28/10/14

Η κοινωνική συναλλαγή με τον φασίστα

Μια παράμετρος του αντιφασιστικού λόγου και πράξης που συχνά αποσιωπάται, αφορά στην αναγκαστική κοινωνική συναλλαγή με τον φασίστα. Αν και παρακολουθώ με ζέση τα αντιφασιστικά έντυπα και τις αντίφα δράσεις, ωστόσο δεν μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου περιπτώσεις που να καταγράφουν αυτόν τον προβληματισμό, πόσο μάλλον να απαντάται με κάποιο τρόπο. Η καραμπόλα με φασιστοειδή στο κοινωνικό πεδίο αποτελεί υλικό για το σινεμά και τη λογοτεχνία, αλλά στην καθημερινότητα είναι άλλο ζήτημα, πολύ πιο ακανθώδες, και ίσως γι’ αυτό χρειάζεται να ξεκινήσει μια κάποια κουβέντα γύρω από το θέμα.
Ξεκινώ σταχυολογώντας μερικές περιπτώσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης με φασίστες, επινοημένες ή αντλημένες από τον κοινωνικό μου περιβάλλον, αλλά σίγουρα διαφορετικής βαρύτητας και πολυπλοκότητας.
  • Ας υποθέσουμε πως μία αντιφασίστρια κοινωνική λειτουργός εργάζεται σε δομή του Υπουργείου Υγείας και είναι υποχρεωμένη να έρθει σε επαφή με έναν δηλωμένο χρυσαυγίτη, να του διαθέσει κάποια ατομικά ραντεβού όπου θα συνομιλήσει μαζί του. Θα χρειαστεί ακόμα, να πραγματοποιήσει επίσκεψη στο σπίτι του, να τον συντρέξει στην προσπάθειά του να πάρει κάποιο επίδομα πρόνοιας κ.λ.π. Είναι υποχρεωμένη να του παρέχει τις υπηρεσίες χωρίς να κάνει καμία διάκριση ως προς τα φρονήματά του. Τι κάνει; Τι μπορεί να κάνει; Τι πρέπει να κάνει;
  • Ας πούμε πως κάποιος αντιφασίστας ανακαλύπτει ότι ένα πρόσωπο του κοντινού του κοινωνικού περιβάλλοντος, κάποιος συγγενής, κάποιος συνάδελφος, κάποιος φίλος, έχει προσχωρήσει στην Χ.Α. Τι κάνει; Τι μπορεί να κάνει; Τι πρέπει να κάνει;
  • Ένα ζευγάρι βρίσκεται σε μία παιδική χαρά με τα δυο τους παιδιά. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας τύπος με βλοσυρό ύφος, ξυρισμένο κεφάλι και το χακί παντελόνι της παραλλαγής. Έχει την εμφάνιση του αρχετυπικού χρυσαυγίτη. Αρχίζει να κάνει ασκήσεις με ένα στρατιωτικό στιλ. Μονόζυγο στην μπάρα από τις κούνιες, πους απς κλπ. Διαλέγει έναν χώρο που παίζουν μικρά παιδάκια αμέριμνα για να μοστράρει τον αποτρόπαιο μιλιταρισμό της οργάνωσης που ανήκει. Πώς οφείλουν να αντιδράσουν;
  • Και τέλος, έστω ότι κάποιος αντιφασίστας βρίσκεται σε τακτική εμπορική συναλλαγή με κάποιον που ξαφνικά του φανερώνει τα φασιστικά του/της πιστεύω. Τι γίνεται πάλι τότε;
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΠΟΡΕΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΧΡΥΣΑΥΓΗΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΑΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΣ
Τα παραδείγματα παρατίθενται ως εφαλτήρια προβληματισμού για ένα μάλλον άβολο ζήτημα. Μία κοινή απάντηση σε όλα τα παραπάνω, θα μπορούσε να αποτελέσει η σύγκρουση και έπειτα η κοινωνική απομονώση, που κατά βάση, η δεύτερη, αποσκοπεί στην αυτοπροστασία αυτού που δεν αντέχει να έρχεται σε επαφή με τους φασίστες και όχι να τους συνετίσει. Όμως δεν είναι πάντα εφικτό να στείλεις στο διάολο, έστω και με εύσχημο τρόπο, τους φασίστες. Για παράδειγμα, κανένας γιατρός, επαγγελματίας υγείας, εκπαιδευτικός, δημόσιος υπάλληλος δε μπορεί να αρνηθεί την προσφορά υπηρεσίας λόγω φρονημάτων, όσο ειδεχθή και αν είναι αυτά, όπως στην περίπτωση των ναζί. Εγείρονται όμως ηθικά διλήμματα. Δεν είμαστε στεγνά και μόνο οι επαγγελματικές μας ιδιότητες, δεν υπακούμε τυφλά στη δεοντολογία επαγγέματος, τυχαίνει είμαστε και συνειδητοποιημένες οντότητες. Το να αλλάξω ράφτη, κομμωτή, οδοντίατρο, φούρναρη και κρεοπώλη, αν αποκαλυφθεί πως είναι φασίστας είναι το εύκολο. Το να ξεκόψει κανένας με κάποιον που οι συναισθηματικοί δεσμοί υπήρξαν χαλαροί έως ανύπαρκτοι, αν μάθει πως είναι χρυσαυγίτης, δεν είναι και τρομερά δύσκολο. Το αντίθετο είναι το πρόβλημα.
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΠΟΡΕΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΧΡΥΣΑΥΓΗΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΑΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΣ
Από την άλλη, καραδοκούν και οι αλά καρτ δημοκράτες που θα σπεύσουν να επικρίνουν την κοινωνική απομόνωση σαν φασιστική μέθοδο και ως τέτοια θα την απορρίψουν. Είναι οι ίδιοι που σε ένα τρίβιαλ περσούτ για ενήλικες θα αντιμετώπιζαν μεγάλη δυσκολία στο να απαντήσουν σε ερώτηση σχετική με την περίφημη Δίκη της Νυρεμβέργης, φανερώντας το έλλειμμά τους πρωταρχικά στη γνώση για το ναζισμό και συνεπακόλουθα στην αντιμετώπιση της επανόδου του σήμερα. Ο φασισμός και ο ναζισμός, είτε μας αρέσει, είτε όχι, δεν αντιμετωπίστηκαν ιστορικά με συζητήσεις με τους οπαδούς τους. Οι συγκεκριμένες ιδεολογίες αντιστρατεύονται συθέμελα την έννοια του διαλόγου. Τον φασίστα δεν τον ενδιαφέρει να συζητήσει, ούτε καν να πείσει, αλλά να πειθαναγκάσει, να στρατολογήσει, να εξαγοράσει όσους θα τείνουν προς το μέρος του. Και όσους του εναντιωθούν θα επιδιώξει να τους τρομοκρατήσει, να τους καταρρακώσει ηθικά, να τους ασκήσει βία, να τους επιβάλλει βασανιστήρια, να τους εκτελέσει, να σκορπίσει τη δυστυχία, τον όλεθρο, το θάνατο. Τι συζήτηση να κάνεις με την ενσάρκωση του θανάτου, όπως εύστοχα έχει χαρακτηρίσει η Σούζαν Σόνταγκ το ναζισμό στο δοκίμιο Η γοητεία του φασισμού (εκδόσεις Ύψιλον);
Ωστόσο, η κοινωνική απομόνωση δεν είναι πάντα εφικτή. Ζούμε σε έναν γαλαξία που δεν έχει καταφέρει να απαλλαγεί από το παρεπόμενο της καπιταλιστικής παραγωγής, και άρα θα είμαστε υποχρεωμένοι να ερχόμαστε σε επαφή με φασίστες και ναζί. Το εύρος των κοινωνικών συναναστροφών απαιτεί μια αδιάλειπτη μεταμφίεση στο βεστιάριο του κοινωνικού. Και στην εναλλαγή των ρόλων – τη συχνά εξουθενωτική, αλλά γόνιμη από άποψη ερεθισμάτων- θα απεκδύεται κανείς την πιο οικεία, την πιο αγαπημένη αμφίεση, για μια πιο παράταιρη αλλά μάλλον αναγκαστική στολή. Όμως, σε κάθε περίπτωση, όσο μεγαλύτερο είναι το φάσμα των κοινωνικών επαφών, και ταυτόχρονα των κοινωνικών ρόλων, τόσο πιο απίθανος είναι ο εγκλεισμός στο ενκλάβιο ενός ομοιογενούς και στατικού κοινωνικού δικτύου, που θα φροντίζει να αποκλείει τέτοια στοιχεία. Όμως για όσους από μας δεν ισχύει η συνθήκη του περίκλειστου και είμαστε εξαναγκασμένοι στη μεγάλη μασκαράτα της καθημερινότητας, τίθεται ένα ζήτημα τι συμβαίνει όταν ερχόμαστε σε επαφή με τον φασίστα του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου. Το απαντάει ο καθένας μόνος του, θέλοντας και μη, αλλά δεν αρκεί…

6/10/14

"Τα Φώτα στο Βάθος" - 4η έκδοση

4η έκδοση, με ανανεωμένο εξώφυλλο, αποσπάσματα από όλες τις βιβλιοκριτικές και δυο επιπλέον αφηγήσεις μικρού μήκους...



27/8/14

Στο εργαστήρι του συγγραφέα (περιοδικό Fractal)

Τα φώτα στο βάθος είναι μία συλλογή από τριάντα οκτώ αφηγήσεις μικρού μήκους. Τι σημαίνει «αφηγήσεις μικρού μήκους» και γιατί δεν επιλέξαμε, ο εκδοτικός οίκος και η συγγραφέας, έναν πιο συμβατικό όρο ως υπότιτλο στο εξώφυλλο του βιβλίου για να προσδιορίσουμε το είδος; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να κινηθούμε στα ενδότερα του εργαστηρίου. Παρακαλώ, ακολουθήστε με…

Κάποιο απόγευμα στα μέσα Αυγούστου του μακρινού 2007, στο επίσης μακρινό Λονδίνο, γεννήθηκε το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο». Η δημιουργία του μπλογκ συνέπεσε με τη διάπραξη ενός από τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα της ζωής μου, την κατάχρηση της συγκεκριμένης φράσης ως διαδικτυακής μου ταυτότητας. «Του κανενός το ρόδο» προέρχεται από ποίημα του Παούλ Τσελάν, και αποτελεί ταυτόχρονα τον τίτλο ποιητικής συλλογής στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα. Η γέννηση του μπλογκ, πέρα από τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, συμπίπτει και με έναν θάνατο, κάνοντας ακόμα πιο σπλάτερ το γεγονός.

Λίγους μήνες πριν, είχα αποφασίσει να πάψω να γράφω ποίηση, εξτρήμ σπορ στο οποίο επιδιδόμουν επί είκοσι συναπτά έτη, δηλαδή από εννιά χρονών. Όμως σε κάποια στιγμή έκλαμψης -στην αδιάλειπτη έτσι κι αλλιώς διαδικασία της αυτεπίγνωσης- συνειδητοποίησα πως δεν είμαι αυτή που θα αναγνώριζα ως «καλή ποιήτρια», παρά το γεγονός ότι είχα την τύχη να δημοσιευθεί, να μελοποιηθεί και να απαγγελθεί η ποίησή μου στις απειροελάχιστες απόπειρες που έκανα να τη δημοσιοποιήσω.

Και έτσι, εθισμένη στο γράψιμο από παιδί, στράφηκα, όπως είναι μάλλον φυσικό, σε ένα άλλο είδος γραφής, στον πεζό λόγο και πιο συγκεκριμένα στο μπλόγκιν, που το αντιλαμβανόμουν ως ένα συνδυασμό προσωπικού ημερολογίου, χρονογραφήματος, αρθρογραφία και διηγηματογραφίας και οπωσδήποτε σάτιρας. Βέβαια, επιδέχεται και πολλούς άλλους συνδυασμούς, αλλά μάλλον δε με αφορούσαν σε εκείνη τη φάση. Στα χρόνια που ακολούθησαν πόσταρα στο μπλογκ πολλά κείμενα, που ακόμα έχω μία δυσκολία, όπως είναι φανερό, να προσδιορίσω το είδος στο οποίο ανήκουν, γι’ αυτό διάλεξα να τα πω «αφηγήσεις μικρού μήκους». Οι αφηγήσεις λοιπόν αυτές γράφτηκαν μέσα σε πέντε χρόνια (2007- 2012), στο Λονδίνο και σε άλλα μέρη της Ευρώπης που ταξίδευα τότε, στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας όπου έχω περιοριστεί τα τελευταία χρόνια. Μαθημένη από τα χρόνια που έγραφα στίχους, συνήθιζα να καταγράφω τις ιδέες για τις αφηγήσεις μου όπου τύχει, από ένα σημειωματάριο τσέπης, μέχρι ένα φύλλο στο Word και βέβαια στα πακέτα από τα τσιγάρα και αλλού. 

Εκείνο όμως που έχω να ανακαλώ στη μνήμη μου ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα συμπόρευσης με το γράψιμο είναι το εξής. Είμαι για διακοπές στην Άνδρο το 2010 με το σύντροφό μου και την κόρη μας που ήταν τότε περίπου δύο ετών. Έχουμε αποφασίσει να μην κουβαλήσουμε μαζί λάπτοπ, αλλά δυστυχώς κατά το δεκαήμερο των διακοπών συλλαμβάνω την ιδέα για το διήγημα «Επικήδειος αντίλογος». Ανήμπορη να αντισταθώ στον πειρασμό να το γράψω όταν επιστρέψω στο σπίτι, πληκτρολογώ στο κινητό μου ένα κείμενο χιλίων εξακοσίων λέξεων! Πολύ φοβάμαι πως το εργαστήρι του συγγραφέα είναι ό,τι το όστρακο για τη χελώνα. Το κουβαλάς παντού. Αν και είναι ένα καβούκι, που όταν κρύβεσαι μέσα του, σε κάνει ακόμα πιο διάφανο…”



7/8/14

Οι αόρατοι άνθρωποι των διακοπών

Οι αόρατοι άνθρωποι των διακοπών λιάζονται ξαπλωμένοι στην παρακείμενη ψάθα, ευωδιάζουν κάποιο εξωτικό άρωμα αντηλιακού, ή, ίσως, οσμή γνήσιας ανθρωπίλαα με κάποια μυρωδιά θαλασσινής αύρας.
Κάθονται στην απέναντι καρέκλα και περιδρομιάζουν με όρεξη τα εδέσματα μιας καλοκαιρινής ταβέρνας, καθώς τους έχει θερίσει η πείνα από το κολύμπι ή απλώς η άρση των περιορισμών,
κάνουν παπάρες στη χωριάτικη και ρίχνουν ένα υπόκωφο ρέψιμο μετά τη βαρελίσια μπύρα, ή τρώνε με σύνεση χόρτα βραστά και ψαρικά πίνοντας εμφιαλωμένο νερό, ενώ ρεμβάζουν τον ορίζοντα.
Οι αόρατοι άνθρωποι των διακοπών φοράνε τα καπέλα τους ή δεν τα φοράνε, διαβάζουν κάποιο βιβλίο στην ακρογιαλιά ή δεν διαβάζουν. Οπωσδήποτε όμως κρατούν μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, άλλοτε σφηνωμένη ανάμεσα σε χίλιες δυο εφαρμογές του κινητού, άλλοτε μεγαλόσχημη που απαιτεί δυο χέρια για να τη στηρίξεις και αρκετές δεξιότητες να την υποστηρίξεις.
Στο τέλος των διακοπών θα λένε πως είχαν επισκεφθεί την ίδια χρονική περίοδο, το ίδιο θέρετρο και διέμειναν στο ίδιο ακριβώς κατάλυμα και μάλιστα στον ίδιο αριθμό δωματίου. Όμως η μαρτυρία τους θα είναι αδύνατο να αποδειχτεί εφόσον το πιο αδιάσειστο τεκμήριο απουσιάζει: δεν εμφανίζονται σε καμία φωτογραφία.
Οι αόρατοι άνθρωποι απαθανατίζουν τους άλλους και παραμένουν οι ίδιοι φαντάσματα που πλανώνται στην αθέατη πλευρά των πιο καταγεγραμμένων στιγμών του χρόνου.

29/7/14

Δύο εγκλήματα πάθους σε μια μέρα

 Έφτιαξα ψεύτικο προφίλ στο Facebook. Πριν από αυτό δοκίμασα να χακάρω το λογαριασμό της κοπέλας στο διπλανό γραφείο. Αυτή είναι πολύ αγαθιάρα και θα μπορούσα πολύ εύκολα να της αποσπάσω την απάντηση για την ερώτηση ασφαλείας, οπότε ήταν ο εύκολος στόχος. Πράγματι, όταν έβαλα το email της στην πλατφόρμα της hotmail επιβεβαίωσα την υποψία ότι είναι πάνχαζη. Κατά πρώτον χρησιμοποιεί ακόμα hotmail. Κατά δεύτερον άκου ερώτηση που έβαλε η γυναίκα: «Ti marka htan to prwto mou autokinito?»  Τη ρώτησα την ώρα που κολατσίζαμε. «Toyota Yaris», μου λέει. Εντάξει, πυρότουβλο λέμε. Στα ίδια κυβικά, αν θες γιαπωνέζικο, παίρνεις με λίγα περισσότερα χρήματα Honda Jazz που είναι πολύ καλύτερο αυτοκίνητο. Κάτσε, δικό της δεν είναι το λαχανί το yaris με τα αρκουδάκια και τα σκόρδα κρεμασμένα στον εσωτερικό καθρέφτη; Τη ρωτάω με τρόπο, τάχα μου δήθεν πως δεν κατάλαβα, για να είμαι σίγουρος: «Μαρία, πριν πάρεις το yaris είχες άλλο αυτοκίνητο;» Οχι, μου απαντάει. Απόρησα γιατί το επίθετο «prwto», εφόσον δεν είχε αγοράσει μετά άλλο όχημα. Όμως ανυπομονούσα να δοκιμάσω την τύχη μου στη διάρρηξη του προσωπικού της λογαριασμού. Ανοίγω παλι τη ντροπή των email clients, κι ερχομαι ξανά αντιμέτωπος με την ίδια ηλίθια ερώτηση ασφαλείας. Πληκτρολογώ τη μάρκα του αυτοκινήτου της και μου βγάζει πως είναι λάθος η απάντηση. Τώρα να ευχηθώ τίποτα για τη σεξουαλική ζωή του Μεσσία της και της μανούλας του ή όχι; Δοκιμάζω να το πληκτρολογησω με κεφαλαία και για καλή τύχη της Αγίας Οικογένειας, το δέχεται.
    Πάμε στη δεύτερη ερώτηση ασφαλείας, γερά- δυνατά. «Pou piga honey moon». Μα τι ρωτάει η ηλιθια; Αφού δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Ρε λες να έχει κανει κανενα κρυφό γάμο; Για να μην καρφωθώ, αποφασίζω να ρωτήσω καλού - κακού  τη άλλη τη πυροβολημένη συνάδελφο, που κάνουν κολλητή παρέα, αλλά προβληματίζομαι ως προς τη διατύπωση. Τελικά κάνω κατά μέτωπο επίθεση στην ίδια και ό,τι γίνει «Μαράκι, πότε θα σε παντρέψουμε;» της σερβίρω ακαριαία την ώρα που είχαμε ανέβει στο πεζοδρόμιο να καπνίσουμε γιατί δε μας άφηνε το αφεντικό στην υπόγα, μη μποχίσουμε τα προϊόντα. Καλά, δεν είχε κι άδικο ο σαλταρισμένος κι αυτός. Μπομπονιέρες και άλλα άχρηστα μπιχλιμπίδια για τον στολισμό της εκκλησίας κατά τη βάφτιση να βρωμοκοπάνε τσιγαρίλα, δεν ήταν και ό,τι πιο ελκυστικό. Όποτε ανεβαίναμε, έκανα εγώ ο πονηρός εκτροπή στο κινητό, για να καπνίσουμε με την άνεσή μας, όταν έλειπε εκτός το μπος. Δεν ήταν ζοχάδας το αφεντικό, η αλήθεια να λέγεται, απλώς δε του άρεσε καθόλου να αυτενεργούμε. Καλά, αν με άκουγε το Σοφάκι να λέω αυτή τη λέξη, μπορεί και να άλλαζε γνώμη. Σοφία όνομα και πράμα. Η πιο έξυπνη γυναίκα που έχω γνωρίσει. Τις όμορφες κάποτε τις ξεπερνάς, τις έξυπνες ποτέ. Τέλος. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας –με το που είπα το όνομά της μου ήρθε η επιφοίτηση- από την αποθήκη και χάθηκε στο στερέωμα...Τελοσπάντων, να δω πόσο χαμηλά θα πέσω για χάρη της. Πίσω στο θέμα μας. Προσπαθώ να ξεψαχνίσω τη Μαρία αν έχει περάσει μήνα του μέλιτος, αλλά δε τα καταφέρνω. 
    Κάνω λοιπόν το εξής κόλπο. Ανοίγω ένα email που μου είχε στείλει ένας φίλος που ζει στον 19ο αιώνα όπου ακόμα κάνουν FW ανέκδοτα και power point με φωτογραφίες από τον μαγευτικό πλανήτη μας και λέω ο πονηρός «Τι υπέροχα τοπία είναι αυτά! Αχ!» Δε μου δίνει σημασία το θύμα. Το ξαναλέω με άλλα λόγια και πιο δυνατά, μήπως και της τραβήξω την προσοχή: «Κοίτα ρε παιδί μου κάτι μέρη που υπάρχουν στον κόσμο!» Με κοιτάει σαν αποχαυνωμένη. Το παθαίνει αυτό όταν είναι πολύ ώρα έγκλειστη μέσα στα κελιά του excel. Αρπάζω την ευκαιρία από τα μαλλιά «Κάνε ένα διάλειμμα ρε Μαράκι να δεις εδώ κάτι φωτογραφίες που μου στείλανε να πάθεις την πλάκα σου». Δείχνει να το σκέφτεται. Περνάνε 10 κρίσιμα δευτερόλεπτα. Αν δε σηκωνόταν δηλαδή να έρθει, δε ξέρω κι εγώ τι θα γινόταν. Μου είχε γίνει εμμονή να της σπάσω το password και οι ιδέες μου να της αποσπάσω την απάντηση στη δεύτερη θεόκουφη ερώτηση, είχαν πάρει χαρακτήρα μυστηρίου τύπου μικροί ντεντέκτιβςπου διάβαζα πιτσιρικάς. 
  Σηκώνεται επιτέλους από την καρέκλα και έρχεται κατά το γραφείο μου, τσεκάροντας τριγύρω μήπως ξέρω ‘γώ έχει διακτινιστεί το αφεντικό από την Κίνα που είχε πάει να φέρει εμπόρευμα και μας κάνει τσακωτούς να κωλοβαράμε. Τόσο χαζή. Κοιτάζει τις φωτογραφίες που της δείχνω και αναγκάζομαι να υποστώ μερικά από τα επιφωνήματά της προκειμένου να περάσω στο ψητό. «Φανταστικά δεν είναι;» τη ρωτάω. Συμφωνεί. «Αν ήσουν εκατομμυριούχα, σε ποιο μέρος θα διάλεγες να πας ταξίδι του μέλιτος;» συνεχίζω. «Κόλλησες με το ταξίδι του μέλιτος, ρε παιδί μου! Και χτες με ξαναρώτησες κάτι παρόμοιο» μου πετάει στα μούτρα αφοπλιστικά και με λούζει κρύος ίδρωτας. Λες να ανακάλυψε το δόλιο σχέδιο μου; Αχ, ρε Σοφάκι. «Α, ναι; Δε το θυμόμουν» της απαντάω δήθεν αδιάφορα. «Βρε μήπως ονειρεύεσαι εσύ γάμους και ταξίδια του μέλιτος;» με ρωτάει και ένα κύμα καυτής ανακούφισης στεγνώνει τον κρύο ιδρώτα στο σβέρκο μου. Αξιοποιώ την απροσδόκητη πάσα που μου έκανε για να την προσγειώσω στο θέμα μας «Να σου πω, δε θα με χάλαγε ένα ταξίδι του μέλιτος στο Πράσινο Ακρωτήρι, αν και με το μισθό που παίρνουμε, μέχρι Πάρο με βλέπω.» «Τουλάχιστον εμείς παίρνουμε μισθό» μου επισημαίνει, κάνοντάς με έξαλλο, γιατί δε μπορώ αυτά τα δεξιούλικα, τα «δουλίτσα να υπάρχει» και κυρίως γιατί φεύγει εκτός θέματος! Κάνω πως δεν ακούω, για να μη ξεφύγει η κουβέντα, και τη ρωτάω: «Εσύ ποιο θεωρείς το ιδανικό μέρος για διακοπές;» «Την Κόστα Ρίκα» μου απαντάει και είμαι βέβαιος πως δεν ξέρει ούτε που πέφτει αλλά κάπου το πήρε το αυτί της και το αναφέρει σαν τα κορίτσια στα καλλιστεία που δίνουν κάτι ό,τι να ‘ναι απαντήσεις. Με ανησυχεί λίγο που είναι δύο λέξεις: COSTA RICA το γράφει ή μία λέξη; Το σημειώνω στο μυαλό μου και πάμε για τον πιο εφικτό προορισμό για την κρυφοπαντρεμένη χαμηλόμισθη συνάδελφο: «Αυτά μόνο στα όνειρά μας, φιλενάδα...Κάπου πιο ρεαλιστικά μιλώντας;» «Είναι πολλά μέρη.... Κάρυστος, Χανιά, Μόλυβος, Ελαφόνησος, Πόρτο Κατσίκι, Μάνη, Ρόδος...» «΄Ωπα, ώπα ρε Μαρία, μας τρέλανες!» είπα έχοντας ξεχάσει εννοείται τα περισσότερα από τα τουριστικά θέρετρα που μου ανέφερε με ρυθμό μυδραλιοβόλου. 
  Της έκοψα απότομα τη συζήτηση, τάχα πως έχω πολύ δουλειά, για να βάλω όσα συγκράτησα, στο κουτἀκι που διψάει για τη δεύτερη και τελική ερώτηση ασφαλείας που θα με οδηγούσε στο πολυπόθητο έπαθλο. Και πράγματι, την επόμενη ώρα, με βρίσκω να κάνω αμέτρητες δοκιμές με κεφαλαία, με μικρά, με κολλητά τα γράμματα, αλλά μάταια. Καμία από τις απαντήσεις που μου έδωσε, και από όσες τελοσπάντων θυμόμουν, δεν ταίριαζε ως απάντηση στην ερώτηση «Pou piga honeymoon». «Βρε τι πάθαμε», αναφώνησα σε κάποια δόση, κάνοντας τη συνάδελφο να ανησυχήσει ξαφνικά για το μέλλον της επιχείρησης, υποθέτοντας πως μάλλον κάποιο μοιραίο λάθος μου στα λογιστικά πακέτα φαλήρισε το μαγαζί και θα μείνουμε άνεργοι και οι τρεις της αποθήκης. «Τι συμβαίνει;» με ρώτησε γεμάτη αγωνία κοιτάζοντας έντρομη το πίσω μέρος της οθόνης τουdesktop μου. Την καθησύχασα, ρίχνοντας όμως σιωπηλά και εκείνες τις ευχές στον Ιησού που του στέρησα νωρίτερα. Αποφάσισα να εγκαταλείψω την προσπάθεια, ώσπου, λίγη ώρα μετά –εντάξει, μη γίνομαι ακραία αμαρτωλός αλλά παίζει να βοήθησε το γαμωσταυρίδι- την ακούω να μουρμουρίζει αφηρημένη «Ταξίδι του μέλιτος, πλάκα- πλάκα μόνο στη Μονεμβασιά αξίζει να πας». Ανοίγω με ανάμικτα συναισθήματα τη hotmail και βλέπω πως έχει κλειδωθεί αυτόματα ο λογαριασμός μετά από τις πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειες και μου ζητάει να δώσω κινητό ή άλλο email ή να περιμένω ένα εικοσιτετράωρο ώσπου να δεχτεί νέες δοκιμές. Μάντεψε ποια επιλογή μου έμενε. Την επόμενη μέρα, περίπου την ίδια ώρα, ανοίγω σα μανιακός δολοφόνος το hotmail, προσπερνάω με άνεση την πρώτη ερώτηση και πάω κατευθείαν στη δεύτερη, όπου σχεδόν τρέμοντας γράφω «MONEMVASIA», αλλά δεν το δέχεται. Βαθιά ανάσα, πάμε για μικρά «Monemvasia». Πάλι δε φαίνεται η σωστή απάντηση. Πλέον πολλές περισσότερες μορφές της χριστιανοσύνης έχουν εισπράξει τις θερμότερες ευχές μου για συνουσία, ενώ συνεχίζω απτόητος να πληκτρολογώ, παρά την απελπισία μου. Και τότε, ναι, όταν εύχεσαι κάτι πολύ όλο το σύμπαν συνωμοτεί μετά από άπειρες αποτυχημένες προσπάθειες στο να το αποκτήσεις, το «MONEMBASIA» έγινε δεκτό και τα δυο κενά κουτάκια που μου ζητούσαν να ορίσω το νέο password έγιναν δικά μου!
    Οι αστερίσκοι που σχηματίζονταν όσο πληκτρολογούσα τον ολοκαινούργιο κωδικό «Panatha13» έμοιαζαν στα μάτια μου σαν τα αστεράκια στις ρώγες των γυμνών κοριτσιών στις σελίδες των ρετρό περιοδικών. Από ‘δώ και πέρα ο δρόμος ήταν στρωμἐνος με ροδοπέταλα. Άπαξ και πιάσεις την καλή σ’ αυτή τη ζωή, την έχεις κάνει λαχείο για πάντα. Μπαίνω στο facebook, και με θεαματική άνεση βάζω το email της Μαρίας εκεί που λέει «cant log in» ώστε να της αλλάξω password με ειδοποίηση στο email που είχα υπό την κατοχή μου. Μέσα σε λίγα λεπτά ήμουν ο απόλυτος user στο profile της Μαρίας. Δε μπήκα καν στον κόπο να δω τo inbox της γιατί είναι πιο βαρετή κι από το θάνατο. Κι εξάλλου δεν ήθελα να κάνω πουστιά. Μπήκα με συγκεκριμένο σκοπό. Πληκτρολογώ λοιπόν το ονοματεπώνυμο της Σοφίας συνδεδεμένος ως Μαρία. Μέχρι εδώ ήταν, Σοφἀκι. Θα στο κάνω ρετάλια το πέπλο μυστηρίου που κάλυψε τη ζωή σου μετά τον χωρισμό μας, όταν με μπλόκαρες και διέταξες όλους τους κοινούς μας φίλους να μη μου μεταφέρουν τίποτα από τη ζωή σου. Με την αγωνία να έχει χτυπήσει κόκκινο, διαπιστώνω πως η Σοφία δεν είναι πια (?) φίλες με τη Μαρία στο FB και με ζώνουν τα φίδια. Τρελαίνομαι ότι έχουν τσακωθεί για γκομενοδουλειά, και στο θολωμένο μου μυαλό  ο κόσμος είναι μια σταλιά, οπότε αρχίζω να υποψιάζομαι κάτι σκιές απ' τα παλιά. Καθώς άλλαζα χρώματα και έριχνα κλεφτές ματιές γεμάτες μίσος στη συνάδελφο, τη βλέπω να σηκώνεται από το γραφείο της και να κατευθύνεται προς το δικό μου. Κάνω minimize το παράθυρο και αρχίζω να σφυράω αδιάφορα. Τόσο κάρφωμα. 
  Με πλησιάζει και μου ψιθυρίζει στο αυτί αν μπορώ να ζητήσω μία σερβιέτα από την κολλητή της στο γραφείο διαγωνίως γιατί είναι τσακωμένες και δε μιλιούνται σήμερα. Υπάκουσα τυφλά στην ικεσία, μάλλον από ενοχές, και βρήκα την ευκαιρία να ξεμωναχιάσω τη Μαρία στο wc, όπου δώσαμε ραντεβού για να της δώσω το stuff. Τη ρώτησα χωρίς περιστροφές «Τι νέα από τη Σοφία;» Πήρε ύφος ενοχλημένο. «Αν θυμάσαι μετά τα σκηνικά μεταξύ σας, ζήτησε να μη ρωτάς για κείνη.» «Κόψε το Πυξ Λαξ και λέγε τι συμβαίνει αλλιώς θα σε αφήσω να πας στο σπίτι σου ματωμένη και θα είσαι σα να σε ξεπαρθένεψε ο Γκοτζίλα» της απάντησα. «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτό το άτομο» μου λέει φοβερά εκνευρισμένη, σα να μην την ένοιαζε καθόλου αν σε λίγο θα σχηματιζόταν ανάμεσα στα σκέλια της η λίμνη Βιστωνίδα. Της ανέμισα τη σερβιέτα μήπως τη συνεφέρω στην ωμή, την αιματηρή, θα έλεγα, πραγματικότητα, αλλά μάταια. Τότε, μη έχοντας πια τίποτα να χάσω, με την αποκοτιά των απελπισμένων, τη ρώτησα ευθέως: «Θες να πεις πως δεν είστε πια φίλες ούτε στο FB?» Μου επιβεβαίωσε αυθόρμητα πως την έκανε ανφρέντ, αλλά παροδόξως δεν αναρωτήθηκε πώς το ξέρω, εφόσον είναι γνωστό σε όλο το μπουμπουνιεράδικο πως με έχει μπλοκάρει η Σοφία μετά από αυτά που της έκανα με τις παρακολουθήσεις και τα τέτοια. 
  Εντάξει, καψούρης ήμουν. Και δικαιολογούμουν. Τώρα έχω αλλάξει. Με έπιασε ξαφνικά μια απελπισία, λες και περίμενα εγώ περίοδο, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα εκεί που στεκόμουν μπροστά στο wc με τη σερβιέτα στα χέρια. Την έδωσα στη Μαρία, νιώθοντας πως έχω χάσει την παρτίδα, πως πήγε τσάμπα όλος μου ο κόπος να τη σπάσω τα passwords και να της χακάρω τοfacebook, ένας αητός χωρίς φτερά και σερβιέτα με φτερά. Πήρα λοιπόν την απόφαση να δημιουργήσω ψεύτικο προφίλ, κι ας ξέρω πως η Σοφία δεν κάνει αποδεκτά τα αιτήματα όσων δεν ξέρει από real life. Έβαλα τα στοιχεία του αφεντικού. Λείπει Κίνα, δε θα το έπαιρνε χαμπάρι. Θα το κατέβαζα μέσα σε ένα 24ωρο. Κι άντε να έβρισκαν ποιος το έκανε. Μόνο για να μπω και να τσεκάρω τι κάνει στη ζωή της. Δεύτερο έγκλημα σε μία μέρα. Αλλά και τι νά’ κανα; Αφού την αγαπούσα, κύριε πρόεδρε.


14/6/14

Οι Διακοπάνθρωποι

Οι Διακοπάνθρωποι δεν έχουν φύλο γιατί είναι πάντα ατομάκια, ατομάρες, άτομα. Έχουν πυρήνα και κάτι ηλεκτρόνια σάικο τελείως. Δεν πάνε πολύ καλά. Οι Διακοπάνθρωποι δεν έχουν φύλο γιατί είναι νούμερα, σούργελα, τρολ. Μικροί οι Δακοπάνθρωποι, έκαναν τηλεφωνικές φάρσες, την κοπανούσαν από τα αγγλικά και τα θρησκευτικά, χτυπούσαν κουδούνια μεσημεριάτικα κι έτρεχαν, φορούσαν τη φόρμα γυμναστικής πάνω από το τζην την ώρα της γυμναστικής, πετούσανε βρωμερές αμπούλες στα ανθοπωλεία, έκαναν μιμήσεις, σκίτσαραν καρικατούρες, έκλαβαν παγωτά από τα περίπτερα, κολλούσαν χαρτάκια στην πλάτη των άλλων, πέταγαν από το μπαλκόνι βρεγμένες χαρτοπετσέτες στους περαστικούς, έπαιζαν μπουγέλο στο σχολείο, έκαναν κερατάκια στις φωτογραφίες της μονοήμερης και ξεσάλωσαν συνολικά στην πενθήμερη.
Οι Διακοπάνθρωποι δε ζουν για το καλοκαίρι αλλά μέσα στο καλοκαίρι ανθίζουν με φόρα. Τα καλοκαίρια τους είναι γεμάτα θερινά σινεμά, στοίβες Βαβέλ, συναυλίες με βραχνιασμένα λαρύγγια την επόμενη, συναυλίες στις όποιες συνήθως τρυπώνουν με το «ντου». Παίζουν τάβλι, βάζουν στοιχήματα, παίζουν τουρτοπόλεμο, σου βάζουν φωτιά την ώρα που κοιμάσαι, είναι κωλοπαιδαράδες, αν δεν είναι γιωτάδες και πάνε στρατό, δεν αφήνουν το λόχο να ησυχάσει, δεν χαμπαριάζουν οι Διακοπάνθρωποι, παράγουν αργκό, λανσάρουν φράσεις, κερνάνε πόνο οι Διακοπάνθρωποι. Οι Διακοπάνθρωποι, σου κάνουν τράκα τσιγάρα, δεν χτυπάνε εισιτήριο, ταξιδεύουν κατάστρωμα, πάνε και με ΚΤΕΛ, πάνε και με αυτοκίνητο, σηκώνουν τις μπάρες στα διόδια, κολλάνε χαρτάκια «Είμαι γάιδαρος» στα παρκαρισμένα ΙΧ των κάφρων. Οι Διακοπάνθρωποι μπορεί και να παίξουν πιστολίδι, να φύγουν χωρίς να πληρώσουν τους καφέδες, κλέβουν βιβλία με μαεστρία και αποκαθηλώνουν πινακίδες δρόμων καμιά φορά, έτσι, για τη συλλογή. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν μαθητεύσει στη μικρή αλητεία.
Οι Διακοπάνθρωποι είναι ασύμφοροι για το κράτος, αναγκάζουν την Αστυνομία σε επιτόπιες επιπλήξεις κατόπιν υπόδειξης των γειτόνων για διατάραξη κοινής ησυχίας, σπαταλούν ορούς και νοσήλια για πλύσεις στομάχου κατόπιν υπερκατανάλωσης αλκοόλ και εκνευρίζουν και τα σκυλιά της Δίωξης που αναζητούν στις αποσκευές τους τις φυτείες του Πύργου, της Αμαλιάδας και του Μυλοποτάμου ή της όμορης Αλβανίας. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν δει σε βιντεοκασέτες το Δράκουλα των Εξαρχείων, όλες τις ταινίες του Νίκου Ζερβού, «Γυναίκες Δηλητήριο», «Τηλεκανίβαλοι», «Σαπουνόπετρα» και βάλε. Σκηνές που επαναλαμβάνονταν ασύδοτα. Ο Σάκης Μπουλάς στους Τηλεκανίβαλους με άσπρη πουκαμισιά, μαύρο δερμάτινο παντελόνι, μαύρο γυαλί ηλίου κολούμπια και ηλεκτρική κιθάρα καθιστός σε πίστα σκυλάδικου να τραγουδάει σε ήχο σκυλέ ολέ «Γιατί μου φέρθηκες σά να’ μουνα αράπης/ δεν δικαιούμουνα κι εγώ λίγης αγάπης».
Οι Διακοπάνθρωποι διάβασαν περισσότερο Λένο Χρηστίδη, Ντάγκλας Άντας, Τιμ Ρόμπινς και Μπουκόφσκι από όσο θα έπρεπε και αγαπήσανε τη λαογραφία του Ηλία Πετρόπουλου, το Σύνδρομο Πορτνόυ του Φίλιπ Ροθ, τον Πάγο των Μάζαρη- Μπουλαλάκη, το θέατρο του Μποστ, κάτι συνθήματα στους τοίχους, τα γκράφιτι, τα στένσιλ και τους Monty Python. Οι Διακοπάνθρωποι είναι στα λάιβ του θείου Νώντα, τον ξέρουν απέξω, μαθαίνουν και στα παιδιά τους «Στο σούπερ μάρκετ θα βρούμε, μήλα, μπανάνες, γάλα, carnation και κότες» στη σχετική εξόρμηση για ανεφοδιασμό, ήταν και στα λάιβ του Ζορζ Πιλαλί, εκφράζονται από τη μεταφυσική του αγωνία «Από χώμα κι από λάσπη μας έφτιαξ’ ο θεός/ οικοδόμος, οικοδόμος ήτανε κι αυτός» και γενικώς είναι άτομα παρφαί. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν όλοι μάστερ στον Τζιμάκο, σκούζουν καμιά φορά άμα τους πιάσει το κνίτικο γιατί έχει καγέν αλλά κλαίνε από τα γέλια ακόμα και πάντα με τις τηλεφωνικές φάρσες και ξέρουν απέξω την πρόζα στα λάιβ και τους στίχους των τραγουδιών του. Οι Διακοπάνθρωποι ξέρουν να σου σερβίρουν την πιο φρέσκια ατάκα της αγοράς, ψαρεύουν φάρσες και comments στα θολά νερά του youtube, είναι αυτοί που θα σου μάθουν την απίθανη ομάδα Μετέχνιο Κοοπερατίβα με το επικό «Τόπων Μύστες» και θα σε μυήσουν στη μυστική κρύπτη του γέλιου. Από την οποία δε θα μπορέσεις να βγεις ποτέ ξανά.
Θα είσαι αναγκασμένος να ζεις όλο το χρόνο τις διακοπές της καθημερινότητας από την αρρωστίλα του κομιφλό και της σοβαροφάνειας και του μάτσου και του ατσαλάκωτου και του φανατικού και του πολίτικλι κορρέκτ. Θα είσαι αναγκασμένος να μην ανέχεσαι το αυριανίστικο πενάκι του κάθε κιτσογράφου, τη σεφερλίδικη σάτιρα του κάθε φωτοσοπά, το σταντ-απ κόμεντι του κάθε ατάλαντου βλακέντιου. Αλλά γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος. Και οι Διακοπάνθρωποι, το έχουν πολύ το τέλος στο νου τους. Κι επειδή δεν πάνε σαν κουρδισμένοι, δεν το ξεχνούν το τέλος. Κι επειδή τους κόβει και δεν πιστεύουν στο θεούλη, δεν παρηγορούνται για το τέλος. Και καθώς ζουν σε έναν κόσμο που δε συμπαθεί και πολύ τους Διακοπάνθρωπους, καμιά φορά μπαμ, ντόινκ, φλαπ, ζντουπ, πάνε οι Διακοπάνθρωποι. Και τότε δεν έχει καθόλου πλάκα. Μα καθόλου.

(popaganda, 13/6/14)