16/11/17

η καρέκλα

Καφενείο σε ορεινό χωριό χειμώνα καιρό. Τακτικός θαμώνας ένας γέρος με μόνιμα δακρυσμένα μάτια. Καθόταν πάντα στην καρέκλα πλάι στην ξυλόσομπα. Πρώτα έφευγε αποχαιρετώντας βροντερά. Έπειτα οι καληνύχτες έχαναν ήχο, ώσπου σίγησαν. Τέλος αναχωρούσε στα μουγγά και με το κεφάλι σκυφτό. Έκανε δυο- τρεις μέρες να φανεί. Άλλοι δεν τον αναζήτησαν, άλλοι αναρωτήθηκαν τι απέγινε, ένας πήγε και τον βρήκε, "όλα καλά γέρο με τα δακρυσμένα μάτια;" Τότε γύρισε πίσω με ένα τσεκούρι κι έκανε την καρέκλα του κομμάτια. Η ξυλόσομπα συνέχιζε να καίει τα κούτσουρα και να καπνίζει.

12/11/17

Ένα απειλητικό τηλεγράφημα

Αθήνα, 19/05/2022

Αγαπητέ κύριε Διευθυντά,

παρακαλώ να δημοσιεύσετε την ιστορία που σας καταγράφω πλην όμως ψευδωνύμως για ευνόητους λόγους, όπως ιδίοις όμμασι θα διαπιστώσετε. Τα ακόλουθα γεγονότα συνέβησαν όπως ακριβώς τα εξιστορώ. Όχι δηλαδή επειδή κάποιοι συγγραφείς τα κατεβάζουν από το κεφάλι τους, θα βρούμε όλοι τον μπελά μας πως ό,τι γράφουμε είναι ψέμα με ουρά, μούσια, ιστορίες για αγρίους. Παρακαλώ πολύ να τηρηθεί εχεμύθεια στα προσωπικά μου στοιχεία και να χρησιμοποιήσετε την υπογραφή Ανεμώνα Μαραμένου, ώστε να αλλοιωθεί και το φύλο. Περνώ ευθύς αμέσως στο προκείμενο, στο ψητό.

Επί τη ευκαιρία, οφείλετε και εσείς ο ίδιος και οι αναγνώστες σας να παραδεχτείτε πως ενώ άλλοι βουτούν αυτή τη στιγμή, Κυριακή γαρ, τα δάχτυλά τους στο ψητό, γουρουνόπουλο, μοσχάρι ή κοτόπουλο, αναλόγως το βαλάντιο του καθενός, ενώ βουτούν ψίχα στο ζουμάκι της χωριάτικης επιδιδόμενοι στη λεγόμενη «παπάρα», οι ταγμένοι στην τέχνη του λόγου και δη στην αλήθεια, απέχουμε από τις απολαύσεις των κοιλιόδουλων και βουτούμε τα χέρια μας στο πληκτρολόγιο ως γνήσιοι πνευματικοί άνθρωποι, αφοσιωμένοι ολόψυχα σε έναν ανώτερο σκοπό.

Ο σκοπός της παρούσας επιστολής δεν είναι, πιστέψατέ με, για να διαμαρτυρηθώ επειδή δεν μου δημοσιεύσατε τα ωραιότατα χρονογραφήματα και τις επιφυλλίδες που σας έχω αποστείλει κατά το παρελθόν. Αλήθεια, ήσαν αρτιότερα τα πονήματα του Τμηματάρχη μου, τα οποία φιλοξενήσατε στις σελίδες της ιστοσελίδας σας; Εν πάση περιπτώσει, θα δώσω τόπο στην οργή διότι επιθυμώ να προβώ σε δημόσια καταγγελία ενός πέρα για πέρα πραγματικού περιστατικού, το οποίο έμελλε να υποπέσει στην αντίληψή μου και μου κόστισε την υποβάθμιση σε απλόν κλητήρα σε υποκατάστημα ενός απλού εποπτευόμενου φορέα, τον οποίο δεν θα κατονομάσω ώστε να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά μου.

Ο πρωθυπουργός της χώρας έλαβε προ ημερών ένα πολύ απειλητικό τηλεγράφημα. Δηλαδή όχι ο ίδιος, αλλά εγώ. Επειδή το τηλεγράφημα, ως τηλεγράφημα, ήταν εξαιρετικά ευσύνοπτο, διέπραξα το λάθος να το αναγνώσω, χάνοντας αρχικά την ηρεμία μου, κατόπιν τον ύπνο μου και τέλος τη θέση μου, όπως προείπα. Βεβαίως παρά την ταραχή μου, διεκπεραίωσα το εισερχόμενο, πρωτοκολλώντας το και διαβιβάζοντάς το αρμοδίως στην ιδιαιτέρα γραμματέα του ιδιαίτερου γραφείου του πρωθυπουργού μας. Κάνω αυτή τη διάκριση, διότι έχει κι ένα άλλο γραφείο που δεν είναι κάτι το πολύ ιδιαίτερο, αφού ούτε συλλογή επίχρυσων μον μπλαν διαθέτει, ούτε αγιογραφία διά χειρός Ιωάννη Μαρτάλου, ούτε σβαρόφσκι μινιατούρες, ούτε ολόφρεσκα λίλιουμ από το ανθοπωλείο του Βοϊλάνη στη Σκουφά, ούτε βέβαια τη σημαία της πατρίδας ραμμένη από τον οίκο μόδας Παρδάγκη. Το άλλο γραφείο είναι πολύ απλό, σαν δοσοληψία σε περίπτερο, δυο σοκοφρέτες, μια εφημερίδα, ένα πακέτο χαρτομάντιλα, πόσο έχουν, τόσο, ορίστε, τα ρέστα σας, ευχαριστώ, παρακαλώ, γεια σας. Σε αυτό το γραφείο εζήτησα πολλάκις να μετακινηθώ ώστε να συμβάλω στο κυβερνητικό έργο, τώρα που επιτέλους η πολιτική κατάστασις μετεβλήθη και απηλλάγημεν από τους ακατανόμαστους, αλλά η παράκλησή μου δεν εισακούσθη.

Αντίθετα, το ιδιαίτερο γραφείο έχει ακόμα μια ιδιαιτερότητα, μια μικρή παραξενιά, ένα κατιτίς που το κάνει να διαφέρει, διαθέτει καταπακτές. Μάλιστα. Ο αρχικός σκοπός του ήταν για τα γυρίσματα μιας ταινίας τρόμου του επιστήθιου φίλου του πρωθυπουργού μας, Τζωρτζ Κουμάντος, ο οποίος είναι σκηνοθέτης βραβευμένος από τον Όμιλο Ρόταρυ και ανερχόμενος αστέρας του Χόλυγουντ, και τον όποιον εχρηματοδότησε ο ίδιος ο πρωθυπουργός μας ως τραπεζίτης στο ξεκίνημα της λαμπρής καριέρας του στην ταινία Κρεμ ντε λα κρεμ, εάν ενθυμείσθε. Όταν ο κύριος Κουμάντος αποφάσισε να κάνει μια διασκευή της Νύχτας των ζωντανών νεκρών, του διετέθη το Α΄ Νεκροταφείο με εντολή πρωθυπουργού και με δεύτερη εντολή ανοίχτηκαν δυο καταπακτές περί ων ο λόγος. Ο κύριος Κουμάντος ήθελε και τρίτη αλλά η ηγεσία ήταν κάθετη. Μόνο δύο. Η μία εξ αριστερών της εισόδου το γραφείου του πρωθυπουργού οδηγεί σε μια κάβα με ουίσκι εξακοσίων ετών και η εκ δεξιών του σε εξαρτήματα της εργασίας απόρρητα.

Το πρόβλημα ήταν πως όλα απόρρητα είναι στο γραφείο του πρωθυπουργού, έγγραφα, συνομιλίες, εξαρτήματα, πρόσωπα. Ως και οι παραγγελίες σούσι, τα ντελίβερι που λέει ο κοσμάκης, απόρρητες ήσαν. Άλλη διεύθυνση έδιναν, αλλού παραδίνονταν τα εδέσματα, από αλλού πήγαινε και τα παραλάμβανε ο ιδιωτικός αστυνομικός, το σεκιούριτι που λέει ο απλός λαός, και τα μετέφερε στην απόρρητη σαλοτραπεζαρία όπου γευμάτιζε απορρήτως με τους εξ απορρήτων του.

Εφόσον εγνώριζα όλα τούτα, δεν εννοώ ποιος σατανάς με ώθησε να διαβιβάσω το απειλητικό τηλεγράφημα στην ιδιαιτέρα γραμματέα χωρίς πρώτα να το έχω εσωκλείσει σε σφραγισμένο φάκελο με την ένδειξη «απόρρητον, εξαιρετικά επείγον». Με αυτή μου την παράλειψη, την οποία αποδίδω στην αναστάτωση την οποία μου προκάλεσε το επίμαχο μήνυμα, ο κλητήρας του Μεγάρου ανέγνωσε το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, το διέδωσε ολούθε, προκάλεσε τη γενική θυμηδία, έτσι ώστε όταν το επέδωσε στην ιδιαιτέρα, με την οποία εξ ων γνωρίζω σχετίζονται ως μακρινοί συγγενείς, οπόταν και έχει το θάρρος, το διάβασε μεγαλοφώνως. Η ιδιαιτέρα μόλις είχε παραγγείλει το irish coffee και άτμιζε το ηλεκτρονικό της σιγαρέτο χαζεύοντας τις αστρολογικές προβλέψεις της εβδομάδας αμέριμνη όταν ο κλητήρας σκασμένος από τα γέλια, κατά το κοινώς λεγόμενον, διάβασε με στεντόρεια φωνή εις επήκοον όλων:

«Απόψε το βράδυ τα μάγια θα λυθούν. Ο πρωθυπουργός θα ξαναγίνει κολοκύθα».

Και ερωτώ, κύριε Διευθυντά, γιατί δεν ετιμωρήθη ο συντάκτης του τηλεγραφήματος, γιατί δεν ετιμωρήθη ο υπεύθυνος της διάρρευσης του μήνυματος, αλλά εγώ, ένας απλός, απλούστατος υπάλληλος στο Πρωτόκολλο; Επειδή, λέει, συνέβαλα στο να τρωθεί το κύρος του πρωθυπουργού. Πείτε με και αναρχικό στο τέλος. Αυτό μου έλειπε.

Μετά τιμής,

Ανεμώνα Μαραμένου

(Δημοσιευμένο στο Διάστιχο)

19/10/17

Momentum

"Δε τον αντέχω ρε αυτό τον  χυλό, κάτι αζώιστα κνώδαλα με ζαχαρωτές ζωούλες, ανάσες που μυρίζουν παρκετίνη και σουπλίν της μαμάς τους, αγράμματα τσόκαρα όλοι τους, που περιφέρονται από μπαράκι σε μπαράκι τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους με άλλα ανερμάτιστα..."
Διακόπτει. Τον κοιτάει περιμένοντας να τη βοηθήσει.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσόκαρα."
Δείχνει αγριεμένη.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσουτσέκια, που όλα μαζί γλείφουν το κάθε τσογλάνι που κρατάει τ’ αντικλείδια κάποιου θεάτρου, κάποιου εκδοτικού ή γλείφουν πατόκορφα τον κάθε λίγδα σφουγγοκωλάριο που έχει τα κοννέ για τις κρατικές επιχορηγήσεις και τα βραβεία. Και γιατί; Γιατί τόσος γαμημένος ζήλος; Μου λες; Για να προβάλλουν το τίποτα, τον κοπανιστό αέρα που περιέχει το έργο τους αμπαλαρισμένο με φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Μια τέχνη της ελίτ, για την ελίτ, που δεν αφορά κανέναν εκεί κάτω. Ξέρεις τι είναι όλοι αυτοί; Ε; Ξέρεις; Σκυλάδες με προβιά μεταμοντέρνου, κατίσχυσαν στο σύστημα, επιβλήθηκαν, γίνανε πρώτες μούρες μέσα από το εναλλακτικό λάιφσταϊλ κι από μέσα νάδα, νούλα, μηδέν, πώς -το -λένε. Γιατί αυτοί, δεν έχουν να πουν, πασχίζουν μόνο να δειχτούν."
Η ηθοποιός ξεφυσάει και ρωτάει τον σκηνοθέτη.
"Τι λέει; Καλό;"
"Να κάνουμε ένα διάλειμμα και να το ξαναπάμε από τα τσουτσέκια; Έβαλες πολύ σάρκα ειδικά εκεί στο τσογλάνι. Δε βγαίνει καλά."
"Κοίτα, πέφτουν πολλά λάμδα στη σειρά, γλείφουν, τσογλάνι, αντικλείδια. Το βλέπεις; Έχει θέμα το κείμενο."
"Αδουλευτο τελείως.Είπε όμως ο παραγωγός να μην το πειράξουμε, να βγει όπως είναι. Ακατέργαστο, πρωτολειακό. Βγάζει μια δύναμη, μια οργή, ένα κάτι. Το θελουμε αυτό, μας κάνει."
"Πώς το ανεχόμαστε;"
"Ποιο;"
"Να αποφασίζει ο παραγωγός πάνω στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα."
"Εντάξει, κοίτα, το δέχομαι, πάντα ένα τρίτο μάτι βοηθάει στη δουλειά μας..."
"Έλα τώρα, αν δεν ήταν γεμάτο το πορτοφόλι του, να στα ακουμπάει ντάγκα-ντάγκα, ποιο μάτι και ξεμάτιασμα μου λες."
"Έχεις επηρεαστεί από τη μπλόγκερ."
"Ναι, μπήκα στο πετσί του ρόλου. Από αύριο μόνο τσικουδιές με ελιές και παξιμάδι. Yeah!"
"Ντάκο εννοείς."
"Αυτό. Τσίπουρο, ντάκο κι επανάσταση στην πλατεία Εξαρχείων."
Γελούν. Η ηθοποιός αφήνει το κείμενο στο τραπέζι και συνεχίζει.
"Μολις γίνουν κυβέρνηση, θα τους δεις κυριλέ στα υπουργεία. Ψοφάνε όλοι για εξουσία."
"Καλά, δε νομίζω, η συγκεκριμένη είναι πολύ στα κάγκελα."
"Για την καρέκλα τα κάνουν. Άκου με που σου λέω."
"Σόρρυ αν στέκεσαι τόσο κριτικά απέναντί της, δε θα μπορέσεις να το βγάλεις."
"Θα το βγάλω, no worries."
"Παιδάκι μου, το πιστεύεις καθόλου το κείμενο;"
"Ούτε καν."
"Τότε πώς θα το παίξεις; Θα με τρελάνεις;"
"Είναι μόδα, πουλάνε οι μπλόγκερς και η φάση αγανάκτηση κι έτσι. Αυτό και μόνο μού αρκεί."
"Δίκιο έχεις. Άντε, το ξαναπάμε;"
"Το ξαναπάμε. ΟΚ. Να σου πω, δεν κατεβαίνουμε σε καμία πορεία να δούμε πώς είναι; Για το βίωμα, ξέρεις."
"Να κατέβεις εσύ, αγάπη μου, που θα την ενσαρκώσεις."
"Άστο, εντάξει. Πήγα πέρυσι στο Σύνταγμα στους αγανακτισμένους και φρίκαρα."
"Οι διαδηλώσεις είναι άλλο στυλ. Έχουν πιο τζέρτζελο. Δε θυμάσαι τον Φλεβάρη που ψηφίστηκε το δεύτερο μνημόνιο τι έγινε;"
"Άστο λέμε, να μου λείπει. Από πού το ξαναπάμε;"
"Από τα τσουτσέκια."
Δυο μέρες μετά στο τηλέφωνο.
"Τα έμαθες, έτσι;"
"Ναι ρε συ, είναι δυνατόν;"
"Είχε κατάθλιψη ή κάτι;"
"Μπα...Δεν είχε ακουστεί τίποτα τέτοιο, αλλά ποτέ δε ξέρεις."
"Κρίμα ρε συ, νέα κοπέλα."
"Στην αρχή έλεγα μπορεί να έγινε λάθος, ξέρεις, συνωνυμία, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτή έγραφε με ψευδώνυμο. Αλλά μετά μαθεύτηκε παντού. Τι να πεις..."
"Άφησε σημείωμα;"
"Όχι, αλλά το τελευταίο της  διήγημα ήταν για εργασιακό μπούλινγκ και λοιπά, οπότε όλοι λένε πως αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος."
"Κι εμείς τι κάνουμε τώρα; Θα το ανεβάσουμε;"
"Κοίτα, θα το ψάξω λίγο τι παίζει με τα πνευματικά δικαιώματα σε περίπτωση θανάτου και θα σου πω. Πάντως δε βλέπω το λόγο γιατί να μη το κάνουμε. Τόσες πρόβες, βρήκαμε χώρο, παραγωγή, μην πάνε χαμένα."

"Καλά λες. Άσε που τώρα θα ακουστεί ακόμα περισσότερο το όνομά της. Μη χάσουμε το momentum."


16/8/17

ο ανάποδα που περπατούσε

Ανάποδα περπατούσε, τον σκουντούσαν, πού πας εσύ, λάθος πας, από 'δω παν' κι άλλοι τους απαντούσε, βρε χωρατατζής ο άτιμος, γελούσαν οι διαβάτες οι προς τα μπρος που βάδιζαν, οι κανονικά που πήγαιναν, γελούσαν, ξεχνούσαν, έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Δεν είχε ο χρόνος τέλος, αρχή δεν είχε ο κόσμος, έπαιρνε το δρόμο του, ίσια πίσω πήγαινε, όσο πήγαινε, αραίωνε το πλήθος, αλλάζαν οι καιροί, η όψη των ανθρώπων άλλη, αλλιώς κι η γη, κι οι θεοί, άλλοι θεοί παράξενα τον κοίταγαν, ξένε, τι ήρθες εδώ και τι γυρεύεις, στάσου πώς είναι τώρα οι θεοί, πώς είναι ο κόσμος, στέκονταν ακίνητοι, νεκροί, πού να τον πιάσουν, έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Ούτε διψούσε, ούτε πεινούσε, ούτε γυναίκα γύρευε, σε ενα λιοπύρι έφτασε, τι ζητάς εδώ, εδώ ιδρώνει η πέτρα, είπε το σύννεφο, να στίψω νερό να σε δροσίσω, όχι, χάσου απ' το δρόμο μου, να πάω πίσω θέλω, αντιμίλησε αυτός, ούτε το χέρι έβαλε αντήλιο, ούτε τα χείλη του έγλειψε, να σε σκεπασω μια σκιά σε έφαγε ο ήλιος, μην με αργείς, σκυφτός μουρμούρισε, να σε πλύνω μόνο, η σκόνη το πετσί σου έγινε, μια φορά να σε πλύνω κι ύστερα φύγε, πίσω πήγαινε.

Γδύθηκε, γδύθηκε στο στοιχειό, αυτό δεν ήταν σύννεφο, δεν ήταν του ουρανού αφράτα μαξιλάρια, γυναίκα ήταν που τον πόθησε, στα πέλματά του ρίζωσε χώμα με σπόρο ιερό, μα αυτός το πάτησε, στα χέρια του τυλίχτηκε αμπέλια από αρχαίο τρυγητό, μα αυτός δεν γεύτηκε, στο στήθος του απλώθηκε και μπλέχτηκε στις τρίχες του ανάμεσα χρυσός αέρας ορυκτός, μα αυτός τον τίναξε κι έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Τώρα τον ένιβε, τον μαύλιζε, τον έραινε, τον ζάλιζε, τον χάιδευε, τον ράγισε, άνοιξε στα δυο, χύθηκε το σπέρμα του στο υγραμένο χώμα, τα πόδια του βουλιάζανε, έπιασαν ρίζα, βλάστησαν τα σωθικά του, κλώνεψε, κάρπισε, παίδιωσε, μεγάλωσαν τα παιδιά του, πέσανε απ' τα κλαδιά του, έφυγαν πίσω πήγαιναν.

Μαζί σας πάρτε με, συντρόφοι και σπορά μου, βγάλτε με από της γης το βάθεμα, ανάποδα να περπατώ, μαζί σας να πηγαίνω, σώστε με από το νέκρωμα του χρόνου, μα αυτά ξεμάκραιναν, ίσια πίσω πήγαιναν, δε στάθηκαν, άγαλμα με κομμένα πόδια αυτός και το στοιχειό τον έλουζε βροχές, τον έπλενε, ώσπου μια χούφτα χώμα έγινε ίδιος άνθρωπος.

[Δημοσίευση στο περιοδικό "Θράκα"]

12/7/17

Προκυμαία

Προκυμαία. Ένα ζευγάρι σ΄ ένα παγκάκι μιας ξύλινης αποβάθρας . 
“Θα φύγουμε μια μέρα.” 
“Πού θα πάμε;” 
“Κάπου μακριά και όμορφα.” 
“Θα είμαστε μαζί;” 
“Είμαστε ήδη.” 
“Τότε νομίζω πως ήδη έχουμε φτάσει στον προορισμό μας."



[Φωτογραφία: Μυρτώ Αριστείδου,  Από το βιβλίο The story of a moment]

3/7/17

Σοδειά του περιπλανητή

Ωραίο χωραφάκι είναι τούτο, σκέφτηκε άσκεφτα ο περιπλανητής τυχαίνοντας ένα χέρσο κομμάτι γης στην ξερολιθιά, το κατοικούσαν τα αγριόχορτα κι οι σαύρες, το σκάλισε, έριξε σπόρους στους λάκκους, νερό δεν είχε ο τόπος, φίλησε το χώμα, το έγλειψε, έφυγε, πήρε τον δρόμο του.

Επέστρεφε με το νου, τι απέγινε κείνη η σπορά, έπιασε; ρωτιόταν, άλλοτε φυσούσε αέρα το στόμα του, έδιωχνε άθελά του τα ζιζάνια, άλλοτε έβρεχε χωρίς να θέλει απ’ τα υγρά του, πάντα από μακριά, όταν ήρθε είδε πως άδικος κόπος, ας το ξεχάσω λέει, είναι στέρφα γη, έφυγε, πήρε τον δρόμο του.

Περιπλανητής αφού ήταν τον ξανάφεραν οι δρόμοι, οι δρόμοι είναι κυκλικοί, γύρω- γύρω τη ζώνουν την οικουμένη, πάλι σε παίρνουν, πάλι σε φέρνουν, όταν γύρισε δεν το γνώρισε, τα δέντρα είχαν θεριέψει ίσαμε πάνω, τα κλωνιά τους έγερναν στη γη παραφορτωμένα με καρπούς, μάγκωσε το στόμα του, ξεράθηκε η γλώσσα του, μήτε να φιλήσει, μήτε να μιλήσει, μήτε να φυσήξει, τόση σοδειά δε θέλησε, τόση συγκομιδή δεν άντεχε, έφυγε, πήρε το δρόμο του.

Τώρα τα δέντρα σκαρφαλωμένα στα τείχη, ψήλωσε κι η ξερολιθιά, γύρνα να μας τρυγήσεις, σφυρίζουν κατάρες όπως αρχαίος χορός τα δέντρα, κι ούτε ένα δεν ρίχνουνε στο χώμα, καλύτερα να σκιστούμε στα δυο παρά να σαπίσει αφάγωτος από σένα ο καρπός, μαστάρια αίμα γεμάτα τα φρούτα κρέμονται στα κλαδιά τους, να έρθεις τώρα να βυζάξεις, φωνάζουν κι ούτε ποτέ κανένας τα άκουσε αφού αυτός δεν τ’ άκουσε, μονάχα, έφυγε, πήρε το δρόμο του.


(Διήγημα στο Fractal)

27/6/17

Το όνομά της ήταν Φωτιά

Το όνομά της ήταν Φωτιά. Οι δικοί της την έκλεψαν από τους θεούς και τη μεγάλωσαν σε μια χούφτα σίδερο. Από μακριά, μια φλόγα που τρεμόπαιζε στον αέρα, έδειχνε τόσο γοητευτικά ευαίσθητη. Την πήρε κοντά του, την προστάτευσε. Έριξε κιτρινισμένες χάρτινες υποσχέσεις σε μια εστία, ξερόκλαδα και ματόκλαδα από αρχαία καλοκαίρια κι ένα κούτσουρο ελιάς. Εκείνη τα τύλιξε σε μια αγκαλιά. Κάθησε δίπλα της, ένιωθε τη θέρμη της, τις γλώσσες της, την χάζευε να χορεύει, τον κατέκλυσε θαλπωρή, η μυρωδιά και ο ήχος του ξύλου που καίγεται. Έπειτα, εκείνος έστρεψε την πλάτη να φύγει, η Φωτιά θέλησε να τον ακολουθήσει. Πυρκαγιά, το σπίτι τους στάχτη. Αυτή δεν υπάρχει πια αλλά αυτός ακόμα τρέχει να γλιτώσει.




Φωτογραφία: Μυρτώ Αριστείδου

Από το άλμπουμ "Story of a moment"

Τέσσερις φωτογράφοι και έξι συγγραφείς «συνομιλούν» για την ιστορία μιας στιγμής

The story of a moment… Κύπρος, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία, Μαρόκο, Συρία, Ινδία, Βιετνάμ, Κολομβία. Άνθρωποι και τοπία, ύψη και βάθη, χρώματα που πυρπολούν το σκοτάδι, χρώματα μόνο στο άσπρο και το μαύρο και το σκοτάδι. Στιγμές που ο φακός του Άνθου Μυριάνθους, του Άκη Παπαντώνη, της Μαρίας ΤζιαούρηΧίλμερ και της Μυρτώς Αριστείδου έχουν απαθανατίσει, στιγμές που βρίσκονται αποτυπωμένες στο χαρτί για πάντα, περιμένοντας στη σιωπή την ιστορία τους ν΄ ακουστεί. Τα κείμενα της Στέργιας Κάββαλου, του Άκη Παπαντώνη, της Πέλας Σουλτάτου, του Δημήτρη Σωτάκη και της Μαρίας ΤζιαούρηΧίλμερ προσπαθούν να δώσουν φωνή σε εκείνες τις μικρές μαγικές στιγμές του κόσμου μας. Υπόσταση και βάθος στις δύο διαστάσεις του φωτός που αιχμαλωτίστηκαν σε κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου. Επειδή η ιστορία μιας στιγμής, μικρή ή μεγάλη, αξίζει να καταγραφεί.

Art Sudio 55 (δίπλα από το θέατρο Ριάλτο), Λεμεσός Παρουσίαση του βιβλίου και εγκαίνια Ομαδικής Έκθεσης Φωτογραφίας: 22 Ιουνίου 2017


Περφόρμανς στα εγκαίνια της Έκθεσης: Amalgamation choir

18/6/17

Ονειροδίνη

(Γραμμένο για το περιοδικό "ο αναγνώστης")

«Ο κύριος Σωτήρης εξαφανίστηκε την Τρίτη το πρωί. Μάλλον όχι. Συγνώμη, μπορείτε να το σβήσετε για να σας το ξαναπώ σωστά; Σβήστε το παρακαλώ. Λοιπόν ακούστε.
Την Τρίτη ο κύριος Γούπατος, απόστρατος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού, εξηφανίσθη εκ της οικίας του. Το γεγονός κατέστη γνωστόν εις την διαχειρίστριαν της πολυκατοικίας περί τας πρώτας πρωινάς ώρας. Αυτό να το γράψετε με χοντρά γράμματα. Έτσι; Για να είμεθα ακριβείς. Διότι μπορεί να πουν οι αναγνώστες σας, και με το δίκιο τους δηλαδή, από πού κι ως πού ξεύρει η κυρία Μελανθία ότι εξαφανίστηκε ο κύριος Σωτήρης;
Όχι κύριοι! Εγώ δεν ξεύρω τίποτα. Από τους ενοίκους το έμαθα. Εκεί καταντήσαμε. Οι ιδιοκτήται να τα μαθαίνουν από τους νοικάρηδες. Νοικάρηδες μεν, έλληνες δε. Δε πιστεύω να νομίζετε πως έχουμε αλλοδαπούς στο οίκημα. Τα είδατε τα κουδούνια μας. Όλα ελληνικά ονόματα. Να το γράψετε και αυτό. Εγκληματικά στοιχεία δεν παροικούν ανάμεσά μας.
Με την ευκαιρία, θα σας παρακαλέσω, μη βάλετε φωτογραφία της πολυκατοικίας μας. Αρκετά μας αναστάτωσαν οι συνάδελφοί σας από τα κανάλια. Το επίκεντρο της γειτονιάς έχουμε γίνει, που εξήντα χρόνια τώρα δεν έχουμε δώσει λαβή για το παραμικρό. Ούτε φοιτηταί, ούτε αλλοδαποί, κατά το πλείστον ιδιόκτητα τα διαμερίσματα. Οικογενειάρχαι άπαντες, ο καθένας κοιτούσε τη δουλίτσα του, πάρε- δώσε με τον υπόκοσμο δεν είχαμε. Μέγα μυστήριο πώς συνέβη η εξαφάνισις. Ούτε στα γκάνγκστερ δε γίνονται αυτά. Η Αστυνομία τι λέει επ’ αυτού; Εξεδόθη ανακοινωθέν;”
“Τον γνωρίζατε τελικά τον κύριο, κυρία μου;” ψελλίζει ο νεαρός ρεπόρτερ σκυμμένος στο σημειωματάριό του.
“Ασφαλώς. Υπήρξε επί σειρά ετών υφιστάμενος του ανδρός μου στην υπηρεσία. Ο άνδρας μου βέβαια ήταν ανώτερός του. Ο Σώτος δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια. Όταν βρέθηκε να πωλείται το διαμέρισμα στον τρίτο, τον έπιασε ο άνδρας μου και τον νουθέτησε να το αγοράσει, να νοικοκυρευτεί, αλλά αυτός δεν είχε και την έφεση, πώς να το πω, για οικογένεια. Εν πάσει περιπτώσει το αγόρασε το διαμέρισμα για να είναι κοντά μας. Με στεγαστικό δάνειο βεβαίως. Μην κοιτάτε εμείς, είναι το προικώον μου. Το ξεχρέωσε βεβαίως. Και βοηθούσε, δεν έχω παράπονο, έβγαζε και βόλτα τη Ρωξάνη οπόταν τον εμπιστεύτηκα και του την άφησα όταν πήγαμε στα λουτρά.”
“Τη Ρωξάνη;” διακόπτει ρωτώντας άτονα ο δημοσιογράφος.
“Τη Ρωξάνη, ένα φοξ τεριέ, δεν έχετε δει ωραιότερο σκυλί, στόμα είχε και μιλιά δεν είχε, υπάκουο, δεν ήταν σκυλί αυτό, παιδί ήταν, τώρα θα συνοδεύει τον Αντιναύαρχο στους κήπους του παραδείσου.”
“Αντιναύαρχος ήταν ο κύριος Σωτήρης;”
“Θεός φυλάξοι!” απαντά έκπληκτη και γελάει απότομα και ηχηρά. Σταματώντας εξίσου απότομα σφίγγει τη ζώνη της ρόμπας της.
“Ο άνδρας μου ήταν ο Αντιναύαρχος. Ο Σώτος ένας απλός ανθυπασπιστής ήταν. Μέχρι εκεί μπόρεσε, τι να κάνουμε, δεν είναι όλα τα δάχτυλα ίδια. Ευτυχώς του έλαχε στο δρόμο του ο άνδρας μου, αλλιώτικα ούτε μέχρι έφεδρος κελευστής δε θα έφτανε. Ακούς εκεί αντιναύαρχος! Οι αντιναύαρχοι, κύριε, δεν εξαφανίζονται έτσι μιαν ωραίαν πρωϊαν, εκτός αν τους καλέσει ο Κύριος κοντά του.  Ενενήντα χρονών θα ήταν σήμερα, εάν δεν τον είχαμε χάσει από ιατρικά λάθη στα εβομήντα επτά του. Ακμαιότατος, αλλά έπεσε σε αγύρτες. Και την κηδεία; Ο Σώτος την ανέλαβε.  Ήταν νοικοκύρης άνθρωπος και μας αγάπαγε. Τι μας την έκανε τώρα αυτή τη λαχτάρα, ρεζίλι θα γίνουμε στο πανελλήνιο. Αμ, δε θα επιστρέψει; Θα στο κάνω του αλατιού το παλιόπαιδο. Είχε υποσχεθεί να μου ταχτοποιήσει το βιβλιάριο. Το ξεύρετε πως ασφαλισμένους πολίτες μας βγάζει ανασφάλιστους το σύστημα; Δε μου λέτε, ευσταθούν αι φήμαι πως θα τις κόψουν εξ ολοκλήρου τις συντάξεις χηρείας; Τι μαθαίνετε εσείς εκεί; ”
Ο δημοσιογράφος ανασηκώνει με αδιαφορία τους ώμους και μουρμουρίζει βαριεστημένα.
“Τι να σας πω; Εγώ καλύπτω το αστυνομικό ρεπορτάζ. Λοιπόν;”
“Ας μην τύχαινε να τον χάσουμε Αύγουστο τον Αντιναύαρχο και θα γινόταν εδώ πέρα το σώσε από συλλυπούντες. Αλλά ας όψονται οι θερινές διακοπές. Τελοσπάντων τώρα εσείς από ποια εφημερίδα μου είπατε πως είστε, διότι δεν έχω φέρει και τα γυαλιά μου.»
Ο δημοσιογράφος αποπειράται να απαντήσει αλλά τον διακόπτει η κυρία Μελανθία.
«Αλλά να μου πεις και τι σημασία έχει…Πάνε πια οι εποχές που διάβαζες μιαν εφημερίδα και  ήξερες τι διαβάζεις. Ο συγχωρεμένος ο άντρας μου δε μ’ άφηνε μήτε να καθαρίζω τα τζάμια με δαύτες. Τις στίβαζε εκεί στη γωνία που βλέπετε και με πόνο ψυχής μου έδινε εντολή να τις κατεβάσω στον κάδο. Τις σεβόταν τις εφημερίδες που έμπαιναν στο σπίτι μας. Τώρα, άστα βράστα. Να μου πεις κι εσείς κάπως πρέπει να ζήσετε. Τι να κάνεις με τόσην ανεργία σήμερα; Τα καλύτερα μυαλά βεβαίως έφυγαν για το εξωτερικό, εδώ ξέμειναν οι μπουνταλάδες. Τελοσπάντων, την υγειά μας να έχουμε και να μη χάνουμε την πίστη μας στο Θεό. Ολογράφως να βάλετε το όνομά μου. Μελανθία Χρέμπου, χήρα Αντιναυάρχου Πολεμικού Ναυτικού.»
Ο ρεπόρτερ στρέφει την πλάτη του, παίρνει το ασανσέρ, κατεβαίνει στο ισόγειο, μόλις φτάνει στην  έξοδο της πολυκατοικίας ανάβει ένα τσιγάρο και ορμάει έξω στον δρόμο. Τηλεφωνεί από το κινητό του.
«Έλα ρε. Τώρα φεύγω από Κυψέλη. Άσε με, έχω πήξει. Δεν έχουμε θέματα να παίξουμε καλοκαιριάτικα και το παπαρίζουμε με την εξαφάνιση του παππού. Όχι, μόνο από μια τρελή πήρα. Διαχειρίστρια ναι, αλλά τον ήξερε χρόνια λέει. Τι γελάς ρε; Θα στη φέρω εσένα μαλάκα την απομαγνητοφώνηση να δω τι άκρη θα βγάλεις. Τελοσπάντων, γάμησέ με τώρα. Πήρες τη συνέντευξη από τον ιταλό; Κουφάλα, θα το γυρίσω κι εγώ στο πολιτιστικό ρεπορτάζ να συνεντευξιάζω ξένους σκηνοθέτες πίνοντας κοκτέιλ. Θα είναι κι αυτός το βράδυ στην πρεμιέρα; Εντάξει, πάω να κάνω ένα μπάνιο, να γράψω το κωλορεπορτάζ και θα σε βρω στο σινεμά κατευθείαν. Να σου πω, έχω πρόσκληση και για το Μεγάλη Βρεταννία μετά; Ωραία. Θα ντυθώ κλαρινογαμπρός να φρεσκάρω και τα ιταλικά μου, γαμώ τη Νομική του Σαλέρνο και τον Μπενίτο Μουσολίνι. Χαχα! Ό,τι να’ ναι, ναι!”
Τελευταία σκηνή.
Ο ηλικιωμένος απόστρατος αξιωματικός κοιμάται γαλήνιος. Αχνοφαίνεται ένα μειδίαμα στο πρόσωπό του. Ακούγονται χτυπήματα στην πόρτα. Η κάμερα ζουμάρει σε μια μικρή σύσπαση στην άκρη των χειλιών του. Τα χτυπήματα στην πόρτα δυναμώνουν. Φοράει μια ρόμπα και ανοίγει. Ο Αντιναύαρχος, νεκρός εδώ και δεκατρία χρόνια, είναι πάλι πενήντα χρονών, όπως το ’77, όταν ο ίδιος ήταν τριάντα οχτώ χρονών. Ο Αντιναύαρχος φοράει τη στολή, λάμπει από ευτυχία, κοιτάει χαμογελαστός τον ανθυπασπιστή καθώς στέκεται ημιανάπαυση.
“Καταλάβαμε το Κοινοβούλιο, Σωτήρη. Ο Βασιλιάς έχει επιστρέψει και κατευθύνεται προς τ’ Ανάκτορα. Τίποτα δεν χάθηκε. Ντύσου. Η σωτηρία της χώρας δε μπορεί να περιμένει.”
Ο Σώτος δεν είχε δει ωραιότερο όνειρο τα τελευταία χρόνια. Τόσο ευτυχής αισθάνθηκε στον ύπνο του, ώστε η ονειροδίνη τον ρούφηξε μέσα της και τον εξαφάνισε από προσώπου γης.

12/6/17

Διαβασαμε: Νεοι Ελληνες συγγραφεις που μας αρεσαν - Δέσποινα Δημητριάδου- Savoir Ville


H Δέσποινα Δημητριάδου  γράφει για το "Ανκόρ" στο Savoir Ville:



"Ένας θίασος από ιδιαίτερους ήρωες που ζουν στις παρυφές μιας κοινωνίας που λειτουργεί στο δυστοπικό περιβάλλον μιας μεγαλούπολης. Μια ομάδα ανθρώπων που θα ξεδιπλώσει σταδιακά ετερόκλητους χαρακτήρες που αλληλεπιδρούν ο ένας πάνω στον άλλο και θα μιλήσουν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο για την πάλη του ανθρώπου ενάντια στο θάνατο και τον φασισμό.

Η Πέλα Σουλτάτου, η συγγραφέας που απεχθάνεται τον καθωσπρεπισμό και την έλλειψη χιούμορ, απλώνει τον γραπτό της λόγο πάνω στο πλούσιο λεξιλόγιο που -ευτυχώς- διαθέτει η ελληνική γλώσσα προσφέροντας στους αναγνώστες της μια ιδιαίτερη λογοτεχνική διαδρομή. Ο σουρεαλισμός και ο μαγικός ρεαλισμός συναντιούνται στην πένα της που διαθέτει ένα ιδιαίτερο στυλ και ξέρει πως να βάλει σωστά τα θεμέλια της δημιουργίας ενός παραμυθιού για ενήλικες θίγοντας παράλληλα καίρια θέματα της σημερινής πραγματικότητας. Έχει την στόφα του θεατρικού συγγραφέα. Ο τρόπος γραφής της είναι απαιτητικός και αυτό αποτελεί ένα μόνο από τα δυνατά της χαρακτηριστικά."

8/12/16

Η Πέλα Σουλτάτου στο Εργαστήρι του συγγραφέα



Ένα χρόνο μετά την έκδοση του “Ανκόρ” επιστρέφω στον τόπο του εγκλήματος. Η πόρτα είναι κλειστή. Σκύβω, κρυφοκοιτάω από την κλειδαρότρυπα. Βλέπω μία γυναικεία φιγούρα να κάθεται στο γραφείο μου. Έχει αλλάξει θέση στα έπιπλα. Ο χώρος είναι πιο σωστά διαρυθμισμένος,  ομολογώ λιγάκι πικαρισμένη. Έχει προσθέσει μία μικρή βιβλιοθήκη και μία πάνινη καρέκλα “σκηνοθέτη”. Αναρωτιέμαι μήπως γράφει κι εκείνη θέατρο. Μοιάζουμε, αν και βρίσκω πως έχουμε μια μικρή διαφορά ηλικίας, είναι μεγαλύτερη τρία χρόνια. Ξαφνικά πλησιάζει την πόρτα. Κρύβομαι. Δε γίνομαι αντιληπτή. Εισβάλλω στο χώρο της. Εκμεταλλευόμενη την απουσία της, σκαλίζω τον υπολογιστή, τα συρτάρια της. Και βρίσκω κάποιο σχετικό ημέιλ σε ένα φιλικό της πρόσωπο. Αρχίζω να το διαβάζω με το ενδιαφέρον αλλά και το φλέγμα ενός επιθεωρητή από νουάρ μυθιστόρημα.

 “Το Ανκόρ δεν ήταν ένα τίμιο βιβλίο”, γράφει. Χμ, δε μου έμοιαζε ο τύπος του ανθρώπου που αυτομαστιγώνεται, σκέφτομαι.

“Θα ήθελα να μην είχε τόση εκζήτηση ο λόγος μου. Θα ήθελα να μην βρίθει τόσων αναφορών σε βιβλία, τραγούδια, ταινίες κλπ, να μην έχει δηλαδή την ανάγκη να αποδείξει πως η συγγραφέας είναι καλλιεργημένη. Σκασίλα μας για την καλλιέργειά της. Θα ήθελα να μην έχει εισάγει βεβιασμένα την έννοια του φασισμού. Να μην έχει την αγωνία να αποδείξει πως η συγγραφέας είναι αντιφασίστρια. Επίσης σκασίλα μας. Θα ήθελα να μην είχα καθόλου στο νου μου πως πραγματοποιώ ένα πέρασμα στη μεγάλη φόρμα και άρα θα ήθελα να μην είχε γραφεί κάτω από το βάρος αυτής της πίεσης. Υπόσχομαι πως τα λάθη αυτά δε θα τα επαναλάβω. Θα κάνω ωστόσο καινούργια λάθη…”

Η φίλη-αναγνώστρια υπερασπίζεται το βιβλίο, πως είναι πρωτότυπο, πως έχει όμορφες στιγμές, πως διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή, πως είναι διάσπαρτο από μαγικές εικόνες, πως έχει χιούμορ. Μα η συγγραφέας δε φαίνεται να αποδέχεται τα καλά λόγια αν και αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Στο τέλος η φίλη τη ρωτάει τι πραγματεύεται το επόμενο βιβλίο. Η συγγραφέας απαντάει πως διαδραματίζεται τις μέρες του καύσωνα του 1987 στο κέντρο της πρωτεύουσας και στην προσφυγοτεινιά μίας επαρχιακής πόλης.

“Μου έκλεψε την ιδέα!” μουρμουρίζω χωλωμένη. Αναζητώ και την υπόλοιπη αλληλογραφία της. Αναφέρει κάπου ότι παρακολουθεί μαθήματα θεατρικής γραφής, ότι έχει ολοκληρώσει έναν μονόλογο και έχει γράψει κάτι παραπάνω από το μισό μίας μαύρης κωμωδίας. Αυτή η γυναίκα μου κλέβει τις ιδέες, ακολουθεί την ίδια διαδρομή με εμένα. Έχω μία επιθυμία να την εξαφανίσω από προσώπου γης! Κι όμως, όταν επιστρέφει στο δωμάτιο και δε με βλέπει καν, καταλαβαίνω πως εγώ είμαι εκείνη που έχει εξαφανιστεί. Είμαι πλέον παρελθόν…

Fractal, "Στο εργαστήρι του συγγραφέα"

18/8/16

Το νεράντζι -ήρωας



Μεσημέρι καλοκαιριού. Το μεγάλο πάρκο της πόλης. Ο ήλιος βράζει τα μάρμαρα. Τα δέντρα ακλόνητα. Στο χώμα έχουν φυτρώσει αποτσίγαρα, σύριγγες, κονσερβοκούτια. Στην πολιτεία του πάρκου, τουρίστες, περαστικοί, θαμώνες κι απόκληροι. Προσφέρεται δωρεάν σκιά, ένα προσωρινό καταφύγιο, μία σύντομη ανάπαυλα, ή απλώς ο συντομότερος δρόμος για το σπίτι σας, την εργασία ή τη διασκέδασή σας. Κυψέλη, Βικτώρια, Εξάρχεια, Γκύζη.

Δυο άντρες σε ένα παγκάκι, αγγίζονται, χαϊδεύονται, κουβεντιάζουν, χαριεντίζονται. 
“Σ’ αγαπώ, μωρό μου και θα σε τυλίξω! Θα σε πάρω με παπά και με κουμπάρο.” 
“Τώρα με το σύμφωνο συμβίωσης, ποιος σε πιάνει. Θα με τυλίξεις σε μια κόλλα χαρτί.”
“Θα σε τυλίξω σα μπουγάτσα” 
“Ή γυρόπιτα. Πάμε Ψυρρή για τυλιχτά;” 
Αναβάλλουν το συμπόσιο χορτάτοι από γλύκα. Δροσίζονται με τα φιλιά τους. 

Ο έρωτάς τους δεν ελκύει αδιάκριτα βλέμματα, δεν ερεθίζει κομιλφό αντανακλαστικά, δεν εγείρει την οργή των περαστικών και όσων βρήκαν πρόσκαιρο κατάλυμα στο Πεδίον του Άρεως. Μοιάζουν όλοι γύρω τους χαμένοι στον δικό τους σύμπαν. Το ζευγάρι κάπου- κάπου φιλιέται. Ο ένας από τους δυο, από κεκτημένη ταχύτητα, κρατά ανοιχτά τα μάτια ελέγχοντας μήπως κάποιος ενοχλείται από το θέαμα. Όταν δε φιλιούνται δημόσια, πάντα σφραγίζει τα μάτια με δύναμη, αντισταθμίζοντας τα φιλιά που δε φχαριστήθηκε στο αίθριο. Όμως τώρα ο ήλιος και κάποια πουλιά πάνω από το κεφάλι τους δε δίνουν δεκάρα τσακιστή. 

Το ζευγάρι έρχεται από το μακρινό παρελθόν. Είναι ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρο, ευφραίνουν τις καρδιές τους με κρασί, τσιμπολογούν ρώγες από σταφύλι, επιδίδονται σε ερωτικές περιπτύξεις και σε ολονύχτιο κουβεντολόι. Οι πιο ηλικιωμένοι παραδίπλα φορούν χιτώνα, εκείνοι πάλι μονάχα το δάφνινο στεφάνι, σύμβολο του «άγαν» της νιότης.

Στο παρακάτω παγκάκι μία γυναίκα. Μπροστά της ένα πεντάχρονο αγόρι σε παιδικό καρότσι. Καταπίνει μονάχα ό,τι καταλείπει γλυκιά αίσθηση στον ουρανίσκο. Αλλιώτικα, κρατά αμάσητη τη μπουκιά στη στοματική κοιλότητα όπως τα χάμστερ, οι σκίουροι κι άλλα θηλαστικά που αποθηκεύουν την τροφή στους γναθοθύλακές τους. Οι γονείς του αποφεύγουν να του προσφέρουν καραμέλες, γλειφιτζούρια και σοκολάτες που απαιτεί κλαίγοντας γοερά κι ουρλιάζοντας. Η γλύκα υποκαθίσταται από ώριμες μπανάνες, παιδικά γιαούρτια με γλυκαντικές ουσίες και μελωμένες τηγανίτες.

Τα μεσημέρια το αγόρι δεν πλαγιάζει όπως τα άλλα τα παιδιά. Έτσι η μαμά του αναγκάζεται να το φυγαδεύει στο πάρκο για να μην ξεσηκώνει την πολυκατοικία σε ώρες κοινής ησυχίας. Το αγόρι δεν αποζητά τη σιέστα, αποκαμωμένο από ένα ολάκερο πρωινό γεμάτο γεμάτο εκπαιδευτικές δραστηριότητες, χρώματα, φωνούλες, τρεχαλητό, σκαρφάλωμα στα πιο απίθανα σημεία, τραγούδια. Το δικό του πρωινό, στο ειδικό σχολείο, είναι πιο κουραστικό από των άλλων συνομήλικων, όχι λόγω μεγαλύτερης παιδαγωγικής έντασης, αλλά γιατί είναι πιο ευαίσθητος στα εξωτερικά ερεθίσματα. Η διαρκής βοή των ανθρώπων τον εξαντλεί.

“Κι αυτή η Γη, έτσι όπως δε σταματά ποτέ να περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και τον Ήλιο, σε κάποια γυροβολιά θα μας αποτινάξει από το φλοιό της” είχε αποφανθεί ο ένας από τα δυο ερωτευμένους άνδρες πριν καιρό.

Το αγόρι έρχεται από ένα μακρινό μέλλον. Η ανθρωπότητα έχει πια αποδεκατιστεί και οι λιγοστοί εναπομείναντες κάτοικοι του πλανήτη δεν αισθάνονται την ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν. Το αγόρι δεν επικοινωνεί με κανέναν άλλο. Η Γη στα γεράματά μας της έχει μοιάσει του Ήλιου, έτσι όπως συμβαίνει στα αγαπημένα ζευγάρια στη μακρά συμβίωσή τους. Η επιφάνειά της φλέγεται. Το αγόρι περπατά ακροποδητί για να μην καούν οι πατούσες του. Κάπου- κάπου κάνει φτερουγίσματα με τα χέρια του, σα να προσπαθεί να πετάξει μακριά από έναν κατεστραμμένο κι αφόρητο πια πλανήτη, αλλά είναι καταδικασμένο, όπως οι όρνιθες, να παραμένει καθηλωμένος στο έδαφος, χωρίς ποτέ να βρει τη Νεφελοκοκκυγία του.

Ένα πουλάκι, αμόλησε την κουτσουλιά του και προικισμένο καθώς ήταν με φτερά αντί για χέρια, πέταξε μακριά. Καλός οιωνός.

Απέναντι από τα δυο παγκάκια με το ζευγάρι από το παρελθόν και το αγόρι από το μέλλον κάθεται κάπως στριμωχτά μια ολόκληρη οικογένεια, δυο γονείς και δυο παιδάκια. Το τρίτο διαγράφει κύκλους στο χώμα με ένα καλαμάκι. Οι πέντε άνθρωποι έρχονται από πολύ μακριά, μέσα από τη φωτιά και τη θάλασσα. Το σπίτι τους είναι πια μια φωτογραφία ερείπιου. Λίγες μέρες αφότου πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, ήρθε συνημμένο σε μέιλ το κατεδαφισμένο διαμέρισμά τους. Ασκεπείς πια αλλά ζωντανοί. Σώθηκαν από το μαχαίρι, τη σφαίρα, τη βόμβα, την κακουχία, την πείνα και το ναυάγιο. Κάτω από τη μαντήλα της, στο μέτωπο, έγραφε την πίστη στη ζωή. Κάτω από τη μαντήλα που τύλιγε το λαιμό της δενόταν το βάρος που έσερνε σε κάθε της βήμα. Αυτός ένας άντρας με άδεια χέρια. Άοπλοι σε τιτάνια μάχη. “Η αλληλεγγύη είναι το όπλο των λαών” έγραφαν με μαρκαδόρο στα ελληνικά και στα αραβικά εκείνοι που τους πρόσφεραν τώρα μια στέγη και τροφή στην κατάληψη.

Δύο φουσκωτοί με μιλιτέρ παντελόνια και μαύρα κολλητά φανελάκια περπατώντας σα να έχουν συγκαεί στα σκέλια κατεβαίνουν το διάδρομο ανάμεσα στα δέντρα όπου ξαποσταίνουν οι ήρωές της ιστορίας μας. Της δικής μας ιστορίας, οι δικοί μας ήρωες. Κοκαλώνουν στη θέα. Βλέπουν δυο ομοφυλόφιλους να αγκαλιάζονται, ένα παιδί με ειδικές ανάγκες και μια οικογένεια από τη Μέση Ανατολή. Βράζει το γνήσιο, το ανόθευτο, το ελληνικό αίμα των αρχαίων ημών χιμπατζήδων. Βρίζουν “ουστ από ‘δώ πούστηδες που ήρθατε να χαμουρευτείτε μπροστά στα μάτια μας”, “έξω από ‘δώ ριψάσπιδες μουσουλμάνοι που ήρθατε να κατσικωθείτε στην πατρίδα μας με τα μπαστάρδια σας” και μέσα από τα δόντια σφυρίζουν σα φίδια μια κατάρα για το “καθυστερημένο” στο καρότσι. Οι δυο τους έρχονται από την κόλαση. Κινούνται απειλητικά ο ένας ενάντια στο ζευγάρι των ανδρών και ο άλλος ενάντια στην οικογένεια. 

Η μητέρα του αγοριού στο καρότσι τους στέλνει φωναχτά στο διάολο, από όπου προέρχονται, δίνοντας το παράγγελμα στα δυο ερωτευμένα αγόρια να αντισταθούν και στους γονείς απέναντι το κουράγιο να φυλαχτούν. Τα ερωτευμένα αγόρια σηκώνονται και τους σπρώχνουν ώστε να οπισθοχωρήσουν, το ίδιο και το αγόρι που έπαιζε με το καλαμάκι, ενώνεται μαζί κι ο πατέρας του, τους απωθούν. Κάποιοι απόκληροι από τα ενδότερα του πάρκου τους γιουχάρουν και κάνουν πως τους παίρνουν στο κατόπι και τρέπονται σε φυγή. Καθώς τρέχουν, πατούν τα σάπια νεράντζια στα μάρμαρα, σαβουρδίζονται στο έδαφος και γίνονται περίγελως. Ένα νεράντζι μέσα από τα φυλλώματα θυμήθηκε τη φράση “ένα γέλιο μας θα σας θάψει”.



Γραμμένο για το "Έθνος της Κυριακής" και το θέμα "ο ήρωας του καλοκαιριού" με την επιμέλεια της Ελένης Γκίκα.







28/2/16

Συνέντευξη για το "Ανκόρ" στο TVXS

Φωτεινή Λαμπρίδη

Τη γνώρισα μέσα απ’τη μπλογκόσφαιρα . Έσπευσα να διαβάσω το πρώτο της της βιβλίο  μια συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους με τίτλο "Τα φώτα στο βάθος", που εκδόθηκε υπό το διαδικτυακό της ψευδώνυμο Niemands Rose. Ήμουν έτοιμη για όλα αφού δεν ήταν απαραίτητο να με αφορά ο λογοτεχνικός της εαυτός επειδή διαπίστωνα μια ταύτιση απόψεων.

Βρέθηκα όμως απέναντι σε μια συγγραφέα με μια γλώσσα φρέσκια , ορμητική απαλλαγμένη από φορμαλιστικές ευκολίες αλλά και την επιτήδευση που χαρακτηρίζει συχνά τους πολυδιαβασμένους συγγραφείς της γενιάς μας. Στο πρώτο της μυθιστόρημα με τον τίτλο Ανκόρ (Εκδόσεις Καστανιώτης), η Πέλα Σουλτάτου φέρνει  τα διαχρονικά υπαρξιακά ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο να συναντηθούν στο εδώ και το τώρα, στο παρόν με κοινωνικά ζητήματα και εν τέλει βαθιά ιδεολογικά. Όλα αυτά όχι υπό το βάρος μιας κοινωνικοπολιτικής αφήγησης αλλά μέσα από τον αλλόκοτο χορό των ανθρώπινων σχέσεων, μέσα από φαινομενικά αταίριαστους ανθρώπους που είναι ίσοι στον παρονομαστή . Ίσοι μπροστά στη ζωή και τον θάνατο.

Η δράση εκτυλίσσεται μέσα σε ένα νοσοκομείο. Εκεί που η οσμή του θανάτου δίνει άλλο νόημα στον καθημερινό παφλασμό μας. Στην καρδιά ενός τραυματισμένου συστήματος υγείας τα επί μέρους τραύματα μεγενθύνονται. Άλλοτε ξορκίζονται με σαρκασμό αλλά πάντοτε αποτελούν ένα πιόνι του ντόμινο. Ένα ομαδικό γλυπτό που πάλλεται μέσα στο τραύμα. Το παλιό, το απωθημένο, εκείνο που κυοφορείται το τραύμα του διπλανού , του απέναντι. Το τραύμα που δε γνωρίζαμε που δεν ψηλαφήσαμε, το τραύμα του πατέρα, του μετανάστη, του ηλικιωμένου. Η Σουλτάτου βάζει τους ήρωές της να καθρεφτίζουν ο ένας στον άλλον την πληγή. Τους νιώθει όταν προσπαθούν να τ’αποφύγουν, όταν γκρεμίζουν πόρτες για να δραπετεύσουν, όταν αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται.

Και μέσα από την πάλη του ανθρώπου ενάντια στο θάνατο συναντάμε την πάλη του ανθρώπου ενάντια στην “πολιτική” ενσάρκωση του θανάτου, το φασισμό που δεν μπορεί παρά να ηττηθεί όπως λέει στο tvxs.gr η συγγραφέας γιατί “δεν έχουμε άλλη επιλογή. Θα είμαστε υπόλογοι όλοι αν αφήσουμε να κυριαρχήσει και πάλι.”

Επιλέξατε ως χώρο δράσης στο Ανκόρ ένα νοσοκομείο .  Διευκόλυνε για κάποιο λόγο την αφήγηση ή η επιλογή έχει σχέση περισσότερο με τον συμβολισμό πίσω από τον χώρο (τραύμα, ασθένεια, θάνατος κλπ);

Έχω την αίσθηση πως, παρά το ότι έχω μεταβεί εδώ και δέκα χρόνια από τον στίχο στον πεζό λόγο, εξακολουθώ να αφορμώμαι από το ασήμαντο και το αχαρτογράφητο. Εννοώ πως δεν επέλεξα με έλλογο και συνειδητό τρόπο ως πλαίσιο δράσης το νοσοκομείο. Ανέκυψε μέσα από επάλληλα σκαριφήματα αφηγημάτων και ήρθε να περιβάλλει την πλοκή. Ωστόσο, όπως σωστά διακρίνατε, πρόθεσή μου δεν ήταν να εγκλωβιστώ στον ωμό ρεαλισμό της καθημερινότητας στο δημόσιο σύστημα υγείας. Μολονότι ενυπάρχει και αυτό το στοιχείο, το νοσοκομείο χρησιμοποιείται ως μία αλληγορία για την οριακή κατάσταση, την ασθένεια, το τραύμα, τον θάνατο αλλά ταυτόχρονα τη δύναμη που αναβλύζει από μέσα μας, την ομοψυχία ενάντια στο κακό, την κοινή επίγνωση του ότι είμαστε θνητοί.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η ανθρωπογεωγραφία του νοσοκομείου. Ποιο ήταν το κριτήριο της επιλογής των ηρώων σας;

Όπως το πλαίσιο δράσης, και οι χαρακτήρες του βιβλίου εμφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο μπροστά μου χωρίς κανένα προσχέδιο. Έγραφα κι εκείνοι έπαιρναν μορφή. Ωστόσο δεν έχουν παρά ελάχιστες αναφορές σε υπαρκτά πρόσωπα. Τώρα τους γνώρισα κι εγώ... Είναι άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, αρκετά ετερόκλιτοι, ένας «ανομοιογενής θίασος» όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο. Αλλά όπως επεσήμανε και ο Μηνάς Βιντιάδης στην πρώτη παρουσίαση του «Ανκόρ», χαρακτηρίζονται όλοι από αγνότητα.

Δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας. Η αναρχοκουμουνιστική μου παιδεία δε μου το επιτρέπει να έχω μπροστάρηδες. Από την άλλη, η βαθιά αποστροφή που μου προκαλεί ο ναζισμός αντιμάχεται το δέος του δυτικού πολιτισμού για την επιτυχία, την τελειότητα, την ρωμαλεότητα, την αποθέωση της ομορφιάς και της νεότητας. Ήθελα να φτιάξω μια χάρτινη συντροφιά από δυστυχείς, αδύναμους, γέρους, άσχημους, ζορισμένους ανθρώπους αλλά χωρίς την εξτραβαγκάντζα του περιθωριακού.  Θέλησα, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, να συνθέσω μια ανθρωπογεωγραφία που θα θυμίζει πεζοδρόμιο στο κεντρο της Αθήνας, λερό, φθαρμένο, γκρίζο. Οι δρόμοι έχουν ονομασίες, όχι τα κράσπεδα. Όμως εκεί περπατάς, δεν έχει γκάζια, κάπου πηγαίνεις, παίρνεις μυρωδιά την άνοιξη και τους περαστικούς τριγύρω, μπορεί να σταθεί και καμιά πεταλούδα στον ώμο σου.

Το πρώτο σας βιβλίο “Φώτα στο Βάθος” εστίαζε περισσότερο στη σχέση του ατόμου με την κοινωνία . Διαπιστώνει κανείς όμως ότι η σχέση αυτή με έναν άλλο τρόπο διαπερνά και τη νέα σας ιστορία χωρίς να είναι αυτό το κεντρικό θέμα. Είναι αναπόφευκτο ή προσωπική εστίαση;

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι πρόκειται για εξαιρετική παρατήρηση. Κι αυτό γιατί «Τα φώτα στο βάθος» ήταν πράγματι μία συγκομιδή από τα χρόνια που ακόμα δεν είχα ξανοιχτεί στο πέλαγο της μητρότητας. Πλέον, γράφοντας το «Ανκόρ», είχα γίνει μαμά για δεύτερη φορά, είχε εμπεδωθεί πια ο ρόλος, δεν ήταν πρωτόγνωρο το αίσθημα. Το βίωμα αυτό ήρθε να φωτίσει και από μία άλλη προοπτική το προσκήνιο. Η «μητέρα» συνέχει με έναν άδηλο τρόπο τις ιστορίες, από τη μητέρα του Αμούρ αλλά και του άντρα με το τραύμα στην πλάτη, κι από το ρουμάνικο αηδονάκι που παίρνει τη μορφή της τροφού κι ως την μητρική γλώσσα που γίνεται ξένη και απεχθής στο στόμα κάποιων, από την «μαμά- πατρίδα» και τελικά ως τη ζωή που μας γεννά, η μορφή της μητέρας διατρέχει όλη την αφήγηση.

Το Ανκόρ θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα - σπουδή στο τραύμα και στη διαπραγμάτευση με τον θάνατο. Βλέπουμε τους ήρωες σας άλλοτε να επιμένουν για μια τζούρα ζωής ακόμα να δηλώνουν αχόρταγοι μπροστά στο θαύμα της ζωής , άλλοτε να θέλουν να δραπετεύσουν από το “ρατζομάνι”, άλλοτε να κάνουν χιούμορ και να δέχονται στωϊκά το παρόν και συχνά να μετέχουν σ’έναν χορό σουρεαλιστικών σκηνών.

Είναι μια μικρογραφία του κόσμου μας τελικά; 

Είναι ο ακροβατικός χορός ανθρώπων, πραγμάτων, ζώων, δέντρων και ανθέων σε ένα τεντωμένο νήμα.

“Το κακό δεν μπορεί παρά να ηττηθεί “ λέτε . Γιατί;

Το κακό εδώ νοείται ως ο ολοκληρωτισμός. Και λέω πως δε μπορεί παρά να ηττηθεί γιατί ο ευσεβής μου πόθος είναι να δημιουργήσουμε μία αφήγηση νίκης ενάντια στην προέλαση του φασισμού και του ναζισμού. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Θα είμαστε υπόλογοι όλοι αν αφήσουμε να κυριαρχήσει και πάλι. Οι προϋποθέσεις για ένα τέτοιο ενδεχόμενο έχουν δημιουργηθεί. Το νεοφιλελεύθερο δόγμα έχει κατισχύσει στην οικονομία και στην πολιτική στον ανεπτυγμένο κόσμο και προωθείται σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων με πολλαπλούς τρόπους η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία, η απανθρωπιά, με μια λέξη η ακροδεξιά.

Εάν ως αντίρροπη δύναμη στο τέρας που γιγαντώνεται δεν ομονοήσουμε και δεν προσχωρήσουμε όλοι σε ένα ενιαίο λαϊκό αντιφασιστικό μέτωπο, θα φέρουμε ευθύνη για ό,τι θα συντελεστεί. Και η Αριστερά δεν έχει περιθώριο πια για άλλες διασπάσεις, πρέπει να αναζητήσει και να επινοήσει τρόπους επαναπροσέγγισης και επανένωσης.  Ακόμη, η βολική θέση του αμέτοχου φιλήσυχου κεντρώου μικροαστού ή του απολίτικου χαζοβιόλη μόνο να επικουρήσει στην άνοδο του φασισμού μπορεί.

Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζουμε τα βαθιά υπαρξιακά ζητήματα στην εποχή μας; Ποια είναι η σχέση του δικού μας πολιτισμού με τη ζωή και το θάνατο κατά τη γνώμη σας;

Ορδές κατατρεγμένων που σώθηκαν από τη θηριωδία του πολέμου, που άντεξαν την οδύσσεια του οδοιπορικού από τις χώρες του αραβικού κόσμου ως την κεντρική Ευρώπη συμβολίζουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη νίκη ενάντια στο κακό, την πίστη στη γαμημένη τη ζωή. Κι ωστόσο το Αιγαίο έχει γεμίσει πτώματα. Κι ωστόσο ο φασισμός δολοφονεί. Ο θάνατος δεν είναι φιλοσοφική έννοια πια, έχει όνομα, τον λένε Αϋλάν, τον λένε Παύλο Φύσσα, τον λένε Σαχτζάτ Λουκμάν. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω... Το βιολογικό φαινόμενο είναι ανίκητο. «Είμαστε φθαρτοί, ας ζήσουμε» όπως είχε πει ο Τζαβάρας. Υπάρχει όμως και η ενσάρκωση του θανάτου, τα πολλαπλά πρόσωπα του φασισμού που οφείλουμε να δούμε και να αντιμετωπίσουμε. Κι αυτό θα συμβεί, οφείλουμε νομίζω να βρούμε τρόπο να συμβεί, παρά το ότι η πραγματικότητα μας έχει τσακίσει.

19/2/16

Συνέντευξη στο Popaganda

Η Πέλα Σουλτάτου απεχθάνεται τον διδακτισμό αλλά όταν υποκύπτει σε αυτόν φροντίζει να κουνάει χαριτωμένα το δάκτυλο
Η συγγραφέας του «Ανκόρ» αυτοχαρακτηρίζεται Τρολστόι που απολαμβάνει να τσαλακώνεται.

Μας συστήθηκε ως Niemands Rose το 2007 όταν ξεκίνησε το blog της ενώ βρισκόταν ακόμη στην Αγγλία. Έχει άνεση στη γραφή, αυτό ήταν φανερό από τα πρώτα κιόλας κείμενα που δημοσίευσε στο διαδίκτυο. Πριν δύο χρόνια εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο «Τα φώτα στο βάθος» πάλι χρησιμοποιώντας το ίδιο ψευδώνυμο ενώ φέτος αποφάσισε να μας συστηθεί με το κανονικό της όνομα υπογράφοντας ως Πέλα Σουλτάτου το «Ανκόρ» της. Από την Κρήτη στο Λονδίνο και τώρα στην Αθήνα, από την κοινωνιολογία έως την δημόσια υγεία και από τη λογοτεχνία έως την μητρότητα η Πέλα ξέρει, τουλάχιστον, να αυτοσαρκάζεται χωρίς δεύτερη σκέψη «Εντάξει όσο και να βελτιωθώ ξέρω ότι έχω πεπερασμένες δυνατότητες και δεν πρόκειται ποτέ να γίνω Τολστόι, Τρολστόι όμως ναι».

Πώς ξεκίνησες να γράφεις; Είναι το κλασικό που συμβαίνει στους Έλληνες δηλαδή αυτό που είμαστε σχεδόν όλοι γραφομανείς και καλά κάνουμε δηλαδή. Το πρώτο μου γραπτό ήταν ένα ποίημα όταν ήμουν εννιά χρονών. Είχα δει στις ειδήσεις ότι υπήρξε ένας νεκρός σε κάποιο ποδοσφαιρικό αγώνα κι αυτό με είχε συγκλονίσει. Κλείστηκα λοιπόν στη σάλα του σπιτιού, ξέρεις αυτή που άνοιγε μόνο στις γιορτές, απομονώθηκα εκεί, έγραψα το ποίημα, το διάβασα, τρόμαξα και το έσκισα. Μετά επειδή είχα μια κλίση στον στίχο στο σχολείο έγραφα σαχλοτράγουδα τύπου Καρβέλας, Βίσση και βάζαμε όλοι μαζί οι συμμαθητές μουσική και τα τραγουδάγαμε. Έτσι από τα εννιά μου μέχρι τα είκοσι εννιά έγραφα ποίηση αλλά κάποια στιγμή ήρθε -ευτυχώς- η συνειδητοποίηση ότι δεν είμαι καλή ποιήτρια. Έτσι σταμάτησα συνειδητά να γράφω ποίηση. Μου είχε μείνει, όμως, η κεκτημένη ταχύτητα του γραψίματος κι έτσι δοκίμασα μετά να κάνω γυμνάσματα στον πεζό λόγο, στο blog μου. Αυτό έτυχε να έχει μια απήχηση, το είδαν πέντε άνθρωποι, τους άρεσε, τους ενδιέφερε, ακούστηκε και μετά από μια παραγωγή γραπτών από το 2007 έως το 2012 με έπεισε ένας φίλος επιμελητής εκδόσεων, ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος, να κάνω μια ανθολογία και να τη στείλω σε εκδοτικούς. Έτσι προέκυψε το πρώτο μου βιβλίο «Τα φώτα στο βάθος» από την Απόπειρα.

Πώς είχες πάρει την απόφαση να εκτεθείς λογοτεχνικά αρχικά μέσω του blog σου; Είχε συνείδηση αυτής της έκθεσης ή επειδή δεν υπήρχε, ακόμη, το τυπωμένο βιβλίο προχωρούσες μα άγνοια κινδύνου; Το ξεκίνησα πολύ αυθόρμητα γιατί ήμουν ακόμη στο Λονδίνο, συνεπώς είχα τον χρόνο και πολλές προσλαμβάνουσες και ήταν ιδανικές οι συνθήκες για να γράψω. Έτσι λοιπόν αυθόρμητα που το ξεκίνησα και χωρίς να το πολυσκεφτώ μετάνιωσα αργότερα τον τίτλο Niemands Rose, γιατί δεν ήταν σωστό να οικειοποιηθώ τον στίχο του Paul Celan, του κορυφαίου μεταπολεμικού ποιητή και ομολογώ ότι είμαι λίγο ενοχική ως προς αυτό. Έφτιαξα λοιπόν το blog για να εκφράζομαι αλλά από την άλλη ποτέ δεν είχα πρόβλημα να εκτεθώ, από πιτσιρίκι ακόμη. Πάντα ήμουν ενεργή στα κοινά, στο μαθητικό κίνημα ενώ πριν από το blog έγραφα σε εφημερίδες και περιοδικά. Έτσι συνεχίζω και θεωρώ ότι είναι σημαντικό να παραμείνω έτσι. Άλλωστε ήμουν και είμαι ανένταχτη πολιτικά και αυτό μου δίνει πολύ μεγάλο βαθμό ελευθερίας.

Όπως περιγράφεις το πώς κινούσουν μέσω του blog σου μου θυμίζει το πώς κινούνται άλλοι στα social media. Είναι ένα βήμα ελευθερίας όμως από την άλλη γίνεται μήπως ένα πεδίο ασυδοσίας; Περπατούν, όσοι εκφράζονται στα social media, σε τεντωμένο σκοινί; Έτσι είναι. Όταν το μέσο δεν υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες και δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη αρχή τότε εξελίσσεται σε μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Ε, αυτό το πράγμα έχει και τα θετικά του και τα ντεσού του, τα ζητήματα που πρέπει να διαχειριστεί. Ακριβώς επειδή είναι αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα εγώ έχω την ελπίδα ότι αυτοί που για χ, ψ λόγους δεν κάνουν τότε από μόνοι τους θα αποβληθούν μέσα από κάποιες διαδικασίες και το έχουμε δει αυτό να συμβαίνει. Πάντως ομολογώ ότι ειδικά στο facebook κι εγώ κινούμαι σα να έχω άγνοια κινδύνου.

Στη λογοτεχνία διατηρείς αυτή την αίσθηση;Ακόμη περισσότερο καθώς εκεί μιλάει περισσότερο το ασυνείδητο. Κι ευτυχώς που συμβαίνει αυτό. Πιστεύω ότι απ’ όλα τα γραπτά μου εκεί που είμαι πιο πηγαία, γνήσια και ειλικρινής είναι στα λογοτεχνικά γιατί εκεί δεν υπάρχει κανένας περιορισμός από πουθενά. Δεν με απασχολεί αν θα δυσαρεστήσω, εκνευρίσω ή αν θα εκτεθώ. Έτσι νομίζω ότι πρέπει να λειτουργούμε. Σε σχέση με τις ασυνείδητες διαδικασίες που σε φέρνουν στο να κάνεις λογοτεχνία φέρνω το παράδειγμα του βιολιστή, του χαρακτήρα που υπάρχει μέσα στο Ανκόρ. Δεν ξέρω πώς προέκυψε είναι η πρώτη επιπόλαιη απάντηση αλλά αν κάτσω να το δω αναδρομικά προφανώς υπάρχουν κάποιες αναφορές μέσα στο κεφάλι μου. Προσπαθώντας να καταλάβω γιατί έβαλα μέσα στο μυθιστόρημα έναν αόρατο βιολιστή που συμβολίζει τον θάνατο κατέληξα ότι έχω κάνει μια αναφορά στο ποίημα του Χρήστου Μπράβου, που το έμαθα από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και λέει «κι όμως το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος» και σε έναν πίνακα  του Bocklin που δείχνει τον θάνατο στο σβέρκο του καλλιτέχνη. Επιπλέον μου λέει μια φίλη από το αντιφασιστικό κίνημα, η Μαργαρίτα, ότι της θύμισε τον Βάγκνερ που έβαζαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Πότε σταματάς να διορθώνεις το κείμενό σου, πότε νιώθεις ότι περαιτέρω επεξεργασία μπορεί να το καταστρέψει; Στο πρώτο βιβλίο επειδή ήταν γυμνάσματα γραφής κι επειδή ήμουν πολύ πιο απελευθερωμένη για το τι θα γράψω γιατί είχα το ψευδώνυμο τα κείμενα ήταν πολύ ακατέργαστα. Ήταν ευτυχές γεγονός ότι τα δέχτηκαν καλά. Το κείμενο του Ανκόρ είναι πολύ περισσότερο επεξεργασμένο κι έχουν γίνει πολλαπλές επιμέλειες όμως αυτό που έλεγα και στον υπεύθυνο της ελληνικής λογοτεχνίας του Καστανιώτη, τον Δημήτρη Ποσάντζη, ειναι ότι δεν μου αρέσει σαν ήχος γιατί νιώθω ότι αλλού το ακούω δυνατά κι αλλού χαμηλά. Κι ακόμη δεν είμαι απολύτως ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα γιατί θα ήθελα να υπάρχει πιο ενιαίο ύφος αλλά από την άλλη είχα πάρει μια συνειδητή απόφαση να μιλήσω σαν τον νεκροθάφτη, και σαν τη διανοούμενη ζωγράφο και σαν τη νοσοκόμα με την ηπειρώτικη προφορά.

Ποιους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες ξεχωρίζεις; Της γενιάς μου; Α, υπάρχουν πολλοί που είναι εξαιρετικοί. Λοιπόν ο  Γιάννης Παλαβός, ο Γιάννης Τσίρμπας, ο Νίκος Μάντης, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, η Λένα Κιτσοπούλου, ο Ιερώνυμος Λύκαρης, ο Λένος Χρηστίδης, ο Γιώργος Μήτας και σίγουρα ξεχνάω κάποιους. Ο ένας είναι καλύτερος από τον άλλο και παρότι μπορεί να υπάρχει ενός είδους ανταγωνισμός εγώ νιώθω πολύ περήφανη που ανήκω σε αυτή τη γενιά.

Άρα θεωρείς ότι υπάρχει τώρα σε εξέλιξη μια λογοτεχνική γενιά; Ναι, υπάρχει. Δεν βλέπω που ακριβώς έγκειται η ομοιογένεια της αλλά υπάρχει λόγω ηλικίας αλλά και κοινών αναφορών. Μέσα στις συνθήκες βαθιάς οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης αναγκαστικά έχουμε όλοι κοινές προσλαμβάνουσες.

Άρα κάθε έργο που γράφεται μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ανεξάρτητα αν αναφέρεται άμεσα σε αυτές, θα αποτελέσει στο μέλλον ένα αποτύπωμα της εποχής του μέσω του οποίου θα ερμηνευτεί από τους επόμενους ό,τι ζούμε τώρα; Δεν ξέρω αν είναι αναπόφευκτο. Δεν θεωρώ ότι είναι απαραίτητο τα λογοτεχνικά έργα που γράφουμε τώρα να κινούνται αναγκαστικά γύρω από τον άξονα της ύφεσης και της κρίσης. Θα μπορούσε να είναι όπως το «Σπίτι» του Μήτα, που είναι αλληγορία και μιλάει για πολύ βαθιά πράγματα που δε μπαίνουν στο  χωροχρονικό πλαίσιο του σήμερα. Δεν είναι ανάγκη να παράγουμε λογοτεχνία που αφορά μόνο τη κρίση. Και στο δικό μου μυθιστόρημα προσπάθησα να αποφύγω λέξεις όπως μνημόνιο που αισθητικά, τουλάχιστον, απεχθάνομαι και που είναι στενά συνδεδεμένες με την επικαιρότητα κι έτσι γίνεται κατά κάποιο τρόπο λίγο άχρονο.

Τι δεν σου αρέσει καθόλου σε ένα βιβλίο; Δεν μου αρέσει κάτι που, ορισμένες φορές, το βλέπω και σε μένα: ο διδακτισμός. Προσπαθώ, τουλάχιστον, να κουνώ το δάκτυλο με έναν τρόπο πιο χαριτωμένο. Ο Βukowski είναι από τους αγαπημένους μου γιατί στο έργο του δεν υπάρχει ίχνος διδακτισμού. Συμβαίνει να μη μου αρέσουν πράγματα που αναγνωρίζω και στα δικά μου γραπτά. Δεν μου αρέσει ο βερμπαλισμός και στον Ανκόρ δεν μπόρεσα να τον αποφύγω. Επίσης, δεν μου αρέσουν τα άνευρα, τα γλυκανάλατα, τα μελό. Αυτά δεν τα εντοπίζω στα κείμενά μου, ίσως βέβαια κάποιοι άλλοι το κάνουν. Επίσης δεν μου αρέσουν αυτοί που δεν παίρνουν θέση. Πάρε θέση, τσαλακώσου και λίγο, δεν πειράζει. Όλοι οι καλλιτέχνες που αγαπώ ήταν αυτοί που έπαιρναν θέση.

Ποιους καλλιτέχνες αγαπάς; Τη γενιά beat με Βukowski, Κerouac, Burroughs ενώ στη νεοελληνική λογοτεχνία κορυφαίος για εμένα είναι ο Μάριος Χάκκας, που ήταν και αδικημένος και τσαλακωμένος. Διάβαζα από Tim Robbins μέχρι George Orwell, με αυτά μεγάλωσα, διαβάζοντας τους ανθρώπους που δεν είχαν comme il faut. Να αυτό απεχθάνομαι: τον καθωπρεπισμό και την έλλειψη χιούμορ.

4/2/16

Συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών για το "Ανκόρ"

Συντάκτης: 
Αθηνά Μιχαλακέα

Την Πέλα Σουλτάτου τη γνωρίσαμε πριν από μερικά χρόνια με «Τα φώτα στο βάθος» ως Niemands Rose. Τώρα επανέρχεται με το μυθιστόρημα «Ανκόρ», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι η πάλη του ανθρώπου με τον θάνατο. Αλλά πέρα από τον βιολογικό θάνατο υπάρχει και η πολιτική έκφρασή του. «Το μίσος για τη ζωή είναι στον πυρήνα του φασισμού», θα σημειώσει η ίδια μιλώντας για το βιβλίο της στις «Νησίδες».

Αφανείς ήρωες που οι προσωπικές τους ιστορίες συνδέονται με φόντο το τραύμα, «συντροφιά με αδέσποτα ζώα, χρυσόψαρα, πεταλούδες, πουλιά, γάντια που χειρονομούν, ασανσέρ μαλωμένα με κάδους, καρέκλες που θέλουν να δραπετεύσουν… συνθέτοντας ένα ασπρόμαυρο μουσικό παραμύθι». Αυτός είναι ο καμβάς του «Ανκόρ»

Σε γνωρίσαμε ως Niemands Rose με «Τα φώτα στο βάθος», συλλογή κειμένων-μικρών ιστοριών από το μπλογκ σου. Με το «Ανκόρ» περνάς πια στη μεγάλη φόρμα. Πόσο διαφορετικό είναι αυτό για εσένα;

Η μετάβαση στη μεγάλη φόρμα συνέβη αβίαστα, ίσως γιατί έχει τύχει να δοκιμαστώ σε διάφορα είδη λόγου. Για παράδειγμα, ασχολήθηκα με την ποίηση και τον στίχο για μια εικοσαετία. Είχα γράψει και κάποια παραμύθια για ενήλικα παιδιά.

Αργότερα εγκατέλειψα την ποίηση –ευτυχώς για εκείνη- και πέρασα στο πεζογράφημα και πιο συγκεκριμένα στη μικρή φόρμα. Παράλληλα ασκούμουν στον ακαδημαϊκό λόγο συγγράφοντας επιστημονικές δημοσιεύσεις και τη διατριβή μου, ενώ ταυτόχρονα αρθρογραφούσα. Αργότερα καταπιάστηκα με το μπλόγκιν. Εχω γράψει κι ένα θεατρικό.

Οταν ξεκίνησα να γράφω το «Ανκόρ» δεν είχα πρόθεση να το αναπτύξω οπωσδήποτε σε μυθιστόρημα. Απλώς συνέβη. Θέλω να πω ότι μου φαίνεται φυσικό να μεταβαίνω από το ένα είδος στο άλλο. Ωστόσο έχω πάντα την αγωνία αν το πέρασμα πέτυχε...

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι η πάλη του ανθρώπου με τον θάνατο, γι' αυτό κι επιλέγεις ως κύριο πλαίσιο της δράσης ένα νοσοκομείο. Τι στάθηκε αφορμή γι' αυτό;

Σε κάποιο σημείωμά μου είχε ξεπηδήσει το εξής: «Ιατρική επίσκεψη. Φάκελοι ξέχειλοι από έγγραφα. Χειρόγραφα ιστορικών ξεπροβάλλουν από τις σχισμές των φακέλων σαν γλώσσες, μιλούν για τα χούγια των αρρώστων, ενώ την ίδια ώρα τούς βγάζουν τη γλώσσα». Τυχαία διάλεξα το νοσοκομείο ως πλαίσιο δράσης.

Με την ευκαιρία, παρατηρώ πως η λογοτεχνία έχει αποφύγει να αναπτύξει αφηγήσεις στο συγκεκριμένο σκηνικό. Ακόμα και στις λιγοστές περιπτώσεις που το έχει κάνει δείχνει σαφή προτίμηση στις ψυχιατρικές κλινικές, όπως στο «Κόκκινο Λουλούδι» του Γκάρσιν ή στον «Θάλαμο αρ.6» του Τσέχοφ.

Ομως το νοσοκομείο είναι ένα πλούσιο σε συμβολισμούς οικοσύστημα, ταυτόχρονα δυστοπικό και θαυμαστό, καθώς πάλλεται μεταξύ ασθένειας και ίασης, ενώ το διαπερνά η επιθυμία της επιβίωσης.

Ετσι έστησα ένα σχεδόν θεατρικό σκηνικό, σε μια πτέρυγα ενός δημόσιου νοσοκομείου, όπου αναδύονται ιδιωτικοί βίοι, οι ιστορίες ξεδιπλώνονται σε ντουέτα. Το δραματικό στοιχείο λειτουργεί συμβιωτικά με το υπερβατικό και το κωμικό στοιχείο.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι ανομοιογενείς μεταξύ τους, αλλά συνδέονται μέσα από τον πόνο και την ασθένεια. Θα μας πεις λίγα πράγματα για τον καθένα;

Στο «Ανκόρ» δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο μοιράζεται ένας θίασος ανθρώπων με διαφορετική προέλευση, υπόβαθρο, χαρακτηριστικά.

Στην αρχή γνωρίζουμε ένα ερωτευμένο νεαρό ζευγάρι, τον Αμούρ και τη Σουίτι, πλάι σε ένα ηλικιωμένο αγαπημένο ζευγάρι, τη γυναίκα με το Π και τον άνδρα με το Ι και κάτω από ένα ζευγάρι... παπαγαλάκια.

Το επόμενο ντουέτο είναι ο κηπουρός που καταδιώκει μια αδέσποτη γάτα. Να πω σ’ αυτό το σημείο πως από το ζωικό βασίλειο συμμετέχουν επίσης μυρμήγκια, περιστέρια, μία χελώνα, μία κότα, δύο χρυσόψαρα, μία πεταλούδα κι ένα κοράκι. Ισως πρόκειται για επιρροή από τις ταινίες του Κουστουρίτσα.

Στο πρώτο κεφάλαιο εισάγεται και το υπερβατικό στοιχείο του μυθιστορήματος με τον αόρατο βιολιστή, ο οποίος κοσμεί και το εξώφυλλο, που το θεωρώ αριστουργηματικό. Εμμεση αναφορά στον στίχο του Χρήστου Μπράβου «Κι όμως το πιο γλυκό βιολί/ το παίζει ο θάνατος» και την αυτοπροσωπογραφία με τον θάνατο βιολιστή του Αρνολντ Μπέκλιν.

Ακολουθούν γάντια που χειρονομούν, ένας χιονάνθρωπος από μπόγους κλινοσκεπασμάτων, μια καρέκλα που θέλει να ξεχυθεί σαν τετράποδο στους κήπους, το ρολόι που σταματάει στο φασιστικό πογκρόμ, ασανσέρ μαλωμένα με κάδους σκουπιδιών... Μάλλον είμαι επηρεασμένη από τον κινηματογράφο του Βιτόριο ντε Σίκα και του Φρανκ Κάπρα.

Ο βιολιστής εισάγει το σουρεαλιστικό στοιχείο αλλά και τη μουσική, η οποία περιβάλλει όλη την αφήγηση, από Κλοντ Ντεμπισί μέχρι Ρίτα Σακελλαρίου.

Στην κεντρική σκηνή, στην κλινική δηλαδή, συναντάμε πρώτα τον ασπρομάλλη με τα άφιλτρα, έναν παππού εξαϋλωμένο από την αρρώστια αλλά ανυποχώρητο υπερασπιστή των επιθυμιών του, εκείνων ακριβώς που τον κατέστρεψαν, μαζί με την κόρη του, το ξωτικό.

Εμφανίζεται ο πανεπιστημιακός γιατρός με την κουστωδία του. Περνοδιαβαίνει μία καλτ φιγούρα, ο τηλεορασάς ή αλλιώς καουμπόι. Γνωρίζουμε και τον κουρέα με το ποντικομουστακάκι, έναν καλοσυνάτο και χωρατατζή γεράκο. Εχω εσκεμμένα τοποθετήσει κάποια ήσσονα πρόσωπα ώστε να αντισταθμίζεται η δραματικότητα του τόπου και του θέματος.

Στους επόμενους θαλάμους συναντούμε τον ηλικιωμένο με τους καταρράκτες και το αηδονάκι με το ρουμάνικο τραγούδι, την εργάτρια που τον φροντίζει. Στο ίδιο δωμάτιο νοσηλεύεται το χλομό πρόσωπο, ένας μοναχικός και παραιτημένος άνθρωπος, η συντροφιά του οποίου είναι η τηλεόραση.

Στον διάδρομο ανταμώνουμε κομπάρσους, άλαλους κλινήρεις ασθενείς. Κι ακόμη έναν μετανάστη από το Μπανγκλαντές που επικοινωνεί με παντομίμα με τον καουμπόι.

Σε άλλα δωμάτια περιθάλπονται μία διανοούμενη μητέρα, η ασθενής με τα πολλαπλά εγκεφαλικά, δάνεια μορφή από το «Αμούρ» του Χάνεκε, στη δύσκολη σχέση με την κόρη της. Επειτα το νυχτοπούλι, ένας νεαρός αντιφασίστας που έμελλε να μαχαιρωθεί πισώπλατα από τον παλιό του συμμαθητή.

Η νοσοκόμα με την ηπειρώτικη προφορά, με τη γλύκα και τη γενναιότητά της. Στο τέλος, ο νεκροθάφτης «Σοπενχάουερ» οδηγεί έναν υπέργηρο ναζί στην τελευταία του κατοικία. Το κοινό νήμα ανάμεσα στους ετερόκλητους ήρωες του βιβλίου είναι η μάχη ενάντια στο θάνατο, όποια μορφή κι αν παίρνει.

Εκτός του βιολογικού θανάτου, αναδύεται και η πάλη με την ιδεολογική/πολιτική ενσάρκωση του θανάτου, τον φασισμό...

Ακριβώς. Ο βιολογικός θάνατος είναι η μία όψη, η άλλη είναι η ιδεολογία που τον ενσαρκώνει. Η Σούζαν Σόνταγκ είχε προσφυώς χαρακτηρίσει τον ναζισμό ενσάρκωση του θανάτου. Στρέφεται κατά πάντων και τελικά κατά του ίδιου του εαυτού.

Η επιθυμία του θανάτου ενυπάρχει σε κάθε γνώρισμά του, από την προγονολατρία, όπου δεν μπορεί να λατρέψει παρά το μη ζωντανό, μέχρι την ομοιομορφία και την τελειότητα στην τέχνη, που θυμίζει νεκρική ακαμψία.

Στον πυρήνα του φασισμού είναι το μίσος για τη ζωή. Ακόμα κι αν κάποιος δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αντιφασίστας ή δεν είναι πολιτικά συνειδητοποιημένος, όταν κληθεί να διαλέξει μεταξύ των αμοιβαίως αποκλειόμενων, στο δίπολο αγάπη-μίσος, ζωή-θάνατος, αν εμφορείται από έρωτα για τη ζωή, η επιλογή θα είναι πηγαία.

 Το «Ανκόρ» είναι ένα παραμύθι, με αρκετά στοιχεία μαγικού ρεαλισμού. Κυριαρχούν ο πόνος, η αγάπη, το μίσος, ο θάνατος, αλλά εν τέλει το κακό ηττάται. Θεωρείς ότι ο στόχος της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα πρέπει να είναι η παραμυθία;
Η τέχνη μπορεί να είναι και παρηγορητική, μπορεί να αποτελεί λόγο παραμυθίας. Ωστόσο ο βασικός σκοπός της τέχνης είναι να συνεχίσει να υπάρχει.



Ιnfo: Η παρουσίαση του «Ανκόρ» θα γίνει την Πέμπτη 11/2 στις 7.30 μ.μ. στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, Αθήνα)