3/10/19

ψεύτη κόσμε!

Πάχνη, πάχνη, παγωνιά, μπούζι και αγιάζι. Γύρω- γύρω χριστιανικές εορτές, τρίγωνα κάλαντα, πρωτοχρονιά, πρώτη χιονιά, βουνοκορφές πασπαλισμένες ζάχαρη άχνη κρύσταλλα, κουραμπιέδες παγωτό. Στους πρόποδες χωριό.
Ωστόσο: μάνα γη και θάνατος δε νιώθουν από αργίες, ήτοι τα λιόφυτα απαιτούν συγκομιδή, ο παγετός θερίζει μοναχός του τον καρπό, η αρρώστια παίζει τυφλόμυγα κι ο Χάρος όποιον πάρει. Οπότε, ο γέρος στην ελαιοπαραγωγή μέσα στη βαρυχειμωνιά, έχοντας περάσει πνευμονίες και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, με κρασαρισμένο αναπνευστικό σύστημα και δυόμιση πακέτα τσιγάρα τη μέρα, απέθανε.
Ο  αγροτικός γιατρός έσπευσε επιτόπου, διαπίστωσε το μοιραίο, άφησε μια προφορική πιστοποίηση θανάτου καθώς και μία σειρά οδηγιών στη χήρα πλέον δια τα περαιτέρω. Ωστόσο παρέμενε προβληματισμένος. Η συμπεριφορά της κυρίας Ερωφίλης έμοιαζε πέρα από το αναμενόμενο. Επέμενε πως ο άντρας της απλώς κοιμάται βαριά, δικαιολογώντας τον πως χρειάζεται ανάπαυση, οπότε θα ησύχαζε κι αυτή μια στάλα από βήχα, φλέμματα, φωνή βραχνή, ντουμάνια στο καπακωμένο σπιτικό. Διατηρούσε δε τη βεβαιότητα ότι θα ξυπνήσει εντέλει.
Ο εκτελών υπηρεσία υπαίθρου νεαρός ιατρός στο άκουσμα της ερωφίλειας εκδοχής περί της κατάστασης του συζύγου της αναρωτήθηκε αν έπρεπε να της είχε συνταγογραφήσει ενα ηρεμιστικό per os ή θα έπρεπε να καταφύγει σε ενδοφλέβια χορήγηση. Εν πάση περιπτώσει, θα την επισκεπτόταν αργότερα μαζί με το ασθενοφόρο για τη διακομιδή στο νοσοκομείο, οπότε θα έπραττε αναλόγως.
Κλείνοντας πίσω του την αυλόπορτα, έφερε στο νου του το βιβλίο «Ο παλαιός των ημερών» του Παύλου Μάτεσι. Η θεία του Ελισαίου, του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, δεν πίστευε ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν. Αντίθετα, κατηγορούσε τους νεκρούς πως είναι οι μεγαλύτεροι ψεύτες, πέφτουν για ύπνο και δε σηκώνονται.
«Αυτός μπρε πολυκουράστηκε ετούτεσες τσι μέρες γιατί εσηκωνούντανε από την ταχυνή  και τονε πόνιε ο κόκκαλός του, ίδια επαέ, θωρείς; Πράμα δε του κάμανε τα φάρμακα που τού ‘γραψες, μα δεν είπα σου κουβέντα μη σε στεναχωρέσω γιατί είσαι και μικιός και δε τα πολυκατέχεις φαίνεται και γράφεις άλλα των αλλώ. Κι έμενα πονούνε τα κόκκαλά μου μα ίντα να κάμω;  Ήβανα τον Ανέστη και με πότριβε κι έγειαινε μιαολιά ο πόνος. Εδά που κάνει το ποθαμένο ίντα θα γενώ;»
Αυτά λίγο- πολύ είχε χειμαρρωδώς εκστομίσει η γυναίκα του νεκρού και ο νεαρός επιστήμων τα άκουσε εμβρόντητος. Εκείνο το τελευταίο, ότι παριστάνει τον πεθαμένο, τον είχε αφήσει κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό.
«Ίντα χάσκεις μπρε; Δε το κατέχεις κοντό πως δε ποθαίνουνε οι αθρώποι μόνο θέτουνε και κοιμούνται; Το γινάτι δε τσ’ αφήνει να σηκωθούνε γιατί κάνουνε οραμάι  τσοι ποθαμένους. Επαέ ξανοίξετε ένα μακαρίτη!» είπε σκουντώντας τον Ανέστη, ο οποίος μας είχε μόλις αφήσει χρόνους.
Ο γιατρός επανέλαβε αποσβολωμένος κάποιες οδηγίες για τη νεκροψία και το πιστοποιητικό θανάτου και βάδισε κατά την εξώπορτα. Πίσω του η κυρία Ερωφίλη συνέχιζε.

«Άμε στην ευκή του Θεού. Θα τονε ‘φήσω να θέσει μιαολιά κι ύστερα θα  τονε σηκώσω.»
Μόλις αποχώρησε ο γιατρός, η κυρα-Ρωφίλη ζαλώθηκε τις γαλότσες της κι έναν κουβά και κίνησε κατά τον στάβλο. 

Έξω ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωινό, μουσκεμένο χώμα, καταιγίδες έριχνε τη νύχτα. Ο ουρανός είχε πάρει να καθαρίζει. Από τα μεγάφωνα έψαλλε ο παπάς. Κάποιες μαύρες κουκκίδες κατηφόριζαν προς την πλατεία του χωριού όπου ήταν χτισμένη η εκκλησία. Το σπίτι του Ανέστη βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο του χωριού.
Η Ρωφίλη πλησίασε την κατσίκα αλλά αυτή περισσότερο από κάθε άλλη φορά αντιστεκόταν στο άρμεγμα, αποφεύγοντας σθεναρά την αφεντικίνα της. Όμως δεμένη καθώς ήταν και έγκλειστη στον αχυρώνα, αντιλαμβανόταν ακόμα και ως απλό τετράποδο το μάταιον της απόδρασης. Τελικά η Ρωφίλη καβάλησε το ζωντανό, άρπαξε τα μαστάρια του από τις ρώγες και γρύλλισε.
«Ετά στάσου να μη σου τη παίξω μεσοκέφαλα με τη χαχαλόβεργα, εξέβγαλές με κι εσύ, δαίμονα. Δε ‘α σηκωθεί ο κύρης μου; Θα σε σφάξουμε να ξεμαγαρίσουμε, εγανάχτησα να σε ταΐζω και να σε ποτίζω και να μη στένεσαι ούτε να σ’ αρμέξω δαίμονα τω δαιμόνω.»
Μόλις χύθηκε και η τελευταία σταγόνα από τα βυζιά της κατσίκας, η Ρωφίλη, παρά τα χρόνια της, ξεπέζεψε με αστραπιαίες κινήσεις  από τη ράχη του θηλαστικού και σήκωσε τον κούβα για να μην τον κλωτσήσει ο «δαίμονας». Κατόπιν πέρασε στο κονάκι της όπου έβρασε μια κατσαρόλα γάλα στο πετρογκάζι. Έσπασε κομμάτια ένα κομμάτι παξιμάδι εφτάζυμο.
«Να φα’ θες ή θα πομείνεις νηστικός;» ρώτησε τον επί πενήντα έξι χρόνια σύντροφο της ζωής της, αλλά δίχως να λάβει απάντηση. Αγνόησε την αγένειά του, ευχαριστήθηκε το προσφάγι κι έκανε το σταυρό της. Έπειτα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, έβαλε τα χέρια στη μέση της και κοίταξε βλοσυρά το πτώμα.
“Σήκω απάνω οι διαόλοι να σε πάρουνε. Μα ίντα λέω; Απού σε πήραν και σε πογύρανε μαθές. Αλλά δε τα πιστεύγω εγώ τα ψόμματά σου. Εδά κοντό και Θέ’ μου ευρήκες να ποθάνεις ν ́αφήσουμε μέσα- πέρα τσ’ ελιές; Κατέχεις το πως δεν έχω ποιος θα μου συντράμει ν ‘απομαζώξουμε, απού έχουνε βεντέμα οφέτος τα λιόφυτα. Εφταρμίσανέ ντα οι λιόχεντρες “Ξάνοιξε εκέ Ρωφίλη ανθό απού  ́χουνε τα μουρέλα σας, ίντα θα το κάμεις τόσονα λάδι;” Ντα α' δε τσοι κλαδεύγαμε ετσά πιτήδεια, α' δε τος ερίχναμε τα λιπάσματα κι α' δε τσοι ψεκάζαμε να μη τσι φάει ο δάκος, ήθελα να σας επώ εγώ ίντα βεντέμα ήθελα ν' είχανε. Τάξε πως τό’ χανε σκεδιασμένο οι σκρόφες και εδά πάνω στην ώρα επήρανέ μου μου εκειονέ το Μπακιστανό, Αφγανό, ίντα διαολους είναι δε γατέχω, ποιος τσι αναμάζωξε επαέ χάμαι και γενήκανε μιλιούνια, όι ψόμματα, μιλιούνια δεν είναι αυτοί μπρε, γιατί δεν θα τσι ξεσυνοριζόμασταινε με την Ευτέρπη του Κοτσυφομανώλη και την Βαγγελιά του Κουκούβελου. Ίδια μέσα από κονάκι ντου τον αρπάξανε οι σκάρες, “εσύ” λέει “Ρωφίλη έχεις μπρε τον Ανέστη να σου συντράμει να μαζώξετε, μόνο άφησε μας τούτονα το κακορίζικο, κι αν εζοριστείς, θα κάμουμε συμισακά”.
Να, πουλίδια στα μάθια μου, τος ήδωκα το Γιαννιό η παράωρη και εδά ήκατσα στο καζίκι. Μα ίδια στο καζίκι του αλλουνού του Βούργαρου, του Αλβανού, από πού διάολο ήντονε, εκειοσές ο Βασίλης, θυμάσαι τονε κοντό, απού ήφυγε πρόπερσι και μας ήφηκε στα κρύα του λουτρού και δεν εκουτσοκορφίσαμε τ’ αμπέλια, οι διαόλοι στο κοιλίδι του, εδά που το θυμήθηκα.
Ίδια στο καζίκι του Βούργαρου φαίνεται εκάθουντανε και η νύφη τση Βαγγελιάς και πόμεινε βαρεμένη, ντα αυτοί μπρε δεν εκάνανε κοπέλια, πόσα χρόνια ήντονε παντρεμένοι με το γιο τση Βαγγελιάς και πολεμούσανε ν’ απομείνει έγκυος, μα πράμα. Κι απήτις  ήρθενε στο χωριό ο Βούργαρος ήκαμε μια κοιλιά να! Κι εκάμανε χαρές που έβγαλε και γιο. Ντα αυτό ‘ναι φτυστό εκειοσές ο Βασίλης, ο βούργαρος, ο ρώσος, μα από πού εκράθιενε δεν γατέχω, εσύ Ανέστη τα κάτεχες ετουτανά, γιατί εκάτεχες και γράμματα. Ήσουνε άνθρωπος σ’ έργου του Θεού μα σε γλωσσοφάγανε με τη ζηλεία και την κακοσκωτία τους, απ’ ης στιγμής δούνε άθρωπο να προκόβγει πέφτουνε απάνω του να τον φταρμίσουνε. Δε με γνοιάζει εμένα, Ανέστη, θέσε ετά χάμαι να αναπάρεις γιατί εξεβγήκες κι εσύ, μόνο λυπούμαι που θα κείτεσαι και δε θα δεις ταχυτέρου το έργο.”
Η Ρωφίλη χαμογελάει σαρδόνια γνωρίζοντας την κρυφή έξη του Ανέστη στο τηλεοπτικό σήριαλ.
“Όι θέλω να δω ανέ κάνεις αύριο βράδυ το ποθαμένο και θα χάσεις το έργο, απού είναι εδά στην πιο κρίσιμή του φάση, γιατί εγώ σου τό’ χω ειπωμένο πως θα τον βρούνε το Ρωμανό που χώνεται ύστερα που ήκαμε τη κομπίνα και ήφαε τα λεφτά τση πεθεράς του, γιατί είναι του διαόλου κάλτσα η αδερφή ντου και τον εκατάλαβε πως αυτός ήκαμε τη δουλειά τση κουνιάδας του και πόμεινε έγκυος και θα τονε μαρτυρήσει η σκρόφα, μόνο να μου το θυμάσαι. Ίδια τάξε με τη νύφη τση Βαγγελιάς και το Βούργαρο, από τη ζωή ‘ναι βγαρμένα. Μα πε’ μου δα πώς θα το κάμει η ψυχή σου να κάνεις τον ποθαμένο και να χάσεις το έργο. Όι, πε μου!
Καλά, μη μιλείς σα δε θες κι εγώ θα σου ζεστάνω πάλι μια φλυτζάνα γάλα τση αίγας. Επήα κι ήρμεξα το δαίμονα, σφάμα θέλει, εγώ σου τό’ χω ειπωμένο, να πέψουμε και ένα γουλίδι τω κοπελιώ στη Χώρα. Αλλά να μου πεις δε τρώνε αυτά τέθοιο ντόπιο κριγιάς, γιατί τος εβρωμεί. Γροικάς; Κάνει και τη πρωτευουσιάνα η εγγόνα σου “βρωμάει γιαγιά” ήλεγε τσοι προάλλες που ήρθενε με τον αρραβωνιάρη και τος έβρασα μιαολιά γάλα, “ντα γατέχετε να φάτε;”, ήθελα τση πω, μα δεν εμίλησα, σα δε θέλει να πιει με γεια τζη με χαρά τζη, δεν επιμένω ‘γώ, γιατί δεν είμαι εγώ άθρωπος να καταδικάζω. Αν εσφίξουνε οι πείνες, θα σου πω ‘γώ πότε θα θέλει να τση πέμπω τα δέματα, σαν όντε ήτονε φοιτήτρια στην Αθήνα, κρίμα στσοι κόπους τω γονέων τση, ούτε δουλειά βρίσκει εδά, ούτε πράμα, μόνο ήλεγε του κύρη τση πως ήθελ’ α’ φύγει, λέει, να πάει στην Αγγλία, στη Γερμανία, δε γατέχω πού στο πύρος, να βρει δουλειά, ναι, σκότω θα τηνε κάμουνε, αυτή μπρε είναι τεμπέλα, μέχρι να σείρει τον ένα τση πόδα, βρωμεί ο άλλος, για πράμα δε κάνει, μα δε λέω ‘ γώ κουβέντα γιατί δε μου πέφτει και λόγος, είναι κι εγγόνα μου, δε πάει όμορφα. Τέθοιαν ωραία οικογένεια εκάμαμε Ανέστη και εδά κάνεις τον ποθαμένο και δε ντρέπεσαι, ίντα ‘παθα. Άνοιξε τα φεγγίδια σου δα μπλιό και εγανάχτησα ν’ ανιμένω, ξανοίξετε επαέ εναν άνθρωπο, να κείτεται και ν’ αφήνει μοναχή τη κερά του.”




2/10/19

Η Αλίκη στο δεύτερο υπόγειο

Πολλές ελληνικές ταινίες έβλεπε μικρή. Από χωριό δεν ήταν αλλά η γειτονιά τόσο στενωπή ώστε σ’ έπνιγε η ναφθαλίνη απ΄τη ντιβανοκασέλα όπου κι αν βρισκόσουν. Είχαν μια ξύλινη ντουλάπα με εσωτερικό καθρέφτη στην κρεβατοκάμαρα των γονιών. Πού την έχανες, πού την έβρισκες, χωνόταν στο βεστιάριο πλατεία δύο σε ένα, πρόβαρε την Αλίκη στο ναυτικό με ένα κασκέτο του πατέρα της απ΄ την οικοδομή, την Αλίκη κλοτσοσκούφι με την ποδιά της μάνας της, την Αλίκη στα χτυποκάρδια στα θρανία σκαμπιλίζοντας τον εαυτό της, στο απόγειο της υποκριτικής τέχνης.

Στρώθηκε, διάβασε, πέρασε σε κάποια σχολή στην Αθήνα, πανηγύρια στο σπίτι και στη φτωχογειτονιά -έτσι την ανέφερε αργότερα, όταν της πήραν μια συνέντευξη κι ήταν της μόδας πια η φτώχεια, είχε έρθει η κρίση. Νοίκιασε μια γκαρσονιέρα στο υπόγειο του υπογείου στην Κυψέλη, απέναντι ζούσαν ακόμα τότε αφρικανοί. Το υπόγειο γέμιζε κατσαρίδες, μούλιαζε στην υγρασία, έζεχνε μούχλα, τα μαθήματα στη Φιλοσοφική ήτανε βαρετά και δύσκολα, κι οι συμφοιτήτριες το ίδιο βαρετές και δύσκολες, μια απ’ αυτές την μιμούταν για την προφορά της και οι άλλες γελούσαν. Η μοναδική της φιλενάδα από τα παιδικά χρόνια μπήκε σε σχολή της συμφοράς σε πόλη που αντέχεις ίσαμε σαββατοκύριακο κι αυτό με τη βοήθεια ναρκωτικών ουσιών ή οινοπνεύματος, δεν πήγε καν να γραφτεί, έστω για το πάσο στις συγκοινωνίες. Οπότε μονάχη στην Αθήνα η πρωταγωνίστριά μας.

Ένα βράδυ χτύπησε απέναντι στον μαύρο, μήπως είχε να της δανείσει ένα αρωματικό στικάκι, γιατί το πίστευε ακράδαντα πως η βαριά του μυρωδιά έδιωχνε τις κατσαρίδες περισσότερο κι από το τέζα. Εκείνος βέβαια τα άναβε για να καλύπτει τον καπνό της ινδικής κάνναβης. Όταν της ανοιξε την πόρτα είχε το πρόσωπό του μια έκφραση πανάγια, σαν μελαμψός Χριστός. Πίστευε η ηρωίδα μας, πολύ πίστευε, αυτό να το πούμε, οπότε η μορφή του Ιησού κάπου τη σαγήνεψε. Ο Χριστός της αραπιάς την υποδέχτηκε μ’ ένα αχνό μα όλο θαλπωρή χαμόγελο και ένα ζευγάρι μάτια γλαρά, το φαινόμενο μπελαντόνα, όταν την πίνεις και την ακούς στερεοφωνικά διαστέλλονται οι κόρες των ματιών.

Η κόρη γλάρωσε ομοίως κι ήθελε να του τραγουδήσει “Μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια/ κι ήτανε κι ένας γλάρος με ολόλευκα φτερά”. Αλλά τελοσπάντων είχε καταλάβει πως δε μιλούσε παρά σπαστά ελληνικά, οπότε μάταιος κόπος. Είχε ακόμα μυριστεί πως η Αλίκη no passaran στους κύκλους των πανεπιστημίων της πρωτεύουσας, οπότε γενικά απέκρυπτε τον ασίγαστο θαυμασμό για την εθνική μας σταρ. Κι έτσι κατάπιε το τραγούδι σα λυγμό.

“Get in” της είπε με ένα γλυκό μειδίαμα ο γείτονας με το μακροσκελές όνομα στο κουδούνι, όπου για λόγους ευκολίας συστηνόταν Τζο και τρέχα γύρευε. Ύστερα πρόσθεσε “have a seat”. Με τα αγγλικά καλά τα πήγαινε εκείνη, να το πούμε κι αυτό. Γιατί αν ήθελες να κάνεις διεθνή καριέρα ήταν απαραίτητα. Ο Τζο την πλησίασε με δυο ινδικά στικάκια στα χέρια. Οι παλάμες του λευκές, τα χέρια του μαύρα, χελιδόνια με άρωμα σανδαλόξυλου πετάρισαν σιμά της. Λιγώθηκε, κάθησε πάνω του μόλις κάθησε δίπλα της, καλύτερο γαμήσι ούτε είχε κάνει, ούτε θα ξανάκανε στη ζωή της. Αυτό που ψιθυρίζεται για τα προσόντα της μαύρης φυλής είναι μεν αλήθεια, αλλά ούτε τα πλούσια ελέη του Θεού, ούτε το αισθησιακό ολόψυχο δόσιμό του την εκστασίασε τόσο, όσο ότι της μύριζε διαρκώς ναφθαλίνη σαν τα προικιά της στην κασέλα. Αργότερα του ζητούσε να τη χαστουκίζει, εκείνος αρνιόταν, ούτε οι αράπηδες δεν απέμειναν πια άντρακλες, όπως πιχί ο Δημήτρης ο Παπαμιχαήλ,  άρα  αναγκάστηκε να αυτοχαστουκίζεται τη στιγμή της κορύφωσης κι αυτός μία να απορεί, μια να χαμογελάει με τα καμώματά της.

Χρόνια μετά, όταν κατάφερε να κάνει κάποια παράσταση με μια κολεκτίβα αντάμωσε ξανά τον Τζο ο οποίος είχε σταματήσει να πουλάει CD, δούλευε στο βενζινάδικο απέναντι από την κατάληψη όπου θα παιζόταν ο Ιονέσκο από το σχήμα το εναλλακτικό το ερασιτεχνικό. Τον πλησίασε, τον ασπάστηκε σταυρωτά, η μυρωδιά του νίκησε τη βενζινίλα. Άλλη μεθυστική έξη κι αυτή, με βενζινούλα ένα διάστημα έκανε κεφάλι, γιατί, όταν πια μπήκε στη δραματική σχολή και μεταμορφώθηκε από Αλίκη Βουγιουκλάκη σε PJ Harvey, έβαψε μαύρο το μαλλί, ψαλίδισε αφέλειες μονάχη της για πιο πανκ αποτέλεσμα, χτύπησε κι ένα πολύ ωραίο τατού στον αστράγαλο, αρουραίος που ανέβαινε βραχάκι, έπιναν και σνίφαραν διάφορα. Η μεγάλη ντόπα παρέμενε το χειροκρότημα.

Τη φίλησε πεταχτά στο μέτωπο, εκείνη λιγώθηκε πάλι σαν τότε, ήθελε επιτόπου να φορέσει στολή καμαριέρας, να βάψει το μαλλί ξανθό, να του ζητήσει να κάνουν τέσσερα παιδιά ανοιγοκλείνοντας μάτια με ψεύτικες βλεφαρίδες αλά Τζέσικα Ράμπιτ.

Ο Τζο μιλούσε πια άψογα ελληνικά, ροδάνι η γλώσσα του, της είπε πως ήταν πολύ καλά, σε σχέση, έβγαλε το κινητό και της έδειξε τον γκόμενό του, έναν παίδαρο σαν αυτούς που παίζουν στις τσόντες, μαύρος κι αυτός.

Καθώς απομακρυνόταν η πρωταγωνίστριά μας, σκέφτηκε να πετάξει ένα αναμμένο σπίρτο στο ρυάκι από τη βενζίνα ανάμεσα στα πόδια του, αλλά η κακή σκέψη χάθηκε καθώς της απέσπασε την προσοχή η πινακίδα του πρατηρίου υγρών καυσίμων που έγραφε με καλλιγραφικά σαν παλιός ελληνικός κινηματογράφος “ΤΕΛΟΣ”. Ήταν φανερό πως έλειπε κάποια συλλαβή από την επωνυμία της επιχείρησης. Πάντα κάτι θα έλειπε.

Τη νύχτα μετά την παράσταση στην κατάληψη, βρήκε δυο σβόλους ναφθαλίνη και τους μύριζε ώσπου έβγαλε τα σωθικά της στη  λεκάνη του σπιτιού της στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας στο Παγκράτι.




28/8/19

Δροσουλίτες και μια κόκκινη Βολγκσβάγκεν

"Εμείς οφέτος δεν επήγαμε πουθενά γιατί αργήσαμε να κάμουμε τσι κουρές κι ύστερα όντε πιάσανε οι ζέστες με έπαιρνε ο πατέρας μου στα πρόβατα. Πέρυσι που ήμουνε πιο μικιός επήγα με το θειό μου και τα ξαδέρφια μου στο Φραγκοκάστελλο. Να γράψω θέλει για πέρυσι μα το ίδιο κάνει."

Ο Χαραλάμπης, αφού έγραψε τον παραπάνω πρόλογο, έπιασε να ξύνει το μολύβι του ροκανίζοντας τον χρόνο, ώσπου να τον επισκεφθεί η άπιστη ερωμένη των καλαμαράδων με το σαγηνευτικό όνομα «έμπνευση» και να ανταποκριθεί στο «σκέφτομαι και γράφω» της Γλώσσας της Ε’ Δημοτικού με τίτλο «Πώς πέρασα το καλοκαίρι» αλλά και να εντυπωσιάσει το Κουλιώ, μια συμμαθήτριά του όλο σκέρτσο και νάζι.

Όμως η αλήθεια είναι ότι για τις κτηνοτροφικές οικογένειες στα ορεινά της Κρήτης οι καλοκαιρινές διακοπές σπανίζουν όσο το χιόνι για τους βεδουίνους, η έρημος για τους Εσκιμώους και το πρωτάθλημα για την ΑΕΛ. Έτσι ο Χαραλάμπης, αμάθητος σε διακοπές έπαθε μια ξεγυρισμένη ηλίαση, οπότε την έβγαλε ανάμεσα σε υψηλό πυρετό, εμετούς, ρίγη και χριστοπαναγίες, οι οποίες ενδημούν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Τι τις ήθελε τις διακοπές;

Οι διακοπές, οι εξοχικές κατοικίες και τα συμπαρομαρτούντα είναι επινόηση των Ρωμαίων ευγενών, οι οποίοι αρέσκοντο στα λουτρά, τα σταφύλια, τις χρυσές κούπες, τα δάφνινα στεφάνια και τους καυγάδες σύμφωνα πάντα με τον Αστερίξ και άλλα ιστορικά ντοκουμέντα.

Η σύντομη διακοπή στο αυτοματοποιημένο καπιταλιστικό παραγωγικό μοντέλο διέρρευσε από την άρχουσα τάξη, επεκτάθηκε στην υπόλοιπη κοινωνική πυραμίδα και βεβαίως ευτελίστηκε. Έτσι φτάσαμε από το χλιδάτο παραθερισμό επί Τιβέριου Ιούλιου Καίσαρα στα μπάνια του λαού επί Ανδρέα Παπανδρέου. Αλλά αυτά συμβαίνουν όταν ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός δεν ανακόπτεται από τους αστούς, όταν δεν αναχαιτίζεται η πρόσβαση στις ακτές χάρη στην όμορφη ιδιωτική πρωτοβουλία και τη γλυκιά τουριστική ανάπτυξη.

Έτσι το καλοκαίρι του 1987, κι αφού η πατρίδα μας είχε θριαμβεύσει στο Ευρωμπάσκετ, είχε αποσοβηθεί ο κίνδυνος σύρραξης λόγω παραβίασης της υφαλοκρηπίδας μας από το Σισμίκ στο Αιγαίο, και είχαν πάλι τελματώσει οι συζητήσεις για τον διαχωρισμό Εκκλησίας- Κράτους μετά την οξεία αντιπαράθεση των δύο μερών με αφορμή το νόμο Τρίτση, ο Χαραλάμπης βρέθηκε να παραθερίζει αρχοντικά μέσα σε σμαραγδένια νερά και αντίκρυ σε ενετικά κάστρα.

Ο θείος διέθετε μία κόκκινη κλούβα Βολγκσβάγκεν, την οποία είχε επενδύσει εσωτερικά με κόντρα πλακέ, ώστε να μαλακώσει το γερμανικό το μέταλλο σε ντόπιο ψευτόξυλο και να μπορέσει να υποδεχθεί το στρωματέξ με εμπριμέ πανωσέντονα και άφθονα μαξιλάρια, αφήνοντας χώρο και για μίνι κουζίνα, δηλαδή πλαστικό ψυγειάκι, κατσαρολικά, πιατικά και πετρογκάζ. Προς θεού, το πετρογκάζ δε το άναβαν μέσα στο όχημα, παρεκτός βέβαια αν έπιαναν τα τρελά μελτέμια και ο θείος έπρεπε εξάπαντος να πιει τον γλυκύ βραστό το πρωί, οπότε συντελούταν η κουζουλάδα να ανάψει η φλόγα με κίνδυνο να λαμπαδιάσει και να γίνει αποκαΐδια το αυτοσχέδιο τροχόσπιτο.

Ο θείος του, χεριστής ανυψωτικών μηχανημάτων στο επάγγελμα, μερακλής μάστορας στο χόμπι, περιέφερε με περηφάνια το έργο του, μόνος του έκανε τις μετατροπές στη κλούβα. Φόρτωνε τη γυναίκα και τα δυο ξαδέρφια του Μπάμπη -να σημειωθεί εδώ πως όταν κατέβαινε από τα βουνά στα πεδινά της πρωτεύουσας αποκτούσε υποκοριστικό- ζαλώνονταν θερμός, πτυσσόμενες καρέκλες, λουξάκια, τάπερ, ψάθες και πράσινα φιδάκια αντικουνουπικά και μισανθρωπικά και εξορμούσαν κομβόι με δυο ακόμα οικογένειες στην πάραλο κρητική γη.

"Δεν είδαμε βέβαια τσι Δροσουλίτες γιατί εμείς επήγαμε τση Παναγιάς κι αυτοί βγαίνουνε από το Μάη μέχρι τον Ιούνη. Αλλά είπε μου ο θειός μου πως του χρόνου, πρώτα ο Θεός, θα πάμε την Πρωτομαγιά μπας και τσι δούμε. Δε με γνοιάζουν εμένα τα φαντάσματα, κι ας είναι και στρατιώτες. Μόνο να είμαστε καλά να κάμουμε πάλι στρωματσάδα στο τροχόσπιτο."

Η δασκάλα διάβασε την έκθεση του Χαραλάμπη μέσα στην τάξη. Προοδευτική εκπαιδευτικός, δεν επιθυμούσε να επιβραβεύει μόνο τους άριστους με την ανάγνωση των πονημάτων τους, οπότε τα διάλεγε με κλήρωση. Στην κατακλείδα η κυρία Ματίνα με ένα ειρωνικό μειδίαμα σχολίασε πως δεν ήταν τροχόσπιτο αυτό που περιέγραφε αλλά μια απλή κλούβα.

Το βοσκαρουδάκι, πολλά χρόνια αργότερα έμαθε, χαζεύοντας σε ένα τηλεπαιχνίδι, πως volk θα πει λαός και wagen αυτοκίνητο, όλο μαζί το αμάξι του λαού, και θα της το έλεγε να φανεί πως ξέρει και τι πειράζει που δεν ήτανε κανονικό τροχόσπιτο, τροχόσπιτο ήταν γι’ αυτούς και εξοχικό και θερινά ανάκτορα, αλλά τότε μονάχα λούφαξε στο θρανίο ντροπιασμένος. Και το Κουλιώ πάντως δεν είχε γελάσει.

Αργότερα παντρεύτηκε με το Κουλιώ, αλλά πιάστηκαν στα ορεινά, δεν κατάφεραν ακόμα σήμερα που μιλάμε να πάνε διακοπές το καλοκαίρι, τα ζωντανά θέλουν τάισμα και πότισμα όλο το χρόνο. Έτσι εκείνες οι διακοπές, οι μοναδικές του Χαραλάμπη, ξεθώριασαν με τα χρόνια, έμοιασαν μια οφθαλμαπάτη, κάπως σαν τους Δροσουλίτες, κάτι που ίσως είδε, ίσως και όχι.


(Δημοσιεύθηκε στο "Εξιτήριον")

18/5/19

Προδημοσίευση από τις "Ανάποδες στροφές" στην Εφημερίδα των Συντακτών

«Αν με γυρίσεις τούμπα, δε θα πέσει ούτε δίφραγκο», συνήθιζαν να παραδέχονται οι άνθρωποι σε πιο παραδοσιακούς κοινωνιακούς τύπους, όπου η φτώχεια δεν ήταν ακραίο ταμπού. Στην επαρχιακή πρωτεύουσα, όπου διαδραματίζεται το νέο βιβλίο της Πέλας Σουλτάτου, οι κεντρικοί ήρωες αποκρύπτουν την οικονομική και οικογενειακή κατάστασή τους, τις επιθυμίες τους, τους φόβους τους, ακόμα και την ταυτότητά τους ώστε να συνεχίζουν να είναι αποδεκτοί σαν... κανονικοί άνθρωποι. Οταν όμως η αγία ελληνική οικογένεια αντιστρέφεται, η αποκάλυψη θα φέρει τη σταύρωση.

Απόσπασμα από το βιβλίο δημοσιεύουμε παρακάτω

Στην κουζίνα τον υποδέχεται ένας χαμογελαστός Εσκιμώος, πλαστικό σηματάκι στο ψυγείο, γύρω του πάτσγουερκ φάτσες αθλητών, νεκροκεφαλές, ράλι, φορτηγά, μηχανές, μπάλες, ούφο, λιοντάρια και ο δαφνοστεφανωμένος έφηβος του Ολυμπιακού, εκβιασμοί για να φάει, «ή θα μου δώσεις να πάρω αυτοκόλλητα ή δεν τρώω», μετά κόλλησε στα καπάκια από αναψυκτικά, έπειτα στην πιο μακάβρια συλλογή, κομμένα κεφάλια τζιτζικιών, ύστερα του εξήγησε ο μικρός αδερφός της μάνας του.

«Τα τζιτζίκια ζουν σαν σκουλήκια στο χώμα κοντά δέκα χρόνια, προτού βγάλουν φτερά να ανέβουν στα δέντρα και να υμνήσουν τη ζωή για ένα μόνο καλοκαίρι», είχε πει σοφά ο Βενιαμίν, καταλήγοντας: «γι’ αυτό, ρε τσόγλανε, μην τα σκοτώνεις έτσι άκαρδα, να πούμε», οπότε ο Μανόλης κατάλαβε πως ο μικρός αδερφός της μάνας του έχει σαλτάρει και, πράγματι, λίγα χρόνια αργότερα, τα μάζεψε και πήγε στο χωριό, όπου κατοικούν πέντε γριές, δυόμισι γέροι, τρεις κότσυφες, οχτώ σαύρες, εκ των οποίων μία κολοβή –τη βρήκε κοτρόνα απ’ ανθρώπου χέρι–, δυο φίδια ολάκερα και μια νυφίτσα, η οποία κατεβαίνει και τρώει τα κεφάλια από τις εφτά κότες, οι οποίες ξαναγίνονται εφτά χάρη στην επιμονή της πιο μουστακαλούς γριάς –αυτή εξέκανε τη σαύρα–, για να ζήσει σαν ερημίτης.

Ανοίγει την πόρτα του ψυγείου, αναζητά την απομίμηση κόκα κόλας που παίρνουν από το πολυκατάστημα όπου δουλεύει η μάνα του, να πιει μόνος του μερικά ουίσκι ακόμα, να πέσει τάβλα, να ξυλιάσει από το κρύο μέσα έξω, οι άλλοι τώρα θα τα σπάνε στην πίστα, πού στο διάολο τα βρίσκουν τα λεφτά μέσα στην κρίση, αν και τελειώνει φέτος, βγαίνουμε απ’ τα μνημόνια, το ’πε ο Τσίπρας, ’ντάξ’, τα πιάσαμε τα λεφτά μας, ρε, πού τα βρίσκουν οι άλλοι κι αυτός μόνος κι απένταρος ανάμεσα σε μια ντουζίνα κοπρίτες, έχουν τον τρόπο τους, σκατά να φάνε!

Του Μάνθου ο πατέρας ταξιτζής, μέσα στη μίρλα και στα νεύρα μια ζωή, ένας σατράπης, έδερνε τα παιδιά του, είχε γκόμενες, αλλά έφερνε καλά λεφτά στο σπίτι, οπότε… Του Παύλου οι γέροι έχουν το περίπτερο στην πλατεία, ξετσούμισε από απλό κιόσκι σε κοτζάμ λούνα παρκ, με κουνιστό αλογάκι και σκαραβαίο με κερματοδέκτη, επιχείρηση-θησαυρός, ειδικά μετά που πίεσαν το δήμο και τους κότσαρε μόνιμα χημική τουαλέτα από δίπλα, να ξαλαφρώνει τη φούσκα του το παιδί, από δεκαπέντε χρονώ βαράει κι αυτό βάρδιες στο κουβούκλιο, εξελίχτηκε σε μεγάλο κόπανο. Ο Αντρέας την έχει καλύτερα απ’ όλους, με μάνα διορισμένη στο Δημόσιο, κάθε δεκαπέντε πέφτουν τα μισθά, και πατέρα ιδιοκτήτη ταξιδιωτικού γραφείου, ο τουρισμός στην Κρήτη δεν ανακόπτεται ούτε αν καταλάβει τον Μυλοπόταμο και το Μονοφάτσι η Χεζμπολάχ, όχι, επειδή κάτι είχε ακουστεί για τον πατέρα του και για παράνομη μεταφορά όπλων με την νταλίκα, τι μαλακίες λέει ο κόσμος, οπωροκηπευτικά κουβαλούσε να φάει, να ντερλικώσει κι η πάνω Ελλάδα, Κρήτη, Γη της Επαγγελίας, ρε, στύψτε κάνα πορτοκάλι, κόψτε καμιά ντομάτα, ντόπια, κι αφήστε τις μπερέτες και τα Μάγκνουμ για όσους ξέρουν να τα χειρίζονται. Ο Θωμάς, μόλις αποστρατευτεί, θα αναλάβει την ψαροταβέρνα του παππού του στο λιμάνι, εκατό φορές κινδύνεψε να της βάλει λουκέτο, εκατό φορές σώθηκε, ο πατέρας του το ’χει ρίξει τελευταία στο πιοτό, «αν δε το αναλάβεις εσύ, Θωμά, πάει το μαγαζί, θα πέσει πείνα», λέει η μάνα του φίλου του, αλλά ο ψάρακας περί άλλα τυρβάζει, ξέρεις τι, έχει όνειρο να μπει στην Εμποροπλοιάρχων, με τους βαθμούς που βγάζει ο ντούγανος ούτε μέχρι Ιχθυοκαλλιέργειας.

Του Μανόλη ο πατέρας είχε βγάλει επαγγελματικό δίπλωμα, φορτηγατζής δηλαδή, μια μέρα, λέει, θα τα κανόνιζε να πάρει άδεια και τότε ποιος τον έπιανε, προς το παρόν τον είχε οδηγό ένας τύπος που είχε μεγάλη μεταφορική εταιρεία με έδρα τον Πειραιά, μαφιόζο τον ανέβαζε, μαφιόζο τον κατέβαζε τον αφεντικό, ένας αυτοκινητιστής στο Ηράκλειο, όπου δούλευε, βάρεσε μπιέλα κι εκείνος έμεινε στον άσο για καιρό, άνεργος, πολλά νεύρα τότε, ξέσπαγε στη γυναίκα του, τον πέταξε έξω με τις κλοτσιές, αναγκάστηκε να κάνει ό,τι χαμαλοδουλειά υπήρχε για να τα βγάλει πέρα μονάχη της, βρήκε δουλειά με έδρα Πειραιά ο Σήφης, πλήρωνε μια ψευτοδιατροφή λίγο καιρό, μετά την έκοψε, της Μαρίας δεν της περίσσευαν λεφτά για αγωγές και δικαστικά έξοδα, οπότε παγιώθηκε η κατάσταση, ο Σήφης ξαναπαντρεύτηκε, απέκτησε μια κορούλα, πέντε χρόνων πια, πολλά τα έξοδα. Πήγαν να τον χώσουν σε κάτι βρομοδουλειές να κουβαλάει λαθραία μετανάστες από τα νότια παράλια του νησιού μέχρι το Κιλκίς, αλλά δεν ήθελε να μπλέξει, έτσι έλεγε στον γιο του, αλήθεια ή φούμαρα για να παραστήσει τον τίμιο βιοπαλαιστή, ποιος ξέρει;

Επινε τώρα το δεύτερο ουίσκι-κόλα ιμιτασιόν, δεύτερο βρακί να μην είχαν να φορέσουν, το ουίσκι δεν έλειπε απ’ αυτό το σπίτι, έπινε και η μάνα του τελευταία, πού ήταν τέτοια ώρα, οι άλλοι τώρα θα χόρευαν ζεϊμπέκικα και τσιφτετέλια στην πίστα, θα έραιναν με γαρίφαλα τις γκόμενες, θα κατέβαζαν τα ακριβά ουίσκια και θα κάπνιζαν Ντάβιντοφ για φιγούρα, ο Παύλος θα έχει βγάλει πάλι τα πούρα, τα παίρνει χονδρική λόγω περιπτέρου, θα καπνίζει για εφέ στα πουτανάκια με βλεφαρίδες σαν ντεραπαρισμένα σαμάρια γαϊδάρου και νύχια με περικοκλάδες στρας.



20/3/19

Προδημοσίευση από τη νουβέλα της Πέλας Σουλτάτου "Ανάποδες στροφές"



Οι ρόδες οχτάρια στην άσφαλτο, τα φώτα της πόλης θολό φράκταλ, βούισμα από τρεις χιλιάδες μέλισσες στ’ αυτιά του, στο στομάχι οχτώ μποφόρ θαλασσοταραχή, φρενάρει, σταματάει στο ρείθρο του πεζοδρομίου, ξεπεζεύει, ξερνάει σε μια βιτρίνα στολισμένη με γκι και γιρλάντες. Στην τζαμαρία λευκό στένσιλ «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος». Σκουπίζει το στόμα του στο μανίκι του μπουφάν, καβαλάει το μηχανάκι και οδηγεί για το σπίτι.

Στο γυρισμό, τον κυνηγούν οι μέλισσες, τον τσιμπούν, τον πρήζουν, όλοι τού τα έχουν πρήξει, μακάρι να πάθαινε καμιά σοβαρή αρρώστια να βγει «γιωτάς», τουλάχιστον να γλίτωνε τον στρατό, αυτή είναι η ευχή του για τη χρονιά που έρχεται. Οι άλλοι απόψε θα τα σπάσουν στο σκυλάδικο, ξεκίνησαν να ανοίγουν μπουκάλες ήδη από το κλαμπ, αυτός είχε μείνει με πέντε ευρώ στην τσέπη, προφασίστηκε πως τον βάρεσε πάλι το άσθμα, έβαλε την ουρά στα σκέλια, την κοπάνησε σαν δαρμένος σκύλος.

Το σπίτι σκοτεινό, ούτε μία πλεξούδα λαμπιόνια φέτος, «μεγάλωσε πια και ο γιος», δικαιολογιόταν η μητέρα του, όταν τη ρωτούσαν: «Μα δεν θα στολίσετε για το καλό;» Ποιο καλό, κατάκοπη γυρνούσε από τη δουλειά, οι γιορτές στο πολυκατάστημα τη γονάτιζαν, σπίθιζαν οι πατούσες της από την ορθοστασία, τις νύχτες ντάνιαζε μαξιλάρια να ξεκουράσει τα πρησμένα πόδια της, ζωσμένα από μαβιά κλωνάρια, μάζευε λεφτά να κάνει λέιζερ στο φλεβίτη, ποιο καλό, δεν είχε αντοχή ούτε να κατεβάσει το δέντρο απ’ το πατάρι.

Το σπίτι αδειανό, η μάνα του έχει ξεπορτίσει, ζωντοχήρα είναι βέβαια, έχει κάθε δικαίωμα, μέρες που ’ναι, να βγει να ξεσκάσει κι αυτή, δεν είναι κάνας χωριάτης, κανένας με κολλημένα μυαλά, αλλά και η γειτονιά έχει μάτια και βλέπει, έχει στόμα και μιλάει, έχει αυτιά κι ακούει, όμως καλού-κακού τής έκανε αναπάντητες κλήσεις με απόκρυψη, να τσεκάρει πού βρίσκεται.

Το κεφάλι του καζάνι, το καζάνι της Κολάσεως, κοχλάζουν άνθρωποι ολόκληροι, σκέτα χέρια που μάλλον έκλεβαν, στόματα που πρέπει να βλαστημούσαν, πόδια αμαρτωλά. Ένα πόδι ποια εντολή παράκουσε και βράζει ακρωτηριασμένο, απορία το ’χε όποτε βρισκόταν μπροστά στη χρυσαφιά κορνίζα στο αρχονταρίκι, τρώγοντας λουκούμι τριαντάφυλλο, στην Ιερά Μονή Παναγίας της Παντάνασσας, όπου τον είχε τάξει η αδερφή του πατέρα του, επειδή είχε πάθει έναν νεογνικό ίκτερο, υπόθεση ρουτίνας για τα μαιευτήρια, υπόθεση πίστης για τη θεία.

Αλλού πατεί αλλού βρίσκεται, δεν έπρεπε να έχει πιει τόσα σφηνάκια αφάγωτος, σκουντουφλά σ’ ένα έπιπλο, του απλώνει μια χριστοπαναγία σεμεδάκι. Τρυπώνει στο μπάνιο να βρέξει τα μούτρα του, μπούζι το νερό, άλλο ένα γαμωσταυρίδι. Όσο τον έσερνε η θεία στις εκκλησίες τόσο φούντωνε μέσα του υβρεολόγιο-πυρκαγιά, ώσπου τον άκουσε να περιλούζει με ένα οχετό μεγατόνων τον γιο της, μπάλα έπαιζαν, «παιδιά είναι», δικαιολογήθηκε η μάνα του, αλλά το σοκ της θείας υπερέβη δικαιολογίες, συγγένειες και τάματα, τους έκανε πέρα, ησύχασαν απ’ τα πάρε-δώσε με τη «Λιόχεντρα», τρυφερό παρατσούκλι της μάνας του προς την πάλαι ποτέ κουνιάδα της.

Στον καθρέφτη του μπάνιου ένας άντρας δεκαοχτώ χρόνων, μούσια, μαλλιά, ρούχα, ψυχή, μυαλά, όλα μαύρα, κάτι πενθούσε από παιδί, αλλά είχε σκαλώσει στο δεύτερο στάδιο του πένθους, θυμός, πολύς θυμός, έπαιρνε ανάποδες στροφές το μυαλό του, έβρισκε χαρά στα σπασίματα, τσάκιζε μολύβια μόλις ζοριζόταν στα μαθήματα, τσαλάκωνε χαρτιά αν δεν του πετύχαινε η ζωγραφιά, ξέσκιζε τετράδια από μίσος στα κόκκινα Β και τα Γ των δασκάλων, μικρός όταν ήταν· ύστερα, επεκτάθηκε σε πιάτα, ποτήρια, κούπες, άλλο πράγμα το γυαλί, έχει ήχο, θρύψαλα, αφήνει εποχή. Η μητέρα του, η Μαρία, τα θραύσματα από αρχαίους καβγάδες που ανακάλυπτε στις πιο απίθανες γωνίες του σπιτιού με την ξύλινη σκούπα –την προτιμούσε γιατί δεν έκαιγε ρεύμα– τα πρόσθετε σε μία μπιζουτιέρα, ως συλλογή.

«Μην είσαι σκαλωματίας», «ξεκόλλα, ρε παιδάκι μου», κλασικές μητρικές συμβουλές ώστε να μην είναι εμμονικός, να προχωράει παρακάτω, να αφήνει πίσω του τα άσχημα, τα δύσκολα, τα στενόχωρα, «ό,τι έγινε έγινε», του επαναλάμβανε όποτε βεντούζαρε στρείδι στην αποτυχία, στον πόνο, στο άλυτο πρόβλημα, αλλά εκείνος επέμενε, κολληματίας γαρ, από μικρός είχε μανία με τ’ αυτοκολλητάκια, τα κολλούσε όπου έβρισκε, ποτέ δεν τη θυμάται να τον μαλώνει για τις σκανταλιές του, έριχνε το καθαριστικό στο γυαλί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πέφτει πάνω τους και του τα ξεφτίσει. Τώρα, δεκαοχτώ χρονώ μαντράχαλος, τι του τα κρατάει ακόμα;

Νιώθει έντονα την ανάγκη να ρίξει μία μπουνιά, να μην αντικρίζει το είδωλο ενός μαλάκα που ξέμεινε με πέντε ευρώ στην τσέπη, παραμονή Πρωτοχρονιάς, και προφασίζεται το χρόνιο πρόβλημά του γιατί δεν μπορεί να ακολουθήσει την παρέα στα μπουζούκια. Ο Μάνθος, ο κολλητός, ο αυτοκόλλητος, το κατάλαβε, «έλα, ρε κόπανε, κερνάω εγώ, μου τα ’σκασε ο γέρος», του είπε παράμερα να μην τον προσβάλει μπροστά στους άλλους, αλλά αυτός επέμενε πως δεν μπορεί να αναπνεύσει με την τσιγαρίλα κι έπρεπε να γυρίσει πίσω, να πάρει έστω τα εισπνεόμενα για το άσθμα, και βλέπουμε.

Έβλεπε να διαψεύδεται ακόμα μια προσδοκία: Ήθελε –τι ήθελε;– τις τελευταίες μέρες της ελευθερίας του να τις περάσει αξέχαστα. Σε μία βδομάδα παρουσιάζεται στο Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στον Αυλώνα, θα κουρευτεί γουλί και θα ξυρίζεται κόντρα σαν φλώρος, θα ξυπνάει αχάραγα, μέσα στην πάχνη και στ’ αγιάζι θα τρέχει γύρω γύρω από τον αξιωματικό φωνάζοντας παραδοσιακά συνθήματα κατά Τούρκων, Βούλγαρων και Αλβανών, ανανεωμένα εσχάτως με στροφές κατά Αφρικανών και Αράβων, θα μαζεύει αποτσίγαρα, κάλυκες και πευκοβελόνες από το χώμα, και θα καθαρίζει καμπινέδες σκύβοντας το κεφάλι, ενώ θα φωνάζει: «μάλιστα, κύριε λοχαγέ, στις διαταγές σας», θα βαράει γερμανικά νούμερα στα φυλάκια και στην πύλη, «αλτ, τις ει;» Τον Χριστούλη σας, μέρες που ’ναι, μόνιμο συννεφάκι της σκέψης του. Απόψε έπρεπε πάση θυσία να πάει στον «Minoas», τη μεγάλη πίστα της πόλης, έκοβε το κεφάλι του πως η γκόμενα που “γείωσε” ο Παύλος, και καλά, θα ήταν απόψε στο μαγαζί. Τραγουδούσε ο τύπος που κέρδισε πέρσι στο «Ελλάδα, έχεις ταλέντο», και θα γινόταν ο κακός χαμός, θα του τα διηγιόταν ο κολλητός την επομένη και θα σκύλιαζε κατά την προσφιλή του συνήθεια.

Ο Μάνθος έχει καταταγεί πρόσφατα, αλλά τα έχει πάρει όλα στο χαβαλέ, μιλούσε για τις πρώτες μέρες στο στρατόπεδο λες και είχε πάει πενθήμερη εκδρομή με το σχολείο, του φαινόταν αστεία η διαχρονική αργκό των φαντάρων, το «έρπινγκ», το «αντιγόπινγκ», το «πευκοβελόνινγκ», οι «καλλιόπες», κωμικές οι αγγαρείες, οι σκοπιές, οι υπηρεσίες, οι εντολές, ακόμα και με τα καψόνια γελούσε.

«Καλά, ρε μαλάκα, τι σας ποτίζουν εκεί μέσα;» απορούσαν οι άλλοι ακούγοντάς τον να χαχανίζει καθώς αφηγούνταν ακόμα και πώς τους ήλεγχε ο δεκανέας όταν έστρωναν τις κουκέτες στους θαλάμους.

Περίμεναν να ακούσουν ότι κρυφά έστριβαν κανένα γάρο κι έκαναν κεφάλι, στα μαγειρεία, στις αποθήκες και στο πευκόδασος, το οποίο υπηρετούσε κι αυτό την ιερή πατρίδα στο πυροβολικό.

Όμως, όλοι γνώριζαν καλά ότι, και πριν ανακαλύψει το ευφορικό χορταράκι του Θεού, ο Μάνθος ήταν «χαζό παιδί, χαρά γεμάτο» και «πέρα βρέχει» και «τα ζώα μου αργά», είχε άσο στο μανίκι του τον αλγόριθμο της μακροβιότητας, παρά το γραμμένο του, είχε πιάσει το νόημα, από τα αρχίδια το κρατούσε, παράδειγμα για τον Παύλο και τις γκόμενές του, ο οποίος όλες θα τις παντρευόταν κι όλες θα τις τεμάχιζε, εντέλει, του το συνόψισε: «Καλά, εσύ κουβερλί και πριονοκορδέλα». Ενώ ο Μάνθος μονίμως με αλεξίλυπο γιλέκο, ζεν και κουλ και γιόλο. Ωστόσο, μια γάτα τσαλαπατημένη να έβλεπε στο οδόστρωμα, έλιωνε, έπεφτε σε πένθος, έκλαιγε με το παραμικρό, πλέον στα κρυφά. Το πιο βαρύ άγχος κουβαλούσε, σιδερένια μπάλα στον αστράγαλο. Αλλά γι’ αυτό τσιμουδιά. «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη» είχε βάλει λεζάντα στα σόσιαλ μίντια, όπου εμφανιζόταν κλασμένος από τα μπαφογέλια σε βιντεάκι άδειας εξόδου με άλλους άκυρους, καμένους και πεταμένους τύπους στη Θήβα.

Αντίθετα, ο Μανόλης, μόλις παρέλαβε το χαρτί κατάταξης από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, εισήλθε μετά βαΐων και κλάδων στην Εβδομάδα των Παθών. Άρα… Πρώτα ήθελε να κρεμάσει τη μάνα του από τη συκιά στο διπλανό σπίτι, καθότι την έπιανε αλλεργία όταν είχε ανθοφορία το δεντρί, οπότε στο έμπα της άνοιξης τον ξυπνούσαν τα φταρνίσματα, ο βήχας και τα ξεμυξίσματά της. Ύστερα, ήθελε να ξεσκίσει νουμεράδα όλες τις φιλενάδες της, πιο ηλίθιες από ποτέ του φαίνονταν ξαφνικά, και αυτό του τη βαρούσε κατακούτελα, -τσο και -λο, θα τις πετούσε από το μπαλκόνι ή θα τις έσφαζε σαν τ’ αρνιά, αναλόγως τις διαθέσεις.

Μετά, θ’ άρπαζε απ’ τα μαλλιά την παλιοκαριόλα τη Μάγδα, την πρώην και νυν, και δώσ’ του να τα φτιάχνει και να χωρίζει με τον Πολ, παράτα τον, μωρή, τον μαλάκα, κι έλα να στον δώσω εγώ, εφόσον την ήθελε και το ’ξερε, γιατί τον έπαιζε έτσι, γιατί δεν χώριζε μια και καλή με τον Πολ, ρε τι πουτάνες όλες τους, τι πουτάνες, γαμώ το ξεσταύρι μας! Κατόπιν, στράβωσε με τους φίλους του, έναν έναν, καλά καθίκια όλοι τους, μόνο την πάρτη τους κοιτούσαν, μια χαρά την είχανε βολέψει εκείνοι, σκασίλα τους για τα ζόρια του αλλουνού, κωλόπαιδα, να τους καλούσε να τους έκανε το τραπέζι το αποχαιρετιστήριο πριν παρουσιαστεί στα Τεθωρακισμένα στην Αυλώνα και να τους δηλητηρίαζε όλους, όχι, ρε, τι δηλητήρια και μαλακίες, αυτά τα κάνουν οι γυναίκες, οι μουλωχτές, ουστ, αυτός θα τους καθάριζε με ένα μπαζούκας όλους, λουτρό αίματος, ψυχάκι σίριαλ κίλερ σε αμερικάνικο κολέγιο, μελαχρινό με κρητικό αξάν. Αλλά δεν χωρούσαν στο τριάρι, αυτό ήταν το πρόβλημα. Τελικά, το μόνο που παραδεχόταν φόρα παρτίδα ήταν πως ήθελε να εξαφανιστεί από προσώπου γης.

Μικρός, το πίστευε ακράδαντα, γινόταν αόρατος, όπως ο Αϊ-Βασίλης στην κατάβαση από τις καμινάδες, καμινάδες βέβαια στη Νέα Ελαία δεν υπήρχαν, κάτι μπουριά από ξυλόσομπες μονάχα σε κάποια χαμόσπιτα και λεβητοστάσια, πετρελαίου όλα, η αορατοσύνη ένα ατού που κληρονόμησε από τον πατέρα του, τον Σήφη τον «Ανύπαρκτο», προσωνύμιο κι αυτό μητρικής έμπνευσης, επιθυμούσε διακαώς να περάσει στην ανυπαρξία, για λίγο, έστω, να υπάρχει undo, κάπως σαν ανάσταση νεκρών, να τον χάσουν, να τον κλάψουν, και τσουπ πάλι πίσω, ήθελε να εξαφανιστεί, είναι κουραστικό να είσαι το επίκεντρο της προσοχής και ταυτόχρονα μία νούλα, όπερ ο μοναχογιός μιας χωρισμένης από έναν ανέκαθεν χαμένο πατέρα, και να σέρνεις σε κάθε σου βήμα κουβέντες-σκιές, να θαρρείς πως είσαι η ανωμαλία σε έναν κόσμο πολύ ομαλό.

Πριν από ή μετά την αορατοσύνη, αδύνατο πια να θυμάται πότε, ήρθε ο πόθος της μεταμορφώσεως. Η μάνα του τού διάβαζε ελληνική μυθολογία, καλά είχαν ξεκινήσει, ότι θα τα δώσει όλα για τον μοναχογιό, καλή μαθήτρια υπήρξε, είχε περάσει στα ΤΕΙ, έβγαλε δύο σκάρτα έτη, τα παράτησε λόγω εγκυμοσύνης, αλλά, τέλος πάντων, της άρεσε το διάβασμα, ορθογραφικά δεν έκανε, από μαθηματικά ψιλοσκάμπαζε, γιατί όχι... Οπότε, έμαθε τα κόλπα του Διός.

Πίστευε πως μπορεί να μεταμορφωθεί σε ταύρο, σε χρυσή βροχή, πουλί, περιστέρι ή αετό αναλόγως τις προθέσεις, σε φίδι ή ακόμα και σε έναν απλό βοσκό, όπως τον θειο του, τον Βενιαμίν. Τέλος, πίστεψε, αλλά όχι όσο χρειαζόταν ώστε να πραγματοποιηθεί, ότι μπορούσε να περπατήσει πάνω στο νερό, πανευκολάκι τού φαινόταν, αφού ήξερε ύπτιο, ποια η δυσκολία, αντί για ανάσκελα, θα το πήγαινε στο όρθιο, σιγά τώρα, δοκίμαζε ξανά και ξανά, αλλά –φευ!– η βαρύτητα δεν αφήνει άνθρωπο να προκόψει, τον κρατά καθηλωμένο στη γη ώσπου να ανοίξει έναν λάκκο να τον ρουφήξει μέσα, και πάπαλα. Κι όσο για μετά θάνατον ζωή, ωραία παρηγοριά και παραμύθια τούμπανο για όσους πέρασαν καλά στην προ θανάτου, για τον Μανόλη έμοιαζε εφιάλτης να κουτελώνει ξανά τα ίδια πρόσωπα μπροστά του, καλύτερα μαύρη μαυρίλα και τέλος εντελώς παντελώς.

Κανένας δεν τον πίστευε ότι είχε μαγικές ιδιότητες, αορατοσύνη, αβαρύτητα, μεταμορφωσιμότητα, συμβαίνουν αυτά, λάθος του ότι το εκμυστηρεύτηκε μια φορά σε έναν, έπεσε σύρμα, το έμαθαν όλοι, «ο Μανόλης, ρε, νομίζει πως είναι ο Μπάτμαν», για Μπάτμαν δεν είχε πει κουβέντα, από το μυαλό τους το είχαν βγάλει, εκείνος από Αϊ-Βασίλη κι απάνω, τον πήραν στο ψιλό, έφτασε στ’ αυτιά μιας δασκάλας, τον μάλωσε, «μονάχα ο Κύριος κάνει θαύματα», παρεξήγηση, εκείνος δεν ήθελε να κάνει θαύματα, να εξαφανιστεί ήθελε ή, έστω, να αλλάξει φάτσα και ζωή, παραδέχτηκε πως το τρικ με τον περίπατο στην επιφάνεια του νερού μια πλάκα ήταν, «σιγά, μωρή πατσαβούρα, πώς κάνεις έτσι;» θα της έλεγε αν είχε φτάσει μέχρι Λόουερ στο υβρεολόγιο, μάλλον θα σκέφτηκε απλώς «ηλίθια» στα δέκα του και ζάρωσε στο πίσω θρανίο.

Να γινόταν όμως διάφανος ή, έστω, κατσαρίδα τη μέρα της κατάταξης, λέει, και βάλτε μετά, στρατόκαυλοι, τα λαγωνικά σας να με βρούνε, έσφιγγε τη γροθιά και τη μασέλα, να έβρισκε, λέει, την τόλμη να γίνει λιποτάκτης, αλλά να μην περάσει στρατοδικείο, να κάνει τη ζημιά και να τη σκαπουλάρει, όπως στα τέσσερά του, όταν είχε σπάσει κατά λάθος μία πορσελάνινη μασκότ σουβενίρ των Ολυμπιακών Αγώνων, οπότε εθίστηκε στο «θρυμματίζειν».

Ωραίες αναμνήσεις, είχε ανεβεί σε μία καρέκλα να κατεβάσει το δίδυμο Αθηνάς-Φοίβου από τη σερβάντα της γιαγιάς, αλλά αυτό γλίστρησε από τα χέρια του, είχε φάει μία βρουβόπιτα πριν, δεν σκούπισε τα χέρια του, «λαδομπούσκα» τον αποκαλούσε η γιαγιά χαϊδευτικά, έπεσε το ολυμπιακό το σύμβολο, ψίχαλα στο μωσαϊκό, ψυχανεμίστηκε ο μικρός την τιμωρία, έγινε μπουχός, «πού είναι ο Μανόλης;», άφαντος ο Μανόλης, άρα, αν θες, μπορείς, αρκεί να το πιστέψεις. Τελικά, τον ανακάλυψαν να κοιμάται του καλού καιρού κάτω από το διπλό κρεβάτι, πάνω σε εφημερίδες στρωσίδι, τον τράβηξαν έξω, «έβγα και δεν θα σε μαλώσουμε», εμφανίστηκε μουντζουρωμένος, έβαλαν τα γέλια, και πήρε το μήνυμα ότι μπορεί να τα σπάει χωρίς επιπτώσεις.

Κοχλάζει τώρα στα τρίσβαθα, είναι μεγάλη ξεφτίλα όλοι γύρω να γιορτάζουν κι εσύ να μην έχεις, αν δεν το έζησες, δεν ξέρεις τι πάει να πει να είσαι «στην απέξω», ειδικά τέτοιες μέρες, η άδεια τσέπη σε ξεφτιλίζει, βράζει μέσα αλλά γύρω παγωνιά, δεν άναψαν πάλι φέτος τα καλοριφέρ, όλο το χειμώνα την έβγαλαν με το μπουφάν μέσα σε σπίτι ιγκλού, βγαίνει από την τουαλέτα, τουαλέτα τη λένε στα καλά σπίτια, εκεί που λένε το χέζω αφοδεύω, εδώ τη λένε καμπινέ κι απόπατο παλιά, εδώ ο χρόνος έχει παγώσει, τα νέα έτη και κουραφέξαλα είναι για αλλού, εδώ οι δείκτες του ρολογιού σταλακτίτες και σταλαγμίτες, πάγος.

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, 07.03.19

15/2/19

φυσούσε πολύ, πάρα πολύ

Φυσούσε πολύ, πάρα πολύ, οπότε αυτή βούτηξε μια χούφτα καραμέλες και κλείστηκε στη ντουλάπα. Κούρνιασε ανάμεσα στα κρεμασμένα ρούχα, σφάγια από γιορτές, μνημόσυνα, νύχτες λευκές και μέρες άπραγες. Άλλα έσταζαν μνήμες, άλλα στεγνά, ολόστεγνα, σκέλεθρα βίου αβίωτου. Τύλιγε τα χέρια γύρω της αγκαλιά, έτσι είχε μάθει. Ύστερα ψαχούλευε για τσέπες στα τυφλά, έχωνε μέσα καραμέλες, έπιανε τα μανίκια και κάναν χαιρετούρες.

Ώσπου μέσα στο σκοτάδι πίσα στραφτάλισε μια τροφαντή χιονονιφάδα στο πέτο ενός αφόρετου φορέματος. Θα το ντυνόταν όταν θα συναντούσε κάποτε τον πρίγκιπα, κατόπιν θα τον έσφαζε με το κουζινομάχαιρο κι έπειτα θα ξέπλενε το πτώμα και το φουστάνι με λυγμούς.

Ο άνεμος είχε σα γύρη μεταφέρει από το μέλλον το κρουσταλλιασμένο δάκρυ κι εκείνο καρφιτσώθηκε στο πέτο. Φυσούσε πολύ, πάρα πολύ κι αυτή σκιαζόταν τις στριγγλιές της τέντας στο μπαλκόνι καταχείμωνο.

13/12/18

Ο Στελής δεν παίζει με αμαξάκια

Προπαραμονή Χριστουγέννων 1997

Η τηλεόραση έπαιζε στα τυφλά, σα ραδιόφωνο. Οι γκόμενες τσίριζαν χαρωπά, πόδια, κοιλιές, μπράτσα, μπούστα, όλα στη φόρα χειμώνα καιρό, ουδείς τις κοίταζε εντούτοις. Η μεν γριά προσηλωμένη στο νεροχύτη, σαπούνιζε τα κατρουλερικά, ήτοι λαγίνια, τασάκι, κουτάλα, παγουρίνο, κουζινομάχαιρο με σκαλιστή μαντινάδα “Η λεβεντιά δεν είν’ κρασί να πιεις να κάνεις κέφι/ Μα είναι ψωμί που από μικρό τον άντρα τον εθρέφει.” Ο δε μικρός αφοσιωμένος στην κανούργια του μπουλντόζα, εκκενώσεις- μεταφορές- κατεδαφίσεις “Το Μανωλιό”. Έξω μια λιακάδα άλλο πράμα, σύσσωμο το χωριό είχε ξεχυθεί στα λιόφυτα ν’ απομαξώξει πριν πιάσει ο χιονιάς, τό’ πανε στον “καιρό”, έρχεται κακοκαιρία. Τσάμπα κρύωναν στο στούντιο σχεδόν τσίτσιδες, αθέατες οι κοπελιές.

Η γριά απόπλυνε κι άπλωσε στο σοφρά αλεύρι, νερό, αλάτι, λάδι, ξυλίκι, άπαντα τα σύνεργα ν’ ανοίξει φύλλο για βρουβόπιτες, αυριανό προσφάγι. Παραμονή Χριστουγέννων, ο γιος, η νύφη κι ο άντρας της θα φορούσαν τα κακόρουχα, θα ζαλώνονταν τις γαλότσες, θα στίβαζαν στο τρακτέρ ραβδιστικό, δίχτυα, πανιά, σακιά, όλα νάυλον, ντεμπλάκια ξύλινα, χτένια πλαστικά, κόσκινο, μπετόνι βενζίνας, θερμός νερού, καφάσι, μέσα καρό πετσέτα τυλιγμένο τάπερ όπου πατάτες βραστές, αυγά σφιχτά, αγγουροντομάτα, παξιμάδι εφτάζυμο, λάδι, αλάτι, ρίγανη, παραδίπλα πηρούνια, τσαπράζι, τσιγάρα, τσακμάκι. Και την όρεξή τους. Μάλασσε τη ζύμη, άκουγε πισώπλατα τον εορταστικό βόμβο της τηλεόρασης, έριχνε κλεφτές ματιές στον εγγονό στα νώτα της.  Το Μανωλιό τσουλούσε τα αυτοκινητάκια του σε μια κουρελού, τον έκανε μια στάλα χάζι, απέστρεψε το βλέμμα κατόπιν, μακάρι να γίνει φορτηγατζής, χίλιες φορές καλύτερα απ’ τη βοσκική συλλογίστηκε και αφαιρέθηκε ολάκερη σ’ ένα βουνό ζυμάρι.

Ένας δυνατός, απόκοσμος γδούπος, η στριγγλιά των φρένων και ένα βραχνό μαρσάρισμα την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Κοίταξε πίσω της, “το κοπέλι, πού είναι το κοπέλι;” στρίγγλισε. Τινάχτηκε στο παράθυρο που έβλεπε στην αυλή, παραμερίζοντας το πλεχτό. Η κρεβατίνα ρημαγμένη, κίτρινα φύλλα στο τσιμέντο, πήλινο πιθάρι και πηγάδι σε αχρηστεία. Στον χωματόδρομο ένα σύννεφο σκόνης, θα τον ασφαλτόστρωναν τους είχαν τάξει πριν τις εκλογές πέρυσι το Σεπτέμβρη, άμα βγει το ΠΑΣΟΚ. Εξελέγη μεν, αλλά από μπετονιέρες μόνο οι πλαστικές του κοπελιού.

Ένας κουτσός, γέρικος σκύλος, ούτε για πρόβατα έκανε πλέον, ούτε για τίποτα, είχε χώσει τη μουσούδα του σ’ ό,τι απέμεινε από το σκοτωμένο αγοράκι. Η γριά στάθηκε πάνω από ένα μάγμα σάρκα, αίμα, κόκκαλα, κοίταξε πέρα τον ορίζοντα. Ένα μαύρο, θηριώδες τέσσερα επί τέσσερα έτρεχε σα μαύρος διάολος ώσπου αφανίστηκε από προσώπου γης. Στα χρόνια που ακολούθησαν έφερε τόσες φορές στο νου της το σκηνικό της τραγωδίας, ώστε τελικά η θεία πρόνοια την απάλλαξε οριστικά από το άχθος των φρικιαστικών αναμνήσεων με μια λυτρωτική γεροντική άνοια.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 1988

Ο Άγιος Βασίλης είναι δωροκουβαλητής των πόλεων. Ούτε που καταδέχεται την κρητική επαρχία κι ας βρίθει καμινάδων από ξυλόσομπες και παροστιές. Η δε κατάργηση της παιδικής εργασίας δεν “πιάνει” στα χωριά, δεν είναι υπεραστικές οι κεραίες των σχετικών δικαιωμάτων. Στα ορεινά, τα ανήλικα είναι μικροί κτηνοτρόφοι, ξωλαλούν τα οζά, μικροί γεωργοί, κουτσοκορφίζουνε τ' αμπέλια και κοσκινίζουνε τσ΄ ελιές, ενίοτε μικροί μπακάληδες, κατέχουνε ακόμα και να σου βάλουν ρεβύθια από το τσουβάλι χωρίς να τους χυθούνε χάμαι κι έπειτα να τα ζυγίσουν στην πλάστιγγα και να σου δώσουνε σωστά τα ρέστα. Τώρα, αν εσύ θέλεις να αφήσεις πουρμπουάρ να πάρουνε κόκκινες αρωματικές παστίλιες πιτσιλωτές με ζάχαρη και γεύση τριαντάφυλλο, δικό σου θέμα κι ευχαριστούμε που θυμήθηκες πως ο εμποροϋπάλληλος είναι παιδί.

Η νονά του Στελή, δασκάλα στο μονοθέσιο δημοτικό, δεμένη με το συγκεκριμένο αγόρι επειδή αλλιώτικο απ’ τα άλλα, επειδή αδύναμο κλαράκι ανάμεσα σε μικροστιβαναράδες και μικρομαυρουκαμισάδες. Αν μπορούσαν στα μαιευτήρια να τους κοτσάρουν ένα αποκριάτικο μουστάκι στο άνω χείλος, ευχαρίστως θα το έκαναν, διότι το “συγχαρητήρια για το αγοράκι” ισοδυναμούσε με πεντοχίλιαρο στη τσέπη της λευκής ποδιάς της μαίας και μπαλωθιές στη βάφτιση αργότερα.

Ωστόσο, ο Στελής έπαιζε κρυφά με τη Μπίμπι-Μπο της αδερφής του της Δεσποινιώς και παραχωρούσε τα αμαξάκια στον πιο μικρό του αδερφό, πολύ αντράκι από κούνια, τον Χαραλάμπη.

Ο Χαραλάμπης δεκατριών χρονών θα μάθαινε να οδηγεί τη σακαράκα τρίκυκλο του παππού του, ύστερα το τρακτέρ του πατέρα του και στα δεκαπέντε του, εν έτει 1997, θα ήξερε να οδηγεί ένα αγροτικό μαύρο με διπλό διαφορικό και 4Χ4. Θα γκάζωνε να πάει στο κεφαλοχώρι το γαμημένο το ελαιοραβδιστικό που χάλασε το μοντέρ του και θα έχαναν προπαραμονή Χριστουγέννων την καλοκαιρία, μείον καμιά εικοσαριά σακιά ελιές, διότι η οικογένεια του Χαραλάμπη είχε και δυο αλβανούς στη δούλεψή της, όχι σαν τους άλλους που δεν έβλεπαν εργάτες ούτε με τα κιάλια, δυσεύρετοι γαρ οι μετανάστες εν καιρώ συγκομιδής και προστατευόμενο είδος, όπως καρέτα- καρέτα στο Ιόνιο.

Η νονά, όλα τα προηγούμενα χρόνια, κουβαλούσε στον Στελή αμπαλαρισμένα αυτοκινητάκια για Πρωτοχρονιά, αλλά φέτος, δέκα χρονών πια ο "φιλιότσος", μπορούσε να απαλλαγεί από την υποκρισία των αγορίστικων δώρων, οπότε του χάρισε “Το καπλάνι της βιτρίνας” της Άλκης Ζέη, επειδή του είχε αρέσει πολύ το απόσπασμα στο σχολικό εγχειρίδιο.

Κίνδυνος βέβαια να γίνει και πούστης και κουκουές, πλην η δασκάλα αξιοσέβαστο πρόσωπο της κοινότητας, κι ωραία γυναίκα εδώ που τα λέμε, δε δέχτηκε το εν λόγω δώρο μεσοκέφαλα. Όμως δε γλίτωσε τα αγριοκοιτάγματα του Χαραλάμπη, καθότι φέτος δε θα κονόμαγε τα αμαξάκια του γυναικωτού αδερφού του και θα την έβγαζε με κάτι σοκοφρέτες και μπισκότα γεμιστά που κουβάλησε η νονά για τ’ αδέρφια του βαφτισιμιού.

Παραμονή Χριστουγέννων 1997

Παρά τη λιακάδα όλοι σπίτι. Οι Αλβανοί δανείστηκαν σε συντέκνους.

Γύρω από το τραπέζι μουγκοί, πατέρας, μάνα και τα δύο αδέρφια, Στελής και Δέσποινα. Ο Μπάμπης έχει αποβραδίς τραπεί σε φυγή, πρώτα τους όρκισε σε σιωπή, έπειτα ομολόγησε το τροχαίο, “το σκότωσες μωρέ το κοπέλι, πε’ μου την αλήθεια” ο πατέρας, “ώφου κι ίντα θα γενούμε” η μάνα, “θα ξεγιβεντιστούμε” η κόρη”, ο μεγάλος γιος τσιμουδιά.

Ο Στελής με τα χρόνια άφησε μαλλί μέχρι τους ώμους, το έπιανε κοτσίδα, ξυρισμένος, κολλητά παντελόνια, λεπτή φωνή, τραμπαλιστό περπάτημα, πανέξυπνος, αλέγρος, έντιμος, εργατικός, συγκαταβατικός. Στα δεκαεννιά του ασφυκτιούσε στα στενά ρούχα και στα κακόστενα μιας κοινωνίας πολύ αντρουά, πολύ βαρβατίλα, σιγά μη σκίσετε κανα’ καλσόν, μαλάκες, αχ, Παναγία μου να έφευγε και να’ ριχνε μαύρη πέτρα πίσω του.

Γύρω απ΄ το τραπέζι άγρυπνοι, όλη νύχτα διαβούλια, να πά’ να παραδοθεί ο Μπάμπης; Όχι, να πάρουνε το βουλευτή να πέσει στα μαλακά. Όχι, να παραμείνει χωσμένος και μετά τη λήξη του αυτόφωρου. Όχι, να πά’ να ανάψουνε μια λαμπάδα στο Μοναστήρι του Άη Γιώργη να βάλει το χέρι του. "Ώφου ίντα πάθαμε στα καλά του καθουμένου" να μοιρολογιέται η μάνα του και για το στερνοβύζι της, τον Χαραλάμπη και το άλλο το κοπελάκι που τσαλαπάτησε, κι ας μη το' ξερε.

Κάθονταν και οι τέσσερις σ’ αναμμένα κάρβουνα με την τηλεόραση στη διαπασών μήπως και μάθουν απ’ τα τοπικά κανάλια εάν εντόπισε η αστυνομία τον δράστη, η ταυτότητα του οποίου παρέμενε άγνωστη, διατυμπάνιζαν εμφατικά οι ρεπόρτερς λες και κινδύνευε η κοινωνία ολάκερη από τις ρόδες του αγροτικού. “Κάποιος ρουφιάνος θα βρεθεί και θα τονε καρφώσει” μουρμούρισε η μάνα του κι έπειτα σηκώθηκε, έβαλε νερό να βράζει σε μια κατσαρόλα, ασυναίσθητα, να λουστεί, λέει, ξεχνώντας πως πια είχανε θερμοσίφωνο.

Εγώ θα πάω να παραδοθώ” σηκώθηκε κι είπε ο Στελής που μέχρι τώρα δε μιλούσε, μονάχα δάγκωνε τα νύχια του, κι ήταν ίσως η πρώτη φορά που δε του έκανε η μάνα του παρατήρηση για την κακή συνήθεια. “Καλύτερα να πάω εγώ στη φυλακή παρά να καταστραφεί ο αδερφός μου” είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Τόσο άντρας.


(Δημοσιεύθηκε στο "Φρέαρ")

22/11/18

Για τον πόθο ενός απλού ανθρώπου

«Ό,τι είχα να πω το είπα. Σας ικετεύω, μη με πιέζετε άλλο, ένας απλός ταχυδρόμος είμαι» παραπονέθηκε ζαρώνοντας σε μια άβολη ξύλινη καρέκλα, λάφυρο ενός ακόμα λεηλατημένου και σφαλισμένου πια σχολείου.

Ο ανακριτής εκτινάχθηκε ελατηριωδώς ταρακουνώντας το θρανίο μπροστά του - απότοκο πλιάτσικου ομοίως- χύνοντας τον καφέ σε μια αρμαθιά κλειδιά και ένα μισογραμμένο τετράδιο. Συνάμα, εκτόξευσε σάλιο, γρέζι και βρισιές, όπως συνήθως γίνεται για κάθε αβαρία. Στάθηκε ύστερα ορθός πίσω από τον φουκαρά με τα μαδημένα υποδήματα και τα μπαλώματα στο φουστάνι.
Κνώδαλο μιας παρελθούσας αίγλης, ο κύριος Μάκης, αισθάνθηκε τις σταγόνες από την οργισμένη μπούκα, ωσάν σπονδές σε αίγαγρο καψαλιζόμενο στα κάρβουνα. Χάρηκε μια στάλα. Συνταξιούχος εδώ και χρόνια, εξακολουθούσε να προσφέρει εθελοντικά- υποχρεωτικά τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα, ελπίζοντας πια μονάχα στο εφάπαξ του θανάτου. Φανταζόταν τον γλυκό, βαθύ κι ατελεύτητο ύπνο ως την ύστατη λύτρωση από καθήκοντα χιλιετιών. Ωστόσο, απείχε παρασάγγας από το θείο δώρο της οριστικής εξαφάνισης, δίνοντας προς ώρας κατάθεση για την εξαφάνιση κάποιου Σάκη, ενός χάκερ, γνωστού για τον ιό Trojan ο οποίος αγνοείται για χρόνια και τον ψάχνει η γυναίκα του, μια Πέπη.

«Να μου τα ομολογήσεις όλα από την αρχή» γρύλλισε ο πρώην αρτοποιός, σκύβοντας στο σβέρκο του ταχυδρόμου, ο οποίος ένιωσε την παγερή ανάσα του ανακριτή- φούρναρη όπως ο ζωγράφος με το σκέλεθρο του βιολιστή-θανάτου στην ελαιογραφία του Μπέκλιν. Ύστερα, φτύνοντας στο πάτωμα, συνήθεια αξιωματούχων του νέου καθεστώτος, ο ανακριτής τράβηξε κατά την πόρτα, κλειδώνοντας ανώφελα, αφού ο κύριος Μάκης και να ήθελε να το σκάσει, δεν είχε πού να πάει. Όταν βρόντηξε ο Όλυμπος κι άστραψε η Γκιώνα, ο Μάκης έκανε τσίσα πάνω του, οπότε αφαίρεσε φτερά από τα σανδάλια του, τα μόνταρε σε μια πάνα για την ακράτεια, έδωσε ΑΣΕΠ μπήκε πρώτος στα ΕΛΤΑ, θεϊλίκι τέλος.

«Λέγε!» διέταξε τον εκπεπτωκότα αγγελιαφόρο ο ανακριτής, και, ακουμπώντας στο κούφωμα, κατέβασε το φερμουάρ και τρύπωσε τη χερούκλα του στο σώβρακο. Ο Ερμής, ανίδεος για το τι συνέβαινε πίσω από την πλάτη του, έγειρε το κορμί του προς το θρανίο και ξεροκατάπιε. Βαριά σιωπή αντήχησε στο δικαστικό μέγαρο, πρώην σταφιδεργοστάσιο.

«Λέγε!» επανέλαβε ο εντολέας, προστακτική που προκάλεσε μια κάποια απελπισία στον Ερμή. Γνώριζε από πρώτο χέρι το συμπαντικό φαινόμενο βλακεία κι ήταν αυτός που σφύριξε σε μια στιγμή μέθης την πασίγνωστη ατάκα στον θείο Αλβέρτο. Όμως, ότι θα ανακρίνεται από έναν πρωταθλητή ηλιθιότητας για το τι διεμείφθη στο νησί της Ωγυγίας ούτε που το είχε φανταστεί.

Προφανώς δεν ενδιέφερε διόλου τον αξιωματούχο του στρατιωτικοθρησκευτικού καθεστώτος να εντοπίσει τον ιδιοφυή κακοποιό Σάκη, ο οποίος ως πολυμήχανος είχε καταφέρει να εισβάλλει στο άβατο των μυστικών υπηρεσιών και να υποκλέψει αρχεία και στοιχεία. Τον απασχολούσε μόνο η μοιχεία. Κι αυτό γιατί η δικτατορία του Θεοδοσίου Ζ’ έχοντας αναγάγει την μονογαμία σε λατρευτικό σύμβολο και έχοντας συνάμα εξοβελίσει την θεά Μοιχεία στο πυρ το εξώτερον, είχε προκαλέσει πολλαπλάσια επιθυμία στους κοινούς θνητούς να ξενογαμήσουν, όπως συνέβη εξάλλου με την ποτοαπαγόρευση, την ινδική κάνναβη και το Νόμο 4000 οπότε άνθισαν οι μαφιόζοι, οι αλκοολικοί, οι χασικλήδες και οι τεντιμπόιδες.

«Τον γούσταρε η καριόλα όπως τη γάμαγε και δεν τον άφηνε να φύγει, έτσι;» πρόγγηξε τον θεό ο απόγονος των Ούννων, κοντοστούμπης, φαρδιοπλάτης, σμιχτομάτης, κατσουνομύτης και χαραγμένος με ένα σταυρό στο μάγουλο, ο γελοίος. Λαχταρούσε να ακούσει μια ιστορία πορνό ανάμεσα σε μια θεά κι έναν θνητό. Βλέπετε, οι πορνοστάρ, όσο θεές κι ήταν, γερνούσαν συν το χρόνω ή τις δολοφονούσαν πρόωρα οι νταβατζήδες ή ακόμα χειρότερα παντρεύονταν.

Ο Ερμής έπασχε από κενά μνήμης, ήταν πια αδύνατο να θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τον διάλογό του με την Καλυψώ. Μπροστά στον κίνδυνο του ανηλεούς μαστιγώματος από τον διψασμένο για πορνό μετανεοπρωτοχριστιανό, θυμήθηκε ότι είχε σουφρώσει μία ανεπίδοτη επιστολή της νεράιδας προς τον Δία. Για χρόνια το γράμμα προς τον πατέρα των θεών είχε αποτελέσει για τον Ερμή ό,τι η Ζάκουλα επί τουλάχιστον δύο γενιές αγοριών. ‘Ελιωσε στην ιδρωμένη του παλάμη, την ελεύθερη, από τις αλλεπάλληλες αναγνώσεις.

Έβγαλε από την τσέπη το φθαρμένο χαρτί και του το έτεινε για να το διαβάσει. Ο ανακριτής ήταν αναλφάβητος, όπως πάντα συμβαίνει στα φασιστικά καθεστώτα, για να το πούμε αυτό και να το ξεκαθαρίσουμε διότι κι ο αναγνώστης κάπου έχει πιτσικάρει από τα δεινά του καπιταλισμού, τιβί, ησόπ, σμαρτφόν, πορνχάμπ και φέισμπουκ, άλλα γράφεις, άλλα καταλαβαίνει, οπότε χρειάζεται επεξηγήσεις, αν και κατόπιν διαμαρτύρεται πως του σερβίρεις μασημένη τροφή και άρα τον υποτιμάς και θίγεται σα μυξοπαρθένα και σου γυρνάει την πλάτη μουτρωμένος, οπότε τι κάνεις, βγάζεις τσιτάτα, βερμπαλισμό και σύμβολα και τον μεθάς ώσπου να τα δει όλα διπλά, να κουτουλάει τους τοίχους τρεκλίζοντας και να φάει τα μούτρα του στην Εθνική, να τονε βγάλουν με φτυάρι απ’ τη τσαλακωμένη λαμαρίνα, άντε, γιατί πολύ κόντρα την είδε με τους Δημιουργούς κι αυτό δε θα του βγει σε καλό. Ερμής.

Προκειμένου να αναγνώσει όπως έπρεπε την επιστολή της Καλυψώς, ο συνταξιούχος μεταμορφώθηκε σε ανυφαντού ωριοπλέξουδη και χιονοβραχιονάτη με κρουσταλλένια τη φωνή.

«Να τον αφήσω μου ζητάς καθόλου για το δίκιο
καθόλου γιατί νοιάστηκες γυναίκα και παιδί του
καθόλου γιατί λύγισες απ’ το πικρό του δάκρυ
στην άκρητα της θάλασσας που σκύβει το κεφάλι
κι ορέγεται το σύθρηνος για τη γλυκιά πατρίδα.
Όχι, πατέρα των θεών, άλλη βουλή σου κρένεις
να μου τον πάρεις πολεμάς και να τον αλαργέψεις
και να τον χάσω ολότελα και μόνη ν’ απομείνω
γιατί πολύ με φθόνησες και θες να με ρημάξεις
τι είδες του αντρόκαρδου το σώμα να σπιθίζει
γυμνός ως πέφτει πάνω μου και με γλυκοφιλάει
και γεύεται τα κάλλη μου και τ’ άψεγο κορμί μου
και η σπηλιά λαμποκοπά και η σπηλιά μου θάλλει
απ΄τη ζεστή του αγκαλιά και το καυτό του μέλος
π’ ανάμεσα στα σκέλια μου αχόρταγα σαλεύει
σαν κορυφώνει με κραυγές σύντας το σπέρμα χύσει
και σπαρταράει σύγκορμος και ρίγη τον θερίζουν.
Τι η πεθυμιά κάθε θνητού είν’ η αθανασία
κι ο μόνος δρόμος να τη βρει και να την ψευταγγίξει
είναι ο έρως ο γλυκός και η τεκνογονία.
Μα είναι πιότερο θαρρώ κάτι άλλο που τους κάνει
τον έρωτα να χαίρονται όπως θεός κανένας
γιατί οι θνητοί μας ξεπερνούν σε ηδονή και πόθο
τους βλέπεις πώς λιγώνονται στον οργασμό, στην καύλα
τι είναι φθαρτοί και έχουν στο νου πως θα τελέψουν όλα
πως θα τελέψει η στύση τους και οι σπασμοί του κόλπου
πως θα τελέψει ο ίμερος που νιώθουν μες στα στήθη
καθώς μια στίβα κόκκαλα είναι να καταλήξουν.
Κι ως πέφτουν στο προσκέφαλο γλυκά αποκαμωμένοι
και ο ύπνος αβροχύνεται βαρύς στα βλέφαρά τους
ξέρουν κι ας μη τ’ ομολογούν πως φτώχυναν μια μέρα
πως ένα βήμα πιο σιμά βαδίζουν στο χαμό τους
κι έτσι μπορούν όπως κανείς θεός να γαμηθούνε.»


Τη στιγμή κατά την οποία ολοκλήρωσε την απαγγελία ο ένας, ολοκληρώθηκε η αυτοϊκανοποίηση του άλλου, οπότε το φαινόμενο το οποίο προκλήθηκε ονομάστηκε «ταυτόχρονος αναργασμός» ή απλώς «αναργασμός», μία σύνθεση των παραγώγων «ανάγνωση» και «οργασμός» με την απαραίτητη μεταξύ των φωνηέντων (ο-, α-) συναίρεση. Ο «αναργασμός» απαντάται σε κατά μόνας ή ομαδόν αναγνώσεις ερωτικών ή άλλων ερεθιστικών ποιημάτων, ενώ αποτελεί διακαή πόθο των λογοτεχνών η εμφάνιση του φαινομένου στο ακροατήριο ή/ και το αναγνωστικό κοινό, γεγονός το οποίο συνεκδοχικά προκαλεί την μήνιν των συμβίων τους και την παρέμβαση του Διός ο οποίος θα σας μετατρέψει σε σκατζόχοιρους, βατράχια και κροκόδειλες.


(Δημοσιεύθηκε στην "Θράκα")

1/8/18

αξημέρωτα

Έπειτα σηκώνονται στα δυο τους πόδια, πάλι θηρία, όπως πριν απεκδυθούν μάλλινες πανοπλίες, δαγκοδόντια σουβλερά, βεντουζωτά χείλια και γρατζουνοφόρα νύχια. Σηκώνονται στα δυο τους πόδια, ρουθουνίζουν κεραυνούς, ετούτο θα με φάει λάχανο, το ένα, ετούτο δεύτερο δέρμα θα μου γίνει, το άλλο, οσμίζονται λαγωνικώς τον κίνδυνο, διακρίνουν μαύρη μορφή σκιά στην κορυφογραμμή, ωχ, κατεβαίνει έρωτας από τα βουνά, και τα δυο. Ντύνονται- αμύνονται,  σκύβουν μυρίζουν προθέσεις, οι προθέσεις πάντα αναδίδουν κάποιο άρωμα ή δυσωδία, τίποτα δεν τις καλύπτει, ούτε λογάκια, ούτε χαμόγελα, ούτε. Το αρσενικό παρατάσσεται κι αναδιπλώνεται σύσσωμος στρατός ξηράς, απέναντι σε πρωτόφαντο εχθρό από θαλάσσης, από υγρή έκταση, δεν είναι μία, δείχνει χιλιάδες εγγονές των Αμαζόνων εκείνη, Σκύθες την βύζαξαν, Σκύθες την γέννησαν, Σκύθες πατρομανάδες την έμαθαν βελόνες του πλεξίματος βέλη ίσια στα μάτια των ανδρών να τοξεύει, καίγοντας γύρω θυμάρι κι οργασμικές ιαχές.

Έπειτα τ’ αξημέρωτα χορογραφούν το  παιχνίδι με τα όρια, όσο το ένα κοιτάει αλλού, το άλλο χαράζει σύνορα, μπήγει συρματοπλέγματα, τα τυλίγει κρυφά με ηλεκτροφόρα καλώδια, σφυράει αδιάφορα, σα ξαπλωμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο, «τι όμορφο αγάπη μου», σκύβει να μυρίσει τα χρωματιστά λαμπιόνια, «ποιον είπες αγάπη μου»- σιωπή- «ποιον είπες αγάπη μου»- σιωπή, φλας ο βρυχηθμός του αναβοσβήνει στο σβέρκο της, γίνεται θεόρατο, από χαρά Χάρος, υψώνει το δρεπάνι, ταχυδακτυλουργία Σαμουράι, τ’ άλλο φοβάται να μην κάνει χαρακίρι, το αγκαλιάζει, χορεύουν ταγκό δείχνουν Δερβίσηδες, δυο κόσμοι ενώνονται, ενώνονται πάλι, αλλεπάλληλες εκρήξεις, το Μπιγκ Μπανγκ στη μήτρα της, όχι, όχι στη μήτρα, η μήτρα διαιωνίζει το είδος, σπασμοί κι εκρήξεις στο ορθό αξημέρωτα.

Έπειτα οι χρησμοί, ήξεις αφήξεις ουκ εν γαμήσι θνήξεις, το κόμμα στον χρησμό εκκρεμές, ταλαντώνεται, παίρνει το σχήμα των κορμιών τους σε μια σκάρτη κυματιστή αγκαλιά, ύστερα κείται το κόμμα, μεταμορφώνεται σε περισπωμένη. Ωραία που θα ταίριαζε στο ωμέγα του σ’ αγαπώ, λένε και τα δυο από μέσα. Απέξω κιχ.

Έπειτα το ένα θέλει να ερμηνεύσει το άλλο, να το χαρτογραφήσει, ποιο ον κάνει να σπαράζουν μυαλό-ψυχή-σώμα. Αλλά τούνελ σιωπής, τόνοι ερωτηματικά, εγκλωβισμένο βαγόνι, έναν φακό, μια ικμάδα φωτός, κάπου να πιαστεί, αναζητεί σύμβολα να τα ξεκοκκαλίσει, βρίσκει μια παλιά φωτογραφία του, την κρατάει στα δόντια ανάμεσα, τι κάνει στην παλιά εικόνα, ακουμπάει το χέρι στο στήθος- λειψή αυτοαγκαλιά, γλείφει το ξεροκόκκαλο με τη γλώσσα, αποκωδικοποιεί τη γλώσσα του σώματος, του σώματός του, τι θα πει να αγκαλιάζεις το στέρνο σου, τι θα πει, ε, τι θα πει; Αναδεύει μια αρμαθιά λέξεις κλειδιά «touching hand nest» δοκιμάζει να τρυπώσει στο Μεγάλο Ψαχτήρι του Σύμπαντος, μα τίποτα, λάθος κωδικός. Είχε μπερδέψει το nest με το chest. Τη φωλιά με την αγκαλιά. Είχε ήδη γίνει φωλιά η αγκαλιά του. Εξημέρωση! Κίνδυνος. Τρόμος. Απόσταση. Ανάλυση. Περισυλλογή.

Η περισπωμένη έχει τώρα κρεμάσει σταφύλια, έχει πυκνοφυλλώσει, το θηλυκό ξαπλώνει σε ένα ανάκλιντρο, κλείνει τα μάτια, ανοίγει τα πόδια, βάζει μια ρώγα στο στόμα, τρίβει τη ρώγα της, φιλοσοφεί μασώντας φύλλα δάφνης και περισπωμένης. Αξημέρωτο και πάλι.


(Δημοσιεύθηκε στο Fractal)

19/12/17

Η γραβάτα του Θεού

Η πιο συγκλονιστική είδηση όλων των εποχών επιβεβαιώθηκε. Ο Θεός χρεοκόπησε. Οι συνέπειες ενόψη εορταστικής περιόδου εκτιμάται ότι θα είναι ολέθριες. Ο κίνδυνος να κλυδωνιστεί περαιτέρω η παγκόσμια αγορά είναι ορατός. Επιτακτική ανάγκη να αναζητηθεί επειγόντως λύση. Μία διεθνής αποστολή επισκέπτεται εκτάκτως τον Δία στον Όλυμπο και τον εκλιπαρεί να αναλάβει εκ νέου τη βασιλεία ουρανών και γης. Κατόπιν πολύωρων συνομιλιών, η αποστολή κρίνει άκαρπες τις διαπραγματεύσεις και αποχωρεί.

Ο Δίας βρίσκεται πλέον μόνος στο παλάτι, είναι ξαπλωμένος σε ένα ανάκλιντρο κρατώντας παπύρους. Τσιμπολογάει αμβροσία και πίνει νέκταρ με το καλαμάκι.

Οι θνητοί τού έχουν προσφέρει δώρο ένα πανάκριβο κουστουμι και μία καφέ γραβάτα λυμένη και περασμένη στο κολάρο του πουκαμίσου. Ο Δίας μονολογεί ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς το κουστούμι.

“Και αν δε αναλάβω; Αν αρνηθώ, ρε παιδάκι μου. Τι θα μου κάνουν; Ντα; Βαριέμαι, δεν πάω πουθενά.”

Φέρνει σε απόσταση τους παπύρους και διαβάζει συλλαβιστά.

“Λοπαδοτεμαχο, λοπαδοτεμαχοσελαχο, λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανο. Τζίφος. Εδώ σκοντάφτω πάντα. Από το 396 προ ακατανόμαστου προσπαθώ να βγάλω με μια ανάσα τη φράση στις Εκκλησιάζουσες και δεν τα καταφέρνω. Α, ρε Αριστοφάνη, θνητός- θνητός, μας έβαλες τα γυαλιά.”

Ο Δίας βγάζει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας  και κοιτάει το κουστούμι.

“Όλη τους η κάψα είναι να μην χάσουν τον τζίρο. Τις άλλες τις παρλαπίπες ότι τάχα μου θα στεναχωρηθούν τα παιδάκια εάν ματαιωθούν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά τις ακούω βερεσέ. Δεν είμαι και χτεσινός. Θα χάσω εγώ την ωραία μου τη βολή, με το εφάπαξ και τη συνταξούλα μου για να ξανακυβερνήσω; Πριτς!

Πανικός με πιάνει και μόνο που το σκέφτομαι. Όταν είχα εγώ την εξουσία ήμαστε τρεις κι ο κούκος, περισσότεροι οι θεοί από τους ανθρώπους, κάτι σαν τους μπάτσους στις πορείες. Τώρα έχουν φτάσει τα 7.5 δις πληθυσμό, ακολουθώντας το αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι του μικρού. Και σα να μην έφτανε αυτό θέλουν ένα Θεό να τους κουλαντρίσει. Όχι, δε θα βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα.”

Ο Δίας χαμογελάει κοιτώντας τη γραβάτα στο κουστούμι.

“Όχι εσένα βρε. Τρόπος του λέγειν. Δε μου λες, πώς με βρήκαν εδώ πάνω; Τους έβλεπα κατά καιρούς που σκαρφάλωναν σαν τις μαϊμούδες μ’ αυτά τα τσουβάλια τα χρωματιστά.

Πάει, έχουν χάσει το γούστο τους οι Έλληνες. Πού είναι ο Φειδίας, το χρυσό μου, που μας έφτιαχνε κάτι ωραία σκιστά, με πιέτες, αραχνοϋφαντα, μεσάτα, πόρπες εδώ, πολύ ωραία και μετά μας έλεγε κάτσε τώρα να σου φτιάξω ένα άγαλμα. Σιγά μη βγάλω εγώ το μίνι το αεράτο να βάλω αυτούς τους υφασμάτινους σωλήνες.

Πάλι καλά που σκέφτηκαν να βάλουν κι εσένα να έχει μια εσάνς αρχαιότητας. Αν τελικά το αποφασίσω, θα σε κραδαίνω ψηλά σαν την θεά των όφεων.”

Ο Δίας αναστενάζει.

“Την έβλεπα καμιά φορά στη Λέσχη τη Μινωίτισσα. Τι βυζάρες, Θεέ μου! Δεκαοχτώ αιώνες στητά, σφριγηλά, όχι σαν τις θνητές, που δε τους κρατιούνται όρθια ούτε πενήντα χρόνια.

Στις αρχές που ανέλαβε την ηγεμονία ο μικρός, ερχόταν κι αυτός κάπου-κάπου στη Λέσχη.

“Ρε μαλάκα”, τού’ χα πει, “το σκέφτηκες καλά που πήγες να μπλέξεις;”

“Ήρθε ο καιρός να κυβερνήσω. Με ζητάει ο λαός” μ’ απάνταγε.

Έβγαλε δυο χιλιετίες, έπεσε κι αυτός. Δε σ’ αφήνουν να βγάλεις τετραχιλιετία, πάει και τελείωσε. Εντάξει, του έτυχαν πολλά, δε λέω. Αλλά ποιος του φταίει; Πόνταρε λάθος.

“Θα επενδύσω στη Μεσοποταμία”, έλεγε “που έχουν και πετρέλαια”.

“Βρε δεν κάθεσαι στους Έλληνες που τους ξέρουμε τουλάχιστον; Αχρηστοι είναι κι αυτοί μάσα, ξάπλα και ραχάτι, πλακώνονται μεταξύ τους, όπως τους δικούς σου, αλλά τουλάχιστον εδώ έχει ωραίο καιρό και γαμώ τις παραλίες”  του έλεγα.

“Όχι, θα πάω στα πετρέλαια γιατί αυτοί βαριούνται και να πάρουν τα πόδια τους. Θα φτιάξουν μηχανές μια μέρα, θα το χρησιμοποιούν σαν καύσιμο και θα γίνει μεγάλο νταβαντούρι” επέμενε ο δικός σου.

Καλά, δεν έπεσε έξω σ’ αυτό, εδώ που τα λέμε. Δες όμως πώς έγινε η Μέση Ανατολή. Κώλος. Οι δικοί μου το πολύ να σφαχτούν πεντέξι χρόνια μεταξύ τους, μετά κουράζονται, σταματάνε, εθνική συμφιλίωση σου λέει. Βρίζονται μόνο.

Όταν έχει κίνηση στην Αθήνα στήνω αυτί και ακούω τα μπινελίκια. “Καριόλη, γαμώ τη στραβωμάρα σου, δεν είδες το φλας;” Και τα στάδια μ’ αρέσουν, γήπεδα, πώς τα λένε; Εκεί να δεις βρισίδια. Γαμιούνται όλα, γαμώ το σπίτι σου, γαμιέται η μάνα σου, γαμημένη διαιτησία, γαμώ τη Παναχαϊκή μου. Γαμιέται ο Δίας. Το λένε κι αυτό. Εμένα δε με πειράζει. Ο μικρός στραβώνει. Δε θέλει να του βρίζουν την  οικογένεια. Είναι λίγο κομπλεξικό το άτομο.

Και να σου πω και κάτι μεταξύ μας; Δεν είχε πυγμή, γι’αυτό βάρεσε μπιέλα το μαγαζί. Μόνο τους κακόμοιρους εκεί κάτω ήξερε να φοβερίζει και να ταλαιπωρεί. Μες στον Οίκο του ήταν Παναγία. Άμα τον ξαναδείς να του το πεις. Κατά πρώτον, αν δε μπορείς, Κύριε, να επιβληθείς μέσα στο ίδιο σου το σπίτι πώς θα επιβληθείς κάτω; Δε τον σεβάστηκαν οι ίδιοι οι γιοι  του. Κατεβαίνει ο πρώτος να στήσει την επιχείρηση, φτιάχνει μια κατάσταση Γαλιλαία, Ιερουσαλήμ, Γεσθημανή, τρώνε το παραμύθι, ανεβαίνει στο νεφελοφόρο -εγώ του’ το χα πουλήσει μεταχειρισμένο- τσιμπάνε κάτω, ω! αναστήθηκε,ουάου. Όλα καλά.

Ο άλλος ο σπόρος τι ήθελε και κατέβηκε; “Όχι, δεν είναι έτσι ο πατέρας μας, είναι αλλιώς, εγώ θα σας τα πω εγώ καλύτερα.” Κι άρχισε να εκπέμπει από Μέκκα. Μέκκα μου.

Γίνανε από δυο χωριά χωριάτες και μέσα στον Οίκο. “Σκάστε”, τους φώναζα, “θέλουμε να κοιμηθούμε.” Δε μ’ έφτανε η κρεβατομουρμούρα της Ήρας, είχα και τους από πάνω να τσακώνονται.

Εγώ ρε έχω καμιά σαρανταριά παιδιά, νόμιμα και νόθα, δεν τόλμησε ένα να μου κάνει τέτοια νίλα, να κατέβει κάτω να κάνει τον προφήτη. Πιο παλιά του το’ χα πετάξει στη Λέσχη.

“Α, ρε μικρέ, δυο γιους είχες όλους κι όλους και δε μπόρεσες να τους κάνεις ζάφτι. Δε κάνεις κανένα τρίτο τώρα στα γεράματα να δουν και οι Εβραίοι χαϊρι και προκοπή που είναι ακόμα στο περίμενε;”

Τσαντίστηκε ο μικρός και δεν ξαναπάτησε στη Λέσχη. Μετά έβγαλα κι εγώ μια αλλεργία στις βρωμόγατες της Αιγύπτου κι έκοψα. Βλέπεις διεκδίκησαν και πήραν κι αυτές δικαιώματα εισόδου ως σύμβολα λατρείας και μας έκαναν τη Λέσχη το κλουβί του μπόγια, άσταδιαλα, γεμίσαμε τρίχες εκεί μέσα. Δε μου λες, χρυσό μου, αν σε κλείσω σε κανένα τσουβάλι με δαυτες θα τις βγάλεις νοκ άουτ;”

Ακούγεται οχλαγωγία και χτυπήματα στην πόρτα.

“Μας τά’ πανε, μας τά ‘πανε!” φωνάζει ο Δίας. Απευθύνεται ψιθυριστά στη γραβάτα. “‘Ηρθανε για τα καλάντα. Βρήκανε το δρόμο τώρα για το παλάτι και θα μου τα πρήξουνε.”

Όμως αντί για κάλαντα ακούγεται ο ύμνος του Διός.

“Πάτερ Σωτήρ, Δία- Ζευς, ελθέ, ανάλαβε την βασιλεία ουρανών και γης.”

Ο Δίας φοράει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας, βάζει την παλάμη στο μέτωπο αντήλιο και κοιτάει πέρα μακριά.

“Θυσιάζουν ταύρο στο βωμό. Αχ, δε το πιστεύω. Πόσους αιώνες έχουν να μου κάνουν δέηση; Παλιόπαιδα, με συγκίνησαν.”

Σκουπίζει ένα δάκρυ και ξεσπάει καταιγίδα. Ο Δίας φωνάζει πασίχαρος. “Με επανέφεραν! Με επανέφεραν!”  Βήχει και ακούγεται βροντή. “Είμαι και πάλι ο βασιλεύς ουρανών και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.”

Κοιτώντας προς τα πάνω φωνάζει. “Μικρέ, φάε τη σκόνη μου. Και πες στον πρωτότοκο να μου επιστρέψει το νεφελοφόρο γιατί θέλω να κάνω εμφάνιση.”

Στέκεται πάνω από το κουστούμι.

“Πρέπει όμως να φορέσω και αυτούς τους σωλήνες. Θέλουν, λέει, θεό με στόφα μάνατζερ. Τελοσπάντων, ας κάνω κι εγώ μία θυσία. Ένα σμήνος κεραυνούς έχω χαλάσει στα κεφάλια τους κι αυτά επιμένουν να πιστεύουν. Και φταις κι εσύ ατακτούτσικο που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Σου γυάλισε το Ευάκι, άρχισες τα κεράσματα, στράβωσε ο μικρός, που τό’ χει και συνήθεια, και χαλάσατε το έργο από την πρώτη πράξη. Τελοσπάντων. Να σου πω βρε, πείνασες; Τι σου έδινε ο άλλος ο άχρηστος στην Εδέμ; Εμείς εδώ μόνο νέκταρ κι αμβροσία έχουμε.”

Ο Δίας βάζει σε ένα πιατάκι νέκταρ και το αφήνει μπροστά στη γραβάτα.

Αρχίζει να απεκδύεται τον μανδύα, το δάφνινο στεφάνι και τα σανδάλια, πίνει μια γουλιά νέκταρ και τραγουδάει “είναι γλυκό το πιοτό της αμαρτίας, ποιος είν΄αυτός που δε λαχτάρησε να πιει.”

Στέκεται πάνω από το κουστούμι. “Καλέ, γιατί δεν πίνεις;” Πιάνει στα χέρια του τη γραβάτα και διαπιστώνοντας πως δεν είναι ζωντανή φωνάζει έντρομος “Αχ, είναι ψόφιο το κωλόφιδο! Βοήθεια! Θεούλη μου!”


(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Αναγνώστης")

4/12/17

μπαλόνι


Εσύ περπατούσες σε λερούς κι έρημους δρόμους τυλιγμένος με το σκούρο σου παλτό και το μαύρο παραμιλητό σου. Διάβαινες με τα χέρια στις τσέπες, κρύωνες χειμώνα- καλοκαίρι. Βάδιζες σκυφτός και βιαστικός. Εγώ σε ακολουθούσα αθόρυβα σαν σκιά από ψηλά. Πάνω στα ηλεκτροφόρα σύρματα έγραφα μελωδίες για σένα, πάνω στους τοίχους σού έγραφα συνθήματα, αλλά συ δε σήκωνες ποτέ το βλέμμα στον ουρανό. Το χώμα, μόνο το χώμα. Μια νύχτα μπλέχτηκα στα κλαδιά ενός δέντρου. Και τότε επιτέλους στράφηκες κατά το μέρος μου επειδή έκανα κρότο. Όταν με είδες ήμουν πια ένα κομμάτι καουτσούκ στο χώμα. Το είχα σκάσει από το χέρι ενός παιδιού.



Φωτογραφία: Μυρτώ Αρστείδου
Από το άλμπουμ The story of a moment

16/11/17

η καρέκλα

Καφενείο σε ορεινό χωριό χειμώνα καιρό. Τακτικός θαμώνας ένας γέρος με μόνιμα δακρυσμένα μάτια. Καθόταν πάντα στην καρέκλα πλάι στην ξυλόσομπα. Πρώτα έφευγε αποχαιρετώντας βροντερά. Έπειτα οι καληνύχτες έχαναν ήχο, ώσπου σίγησαν. Τέλος αναχωρούσε στα μουγγά και με το κεφάλι σκυφτό. Έκανε δυο- τρεις μέρες να φανεί. Άλλοι δεν τον αναζήτησαν, άλλοι αναρωτήθηκαν τι απέγινε, ένας πήγε και τον βρήκε, "όλα καλά γέρο;" Τότε γύρισε πίσω με ένα τσεκούρι κι έκανε την καρέκλα του κομμάτια. Η ξυλόσομπα συνέχιζε να καίει τα κούτσουρα και να καπνίζει.

12/11/17

Ένα απειλητικό τηλεγράφημα

Αθήνα, 19/05/2022

Αγαπητέ κύριε Διευθυντά,

παρακαλώ να δημοσιεύσετε την ιστορία που σας καταγράφω πλην όμως ψευδωνύμως για ευνόητους λόγους, όπως ιδίοις όμμασι θα διαπιστώσετε. Τα ακόλουθα γεγονότα συνέβησαν όπως ακριβώς τα εξιστορώ. Όχι δηλαδή επειδή κάποιοι συγγραφείς τα κατεβάζουν από το κεφάλι τους, θα βρούμε όλοι τον μπελά μας πως ό,τι γράφουμε είναι ψέμα με ουρά, μούσια, ιστορίες για αγρίους. Παρακαλώ πολύ να τηρηθεί εχεμύθεια στα προσωπικά μου στοιχεία και να χρησιμοποιήσετε την υπογραφή Ανεμώνα Μαραμένου, ώστε να αλλοιωθεί και το φύλο. Περνώ ευθύς αμέσως στο προκείμενο, στο ψητό.

Επί τη ευκαιρία, οφείλετε και εσείς ο ίδιος και οι αναγνώστες σας να παραδεχτείτε πως ενώ άλλοι βουτούν αυτή τη στιγμή, Κυριακή γαρ, τα δάχτυλά τους στο ψητό, γουρουνόπουλο, μοσχάρι ή κοτόπουλο, αναλόγως το βαλάντιο του καθενός, ενώ βουτούν ψίχα στο ζουμάκι της χωριάτικης επιδιδόμενοι στη λεγόμενη «παπάρα», οι ταγμένοι στην τέχνη του λόγου και δη στην αλήθεια, απέχουμε από τις απολαύσεις των κοιλιόδουλων και βουτούμε τα χέρια μας στο πληκτρολόγιο ως γνήσιοι πνευματικοί άνθρωποι, αφοσιωμένοι ολόψυχα σε έναν ανώτερο σκοπό.

Ο σκοπός της παρούσας επιστολής δεν είναι, πιστέψατέ με, για να διαμαρτυρηθώ επειδή δεν μου δημοσιεύσατε τα ωραιότατα χρονογραφήματα και τις επιφυλλίδες που σας έχω αποστείλει κατά το παρελθόν. Αλήθεια, ήσαν αρτιότερα τα πονήματα του Τμηματάρχη μου, τα οποία φιλοξενήσατε στις σελίδες της ιστοσελίδας σας; Εν πάση περιπτώσει, θα δώσω τόπο στην οργή διότι επιθυμώ να προβώ σε δημόσια καταγγελία ενός πέρα για πέρα πραγματικού περιστατικού, το οποίο έμελλε να υποπέσει στην αντίληψή μου και μου κόστισε την υποβάθμιση σε απλόν κλητήρα σε υποκατάστημα ενός απλού εποπτευόμενου φορέα, τον οποίο δεν θα κατονομάσω ώστε να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά μου.

Ο πρωθυπουργός της χώρας έλαβε προ ημερών ένα πολύ απειλητικό τηλεγράφημα. Δηλαδή όχι ο ίδιος, αλλά εγώ. Επειδή το τηλεγράφημα, ως τηλεγράφημα, ήταν εξαιρετικά ευσύνοπτο, διέπραξα το λάθος να το αναγνώσω, χάνοντας αρχικά την ηρεμία μου, κατόπιν τον ύπνο μου και τέλος τη θέση μου, όπως προείπα. Βεβαίως παρά την ταραχή μου, διεκπεραίωσα το εισερχόμενο, πρωτοκολλώντας το και διαβιβάζοντάς το αρμοδίως στην ιδιαιτέρα γραμματέα του ιδιαίτερου γραφείου του πρωθυπουργού μας. Κάνω αυτή τη διάκριση, διότι έχει κι ένα άλλο γραφείο που δεν είναι κάτι το πολύ ιδιαίτερο, αφού ούτε συλλογή επίχρυσων μον μπλαν διαθέτει, ούτε αγιογραφία διά χειρός Ιωάννη Μαρτάλου, ούτε σβαρόφσκι μινιατούρες, ούτε ολόφρεσκα λίλιουμ από το ανθοπωλείο του Βοϊλάνη στη Σκουφά, ούτε βέβαια τη σημαία της πατρίδας ραμμένη από τον οίκο μόδας Παρδάγκη. Το άλλο γραφείο είναι πολύ απλό, σαν δοσοληψία σε περίπτερο, δυο σοκοφρέτες, μια εφημερίδα, ένα πακέτο χαρτομάντιλα, πόσο έχουν, τόσο, ορίστε, τα ρέστα σας, ευχαριστώ, παρακαλώ, γεια σας. Σε αυτό το γραφείο εζήτησα πολλάκις να μετακινηθώ ώστε να συμβάλω στο κυβερνητικό έργο, τώρα που επιτέλους η πολιτική κατάστασις μετεβλήθη και απηλλάγημεν από τους ακατανόμαστους, αλλά η παράκλησή μου δεν εισακούσθη.

Αντίθετα, το ιδιαίτερο γραφείο έχει ακόμα μια ιδιαιτερότητα, μια μικρή παραξενιά, ένα κατιτίς που το κάνει να διαφέρει, διαθέτει καταπακτές. Μάλιστα. Ο αρχικός σκοπός του ήταν για τα γυρίσματα μιας ταινίας τρόμου του επιστήθιου φίλου του πρωθυπουργού μας, Τζωρτζ Κουμάντος, ο οποίος είναι σκηνοθέτης βραβευμένος από τον Όμιλο Ρόταρυ και ανερχόμενος αστέρας του Χόλυγουντ, και τον όποιον εχρηματοδότησε ο ίδιος ο πρωθυπουργός μας ως τραπεζίτης στο ξεκίνημα της λαμπρής καριέρας του στην ταινία Κρεμ ντε λα κρεμ, εάν ενθυμείσθε. Όταν ο κύριος Κουμάντος αποφάσισε να κάνει μια διασκευή της Νύχτας των ζωντανών νεκρών, του διετέθη το Α΄ Νεκροταφείο με εντολή πρωθυπουργού και με δεύτερη εντολή ανοίχτηκαν δυο καταπακτές περί ων ο λόγος. Ο κύριος Κουμάντος ήθελε και τρίτη αλλά η ηγεσία ήταν κάθετη. Μόνο δύο. Η μία εξ αριστερών της εισόδου το γραφείου του πρωθυπουργού οδηγεί σε μια κάβα με ουίσκι εξακοσίων ετών και η εκ δεξιών του σε εξαρτήματα της εργασίας απόρρητα.

Το πρόβλημα ήταν πως όλα απόρρητα είναι στο γραφείο του πρωθυπουργού, έγγραφα, συνομιλίες, εξαρτήματα, πρόσωπα. Ως και οι παραγγελίες σούσι, τα ντελίβερι που λέει ο κοσμάκης, απόρρητες ήσαν. Άλλη διεύθυνση έδιναν, αλλού παραδίνονταν τα εδέσματα, από αλλού πήγαινε και τα παραλάμβανε ο ιδιωτικός αστυνομικός, το σεκιούριτι που λέει ο απλός λαός, και τα μετέφερε στην απόρρητη σαλοτραπεζαρία όπου γευμάτιζε απορρήτως με τους εξ απορρήτων του.

Εφόσον εγνώριζα όλα τούτα, δεν εννοώ ποιος σατανάς με ώθησε να διαβιβάσω το απειλητικό τηλεγράφημα στην ιδιαιτέρα γραμματέα χωρίς πρώτα να το έχω εσωκλείσει σε σφραγισμένο φάκελο με την ένδειξη «απόρρητον, εξαιρετικά επείγον». Με αυτή μου την παράλειψη, την οποία αποδίδω στην αναστάτωση την οποία μου προκάλεσε το επίμαχο μήνυμα, ο κλητήρας του Μεγάρου ανέγνωσε το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, το διέδωσε ολούθε, προκάλεσε τη γενική θυμηδία, έτσι ώστε όταν το επέδωσε στην ιδιαιτέρα, με την οποία εξ ων γνωρίζω σχετίζονται ως μακρινοί συγγενείς, οπόταν και έχει το θάρρος, το διάβασε μεγαλοφώνως. Η ιδιαιτέρα μόλις είχε παραγγείλει το irish coffee και άτμιζε το ηλεκτρονικό της σιγαρέτο χαζεύοντας τις αστρολογικές προβλέψεις της εβδομάδας αμέριμνη όταν ο κλητήρας σκασμένος από τα γέλια, κατά το κοινώς λεγόμενον, διάβασε με στεντόρεια φωνή εις επήκοον όλων:

«Απόψε το βράδυ τα μάγια θα λυθούν. Ο πρωθυπουργός θα ξαναγίνει κολοκύθα».

Και ερωτώ, κύριε Διευθυντά, γιατί δεν ετιμωρήθη ο συντάκτης του τηλεγραφήματος, γιατί δεν ετιμωρήθη ο υπεύθυνος της διάρρευσης του μήνυματος, αλλά εγώ, ένας απλός, απλούστατος υπάλληλος στο Πρωτόκολλο; Επειδή, λέει, συνέβαλα στο να τρωθεί το κύρος του πρωθυπουργού. Πείτε με και αναρχικό στο τέλος. Αυτό μου έλειπε.

Μετά τιμής,

Ανεμώνα Μαραμένου

(Δημοσιευμένο στο Διάστιχο)

19/10/17

Momentum

"Δε τον αντέχω ρε αυτό τον  χυλό, κάτι αζώιστα κνώδαλα με ζαχαρωτές ζωούλες, ανάσες που μυρίζουν παρκετίνη και σουπλίν της μαμάς τους, αγράμματα τσόκαρα όλοι τους, που περιφέρονται από μπαράκι σε μπαράκι τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους με άλλα ανερμάτιστα..."
Διακόπτει. Τον κοιτάει περιμένοντας να τη βοηθήσει.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσόκαρα."
Δείχνει αγριεμένη.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσουτσέκια, που όλα μαζί γλείφουν το κάθε τσογλάνι που κρατάει τ’ αντικλείδια κάποιου θεάτρου, κάποιου εκδοτικού ή γλείφουν πατόκορφα τον κάθε λίγδα σφουγγοκωλάριο που έχει τα κοννέ για τις κρατικές επιχορηγήσεις και τα βραβεία. Και γιατί; Γιατί τόσος γαμημένος ζήλος; Μου λες; Για να προβάλλουν το τίποτα, τον κοπανιστό αέρα που περιέχει το έργο τους αμπαλαρισμένο με φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Μια τέχνη της ελίτ, για την ελίτ, που δεν αφορά κανέναν εκεί κάτω. Ξέρεις τι είναι όλοι αυτοί; Ε; Ξέρεις; Σκυλάδες με προβιά μεταμοντέρνου, κατίσχυσαν στο σύστημα, επιβλήθηκαν, γίνανε πρώτες μούρες μέσα από το εναλλακτικό λάιφσταϊλ κι από μέσα νάδα, νούλα, μηδέν, πώς -το -λένε. Γιατί αυτοί, δεν έχουν να πουν, πασχίζουν μόνο να δειχτούν."
Η ηθοποιός ξεφυσάει και ρωτάει τον σκηνοθέτη.
"Τι λέει; Καλό;"
"Να κάνουμε ένα διάλειμμα και να το ξαναπάμε από τα τσουτσέκια; Έβαλες πολύ σάρκα ειδικά εκεί στο τσογλάνι. Δε βγαίνει καλά."
"Κοίτα, πέφτουν πολλά λάμδα στη σειρά, γλείφουν, τσογλάνι, αντικλείδια. Το βλέπεις; Έχει θέμα το κείμενο."
"Αδουλευτο τελείως.Είπε όμως ο παραγωγός να μην το πειράξουμε, να βγει όπως είναι. Ακατέργαστο, πρωτολειακό. Βγάζει μια δύναμη, μια οργή, ένα κάτι. Το θελουμε αυτό, μας κάνει."
"Πώς το ανεχόμαστε;"
"Ποιο;"
"Να αποφασίζει ο παραγωγός πάνω στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα."
"Εντάξει, κοίτα, το δέχομαι, πάντα ένα τρίτο μάτι βοηθάει στη δουλειά μας..."
"Έλα τώρα, αν δεν ήταν γεμάτο το πορτοφόλι του, να στα ακουμπάει ντάγκα-ντάγκα, ποιο μάτι και ξεμάτιασμα μου λες."
"Έχεις επηρεαστεί από τη μπλόγκερ."
"Ναι, μπήκα στο πετσί του ρόλου. Από αύριο μόνο τσικουδιές με ελιές και παξιμάδι. Yeah!"
"Ντάκο εννοείς."
"Αυτό. Τσίπουρο, ντάκο κι επανάσταση στην πλατεία Εξαρχείων."
Γελούν. Η ηθοποιός αφήνει το κείμενο στο τραπέζι και συνεχίζει.
"Μολις γίνουν κυβέρνηση, θα τους δεις κυριλέ στα υπουργεία. Ψοφάνε όλοι για εξουσία."
"Καλά, δε νομίζω, η συγκεκριμένη είναι πολύ στα κάγκελα."
"Για την καρέκλα τα κάνουν. Άκου με που σου λέω."
"Σόρρυ αν στέκεσαι τόσο κριτικά απέναντί της, δε θα μπορέσεις να το βγάλεις."
"Θα το βγάλω, no worries."
"Παιδάκι μου, το πιστεύεις καθόλου το κείμενο;"
"Ούτε καν."
"Τότε πώς θα το παίξεις; Θα με τρελάνεις;"
"Είναι μόδα, πουλάνε οι μπλόγκερς και η φάση αγανάκτηση κι έτσι. Αυτό και μόνο μού αρκεί."
"Δίκιο έχεις. Άντε, το ξαναπάμε;"
"Το ξαναπάμε. ΟΚ. Να σου πω, δεν κατεβαίνουμε σε καμία πορεία να δούμε πώς είναι; Για το βίωμα, ξέρεις."
"Να κατέβεις εσύ, αγάπη μου, που θα την ενσαρκώσεις."
"Άστο, εντάξει. Πήγα πέρυσι στο Σύνταγμα στους αγανακτισμένους και φρίκαρα."
"Οι διαδηλώσεις είναι άλλο στυλ. Έχουν πιο τζέρτζελο. Δε θυμάσαι τον Φλεβάρη που ψηφίστηκε το δεύτερο μνημόνιο τι έγινε;"
"Άστο λέμε, να μου λείπει. Από πού το ξαναπάμε;"
"Από τα τσουτσέκια."
Δυο μέρες μετά στο τηλέφωνο.
"Τα έμαθες, έτσι;"
"Ναι ρε συ, είναι δυνατόν;"
"Είχε κατάθλιψη ή κάτι;"
"Μπα...Δεν είχε ακουστεί τίποτα τέτοιο, αλλά ποτέ δε ξέρεις."
"Κρίμα ρε συ, νέα κοπέλα."
"Στην αρχή έλεγα μπορεί να έγινε λάθος, ξέρεις, συνωνυμία, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτή έγραφε με ψευδώνυμο. Αλλά μετά μαθεύτηκε παντού. Τι να πεις..."
"Άφησε σημείωμα;"
"Όχι, αλλά το τελευταίο της  διήγημα ήταν για εργασιακό μπούλινγκ και λοιπά, οπότε όλοι λένε πως αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος."
"Κι εμείς τι κάνουμε τώρα; Θα το ανεβάσουμε;"
"Κοίτα, θα το ψάξω λίγο τι παίζει με τα πνευματικά δικαιώματα σε περίπτωση θανάτου και θα σου πω. Πάντως δε βλέπω το λόγο γιατί να μη το κάνουμε. Τόσες πρόβες, βρήκαμε χώρο, παραγωγή, μην πάνε χαμένα."

"Καλά λες. Άσε που τώρα θα ακουστεί ακόμα περισσότερο το όνομά της. Μη χάσουμε το momentum."


16/8/17

ο ανάποδα που περπατούσε

Ανάποδα περπατούσε, τον σκουντούσαν, πού πας εσύ, λάθος πας, από 'δω παν' κι άλλοι τους απαντούσε, βρε χωρατατζής ο άτιμος, γελούσαν οι διαβάτες οι προς τα μπρος που βάδιζαν, οι κανονικά που πήγαιναν, γελούσαν, ξεχνούσαν, έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Δεν είχε ο χρόνος τέλος, αρχή δεν είχε ο κόσμος, έπαιρνε το δρόμο του, ίσια πίσω πήγαινε, όσο πήγαινε, αραίωνε το πλήθος, αλλάζαν οι καιροί, η όψη των ανθρώπων άλλη, αλλιώς κι η γη, κι οι θεοί, άλλοι θεοί παράξενα τον κοίταγαν, ξένε, τι ήρθες εδώ και τι γυρεύεις, στάσου πώς είναι τώρα οι θεοί, πώς είναι ο κόσμος, στέκονταν ακίνητοι, νεκροί, πού να τον πιάσουν, έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Ούτε διψούσε, ούτε πεινούσε, ούτε γυναίκα γύρευε, σε ενα λιοπύρι έφτασε, τι ζητάς εδώ, εδώ ιδρώνει η πέτρα, είπε το σύννεφο, να στίψω νερό να σε δροσίσω, όχι, χάσου απ' το δρόμο μου, να πάω πίσω θέλω, αντιμίλησε αυτός, ούτε το χέρι έβαλε αντήλιο, ούτε τα χείλη του έγλειψε, να σε σκεπασω μια σκιά σε έφαγε ο ήλιος, μην με αργείς, σκυφτός μουρμούρισε, να σε πλύνω μόνο, η σκόνη το πετσί σου έγινε, μια φορά να σε πλύνω κι ύστερα φύγε, πίσω πήγαινε.

Γδύθηκε, γδύθηκε στο στοιχειό, αυτό δεν ήταν σύννεφο, δεν ήταν του ουρανού αφράτα μαξιλάρια, γυναίκα ήταν που τον πόθησε, στα πέλματά του ρίζωσε χώμα με σπόρο ιερό, μα αυτός το πάτησε, στα χέρια του τυλίχτηκε αμπέλια από αρχαίο τρυγητό, μα αυτός δεν γεύτηκε, στο στήθος του απλώθηκε και μπλέχτηκε στις τρίχες του ανάμεσα χρυσός αέρας ορυκτός, μα αυτός τον τίναξε κι έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Τώρα τον ένιβε, τον μαύλιζε, τον έραινε, τον ζάλιζε, τον χάιδευε, τον ράγισε, άνοιξε στα δυο, χύθηκε το σπέρμα του στο υγραμένο χώμα, τα πόδια του βουλιάζανε, έπιασαν ρίζα, βλάστησαν τα σωθικά του, κλώνεψε, κάρπισε, παίδιωσε, μεγάλωσαν τα παιδιά του, πέσανε απ' τα κλαδιά του, έφυγαν πίσω πήγαιναν.

Μαζί σας πάρτε με, συντρόφοι και σπορά μου, βγάλτε με από της γης το βάθεμα, ανάποδα να περπατώ, μαζί σας να πηγαίνω, σώστε με από το νέκρωμα του χρόνου, μα αυτά ξεμάκραιναν, ίσια πίσω πήγαιναν, δε στάθηκαν, άγαλμα με κομμένα πόδια αυτός και το στοιχειό τον έλουζε βροχές, τον έπλενε, ώσπου μια χούφτα χώμα έγινε ίδιος άνθρωπος.

[Δημοσίευση στο περιοδικό "Θράκα"]

12/7/17

Προκυμαία

Προκυμαία. Ένα ζευγάρι σ΄ ένα παγκάκι μιας ξύλινης αποβάθρας . 
“Θα φύγουμε μια μέρα.” 
“Πού θα πάμε;” 
“Κάπου μακριά και όμορφα.” 
“Θα είμαστε μαζί;” 
“Είμαστε ήδη.” 
“Τότε νομίζω πως ήδη έχουμε φτάσει στον προορισμό μας."



[Φωτογραφία: Μυρτώ Αριστείδου,  Από το βιβλίο The story of a moment]

3/7/17

Σοδειά του περιπλανητή

Ωραίο χωραφάκι είναι τούτο, σκέφτηκε άσκεφτα ο περιπλανητής τυχαίνοντας ένα χέρσο κομμάτι γης στην ξερολιθιά, το κατοικούσαν τα αγριόχορτα κι οι σαύρες, το σκάλισε, έριξε σπόρους στους λάκκους, νερό δεν είχε ο τόπος, φίλησε το χώμα, το έγλειψε, έφυγε, πήρε τον δρόμο του.

Επέστρεφε με το νου, τι απέγινε κείνη η σπορά, έπιασε; ρωτιόταν, άλλοτε φυσούσε αέρα το στόμα του, έδιωχνε άθελά του τα ζιζάνια, άλλοτε έβρεχε χωρίς να θέλει απ’ τα υγρά του, πάντα από μακριά, όταν ήρθε είδε πως άδικος κόπος, ας το ξεχάσω λέει, είναι στέρφα γη, έφυγε, πήρε τον δρόμο του.

Περιπλανητής αφού ήταν τον ξανάφεραν οι δρόμοι, οι δρόμοι είναι κυκλικοί, γύρω- γύρω τη ζώνουν την οικουμένη, πάλι σε παίρνουν, πάλι σε φέρνουν, όταν γύρισε δεν το γνώρισε, τα δέντρα είχαν θεριέψει ίσαμε πάνω, τα κλωνιά τους έγερναν στη γη παραφορτωμένα με καρπούς, μάγκωσε το στόμα του, ξεράθηκε η γλώσσα του, μήτε να φιλήσει, μήτε να μιλήσει, μήτε να φυσήξει, τόση σοδειά δε θέλησε, τόση συγκομιδή δεν άντεχε, έφυγε, πήρε το δρόμο του.

Τώρα τα δέντρα σκαρφαλωμένα στα τείχη, ψήλωσε κι η ξερολιθιά, γύρνα να μας τρυγήσεις, σφυρίζουν κατάρες όπως αρχαίος χορός τα δέντρα, κι ούτε ένα δεν ρίχνουνε στο χώμα, καλύτερα να σκιστούμε στα δυο παρά να σαπίσει αφάγωτος από σένα ο καρπός, μαστάρια αίμα γεμάτα τα φρούτα κρέμονται στα κλαδιά τους, να έρθεις τώρα να βυζάξεις, φωνάζουν κι ούτε ποτέ κανένας τα άκουσε αφού αυτός δεν τ’ άκουσε, μονάχα, έφυγε, πήρε το δρόμο του.


(Διήγημα στο Fractal)