8/12/16

Η Πέλα Σουλτάτου στο Εργαστήρι του συγγραφέα



Ένα χρόνο μετά την έκδοση του “Ανκόρ” επιστρέφω στον τόπο του εγκλήματος. Η πόρτα είναι κλειστή. Σκύβω, κρυφοκοιτάω από την κλειδαρότρυπα. Βλέπω μία γυναικεία φιγούρα να κάθεται στο γραφείο μου. Έχει αλλάξει θέση στα έπιπλα. Ο χώρος είναι πιο σωστά διαρυθμισμένος,  ομολογώ λιγάκι πικαρισμένη. Έχει προσθέσει μία μικρή βιβλιοθήκη και μία πάνινη καρέκλα “σκηνοθέτη”. Αναρωτιέμαι μήπως γράφει κι εκείνη θέατρο. Μοιάζουμε, αν και βρίσκω πως έχουμε μια μικρή διαφορά ηλικίας, είναι μεγαλύτερη τρία χρόνια. Ξαφνικά πλησιάζει την πόρτα. Κρύβομαι. Δε γίνομαι αντιληπτή. Εισβάλλω στο χώρο της. Εκμεταλλευόμενη την απουσία της, σκαλίζω τον υπολογιστή, τα συρτάρια της. Και βρίσκω κάποιο σχετικό ημέιλ σε ένα φιλικό της πρόσωπο. Αρχίζω να το διαβάζω με το ενδιαφέρον αλλά και το φλέγμα ενός επιθεωρητή από νουάρ μυθιστόρημα.

 “Το Ανκόρ δεν ήταν ένα τίμιο βιβλίο”, γράφει. Χμ, δε μου έμοιαζε ο τύπος του ανθρώπου που αυτομαστιγώνεται, σκέφτομαι.

“Θα ήθελα να μην είχε τόση εκζήτηση ο λόγος μου. Θα ήθελα να μην βρίθει τόσων αναφορών σε βιβλία, τραγούδια, ταινίες κλπ, να μην έχει δηλαδή την ανάγκη να αποδείξει πως η συγγραφέας είναι καλλιεργημένη. Σκασίλα μας για την καλλιέργειά της. Θα ήθελα να μην έχει εισάγει βεβιασμένα την έννοια του φασισμού. Να μην έχει την αγωνία να αποδείξει πως η συγγραφέας είναι αντιφασίστρια. Επίσης σκασίλα μας. Θα ήθελα να μην είχα καθόλου στο νου μου πως πραγματοποιώ ένα πέρασμα στη μεγάλη φόρμα και άρα θα ήθελα να μην είχε γραφεί κάτω από το βάρος αυτής της πίεσης. Υπόσχομαι πως τα λάθη αυτά δε θα τα επαναλάβω. Θα κάνω ωστόσο καινούργια λάθη…”

Η φίλη-αναγνώστρια υπερασπίζεται το βιβλίο, πως είναι πρωτότυπο, πως έχει όμορφες στιγμές, πως διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή, πως είναι διάσπαρτο από μαγικές εικόνες, πως έχει χιούμορ. Μα η συγγραφέας δε φαίνεται να αποδέχεται τα καλά λόγια αν και αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Στο τέλος η φίλη τη ρωτάει τι πραγματεύεται το επόμενο βιβλίο. Η συγγραφέας απαντάει πως διαδραματίζεται τις μέρες του καύσωνα του 1987 στο κέντρο της πρωτεύουσας και στην προσφυγοτεινιά μίας επαρχιακής πόλης.

“Μου έκλεψε την ιδέα!” μουρμουρίζω χωλωμένη. Αναζητώ και την υπόλοιπη αλληλογραφία της. Αναφέρει κάπου ότι παρακολουθεί μαθήματα θεατρικής γραφής, ότι έχει ολοκληρώσει έναν μονόλογο και έχει γράψει κάτι παραπάνω από το μισό μίας μαύρης κωμωδίας. Αυτή η γυναίκα μου κλέβει τις ιδέες, ακολουθεί την ίδια διαδρομή με εμένα. Έχω μία επιθυμία να την εξαφανίσω από προσώπου γης! Κι όμως, όταν επιστρέφει στο δωμάτιο και δε με βλέπει καν, καταλαβαίνω πως εγώ είμαι εκείνη που έχει εξαφανιστεί. Είμαι πλέον παρελθόν…

Fractal, "Στο εργαστήρι του συγγραφέα"

18/8/16

Το νεράντζι -ήρωας



Μεσημέρι καλοκαιριού. Το μεγάλο πάρκο της πόλης. Ο ήλιος βράζει τα μάρμαρα. Τα δέντρα ακλόνητα. Στο χώμα έχουν φυτρώσει αποτσίγαρα, σύριγγες, κονσερβοκούτια. Στην πολιτεία του πάρκου, τουρίστες, περαστικοί, θαμώνες κι απόκληροι. Προσφέρεται δωρεάν σκιά, ένα προσωρινό καταφύγιο, μία σύντομη ανάπαυλα, ή απλώς ο συντομότερος δρόμος για το σπίτι σας, την εργασία ή τη διασκέδασή σας. Κυψέλη, Βικτώρια, Εξάρχεια, Γκύζη.

Δυο άντρες σε ένα παγκάκι, αγγίζονται, χαϊδεύονται, κουβεντιάζουν, χαριεντίζονται. 
“Σ’ αγαπώ, μωρό μου και θα σε τυλίξω! Θα σε πάρω με παπά και με κουμπάρο.” 
“Τώρα με το σύμφωνο συμβίωσης, ποιος σε πιάνει. Θα με τυλίξεις σε μια κόλλα χαρτί.”
“Θα σε τυλίξω σα μπουγάτσα” 
“Ή γυρόπιτα. Πάμε Ψυρρή για τυλιχτά;” 
Αναβάλλουν το συμπόσιο χορτάτοι από γλύκα. Δροσίζονται με τα φιλιά τους. 

Ο έρωτάς τους δεν ελκύει αδιάκριτα βλέμματα, δεν ερεθίζει κομιλφό αντανακλαστικά, δεν εγείρει την οργή των περαστικών και όσων βρήκαν πρόσκαιρο κατάλυμα στο Πεδίον του Άρεως. Μοιάζουν όλοι γύρω τους χαμένοι στον δικό τους σύμπαν. Το ζευγάρι κάπου- κάπου φιλιέται. Ο ένας από τους δυο, από κεκτημένη ταχύτητα, κρατά ανοιχτά τα μάτια ελέγχοντας μήπως κάποιος ενοχλείται από το θέαμα. Όταν δε φιλιούνται δημόσια, πάντα σφραγίζει τα μάτια με δύναμη, αντισταθμίζοντας τα φιλιά που δε φχαριστήθηκε στο αίθριο. Όμως τώρα ο ήλιος και κάποια πουλιά πάνω από το κεφάλι τους δε δίνουν δεκάρα τσακιστή. 

Το ζευγάρι έρχεται από το μακρινό παρελθόν. Είναι ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρο, ευφραίνουν τις καρδιές τους με κρασί, τσιμπολογούν ρώγες από σταφύλι, επιδίδονται σε ερωτικές περιπτύξεις και σε ολονύχτιο κουβεντολόι. Οι πιο ηλικιωμένοι παραδίπλα φορούν χιτώνα, εκείνοι πάλι μονάχα το δάφνινο στεφάνι, σύμβολο του «άγαν» της νιότης.

Στο παρακάτω παγκάκι μία γυναίκα. Μπροστά της ένα πεντάχρονο αγόρι σε παιδικό καρότσι. Καταπίνει μονάχα ό,τι καταλείπει γλυκιά αίσθηση στον ουρανίσκο. Αλλιώτικα, κρατά αμάσητη τη μπουκιά στη στοματική κοιλότητα όπως τα χάμστερ, οι σκίουροι κι άλλα θηλαστικά που αποθηκεύουν την τροφή στους γναθοθύλακές τους. Οι γονείς του αποφεύγουν να του προσφέρουν καραμέλες, γλειφιτζούρια και σοκολάτες που απαιτεί κλαίγοντας γοερά κι ουρλιάζοντας. Η γλύκα υποκαθίσταται από ώριμες μπανάνες, παιδικά γιαούρτια με γλυκαντικές ουσίες και μελωμένες τηγανίτες.

Τα μεσημέρια το αγόρι δεν πλαγιάζει όπως τα άλλα τα παιδιά. Έτσι η μαμά του αναγκάζεται να το φυγαδεύει στο πάρκο για να μην ξεσηκώνει την πολυκατοικία σε ώρες κοινής ησυχίας. Το αγόρι δεν αποζητά τη σιέστα, αποκαμωμένο από ένα ολάκερο πρωινό γεμάτο γεμάτο εκπαιδευτικές δραστηριότητες, χρώματα, φωνούλες, τρεχαλητό, σκαρφάλωμα στα πιο απίθανα σημεία, τραγούδια. Το δικό του πρωινό, στο ειδικό σχολείο, είναι πιο κουραστικό από των άλλων συνομήλικων, όχι λόγω μεγαλύτερης παιδαγωγικής έντασης, αλλά γιατί είναι πιο ευαίσθητος στα εξωτερικά ερεθίσματα. Η διαρκής βοή των ανθρώπων τον εξαντλεί.

“Κι αυτή η Γη, έτσι όπως δε σταματά ποτέ να περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και τον Ήλιο, σε κάποια γυροβολιά θα μας αποτινάξει από το φλοιό της” είχε αποφανθεί ο ένας από τα δυο ερωτευμένους άνδρες πριν καιρό.

Το αγόρι έρχεται από ένα μακρινό μέλλον. Η ανθρωπότητα έχει πια αποδεκατιστεί και οι λιγοστοί εναπομείναντες κάτοικοι του πλανήτη δεν αισθάνονται την ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν. Το αγόρι δεν επικοινωνεί με κανέναν άλλο. Η Γη στα γεράματά μας της έχει μοιάσει του Ήλιου, έτσι όπως συμβαίνει στα αγαπημένα ζευγάρια στη μακρά συμβίωσή τους. Η επιφάνειά της φλέγεται. Το αγόρι περπατά ακροποδητί για να μην καούν οι πατούσες του. Κάπου- κάπου κάνει φτερουγίσματα με τα χέρια του, σα να προσπαθεί να πετάξει μακριά από έναν κατεστραμμένο κι αφόρητο πια πλανήτη, αλλά είναι καταδικασμένο, όπως οι όρνιθες, να παραμένει καθηλωμένος στο έδαφος, χωρίς ποτέ να βρει τη Νεφελοκοκκυγία του.

Ένα πουλάκι, αμόλησε την κουτσουλιά του και προικισμένο καθώς ήταν με φτερά αντί για χέρια, πέταξε μακριά. Καλός οιωνός.

Απέναντι από τα δυο παγκάκια με το ζευγάρι από το παρελθόν και το αγόρι από το μέλλον κάθεται κάπως στριμωχτά μια ολόκληρη οικογένεια, δυο γονείς και δυο παιδάκια. Το τρίτο διαγράφει κύκλους στο χώμα με ένα καλαμάκι. Οι πέντε άνθρωποι έρχονται από πολύ μακριά, μέσα από τη φωτιά και τη θάλασσα. Το σπίτι τους είναι πια μια φωτογραφία ερείπιου. Λίγες μέρες αφότου πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, ήρθε συνημμένο σε μέιλ το κατεδαφισμένο διαμέρισμά τους. Ασκεπείς πια αλλά ζωντανοί. Σώθηκαν από το μαχαίρι, τη σφαίρα, τη βόμβα, την κακουχία, την πείνα και το ναυάγιο. Κάτω από τη μαντήλα της, στο μέτωπο, έγραφε την πίστη στη ζωή. Κάτω από τη μαντήλα που τύλιγε το λαιμό της δενόταν το βάρος που έσερνε σε κάθε της βήμα. Αυτός ένας άντρας με άδεια χέρια. Άοπλοι σε τιτάνια μάχη. “Η αλληλεγγύη είναι το όπλο των λαών” έγραφαν με μαρκαδόρο στα ελληνικά και στα αραβικά εκείνοι που τους πρόσφεραν τώρα μια στέγη και τροφή στην κατάληψη.

Δύο φουσκωτοί με μιλιτέρ παντελόνια και μαύρα κολλητά φανελάκια περπατώντας σα να έχουν συγκαεί στα σκέλια κατεβαίνουν το διάδρομο ανάμεσα στα δέντρα όπου ξαποσταίνουν οι ήρωές της ιστορίας μας. Της δικής μας ιστορίας, οι δικοί μας ήρωες. Κοκαλώνουν στη θέα. Βλέπουν δυο ομοφυλόφιλους να αγκαλιάζονται, ένα παιδί με ειδικές ανάγκες και μια οικογένεια από τη Μέση Ανατολή. Βράζει το γνήσιο, το ανόθευτο, το ελληνικό αίμα των αρχαίων ημών χιμπατζήδων. Βρίζουν “ουστ από ‘δώ πούστηδες που ήρθατε να χαμουρευτείτε μπροστά στα μάτια μας”, “έξω από ‘δώ ριψάσπιδες μουσουλμάνοι που ήρθατε να κατσικωθείτε στην πατρίδα μας με τα μπαστάρδια σας” και μέσα από τα δόντια σφυρίζουν σα φίδια μια κατάρα για το “καθυστερημένο” στο καρότσι. Οι δυο τους έρχονται από την κόλαση. Κινούνται απειλητικά ο ένας ενάντια στο ζευγάρι των ανδρών και ο άλλος ενάντια στην οικογένεια. 

Η μητέρα του αγοριού στο καρότσι τους στέλνει φωναχτά στο διάολο, από όπου προέρχονται, δίνοντας το παράγγελμα στα δυο ερωτευμένα αγόρια να αντισταθούν και στους γονείς απέναντι το κουράγιο να φυλαχτούν. Τα ερωτευμένα αγόρια σηκώνονται και τους σπρώχνουν ώστε να οπισθοχωρήσουν, το ίδιο και το αγόρι που έπαιζε με το καλαμάκι, ενώνεται μαζί κι ο πατέρας του, τους απωθούν. Κάποιοι απόκληροι από τα ενδότερα του πάρκου τους γιουχάρουν και κάνουν πως τους παίρνουν στο κατόπι και τρέπονται σε φυγή. Καθώς τρέχουν, πατούν τα σάπια νεράντζια στα μάρμαρα, σαβουρδίζονται στο έδαφος και γίνονται περίγελως. Ένα νεράντζι μέσα από τα φυλλώματα θυμήθηκε τη φράση “ένα γέλιο μας θα σας θάψει”.



Γραμμένο για το "Έθνος της Κυριακής" και το θέμα "ο ήρωας του καλοκαιριού" με την επιμέλεια της Ελένης Γκίκα.







28/2/16

Συνέντευξη για το "Ανκόρ" στο TVXS

Φωτεινή Λαμπρίδη

Τη γνώρισα μέσα απ’τη μπλογκόσφαιρα . Έσπευσα να διαβάσω το πρώτο της της βιβλίο  μια συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους με τίτλο "Τα φώτα στο βάθος", που εκδόθηκε υπό το διαδικτυακό της ψευδώνυμο Niemands Rose. Ήμουν έτοιμη για όλα αφού δεν ήταν απαραίτητο να με αφορά ο λογοτεχνικός της εαυτός επειδή διαπίστωνα μια ταύτιση απόψεων.

Βρέθηκα όμως απέναντι σε μια συγγραφέα με μια γλώσσα φρέσκια , ορμητική απαλλαγμένη από φορμαλιστικές ευκολίες αλλά και την επιτήδευση που χαρακτηρίζει συχνά τους πολυδιαβασμένους συγγραφείς της γενιάς μας. Στο πρώτο της μυθιστόρημα με τον τίτλο Ανκόρ (Εκδόσεις Καστανιώτης), η Πέλα Σουλτάτου φέρνει  τα διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο να συναντηθούν στο εδώ και το τώρα, στο παρόν με κοινωνικά ζητήματα και εν τέλει βαθιά ιδεολογικά. Όλα αυτά όχι υπό το βάρος μιας κοινωνικοπολιτικής αφήγησης αλλά μέσα από τον αλλόκοτο χορό των ανθρώπινων σχέσεων, μέσα από φαινομενικά αταίριαστους ανθρώπους που είναι ίσοι στον παρονομαστή . Ίσοι μπροστά στη ζωή και τον θάνατο.

Η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε ένα νοσοκομείο. Εκεί που η οσμή του θανάτου δίνει άλλο νόημα στον καθημερινό παφλασμό μας. Στην καρδιά ενός τραυματισμένου συστήματος υγείας τα επί μέρους τραύματα μεγενθύνονται. Άλλοτε ξορκίζονται με σαρκασμό αλλά πάντοτε αποτελούν ένα πιόνι του ντόμινο. Ένα ομαδικό γλυπτό που πάλλεται μέσα στο τραύμα. Το παλιό, το απωθημένο, εκείνο που κυοφορείται το τραύμα του διπλανού , του απέναντι. Το τραύμα που δε γνωρίζαμε που δεν ψηλαφήσαμε, το τραύμα του πατέρα, του μετανάστη, του ηλικιωμένου. Η Σουλτάτου βάζει τους ήρωές της να καθρεφτίζουν ο ένας στον άλλον την πληγή. Τους νιώθει όταν προσπαθούν να τ’αποφύγουν, όταν γκρεμίζουν πόρτες για να δραπετεύσουν, όταν αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται.

Και μέσα από την πάλη του ανθρώπου ενάντια στο θάνατο συναντάμε την πάλη του ανθρώπου ενάντια στην “πολιτική” ενσάρκωση του θανάτου, το φασισμό που δεν μπορεί παρά να ηττηθεί όπως λέει στο tvxs.gr η συγγραφέας γιατί “δεν έχουμε άλλη επιλογή. Θα είμαστε υπόλογοι όλοι αν αφήσουμε να κυριαρχήσει και πάλι.”

Επιλέξατε ως χώρο δράσης στο Ανκόρ ένα νοσοκομείο .  Διευκόλυνε για κάποιο λόγο την αφήγηση ή η επιλογή έχει σχέση περισσότερο με τον συμβολισμό πίσω από τον χώρο (τραύμα, ασθένεια, θάνατος κλπ);

Έχω την αίσθηση πως, παρά το ότι έχω μεταβεί εδώ και δέκα χρόνια από τον στίχο στον πεζό λόγο, εξακολουθώ να αφορμώμαι από το ασήμαντο και το αχαρτογράφητο. Εννοώ πως δεν επέλεξα με έλλογο και συνειδητό τρόπο ως πλαίσιο δράσης το νοσοκομείο. Ανέκυψε μέσα από επάλληλα σκαριφήματα αφηγημάτων και ήρθε να περιβάλλει την πλοκή. Ωστόσο, όπως σωστά διακρίνατε, πρόθεσή μου δεν ήταν να εγκλωβιστώ στον ωμό ρεαλισμό της καθημερινότητας στο δημόσιο σύστημα υγείας. Μολονότι ενυπάρχει και αυτό το στοιχείο, το νοσοκομείο χρησιμοποιείται ως μία αλληγορία για την οριακή κατάσταση, την ασθένεια, το τραύμα, τον θάνατο αλλά ταυτόχρονα τη δύναμη που αναβλύζει από μέσα μας, την ομοψυχία ενάντια στο κακό, την κοινή επίγνωση του ότι είμαστε θνητοί.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η ανθρωπογεωγραφία του νοσοκομείου. Ποιο ήταν το κριτήριο της επιλογής των ηρώων σας;

Όπως το πλαίσιο δράσης, και οι χαρακτήρες του βιβλίου εμφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο μπροστά μου χωρίς κανένα προσχέδιο. Έγραφα κι εκείνοι έπαιρναν μορφή. Ωστόσο δεν έχουν παρά ελάχιστες αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα. Τώρα τους γνώρισα κι εγώ... Είναι άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, αρκετά ετερόκλιτοι, ένας «ανομοιογενής θίασος» όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο. Αλλά όπως επεσήμανε και ο Μηνάς Βιντιάδης στην πρώτη παρουσίαση του «Ανκόρ», χαρακτηρίζονται όλοι από αγνότητα.

Δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας. Η αναρχοκουμουνιστική μου παιδεία δε μου το επιτρέπει να έχω μπροστάρηδες. Από την άλλη, η βαθιά αποστροφή που μου προκαλεί ο ναζισμός αντιμάχεται το δέος του δυτικού πολιτισμού για την επιτυχία, την τελειότητα, την ρωμαλεότητα, την αποθέωση της ομορφιάς και της νεότητας. Ήθελα να φτιάξω μια χάρτινη συντροφιά από δυστυχείς, αδύναμους, γέρους, άσχημους, ζορισμένους ανθρώπους αλλά χωρίς την εξτραβαγκάντζα του περιθωριακού.  Θέλησα, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, να συνθέσω μια ανθρωπογεωγραφία που θα θυμίζει πεζοδρόμιο στο κεντρο της Αθήνας, λερό, φθαρμένο, γκρίζο. Οι δρόμοι έχουν ονομασίες, όχι τα κράσπεδα. Όμως εκεί περπατάς, δεν έχει γκάζια, κάπου πηγαίνεις, παίρνεις μυρωδιά την άνοιξη και τους περαστικούς τριγύρω, μπορεί να σταθεί και καμιά πεταλούδα στον ώμο σου.

Το πρώτο σας βιβλίο “Φώτα στο Βάθος” εστίαζε περισσότερο στη σχέση του ατόμου με την κοινωνία . Διαπιστώνει κανείς όμως ότι η σχέση αυτή με έναν άλλο τρόπο διαπερνά και τη νέα σας ιστορία χωρίς να είναι αυτό το κεντρικό θέμα. Είναι αναπόφευκτο ή προσωπική εστίαση;

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι πρόκειται για εξαιρετική παρατήρηση. Κι αυτό γιατί «Τα φώτα στο βάθος» ήταν πράγματι μία συγκομιδή από τα χρόνια που ακόμα δεν είχα ξανοιχτεί στο πέλαγο της μητρότητας. Πλέον, γράφοντας το «Ανκόρ», είχα γίνει μαμά για δεύτερη φορά, είχε εμπεδωθεί πια ο ρόλος, δεν ήταν πρωτόγνωρο το αίσθημα. Το βίωμα αυτό ήρθε να φωτίσει και από μία άλλη προοπτική το προσκήνιο. Η «μητέρα» συνέχει με έναν άδηλο τρόπο τις ιστορίες, από τη μητέρα του Αμούρ αλλά και του άντρα με το τραύμα στην πλάτη, κι από το ρουμάνικο αηδονάκι που παίρνει τη μορφή της τροφού κι ως την μητρική γλώσσα που γίνεται ξένη και απεχθής στο στόμα κάποιων, από την «μαμά- πατρίδα» και τελικά ως τη ζωή που μας γεννά, η μορφή της μητέρας διατρέχει όλη την αφήγηση.

Το Ανκόρ θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα - σπουδή στο τραύμα και στη διαπραγμάτευση με τον θάνατο. Βλέπουμε τους ήρωες σας άλλοτε να επιμένουν για μια τζούρα ζωής ακόμα να δηλώνουν αχόρταγοι μπροστά στο θαύμα της ζωής , άλλοτε να θέλουν να δραπετεύσουν από το “ρατζομάνι”, άλλοτε να κάνουν χιούμορ και να δέχονται στωϊκά το παρόν και συχνά να μετέχουν σ’έναν χορό σουρεαλιστικών σκηνών.

Είναι μια μικρογραφία του κόσμου μας τελικά; 

Είναι ο ακροβατικός χορός ανθρώπων, πραγμάτων, ζώων, δέντρων και ανθέων σε ένα τεντωμένο νήμα.

“Το κακό δεν μπορεί παρά να ηττηθεί “ λέτε . Γιατί;

Το κακό εδώ νοείται ως ο ολοκληρωτισμός. Και λέω πως δε μπορεί παρά να ηττηθεί γιατί ο ευσεβής μου πόθος είναι να δημιουργήσουμε μία αφήγηση νίκης ενάντια στην προέλαση του φασισμού και του ναζισμού. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Θα είμαστε υπόλογοι όλοι αν αφήσουμε να κυριαρχήσει και πάλι. Οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο ενδεχόμενο έχουν δημιουργηθεί. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα έχει κατισχύσει στην οικονομία και στην πολιτική στον ανεπτυγμένο κόσμο και προωθείται σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων με πολλαπλούς τρόπους η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία, η απανθρωπιά, με μια λέξη η ακροδεξιά.

Εάν ως αντίρροπη δύναμη στο τέρας που γιγαντώνεται δεν ομονοήσουμε και δεν προσχωρήσουμε όλοι σε ένα ενιαίο λαϊκό αντιφασιστικό μέτωπο, θα φέρουμε ευθύνη για ό,τι θα συντελεστεί. Και η Αριστερά δεν έχει περιθώριο πια για άλλες διασπάσεις, πρέπει να αναζητήσει και να επινοήσει τρόπους επαναπροσέγγισης και επανένωσης.  Ακόμη, η βολική θέση του αμέτοχου φιλήσυχου κεντρώου μικροαστού ή του απολίτικου χαζοβιόλη μόνο να επικουρήσει στην άνοδο του φασισμού μπορεί.

Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζουμε τα βαθιά υπαρξιακά ζητήματα στην εποχή μας; Ποια είναι η σχέση του δικού μας πολιτισμού με τη ζωή και το θάνατο κατά τη γνώμη σας;

Ορδές κατατρεγμένων που σώθηκαν από τη θηριωδία του πολέμου, που άντεξαν την οδύσσεια του οδοιπορικού από τις χώρες του αραβικού κόσμου ως την κεντρική Ευρώπη συμβολίζουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη νίκη ενάντια στο κακό, την πίστη στη γαμημένη τη ζωή. Κι ωστόσο το Αιγαίο έχει γεμίσει πτώματα. Κι ωστόσο ο φασισμός δολοφονεί. Ο θάνατος δεν είναι φιλοσοφική έννοια πια, έχει όνομα, τον λένε Αϋλάν, τον λένε Παύλο Φύσσα, τον λένε Σαχτζάτ Λουκμάν. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω... Το βιολογικό φαινόμενο είναι ανίκητο. «Είμαστε φθαρτοί, ας ζήσουμε» όπως είχε πει ο Τζαβάρας. Υπάρχει όμως και η ενσάρκωση του θανάτου, τα πολλαπλά πρόσωπα του φασισμού που οφείλουμε να δούμε και να αντιμετωπίσουμε. Κι αυτό θα συμβεί, οφείλουμε νομίζω να βρούμε τρόπο να συμβεί, παρά το ότι η πραγματικότητα μας έχει τσακίσει.

19/2/16

Συνέντευξη στο Popaganda

Η Πέλα Σουλτάτου απεχθάνεται τον διδακτισμό αλλά όταν υποκύπτει σε αυτόν φροντίζει να κουνάει χαριτωμένα το δάκτυλο
Η συγγραφέας του «Ανκόρ» αυτοχαρακτηρίζεται Τρολστόι που απολαμβάνει να τσαλακώνεται.

Μας συστήθηκε ως Niemands Rose το 2007 όταν ξεκίνησε το blog της ενώ βρισκόταν ακόμη στην Αγγλία. Έχει άνεση στη γραφή, αυτό ήταν φανερό από τα πρώτα κιόλας κείμενα που δημοσίευσε στο διαδίκτυο. Πριν δύο χρόνια εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο «Τα φώτα στο βάθος» πάλι χρησιμοποιώντας το ίδιο ψευδώνυμο ενώ φέτος αποφάσισε να μας συστηθεί με το κανονικό της όνομα υπογράφοντας ως Πέλα Σουλτάτου το «Ανκόρ» της. Από την Κρήτη στο Λονδίνο και τώρα στην Αθήνα, από την κοινωνιολογία έως την δημόσια υγεία και από τη λογοτεχνία έως την μητρότητα η Πέλα ξέρει, τουλάχιστον, να αυτοσαρκάζεται χωρίς δεύτερη σκέψη «Εντάξει όσο και να βελτιωθώ ξέρω ότι έχω πεπερασμένες δυνατότητες και δεν πρόκειται ποτέ να γίνω Τολστόι, Τρολστόι όμως ναι».

Πώς ξεκίνησες να γράφεις; Είναι το κλασικό που συμβαίνει στους Έλληνες δηλαδή αυτό που είμαστε σχεδόν όλοι γραφομανείς και καλά κάνουμε δηλαδή. Το πρώτο μου γραπτό ήταν ένα ποίημα όταν ήμουν εννιά χρονών. Είχα δει στις ειδήσεις ότι υπήρξε ένας νεκρός σε κάποιο ποδοσφαιρικό αγώνα κι αυτό με είχε συγκλονίσει. Κλείστηκα λοιπόν στη σάλα του σπιτιού, ξέρεις αυτή που άνοιγε μόνο στις γιορτές, απομονώθηκα εκεί, έγραψα το ποίημα, το διάβασα, τρόμαξα και το έσκισα. Μετά επειδή είχα μια κλίση στον στίχο στο σχολείο έγραφα σαχλοτράγουδα τύπου Καρβέλας, Βίσση και βάζαμε όλοι μαζί οι συμμαθητές μουσική και τα τραγουδάγαμε. Έτσι από τα εννιά μου μέχρι τα είκοσι εννιά έγραφα ποίηση αλλά κάποια στιγμή ήρθε -ευτυχώς- η συνειδητοποίηση ότι δεν είμαι καλή ποιήτρια. Έτσι σταμάτησα συνειδητά να γράφω ποίηση. Μου είχε μείνει, όμως, η κεκτημένη ταχύτητα του γραψίματος κι έτσι δοκίμασα μετά να κάνω γυμνάσματα στον πεζό λόγο, στο blog μου. Αυτό έτυχε να έχει μια απήχηση, το είδαν πέντε άνθρωποι, τους άρεσε, τους ενδιέφερε, ακούστηκε και μετά από μια παραγωγή γραπτών από το 2007 έως το 2012 με έπεισε ένας φίλος επιμελητής εκδόσεων, ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος, να κάνω μια ανθολογία και να τη στείλω σε εκδοτικούς. Έτσι προέκυψε το πρώτο μου βιβλίο «Τα φώτα στο βάθος» από την Απόπειρα.

Πώς είχες πάρει την απόφαση να εκτεθείς λογοτεχνικά αρχικά μέσω του blog σου; Είχε συνείδηση αυτής της έκθεσης ή επειδή δεν υπήρχε, ακόμη, το τυπωμένο βιβλίο προχωρούσες μα άγνοια κινδύνου; Το ξεκίνησα πολύ αυθόρμητα γιατί ήμουν ακόμη στο Λονδίνο, συνεπώς είχα τον χρόνο και πολλές προσλαμβάνουσες και ήταν ιδανικές οι συνθήκες για να γράψω. Έτσι λοιπόν αυθόρμητα που το ξεκίνησα και χωρίς να το πολυσκεφτώ μετάνιωσα αργότερα τον τίτλο Niemands Rose, γιατί δεν ήταν σωστό να οικειοποιηθώ τον στίχο του Paul Celan, του κορυφαίου μεταπολεμικού ποιητή και ομολογώ ότι είμαι λίγο ενοχική ως προς αυτό. Έφτιαξα λοιπόν το blog για να εκφράζομαι αλλά από την άλλη ποτέ δεν είχα πρόβλημα να εκτεθώ, από πιτσιρίκι ακόμη. Πάντα ήμουν ενεργή στα κοινά, στο μαθητικό κίνημα ενώ πριν από το blog έγραφα σε εφημερίδες και περιοδικά. Έτσι συνεχίζω και θεωρώ ότι είναι σημαντικό να παραμείνω έτσι. Άλλωστε ήμουν και είμαι ανένταχτη πολιτικά και αυτό μου δίνει πολύ μεγάλο βαθμό ελευθερίας.

Όπως περιγράφεις το πώς κινούσουν μέσω του blog σου μου θυμίζει το πώς κινούνται άλλοι στα social media. Είναι ένα βήμα ελευθερίας όμως από την άλλη γίνεται μήπως ένα πεδίο ασυδοσίας; Περπατούν, όσοι εκφράζονται στα social media, σε τεντωμένο σκοινί; Έτσι είναι. Όταν το μέσο δεν υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες και δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη αρχή τότε εξελίσσεται σε μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Ε, αυτό το πράγμα έχει και τα θετικά του και τα ντεσού του, τα ζητήματα που πρέπει να διαχειριστεί. Ακριβώς επειδή είναι αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα εγώ έχω την ελπίδα ότι αυτοί που για χ, ψ λόγους δεν κάνουν τότε από μόνοι τους θα αποβληθούν μέσα από κάποιες διαδικασίες και το έχουμε δει αυτό να συμβαίνει. Πάντως ομολογώ ότι ειδικά στο facebook κι εγώ κινούμαι σα να έχω άγνοια κινδύνου.

Στη λογοτεχνία διατηρείς αυτή την αίσθηση;Ακόμη περισσότερο καθώς εκεί μιλάει περισσότερο το ασυνείδητο. Κι ευτυχώς που συμβαίνει αυτό. Πιστεύω ότι απ’ όλα τα γραπτά μου εκεί που είμαι πιο πηγαία, γνήσια και ειλικρινής είναι στα λογοτεχνικά γιατί εκεί δεν υπάρχει κανένας περιορισμός από πουθενά. Δεν με απασχολεί αν θα δυσαρεστήσω, εκνευρίσω ή αν θα εκτεθώ. Έτσι νομίζω ότι πρέπει να λειτουργούμε. Σε σχέση με τις ασυνείδητες διαδικασίες που σε φέρνουν στο να κάνεις λογοτεχνία φέρνω το παράδειγμα του βιολιστή, του χαρακτήρα που υπάρχει μέσα στο Ανκόρ. Δεν ξέρω πώς προέκυψε είναι η πρώτη επιπόλαιη απάντηση αλλά αν κάτσω να το δω αναδρομικά προφανώς υπάρχουν κάποιες αναφορές μέσα στο κεφάλι μου. Προσπαθώντας να καταλάβω γιατί έβαλα μέσα στο μυθιστόρημα έναν αόρατο βιολιστή που συμβολίζει τον θάνατο κατέληξα ότι έχω κάνει μια αναφορά στο ποίημα του Χρήστου Μπράβου, που το έμαθα από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και λέει «κι όμως το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος» και σε έναν πίνακα  του Bocklin που δείχνει τον θάνατο στο σβέρκο του καλλιτέχνη. Επιπλέον μου λέει μια φίλη από το αντιφασιστικό κίνημα, η Μαργαρίτα, ότι της θύμισε τον Βάγκνερ που έβαζαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Πότε σταματάς να διορθώνεις το κείμενό σου, πότε νιώθεις ότι περαιτέρω επεξεργασία μπορεί να το καταστρέψει; Στο πρώτο βιβλίο επειδή ήταν γυμνάσματα γραφής κι επειδή ήμουν πολύ πιο απελευθερωμένη για το τι θα γράψω γιατί είχα το ψευδώνυμο τα κείμενα ήταν πολύ ακατέργαστα. Ήταν ευτυχές γεγονός ότι τα δέχτηκαν καλά. Το κείμενο του Ανκόρ είναι πολύ περισσότερο επεξεργασμένο κι έχουν γίνει πολλαπλές επιμέλειες όμως αυτό που έλεγα και στον υπεύθυνο της ελληνικής λογοτεχνίας του Καστανιώτη, τον Δημήτρη Ποσάντζη, ειναι ότι δεν μου αρέσει σαν ήχος γιατί νιώθω ότι αλλού το ακούω δυνατά κι αλλού χαμηλά. Κι ακόμη δεν είμαι απολύτως ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα γιατί θα ήθελα να υπάρχει πιο ενιαίο ύφος αλλά από την άλλη είχα πάρει μια συνειδητή απόφαση να μιλήσω σαν τον νεκροθάφτη, και σαν τη διανοούμενη ζωγράφο και σαν τη νοσοκόμα με την ηπειρώτικη προφορά.

Ποιους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες ξεχωρίζεις; Της γενιάς μου; Α, υπάρχουν πολλοί που είναι εξαιρετικοί. Λοιπόν ο  Γιάννης Παλαβός, ο Γιάννης Τσίρμπας, ο Νίκος Μάντης, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, η Λένα Κιτσοπούλου, ο Ιερώνυμος Λύκαρης, ο Λένος Χρηστίδης, ο Γιώργος Μήτας και σίγουρα ξεχνάω κάποιους. Ο ένας είναι καλύτερος από τον άλλο και παρότι μπορεί να υπάρχει ενός είδους ανταγωνισμός εγώ νιώθω πολύ περήφανη που ανήκω σε αυτή τη γενιά.

Άρα θεωρείς ότι υπάρχει τώρα σε εξέλιξη μια λογοτεχνική γενιά; Ναι, υπάρχει. Δεν βλέπω που ακριβώς έγκειται η ομοιογένεια της αλλά υπάρχει λόγω ηλικίας αλλά και κοινών αναφορών. Μέσα στις συνθήκες βαθιάς οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης αναγκαστικά έχουμε όλοι κοινές προσλαμβάνουσες.

Άρα κάθε έργο που γράφεται μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ανεξάρτητα αν αναφέρεται άμεσα σε αυτές, θα αποτελέσει στο μέλλον ένα αποτύπωμα της εποχής του μέσω του οποίου θα ερμηνευτεί από τους επόμενους ό,τι ζούμε τώρα; Δεν ξέρω αν είναι αναπόφευκτο. Δεν θεωρώ ότι είναι απαραίτητο τα λογοτεχνικά έργα που γράφουμε τώρα να κινούνται αναγκαστικά γύρω από τον άξονα της ύφεσης και της κρίσης. Θα μπορούσε να είναι όπως το «Σπίτι» του Μήτα, που είναι αλληγορία και μιλάει για πολύ βαθιά πράγματα που δε μπαίνουν στο  χωροχρονικό πλαίσιο του σήμερα. Δεν είναι ανάγκη να παράγουμε λογοτεχνία που αφορά μόνο τη κρίση. Και στο δικό μου μυθιστόρημα προσπάθησα να αποφύγω λέξεις όπως μνημόνιο που αισθητικά, τουλάχιστον, απεχθάνομαι και που είναι στενά συνδεδεμένες με την επικαιρότητα κι έτσι γίνεται κατά κάποιο τρόπο λίγο άχρονο.

Τι δεν σου αρέσει καθόλου σε ένα βιβλίο; Δεν μου αρέσει κάτι που, ορισμένες φορές, το βλέπω και σε μένα: ο διδακτισμός. Προσπαθώ, τουλάχιστον, να κουνώ το δάκτυλο με έναν τρόπο πιο χαριτωμένο. Ο Βukowski είναι από τους αγαπημένους μου γιατί στο έργο του δεν υπάρχει ίχνος διδακτισμού. Συμβαίνει να μη μου αρέσουν πράγματα που αναγνωρίζω και στα δικά μου γραπτά. Δεν μου αρέσει ο βερμπαλισμός και στον Ανκόρ δεν μπόρεσα να τον αποφύγω. Επίσης, δεν μου αρέσουν τα άνευρα, τα γλυκανάλατα, τα μελό. Αυτά δεν τα εντοπίζω στα κείμενά μου, ίσως βέβαια κάποιοι άλλοι το κάνουν. Επίσης δεν μου αρέσουν αυτοί που δεν παίρνουν θέση. Πάρε θέση, τσαλακώσου και λίγο, δεν πειράζει. Όλοι οι καλλιτέχνες που αγαπώ ήταν αυτοί που έπαιρναν θέση.

Ποιους καλλιτέχνες αγαπάς; Τη γενιά beat με Βukowski, Κerouac, Burroughs ενώ στη νεοελληνική λογοτεχνία κορυφαίος για εμένα είναι ο Μάριος Χάκκας, που ήταν και αδικημένος και τσαλακωμένος. Διάβαζα από Tim Robbins μέχρι George Orwell, με αυτά μεγάλωσα, διαβάζοντας τους ανθρώπους που δεν είχαν comme il faut. Να αυτό απεχθάνομαι: τον καθωπρεπισμό και την έλλειψη χιούμορ.

4/2/16

Συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών για το "Ανκόρ"

Συντάκτης: 
Αθηνά Μιχαλακέα

Την Πέλα Σουλτάτου τη γνωρίσαμε πριν από μερικά χρόνια με «Τα φώτα στο βάθος» ως Niemands Rose. Τώρα επανέρχεται με το μυθιστόρημα «Ανκόρ», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι η πάλη του ανθρώπου με τον θάνατο. Αλλά πέρα από τον βιολογικό θάνατο υπάρχει και η πολιτική έκφρασή του. «Το μίσος για τη ζωή είναι στον πυρήνα του φασισμού», θα σημειώσει η ίδια μιλώντας για το βιβλίο της στις «Νησίδες».

Αφανείς ήρωες που οι προσωπικές τους ιστορίες συνδέονται με φόντο το τραύμα, «συντροφιά με αδέσποτα ζώα, χρυσόψαρα, πεταλούδες, πουλιά, γάντια που χειρονομούν, ασανσέρ μαλωμένα με κάδους, καρέκλες που θέλουν να δραπετεύσουν… συνθέτοντας ένα ασπρόμαυρο μουσικό παραμύθι». Αυτός είναι ο καμβάς του «Ανκόρ»

Σε γνωρίσαμε ως Niemands Rose με «Τα φώτα στο βάθος», συλλογή κειμένων-μικρών ιστοριών από το μπλογκ σου. Με το «Ανκόρ» περνάς πια στη μεγάλη φόρμα. Πόσο διαφορετικό είναι αυτό για εσένα;

Η μετάβαση στη μεγάλη φόρμα συνέβη αβίαστα, ίσως γιατί έχει τύχει να δοκιμαστώ σε διάφορα είδη λόγου. Για παράδειγμα, ασχολήθηκα με την ποίηση και τον στίχο για μια εικοσαετία. Είχα γράψει και κάποια παραμύθια για ενήλικα παιδιά.

Αργότερα εγκατέλειψα την ποίηση –ευτυχώς για εκείνη- και πέρασα στο πεζογράφημα και πιο συγκεκριμένα στη μικρή φόρμα. Παράλληλα ασκούμουν στον ακαδημαϊκό λόγο συγγράφοντας επιστημονικές δημοσιεύσεις και τη διατριβή μου, ενώ ταυτόχρονα αρθρογραφούσα. Αργότερα καταπιάστηκα με το μπλόγκιν. Εχω γράψει κι ένα θεατρικό.

Οταν ξεκίνησα να γράφω το «Ανκόρ» δεν είχα πρόθεση να το αναπτύξω οπωσδήποτε σε μυθιστόρημα. Απλώς συνέβη. Θέλω να πω ότι μου φαίνεται φυσικό να μεταβαίνω από το ένα είδος στο άλλο. Ωστόσο έχω πάντα την αγωνία αν το πέρασμα πέτυχε...

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι η πάλη του ανθρώπου με τον θάνατο, γι' αυτό κι επιλέγεις ως κύριο πλαίσιο της δράσης ένα νοσοκομείο. Τι στάθηκε αφορμή γι' αυτό;

Σε κάποιο σημείωμά μου είχε ξεπηδήσει το εξής: «Ιατρική επίσκεψη. Φάκελοι ξέχειλοι από έγγραφα. Χειρόγραφα ιστορικών ξεπροβάλλουν από τις σχισμές των φακέλων σαν γλώσσες, μιλούν για τα χούγια των αρρώστων, ενώ την ίδια ώρα τούς βγάζουν τη γλώσσα». Τυχαία διάλεξα το νοσοκομείο ως πλαίσιο δράσης.

Με την ευκαιρία, παρατηρώ πως η λογοτεχνία έχει αποφύγει να αναπτύξει αφηγήσεις στο συγκεκριμένο σκηνικό. Ακόμα και στις λιγοστές περιπτώσεις που το έχει κάνει δείχνει σαφή προτίμηση στις ψυχιατρικές κλινικές, όπως στο «Κόκκινο Λουλούδι» του Γκάρσιν ή στον «Θάλαμο αρ.6» του Τσέχοφ.

Ομως το νοσοκομείο είναι ένα πλούσιο σε συμβολισμούς οικοσύστημα, ταυτόχρονα δυστοπικό και θαυμαστό, καθώς πάλλεται μεταξύ ασθένειας και ίασης, ενώ το διαπερνά η επιθυμία της επιβίωσης.

Ετσι έστησα ένα σχεδόν θεατρικό σκηνικό, σε μια πτέρυγα ενός δημόσιου νοσοκομείου, όπου αναδύονται ιδιωτικοί βίοι, οι ιστορίες ξεδιπλώνονται σε ντουέτα. Το δραματικό στοιχείο λειτουργεί συμβιωτικά με το υπερβατικό και το κωμικό στοιχείο.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι ανομοιογενείς μεταξύ τους, αλλά συνδέονται μέσα από τον πόνο και την ασθένεια. Θα μας πεις λίγα πράγματα για τον καθένα;

Στο «Ανκόρ» δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο μοιράζεται ένας θίασος ανθρώπων με διαφορετική προέλευση, υπόβαθρο, χαρακτηριστικά.

Στην αρχή γνωρίζουμε ένα ερωτευμένο νεαρό ζευγάρι, τον Αμούρ και τη Σουίτι, πλάι σε ένα ηλικιωμένο αγαπημένο ζευγάρι, τη γυναίκα με το Π και τον άνδρα με το Ι και κάτω από ένα ζευγάρι... παπαγαλάκια.

Το επόμενο ντουέτο είναι ο κηπουρός που καταδιώκει μια αδέσποτη γάτα. Να πω σ’ αυτό το σημείο πως από το ζωικό βασίλειο συμμετέχουν επίσης μυρμήγκια, περιστέρια, μία χελώνα, μία κότα, δύο χρυσόψαρα, μία πεταλούδα κι ένα κοράκι. Ισως πρόκειται για επιρροή από τις ταινίες του Κουστουρίτσα.

Στο πρώτο κεφάλαιο εισάγεται και το υπερβατικό στοιχείο του μυθιστορήματος με τον αόρατο βιολιστή, ο οποίος κοσμεί και το εξώφυλλο, που το θεωρώ αριστουργηματικό. Εμμεση αναφορά στον στίχο του Χρήστου Μπράβου «Κι όμως το πιο γλυκό βιολί/ το παίζει ο θάνατος» και την αυτοπροσωπογραφία με τον θάνατο βιολιστή του Αρνολντ Μπέκλιν.

Ακολουθούν γάντια που χειρονομούν, ένας χιονάνθρωπος από μπόγους κλινοσκεπασμάτων, μια καρέκλα που θέλει να ξεχυθεί σαν τετράποδο στους κήπους, το ρολόι που σταματάει στο φασιστικό πογκρόμ, ασανσέρ μαλωμένα με κάδους σκουπιδιών... Μάλλον είμαι επηρεασμένη από τον κινηματογράφο του Βιτόριο ντε Σίκα και του Φρανκ Κάπρα.

Ο βιολιστής εισάγει το σουρεαλιστικό στοιχείο αλλά και τη μουσική, η οποία περιβάλλει όλη την αφήγηση, από Κλοντ Ντεμπισί μέχρι Ρίτα Σακελλαρίου.

Στην κεντρική σκηνή, στην κλινική δηλαδή, συναντάμε πρώτα τον ασπρομάλλη με τα άφιλτρα, έναν παππού εξαϋλωμένο από την αρρώστια αλλά ανυποχώρητο υπερασπιστή των επιθυμιών του, εκείνων ακριβώς που τον κατέστρεψαν, μαζί με την κόρη του, το ξωτικό.

Εμφανίζεται ο πανεπιστημιακός γιατρός με την κουστωδία του. Περνοδιαβαίνει μία καλτ φιγούρα, ο τηλεορασάς ή αλλιώς καουμπόι. Γνωρίζουμε και τον κουρέα με το ποντικομουστακάκι, έναν καλοσυνάτο και χωρατατζή γεράκο. Εχω εσκεμμένα τοποθετήσει κάποια ήσσονα πρόσωπα ώστε να αντισταθμίζεται η δραματικότητα του τόπου και του θέματος.

Στους επόμενους θαλάμους συναντούμε τον ηλικιωμένο με τους καταρράκτες και το αηδονάκι με το ρουμάνικο τραγούδι, την εργάτρια που τον φροντίζει. Στο ίδιο δωμάτιο νοσηλεύεται το χλομό πρόσωπο, ένας μοναχικός και παραιτημένος άνθρωπος, η συντροφιά του οποίου είναι η τηλεόραση.

Στον διάδρομο ανταμώνουμε κομπάρσους, άλαλους κλινήρεις ασθενείς. Κι ακόμη έναν μετανάστη από το Μπανγκλαντές που επικοινωνεί με παντομίμα με τον καουμπόι.

Σε άλλα δωμάτια περιθάλπονται μία διανοούμενη μητέρα, η ασθενής με τα πολλαπλά εγκεφαλικά, δάνεια μορφή από το «Αμούρ» του Χάνεκε, στη δύσκολη σχέση με την κόρη της. Επειτα το νυχτοπούλι, ένας νεαρός αντιφασίστας που έμελλε να μαχαιρωθεί πισώπλατα από τον παλιό του συμμαθητή.

Η νοσοκόμα με την ηπειρώτικη προφορά, με τη γλύκα και τη γενναιότητά της. Στο τέλος, ο νεκροθάφτης «Σοπενχάουερ» οδηγεί έναν υπέργηρο ναζί στην τελευταία του κατοικία. Το κοινό νήμα ανάμεσα στους ετερόκλητους ήρωες του βιβλίου είναι η μάχη ενάντια στο θάνατο, όποια μορφή κι αν παίρνει.

Εκτός του βιολογικού θανάτου, αναδύεται και η πάλη με την ιδεολογική/πολιτική ενσάρκωση του θανάτου, τον φασισμό...

Ακριβώς. Ο βιολογικός θάνατος είναι η μία όψη, η άλλη είναι η ιδεολογία που τον ενσαρκώνει. Η Σούζαν Σόνταγκ είχε προσφυώς χαρακτηρίσει τον ναζισμό ενσάρκωση του θανάτου. Στρέφεται κατά πάντων και τελικά κατά του ίδιου του εαυτού.

Η επιθυμία του θανάτου ενυπάρχει σε κάθε γνώρισμά του, από την προγονολατρία, όπου δεν μπορεί να λατρέψει παρά το μη ζωντανό, μέχρι την ομοιομορφία και την τελειότητα στην τέχνη, που θυμίζει νεκρική ακαμψία.

Στον πυρήνα του φασισμού είναι το μίσος για τη ζωή. Ακόμα κι αν κάποιος δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αντιφασίστας ή δεν είναι πολιτικά συνειδητοποιημένος, όταν κληθεί να διαλέξει μεταξύ των αμοιβαίως αποκλειόμενων, στο δίπολο αγάπη-μίσος, ζωή-θάνατος, αν εμφορείται από έρωτα για τη ζωή, η επιλογή θα είναι πηγαία.

 Το «Ανκόρ» είναι ένα παραμύθι, με αρκετά στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Κυριαρχούν ο πόνος, η αγάπη, το μίσος, ο θάνατος, αλλά εν τέλει το κακό ηττάται. Θεωρείς ότι ο στόχος της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα πρέπει να είναι η παραμυθία;
Η τέχνη μπορεί να είναι και παρηγορητική, μπορεί να αποτελεί λόγο παραμυθίας. Ωστόσο ο βασικός σκοπός της τέχνης είναι να συνεχίσει να υπάρχει.



Ιnfo: Η παρουσίαση του «Ανκόρ» θα γίνει την Πέμπτη 11/2 στις 7.30 μ.μ. στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, Αθήνα)

1/10/15

Πέλα Σουλτάτου, "Ανκόρ" (Εκδόσεις Καστανιώτη)




Μυθιστόρημα

Ο κηπουρός και η αδέσποτη γάτα, ο Αμούρ και η Σουίτυ, ο καουμπόυ και η Φράου, η γυναίκα με το Π και ο άνδρας με το Ι, το ξωτικό του δάσους και ο ασπρομάλλης με τα άφιλτρα, ο μπαρμπέρης, το τζιτζίκι και η ζωγράφος, ο ερωτευμένος κύριος Καθηγητής, το νυχτοπούλι και ο μαχαιροβγάλτης, η νοσοκόμα με την ηπειρώτικη προφορά, το αηδονάκι με το ρουμάνικο τραγούδι και ο ηλικιωμένος με τους καταρράκτες, το χλωμό πρόσωπο, ο μετανάστης από το Μπαγκλαντές. Κι ένας αόρατος βιολιστής. Μπόνους τρακ ο νεκροθάφτης Σοπενάουερ, που συνοδεύει τον υπέργηρο ναζί στην τελευταία του κατοικία. Ένας ανομοιογενής θίασος από αφανείς ήρωες συμβιώνει στο δυστοπικό οικοσύστημα της ασθένειας και του τραύματος, συντροφιά με αδέσποτα ζώα, χρυσόψαρα, πεταλούδες, πουλιά, γάντια που χειρονομούν, ασανσέρ μαλωμένα με κάδους, καρέκλες που θέλουν να δραπετεύσουν. Όψεις της προσωπικής ιστορίας του καθενός αποκαλύπτονται μέσα από τη σχέση με τον άλλο, σε αλλεπάλληλα ντουέτα, συνθέτοντας ένα ασπρόμαυρο αλληγορικό μουσικό παραμύθι με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, όπου το κακό δεν μπορεί παρά να ηττηθεί.

Το πρώτο μυθιστόρημα της Πέλας Σουλτάτου, αλλά και δεύτερο βιβλίο της. Προηγήθηκε το 2013 η συλλογή διηγημάτων Τα φώτα στο βάθος, που εξέδωσε η συγγραφέας με το ψευδώνυμο Niemands Rose, με διηγήματα από το ομώνυμο προσωπικό της μπλογκ.

18/8/15

η κρεβατίνα

Ο παππούς και η γιαγιά μου ζουν σε ένα ορεινό χωριό της κρητικής επαρχίας. Κάθε καλοκαίρι, από παιδί, τους επισκέπτομαι, επιστρέφοντας στον παράδεισο των παιδικών μου χρόνων, μια πολύχρωμη αυλή που μοσχολοβολάει.
Το χωριό ερημώνει, η στατιστική για τον μέσο όρο ζωής ανάμεσα στα φύλα επιβεβαιώνεται περίτρανα. 'Εκλεισαν τα καφενεία, λιγοστοί πια οι άντρες, "εγέμισε χήρες το χωριό" παρατηρεί ο παππούς κοιτώντας τη γιαγιά πονηρά για το υπονοούμενο.
Η κληματαριά έχει πια χαλάσει και ο ίσκιος περιορίστηκε, κάνοντας λιγάκι πιο άβολο το αραλίκι στην Εδέμ.
"Γιατί δε φωνάζεις κανένα εργάτη να στη φτιάξει ρε παππού;" αναρωτιέμαι μεγαλοφώνως.
Στο χωριό είχαν ριζώσει δύο οικογένειες μεταναστών, μία από τη Βουλγαρία και μία από την Αλβανία και είχε ξερημάξει ο τόπος. Τις βαριές αγροτικές δουλειές που δε μπορούσαν πια να επωμιστούν τα αποδεκατισμένα έτσι κι αλλιώς γεροντάκια, τις αναλάμβαναν οι δύο εργάτες του χωριού. Οι γυναίκες τους φρόντιζαν κατάκοιτες ηλικιωμένες κι έκαναν κι άλλες δουλειές. Η παρουσία νέων ανδρών έδινε και μια αίσθηση ασφάλειας στους κατοίκους.
Με τη σειρά του το χωριό, φρόντισε τις οικογένειες, τους έδωσε στέγη και ρούχα, τους έδωσε μεροκάματα.
"'Εφυγαν, παιδί μου", μού απάντησε ο παππούς, "γυρίσανε στα μέρη τους..."
"Και τις ελιές ποιος τις μαζεύει τώρα;" απόρησα.
"Έρχονται εργάτες από τα γύρω χωριά και συνοριζόμαστε ποιος θα τσι πρωτοπάρει".
Στη δεκαετία του '90, το κύμα μετανάστευσης από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ έδωσε ζωή στην ύπαιθρο, οι αγροτικές καλλιέργειες είχαν πάρει να μαραζώνουν γιατί κόβαμε τις γέφυρες με το παρελθόν στην παραζάλη της επίπλαστης ευημερίας. Και τις ζωντάνεψαν τα χέρια των μεταναστών, που με τον καιρό έγιναν τα στηρίγματα των γέρων χωρικών.
Ελάτε μετά να μου πείτε πως δε χωράμε, πως περισσεύουν οι ξένοι στη χώρα.

11/7/15

τα σκάφη πολυτελείας και η σκάφη της γιαγιάς σε μία πρόβα συμφωνίας



Εξαπάτησε ο Τσίπρας το 62% του ΟΧΙ φέρνοντας στη Βουλή πρόταση συμφωνίας;

Από την Παρασκευή 26 Ιούνη, που εξαγγέλθηκε το δημοψήφισμα ,μέχρι την Κυριακή 5 Ιουλίου, οπότε και πραγματοποιήθηκε, ο Τσίπρας διακήρυξε σε όλους τους τόνους πως το ΟΧΙ δεν σήμαινε ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έξοδο από την Ευρωζώνη (καλώς ή κακώς, θα το συζητήσουμε παρακάτω), αλλά θα σήμαινε ενίσχυση της διαπραγματευτικής δυνατότητας για μία πιο ευνοϊκή συμφωνία. Συμφωνία υποσχέθηκε, συμφωνία έφερε (θα πούμε και για το περιεχόμενό της). Δεν έταξε Grexit, και μάλιστα άτακτο και άρα ολέθριο, και δεν προχώρησε σε αυτό (τουλάχιστον όχι με τη δική του βούληση, μπορεί να το μεθοδεύουν όμως οι "θεσμοί"). Επομένως δεν εξαπάτησε, ήταν συνεπής ως προς τη συγκεκριμένη δέσμευση.

Μας εξαπάτησε ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση ως προς την "εξυπηρέτηση του χρέους";

α) Η Ελλάδα υπάχθηκε στον Μηχανισμό Στήριξης από το ΓΑΠ με το γνωστό διάγγελμα από το Καστελόριζο τον Απρίλη του 2010, χωρίς καμία απολύτως πολιτική νομιμοποίηση. Ο λαός πιάστηκε στον ύπνο και η χώρα δέθηκε στο άρμα πανισχυρών και αδίστακτων τοκογλύφων. Οι χώρες που έχουν αρνηθεί ή καθυστερήσει την αποπληρωμή των χρεών στο ΔΝΤ (Ζιμπάμπουε, Καμπότζη, Σουδάν, Σομαλία, Παναμάς, Περού, Ονδούρα) έχουν μπει σε «μαύρη λίστα» με απρόσμενες συνέπειες. Οι δε χώρες που έχουν «βοηθηθεί» έχουν υποφέρει, έχουν συντριβεί (για το πώς δρα το ΔΝΤ, διαβάστε το «Δόγμα του σοκ» της Ναόμι Κλάιν που έσπευσε να απαξιώσει η τρόικα εσωτερικού) Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Το ΔΝΤ συνηθίζει να οικειοποιείται το δημόσιο πλούτο και να απαιτεί μέτρα αποπληρωμής του χρέους τα οποία πλήττουν τα χαμηλότερα στρώματα.  Η προκαταρκτική έκθεση της Επιτροπής Αλήθειας του Δημοσίου Χρέους, η οποία συγκροτήθηκε από την ΠτΒ και αποτελείται από εμπειρογνώμονες, στο 8ο κεφάλαιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι μη βιώσιμο, παράνομο, αθέμιτο και επονείδιστο προς κάθε έναν δανειστή (ΔΝΤ, ΕΚΤ). Η ελληνική πλευρά χρησιμοποίησε την συγκεκριμένη έκθεση ως διαπραγματευτικό χαρτί; Όχι μέχρι τώρα, αφού συντάχθηκε μόλις στις 17 Ιουνίου 2015. Λογικά, αν συνεχίσει να υφίσταται η παρούσα κυβέρνηση, θα πρέπει να τη χρησιμοποιήσει στο μέλλον. Έχει όμως καταφέρει ποτέ καμία χώρα να μην πληρώσει το χρέος προς το ΔΝΤ; Όχι. Να κάνουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία και να επιχειρήσουμε πρώτοι να παίξουμε πιστολιά στο ΔΝΤ; Εντάξει (ίσως), αλλά με σχέδιο, και σίγουρα όχι ερήμην των πολιτών, οι οποίοι ξαναθυμίζω, δεν ψήφισαν ούτε τον Γενάρη, ούτε τον Ιούλη για Γκρέξιτ.

β) Στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, δηλαδή στις προεκλογικές διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας αναφερόταν ρητά σε «διαπραγμάτευση  εντός των πλαισίων της ευρωπαϊκής ένωσης και των ευρωπαϊκών θεσμών  στα πλαίσια μιας νέας ρεαλιστικής συμφωνίας εξυπηρέτησης του χρέους». Στόχος ήταν «η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους της ονομαστικής αξίας του χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο» και έβαζε «ρήτρα ανάπτυξης» στην αποπληρωμή του, έτσι ώστε να εξυπηρετείται από την ανάπτυξη και όχι από το πλεόνασμα του προϋπολογισμού. Ζητούσε, ακόμη, περίοδο χάριτος στην εξυπηρέτηση του χρέους. Τα κατάφερε όλα αυτά; Μερικώς. Το ΔΝΤ δεν προχώρησε σε κούρεμα του χρέους, όπως το συνηθίζει, γιατί εμποδίστηκε από τον γερμανικό παράγοντα. Πείσθηκε όμως μετά από πολύμηνη μάχη να παραδεχτεί πως το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο. Αν αυτό τώρα σε εμάς που έχουμε διαλυθεί ως κοινωνία μετά από 4.5χρ μνημονιακής λαίλαπας και 6 μήνες αγωνίας, φαίνεται ήσσον, για την ιστορία θα φαίνεται μάλλον αξιοσημειώτο. Είναι μια νίκη, αλλά όχι σθεναρή. Υπήρχε περιθώριο «νίκης» μέσα σε συνθήκες άνισης αναμέτρησης με τα θηρία των θεσμών. Όχι δεν υπήρχε. Ποια είναι η άλλη λύση; Πάμε παρέα στην επόμενη ερώτηση.

Ποια είναι η εναλλακτική λύση σε αυτές τις συνθήκες;

Η απάντηση είναι προφανής και κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα: Grexit, δλδ έξοδος από τη νομισματική ένωση και πιθανά από Ε.Ε. (δεν έχει ξαναγίνει, δεν υπάρχει "δεδικασμένο" άρα δε ξέρουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση αποχώρησης). Παρόλαυτα, σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις, η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, το 80%, τάσσεται κατά της εξόδου από την Ε.Ε. και την ευρωζώνη. Ταυτόχρονα, καλώς ή κακώς (κακώς κατά την ταπεινή μου γνώμη) η κυβέρνηση δεν προετοίμασε καθόλου ούτε σε επικοινωνιακό, ούτε σε πολιτικό, ούτε σε οικονομικό επίπεδο μία τέτοια προοπτική. Το αντίθετο μάλιστα, ο Τσίπρας είχε μία σαφώς φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση αλλά με όρους και προϋποθέσεις, όχι σαν πρόβατα επί σφαγή. 
Είναι εφικτό αυτό στα πλαίσια μίας Ε.Ε. που τείνει να μονοπωλείται πια από τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα; Οι συσχετισμοί δυνάμεων αλλάζουν μεν αλλά ο ιστορικός χρόνος παρουσιάζει τέτοια πυκνότητα, ώστε είναι μάλλον αδύνατο να προβλέψει κανένας τις εξελίξεις. Σίγουρα όμως η Ε.Ε. βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, είτε το θέλει, είτε όχι, βιώνει μία εσωτερική σύγκρουση, δέχεται ταυτόχρονα χιλιάδες πρόσφυγες, ο αραβικός κόσμος σπαράσσεται, τα αποθέματα στερεύουν ενώ την ίδια στιγμή κερδοσκοπούν τα κοράκια του χρηματοπιστωτικού τομέα κ.α. Μέσα σε αυτή την Ε.Ε. οι πιο σφοδροί πολέμιοι των ταξικών –ουσιαστικά- συμφερόντων μας είναι τα βαλτικά κράτη και οι χώρες του ανατολικού μπλοκ που τώρα σαν γενίτσαροι έχουν προσδεθεί στα μεγάλα αφεντικά της Ε.Ε. 
Η απομόνωση της Ελλάδας από την Ευρώπη χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό θα είναι ο απόλυτος όλεθρος. Θα προκαλέσει κοινωνικές αναταραχές με απρόβλεπτες συνέπειες, θα εγκαταλείψει μία χώρα με τέτοια γεωπολιτική σημασία έρμαιο σε πιθανές εξωτερικές επιθέσεις. Και αν αυτά φαίνονται σε κάποιον εσχατολογικά σενάρια, ας πει πώς θα διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή και η σταθερότητα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Αν έχουν απαντήσεις στα μείζονα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα που ανακύπτουν, ας έρθουν να τις καταθέσουν δημόσια και να τις συζητήσουμε, να κρίνουμε και να αποφανθούμε. Ήρεμα όμως γιατί η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. 

Είναι επωφελής η πρόταση συμφωνίας για τα λαϊκά στρώματα που άλλωστε εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ;

Σκατά στα μούτρα μας είναι και να με συγχωρήσει ο αριστερός μου αναγνώστης που λατρεύει αταλάντευτα την αστική ευγένεια (κι εγώ την ασπάζομαι, αλλά με εξαιρέσεις). Τους αγρότες τους πατάει κάτω η πρόταση, κι εγώ επειδή προέρχομαι από αγροτική οικογένεια (έχω και κάτι ροδιές δηλαδή, θα παράξω «του κανενός το ρόδι»), έχω γίνει έξω φρενών. Μία συμφωνία της συμφοράς είναι και απορώ δηλαδή τι έκαναν πέντε μήνες διαπραγμάτευση. Ξέρω όμως πως αντισταθμίζεται η αδικία από άλλα μέτρα κατά της φτώχειας και το έργο της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα, που καθόλου αμελητέο δεν είναι.

Έχει θετικά σημεία η πρόταση συμφωνίας με τους «εταίρους»; 

Έχει. Αν υποτεθεί πως αυτό που ίσως- μη το δένουμε και κόμπο πως θα το δεχτούν οι δανειστές- υπογραφεί είναι το 3ο μνημόνιο, είναι το λιγότερο άδικο, είναι το πρώτο μνημόνιο (το αριστερόνιο που είπε κάποιος σύντροφος), που επιχειρεί να μετακυλίσει το βάρος και στα ανώτερα στρώματα. Πώς; 
Για πρώτη φορά πάει να φορολογήσει τους εφοπλιστές (καλά, θα γελάσουν και οι σαρδέλες αν το δεχτεί η Ευρώπη των ισχυρών, αλλά θα το γράψει η ιστορία ως κατόρθωμα), τα είδη πολυτελείας (τα σκάφη αναψυχής των πλουσίων, όχι τη σκάφη της γιαγιάς μου, ευτυχώς), τις τηλεοπτικές διαφημίσεις και έχει επίσης καταθέσει σούπερ μηχανισμό πάταξης των φοροφυγάδων, μειώνει τις αμυντικές δαπάνες (φάτηνα Καμμένε πολεμοχαρή), δεν ενέδωσε σε δημοσιονομικά ζητήματα δλδ δεν μειώνει περαιτέρω τις συντάξεις και τους μισθούς, δεν προχωράει σε απολύσεις στον δημόσιο τομέα κ.α. Αν αυτά μας φαίνονται της πλάκας και αυτονόητα, εντάξει, είμαστε 10εκ δεινών διαπραγματευτών που θα τα κατάφερναν καλύτερα.

Και τώρα τι;

Και τώρα, έχοντας ψιλοχάσει τη δεδηλωμένη, δε ξέρουμε αν θα σχηματίσει οικουμενική κυβέρνηση, αν θα πάει ως έχει να καταθέσει την πρόταση στους «θεσμούς», αν θα τη δεχτούν οι τροϊκάνες, αν θα παραιτηθεί και θα προκηρύξει εκλογές. 
Αν πάντως ψάχνει ο λαός τον πραγματικό υπαίτιο για την καταστροφή που έχουμε υποστεί εδώ και πέντε χρόνια, ας αναζητήσει τον ΓΑΠ που μας παρέδωσε χωρίς τη συγκατάθεσή μας στο ΔΝΤ. Ας αναζητήσει και τη συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ που πήγαιναν σαν καρπαζοεισπράχτορες, έφερναν υφεσιακά και αντιλαϊκά μέτρα χωρίς καμία δημοκρατική διαδικασία και νομιμοποίηση, όπως ξέρει να κάνει η Αριστερά (και δώστου εκλογές, και δώστου κοινοβουλευτικές ομάδες, και δώστου συνελεύσεις, και δώστου συζητήσεις στη Βουλή και δώστου δημοψηφίσματα). Ας αναζητήσει όσους κυβερνούσαν σε όλη τη μεταπολίτευση, στήνοντας ένα άκρως διεφθαρμένο και διαπλεκόμενο σκηνικό, με το βαθύ κράτος, τα μμε, το κεφάλαιο, την εκκλησίτσα. 
Η συμφωνία δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα γίνει αποδεκτή από τους εταίρους, γιατί τους συμφέρει η πτώση της αριστερής κυβέρνησης ώστε να φέρουν ακόμα πιο σκληρά μέτρα και να αποσοβήσουν τον κίνδυνο να υπάρξει κυβέρνηση που θα κάνει πράγματι μεταρρυθμίσεις προς όφελος του κόσμου της εργασίας, που θα στείλει στη φυλακή τα μεγάλα λαμόγια, θα απαιτήσει να πληρώσουν οι μεγαλοοφειλέτες του δημοσίου και ενδεχομένως θα είναι ικανή να προετοιμάσει μία πιο επωφελή και βιώσιμη λύση χωρίς υποταγή σε ευρωπαϊκά θέσφατα και μόνοδρομους.



23/6/15

Περιμένοντας τις μέρες να επιστρέψουν


Περιμένουμε και περιμένουμε, η αναμονή είναι μαρτύριο, περιμένουμε κάτι να γίνει, ας γίνει αυτό, όποιο κι αν αυτό, να συμβεί όμως. Ο χρόνος πια κυλά σαν το βασανιστήριο της σταγόνας.


Περιμένουμε τον Γκοντό σαν τους δυο φουκαράδες του Μπέκετ, περιμένουμε τον μικρό αδελφό σαν εκείνες "Στο σπίτι περιμένοντας τη βροχή", αμπαρωμένοι από την Μπερνάρντα Άλμπα σε ένα πένθος βαρύ, κλώθουμε την προσδοκία όπως η Πηνελόπη.

Και οι μέρες, όσο κι αν βάρυνε το βήμα τους, πάντα φεύγουν χωρίς επιστροφή. Αυτές δεν περιμένουν.

6/6/15

το ντέρμπι είναι αμφίρροπο

Το ντέρμπι είναι αμφίρροπο. Παίζουν Άρρωστοι εναντίον Ασθενών.
Τα Αρρωστάκια του καπιταλισμού. Στην άμυνα άτρωτοι τεχνοκράτες με οτ κουτίρ πανοπλίες και δίχως ίχνος συμπόνιας. Στην επίθεση κτηνώδεις, βλοσυροί φασίστες με ξυρισμένα μυαλά. Και στο τέρμα ο θάνατος, μαλάκα μου. Ο πλανήτης θα μας τινάξει από πάνω του σαν ψείρα. Ωστόσο, το μακρύ χέρι του συστήματος ξέρει από όπλα και στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξέρει από καλές γενοκτονίες, έχει το know-how στην αραίωση του πληθυσμού, κατέχει την πιο αποτελεσματική μέθοδο για τον υπερπληθυσμό. Για τη φτώχεια στον πλανήτη φταίει που είμαστε πολλοί, όχι που δεν είναι δίκαια μοιρασμένος ο πλούτος. Και στα τρίβουν κάτι τέτοια στα μούτρα οι διαφωτισμένοι, ανεβοκατεβαίνοντας ασανσέρ για τα πριβέ χάι σοσάιετυ κοκτέιλ πάρτυ στα ρουφ γκάρντεν και δεν έχει πέσει ένας από μια ταράτσα, έτσι να δει σαν μπάντζι τζάμπινγκ πώς είναι η απόγνωση.
Κι από την άλλη οι Ασθενείς, τα ζόμπι του δυτικού πολιτισμού, τα δάγκωσε με τα σουβλερά δοντάκια του. Και τώρα ζώνεκροι. Στέκονται εδώ κι εκεί ακρωτηριασμένοι ζητάνε πενταροδεκάρες, σου τρίβουν το παρμπρίζ μήπως και, μήπως και δεις πιο καθαρά τι γίνεται έξω από την καμπίνα του γιωταχί, με μαντήλες στο κεφάλι και μωρά στην αγκαλιά μισοπνιγμένοι πρόσφυγες διασχίζουν ξαπλωμένες ημίγυμνες λευκές σάρκες κάτω από τον ήλιο, κάποιοι πάνε στα συσσίτια της Εκκλησίας και παίρνουν μακαρόνια, άλλοι ζουν με δανεικά, ασθενείς στην τσέπη, στο δικαίωμα, στο κάθε μέρα. Κόψε από ‘δώ, κόψε από ΄κεί, στο τέλος έραψαν το στόμα να μην μη τρώνε, να μη μιλάνε.
Και τώρα ματσάρα, φέρε μπύρες, πάρε τη σουβλακερί.
Το τερραίν το βλέπω κόκκινο. Πολύ κόκκινο. Είναι που έχω δει τη λήξη του ντέρμπυ.
Εμείς νικάμε στο τέλος, να το ξέρεις.

27/5/15

η τελευταία μασκαράτα

Όταν ξέσπασε η τρικυμία μέσα στη νύχτα, κάποιοι χόρευαν στη σάλα, άλλοι κοιμούνταν ήδη στις κουκέτες τους, πολλοί τουρτούριζαν στο κατάστρωμα και λίγοι αγνάντευαν τον μαύρο ορίζοντα και τα αστέρια.

Όλοι όμως φορούσαν προσωπεία σαν σε βενετσιάνικη μασκαράτα. Το πλοίο θαλασσοδερνόταν για χρόνια και χρόνια. 
 

Και οι μάσκες έπεφταν και έπεφταν, ράγιζαν και ράγιζαν, ώσπου δεν έμεινε ίχνος από αυτές. Στο τέλος δεν απέμεινε ούτε δέρμα στα πρόσωπα των ναυαγών. Ήταν το τελευταίο τους γεύμα.

18/5/15

Στον αστερισμό του Ληστή

Δεν τα είχαν κανονίσει πολύ καλά ο μπαμπάς με το αστέρι, δηλαδή τον γιατρό που θα ξεγεννούσε τη μαμά. «Ο γυναικολόγος μου είναι μεγάλο αστέρι», έλεγε και ξανάλεγε περήφανη η μαμά. Ο μπαμπάς έλειπε σε ταξίδι για δουλειές και έφτασε τελευταία στιγμή στο μαιευτήριο. Έβαλε βιαστικά τα ρούχα του χειρουργείου για να μπει στον τοκετό, όπως είχε υποσχεθεί στη μαμά, που ήταν έξαλλη στο μεταξύ με την αργοπορία του. Λίγο νωρίτερα, το αστέρι, ο γιατρός της μαμάς, τον είχε εκβιάσει από το τηλέφωνο, πως δε θα την ξεγεννήσει, αν δεν φροντίσει πρώτα να τακτοποιήσει την εκκρεμότητά του, δηλαδή να του παραδώσει το φακελάκι. Έτσι, ο μπαμπάς την στιγμή που γεννιόμουν, πάνω στον πανικό του, έβγαλε έναν φάκελο γεμάτο χαρτονομίσματα και τον παρέδινε στο αστέρι, τον ληστή με τη λευκή μπλούζα. Η μαμά παρακολουθώντας τη σκηνή προσπαθούσε να κάνει την προσευχή της, δηλαδή για την ακρίβεια να επαναλάβει το μάντρα της. Και έτσι ήρθα στον κόσμο καθώς η ενέργεια μιας δωροδοκίας εξέπεμπε όλη την κακή ενέργεια πάνω στο κεφαλάκι μου που ξεμύτιζε στο φως.

Η μαμά δεν πίστευε στο θεό, ούτε στην εκκλησία πήγαινε. Μπορώ να το βεβαιώσω. Αλλά πίστευε πολύ στην ενέργεια, την καλή ενέργεια, την κακή ενέργεια, τον υπερβατικό διαλογισμό , το φενγκ σούι και τη χάθα γιόγκα. Ωστόσο, της άρεσε να λέει πως είναι πιστή στον αγνωστικισμό, που εμένα μου θύμιζε εργαλείο του Μαγκάιβερ. Ο Μαγκάιβερ ήταν το αγαπημένο σήριαλ των γονιών μου, το είχαν γραμμένο σε DVD και με έβαζαν να το βλέπω μαζί τους. Γιατί, όταν ήμουν πολύ μικρός, γύρω στα επτά, έκανα πολλές σκανταλιές και τους είχα τρελάνει. Η μαμά δοκίμασε να με πάει σε διαλογισμό για μικρά παιδιά, μήπως και ηρεμήσω, αλλά είχα το στομαχάκι μου εκείνη τη μέρα και άφηνα συνέχεια πορδίτσες. «Ήταν Βατερλό» η πρώτη και τελευταία μου συνεδρία, έλεγε και ξανάλεγε η μαμά, κι εγώ είχα καταλάβει πως το βατερλό είναι όταν κλάνεις πολύ. Συνέχισα να κάνω αταξίες, ώσπου μια μέρα κάλεσαν πυροσβεστικό να με κατεβάσει από τη βελανιδιά στο κτήμα! Η μαμά έπαθε πανικό και φώναξε επιτόπου τη γκουρού της για να την καλμάρει, πάνω στο ησυχαστήριό της, τη σοφίτα δηλαδή. Εκεί πήραν και την απόφαση: οι γονείς μου θα έπρεπε να περνούν μαζί μου ποιοτικό χρόνο. Ο πανικός που άφησε τη μαμά, έπιασε εμένα. Δε μου άρεσε καθόλου αυτή η φράση. Μου φαινόταν πως θα με κλείσουν σε αναμορφωτήριο σαν εκείνη την ταινία με τη Ζωή Λάσκαρη που είχαμε δει με τη νταντά μου, την κυρία Φρόσω, ένα σαββατοκύριακο που είχαν πάει οι γονείς μου στη Ζυρίχη για δουλειές του μπαμπά. Δεν το είπαμε όμως στη μαμά πως είδαμε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, γιατί θα έλεγε πάλι «δεν είναι ωφέλιμα αυτά για το παιδί». Έτσι ο ποιοτικός χρόνος έπεσε στο κεφάλι μου σαν κεραμίδα, και έβριζα από μέσα μου τους πυροσβέστες επειδή με κατέβασαν από το δέντρο. Μετά πήρε κι ο μπαμπάς τηλέφωνο τον οικονομικό του σύμβουλο να τον ηρεμήσει, και συμφώνησε κι αυτός πως ήταν καλή ιδέα να περνούν μαζί μου ποιοτικό χρόνο, αρκεί να μην παρακώλυε τις ανειλημμένες υποχρεώσεις του μπαμπά. Τελοσπάντων όλοι συμφώνησαν, ακόμα και η κοπέλα που έκανε στη μαμά πεντικιούρ, πως χρειαζόμουν να μπω σε αυτό το πράμα. Πανικός!

Τελικά δεν ήταν τόσο τρομακτικό όσο το φαντάστηκα. Οι γονείς μου θα περνούσαν ποιοτικό χρόνο μαζί μου κάθε δεύτερη Παρασκευή, βλέποντας όλοι μαζί αγκαλιά στον καναπέ ένα ευχάριστο πρόγραμμα στην τηλεόραση. Ουφ, φτηνά τη γλίτωσα. Έτσι όμως καταλήξαμε στον Μαγκάιβερ. Ο Μαγκάιβερ ήταν μια βλακεία και μισή, εγώ ήθελα να βλέπω κινούμενα σχέδια καλύτερα, αλλά ο Μαγκάιβερ ήταν της γενιάς τους, λέει, τους έπιανε νοσταλγία την ώρα που τρώγαμε πίτσες, ή ποπ-κορν ή μπέργκερ. Πίναμε εγώ και ο μπαμπάς κόκα κόλα, επιτρεπόταν και να ρεύομαι, αλλά όχι πολύ δυνατά, οπότε όλα καλά. Μετά αυτοί άρχιζαν τις «ζουζουνιές», έλεγε η μαμά, κι ανέβαιναν πάνω στην κρεβατοκάμαρά τους, και ξέμενα εγώ στο υπόγειο πλέη ρουμ μόνος με τον προτζέκτορα. Σε εκείνο το επεισόδιο στη Βουδαπέστη, που συναντάει το γυφτάκι και τον ρωτάει αν είναι κι αυτός τσιγγάνος – ο ξανθομπάμπουρας ο Μαγκάιβερ, αν είναι δυνατόν, χαζό ήταν;- και μετά βρίσκει μια άλλη τσιγγάνα που φοράει κολιέ ένα κλεμμένο ρολόι με τα μυστικά της KGB και κανονίζουν να το πάρει με αντάλλαγμα να βοηθήσει τους τσιγγάνους να το σκάσουν για Αμερική, ε, την ώρα που μπαίνουν στην κόκκινη σακαράκα με τα κράνη και αρχίζει το κυνηγητό, την κοπανάνε οι δικοί μου. Τότε παίρνω κι εγώ τη μεγάλη απόφαση: θα κερδίζω πολλά λεφτά για να τα δίνω στους φτωχούς. Τη μεθεπόμενη Παρασκευή, που θρονιάστηκαν πάλι οι δικοί μου για να δούμε Μαγκάιβερ, τους ανακοίνωσα την απόφασή μου να γίνω ένας πλούσιος που θα χαρίζω τα λεφτά μου στους φτωχούς. Οι γονείς μου κοιτάχτηκαν για μια στιγμή έκπληκτοι και μετά ξέσπασαν σε γέλια. Ούτε την έκπληξή τους κατάλαβα, ούτε πού το βρήκαν το αστείο.

Θα γινόμουν ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, είπε η μαμά πολύ ευχαριστημένη με την απόφασή μου. Το κατάλαβα ότι χάρηκε γιατί χαμογελούσαν τα μάτια της, όχι μόνο το στόμα της, όπως με αυτούς που δε χωνεύει καθόλου και παριστάνει πως τους συμπαθεί. Ο μπαμπάς ήταν πιο σκεφτικός, νομίζω δε του άρεσε η ιδέα να γίνω πιο πλούσιος από αυτόν, μάλλον θα ζήλεψε. Τι με νοιάζει όμως. Ο Ρομπέν ήταν πια ο ήρωάς μου. Φορούσε και πιο ωραία ρούχα από τον φλώρο τον Μαγκάιβερ και μοιάζαμε και περισσότερο γιατί ήταν μικρούλης με καστανά μαλλιά, σαν εμένα. Εκείνο το βράδυ ο μπαμπάς μάς έκανε μεγάλη έκπληξη, γιατί βρήκε ένα άλμπουμ φωτογραφιών που ήταν σε ένα αποκριάτικο πάρτυ και μαντέψτε τι είχε ντυθεί! Ρομπέν των Δασών. Ήταν ίδιος εγώ, αλλά στο κατσούφικο. Ένα άλλο παιδάκι, ντυμένο ιππότης ,τού είχε σπάσει το βέλος με το σπαθί και ο μπαμπάς είχε περάσει χάλια σε εκείνο το μπαλ ντ’ ανφάν. Ο παππούς δεν του αγόρασε, λέει, άλλο βέλος γιατί «έπρεπε να τιμωρηθεί για την ατιμωτική ήττα που υπέστη», κάτι τέτοιο. Κι ο καημένος ήταν στην πολαρόιντ σαν κακός Ρομπέν, ενώ ο Ρομπέν ήταν καλός. Σίγουρα εγώ θα γινόμουν πιο άξιος Ρομπέν από τον μπαμπά γιατί ήξερα να σκαρφαλώνω στα δέντρα, ήμουν δηλαδή γνήσιος Ρομπέν των Δασών.

Μετά από λίγο καιρό μού έκαναν και δεύτερη έκπληξη. Ήταν σαββατοκύριακο. Οι γονείς μου είχαν πάει σε κάποιο σαλέ, για σπα και χαλάρωση. Εγώ είχα μείνει στο σπίτι με τη νταντά μου. Χτυπάει το θυροτηλέφωνο, κοιτάει από την κάμερα η κυρά Φρόσω και βλέπει έναν άγνωστο άντρα να κουβαλάει ένα μεγάλο πακέτο. «Μην ανοίξεις!» της φωνάζω, «μπορεί να είναι κάποιος κακός που έχει βόμβα στο περιτύλιγμα!» Έβλεπα πολύ τηλεόραση εκείνο τον καιρό, μπορεί να το παράκανα με τον ποιοτικό χρόνο, γιατί στο μυαλό μου είχαν γίνει κουβάρι από τον Κώστα Πρέκα στον πόλεμο μέχρι τον Χαχανούλη με τα δωράκια- βόμβες. Όμως η παράτολμη κυρία Φρόσω, έτσι ήταν πάντα αυτές οι Ευφροσύνες και δες τι πάθανε από τον Αλή Πασά, πάτησε το κουμπί και η εξώπορτα στον κήπο άνοιξε! Μόλις την είδα να απομακρύνεται, πήγα και πάτησα το κουμπάκι στην κάμερα και παρακολουθούσα από το θυροτηλέφωνο το νουάρ, τον γκάνγκστερ με την βόμβα σε συσκευασία δώρου, και την ανυποψίαστη νταντά που θα διαμελιζόταν μόλις το έπαιρνε στα χέρια της. Μετά ο γκάνγκστερ θα με κυνηγούσε σε όλο το σπίτι, αλλά το κορόιδο σιγά μη με έβρισκε αφού είχα καταπακτή στη σοφίτα της μαμάς και καταφύγιο στα ψηλά κλαριά της βελανιδιάς. Κι από κεί πάνω θα του πετούσα βελανίδια όπως τα σκιουράκια στον χαζό τον Πλούτο, σε εκείνο το κόμικ που ο Μίκυ Μάους είχε κόψει το έλατο για να το στολίσει τα Χριστούγγενα και στα κλαδιά του κατά λάθος κουβάλησε τα σκανταλιάρικα σκιουράκια. Τελικά όμως η κυρία Φρόσω παρέλαβε την καμουφλαρισμένη βόμβα, ο κακός έφυγε, και μου την κουβάλησε μέσα στο σαλόνι! Μέχρι να ανοίξει το μυστηριώδες δέμα, είχα γίνει άσπρος από τον φόβο μου και παραλίγο να κατουρηθώ. Κι αυτή δεν μου έδινε καμιά σημασία που της έλεγα να πετάξει το κουτί στο κτήμα, ή να καλέσουμε έναν ειδικό πυροτεχνουργό, αλλά συνέχιζε να ξεπακετάρει. Έτσι καλού – κακού ανέβηκα στον πάγκο της κουζίνας κρατώντας για ασπίδα ένα ταψί και μια κατσαρόλα για περικεφαλαία. Περίμενα λίγη ώρα ώσπου να γίνει η έκρηξη, αλλά τίποτα. Κατεβαίνω από τον πάγκο, φοράω τον εξοπλισμό μου και παίρνω και το μεγάλο μαχαίρι για το ψωμί –εντάξει, βλακεία, όμως τα άλλα τα είχαν κρυμμένα σε ψηλά ντουλάπια για να μην τα πειράζω- και προχωρώ πανέτοιμος για τη μάχη στο σαλόνι. Γιατί, στο μεταξύ, είχα πειστεί πως η κυρά Φρόσω ήταν κατάσκοπος του εχθρού που θα ενεργοποιούσε τη βόμβα μόλις εμφανιζόμουν μπροστά της. Και τι να δω; Ένα βέλος και ένα τόξο, ξυλόγλυπτα, αντίκα μεγάλης αξίας, με μια τιμή πάνω δεμένη με ένα σχοινένιο κορδόνι. Ωραία έκπληξη να σου πετύχει. Τι να το κάνω το τόξο, αφού δε μπορούσα να το παίξω; Το βάλαμε πάνω σε ένα έπιπλο και έπιανε σκόνη, για να το ξεσκονίζει μετά με το φτερωτό ξεσκονιστήρι η Γιρλάντα, η Φιλλιπινέζα μας. Γιολάντα την έλεγαν κανονικά, αλλά σιγά, αφού ούτε αυτό ήταν το αληθινό της όνομα, αλλιώς την είχαν βαφτίσει, εγώ την έλεγα Γιρλάντα και δεν την ένοιαζε.

Τα Χριστούγεννα του 2012, ήμουν πια δεκαοχτώ χρονών, είχα συμπληρώσει μια δεκαετία και ένα χρόνο από τότε που πήρα την απόφαση να γίνω πλούσιος και να χαρίζω τα λεφτά μου στους φτωχούς, αλλά ο μπαμπάς έλεγε πως δεν το θεωρούσε πια και τόσο καλόγουστο το αστείο μου. Το αστείο πού το είδε δεν έχω καταλάβει. Αφού οι φτωχοί είχαν γίνει πιο πολλοί κι απ΄τους πολλούς. Έτσι, μια νύχτα εισέβαλλα στο δωμάτιό τους να κοιμούνται του καλού καιρού. Η μαμά φορούσε στα μάτια μια μάσκα ύπνου που ήταν σαν τα ρέιμπαν του Μαγκάιβερ αλλά από ροζ μετάξι, ενώ ο μπαμπάς φορούσε τις σιλικονάτες ωτοασπίδες του, λες και τον ενοχλούσε κανένας θόρυβος στη μέση του πουθενά που ήταν χτισμένη η μεζονέτα μας. Τελοσπάντων, κρατώντας ένα καλάσνικοφ ρέπλικα, σούπερ τέλειο, που είχα αγοράσει από το Μοναστηράκι, όρμησα στην κρεβατοκάμαρά τους! Έσπασα ένα πορσελάνινο βάζο που βρήκα πάνω στο μπουντουάρ της μαμάς. Επίτηδες, για να τους ξυπνήσω αλλά χωρίς να χρειαστεί να μιλήσω και αναγνωρίσουν τη φωνή μου. Πανούργος, ε; Μόλις έβγαλε τη μάσκα η μαμά και τα βουλωτήρια από τα αυτιά ο μπαμπάς, με κοίταξαν έντρομοι. Έκανα νόημα στον μπαμπά, τρίβοντας δηλαδή τον αντίχειρα στο λυγισμένο δείκτη, που θα πει σε όλες τις γλώσσες «λεφτά». Μετά έκανα δεύτερο νόημα με τον δείκτη κάθετο στα χείλη, που θα πει «μην ακούσω κιχ». Τέλος έκανα νόημα με το πιστόλι πως θα τους κόψω το λαιμό –εντάξει, δεν ήταν πολύ πετυχημένο αυτό, αλλά πιστέψτε με το έπιασαν το νόημα- για να μην καλέσουν τίποτα αστυνομίες και έχουμε μπλεξίματα. Ο μπαμπάς βγήκε με την πιτζάμα από την κρεβατοκάμαρα με το πιστόλι μου στην πλάτη του. Με το άλλο χέρι κλείδωσα πίσω μου τη μαμά, αφού βέβαια τους είχα κατασχέσει τα κινητά και είχα κόψει με τον μαγικό σουγιά μου το καλώδιο του ξύλινου τηλεφώνου στο κομοδίνο της μαμάς. Μετά έριξα μια κλοτσιά στο παλιοτηλέφωνο, όχι γιατί θα το χρησιμοποιούσε, αφού το είχα αχρηστέψει κόβοντας το καλώδιο, αλλά γιατί–για να πω την αλήθεια- μου την έσπαγε αυτή η ηλίθια αντίκα, αφού όταν την έπιανε η μαμά στα χέρια της ξεχνούσε να την κατεβάσει και εγώ σκυλοβαριόμουν μόνος μου στο σπίτι όσο αυτή μιλούσε με τις ώρες.

Ο μπαμπάς με πήρε στο θυσαυροφυλάκιό μας και μού παρέδωσε αδιαμαρτύρητα όλο το χρήμα και κάποια κοσμήματα αξίας. Στοχεύοντας σταθερά το όπλο προς το μέρος του, κατάφερα να βρω μέσα στη μπιζουτιέρα ένα δαχτυλίδι της μαμάς, το αγαπημένο της ήταν, την έκανε να λάμπει κάθε φορά που το φορούσε, είχε πάνω μια πεταλούδα από λευκόχρυσο με κεφάλι ένα μαργαριτάρι, και του το έδωσα. Με κοίταξε απορημένος ο μπαμπάς καθώς άνοιγε τη χούφτα του να πάρει το δαχτυλίδι. Μόλις είχα φτάσει στην έξοδο, έτοιμος να δραπετεύσω με τα κλοπιμαία, τον άκουσα να φωνάζει το όνομά μου. Πάλι καλά που δεν γύρισα αυθόρμητα, ακούγοντας το όνομά μου! Αυτός όμως φώναζε για να δει αν είμαι ζωντανός ή αν με είχε καθαρίσει ο διαρρήκτης γιατί τον είδα να τρέχει κατά τις σκάλες στον πάνω όροφο που ήταν το υπνοδωμάτιό μου.

Λίγες μέρες μετά ο μπαμπάς και η μαμά με έψαχναν μέσω άμπερ αλέρτ, η πόλη είχε γεμίσει από τη φάτσα μου και τα χαρακτηριστικά μου, φοβούμενοι πως ο διαρρήκτης με είχε απαγάγει και θα τους ζητούσε λύτρα επιπλέον. Ταυτόχρονα με έψαχνε η αστυνομία ως «τον φαντομά της Εκάλης» γιατί στο μεταξύ είχα καταφέρει να τρυπώσω σε δύο ακόμα επαύλεις φίλων των γονιών μου, που ήξερα τα κατατόπια, και να πάρω μερικά λεφτά για τους φτωχούς. Αν και για να πω την αλήθεια, την Εκάλη την είχα βαρεθεί. Το όνειρό μου ήταν να ληστέψω τράπεζα. Τελικά ήμουν σίγουρος, είχα γεννηθεί στον αστερισμό του Ληστή.

(Γραμμένο για ΤΟ ΠΑΡάΘΥΡΟ)

19/12/14

«Τα φώτα στο βάθος» ανάβουν στο Από Μηχανής Θέατρο…[Κριτική θεάτρου από την Ζωή Νικολάου για το Music Corner]

Γράφει η Ζωή Νικολάου
Φωτογράφηση: Ματίνα Φουντούλη
Μια συλλογή αφηγήσεων ζωντανεύει μπροστά στο κοινό… Ένα βιβλίο που δεν ανήκει σε καμιά Ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Οι ιστορίες αν και αυτοτελείς έχουν άμεση νοηματική σύνδεση, προσεγγίζοντας την κοινωνική παθογένεια από όλες τις οπτικές γωνίες. Και κυρίως αυτή του θεατή. Πόσο ανοιχτά είναι τα μάτια μας σε γεγονότα που συμβαίνουν στη διπλανή πόρτα; Πώς ορίζουμε τη «διπλανή πόρτα»; Είναι αυτή του από κάτω διαμερίσματος ή αυτή των διπλανών ή και μακρινών συνόρων; H Νiemands Rose, μια από τις καλύτερες και γνωστότερες μπλόγκερ (διατηρεί το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο»), διηγείται στο ομώνυμο βιβλίο “Τα φώτα στο βάθος, καθημερινές… ειδήσεις! Πράγματα που οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι ως «νέα», συμβαίνουν, εκτυλίσσονται, διαδραματίζονται, γίνονται δίπλα μας. Εμείς, πόσο δίπλα τους είμαστε;
ta fota sto vathos theatro 2014 12 004 600x399 «Τα φώτα στο βάθος» ανάβουν στο Από Μηχανής Θέατρο...
Μπαίνοντας στην αίθουσα, οι ηθοποιοί ήταν ήδη εκεί. Καθισμένοι σ’ έναν πάγκο που αργότερα θα ‘παιζε κι αυτός το ρόλο του. Ο ένας δε, ήταν και ταξιθέτης! Αυτή η αμεσότητα και η αμηχανία που προκαλεί, ήταν και το πρώτο βήμα μύησης στο θέμα της παράστασης: Τους ανθρώπους. Η πρώτη φράση…: «Κλείσε τα μάτια…».
Νύχτα… Νότια παράλια της Κρήτης… Τέσσερις φίλοι προσπαθούν να δουν τα φώτα της Λιβύης… Έτσι ξεκινά η ιστορία. Η αναζήτηση στις ανθρώπινες αδυναμίες μέσα από δέκα διηγήσεις. Η εναλλαγή των ιστοριών ταυτίζεται με την αλλαγή αφηγητή και πρωταγωνιστών μεταξύ των τεσσάρων πρωταγωνιστών. Μια ιστορία για την ομοφυλοφιλία, μία για τον κοινωνικό αποκλεισμό, μία για τα μυστικά, μια για την ανασφάλεια, μια για το ψέμα, μια πραγματική κι άλλη μια, κι άλλη μια… Δεν θα μπορούσαμε να φλυαρήσουμε επί του συγκεκριμένου για την κάθε αφήγηση μιας και είναι ξεχωριστή και συνάμα ενταγμένη θεματικά σε μερικές αλληγορικές προτάσεις: “Φαίνονται τα φώτα; Τα δες ποτέ; Μπορεί να τα δες και να μην το θυμάσαι». Τα «φώτα» είναι οι άνθρωποι γύρω μας; Τους βλέπουμε πραγματικά; Tι έχουν μέσα τους; Θέλουμε να τους δούμε; Ή μήπως μας βολεύει το αντίθετο;
ta fota sto vathos theatro 2014 12 011 600x399 «Τα φώτα στο βάθος» ανάβουν στο Από Μηχανής Θέατρο...
Οι εκφράσεις των προσώπων, πολύ έντονες. Σαν τις ερμηνείες τους. Και ακριβώς επειδή, όπως και οι αφηγήσεις έτσι και οι ρόλοι εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια της παράστασης, είναι απόλυτα κατανοητό το ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πολλές εκφάνσεις. Και σε μια κοινωνία με τόσους ανθρώπους, είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε, πόσο μάλλον να αποδεχθούμε και να συμβιώσουμε με τις διαφορές μας. Ακόμα δυσκολότερο, να αφιερώσουμε χρόνο και φαιά ουσία στο να ασχοληθούμε με αυτές και να δούμε τον εαυτό μας στον «Άλλον». Μέσα στην αδικία και την κοινωνική ανισότητα που έχουν επικαλύψει, ως και αντικαταστήσει, την αγάπη και την κατανόηση.
ta fota sto vathos theatro 2014 12 015 600x399 «Τα φώτα στο βάθος» ανάβουν στο Από Μηχανής Θέατρο...
Συναντήσαμε τους πρωταγωνιστές μετά το τέλος του έργου και ομολογώ ότι οι προβληματισμοί ήταν τόσο έντονοι, που θα ήταν άσκοπο να μεταφέρουμε αυτολεξεί τη συζήτησή μας. Οι ίδιοι μας μίλησαν για το έργο και τους αυτοσχεδιασμούς που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκειά του. Μας εξομολογήθηκαν ότι ο καθένας ξεχώριζε μια άλλη ιστορία αλλά ότι όλοι μαζί διάλεξαν ποιες θα δραματοποιήσουν καθώς και το ότι η υποδοχή που μας έκαναν επί σκηνής, εντασσόταν στα πλαίσια της οικειότητας που έπρεπε να επιτευχθεί μεταξύ μας… «Άλλωστε, αυτό είναι και το νόημα…», μας λέει η Αντωνία Γιαννούλη.
Η Αντωνία Γιαννούλη, ο Μάνος Κανναβός, η Ιζαμπέλλα Κογεβίνα, ο Κώστας Φαλελάκηςείναι ο βραζιλιάνος που δολοφονήθηκε ως τρομοκράτης, η μοναχική γειτόνισσα, ο κομπλεξικός σύζυγος και η φραγκάτη σύντροφος, η διπολική κοπέλα και ο ομοφυλόφιλος γνωστός. Είναι εγώ κι εσύ κι ο φίλος και ο άγνωστος…
ta fota sto vathos theatro 2014 12 027 600x399 «Τα φώτα στο βάθος» ανάβουν στο Από Μηχανής Θέατρο...
Στο Από μηχανής θέατρο και σε σκηνοθεσία Esther Andre Gonzalez, μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί πόσο απομυθοποιείται το τεχνητό ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο και να  συνειδητοποιήσει ότι η χειρότερη κοινωνική παθογένεια, είναι η αδιαφορία για τα φώτα που οι άνθρωποι απεγνωσμένα αναβοσβήνουν και ελάχιστοι δίνουν σημασία.
ta fota sto vathos theatro 2014 12 025 600x399 «Τα φώτα στο βάθος» ανάβουν στο Από Μηχανής Θέατρο...
Λεπτομέρειες για τη παράσταση, δείτε στο σχετικό δελτίο τύπου
Δείτε αποκλειστικές φωτογραφίες του MusicCorner.gr από τη παράσταση