα παιδί που παίζει αμέριμνο στην αυλή.
Τα μικρά κείμενα του βιβλίου είναι πυκνά, σφιχτά, δεμένα. Άρτια από κάθε τεχνική άποψη. Δεν βρίσκω μια λέξη, μια παράγραφο, μια φράση που να είναι αδιάφορη, που να μην εισφέρει στο συνολικό σχέδιο κάθε αφηγήματος. Τα κείμενα αυτού του βιβλίου είναι αυτάρκη στη διάφανη λιτότητά τους, γεγονός που τα καθιστά αυτομάτως δυνατά ως φωνή, ως τέχνη του λόγου.
Κι επειδή ο λόγος της Niemands Rose έχει πράγματα να αφηγηθεί αυτή η δύναμη βγαίνει πολλαπλάσια μέσα από τις πρωτότυπες ιστορίες της. Πολλοί συγγραφείς περιγράφουν και νομίζουν ότι γράφουν. Αναπαράγουν κομμάτια της καθημερινότητας, το έχω πει πολλές φορές, ως ένα είδος ρεπορτάζ του Πραγματικού και πιστεύουν ότι έτσι εισφέρουν κάτι στην τέχνη του λόγου. Τουλάχιστον δυο γενιές αναγνωστών μετά τη μεταπολίτευση ανατράφηκαν μέσα από τέτοια (περι)γραφικά κείμενα που, ακόμα, περνιούνται ως λογοτεχνία.
Η Niemands Rose γράφει για το καθημερινό όχι για να το αναπαράγει μηρυκαστικά αλλά επειδή έχει χωνεμένη άποψη γι' αυτό, έχει επεξεργασμένη άποψη για τον κόσμο, έχει πολύ απλά, πολιτική συνείδηση με την ολοκληρωμένη (όχι με τη λαϊκιστική, με την πολιτικάντικη) έννοια του όρου. Κι αυτή η άποψη αναδεικνύεται αφενός με θαρραλέα δύναμη κι αφετέρου με λογοτεχνική κομψότητα στα κείμενά της.
Η Niemands Rose γράφει για το καθημερινό όπως ελάχιστοι σύγχρονοι συγγραφείς (ακόμα και με μεγαλύτερη εμπειρία στα γράμματα από την ίδια). Και όχι μόνον επειδή έχει πολιτική συνείδηση, αλλά επειδή έχει και τέχνη. Την τέχνη να αναδεικνύει στο καθημερινό τη μικροψυχολογία των ανθρώπων, το κρυφοσκιασμένο αίσθημα της στιγμής, την αχλύ ως ατμόσφαιρα της συγκυρίας.
Κι έχει ακόμα η Niemands Rose αυτό που διαπερνά από τη μια άκρη ως την άλλη όλα της τα κείμενα: πάθος και πόθο και αγωνία. Γι' αυτό και δεν γράφει μελοδραματικά, γι'αυτό και δεν γράφει δακρύβρεκτα (αυτό ίσως εξηγεί τον λόγο που κάποιες ιστορίες της φέρνουν δάκρυα στα μάτια…)· κρατά την απαραίτητη απόσταση, κρατά έναν μοναδικό σεβασμό απέναντι στα υποκείμενα του πόνου, του γήρατος, της παρακμής, της φτώχειας, της ήττας, της παραίτησης, της απόγνωσης. Κρατά τη στάση ενός γνήσιου ανθρωπιστή, ενός σύγχρονου ανθρωπιστή συγγραφέα που παίρνει πολύ σοβαρά τον πόνο και τη δυστυχία και που δεν περιγράφει αυτά τα πράγματα για να γοητεύσει επιφανειακά τον τεμπέλη αναγνώστη. Κι όλα αυτά συμβαίνουν, σ' αυτές τις φέτες ζωής που είναι τα κείμενά της, θα το ξαναπώ (της ταιριάζει, νομίζω): όπως ένα παιδί που παίζει στην αυλή.
Ολοκληρώνοντας τα κείμενα της Niemands Rose στο, Τα φώτα στο βάθος, ο αναγνώστης αισθάνεται μια δυνατή καρδιά που πάλλεται σαν τρελή στον ρυθμό του σύγχρονου κόσμου. (Ακούγεται ίσως υπερβολικό αυτό που έγραψα με την καρδιά αλλά δεν βρίσκω άλλο τρόπο να περιγράψω το δυνατό αίσθημα που μένει στο τέλος.) Επειδή ναι, υπάρχει ένας δυνατός παλμός σε αυτή τη φαινομενικά ήρεμη αφήγηση, ένα κύμα που σε παίρνει, αρκεί να θέλεις να αφεθείς, να δεις: τον εαυτό σου στον καθρέφτη, με τα φωτάκια της Λιβύης να λαμπυρίζουν στο βάθος.
Κάτι τελευταίο, για τις γυναίκες, τη γυναίκα γενικώς: ε, ναι, η αγαπημένη μου συγγραφέας Άλι Σμιθ, που τόσο έχει μελετήσει μυθοπλαστικά τον ρόλο των γυναικών, θα ζήλευε τις αναπαραστάσεις της γυναίκας που πλάθει η Niemands Rose. Ζήλεψα κι εγώ. Και μόνο για τον δραματικό, ώριμο τρόπο που διαχειρίζεται μυθοπλαστικά τη γυναίκα η Niemands Rose αξίζει να διαβάσετε αυτόν τον φροντισμένο τόμο (εκδ. Απόπειρα). Αλλά, βεβαίως, αξίζει και για όλους τους άλλους λόγους που εδώ προσπάθησα συνοπτικά να εξηγήσω.
Aris' Grandman Notes

7/6/13

ο σκίουρος στα κυπαρισσάκια

Όταν καταλάβαιναν κι οι δυο πως έσβηνε, τον ρώτησε "Πέρασες καλά μαζί μου, Πλάτωνα;" Κι αυτός της απάντησε "Και το ρωτάς, βρε Διδώ μου;"  Κι αυτός της απάντησε "Και το ρωτάς, βρε Διδώ μου;" Κι αυτός της απάντησε "Και το ρωτάς, βρε Διδώ μου;" 

Κουδούνιζε χρόνια στο μυαλό μου αυτή η φράση. Ήθελα να ήμουν μια τέτοια σύντροφος. Φυσικά απέτυχα. Υπήρξα τόσο ανυπόφορη που οι άνδρες μου έκαναν το σταυρό τους όταν χωρίζαμε επιτέλους, ακόμη κι αν ήταν άθεοι.

Διάβαζα τη συνέντευξη της Διδώς Σωτηρίου στο σπίτι του παππού. Αυτός έριχνε πασιέντζες στο τραπέζι. Κι εγώ ανησυχούσα πως θα μου ερχόταν περίοδος εκείνο το καλοκαίρι, αλλά ντρεπόμουν να το πω στη μάνα μου. Και τη ρωτούσα το ένα και το άλλο για να μαντέψω αν είμαι στα πρόθυρα μιας εφιαλτικής ζωής, να ματώνω κάθε μήνα και να μην είμαι αγριοκάτσικο. Αυτή κατάλαβε και μου πήρε το Σεπτέμβρη μαζί με τα αθλητικά κι ένα σουτιέν μηδέν νούμερο. Και σιγά-σιγά σχηματιζόμουν σε γυναίκα. Αυτός πάλι, είχε σχηματιστεί παππούς, με άσπρα μαλλιά, αλλά δεν ησύχαζε κάτι μέσα του. Εξετάσεις μικρού παιδιού έλεγαν οι γιατροί. Η τίγρης όμως ανήμερη.

Τον χειμώνα που σκοτώθηκε στα 83 του σε τροχαίο, ήμουν πια μια γυναίκα στην άλλη άκρη της Ευρώπης και συζούσα με ένα αγόρι που γνώρισα δυο χειμώνες πριν σε ένα πάρτυ μασκέ, καθώς έλεγα στις άλλες μα δε μοιάζει με τον Τζόνυ Ντεπ στο Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας;

Έβγαινα μαζί του περιπάτους στην όμορφη εβραϊκή γειτονιά όπου ζούσαμε. Βρισκόμαστε έξω από ένα εβραϊκό νεκροταφείο με χαμηλά τείχη. Τόσο ώστε να απλώνεται όλη η θέα μπροστά μας. Θέα στο μηδέν οριζοντίως. 

Κι ένας παχουλός σκίουρος σκαρφαλωμένος σ' ένα δέντρο, απ' αυτά που έχουν στα κοιμητήρια, κρατάει με τα μπροστινά του πόδια μια μεγάλη στρογγυλή τυρόπιτα που παράτησε μάλλον κάποιος που δεν κατέβαινε μπουκιά κάτω, αλλά του λέγανε οι άλλοι να φάει κάτι να μην καταρρεύσει. Την κρατάει  και την καταβροχθίζει κοιτώντας μας κατάματα ατάραχος. Κι έπεφταν τα ψίχουλα στον τάφο.

Τρώει λαίμαργα μεγάλες μπουκιές. Τώρα που μπορεί. Ίδιος με τα αδηφάγα μάτια όσων καταπίνουμε τον κόσμο αμάσητο ανάμεσα σε ζωές που έρχονται και φεύγουν.Και ψιχαλίζει σφολιάτα στο θάνατο.


6/6/13

Μία συνέντευξη στη Μαριάννα Ρουμελιώτη για το enfo.gr

Κάποιοι άνθρωποι ανάμεσα μας, γεμίζουν σελίδες με λέξεις, καταθέτουν τις εμπειρίες τους (φανταστικές ή μη) σε πόστς και με τον καιρό τα άβαταρ τους μας κρατάνε παρέα. Μικρές ιστορίες από τα οικογενειακά τραπέζια, τις γιορτές, τα καλοκαίρια και τους χειμώνες ή το νοσοκομείο. Και έτσι φτάνει το διαδίκτυο να γίνεται η βιβλιοθήκη με τους αγαπημένους σου συγγραφείς που ανανεώνεται συνέχεια.

Όταν λοιπόν μπορείς να κρατάς στα χέρια σου επιτέλους ένα βιβλίο από αυτούς τους γραφιάδες του ίντερνετ που σου κρατάνε παρέα είναι συγκινητικό. «Τα φώτα στο βάθος» είναι το πρώτο βιβλίο της Niemands Rose που σχεδόν έρχεται να δικαιώσει όλους εμάς που φωνάζουμε ότι οι μεγάλοι λογοτέχνες της εποχής βρίσκονται στο διαδίκτυο. Το να βλέπω το ιντερνετικό της ψευδώνυμο στο εξώφυλλο εμπεριέχει προσωπική χαρά γιατί ξέρω πως η Niemands Rose είναι κάποια από μας και ήρθε η στιγμή που θα μας διηγηθεί τις ιστορίες της μέσα από το χαρτί. Τη συνάντησα ηλεκτρονικά όπως εξάλλου επιβάλει η εποχή και τα είπαμε.

Πως διάλεξες τις ιστορίες για το «Τα φώτα στο βάθος»;

Οι εκδότες μου στην «Απόπειρα» με άφησαν ελεύθερη να διαμορφώσω τη συλλογή που αποτελεί το βιβλίο, θέτοντάς μου μόνο έναν εύλογο περιορισμό ως προς την έκταση. Διάλεξα λοιπόν τα πιο αγαπημένα μου κείμενα, εξαιρώντας οπωσδήποτε τα επικαιρικά και περιλαμβάντας εκείνα που προσιδιάζουν σε διηγήματα και τα παρέταξα με έναν τρόπο ώστε να υπάρχουν υπόρρητα θεματικές ενότητες.

Είσαι στο μετρό, ο άντρας απέναντι σου βγάζει από την τσάντα του ένα βιβλίο. Διαβάζει «Τα φώτα στο βάθος». Τι σκέφτεσαι;

Δεν μου έχει τύχει ακόμα ν’ αντικρύσω αυτό το θέαμα, αλλά όταν είδα μια τέτοια φωτογραφία στη σελίδα του ΤΙΔΑΜΕΛΕ («Τι διαβάζουν οι άνθρωποι στο μετρό και στο λεωφορείο; Ε;» ), στο Facebook, δε σκέφτηκα κάτι, συγκινήθηκα. Είναι πολύ διαφορετικό συναίσθημα από το να σε διαβάζουν στο μπλογκ.

Από το πρώτο σου post στο blog μέχρι το βιβλίο πόση απόσταση είναι;

Ξεκίνησα να μπλογκάρω την εποχή που τέλειωνα το διδακτορικό μου και περνούσα μια φάση αναγκαστικής κλεισούρας στο σπίτι και στο πανεπιστήμιο. Συμπτωματικά, κάποιους μήνες πριν, είχα πάρει τη γενναία απόφαση πως σταματάω να γράφω ποιήματα και στίχους. Και μου φαινόταν γενναία η απόφαση γιατί έγραφα από εννιά χρόνων παιδάκι. Κι έτσι, δοκίμασα να γράφω μικρές αυτοτελείς ιστορίες, ανάμεσα στα άλλα. Χρησιμοποιούσα το μπλόγκιν σαν γύμνασμα στην πεζογραφία. Καθώς ζούσα στο εξωτερικό τότε, δεν επεδίωκα ο,τιδήποτε άλλο, δικτύωση, γνωριμίες κ.λ.π. Μάλιστα αυτή η συνθήκη μου έδωσε το περιθώριο μιας παιδιάστικης αφέλειας περί ψευδωνυμίας και ελευθερίας έκφρασης, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Πολύ σύντομα ο Άρης Μαραγκόπουλος, μου έγραψε ένα μέιλ όπου μου μίλησε για τις λογοτεχνικές αρετές που είχε διακρίνει στη γραφή μου. Αυτό ομολογώ πως με ενθάρρυνε σημαντικά γιατί δεν είναι λίγο πράγμα να εξαίρει τα πονήματά σου ένας τόσο σημαντικός συγγραφέας, τη στιγμή μάλιστα που καθόλου δε γνωρίζεστε. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλα αξιωμένα βλέμματα και άνθρωποι από τον εκδοτικό χώρο ή συγγραφείς που με παρακίνησαν να δοικιμαστώ στο χάρτι.

Θα μου πεις, τα σχόλια των άλλων μπλογκάδων δεν είχαν αξία; Και ναι και όχι. Ας πούμε πως δεν έχει καμία αξία το σχόλιο που γίνεται στα πλαίσια μιας υποκριτικής ευγένειας, που μετέτρεπε τον χώρο του σχολιασμού σε πεδίο φιλοφρονήσεων. Ούτε έδωσα ποτέ ιδιαίτερη σημασία σε ad hominem κακοήθειες όσων διέκριναν στα γραπτά μου κάποια πολιτική αντίπαλο. Όλα τα άλλα μέτρησαν και με το παραπάνω.

Το διαδίκτυο σου προσφέρει χιλιάδες αναγνώστες, τι έρχεται να κάνει το βιβλίο;

Διαβάζοντας εκπληκτικές αφηγήσεις στην οθόνη του υπολογιστή, πάντα ένιωθα πως στερούμαι κάτι από την απόλαυση, σε μια ανάγνωση ασθματική, αποσπασματική, πρόχειρη, αγοραία, στριμωγμένη σε πίξελ και σε ανοιχτά tabs, που ψάχνει να πάρει ανάσα σε ένα βομβαρδισμό πληροφορίας. Διάβαζα αλλά ποτέ ανάσκελα στα παγκάκια και στο γρασίδι των πάρκων, ποτέ με την πλάτη στο βότσαλο, ποτέ χουχουλιασμένη σε κάποιον καναπέ με το βιβλίο αγκαλιά. Και ενώ αποδεδειγμένα δεν έχω τεχνοφοβικές αναστολές, μπορώ να πω ότι το βιβλίο –είτε πρόκειται για ebook, είτε για χαρτί- προσφέρει άλλου τύπου ανάγνωση. Ακόμη, η έκδοση ενός βιβλίου λειτουργεί και ως αυτοδέσμευση, αν κάποιος αποφασίσει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Κι εγώ κάτι έχω στα σκαριά.

Αν σου έλεγαν ότι για ένα χρόνο απαγορεύεται να γράψεις, αυτό που θα έκανες θα ήταν….

«Όσες κι αν στήσουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει». Αυτό που περιγράφεις ως ενδεχόμενο είναι ταυτόχρονα ζοφερό αλλά διορατικό. Μου θύμισες σκηνές από τους πολιτικούς κρατούμενους στα βιβλία π.χ. του Χρόνη Μίσσιου και της Διδώς Σωτηρίου, ή στο ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου «Τα κορίτσια της βροχής» όπου έβλεπες πως επινοούσαν απίθανους τρόπους για να επικοινωνούν μεταξύ τους, για να εκφράζονται. Όπως και στη «Σκακιστική νουβέλλα» του Τσβάιχ, όπου ο ήρωας φτιάχνει πιόνια από ψίχα ψωμιού για να παίξει σκάκι με τον εαυτό του, θα έβρισκα, κάποιον τρόπο.

Πώς και πού γράφεις συνήθως;

Γράφω από παιδάκι, όπως σου έλεγα, αριθμώ και δεκατέσσερις μετακομίσεις στη ζωή μου, άρα για μένα δεν υφίσταται –δυστυχώς ή ευτυχώς- κανένα «συνήθως». Αλλά ανεξαρτήτως πού, το «πώς», που πολύ σωστά ρωτάς, είναι ενιαίο και αδιαίρετο στον χώρο και τον χρόνο: γράφω για τη δική μου ηδονή. Δεν κάνεις έρωτα για τους άλλους, για τον εαυτό σου το κάνεις. And it takes two to tango και στο γράψιμο, το ζευγάρι είναι ο εαυτός μας σε μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο.

Γιατί μένεις στην Ελλάδα;

Η απόφασή μας να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, από το Λονδίνο όπου ζούσαμε, πάρθηκε μάλλον εν θερμώ –που δε νομίζω, με την ευκαιρία , πως είναι λάθος τρόπος να παίρνεις αποφάσεις. Κι η αφορμή ήταν πως στα τόσα χρόνια στο Λονδίνο, που είναι γνωστό πως έχει μεγάλα ποσοστά εγκληματικότητας, πρώτη φορά νιώσαμε να απειλείται η ζωή μας και του παιδιού μας από έναν σκίνχεντ νεοναζί που έτυχε να κατοικεί στο ισόγειο. Επιστρέψαμε λοιπόν το 2009, λίγο πριν σκάσει η κρίση στα κεφάλια μας, και σίγουρα όταν ακόμα η Χρυσή Αυγή φαινόταν στους πολλούς μια περιθωριακή και γραφική οργάνωση. Τώρα, όσο περνάει ο καιρός βιώνω μια αντίφαση: ενώ νιώθω να ασφυκτιώ σ’ αυτόν τον τόπο, συγχρόνως δε θέλω να το βάλω στα πόδια πια, δε θέλω να τους κάνουμε τη χάρη.

Κρήτη Λονδίνο ή Αθήνα;

Για την Κρήτη θα ήθελα να σου παραθέσω κάτι που είχα γράψει στο μπλογκ σε μία από τις πολύ σπάνιες φορές που μιλάω γι’ αυτήν: «Έτσι είναι φαίνεται κάποιοι μεγάλοι έρωτες. Να μη μπορείς να τους αντέξεις. Να μη μπορείς να σταθείς πλάι τους. Γιατί, όσο με συγκλονίζει η γεωγραφία της και ο πολιτισμός της, το κορμί και η ψυχή της δηλαδή, τόσο μόλις άνοιξα τα φτερά μου φεύγω και ξαναφεύγω μακριά της. Κι όταν μου δίνεται η ευκαιρία να γυρίσω, πάλι φεύγω.» Και νομίζω αυτό απαντάει και τα άλλα δύο. Το Λονδίνο κατάλαβα πως μου λείπει αφόρητα όταν είδα μια ταινία πρόσφατα όπου σε μία από τις ελάχιστες σκηνές από αυτή την πόλη, στη Ράσελ Σκουέαρ, και δάκρυσα. Η Αθήνα είναι ο μόνος τόπος που έχω ζήσει και δεν χάνω τον προσανατολισμό μου...

Θα έφευγες από δω αν….

Επικρατήσουν οι ναζί. Είναι ο εφιάλτης μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Θα ήθελες «Τα φώτα στο βάθος» να….

γίνει δώρο σε πρόσωπα αγαπημένα, να ταξιδέψει σε πλοία που φεύγουν για τα νησιά, να γδαρθεί σε βράχια, να τρυπώσουν ανάμεσα στις σελίδες του κόκκοι άμμου, να νοτιστεί από την αρμύρα, να γίνει σκίαστρο στο πρόσωπο του κορμιού που απολαμβάνει τον ήλιο και να το κλείσει ένα μεγάλο βότσαλο για να μην πάρει ο αέρας τις λέξεις του...Να γίνει αφορμή να δούμε παρέα τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα.

Είδες ποτέ τα φώτα της Λιβύης;

Με τα μάτια της ενσυναίσθησης τα είδα, όταν μεγάλωσα, και με τα μάτια της φαντασίας, παιδί. Τα είδα;

Εγώ πιστεύω ότι τα είδε. Νομίζω τα είδα και εγώ παρέα της.

enfo.gr

1/6/13

Ανοιχτά παράθυρα

«Παρ' όλο που το βιβλίο είναι παράθυρο ανοιχτό προς τον κόσμο της γνώσης και της καλλιέργειας, δεν βρίσκει την ανάλογη ανταπόκριση από το κοινό. Ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι αιτίες αυτού του φαινομένου; Ποιους τρόπους θα προτείνατε ώστε να αυξηθεί το ενδιαφέρον για το βιβλίο;» Θα πρέπει στα δεκαοχτώ μου χρόνια να είχα εξηγήσει επαρκώς τα αίτια και να είχα προσφέρει εφικτές προτάσεις για να εξασφαλίσω 18,5 στην Εκθεση στις Πανελλαδικές. 

 

  Συμπτωματικά, έχοντας πια τα διπλά χρόνια από τότε, πάλι αρχές του καλοκαιριού, υποδέχτηκα την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου. Αν και από την εφηβεία, φαίνεται, ήμουν υποψιασμένη για την αγοραστική κίνηση του βιβλίου στην Ελλάδα. Αν και δεν αγνοώ τα απογοητευτικά στατιστικά στοιχεία του ΕΚΕΒΙ: από το 2006 μέχρι το 2011 παρουσιάζεται σταθερά πτωτική εκδοτική πορεία. Αν και έρευνες εδώ και πάνω από δέκα χρόνια -πόσω μάλλον σε συνθήκες κρίσης- έδειχναν πως 1 στους 2 Ελληνες δεν διαβάζει, ενώ οι δείκτες του ενδιαφέροντός μας για το βιβλίο παραμένουν οι χαμηλότεροι της Ευρώπης («Ημερησία», 16/12/2000).
Ομως τώρα, περισσότερο από ποτέ, αξίζει να στηρίξουμε το βιβλίο με κάθε τρόπο. Η άνοδος του ναζισμού δεν αφήνει κανένα περιθώριο να εγκαταλείψουμε την ανάγνωση. Η ακροδεξιά είχε δείξει τα δόντια της από παλιότερα: ας θυμηθούμε τις αντιδράσεις με αφορμή το «Πούστευε και μη ερεύνα» του Τζίμη Πανούση και του «Κώδικα Ντα Βίντσι» του Νταν Μπράουν, την πυρπόληση βιβλίων στην έκθεση Θεσσαλονίκης το 2002 από ομάδα ακροδεξιών, γεγονός το οποίο καταγγέλθηκε και από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι. Βέβαια, όπως είχε πει ο Φρόιντ με πικρία και σαρκασμό, πρέπει να τους είμαστε και ευγνώμονες που δεν καίνε εμάς τους ίδιους: «Τι πρόοδο σημειώνουμε! Στο Μεσαίωνα θα με είχαν κάψει. Τώρα είναι ευχαριστημένοι απλώς να καίνε τα βιβλία μου». Η συντήρηση έχει μακρά παράδοση καταστολής ενάντια στο βιβλίο, που έφτανε μέχρι τους αφορισμούς (π.χ. Ροΐδης, Λασκαράτος, Καζαντζάκης κ.ά.) και τις απαγορεύσεις βιβλίων (π.χ. τα «Καλλιαρντά» του Ηλία Πετρόπουλου), που μόνο με την ανάγνωση και την παραγωγή έργου μπορείς να την εμποδίσεις.
Οι μνημονιακές κυβερνήσεις επιτίθενται απροκάλυπτα και βάσει σχεδίου στον κόσμο του βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη λίστα των 151 οργανισμών που επιχείρησε να εξοντώσει η προηγούμενη κυβέρνηση, καταργώντας τους ή αποδεκατίζοντάς τους με το καθεστώς της εργασιακής εφεδρείας, στις μεγάλες κατηγορίες που απαξιώθηκαν ήταν ο πολιτισμός (οι άλλες δύο ήταν η έρευνα και η ψυχική υγεία). Ούτε είναι τώρα τυχαίο το γεγονός πως η σημερινή κυβέρνηση επιχειρεί να βάλει λουκέτο στις δημοτικές βιβλιοθήκες. Αντιστρατεύεται την κουλτούρα της ανάγνωσης.
Στα χρόνια που έζησα στο Λονδίνο, από τις πιο έντονες αναμνήσεις παραμένει η εικόνα επιβατών στα μέσα μεταφοράς με ένα βιβλίο στο χέρι, άνθρωποι που διάβαζαν ακόμη και όρθιοι στις ουρές των υπηρεσιών, στο γκισέ του οποίου πάντα φανταζόμουν κάποιον Μπουκόφσκι, που θα έγραφε το δικό του «Ταχυδρομείο» ή κάποιον Πεσόα που θα απεκδυόταν τη στολή του λογιστή για να μείνει με τον πιο αληθινό του εαυτό γράφοντας.
Ομως σε κάθε γειτονιά υπήρχε κι από τουλάχιστον μία μεγάλη δανειστική βιβλιοθήκη, με καλές υποδομές, εφοδιασμένη με πλούσιο υλικό, που δεν περιλάμβανε μόνο βιβλία, αλλά και ταινίες, δισκάκια, Η/Υ κ.λπ. Παράλληλα έτρεχαν πάντα εκδηλώσεις, συγκροτούνταν ομάδες διαφόρων ειδών, παραδίδονταν σεμινάρια, οργανώνονταν παιδικές δραστηριότητες, μετατρέποντας τη δημοτική βιβλιοθήκη σε ενεργό σημείο αναφοράς στην περιοχή, εμπλέκοντας την κοινότητα σε μια βιβλιοφιλική κουλτούρα. Ποιος ξέρει; Ισως να έπαιξε κι αυτό το ρόλο του όταν η Μεγάλη Βρετανία βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με το ζόμπι του ναζισμού, τη δεκαετία του '80, και το νίκησε.
Στο πάνθεον των αναμνήσεων από τα καλοκαίρια μου, ανήκουν και τα βιβλία που γδάρθηκαν στα βράχια, που πιτσιλίστηκαν από το θαλασσινό νερό, που τρύπωσαν ανάμεσα στις σελίδες τους κόκκοι άμμου. Το μοναδικό ζευγάρι που συναντήσαμε σε μια δυσπρόσιτη και ερημική παραλία της Ανδρου, τον Χαλκολιμνιώνα, ίσως εντυπώθηκε τόσο στη μνήμη μου, πιο πολύ κι από τη συγκλονιστική ομορφιά του τοπίου, γιατί διάβαζε με τόση προσήλωση. Και στην Αγιάσο, τον ορεινό τόπο στη Λέσβο, από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις ήταν όταν συναντήσαμε το «Αναγνωστήριο» σε ένα εξαιρετικό παραδοσιακό οίκημα.
Γι' αυτό με θλίβει που ακούω για μικρή προσέλευση του κόσμου στην Εκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη πριν από λίγο καιρό, και αυτές τις μέρες στο Πεδίον του Αρεως. Κι ας πηγαίνει σχετικά καλά σε πωλήσεις το δικό μου. Πού να χαρείς στη Γιορτή Βιβλίου, όταν ξέρεις πως αυξάνονται οι υποστηρικτές όσων μαζί με ανθρώπους έκαιγαν βιβλία. Γι' αυτό παίρνει πια τη μορφή χρέους το να αγκαλιάσουμε ξανά το βιβλίο, να κρατήσουμε ανοιχτά τα παράθυρα, ενάντια στο ζόφο.

Γυάλιζε το μάτι της

Ήταν ψυχαναγκαστική με την καθαριότητα. Ξάπλωνε ανάσκελα, έπαιρνε το απορρυπαντικό και το έριχνε στο μάτι της σαν κολλύριο. Έπειτα το έτριβε καλά.  Γυάλιζε το μάτι της.

31/5/13

Καλό Σαββατοκύριακο



Κάποιο Σάββατο βράδυ βγήκα από τη μήτρα να δω τον κόσμο. Με σκούπισαν, ίσιωσα το μαλλί –το κρανίο δε μπόρεσαν να το ισιώσουν άμεσα, ήταν πρωτότοκος η γυναίκα, φυσιολογικός ο τοκετός της κι έπαθα ένα μικρό στραπάτσο. Ηπια ένα σφηνάκι γάλα από το βυζί και μέθυσα, δεν έβλεπα μπροστά μου. Πολλά το φώτα. Γι’ αυτό καμιά φορά διψάω για το έρεβος και πέφτω στη σύνθλιψη, που είναι η κατάθλιψη των φτωχών. Το κρεβάτι είναι η μήτρα και τα σκεπάσματα το σάρκινο περίβλημά της. Παίρνω θέση εμβρύου και καταριέμαι τους μαιευτήρες και τη μαμή της Ιστορίας. Γι΄αυτό ακόμα και σήμερα δε θέλω να βγαίνω τα Σάββατα, από φόβο μήπως αναγκαστώ να γεννηθώ ξανά, κι από φόβο για το σαββατογεννημένο εαυτό μου.

Περπατούσαμε ανάμεσα στις δίπατες μονοκατοικίες με το κεραμίδι, το κόκκινο τούβλο, τους φροντισμένους κήπους, όλες ίδιες στη σειρά, λίγο να διέφεραν τα λουλούδια στις γλάστρες, η κουρτίνα και ο φωτισμός από το living room, τι living, τόση ησυχία, σα να περπατούσαμε ανάμεσα σε μνήματα, του είπα κάποιο βράδυ. Περπατούσαμε και ήταν Μεγάλο Σάββατο, στην καρδιά της εβραϊκής γειτονιάς, έψελνε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ένας νεαρός παπάς. Πώς νόμιζα πως ένας νέος δε θα γινόταν σήμερα πια λουστράκος, σαλεπιτζής, παπάς, γανωτής ή ντελάλης. Περπατούσαμε και ήταν άνοιξη και μάλλον θα ήμουν πάλι ερωτευμένη με κάποιο είδωλο, ποιος ξέρει, μόνο που τα δικά μου δεν ανασταίνονται, οι έρωτές μου πεθαίνουν πιο πολύ κι από τα έμβια, κι ένιωθα τον Απρίλη στο πετσί μου, ώσπου βγήκε μια γυναίκα, στα μαύρα, και διέκοψε τον περίπατο: ήθελε να της ανάψουμε το κερί γιατί ήταν το εβραϊκό Σάββατο, της αργίας, δεν επιτρέπονται οι εργασίες, δεν επιτρέπεται ν’ ανάψεις ένα κερί. Και στα μανουάλια άναβαν κεριά οι βαφτισμένοι όπως εμάς. Λίγο καιρό μετά βαφτίστηκα με το στίχο του γερμανοεβραίου ποιητή και ξέχασα πώς με λένε.

Τις Κυριακές ένιωθες πως γίνεται κάποιου είδους διαδήλωση στην Όξφορντ Στρητ. Τέσσερις ανθρώπινες λωρίδες φορτωμένες με σακούλες διέσχιζαν παράλληλα κι αντίστροφα τα πεζοδρόμια εκατέρωθεν του δρόμου. Κάποιοι διέφευγαν από τις κινούμενες ουρές, για να τρυπώσουν στα καταστήματα, να διασπαρούν σαν ιοί ανάμεσα στα σειρές με τις κρεμάστρες και τους πάγκους με τα εμπορεύματα, να αλώσουν υφάσματα ραμμένα από παιδικά χεράκια, να πατήσουν το πέλμα τους στις κυλιόμενες, να μεταφερθούν στο δια ταύτα του πολιτισμού.

Αν ο Yann Arthus-Bertrand αποφάσιζε να πετάξει με το ελικόπτερό του πάνω από την Όξφορντ Στρητ ώστε να φωτογραφίσει το θέαμα για την περίφημη συλλογή του, Earth from above, τι θα απεικόνιζε το έργο του; Ποια στιγμή της ανθρώπινης τραγωδίας θα απαθανάτιζε; Το έγκλημα γίνεται πάντα στα παρασκήνια, μέσα σε ντουβάρια, αποκρυμμένα από το μάτι του ουρανού, το μάτι του Γιν και του Yann, του δημιουργού, γίνεται πάντα στα παρασκήνια, και μεταφέρεται το πτώμα σε τροχήλατα, και κραδαίνουν τις τσάντες με τα ψώνια, σα σφάγια μιας μάχης χωρίς τέλος.