9/4/14

ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε. (Infowar) στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη στα Εξάρχεια

Πέμπτη 10 Απρίλη στις 08:30μμ

Προβολή του νέου ντοκιμαντέρ "Φασιμός Α.Ε." από το Infowar productions (Debtocracy, Catastroika), την πρώτη μέρα μετάδοσής του.

- Ομιλίες - τοποθετήσεις:
* Μαρία Νικολακάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
* Σπύρος Μαρκέτος, Eπίκουρος Καθηγητής Ιστορίας του ΑΠΘ
και
* Niemands Rose, Συγγραφέας, Blogger
Συζήτηση, παρεμβάσεις, συμφωνίες, διαφωνίες στα προαπαιτούμενα.

*Είσοδος ελεύθερη*
Διοργάνωση: Bibliotheque και Clipart Radio.gr
στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ (Στουρνάρα 11, Εξάρχεια)



30/3/14

Η Κατερίνα Μάτσα παρουσιάζει "Τα φώτα στο βάθος"


[Πλήθος κόσμου ήταν στο Λοκομοτίβα την Παρασκευή 28 Φλεβάρη στην παρουσίαση του βιβλίου της Niemands Rose Tα φώτα στο βάθος, εκδόσεις Aπόπειρα. Tην παρουσίαση έκανε η Kατερίνα Mάτσα και ακολούθησε συζήτηση με τη συγγραφέα.]

Πρόκειται για μια συλλογή 38 διηγημάτων που μιλούν, με το δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο για «αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή», όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Ρόμπερ Βάλζερ, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, μέχρι το θάνατό του, στο ψυχιατρείο.
Η συγγραφέας της συλλογής διάλεξε ως διαδικτυακή ταυτότητα και στη συνέχεια ως ψευδώνυμο το στίχο του Εβραίου ποιητή Πάουλ Τσελάν «Του κανενός το ρόδο».
«Δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό χώρο. Έχω, όμως, ταξική συνείδηση. Είμαι κόρη εργάτη, βίωσα την ανεργία του πατέρα μου στη δεκαετία ΄90, διαμόρφωσα ως έφηβη συνείδηση μέσα από τις καταλήψεις και το μαθητικό κίνημα της ίδιας περιόδου. Αυτά τα πράγματα με καθόρισαν» λέει σε μια συνέντευξή της («Δρόμος της αριστεράς» 28/12/2013).
Έχοντας λοιπόν ταξική συνείδηση διακηρύσσει θαρραλέα «Αλληλεγγύη μόνο σ’ αυτούς που μας βλέπουν από το ίδιο ύψος. Σ’ αυτούς που καταλαβαίνουν πως ο εργάτης δεν είναι κανενός περιουσία, ούτε του αφεντικού, ούτε του κόμματος». Στο διήγημα «Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό» προσδιορίζει με σαφήνεια το αξιακό της σύμπαν. «Αυτά είναι εμένα τα ιερά και τα όσια. Οι δάσκαλοί μου, οι φίλοι μου, οι άντρες που ερωτεύτηκα, οι άνθρωποί μου, οι μνήμες μου. Και η ποίηση. Που δεν τη βρίσκω μόνο στα βιβλία. Που την αναζητώ στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο».
Κεντρικό πρόσωπο σ’ όλα τα διηγήματα είναι ο άνθρωπος με τα πάθη του. Ο μοναχικός, ο τρυφερός, ο δυστυχισμένος, ο τρελός, ο ηλικιωμένος, ο καθημερινός άνθρωπος στη σχέση με τη φύση και την ιστορία, ο άνθρωπος Αντίφαση.
«Η αντίφαση στους ανθρώπους και η ανατροπή στη ζωή είναι κάτι που αναγνωρίζεις», λέει η ίδια.
Βάζοντας βαθειά το μαχαίρι της κριτικής στη σάρκα της σημερινής κοινωνίας, που βρίσκεται σε βαθειά κρίση, αποκαλύπτει τον πόθο, τη λαχτάρα της για ένα πιο δίκαιο κόσμο, έναν κόκκινο κόσμο. «Το κόκκινο χώμα. Αυτό το χώμα είναι μόνο δικό μας ποιητή. Ο κόσμος και ο έρωτας, που ’ναι κόκκινος κι αυτός. Δικός μας. Δικός μας και του κόσμου όλου». Ο κόσμος, ο έρωτας, το χώμα, ο ποιητής, όλα είναι κόκκινα και όλα ανήκουν σε όλο τον κόσμο, το όραμα της παγκόσμιας κοινοκτημοσύνης του ελευθεριακού κομμουνισμού.
Με καυστικό τρόπο στοχάζεται πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Ποια είναι η φύση του ανθρώπου, ποιος λογίζεται φίλος; «Κι έμαθα πως το ζόρικο δεν είναι δάσκαλε να πάρεις το ρίσκο ν’ αρπάξεις το φίλο από το γιακά και να τον ταρακουνήσεις πριν πέσει στο γκρεμό. Το δύσκολο είναι, δάσκαλε, να πεις τί είναι γκρεμός και τί δεν είναι». Η αδυναμία επικοινωνίας, οι αταίριαστες σχέσεις, η πικρή ζωή, η παιδοκτονία, η αυτοκτονία της μητέρας γίνονται κομμάτια ενός puzzle, της φυλακής της καθημερινής δυστυχίας της γυναίκας και μητέρας που κάποια στιγμή υπερβαίνει τα όρια της απελπισίας, και της λογικής και πέφτει στο κενό. Τα ψυχικά τραύματα, η ψύχωση, τα ψυχοφάρμακα, οι φωτισμένες βιτρίνες, οι σειρήνες του περιπολικού, η αντίσταση της «τρελής», που πήγε να κλέψει λίγη από τη λάμψη της βιτρίνας, βάζοντας στη μεγάλη τσάντα της τα ασημένια μαχαιροπήρουνα, «αφού χωρούσαν».
«Σπαρταρούσε σαν το ψάρι. Αλλά δεν ήταν ψάρι. Τύχαινε αν είναι άνθρωπος. Γύρω στα εξήντα. Οι χειροπέδες. Σαν το λουκέτο στο μαγαζί του μπαμπά. Η Ιρλανδία γιόρταζε το οικονομικό θαύμα. Και επί γης Irène («και επί γης ειρήνη»). Η Irène, η τρελή στην Ιρλανδία, που γιορτάζει το οικονομικό θαύμα. Και πίσω απ’ αυτό η οικονομική χρεοκοπία του πατέρα της Irène που σφράγισε τα παιδικά της χρόνια, το λουκέτο στο μαγαζί του, που μας προσγειώνει στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης και των αναρίθμητων λουκέτων. Πόσες Irène, άραγε, θα κυκλοφορούν στους δρόμους του μέλλοντος;
Ο άνθρωπος, έλεγε η Glady Swain, έχει το προνόμιο της τρέλας. Είναι η αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού σου στον καθρέφτη, η εικόνα που πρέπει να σέβεσαι.
Ο ψυχασθενής περπατά κοιτώντας διαρκώς κάτω, χωρίς να μιλά. Και εκείνη, η νορμάλ, υπόσχεται σεβαστικά να κοιτά κι αυτή καμιά φορά το χώμα, «παρόλη τη βιασύνη, παρόλες τις καβάντζες. Και τότε να με ρωτώ τι ώρα είναι» («Στο δρόμο»).
Ποιος καθορίζει άραγε τα όρια ανάμεσα στο νορμάλ με τις καβάντζες και το μη νορμάλ της ψυχικής αρρώστιας; Τί κάνει τους ανθρώπους να βάζουν απέναντι και να κοροϊδεύουν τον αυτιστικό; Ο Γερμανός αυτιστικός και η Μαρίτσα, που η μάνα της την πήγαινε στη Μεγαλόχαρη συναντιούνται στο ίδιο πλοίο της γραμμής, «χωρίς να βλέπουν ο ένας τον άλλο, έβλεπαν όμως και οι δυο, την ίδια στιγμή, τα χρώματα του δειλινού και δεν ακουγόταν παρά μόνο ο αχός της θάλασσας και το κρώξιμο του γλάρου» («Αυτός, αυτή, αυτισμός»).
Με χιούμορ, άλλοτε τρυφερό και άλλοτε καυστικό, μιλά για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και το χρόνο. Η υπέργηρη γιαγιά πεθαίνει στα 103, τα εγγόνια της τη θάβουν και γυρνώντας από τα νεκροταφείο ανακαλύπτουν ρολόγια μέσα στις γλάστρες της γιαγιάς. Η έρημη άκουσε τους γείτονές της που της έλεγαν «κρύβε λόγια» και κατάλαβε «κρύβε ρολόγια». Να υπονοεί, άραγε, η συγγραφέας τη δυνατότητα μιας ζωής, με το χρόνο όχι δυνάστη αλλά σαν τα λουλούδια στις γλάστρες, που ευφραίνουν τις ψυχές; («Το μυστικό της μακροζωΐας»).
Θριαμβευτικά, σχεδόν, περιγράφει το σπάσιμο των αλυσίδων της κοινωνικής συμβατικότητας. Η παντρεμένη νοσοκόμα που ερωτεύεται τον φυλακισμένο μαύρο, στον οποίο κάνει τις ενέσεις για τον σακχαρώδη διαβήτη επιλέγει να σπάσει τα δεσμά του συμβατικού γάμου της, να πάει και εκείνη στη φυλακή και μετά να πετάξουν μαζί, ελεύθεροι πια, η Μπεθ και ο Μπεμ για το Λάγος της Νιγηρίας («Είναι τα φιλιά σαν φυλακή»).
Και μετά μια άλλη φυλακή, η φυλακή του Διαδικτύου, προσομοίωση μιας πραγματικής ζωής, δημιουργεί υποκατάστατα σχέσεων, που επιχειρούν να γεμίσουν το κενό μιας μοναχικής και δυστυχισμένης ύπαρξης, της όμορφης, νυμφομανούς Ζορζέτ, τραγουδίστριας τον παλιό καιρό σε μπουζουξίδικο, που κατέληξε 108 κιλά και κλείστηκε στο σπίτι της, μόνη με το Διαδίκτυο και τους διαδικτυακούς της έρωτες («Έρωτας στο Διαδίκτυο»).
Με δέος στέκεται μπροστά στον χωρίς όρια ανθρώπινο πόνο, στην προσευχή του καρκινοπαθούς που ελπίζει στο θαύμα. «Και τότε σ’ αυτό που εσύ επισκέπτεσαι σαν έκθεμα, το μοναστήρι των ταξιαρχών, θα δεις έναν συνομήλικό σου άντρα, χωρίς μαλλιά, χωρίς φρύδια, ντυμένο κάζουαλ, έναν κανονικό άνθρωπο, έναν κανονικό καρκινοπαθή, με σφιχτά σφαλισμένα τα μάτια, γονυπετή, με σφιγμένο στα χέρια ένα τόσο δα βιβλιαράκι με προσευχές, ψαλμούς, ούτε πως τα λένε δε θα ξέρεις, να ψιθυρίζει με ακουμπισμένο στην εικόνα το κεφάλι που θέρισαν οι χημειοθεραπείες, να ψιθυρίζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του προσευχές. Και θα βγεις τρεκλίζοντας με την εικόνα του ικέτη στα μάτια σου μπροστά» («Αδιάκοπα»).
Συγκλονιστική η εικόνα συναγωνίζεται σε δύναμη την άλλη, επίσης συγκλονιστική, απεικόνιση της ζωής και του θανάτου, σε μια σύνθεση, μέσα στην καθημερινότητα, με την Ιστορία να βγάζει και εδώ τη γλώσσα. Τον πίνακα συνθέτουν ζωντανοί και νεκροί, ο ιατροδικαστής, η ομάδα των φοιτητών με τις άσπρες μπλούζες, το πτώμα της νεκρής κοπέλας και το ιστορικό περίγραμμα, το πραξικόπημα. Η κοπέλα «είχε πολλή ομορφιά μέσα της». Μήπως βρισκόταν εκεί γιατί αγωνίστηκε ενάντια στο πραξικόπημα και την σκότωσαν; Υπαινικτικός ο λόγος της. «Ο τραυματιοφορέας, όσο γινόταν το μάθημα, πείνασε. Έβγαλε το σάντουϊτς. Έπεσαν ψίχουλα πάνω στο άψυχο σώμα. Από το ανοιχτό παράθυρο όρμησε ένα σπουργιτάκι. Η ομορφιά που είχε μέσα της άρχισε να χύνεται στα φθαρμένα μωσαϊκά του νεκροτομείου. Αλλά όλοι κυνηγούσαν αλλόφρονες να διώξουν το σπουργίτι» («Κυνήγι»).
Και ύστερα, ο απολογισμός μιας άχαρης, ανούσιας, απολίτικης μικροαστικής ζωής. «Γέρασε χωρίς τις πλατείες των πολιτικών συνειδήσεων». Έμμεση αναφορά στις πλατείες των αγανακτισμένων ή μήπως προσδοκία για τις πλατείες των εξεγερμένων;
Τώρα πια η κρίση έριξε τις μάσκες και έδειξε το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων εκείνων «που η αγορά ήταν η εκδρομή τους. Και τώρα τελείωσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μίντια, τα greeklish και τα ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο, που έμοιαζε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας» («Κυριακές γκράν γκινιόλ»).
Ανατριχιαστικά ρεαλιστική η περιγραφή των αλλοτριωμένων μικροαστών, των «ζόμπι της μη ζωής», που η κρίση αποκάλυψε τη γύμνια τους.
Με σπαραγμό αναφέρεται στη δολοφονία, την «κατά λάθος» εκτέλεση του νεαρού και ταλαντούχου βραζιλιάνου στο μετρό του Λονδίνου, το 2005, στην κορύφωση της τρομοϋστερίας. Με ταξική περηφάνια ταυτίζεται με τους φτωχούς γονείς του που πετούν στα μούτρα των ιμπεριαλιστών την «επανόρθωση του λάθους τους», που γι αυτούς δε θα μπορούσε να είναι παρά μόνο χρηματική αποζημίωση. «Ο πλούτος στη Βραζιλία λογαριάζεται αλλιώς, μαλάκες» («Το λάθος»).
Η περηφάνεια των καταπιεσμένων βγάζει περιφρονητικά τη γλώσσα στους καταπιεστές και δολοφόνους τους. Ένα μάθημα αξιοπρέπειας, στο οποίο οφείλουμε να υποκλιθούμε.
Κοσμοπολίτισσα η συγγραφέας μιλά με πίκρα για την καταπίεση της ελληνίδας γυναίκας μέσα «στους 4 τοίχους με τα σεμεδάκια» («Για τη γυναίκα, το γήρας, το γαμώτο»). Έχει επισκεφθεί, έχει γνωρίσει άλλους τόπους με τη γυναίκα χειραφετημένη, να χαίρεται τη ζωής της. Και όμως, αυτή η γυναίκα, που θυσιάζεται για όλους τους άλλους, που κάποιοι την είπαν Μαίρη Παναγιωταρά, έχει τη δύναμη να ανακαλύψει την αξία της ζωής μετά τη μαστεκτομή και να νοιώθει «πολύ τυχερή, παρόλαυτά».
Ξεχύνονται από μέσα της ποτάμια τρυφερότητας για τους ανήμπορούς, τους μοναχικούς ηλικιωμένους. «Από τον ορό του γέροντα στο νοσοκομείο, που δεν περιμένει επισκεπτήριο τρέχει στάλα - στάλα η μοναξιά». Αλλά και προς τα ζώα είναι τρυφερή «για να μπορώ να χαϊδεύω τις αδέσποτες γάτες χωρίς να φοβάμαι το τοξόπλασμα» («Αγάπη, ρέ»).
Μιλά επίσης με νοσταλγία για τις Κυριακές της αθωότητας, τις Κυριακές τις παλιάς εποχής, με τους χορούς, το γιορτινό τραπέζι, την κοινή συμμετοχή, τη συλλογικότητα, που σε κάνει άνθρωπο και σου δίνει τη δύναμη να αντέχεις τα δύσκολα.
Την ποίηση αναζητά η συγγραφέας «στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο», όπως λέει. Και τη βρίσκει σε ένα δώρο, φαινομενικά άχρηστο, αφού φτάνει σπασμένο στον προορισμό του, σύμβολο όμως της τελευταίας ελπίδας μιας μάνας.
Ο γιατρός, που νοσήλευε το παιδί με τον αυτοκτονικό ιδεασμό, είναι τώρα σύμβουλος σε Υπουργείο. Η μάνα του παιδιού του στέλνει κάθε χρόνο δώρα γυαλικά που σπάζουν μέχρι να φτάσουν στα χέρια του από το ταχυδρομείο. Τα παραλαμβάνει η γραμματέας του, που δεν την αποκαλεί καν με το όνομά της. Εκείνος άψυχος άνθρωπος τα πετά ενοχλημένος στα σκουπίδια. Κάποτε όμως καταλαβαίνει ότι αυτή η μάνα μ’ αυτό τον τρόπο του στέλνει μήνυμα ότι το παιδί της είναι εύθραυστο και θα μπορούσε, αν εκείνος δεν το πρόσεχε να γίνει θρύψαλα. «Όταν το κατάλαβε έπιασε τα σπασμένα γυαλιά με τα χέρια του και μάτωσε. Τότε γινόταν άνθρωπος. Γέμιζε ψυχή» («Τα δώρα που σπάνε»).
Η μαύρη σημαία της κατάληψης και το μωβ του ουρανού και του αίματος, είναι διαχρονικά σύμβολα της εξεγερσιακής παρουσίας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, που αποζητά όμως και μια άλλη, πιο αρμονική, σχέση με τη φύση. «Αλλά να μυρίζει θυμάρι» («Χρώματα και αρώματα»).
Αλλού, η εξεγερσιακή δράση παίρνει μορφή χάπενινγκ, όπως εκεί που 70 άτομα ορμούν σε μια παραλία και κολλούν στο στόμα των λουόμενων μονωτικές ταινίες. «Ενός λεπτού συναισθήματος σιγή. Η σιωπή υποκλίνεται στην ομορφιά του κόσμου» («Ενός λεπτού σιγή»).
Αλλού, πάλι, οι νεαροί αντιεξουσιαστές απαλλοτριώνουν από τα ράφια του supermarket τα τρόφιμα που  τα μοιράζουν στον κόσμο και τελικά γεύεται ακόμα και ο συντηρητικός και φοβισμένος κυρ Μενέλαος. Η οικονομική κρίση έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών, κάνοντας ακούσια συμμέτοχους σε μια ανατρεπτική πράξη ακόμα και τους παππούδες («Ρομπέν των αγορών»).
Το νυστέρι της κριτικής μπαίνει βαθειά στο σώμα της σημερινής κοινωνίας, που καταρρέει και καταθλίβεται. "Και λες οι οικονομικοί δείχτες κάποτε θα ευπρεπιστούν, αλλά ο κουρνιαχτός από τη σύνθλιψη και την κατάθλιψη θα έχει επικαθίσει στις αυλές και στις καρδιές μας" («Μπέλ Επόκ της Κυριακής»).
Και το πιο απεχθές προϊόν της σήψης του συστήματος, η Χ.Α., που οι φουσκωτοί τους σκοτώνουν κατά παραγγελία της συζύγου τον άπιστο, πρωταθλητή σύζυγο, αφού του φορέσουν στο κεφάλι μια πλαστική σακούλα. «Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μας παρέδωσαν τα υπάρχοντά του σε μια άλλη πλαστική σακούλα» («Πλαστική σακούλα»).
Και στον αντίποδα η κοινωνική εξέγερση των απόκληρων. Με μια εκπληκτική παραβολή αναφέρεται στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, τη στάση των καθωσπρέπει, των μίντια, των αρχών, αλλά και των διανοούμενων του συστήματος, για την ήσυχη πόλη, το Τάφερε, με τους πλούσιους που ζούσαν ψηλά και τους χαμηλόμισθους και τους χαμηλοσυνταξιούχους, τις χαμηλοκώλες, τους άπορους, τους άστεγους, τους άτυχους, τους μετανάστες, τα πρεζόνια, τις πόρνες, τους πολύτεκνους και τους καταληψίες ενός ραμολιμέντου κτιρίου, που ζούσαν όλοι αυτοί στα χαμηλά.
Και τότε, εκείνα τα Χριστούγεννα, που η Εκκλησία με τις Φιρανθρωπίνες της έκανε τον φιλανθρωπικό της αγώνα για τους αθλίους του Τάφερε έγινε «της κολάσεως». «Πήραν να ξεχύνονται στους δρόμους μέσα από τις παράγκες, τα χαμόσπιτα και την κατάληψη λαοί με χίλια χρώματα, άλλοι κίτρινοι από ίκτερο και ηπατίτιδα, άλλοι μπλε από το κρύο και τις μπουνιές, άλλοι κόκκινοι από το μεθύσι, αρρωστημένα λιπόσαρκοι, αρρωστημένα παχείς, κουτσοί, ανάπηροι, με ρούχα παλιοκαιρισμένα και γιασεμιά στο πέτο. Στα δυό τους πόδια τα τυλιγμένα με κιρσούς – κισσούς, με πιτυρίδα και λίγδα στα μαλλιά, με ξύλα, καδρόνια, πέτρες και βαριοπούλες στα χέρια και με τα γιασεμιά… Κι έπειτα δίποδοι και τετράποδοι έκαναν το πιο ωραίο πλιάτσικο στην πόλη του Τάφερε, λίγο πριν τα σώματα των νόμιμων οπλοφόρων πνίξουν στο αίμα την παραγκούπολη». Και οι συγγραφείς; «Άνοιξε η γη και τους κατάπιε» (“Oh, Christmas free”). Σαφής αναφορά και ευθεία βολή στους διανοούμενους που υπηρετούν πιστά την κυρίαρχη εξουσία, τηρώντας τη σιωπή των αμνών.
Η συγγραφέας διεκδικεί με όλες τις αισθήσεις της και με το στοχασμό της, «με λογισμό και μ’ όνειρο» τη Ζωή και το μέλλον. Και καταγράφει διαλεκτικά το όλον σα μια στιγμή, μια στιγμή ομορφιάς του κόσμου. «Όλα μαζί λογαριάζονται ως τη μία, ενιαία και αδιαίρετη ομορφιά του κόσμου». Κόντρα στη θέληση αυτών που με λόγια γεμάτα μίσος κηρύττουν τον πόλεμο, το ρατσιστικό, τον ιμπεριαλιστικό, τον φονικό πόλεμο.
Αλλά τα φώτα εκεί στο βάθος του ορίζοντα υπάρχουν. Και πρέπει να φαίνονται. «Ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί πρέπει οπωσδήποτε να φαίνονται. Γιατί πρέπει το παιδί μου να τα βλέπει. Και τα φωτάκια της Λιβύης και του κόσμου όλου. Για να ’ναι ο κόσμος, ο άνθρωπος και η Ιστορία ένα, ενιαίο και αδιαίρετο» («Τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα»).
Το όραμα της συναδέλφωσης όλων των λαών, το όραμα της πανανθρώπινης ευτυχίας, χωρίς τους πολέμους και τους ταξικούς και γεωγραφικούς διαχωρισμούς, χωρίς το ρατσισμό και το μίσος, το φως της ελπίδας μπροστά στα μάτια τα δικά μας και των παιδιών μας, μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου. Γιατί, όπως έλεγε ο Λ. Τρότσκι στην Διαθήκη του "η ζωή είναι όμορφη. Ας την καθαρίσουν οι αυριανές γενιές από κάθε ασκήμια, κάθε καταπίεση και βία και ας τη χαρούν στην πληρότητά της". 

28/02/2014 


Νέα Προοπτική, 07.03.2014

22/3/14

Tο δελτίο Τύπου της Λέσχης των Ματαιόδοξων Ματαιωμένων

Γνώρισα μια φορά έναν ποιητή, τοπικό παράγοντα μιας πένθιμης επαρχίας, φουλ του πασοκ, σαν ποντίκι χωνόταν σε συλλόγους, επιτροπές, ενώσεις παραενώσεις, έσπρωχνε και το έργο του, τον έμαθε ο κόσμος, ήταν ευχαριστημένος στο βασίλειό του. Είχε την ποίηση όπως οι κάγκουρες το ακριβό γιωταχί. Καβαλούσε το βιβλίο του και περνούσε σπινιάροντας και σε ξεκούφαινε με πειραγμένη εξάτμιση και μουσικές διαπασών.
Γνώρισα μια φορά έναν ποιητή κάπου στους πρόποδες ενός βουνού. Όταν μου τον σύστησαν με το όνομά του, αλλά χωρίς την ιδιότητα, είδα μόνο έναν γέρο βοσκό πολύ εγκάρδιο• μετά έμαθα πως ήταν αυτός που είχε γράψει τον στίχο που άκουγα μελοποιημένο, έφηβη κι ευσυγκίνητη, και δάκρυζα. Είχε την ποίηση μαζί του. Σαν κτήμα του και σαν κάτι φυσικό. Σαν προβατίνα που αν δεν της άρμεγε τα μαστάρια, θα υπέφερε. Και χάριζε τους στίχους του βρασμένο γάλα με λίγη κανέλα και μέλι.
Γνώρισα μια φορά έναν ποιητή με γαμψή μύτη και κακό βλέμμα, όμως αφού συστηνόταν ευθαρσώς ποιητής ενεργοποίησα τους μύθους του ιδιότροπου καλλιτέχνη και τον δέχτηκα όπως είναι. Λίγο μετά είδα πως άρχισε να διαδίδει μυστικά των φίλων του, να κάνει χολερικά σχόλια για άλλους, να λέει ψέμματα, να αφιονίζεται όταν υποψιαζόταν πως δεν τον θαύμαζες φανατικά, ξετυλίγοντας έτσι την μικροψυχία του.
Έτρεξα να κρυφτώ. Ούτε που με αφορούσε η τέχνη μιας τέτοιας σιχαμένης προσωπικότητας. Κυνηγούσε την ποίηση κι αυτή τον απεχθανόταν. Πέθανε μια μέρα καθώς πάσχιζε να σκαρφαλώσει στα ψηλά ράφια και να κλέψει λίγους στίχους από κάποιον ομότεχνό του. Λένε πως βρέθηκε καταπλακωμένος από τη βιβλιοθήκη του. Αλλά αυτό δεν ήταν παρά το δελτίο Τύπου της Λέσχης των Ματαιόδοξων Ματαιωμένων.

15/3/14

Οι αφανείς συσχετισμοί και η φανερή μεροληψία

Το καλοκαίρι πριν μετακομίσω στο Λονδίνο, πριν δεκατρία χρόνια, η φίλη μου η Σοφία, σοφά μου συνέστησε να διαβάσω το Τι Ωραίο Πλιάτσικο του Τζόναθαν Κόου και το Αλλάζοντας θέσεις του Ντέιβιντ Λοτζ. Τους αγάπησα και τους δύο, αλλά όχι εξίσου. Γι’ αυτό διάβασα ακόμα πέντε βιβλία του πρώτου και μόνο δύο επιπλέον, του δεύτερου.
Και τα δύο βιβλία διαδραματίζονται στην Μεγάλη Βρετανία. Το Τι ωραίο Πλιάτσικο, με μαεστρία αστυνομικού μυθιστορήματος και πολιτικού θρίλερ καταφέρνει να ξεδιπλώσει με τρόπο που κόβει την ανάσα τη διαπλοκή της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελίτ μίας χώρας που στο φαντασιακό των ημεδαπών «μεταρρυθμιστών» αποτελεί την –ευρωπαϊκή- Μέκκα της διαφάνειας, του ελεύθερου εμπορίου και της εύρυθμης λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Το πρότυπο του ανεπτυγμένου κόσμου στη γηραιά ήπειρο η γηραιά αλβιόνα… Στο φαντασιακό πάντα. Μισό μυθιστόρημα να έχεις διαβάσει, αντιλαμβάνεσαι πως η διαπλοκή αποτελεί συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού. Το «Αλλάζοντας θέσεις», που εκτυλίσσεται στον χώρο βρετανικής (και εν μέρει αμερικανικής) ακαδημαϊκής κοινότητας, συμπτωματικά επίσης καταδεικνύει –ανάμεσα στα άλλα- μία άβολη αλήθεια, που επικρατεί σε κάθε κοινότητα, τις συμφωνίες που καθορίζονται κάτω από το τραπέζι και επιβάλλονται δημόσια με την επίκληση εντελώς άσχετων με τους πραγματικούς λόγους.
Ήδη από την εμπειρία μου στο Λονδίνο, τρέφω, όπως κάθε μη παραπλανημένος, σχεδόν μηδενικές αυταπάτες για τις περίφημες έννοιες «αξιοκρατία» και «διαφάνεια» που διατυμπανίζονται από τους ίδιους που συνήθως καταργούν με ευκολία και ύπουλα τους όρους του fair play που διαλαλούν. Πλέον όμως, έχοντας επαναπατριστεί και μάλιστα ως κάτοικος Αθηνών, μόνο να καγχάζω μπορώ παρακολουθώντας από κοντά πια το θέατρο σκιών που έχει στηθεί με τους αφανείς συσχετισμούς και τις άρρητες συμφωνίες που επηρεάζουν καταλυτικά τις δημόσιες θέσεις.
Είναι γκόμενος της συνάδελφου του θείου του αφεντικού. Άρα είναι δικός μας. Άρα μη γράψεις κάτι αρνητικό. Είναι χρηματοδότης της εκδήλωσης του ξαδέλφου του προϊσταμένου. Άρα μη γράψεις κάτι αρνητικό. Είναι στην επιτροπή που διαχειρίζεται το κατιτίς. Άρα μη γράψεις κάτι αρνητικό. Όπου αρνητικό λογίζεται ακόμα και η καλοπροαίρετη κριτική. Πας μη διθύραμβος, αρνητικόν εστί.
Μόνο που τελικά, είμαστε πολύ μικρό χωριό, παιδάκια. Πολύ μικρό, και οι ζωούλες μας, η ιδιωτικότητά μας είναι διάτρητη. Είναι μια σταλίτσα και το Κολωνάκι. Πού να κρυφτείς δηλαδή να μη δουν πως συνεστιάζεις με τον παράγοντα για τον οποίο θα αναγκαστείς να εκφραστείς με εγκωμιαστικά λογάκια, όταν παραστεί η ανάγκη. Μην κοροϊδευόμαστε τουλάχιστον υποδυόμενοι τους αντικειμενικούς δημοσιολογούντες. Η αντικειμενικότητα και η ευθυκρισία έχουν ένα κόστος που από ό,τι φαίνεται ελάχιστοι μπορούν να αντέξουν.


8/3/14

Γυμνή απέναντι στο άπειρο

Λένε πως στα μαιευτήρια τα ρολόγια δε λειτουργούν. Λένε πως όταν τελειώσουν κάποτε οι μπαταρίες κανείς δεν κάνει τον κόπο να τις αντικαταστήσει. Λένε πως αυτό συμβαίνει για να μην βλέπει η γυναίκα τον χρόνο πόσο βασανιστικά αργά κυλάει όσο εκείνη σπαράσσεται φέρνοντας στον κόσμο έναν άνθρωπο.
Λένε πως κάπου στα νότια παράλια της Κρήτης τα χελιδόνια δεν αποδημούν πια κατά τη χειμερινή περίοδο. Λένε πως οι χελιδονομαμάδες γεννούν και εκκολάπτουν τα αυγά τους εκεί στον Λέντα, και δε μεταναστεύουν πια. Λένε πως ο Λέντας ήταν καταφύγιο των χίπις όταν εκδιώχθηκαν από εκκλησιαστικούς κύκλους των Ματάλων. Και λένε πως στην διπλανή ερημική παραλία, στο Δυσικό, οι γυναίκες και οι άντρες περιφέρονται γυμνοί σα νεογέννητα. Σαν αποδημητικά πουλιά που φώλιασαν σε μια στιγμή για πάντα.
Λέω πως τα ρολόγια δε λειτουργούν τις ώρες που μια γυναίκα λιάζει γυμνό το κορμί της κάτω από τον ήλιο και τον χρόνο. Λέει «Πόσην ώρα μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα νά 'ρχεται και να φεύγει, χωρίς να θυμηθεί, όπως καθένας σε μια θαλασσινή ρέμβη, ότι η ζωή, όπως σε όλους, του είχε δοθεί έτσι, τυχαία, συμπτωματικά, άπαξ και δια παντός και για κανέναν γνωστό -ή γνώσιμο- λόγο;» Το λέει ο Φίλιπ Ροθ στον «Καθένα». Την ίδια ώρα λέει σε ρυθμό ρέγκε «No woman, no cry» και λέει σε ρετρό «Αγάπησα μια γυναίκα ευνούχο με ψηλό τακούνι και πέτσινο ρούχο» και λέει σε αιώνιο ροκ «Γυναίκα, γίνε η ανασταλτική αιτία γιατί τελειώσανε τα αστεία».
Και λέει ακόμα σε μια συνέντευξή της που παίζει σε λούπα χρόνια στα αυτιά μου «οι άντρες έχουν το προνόμιο να γκομενιάζουν ως τα γεροντάματά τους γιατί στερούνται το θείο δώρο της μητρότητας», λέει η Λιλή Ζωγράφου, που κυκλοφορούσε με παντελόνι και κάπνιζε στους επαρχιακούς δρόμους της Κρήτης για να προκαλεί το κοινό αίσθημα. Και λέει σε μια συνέντευξή της , που παίζει στο repeat στο κεφάλι μου, πως όταν καταλάβαιναν κι οι δυο πως πέθαινε, τον ρώτησε «Πέρασες καλά μαζί μου, Πλάτωνα;» Κι αυτός της απάντησε «Και το ρωτάς, βρε Διδώ μου;» Και λέει η Διδώ Σωτηρίου, πως όταν κληρονόμησε την περιουσία των θείων της που την είχαν υιοθετήσει, γιατί οι πρόσφυγες γονείς της δε μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με τόσα στόματα –έτσι μιλούσαν τότε- τη δώρισε, δε θυμάμαι πού, αλλά τη δώρισε κάπου, ίσως στο Κόμμα, γιατί δε συμβιβαζόταν στη συνείδησή της και αστικές πολυτέλειες και κομμουνιστική δράση.
Και λέει «Δίπλα ήταν μια μαιευτική κλινική, κι όταν λέγανε [οι περίοικοι] ακούμε φωνές λέγανε [οι βασανιστές] γεννάνε οι γυναίκες δίπλα», το λέει η Κίττυ Αρσένη. Λέει «Καλά δε ντρεπόσαστε; Εγώ μια γυναίκα και κρατάω, εσείς θα σπάσετε; Δεν το έλεγα για να κρατήσουν οι άλλοι, το έλεγα για να εκτεθώ εγώ και να μη μιλήσω», το λέει η Νατάσα Μερτίκα. Το λένε για τα βασανιστήρια στην οδό Μπουμπουλίνας, το λένε στα Κορίτσια της βροχής στο ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου.

Και λέει πως δεν είμαστε εμείς το ασθενές φύλο αλλά δεν είμαστε και το ισχυρό. Και λέει το φύλλο συκής το αποξήρανα και το έβαλα στο φυτολόγιο στην τετάρτη δημοτικού στο "εμείς κι ο κόσμος". Και λέει το φύλο το κλωτσούσα στις μπάλες ποδοσφαίρου που παίζαμε με τα αγόρια στους χωματόδρομους. Και λέει πως ο γιος μου θα παίξει συνολικά λιγότερη μπάλα στους δρόμους, γιατί οι δρόμοι γέμισαν αν-αν, τα αυτοκινητάκια είναι αν- αν. Κι άντε να πάρεις σοβαρά τους άνδρες πια, όταν τους έχει γεννήσει.
Και λέει πως άνθρωπος γεννιέσαι, άνθρωπος γίνεσαι, άνθρωπος πεθαίνεις. Και λέει τι μεγαλοστομίες είναι αυτές. Και τα λέει και τα πιστεύει. Και λέει πως όλα τα άλλα είναι ενδοκρινολογική αργκό και κοινωνικό κουστούμι. Και λέει συνήθως σε στενεύουν και τα δύο, συνήθως σου είναι ξένα, συνήθως διαμαρτύρεσαι, ποιος μου φόρεσε αυτήν εδώ τη νόρμα, ποιος με κατηγορεί πως περιμένω περίοδο, ποιος με απαξιώνει που μπαίνω στην κλιμακτήριο, ποιος καριόλης να του τρίψω τον πλακούντα μου στα μούτρα. Και έμαθε να παίζει σκληρό ποδόσφαιρο και να μιλάει τη γλώσσα τους και της λένε ρε φίλε, και να γελάνε με αυτά που λέει, αλλά τη θέλουν κιόλας, και έχει καθηλωθεί στο βάθρο της κι αυτή, και φίλη και ερωμένη και μάνα, και περιμένει το γήρας να εκπέσει, να πέσει σαν κίτρινο φύλλο, σαν άφυλο φύλο, σαν εξαναγκασμένο φύλο, να δει πώς είναι να είσαι γυμνή απέναντι στο άπειρο.
Και μετά παίρνει στα χέρια έναν άντρα ούτε δυο χρονών τον περιστρέφει πάνω από το κεφάλι της, γύρω- γύρω, γύρω-γύρω, του λέει, και περιστρέφεται όπως η Γη γύρω από τον άξονά της, ξεκαρδίζονται στα γέλια, και πέφτουν οι απαντήσεις σε φωτεινές τροχιές αστεριών από το ταβάνι όπου έχει ανατείλει το χαμογελαστό του πρόσωπο, το δικό της ουράνιο σώμα, ένα ουράνιο σώμα που γεννήθηκε από το δικό της σώμα. Και κάπως όλα απαντιούνται, κάπως σωπαίνει. Και δε λέει πια τίποτα. 


24/2/14

Η Κατερίνα Μάτσα παρουσιάζει "Τα φώτα στο βάθος" στη Locomotiva

Η συγγραφέας, ψυχίατρος και επιστημονικά υπεύθυνη του "18 ΑΝΩ", 
κ. Κατερίνα Μάτσα, 
παρουσιάζει "Τα φώτα στο βάθος"
 αυτή την Παρασκευή 28 Φλεβάρη στις 7μμ 
στο βιβλιοκαφέ- μπαρ Λοκομοτίβα (Σολωμού και Μποτάση 7, Εξάρχεια).





23/2/14

«Σκασμός λοιπόν, μιλάει ο Υπουργός!»

Στις 20 Φλεβάρη, ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Πάνος Παναγιωτόπουλος ως πρώτος εισηγητής του του συνεδρίου «Χρηματοδοτώντας τη δημιουργικότητα» που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, με τον παροιμιώδη στόμφο του αναπτύσσει από το βήμα το επιχείρημα ότι οφείλουμε να γίνουμε ανταγωνιστικοί όπως την οικονομία της Κίνας, καθώς το κόστος εργασίας στη Γηραιά Ήπειρο είναι εξαιρετικά υψηλό.  Ας γελάσω…
Στη φράση μάλιστα «να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδικασίες παραγωγής, που να έχουν τον χαρακτήρα της ανταγωνιστικότητας» που εκφράζεται από τα υπουργικά χείλη, και δη στο άκουσμα «της ανταγωνιστικότητας», του όρου τοτέμ της αγοράς, το γκονγκ της σάτιρας ηχεί και ένα βαθύ, πομπώδες, καγχαστικό ανδρικό γέλιο δίνει το παράγγελμα ώστε το ακροατήριο να ξεσπάσει σε επευφημίες, χάχανα και χειροκροτήματα.
Όμως ο ομιλητής υψώνει αμέσως τον τόνο της φωνής του, ακούγεται ακόμα πιο στομφώδης κι από το επιτηδευμένο γέλιο που έδωσε το έναυσμα πριν, σαν ένα ντουέτο που υποδύεται τον ίδιο χαρακτήρα: έναν αλαζόνα εξουσιαστή που εκφωνεί μία ομιλία με περίσσιο κομπασμό και οίηση, με φανερή περιφρόνηση για τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα, περιχαρακωμένος στην ατσαλάκωτη πραγματικότητα της ελίτ που εκπροσωπεί.
Ο ένας όμως είναι ηθοποιός, είναι ένας από τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην Κίνηση Μαβίλη, και ο άλλος είναι Υπουργός Πολιτισμού, ένας από αυτούς που συμμετέχουν στην ολέθρια μνημονιακή συγκυβέρνηση. Ο ηθοποιός μιμείται εκπληκτικά τον εξεζητημένο τόνο της ρητορείας του υπουργού, και ο υπουργός σαν συντονισμένος στην πρόκληση του ηθοποιού που καγχάζει με χάχανο βαρύτονο, συνεχίζει την ομιλία του με περισσότερη ζέση και έπαρση, στον ίδιο τόνο, επικυρώνοντας πλήρως την μίμηση. Είναι δηλαδή σαν ο υπουργός να υποδύεται με υπερβάλλοντα ζήλο τον ρόλο του σολάροντας τη μνημονιακή παρλάτα ενώ ένα εσωτερικό σαρδόνιο γέλιο τον υπονομεύει. Μια μεγαλειώδης αντίφαση και συμπλευση σε ένα απροσδόκητο κι απολαυστικό ντουέτο.
Η παρέμβαση της Κίνησης Μαβίλης ήταν ίσως η πιο πρωτότυπη, ευφάνταστη και εύστοχη ακτιβιστική δράση του τελευταίου καιρού, η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, αποσιωπήθηκε από τα συμβατικά ΜΜΕ. Χαρακτηρίστηκε ως καζούρα, ρεζίλεμα, γιουχάισμα, φιάσκο κ.λ.π. Νομίζω κανένας από τους χαρακτηρισμούς δεν μπόρεσε να εμπεριέξει το ευθύβολο όπλο της σάτιρας με το καίριο πολιτικό μήνυμα σε μια άρτια κωμική περφόρμανς αυτοσχεδιασμού.
Το δεκάλεπτο κλιπάκι που προέκυψε από την καλλιτεχνική –περί αυτού πρόκειται- παρέμβαση της Κίνησης Μαβίλη, προσφέρει πολλαπλά νήματα. Από τον αποτροπιασμό του Παναγιωτόπουλου για τον συνδικαλισμό συνολικά, κι από την ασφαλίτικη στάση του στο κοινό («σας βλέπω κύριε»), μέχρι την αυθαίρετη μομφή του στα κόμματα της Αριστεράς ως υποτίθεται σκιώδεις διοργανωτές της αναπάντεχης φαρσοκωμωδίας στην οποία, είπαμε, συμπρωταγωνίστησε με επιτυχία, πρόσφερε πλούσιο υλικό ο Υπουργός για αρθρογραφία. Γράφτηκαν ήδη αρκετά για το θέμα αν και αξίζει να πάρει κι άλλη δημοσιότητα.
Όμως εδώ το ζητούμενο είναι να συμμετέχουμε στο γέλιο. Η διακωμώδηση είναι σοβαρή πράξη αντίστασης. Η ειρωνεία είναι σοβαρή βολή κατά της καθεστηκύιας τάξης πραγμάτων. Γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στο δοκίμιο «Τα γελαστά ζώα» (εκδόσεις Καστανιώτης) πως «άνθρωπος που δεν «χαρίζει γέλιο, που δεν επιτρέπει στη μουτσούνα του να σπάσει κατ’ ελάχιστο, κρατάει πολεμική απόσταση». Και η υπουργική μουτσούνα δεν φάνηκε καθόλου να το διασκεδάζει, όπως ήταν αναμενόμενο, και το τονίζει ο Παπαγιώργης ως σύνηθες: Το θύμα της φάρσας, αυτός που γίνεται αντικείμενο της χλεύης, δε συμμετέχει στο γέλιο της πλατείας. Όμως εδώ δε μας ενδιαφέρει να κάνουμε κοινωνό του γέλιου μας τον υπουργό-πολέμαρχο. Αυτό που έχει σημασία, για να κουοτάρω πάλι τον συγγραφέα, είναι πως «η γενική θυμηδία ταυτίζεται με προεξοφλημένη ομοψυχία». Κι αυτή την ομοψυχία του γέλιου νομίζω κάπου την έχουμε χάσει. Να μην τη χάσουμε. Γιατί ο λόγος του ποιητή –που του έχουμε αλλάξει τα φώτα τελευταία, αλλά στοιχηματίζω πως θα μειδιούσε στις κωμικές παραφράσεις των στίχων του- επανέρχεται δραματικά επίκαιρος:
«Σκασμός ,σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Τα γάντια χειροκροτούν,
οι φαντάροι παρουσιάζουν όπλα,
οι τράπεζες χωνεύουν τη λεία τους,
δυο αστυνόμοι τρέχουν.
Ποιος είναι;
Τίποτα, τίποτα.
Ποιος είναι;
Ένας άνεργος λιποθύμησε. Τίποτα.
Μπορεί και να πέθανε. Τίποτα.
Σκασμός! Σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!»
Τάσος Λειβαδίτης
Όχι, δε θα μας κόψετε και το γέλιο. Θα σας περιγελάσουμε όπου σας πετύχουμε. Είναι το ύστατο όπλο. Γιατί, είπαμε, «ένα γέλιο θα σας θάψει».

19/2/14

"δε μας ένιωσε, καρδιά μου, δε μας ένιωσε"



Ο ένας ήταν ντυμένος γυναίκα με ψεύτικα βυζιά, που φρόντιζε να επιδεικνύει πρόστυχα, μέχρι και την εξόφθαλμη πλαστική ρώγα μέσα από το ντεκολτέ. Τσιτσιολίνα επιρροή. Φορούσε μια περούκα με μαύρο κορακί μαλλί και γόβες με ψηλό τακούνι. Μακιγιάζ εξτραβαγκάντζα. Φρόντιζε να κάνει αισθησιακούς μορφασμούς, έβγαζε τη γλώσσα και την περιέφερε χαϊδεύοντας τα σαρκώδη χείλη του, την πίεζε εσωτερικά στο μάγουλο για τον προφανή σεξουαλικό συνειρμό. Μέχρι και ελιά στο μάγουλο είχε ζωγραφίσει για να παραστήσει τη φαμ φατάλ. Σαν πόρνη με σινιέ φουστάνι. Σειόταν και λυγιόταν στα τσιφτετέλια σαν μαούνα σε φουρτούνα. Βιτάλη, Αλεξίου, Στανίση, Λίτσα Διαμάντη, Ρίτα Σακελλαρίου, Πίτσα Παπαδοπούλου, Αντύπας, Κοντολάζος, Άντζελα Δημητρίου. Όλο το λαϊκοπόπ ρεπερτόριο της δεκαετίας του '80 σε κασέτες TDK στο στερεοφωνικό. Του έφτανα κάπου στη μέση. Δεν ήταν γίγαντας, εγώ ήμουν το μικρό ανιψάκι του, που για την περίσταση ήμουν ντυμένη Χαβανέζα: μαύρο κορμάκι, ψάθινη φούστα, πλαστικά λουλούδια σε περιδέραιο και σε στεφάνι στα μαλλιά. Τον κοιτούσα με δέος, πώς μεταφορθώθηκε έτσι, γιατί φερόταν τόσο παλαβά. Και γελούσα με τα φερσίματά του. Ήταν αναπόσπαστο μέρος ενός έξαφνου θίασου. Ο πατέρας μου ήταν ντυμένος παπάς, έκανε κι αυτός κάτι πρόστυχες χειρονομίες ευλογώντας τάχα. Η μάνα μου δε θυμάμαι, κάτι έξαλλο θα ήταν κι αυτή. Αλλά οι περισσότεροι άντρες της παρέας ήταν μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες.



Ο άλλος ήταν επίσης ντυμένος γυναίκα. Φορούσε ένα φόρεμά μου μαύρο, μάλλον αμπιγιέ, που είχα για γάμους και βαφτίσεις, δαντελένια γάντια κι ένα τουρμπάνι στα μαλλιά, ελλείψει περούκας, σαν καλλονή ελευθερίων ηθών της δεκαετίας του ΄20. Παχύ μολύβι στα μάτια και μικρά σφιγμένα χείλη, πολύ θεατράλε. Επιρροή βωβός κινηματογράφος. Του έφτανα κάπου στη μύτη. Δεν ήταν ψηλός, αλλά εγώ ψηλό τον έβλεπα πάντα γιατί τον θαύμαζα και τον αγαπούσα αυτόν τον φίλο μου. Ήταν μονίμως μασκαρεμένος ψηλός δηλαδή. Εγώ είχα ντυθεί πειρατής, τζιν με τα μπατζάκια μέσα σε μαύρες μπότες, άσπρο πουκάμισο δεμένο κόμπο στη μέση -κάποια θηλυκότητα έπρεπε να διατηρηθεί- και το κόκκινο λαχουρέ μαντήλι κάλυπτε τα μαλλιά μου. Είχα ραμμένο ένα λούτρινο παπαγαλάκι στον ώμο, η πιο ευφάνταστη πινελιά στην αυτοσχέδια αποκριάτικη αμφίεση. Χορέψαμε ό,τι έπαιζε από το itunes στο λάπτοπ, δηλαδή από ρέγκε και λάτιν μέχρι ρεμπέτικα και παλιά λαϊκά. Και ήπιαμε ό,τι επίνετο. Και καπνίσαμε ό,τι εκαπνίζετο. Και το βράδυ, πού να τρέχεις με τo night bus στην άλλη άκρη του Λονδίνου, την πέσαμε όσοι χωρέσαμε στα πατώματα -με τις μοκέτες ευτυχώς- και σκεπαστήκαμε με τα μπουφάν μας. Κι εγώ, ξέρεις, που με πειράζει το ποτό και ο καπνός -έχω έναν οργανισμό πολύ καθωσπρέπει που με εκδικείται την επομένη της κραιπάλης με ημικρανίες κι εμετούς- εκείνο το πρωί ξύπνησα κι αισθανόμουν σαν πουλάκι, ανάλαφρη, κεφάτη με ευεξία που θα ζήλευε και η τελευταία μαντάμ στα spa και στα τάι- μασάζ. Γιατί είχα περάσει τέλεια.



Ανάμεσα στα παραδέκα του αποκριάτικου γλεντιού των μεγάλων και στα παρά τριάντα του masquerade party, των δικών μου μεγάλων, μεσολάβησαν απόκριες και απόκριες, αξέχαστες, σχεδόν διονυσιακές. Που σχεδόν τις κυνηγούσα ίσως γιατί σ’ αυτή τη γιορτή έβρισκε διέξοδο όλη μου η τρολιά, που αναγκάζομαι να καταπιέζω παριστανοντας -με επιτυχία θα έλεγα- την σοβαρή τον υπόλοιπο χρόνο ώστε να υποδυθώ τους άλλους ρόλους που απαιτούνται. Και ντύθηκα κρητίκαρος, γρια, πουτάνα, κουρσάρος ως σχεδόν μεγάλη πια, στο γυμνάσιο, στο λύκειο, στα φοιτητικά χρόνια. Και ντύθηκα χαβανέζα, σέξυ κλόουν -έτσι την έλεγαν τη στολή-, κοκκινοσκουφίτσα, και κυρία των τιμών -έτσι λέγανε τη στολή, λέμε. Αλλά ποτέ πριγκίπισσα. Σιχαινόμουν από παιδί το ροζ, μάλλον γιατί είχα μια φυσική έφεση στη μπάλα, στη δράση και στη διαολιά. Κι αν δεν υπήρχαν αυτά, τότε διάβασμα με πάθος. Αλλά πριγκίπισσα ποτέ. Μπλιαχ δηλαδή. Γι' αυτό μη σου κακοφαίνεται που δυσκολεύομαι να έχω ομαλές σχέσεις με τις πριγκίπισσες τριγύρω. Μου είναι ανυπόφορες.



Αλλά πιο αφόρητοι είναι πια οι άνδρες που φορούν αυτή τη στολή τη μάτσο, την μπρουτάλ, που όταν τη φοράς όλο τον χρόνο, ως και στον ύπνο σου, πασχίζοντας όμως να μένει ατσαλάκωτη, κάποια στιγμή μποχίζει, βρωμάει μασχαλίλα, ποδαρίλα, ζέχνει η πουτάνα η τεστοστερόνη, δεν αντέχεται τόση αρρενωπότητα, είναι άκαμπτος ο ανδρισμός, στην τσίτα σ’ έχει, είναι σκληρός σαν πέος και αντιμάχεται το μαλακό,τον κόλπο, πολύ μάτσο, βρε παιδί μου, σιγά μη σκίσετε κανένα καλσόν, σιγά μην πέσετε από τις γόβες στιλέτο, σιγά, γιατί τα στιλέτα είναι όρθια, καρφωμένα στο δάπεδο, σιγά. Σιγανά και ταπεινά, βρε μαλάκες.



Παρενδυτικοί. Walk into my shoes, λένε οι αγγλοσάξονες για να σου πούνε νιώσε με ρε, μπες λίγο στη θέση μου, έλα περπάτα με τα παπούτσια μου να δω κατά πού θα κάνεις, ποια θα είναι εσένα η πορεία σου, με τα δικά μου υποδήματα. Έλα και φόρεσε το κραγιόν και τα σουτιέν μου, φόρα να δεις τη γλύκα. Να δεις τη γλύκα. #Diplis. Παράστησε τη Γυναίκα, όχι για να ξορκίσεις μόνο το κακό διακωμωδώντας το αλλά για να αποθησαυρίσεις κάτι από την αισθαντικότητα, λίγη συμπόνια, λίγη τρυφερότητα, μια στάλα ενσυναίσθηση, μια τζούρα διαίσθηση, κάτι από αυτό που σου λείπει. Εμένα μου έλειπε να ήμουν αγοράκι μάλλον και να τρολάρω. Ντυνόμουν. Εσένα που δεν το απεκδύεσαι ποτέ το ρολάκι, τι σου λείπει.

Γυμνός κανένας, χωρίς αμφίεση, με έκθετα τα πρωτογενή χαρακτηριστικά του φύλου, πιο λίγο άντρας είναι ο άντρας, πιο λίγο γυναίκα η γυναίκα. Πιο άνθρωποι πάντα μοιάζουμε γυμνοί. Χωρίς τα αποκριάτικα που φοράμε όλο τον χρόνο.



4/2/14

Το γλύκαπωλείον

Η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες. Κι εγώ θα ανοίξω ένα μαγαζάκι. Θα είναι ένα ισόγειο διαμέρισμα, με ένα υπνοδωμάτιο και έναν μικρό κήπο. Και θα πουλάω γλύκα. Απέξω θα είναι μια ταμπέλα ξύλινη ζωγραφιστή που θα γράφει με καλλιγραφικά γλύκαπωλείον, έτσι με δυο τόνους, τι μας νοιάζει, και το όνομα θα το γράφεις εσύ με κιμωλία. Μπορεί να το λέμε Μια μέρα ή παππού Λευτέρη, μπορεί να το λέμε Φιλί ή Καραμέλα, μπορεί να το λέμε Δυο γελαστά σκίτσα ή Ένα χρώμα ή Σε θέλω πάλι. Όπως θες. 

Θα σου προσφέρω βανίλια υποβρύχιο αν έχει λιακάδα, ή ένα ποτήρι ζεστό γλυκό κρασί με κανέλα και γαρύφαλλα, αν έχει κρύο. Και θα μυρίζει όλο το μαγαζάκι λεμονανθούς και αμυγδαλιά και τα αρωματικά μου βότανα, και θα σου βάζω κάτω από τη μύτη κλωνάρια θυμάρι, ατσιού και θα γελάμε, και θα σου έχω ψωμί στον φούρνο να στροβιλίζεται η μυρωδιά σ' όλο το μαγαζάκι, και θα σου μαγειρεύω το πιο αγαπημένο σου φαγητό, και θα ποτίζουμε τα λουλούδια στην αυλή, κι αν ζεσταίνεσαι θα σε μπουγελώσω να ξέρεις και θα κυνηγιόμαστε ξυπόλητοι κι αν σε τσακώσω θα σε ρίξω κάτω και θα γαργαλάω, πρόσεχε, αλλιώς, αν δεν έχει ζέστη, αν έχει λίγο ζέστη μόνο, θα σου χώνω πασχαλίτσες στη χούφτα, και θα κοιτάμε τις πεταλούδες που θα βυζαίνουν με την τοσοδούλα προβοσκίδα τους τη γύρη και θα μυρίζουμε τα ρόδα όσο ανθούν, και θα σε γαργαλήσω με ένα πούπουλο όσο σκύβεις πάνω από τον βασιλικό, και θα σε παίρνω από το χέρι, και θα παίξουμε τυφλόμυγα και κρυφτό και τρίλιζα και πρόσωπο-ζώο-πράγμα, και θα σου κόβω το ψωμί και θα σου αλείφω μέλι, και θα σου στήνω μια αιώρα να διαβάσεις, και θα είναι νύχτα, αν θες, ξαφνικά, θα τραβώ τις βαριές κουρτίνες και θα αναβοσβήνουν φωτάκια χριστουγεννιάτικα και στο ταβάνι θα έχω αστεράκια που φωσφορίζουν, κι ένα καρουζέλ που χωράει στη χούφτα σου με ξύλινα αλογάκια που γυρνάνε γύρω-γύρω, και θα ξεφυλλίζουμε τόμους ιλλουστρασιόν με πίνακες ζωγραφικής ή κόμικς, αν προτιμάς, και χρατς χρουτς βινύλια οι μουσικές που αγαπάς κι από το ταβάνι θα πέφτουν σεκάνς του Φρανκ Κάπρα και του Βιτόριο ντε Σίκα σαν χιονάκι σε κάρτ ποστάλ, κι ένα βρεφικό γέλιο θα κυλάει γάργαρο και θα εχω δρέψει τη μυρωδιά των μωρών, κάπως σαν τον Γκρενουίγ στο Άρωμα, αλλά καλός, και θα πλημμυρίσει τον χώρο, και δε θα μιλάμε καθόλου, πολλά είπαμε, θα συνθέτουν μια μελωδία το τικ-τακ του ρολογιού, ο χρόνος το δώρο που μας δόθηκε, ο ήχος από τη βροχή στο τζάμι, η φύση το άλλο δώρο της φύσης που μας δόθηκε, το γουργουρητό μιας γάτας, το τιτίβισμα κάποιου πουλιού έξω στη νεραντζιά, οι άλλοι φίλοι που μας δόθηκαν, και να σου στρίβω τσιγάρο με μια κούπα αχνιστό καφέ και μια γάτα να γουργουρίζει, κι αγκαλιές άμα θες, και θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά, και θα σου βάζω έναν ποιητή να απαγγέλλει σε μια γλώσσα που δεν μιλάς γρι και θα καταλαβαίνεις κάθε λέξη, κάθε παύση, γιατί θα έχουμε επιστρέψει σε αυτό που είναι για τα καλά χαμένο. 


 Κι όταν θα φεύγεις, θα σηκωθώ στις μύτες και θα σε φιλήσω στο μέτωπο, και μόλις ανοίξεις το στόμα να πεις τι σου χρωστάω, τι σας οφείλω, πόσο κάνει, θα στο σφραγίσω με τον δείκτη και θα σου χαμογελάσω και δε θα πεις τίποτα παρά ίσως μου ανταποδώσεις το χαμόγελο και το βλέμμα. Και θα έχουμε κι οι δυο πληρωθεί. Για τα καλά.

26/1/14

Μετανάστης στην αγκάλη σου


"Μετανάστης στην αγκάλη σου
Κι έπεσε πολλή δουλειά
Ξενιτειά είναι το κορμάκι σου
Γυρισμό από 'δώ δε βλέπω πια..."

Όταν έγραφε αυτούς τους στίχους ο Μανώλης Ρασούλης για την Εκδίκηση της γυφτιάς, παρά το ότι ήταν άνθρωπος με πλατειά γνώση και οξυμένη αντίληψη, θα μπορούσε να διαβλέψει  άραγε πως ο Νιόνιος που το τραγούδησε θα μεταλλαχθεί στα χρόνια που θα ακολουθήσουν σε μια καρικατούρα του εαυτού του, σαν φιγούρα του Αλτάν που βάλλει κατά πάντων, σαν νεοσυντηρητικός νεορθόδοξος; Ο Νιόνιος χωρίς νιονιό που εγκατέλειψε την ποίηση για την οίηση...


Στην Κρήτη ανατραφήκαμε ακούγοντας να μεταφέρουν οι δάσκαλοι και οι μεγάλοι τον θρύλο της φιλοξενίας μας ως λαός και αυτό έπρεπε να παρεισφρύει ακόμα και στις εκθέσεις μας. Τις εκθέσεις ιδεών μας. Γι' αυτό ίσως ενστικτωδώς στεκόμουν με μεγάλη δυσπιστία απέναντι σ' αυτά τα στοιχεία που σου επιβάλλονται μέχρι να γίνει το στερεότυπο ο χιτώνας της Δηιάνειρας και να μη μπορείς να το απεκδυθείς, να ξεκολλάει από πάνω σου μαζί με τις σάρκες σου.

Με ένα μάτι κριτικό και το άλλο κρητικό, άρχισα να παρατηρώ τους ανθρώπους στα χωριά, για να διαπιστώσω αν αυτή η περιλάλητη κρητική φιλοξενία ήταν κάτι πέρα από...υπεραστικός μύθος.

Ο πατρικός παππούς μου, που είχε ζήσει για πάνω από μια δεκαετία σε ξένο τόπο κάπου στην Ευρώπη ως αιχμάλωτος πολέμου, όταν επέστρεψε και σε ηλικία τέτοια ώστε εγώ να διατηρώ μνήμες, θυμάμαι να δέχεται παλιούς του φίλους από την ξενιτειά, αλλά κι όταν άνοιξαν τα σύνορα όχι μόνο να ανοίγει το σπίτι του στους μετανάστες αλλά να τους κάνει παρέα. Η πιο κωμική συντροφιά του ήταν ένας ρουμάνος ψιλοχίπις με σανδάλια, στρογγυλά γυαλιά μυωπίας αλά Τζον Λέννον και μακριά μαλλιά πλάι σε έναν παππού ψαρομάλλη, με μουστάκα, πουκαμισάκι σιελ και υφασμάτινο σκούρο παντελόνι με τσάκιση. Να τσάκιζε αυτή η τσάκιση τον φασισμό και την ξενοφοβία;


Αλλά κι ο γονείς της μάνας μου συμβιώνουν αρμονικά με τους βούλγαρους και τους αλβανούς που έχουν εποικίσει το ορεινό χωριουδάκι και επειδή είναι νέοι εκείνοι, έχουν τα γεροντάκια τα θάρρητά τους πως αν κάτι συμβεί, υπαρχουν λιγότερο σαθρά κορμιά να στηριχτούν.

Έχω γνωρίσει και την φιλοξενία σε όχι και τόσο ξένους, αυτή που διατρανώνεται με υποχρεωτική πολυφαγία, μέχρι κορεσμού, αυτή που αποσκοπεί σε κάποιο ίδιο όφελος, αυτά τα φοβερά τραπεζώματα σε προύχοντες της τοπικής ζωής και κομήτες της πολιτικής σκηνής που κατέφθαναν σαν αρπακτικά να αποσπάσουν ψήφους. Αυτή τη σιχαμένη φάρα είδα επίσης να φιλεύουν όσο πιο πλουσιοπάροχα κι υποτακτικά γίνεται και να το λογαριάζουν φιλοξενία.

Κι αν τώρα μοιάζει να περιαυτολογώ, λες κι έχω ανάγκη να απολογηθώ σε κανέναν τι θα κάνω στο μπλογκάκι μου, κι αν μοιάζει να συμβάλλω στην κουβέντα με ένα αυτοαναφορικό ποστ, λες και δεν γκώσαμε από στεγνές πολιτικές αναλύσεις, είναι γιατί ο ξένος πριν φτάσει να γίνει πρώτη είδηση στα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων, πριν καταγραφεί στα διεθνή παρατηρητήρια, πριν κινητοποιήσει τις ύπατες αρμοστείες, πριν τον πνίξουμε στο Αιγαίο που δεν ανήκει στα ψάρια του αλλά σε ένα τυφλά φονικό κι αδίστακτο λιμενικό σώμα, ένα ναζιστικό μηχανισμό που εφαρμόζει πια τη φυσική εξόντωση ακόμη και σε παιδιά, τον είχαμε δίπλα μας τον ξένο. Ήταν το γυφτάκι στην Πανεπιστημίου.


Κάποτε γυρνούσαμε με τον αδερφό μου από το γυμνάσιο. Ήμαστε απογευματινοί εκείνη τη μέρα, δούλευε δυο βάρδιες το σχολείο. Ήταν από τις σπάνιες φορές που επιστρέφαμε μαζί γιατί στην πρόγευση της μεγάλη μας ανεξαρτησίας από την πατρική εστία δεν χωρούσε να είσαι αδελφός εξ αίματος, αδέλφια μας ήταν τότε οι φίλοι. Είχε νυχτώσει όταν είχαμε φτάσει στη γειτονιά. Προχωρούσαμε με μεγάλη απόσταση ο ένας από τον άλλο για να μη μας περάσουν για τίποτα μαμόθρεφτα. Έτσι, δεν είδε ο γυφτάκος τον αδερφό όταν μου είπε "Ε, κοπελιά, πώς σε λένε; Κοπελιά..." Μόνο για να εισπράξει την σιωπή μου και μια φανερή επιτάχυνση στο βάδισμά μου και να μου πει "Γιατί δε μου μιλάς, καλέ; Επειδή είμαι γύφτος;"

"Θυμάσαι ρε τότε που σου έκανε καμάκι ένας τσιγγάνος..." μου θύμισε πρόσφατα, είκοσι τόσα χρόνια μετά, ο αδελφός μου και δε χρειαζόταν να ρωτάει. Θυμόμουν και θυμόταν. Να βάλουμε μια μουσική στη σεκάνς που ζήσαμε τυχαία ένα σούρουπο στη γειτονιά μήπως και απαλύνει το βίωμα. Δίπλα μας τους είχαμε πριν τους θάψουμε σε υγρούς τάφους.

όταν το κράτος δολοφονεί ξανά και ξανά παιδιά

Ο ελεγκτής στο τρόλεϊ που σκοτώνει έναν πιτσιρικά γιατί ήταν "τζαμπατζής", ο λιμενικός στο πέλαγο που δολοφονεί νήπια γιατί ηταν "λαθρομετανάστες", ο μπάτσος στα Εξάρχεια που δολοφονεί έναν έφηβο γιατί ήταν "αναρχικός". 
Ένα κράτος που πληρώνει υπαλλήλους για να εξοντώνουν ακόμα και παιδιά δείχνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο ότι η θεσμοθετημένη βία δεν έχει κανένα φραγμό και δεν έχει τέλος.

22/1/14

τέσσερα μύρια για μια χούφτα μούτρα

Επικήρυξαν 4εκ. ευρώ έναν τύπο από τον οποίο σίγουρα δεν κινδυνεύει το σύνολο της κοινωνίας παρά ένα πολύ περιορισμένο πλήθος μίας μικρής ελίτ δημοσιογράφων, κεφαλαιούχων και πολιτικών.

Η υπερκοστολόγηση του κινδύνου έγινε άρα από την ελίτ, στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά το βάρος του κόστους θα επιβαρύνει τους φορολογούμενους, άσχετα με το ότι αφενός οι ίδιοι δεν αποτελούν στόχο και ότι αφετέρου η ελίτ διαθέτει ήδη ιδιωτικές υπηρεσίες περιφρούρησης. Και μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο, οι πολίτες καλούνται να συμμετέχουν ως καταδότες για την προστασία της ελίτ που θεωρεί πως βρίσκεται σε κίνδυνο.

Και για να επεκτείνω λίγο τη λογική μου, οι ίδιοι που αποτάσσονται ας πούμε τα δημόσια αγαθά του κράτους για να μην επιβαρυνθούν οι πορτοφόλες τους, τώρα αποφάσισαν να επωμισθεί ολόκληρος ο λαός ένα οικονομικό βάρος που αφορά μόνο τους ίδιους.

19/1/14

Γυναίκα στο φούρνο με Παστίτσιο

Καθώς έβλεπα να βάζουν τον Παστίτσιο στον φούρνο του ημεδαπού φονταμενταλισμού, με το εικόνισμα του Χριστούλη, του πρώτου διδασκάλου της θρησκείας της αγάπης –μη μειδιάς, δεν επιτρέπεται πλέον!- να ευλογεί τις αποφάσεις των χριστιανορθόδοξων δικαστών που δρουν αμερόληπτα, αμερόληπτα ως προς τον 21ο αιώνα εννοώ, είπα να βάλω ένα χεράκι στο ξεφούρνισμα καθότι γυναίκα.

Από παιδί ένιωθα μια βαθιά απέχθεια προς την εκκλησία, ενώ οι νευρομυϊκές συνάψεις του εγκεφάλου μου δεν φάνηκαν ιδιαίτερα αποδοτικές στη μεταφορά της θεολογικής πίστης ως πληροφορία. Εκτός από τη φυσική μου προδιάθεση, που ελέγχεται, μεγάλωσα και σε ένα περιβάλλον από το οποίο απουσίαζε σχεδόν πλήρως το θρησκευτικό στοιχείο. Τι ευλογία... Η αθεϊα μου έγινε πια σχεδόν ακλόνητη, όταν ως δεκαπεντάχρονο πήρα και διάβασα το βιβλίο «Αντιγνώση: τα δεκανίκια του καπιταλισμού» (εκδόσεις Γαβριηλίδης) της Λιλής Ζωγράφου. Όμως στα δεκαπέντε σου είσαι έφηβη, κόρη, φίλη, μαθήτρια, συμμαθήτρια, είσαι η γκόμενα κάποιου, αλλά δεν είσαι Γυναίκα. Δεν είσαι Γυναίκα όπως είσαι είκοσι χρόνια μετά.

Βάζω να ακούσω Portishead καθώς γράφω αυτές τις αράδες και τους ακούω με τον ίδιο τρόπο που βγαίνεις έξω στον καθαρό αέρα γιατί μέσα είναι αποπνικτικά. Γιατί ασφυκτιώ ως γυναίκα στην ούγια της βαλκανικής χερσονήσου και το θέμα που γράφω. Μας πνίγει το λιβάνι περισσότερο κι από την αιθάλη. Give me a reason to love you, give me a reason to be a woman. Βάζω ένα ποτό. Σε λίγο θα θελήσω να βγω έξω να καπνίσω. Θα πρέπει να νιώθω ευγνωμοσύνη που δε φοράω τσαντόρ, που μου επιτρέπεται η κατανάλωση αλκοόλ και καπνού; Ακούω το γκρουπάκι από το Μπρίστολ, και μετά το πρόσωπο της Beth Gibbons θα μεταμορφωθεί σε Marianne Faithfull, Patti Smith, PJ Harvey, Amy Winehouse σε ένα morphing πανκ μορφών, συμβόλων της γυναικείας χειραφέτησης. «Punk ain’t dead» που έγραφε και το τισέρτ που φορούσε κρυφά το κοριτσάκι στο Persepolis, το animation που εκτυλίσσεται στο Ιράν και με το οποίο ταυτίζομαι ανατριχιαστικά.

«Η ουσιαστική, η μεγάλη αντίπαλος του χριστιανισμού ήταν η γυναίκα» γράφει η Λιλή Ζωγράφου στα Μαριακά, το κεφάλαιο στην Αντιγνώση που επικεντρώνεται στο γυναικείο ζήτημα στον χριστιανισμό. Επικαλείται τον G.Thomson για να μας εξηγήσει γιατί τα ράσα μοιάζουν με φουστάνι (έι, εσύ με το μαύρο, το ριχτό, πήρε φωτιά το τσαντάκι σου, κατά το γνωστό ανέκδοτο με τον αγιασμό στην Μύκονο): «οι ιερείς φορούν χιτώνες ή ράσα που είναι στην πραγματικότητα γυναίκεια ενδύματα» για να μην πληγώσουν το δημόσιο αίσθημα, να δώσουν περιθώριο στην ανθρωπότητα να συνηθίσει τον εκτοπισμό της Ιέρειας και τον σφετερισμό του προνομίου του ιερατείου από τους αρσενικούς πλέον ομολόγους της.

Έγραφε τολμηρά η Λιλή Ζωγράφου, σχεδόν προκλητικά. Και πώς αλλιώς δηλαδή όταν ξέρεις πως μπορείς να βαστάξεις τον φεμινισμό, όταν δεν τρέμεις μη συνθλίψει την θηλυκότητά σου, μη σε μετατρέψει σε ανδρογυναίκα, σε μια σεξουαλικά απωθητική οντότητα. Πια μιλάμε διαρκώς για κοινωνικές ανισότητες, ενώ την ίδια στιγμή βρίσκουμε τρε μπανάλ να μιλήσουμε για τις διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Λες και το θέμα είναι λυμένο. Πια έχουν όλα πέσει στο τραπέζι, αλλά η εκκλησία ξεγλιστράει από κάθε συζήτηση. Η εκκλησία εξακολουθεί να μη φορολογείται, ο διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους δεν φαίνεται να αποτελεί τμήμα της υποτιθέμενης ατζέντας μεταρρυθμίσεων –εδώ επιτρέπεται ακόμα να γελάς- και μάλιστα δίνεται ένα στίγμα όταν καταδικάζεται σε 10 μήνες φυλάκιση με αναστολή ο δημιουργός της σατιρικής σελίδας «Γέροντας Παστίστιος» για «καθύβριση θρησκεύματος» ενώ κατά διαστήματα στα ένθετα των εφημερίδων βρίσκεις τα πονήματα του Παϊσιου...


Ο μισογυνισμός είναι σύμφυτος με τον χριστιανισμό, είναι εδραιωμένος τόσο στο δόγμα, όσο και στην εκκλησιαστική λειτουργία. Τον συναντάς στο άβατο του Αγίου Όρους που τηρείται απαρέγκλιτα μέχρι σήμερα, στο άβατο του «ιερού» των ναών, στον αποκλεισμό από την θεία κοινωνία όταν η γυναίκα έχει περίοδο. Ακόμη και ως βρέφος το θηλυκό θεωρείται υποδεέστερο, μιαρό: το κοριτσάκι το ευλογεί ο παπάς έξω από το «ιερό» όταν σαραντίσει, ενώ το αγοράκι, ο άνδρας, μπορεί να προχώρησει στα ενδότερα του ναού. Η κατωτερότητα του γυναικείου φύλου διατρανώνεται σε κάθε περίσταση, στηριγμένη σε ένα μισογυνικό δόγμα, γεννημένο σε μια πατριαρχική κοινωνία που δέχεται ως μητέρα του Μεσσία μόνο μία άσπιλη κι αμόλυντη αειπαρθένο και που φορτώνει στην πρωτόπλαστη Εύα το βάρος του προπατορικού αμαρτήματος, την απώλεια του παραδείσου. Γι’ αυτό ο κόσμος είναι αγγελικά πλασμένος, γιατί εκχωρήθηκε η κυριαρχία στους άνδρες...


(popaganda, 19/1/ 2014)

16/1/14

Το μωρό της Ρόζμαρυ πάσχει από μεσιανικό σύνδρομο και διπροσωπία

Με αφορμή την φημολογία περί σχηματισμού (και ουχί δημιουργίας- μην παραχωρούμε όρους άνευ όρων) πολιτικού κόμματος με φιλελεύθερο προσανατολισμό, θα αναγκαστώ -αχ- να διακονήσω όλο το απόσταγμα σοφίας που έχει ενσταλλαχθεί εντός μου από την εμβριθή μελέτη μου προς τους υποστηρικτές του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου.

Οι νεοφιλελεύθεροι, οι οποίοι βαυκαλιζόμενοι αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι, γιατί τάχα ο δεύτερος όρος εμφορείται από πιο ουμανιστικές αξίες και ως τέτοιος είναι -τάχα είπαμε-πιο αθώος επικοινωνιακά, πάσχουν (pun intended) αφενός από μια εγγενή αντίφαση λόγου-δράσης (ξανά pun intended) και αφετέρου από κάποιο ιδιότυπο μεσσιανικό σύνδρομο.


1. Εγγενής αντίφαση: Συμπεριφέρονται μεν ως εξωγήινα όντα όταν δημοσιολογούν, γράφοντας για τον καπιταλισμό και τον φιλελευθερισμό με έναν τρόπο βαθιά ανιστορικό, σαν δηλαδή να μην εφαρμόστηκε ποτέ το συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο, σαν να βρίσκεται ακόμα στη σφαίρα της ουτοπίας, λες και δε στέγνωσε ακόμα η πένα του Adam Smith στον Πλούτο των Εθνών. Ταυτόχρονα όμως με την ανιστορική ρητορεία που αρθρώνουν σε επίπεδο δημόσιου λόγου, έχουν αναπτύξει βαθύτατα συστημική και καθεστωτική δράση, αν και αντικρατιστές υποτίθεται, καθώς τους βρίσκεις είτε πρώτο τραπέζι πίστα στα αρχεία της Διαύγειας, είτε σε τραπέζια μυστικών -ή όχι και τόσο μυστικών- δείπνων με οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, σε έκπαγλα κυβερνητικά πόστα και σε υψηλά ιστάμενα θέσεις δημόσιων οργανισμών. Και βέβαια δε θα διστάσουν να τσιμπήσουν και καμιά κρατική επιχορήγηση για το κατά τα άλλα φιλελεύθερο κόμμα. Βλέπουμε δηλαδή τη διπροσωπία του χώρου, ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη του.


2. Μεσσιανικό σύνδρομο: Το πολιτικό κόμμα που αναμένεται να συγκροτηθεί θα παίξει το ρόλο του άμβωνα από τον οποίο θα διακηρύσσουν πλέον με αξιώσεις εξουσίας τη μία και μοναδική, την οικουμενική αλήθεια την οποία πρεσβεύουν και διακηρύσσουν ως ιεραπόστολοι και αυθεντίες, την οποία όμως αλήθεια έχουν επίγνωση ως ελιτιστές ότι δεν είναι σε θέση να συλλάβουν τα μπρουτάλ, τα αγράμματα πλήθη (βλ. πως ακόμα και καθυστερημένους αποκαλούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους), οπότε είναι δεδομένο ότι για άλλη μια φορά θα καταβαραθρωθούν στις εκλογές, θα δρέψουν εξευτελιστικά χαμηλά ποσοστά, όπως έχει ξανασυμβεί (και αξίζει κανείς να δει την χαρτογράφηση των εκλογικών ποσοστών όπου απέσπασαν τα υψηλότερα στην...Εκάλη). Το αποτέλεσμα θα εκληφθεί, ξανά, ως αποτυχία όχι των ίδιων αλλά του -ας με συγχωρήσουν οι εχθρικά διακείμενοι αναγνώστες για τον τρε μπανάλ όρο που ακολουθεί- λαού να κατανοήσει και να αφομοιώσει τις ανιστορικές παρλαπίπες τους, οι οποίες έχουν αποτύχει οικτρά στην πράξη και μάλιστα διατυπώνονται από διάφορους νταλαβεριτζήδες με ενός είδους αποστασιοποιημένης ακαδημαϊκής επίφασης. 







15/1/14

Πέντε σημεία για την "λευκή εβδομάδα"


Η "λευκή εβδομάδα" για τα σχολεία αποτελεί ακόμα ένα δείγμα μεγαλοφυούς, εμπνευσμένου, βιώσιμου και ρεαλιστικού πλάνου της κυβέρνησης με πολύ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.

Κατά πρώτον, ήταν άστοχο το χρονικό σημείο που επέλεξαν να ορίσουν για την "λευκή εβδομάδα", στο μεσοδιάστημα από τις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, αφού δεν αφήνουν το περιθώριο να επιτελέσει η πρόσθετη εβδομάδα διακοπών τον ρόλο της, δηλαδή μια περίοδο ανάπαυλας από τον φόρτο εργασίας.

Δεύτερο, εξαγγέλθηκε το μέτρο για την τόνωση του χειμερινού τουρισμού υποτίθεται σε μια χρονική συγκυρία που οι γονείς δεν έχουν να καλύψουν τα βασικά έξοδα μιας οικογένειας. Στην καλύτερη ο απώτερος στόχος είναι άτοπος και στη χειρότερη σαδιστικός.

Τρίτο, η προσθήκη της συγκεκριμένης εβδομάδας προϋποθέτει μάλλον την κατάργηση των γνωστών μονοήμερων εκδρομών, που εκτός του ότι διατηρούσαν και έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα -γίνονταν επισκέψεις σε μουσεία κλπ-  ήταν διάσπαρτες μέσα στη σχολική σαιζόν, οπότε λειτουργούσαν ανακουφιστικά ως προς το σχολικό πρόγραμμα και επιπλέον δεν επιβάρυναν την οικογένεια.

Τέταρτο, είναι σαφές πως το συγκεκριμένο μέτρο προέκυψε από πιέσεις του επιχειρηματικού κόσμου που δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού, και χωρίς καμία πρόβλεψη για το θεσμό των σχολικών εκδρομών, το παιδαγωγικό πρόγραμμα και τις οικονομικές δυνατότητες να υποστηριχθεί το μέτρο προσαρτήθηκε στην πιο ακατάλληλη μάλιστα περίοδο για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του ισχυρού λόμπι των ξενοδόχων.

Πέμπτο, το "κρυφό πρόγραμμα" (hidden curriculum) που προωθείται στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως δηλαδή προσπάθησαν να το διαδώσουν ως πρωτοβουλία ανάμεσα στους μαθητές, σχετίζεται με ένα λάιφσταϊλ πολύ κοστοβόρο για τα δεδομένα της εποχής, με κατεύθυνση προς τα χιονοδρομικά κέντρα και την ορειβασία που είναι σπορ για πολύ κατέχοντες πια. Όμως η κυνική κατεύθυνση προς έναν τρόπο ζωής πολύ μακρινό από τα δεδομένα της μέσης ελληνικής οικογένειας που προκαλεί αισθήματα μειονεξίας σε όσους δε μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτό, σημαίνει το άνοιγμα της ψαλίδας των κοινωνικών τάξεων σε κάθε περίσταση, κυνικά και ασυλλόγιστα. 

11/1/14

Ο παππούς Μανώλης Αριστοφάνης


Θα μπορούσα να ήμουν κόρη μου πια, στην ηλικία εκείνη που ζήτησα από τη μάνα μου να
μου αγοράσει το Πούσι και το Μαραμπού, τις πρώτες μου ποιητικές συλλογές, το καλοκαίρι που τέλειωσα το δημοτικό, σκέφτομαι σήμερα που συμπληρώνονται 104 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία.



Κάπου στην παιδική ηλικία έγραψα το πρώτο μου ποίημα, όπως οι περισσότεροι. Είναι ωραίο που είμαστε ένας λαός γραφιάδων. Είναι μια διέξοδος θεραπευτική που δυστυχώς όμως έχει αντίτιμο ένα αίσθημα ματαίωσης όταν δεν έχουν αποδοχή ή απήχηση -εφόσον εκδοθούν- τα γραπτά μας. Όμως ακόμη και για τον σπουδαίο σήμερα ποιητή, Παούλ Τσελάν, ο δρόμος δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα και μόχθησε πολύ για να αναγνωριστεί το εργο του. Έχω αυτή την αφελή πεποίθηση πως αν κάτι αξίζει, θα βρει τελικά τον δρόμο του.

Ο παππούς μου, ούτε το δημοτικό δεν έχει τελειώσει, αλλά έχει στίβες τετράδια διανθισμένα από σεμνή ανορθογραφία και ένα γραφικό χαρακτήρα καθηλωμένο στην παιδική ηλικία. Τελευταία είχε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο να καταγράψει τη ζωή του σε ρίμα. Πέντε γενιές σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Κάποτε του είχα τάξει να δακτυλογραφήσω τα χειρόγραφά του, αλλά στη θυέλλα της ζωής μου δε βρήκα ποτέ τον χρόνο. Ο παππούς είναι μπλόγκερ.

Όμως, κάπου στην έλικα του DNA μού έχει μεταβιβάσει το πάθος του για το γράψιμο που το ανακάλυψα απο παιδάκι. Κι έτσι, αν και δεν τήρησα την υπόσχεσή μου μετατρέψω τα χειρόγραφα σε κάποιο αρχείο word, ωστόσο μαζί έχουμε γράψει όσα έχω γράψει.

Το πρώτο μου ποίημα, στην ηλικία των εννιά χρόνων -τη χρονολογία την προσδιόρισα πολύ αργότερα- θα πρέπει να ξεχείλιζε θλίψη και οργή αφού η αφορμή ήταν ένα άδικο τραγικό γεγονός που είχα ακούσει στις ειδήσεις και θα πρέπει να με συντάραξε ώστε να προστρέξω στο "καταφύγιο που φθονούμε". Ένας νεαρός φίλαθλος νεκρός στην κερκίδα από ρίψη φωτοβολίδας αντιπάλων.

Μετά, το τρολ μέσα μου υπερίσχυσε, και καθώς οι κρητικοί είμαστε συνήθως δεινοί ριμαδόροι, είχα μεγάλη ευχέρεια να σκαρώνω σατιρικά στιχάκια και όταν βέβαια ερωτευόμουν να γίνομαι προσωρινά λίγο πιο γλυκερή και στις κακοτοπιές του έρωτα, ελαφρώς μελό, αν όχι δραματική, αλλά επανερχόμουν στην πάγια κατάσταση, της σάτιρας, που όμως καταπιέζω μέσα μου σαν παράνομο έρωτα.

Ο παππούς μου, ο ποιητής, ήταν ταυτόχρονα ο πιο εκπληκτικός stand up κωμικός που έχω δει στη ζωή μου. Όταν πια ήμουν αρκετά μεγάλη ώστε να έχουν έρθει από την άλλη άκρη της Ελλάδας οι γονείς του καλού μου να γνωριστούν με τους δικούς μου για πρώτη φορά, ο παππούς Αριστοφάνης, έδωσε το τελευταίο σόου του σε ένα ετερόκλιτο κοινό, που περιλάμβανε από από πιτσιρικάδες μέχρι μεσήλικες, βορειοελλαδίτες και κρητικούς, κ από γιατρούς μέχρι βοσκούς, και κυρίως από μονόχνωτες μέχρι αλλέγρες ιδιοσυγκρασίες, που όμως γελούσαν όλοι, και κάποιοι από μας μέχρι δακρύων. Ο παππούς είναι τρολ.

Κι ίσως για να προλάβει την καταβύθισή μου στην τρολιά, ο δάσκαλος των καλλιτεχνικών, ο κύριος Θωμάς,αφού διάβασε τους στίχους μου, μου έγραψε με τα κομψά, πλαγιαστά του γράμματα σε ένα χαρτάκι, Πούσι, Μαραμπού, Νίκος Καββαδίας και μόλις εξέπνευσε η σχολική χρονιά έσπευσα να τα προμηθευτώ, σε εκείνο το θρυλικό μεταίχμιο που εγκαταλείπεις το σχολείο το ανεκτά μεγάλο κτίριο, δέκα δρασκελιές από το πατρικό σου για να περπατάς για  ως το γιγάντιο γυμνασιολύκειο στο κέντρο, καθώς μεταλασσόσουν από γλυκό παιδί σε άγριο έφηβο, αλλά που σταθερά θα σε συνόδευε ο ταξιδευτής Νίκος Καββαδίας .

Ίσως από την ποίηση του ναυτικού, ίσως γιατί με έχει βαφτισμένη Πελαγία κάποιος γκασταρμπάιτερ, ένας πολύ ωραίος άντρας που έμοιαζε με τον Ζόρζ Μπρασσάν, ίσως γιατί ο άλλος μου παππούς είχε ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό και καθώς κυκλοφορούσε κι αυτός με παρατσούκλι μια ζωή, Τσέχο τον φώναζαν, ψευδώνυμος κι ο παππούς, μου απέπνεε έναν ευρωπαϊκό αέρα που με μάγευε, κι ήθελα όλο να φεύγω. Ίσως γι' αυτό πνίγομαι πια πιο πολύ από ποτέ στην ούγια της βαλκανικής χερσονήσου που παλλινόστησα, γιατί πια γίνεται όλο και πιο δύσκολο να φεύγω, να βλέπω άλλους τόπους.



Ο παππούς μου ο άλλος, ο Μανώλης, ο ποιητής, που δεν πέρασε ποτέ τα σύνορα αυτού του τόπου, ήταν όμως το μόνον της ζωής μου ταξείδιον. Μέσα από τα μάτια του έχω ταξιδέψει από τον προπάππου μου ως τα δισέγγονά του, σε έκταση, κι από το ποιος είναι και το ποια είμαι, σε βάθος.



Κάποιος μου είχε κάνει την πιο χαζή ερώτηση από τότε που εκδόθηκαν "Τα φώτα στο βάθος". Γιατί θέλησα να εκδοθούν τα ποστ μου αφού υπήρχαν στο μπλογκ. Γι'αυτή τη φωτογραφία, θα έπρεπε να απαντήσω. Μόνο γι'αυτή.

1/1/14

Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο για την εφημερίδα "Δρόμος της Αριστεράς"

Περνάω περιόδους που αμφισβητώ το ίδιο το διάβασμα. Γιατί να διαβάζουμε λογοτεχνία; «Έχουμε πολύ περισσότερη ποίηση στον κόσμο απ’ ότι δικαιοσύνη», λέει ένας ο ήρωας στον «Αόρατο» του Paul Auster. Γιατί να σκύβεις πάνω από τις ζωές των άλλων; Μήπως για να ξεχάσεις τα δικά σου αδιέξοδα; Μήπως αν απογειωθείς από το ζοφερό περιβάλλον; Μήπως η δική σου ανάγνωση «υψηλής» λογοτεχνίας δεν διαφέρει στο βάθος από τον τρόπο που διαβάζουν δίπλα σου στο μετρό τα ευπώλητα, απελπισμένοι επιβάτες;

Σε τέτοια διάθεση, διαβάζω ξαφνικά κάτι που μου ανατρέπει τον τρόπο σκέψης. Πολλές φορές νιώθω πως αδυνατώ να περιγράψω την πραγματική επίδραση που είχε ένα βιβλίο πάνω μου και αυτό μου συμβαίνει και με τα «Φώτα στο βάθος» της Niemands Rose (Απόπειρα). Μικρές ιστορίες γραμμένες με αληθινή μαστοριά, όπου καμία λέξη δεν περισσεύει. Κι όπου μια τελεία, μια λεξούλα, ένα αναπάντεχο τέλος, έχουν τη δύναμη του σοκ. Η συγγραφέας βλέπει και ακούει τον κόσμο γύρω της. Και δεν αρκείται να τον περιγράψει. Παίρνει θέση. Όχι ως εκπρόσωπος κάποιου ιερατείου που σου δείχνει με το βαρύ του δάχτυλο το δρόμο, αλλά ως ένας οδοιπόρος του 21ου αιώνα που μοιράζεται μαζί σου τη γνώση για τα μονοπάτια που βρήκε. Υπάρχει και ο σαρκασμός, υπάρχει και η τρυφερότητα, υπάρχει η σκληρότητα, υπάρχει κι η ενσυναίσθηση. Η συγγραφέας καταφέρνει να δει με τα μάτια του άλλου: Εξαιρετική η προσέγγιση στο θρησκευτικό συναίσθημα που δεν συμμερίζεται –αλλά και δεν το χλευάζει. Στην πραγματικότητα για να μιλήσεις γι’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο θα έπρεπε να παρουσιάσεις, να αφηγηθείς μια –μια τις ιστορίες του.
Νιώθεις μια παράξενη συγγένεια με τη συγγραφέα καθώς μετατρέπει σε λόγο αυτό που κι εσύ είχες στο μυαλό σου. Καθώς λοιπόν εκφράζεται, σε εκφράζει. Η κουβέντα μαζί της ήρθε ως φυσική συνέπεια- συνέχεια ενός διαλόγου που ξεκινά…

-Νομίζω αξίζει να μας πεις λίγα λόγια για τα «φώτα στο βάθος», όπως τα περιγράφεις σε ένα από τα πιο τρυφερά κείμενα του βιβλίου σου…

Ο τίτλος προέρχεται από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, όπου εξιστορώ μια νύχτα που μια μητέρα με το μωρό της στην αγκαλιά προσπαθεί να διακρίνει στο βάθος του ορίζοντα τα φώτα της Λιβύης, τα οποία λέγεται ότι είναι ορατά από τα νότια παράλια της Κρήτης. Και μαζί ανακαλύπτει πολλαπλές συνδέσεις σε μια αναστοχαστική διαδικασία. Ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία να σταθώ στην επιλογή του τίτλου, τον συμβολισμό της φράσης, που παραπέμπει σε φωτεινά σημεία που διακρίνονται σε έναν ζοφερό ορίζοντα και που, νομίζω, είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε.

-Γιατί Niemands Rose; Τι σημαίνει αυτό το ψευδώνυμο για σένα; Ποιο είναι το πρόσωπο πίσω από το «ρόδο»;

Ο Παούλ Τσελάν, στον οποίο ανήκει η φράση “die niemandsrose” και σημαίνει «του κανενός το ρόδο», είναι μάλλον ο πιο συγκλονιστικός ποιητής που έχω διαβάσει αλλά ταυτόχρονα υπήρξε η επιτομή της αντιναζιστικής μου κουλτούρας. Με θυμάμαι πριν από 7 χρόνια να δηλώνω μεταξύ σοβαρού και αστείου σε φίλους, μετά από σχετική πρόσκλησή τους, πως δεν πρόκειται να ξαναδώ άλλη αντιπολεμική ταινία, εννοώντας τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί το μερίδιό μου σ’αυτή τη ζωή σε αντιναζί και αντιπολεμική παιδεία το έχω καταναλώσει και με το παραπάνω. Ήταν η ίδια περίοδος, συμπτωματικά, που είχα ανακαλύψει τον Τσελάν. Μέσα σε αυτές περίπου τις συνθήκες διάλεξα για διαδικτυακή μου ταυτότητα και σήμερα πια για λογοτεχνικό ψευδώνυμο το Niemands Rose, που σημαίνει πολλά και που πίσω από αυτό βρίσκεται η πιο αυθεντική φωνή μου, αυτή που γράφει.

-Θεωρείς τα γραπτά σου «στρατευμένα»; Η εποχή μας ζητάει κάτι διαφορετικό από τους ανθρώπους που γράφουν;

Χαίρομαι πολύ που μου κάνετε αυτή την ερώτηση γιατί έχω μία ευκαιρία να απαντήσω σε κάτι που ανακύπτει και σε βιβλιοκριτικές και σε βιβλιοπαρουσιάσεις μου. Συνηθίζεται να αποδίδεται ο όρος «στρατευμένος» σε όσους παράλληλα με το συγγραφικό τους έργο αρθρώνουν δημόσιο λόγο και ο οποίος μάλιστα συχνά ταυτίζεται με συγκεκριμένο ιδεολογικό ρεύμα ή, ακόμα χειρότερα, με πολιτικό κόμμα. Να τονίσω λοιπόν ότι αυτό το «του κανενός» του ψευδώνυμού μου, που με ρωτήσατε πριν, με εκφράζει και πολιτικά. Δεν ανήκω σε κανέναν πολιτικό χώρο. Έχω όμως ταξική συνείδηση. Είμαι κόρη εργάτη, βίωσα την ανεργία του πατέρα μου στη δεκαετία του ’90, διαμόρφωσα ως έφηβη συνείδηση μέσα από τις καταλήψεις και το μαθητικό κίνημα τις ίδιας περιόδου. Αυτά τα πράγματα με καθόρισαν. Δεν έχει σημασία αν με το όχημα της κοινωνικής κινητικότητας πήρα «προαγωγή» στη μεσαία τάξη, δεν έχει σημασία πόσο θα «τα καταφέρω» συνολικά στη ζωή μου. Πάντα θα είμαι η κόρη ενός απολυμένου εργάτη. Από ‘κει και πέρα μην περιμένει κανείς από μένα σούπερ-ήρωες, μονολιθικούς χαρακτήρες και γραμμικές πορείες, όταν γράφω, γιατί η αντίφαση στους ανθρώπους και η ανατροπή στη ζωή είναι κάτι που αναγνωρίζω.

-Τι είναι αυτό που σου αρέσει στις «αφηγήσεις μικρού μήκους»; Θα έγραφες ένα μυθιστόρημα;

Οι αφηγήσεις μικρού μήκους ήταν το πέρασμά μου από την ποίηση στην πεζογραφία, κάτι που νομίζω αποτυπώνεται στη συλλογή. Ως αναγνώστρια όμως προτιμούσα τα μυθιστορήματα. Και τώρα θέλω να δοκιμαστώ σε αυτό το είδος.

-Όταν γράφεις για την κόρη σου, το ύφος σου αλλάζει. Πόσο ρόλο παίζουν στη ζωή μας τα παιδιά; Τι μπορούμε να τους δώσουμε σήμερα;

Από τότε που απέκτησα το πρώτο μου παιδί νοηματοδοτείται η ύπαρξή μου μέσα από τα παιδιά μου με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όμως δεν έχω επιτρέψει, ως τώρα, να με αφομοιώσει η μητρότητα, να με ευνουχίσει ως γυναίκα, όπως συνήθως συμβαίνει σε χώρες όπου ο συντηρητισμός είναι μείζον στοιχείο της κυρίαρχης νοοτροπίας. Το ζήτημα είναι να είμαι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος πλάι στα παιδιά μου. Και μ’αυτό τον τρόπο ευελπιστώ να μην τα πνίξω με την αγάπη μου αλλά και μην τους την στερήσω.

-Να είσαι γυναίκα… To be a woman… Η προσέγγιση σου είναι ιδιαίτερη. Τι είναι να είσαι γυναίκα και να μεγαλώνεις στην Ελλάδα; 

Υπάρχει μια υπόρρητη θεματική ενότητα στα «Φώτα στο βάθος» που αφορά στη Γυναίκα, όπως βιώνω το φύλο, αλλά και όπως έχει καταγραφεί μέσα μου με μνήμες κι αναπαραστάσεις από τις γερόντισσες της ορεινής ελληνικής επαρχίας ως τις ηλικιωμένες ποδηλάτισσες στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου έζησα και περιηγήθηκα, κι από τις πολιτικές κρατούμενες στην τέχνη και την Ιστορία ως τα φρικιά στις παραλίες των γυμνιστών και στις διαδηλώσεις. Ασφυκτιώ στην Ελλάδα, όπως κάθε γυναίκα που έτυχε να ζήσει σε χώρες που τα κεκτημένα του φεμινιστικού κινήματος είναι ευρύτερα. Το φάσμα της καταπίεσης εκτείνεται από τον δημόσιο θηλασμό, ως το να είσαι ηλικιωμένη και να πίνεις ένα ποτάκι σε ένα μπαρ, όπως μία φιγούρα στο «Για τη γυναίκα, το γήρας και το γαμώτο» στο βιβλίο μου, κι ως το να δηλώνεις τη σεξουαλική σου απελευθέρωση και την ελευθεριακότητά σου στον έρωτα.

Κώστας Στοφόρος για την εφημερίδα "Δρόμος της Αριστεράς"  

30/12/13

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" από τον Στρατή Μπουρνάζο στις "Αναγνώσεις" της Αυγής

Ο τίτλος και ο υπότιτλος μας εισάγουν κατευθείαν στην ατμόσφαιρα του τόμου: τόσο η εικόνα των φώτων που αχνοφέγγουν (ή τρεμοσβήνουν) στο βάθος, όσο και ο προσδιορισμός «μικρού μήκους» μας υποβάλλουν μια αίσθηση κινηματογραφική. Αίσθηση η οποία επιβεβαιώνεται και από τα κείμενα: τα κοντινά πλάνα, οι ανόμοιες επιταχύνσεις της αφήγησης, οι εικόνες και τα χρώματα, οι «προσωπογραφίες» και οι «τοπιογραφίες» συντείνουν σε αυτήν.
Τα κείμενα του τόμου θα μπορούσαμε να τα πούμε «διηγήματα». Δεν ξέρω όμως αν αυτός -ο γραμματολογικά ακριβής- χαρακτηρισμός μας βοηθάει να συλλάβουμε τα ουσιώδη γνωρίσματα της γραφής της Niemands Rose. Πολύ πιο διαφωτιστικός, για να τα αντιληφθούμε είναι, πιστεύω, ο χαρακτηρισμός του Φοίβου Παναγιωτίδη (στην κριτική του για Τα φώτα στο βάθος, στοwww.bookpress.gr): "αυτομυθογραφίες ή αυτομυθοπλασίες" σε όλα τα κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο υπάρχει αυτοαναφορικό έναυσμα». «Αυτομυθογραφίες», λοιπόν, και όχι αυτοβιογραφίες, αφού το αυτοαναφορικό έναυσμα δεν συνδέεται υποχρεωτικά με πραγματικά περιστατικά του βίου, αλλά μπορεί να απλώνεται σε γεγονότα και πράγματα που δεν ζήσαμε ποτέ, κι όμως μας είναι πιο πραγματικά, πιο οικεία και πιο δικά μας από τα δικά μας. Και αν πρέπει να διακρίνω, κατ' ανάγκην επιγραμματικά, μερικά από τα γνωρίσματα αυτών των «αυτομυθοπλασιών» θα διάλεγα τη δύναμη της εικόνας, τη λαϊκότητα, το μαύρο χιούμορ, το πάθος και τα πάθη, την αγάπη για το σκοτεινό και το μη κανονικό - ένα «αγγελικό και μαύρο φως» διαχέεται και φωτίζει όλα τα κείμενα του τόμου.
H Niemands Rose είναι μια από τις πιο γνωστές και καλές μπλόγκερ (διατηρεί το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο»). Ο τόμος αυτός συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα επιτυχημένο άλμα. Δεν το λέω επειδή πιστεύω ότι το χαρτί υπερέχει της οθόνης ούτε από κάποιον φετιχισμό του χαρτιού ή του βιβλίου – κάθε άλλο. Αλλά επειδή διαβάζοντάς τώρα όλα μαζί τα κείμενα, παλιά και νεότερα, μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι αντέχουν στον χρόνο (κάποια μετράνε ήδη μια πενταετία ζωής), τις λογοτεχνικές τους αρετές, να τοποθετήσει ως κομμάτια μιας δυνάμει ενιαίας αφήγησης. Και νομίζω ότι «Τα δώρα που σπάνε» ή τον «Επικήδειο αντίλογο» θα τα ζήλευαν αρκετοί λογοτέχνες. Όπως και την τελευταία περίοδο τελευταίες από το «Κυνήγι», με τη νεκρή κοπέλα στον πάγκο του νεκροτομείου: «Την ίδια στιγμή, ο τραυματιοφορέας, βαριεστημένος από τις έξαλλες φλυαρίες του καθηγητή, ένιωσε ένα γουργουρητό στο στομάχι του. Καθώς στεκόταν πάνω από το πτώμα, άρχισε να ξετυλίγει, ατάραχος και βλοσυρός, μέσα από αλουμινόχαρτο ένα σάντουιτς. Δάγκωσε λαίμαργα την πρώτη μπουκιά. Κάποια ψίχουλα έπεσαν στο άψυχο σώμα. Απ' το ανοιχτό παράθυρο όρμησε ένα σπουργιτάκι. Η ομορφιά που είχε μέσα της άρχισε να χύνεται στα φθαρμένα μωσαϊκά του νεκροτομείου, αλλά όλοι κυνηγούσαν αλλόφρονες να διώξουν το σπουργίτι» (σ. 31).
***
«Η φιλοδοξία του δεν ήταν να βγάζει ωραίες φωτογραφίες, αλλά μέσα από τις φωτογραφίες να γνωρίσει τη ζωή», είχε πει ο φωτογράφος και κριτικός Τζων Σαρκόφσκι για τον μεγάλο φωτογράφο Γκάρυ Βίνογκραντ. Θα έλεγα, λοιπόν, αντίστοιχα, ότι φιλοδοξία της Νίμαντς δεν ήταν να γράψει ωραία κείμενα, αλλά, μέσα από αυτά, να γνωρίσει τη ζωή και τους ανθρώπους, τον ψυχισμό και τα πάθη τους. Και, κάνοντάς το, μας χάρισε ωραία κείμενα.

29/12/13

"ένα γέλιο θα σας θάψει"

Την ώρα που το εορταστικό τουήτα λάμπει στολισμένο με ασημιές γιρλάντες και πορφυρά γκι, λανσάρει βέβηλα χάσταγκ ο ανίερος kanekos69, υπονομεύοντας το άγιο πνεύμα των ημερών. Αμέσως μετά, σπεύδουμε οι γνωστοί- άγνωστοι με ρίψεις RT και fav καθώς και εκτόξευση τουήτς, μετατρέποντας το κλίμα φιλαλληλίας Καμίνη, αγάπης Χρυσής Αυγής, φιλανθρωπίας Βαρδινογιάννη και θαλπωρής Ατενίστας σε πεδίο μάχης, αμαυρώνοντας την μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης. Η καταδίκη θα είναι αμείλικτη. Κάνω ταμείο: 71 unfollow μέσα σε ένα 24ωρο. Σάρωσα! Πάρτα μωρή άρρωστη, λέω στον αρχιερέα της σοσιαλμηντιακής σάτιρας, φυσώντας αισθησιακά την κάνη του Καλάσνικοφ κι αποχωρώ θριαμβευτικά.
Πηγαίνω στο Ηράκλειο, τον Βόλο, τη Λαμία, την Πάτρα για βιβλιοπαρουσιάσεις. Ποιο ήταν το θέμα συζήτησης; Η Calypso Larah. Ακόμη και σε ταβερνείο στη φτωχογειτονιά του Χαλανδρίου, όπου καίνε οι άνθρωποι βερνικωμένα καρεκλοπόδαρα και παλιά adidas στα τζάκια για να ζεσταθεί το κοκαλάκι τους στους μαχαλάδες των πέτρινων μονοκατοικιών ώστε δε μπορούσαμε να περπατήσουμε από τη μπόχα της αιθάλης, για την Calypso Larah με ρωτούσαν. Πηγαίνω στα Εξάρχεια να παραστήσω σοβαρή, κυρία, τη συντονίστρια πάνελ για τον Δημόσιο Λόγο. Με υποδέχεται γερόλυκος με ανθοδέσμη, λιώνω, λέω πόσο σταρ είσαι μαρή, και δεύτερη ατάκα του θείου «Πολύ το διασκεδάζω με αυτά που λέτε με τη φίλη σου την καλήψω στο φέισμπουκ». Αλλά ένας εσμός ηλιθίων θα συσπειρωθεί κάνοντας μαζικά ρηπόρτς στην θρυλική περσόνα και το προφίλ της καληψωλάρα στο φέισμπουκ θα τρώει αλλεπάλληλα μπλοκαρίσματα.
Η σάτιρα πρέπει να ενοχλεί. Γιατί η σάτιρα μπορεί να υπερβεί με αδιαπραγμάτευτη ασέβεια τα εσκαμμένα όρια της ευπρέπειας, να διεισδύσει ατρόμητη στα άβατα της πραγματικότητας και να αρθρώσει με ιερόσυλο και σπαρταριστό τρόπο τα άφατα των ταμπού. Η σάτιρα, όπως και η ποίηση, νομίζουν πολλοί πως είναι απερίφρακτο οικόπεδο όπου θα χτίσουν το τσαρδί τους με ευτελή υλικά. Βλέπεις ποιοι εκδίδουν ποιητικές συλλογές, ποιοι κάνουν stand-up comedy. Εμετούλης και ψοφούλης στα φαινόμενα. Φτηνά πετί μπουρζουά χωρατά ψημένα στα κάρβουνα το Πάσχα, κρύα ανέκδοτα κονσέρβα σερβιρισμένα με μαριναρισμένο κομιλφό την Πρωτοχρονιά. Αλλά a joke is a very serious thing, είπε κάποιος που δεν είχε καθόλου πλάκα.
Πάγωσε πολλάκις φέτος το γελάκι στα χείλη μου με τα αστειάκια για τους νεοναζί. Ρετροσπεκτίβα των χάιλαϊτς του γυμνασιακού χαβαλέ, χωρίς όμως την αθωότητα του νεανικού και την σπιρτάδα του χαβαλέ, δεν προτίθεμαι να κάνω. Θα επαναλάβω μόνο πως για να είναι πετυχημένη η σάτιρα στη Χ.Α., θα πρέπει οι υποστηρικτές της ναζιστικής ιδεολογίας να μη μπορούν να γελάσουν μ’ αυτή. Όμως συμβαίνει το αντίθετο. Κάποια άθλια δήθεν σατιρικά νουμεράκια, κάποιες κακότεχνες φωτοσοπιές αποδεικνύονται όχι απλώς αποτυχημένα αλλά και επικίνδυνα. Γιατί πέρα από την φρικαλέα αισθητική τους, αφαιρούν το πιο βασικό συστατικό της Χ.Α., την κτηνωδία, την εξανθρωπίζουν, κάνουν συμπαθητικούς τους χρυσαυγίτες, αναδεικνύοντάς τους τελικά σε σύμβολα pop κουλτούρας. Η σάτιρα στους ναζί πρέπει να είναι επώδυνη, σκληρή και ανελέητη. Ή να μη γίνεται καθόλου.
Κι ενώ χασκογελά το χριστεπώνυμο πλήθος με τα τιποτένια χωρατά στους ναζήδες, εξοργίζεται και αντιδρά επιβάλλοντας την αδυσώπητη τιμωρία του ανφρέντ και του ανφόλο στους βλάσφημους που έθιξαν τα αντανακλαστικά της πίστης. Τρέμουν μήπως η ιοβόλος ειρωνεία τρίξει τα θεμέλια του πανίσχυρου θρησκευτικού οικοδομήματος και δεν μπορέσει έπειτα ο Πειραιώς να απειλεί με αφορισμούς, η Εκκλησία να είναι απαλλαγμένη από φόρους, ο σκοταδισμός των Θρησκευτικών να αναπαράγεται από τη δημόσια εκπαίδευση, τα δικαστήρια να εκδίδουν καταδικαστικές αποφάσεις για προσβολή ιερών συμβόλων και οι ναζί με τις παραθρησκευτικές οργανώσεις να λογοκρίνουν την τέχνη και να απειλούν με λιντσαρίσματα τους καλλιτέχνες.
Έχω προαποφασίσει τίτλο στο κειμενάκι μου την αγαπημένη φράση «ένα γέλιο θα σας θάψει» και με την ευκαιρία την γκουγκλάρω για να μάθω πως έχει προκύψει από τους Μητροπολιτάνους Ινδιάνους, ένα αντεξουσιαστικό κίνημα στην Ιταλία των 70s και στη Γερμανία των 80s «που χρησιμοποίησαν την ειρωνεία, τον σαρκασμό και τις τεχνικές του ντανταϊσμού ως κύρια όπλα τους». Όμως το πρώτο αποτέλεσμα που μου βγάζει το Google είναι άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη με τον ίδιο τίτλο. Dafuck! Ο τύπος που τρολάρω ασύστολα και αδιάκοπα εδώ και έξι χρόνια γιατί τα γραπτά του αποτελούν την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού αλά ελληνικά, μεταχειρίζεται αναρχικά τσιτάτα. Πλάκα μου κάνεις!
Και τελικά, ο μόνος λόγος για τον οποίο την αθεΐα μου τη λέω καμιά φορά αγνωστικισμό είναι γιατί υποψιάζομαι πως κάποιος εκεί ψηλά πρέπει να γελάει με την ατέλειωτη φάρσα που ζούμε. Να ζήσουμε λοιπόν και να την απολαμβάνουμε μέχρι τέλους.
Ευτυχισμένο το 2014. Μουαχαχα! Λέμε και κάτι αστεία καμιά φορά…

(Για το popaganda

13/12/13

καμιά εποχή στη δυστοπία

Στη μεγάλη δυστοπία, δεν υπάρχει εποχή να αντέχεται. Ξέχνα την άνοιξη. Δεν είναι πια καιρός για έρωτες. Ο έρωτας είναι εσχάτη προδοσία. Τώρα, τρελή καψούρα με την επικράτηση. Μαίνεται η μάχη. Διάλεξες χαρακώματα, γυάλιζε την κάννη σου και στύλωσε τα μάτια στον εχθρό. Ώσπου να του μοιάσεις... Και τα φθινόπωρα είναι για τους ποιητές. Κομμένη η ποίηση. Μόνο στράτευση. Εν-δυο, εμπρός, μαρς. Αλτ τις ει; Δεν πάτε όλοι στο διάολο; Δεν γράφεται ποίηση έτσι. Και τα φθινόπωρα είναι για τα σχολεία. Και τα σχολεία θέλουν μπικικίνια πια. Διάβασε τα χείλη μου: fees.  Πρώτα δώσανε φωτοτυπίες στα παιδιά αντί βιβλία, μετά απολύσανε τους δασκάλους τους, μετά τους φύλακες. Πόσο πιο σαφές; Έχεις λεφτά; Μορφώσου. Δεν έχεις; Ψόφα από αγραμματοσύνη. 
Το καλοκαίρι, παγιδευμένος στην πόλη, χωρίς κλιματισμό, κοστίζει, ούτε ανοιχτά παράθυρα να τρυπώνει ο καύσωνας, ούτε κλειστά να λιώσεις. Κατεβασμένες γρίλιες καλοκαιριάτικα, να κλείνεις απέξω τον ήλιο. Να του λες πήγαινε αλλού να κάνεις τα καλοκαίρια σου, εδώ είναι μόνο τσιμέντα. Και πού να φύγεις να πας; Κι αλλού το λένε staycation, εκεί στον εκπάγλου καλλονής κόσμο που ευαγγελίζονται. Να πας να δεις μισή ταινία. Little Miss Sunshine. Μιζέρια με τη σέσουλα. 
Τον χειμώνα, αγάπη μου, αποδημητικό πουλί. Να φεύγεις για πιο εύκρατα κλίματα. Γιατί δεν αντέχεται ούτε ο χειμώνας σ’ αυτόν τον τόπο. Μαγκάλια  κι ευτυχισμένο το 2014. Να φεύγεις για άλλους τόπους. Κι ούτε ξέρω πού.
Κι αυτό που φαντασιώνονται σαν αναπτυγμένο κόσμο, το ζήσαμε. Τις είδαμε τις ευνομούμενες πολιτείες. Διαβάζαμε κάθε μέρα στα ταμπλόιντ να σφάζονται μεταξύ τους τα πιτσιρίκια στις υποβαθμισμένες γειτονιές. Με σπασμένα μπουκάλια μπύρα και κατσαβίδια. Στις υποβαθμισμένες γειτονιές. Έτσι τις λένε τώρα τις φτωχογειτονιές γιατί η φτώχεια, το poverty,  είναι η βρώμικη λέξη που επιφυλάσσεται αποκλειστικά και μόνο για τον τρίτο κόσμο. Τις υποβαθμισμένες περιοχές. Λες κι είναι κανα’ γκατζετάκι να τους πατήσεις update. Τις είδαμε τις μέρες της ευημερίας τους. Τα ταμπλόιντ που βρίσκαμε πάνω στα κατουρημένα καθίσματα, στα καθίσματα που βρώμαγαν ξερατό, γιατί μετά τη δουλειά, νύχτα σχολάνε οι άνθρωποι, ξεχύνονταν στις παμπ να πιούνε τα πάιντ τις μπύρες. Η ζυθοποιία της λήθης.
Η εποποιία του work ethic.  Ξέρεις, ήτανε προσβολή να σου πούνε το πρωί “you look tired”. Στον κόσμο που φαντασιώνονται, είχες όλα τα μέσα να δείχνεις φρέσκος και κεφάτος το πρωί στη δουλειά. Και ήσουν υποχρεωμένος να δείχνεις φρέσκος και κεφάτος. Για δουλειά πήγαινες, fuckin' moron. Παστουρώσου κρέμες, πιες υπνωτικά, φρόντισε να έχεις κοιμηθεί επαρκώς τον ύπνο του δικαίου, μερίμνησε για το πώς θα δείχνεις την επόμενη μέρα. Σκοτιστήκαμε για το μέσα σου. Αν έχεις λεφτά, if you can afford it, go the psychotherapist, fuckin’ bastard.

Ξέρεις, καμιά φορά, ακούω σαν αντίλαλο αυτή την κλισέ ερώτηση «σε τι κόσμο θα φέρω τα παιδιά μου;» Σας έφερα στον καλύτερο δυνατό. Δε μου δόθηκε άλλη επιλογή. Κι ο Ανάρες, ο πλανήτης μας, μόνο στο μυαλό της Ούρσουλα Λεγκαίν υπήρξε. Αλλά κι εκεί ακόμη, μη θαρρείς πως ο Shevek καλοπέρασε. Δεν υπάρχει ιδανικός κόσμος. Τρέμω τους σωτήρες. Μόνη Σωτηρία η Μπέλλου.


Στη δυστοπία δεν υπάρχει ούτε χρόνος. Σαν απόκληρος...Κι η μόνη Σωτηρία, η Μπέλλου. Το ξανάπαμε.