13/5/11

στον άσφαλτο δρόμο του καθενός

Υπάρχει πια κανείς που αγοράζει χαρτομάντηλα από τα σούπερ μάρκετ; Τα πακέτα κυκλοφορούν με μηνύματα ανημποριάς. Είμαι άνεργος, δεν έχω σπίτι, τα παιδιά μου δεν έχουνε να φάνε. Όπως τα πακέτα των τσιγάρων. Κυκλοφορούν με προειδοποίηση. Το κάπνισμα σκοτώνει, προκαλεί καρκίνο. Αλλά κανένα μήνυμα δε θα σου κόψει μαχαίρι το ρατσισμό, κανένα την έξη. Θα θέλεις να γεμίζεις την ψυχή σου μίσος και τον πνεύμονά σου νικοτίνη. Το μήνυμα του πακέτου των τσιγάρων θα σε αφορά έτσι κι αλλιώς, αν αγαπάς να καπνίζεις. Το μήνυμα του πακέτου των χαρτομάντηλων θα πέσει στο πάτωμα της πρώτης θαλπωρής, είτε αγαπάς είτε μισείς.

Τη βλέπω από τον καθρέφτη. Ανοίγει το παράθυρο του αυτοκινήτου. Νεύει καταφατικά με το κεφάλι της. Το χέρι προτάσσει το πακέτο. Δίνει το κέρμα, παίρνει τα χαρτομάντηλα. Αγαλλιάζει.Τη βλέπω στο επόμενο φανάρι. Νεύει αρνητικά με το αριστερό της χέρι. Το μουσκεμένο αφρολέξ στο κοντάρι έχει ήδη κυλήσει ένα αυλάκι νερό στο παρμπρίζ. Ανοίγει το παράθυρο πάλι. Δίνει μια εντολή, παίρνει ενα βλέμμα αποδοκιμαστικό. Ενοχλείται. Τη βλέπω στο επόμενο φανάρι από τον καθρέφτη. Καλεί κάποιον με το χέρι της. Ανοίγει το παράθυρο, δίνει το χαρτονόμισμα, παίρνει τα λουλούδια. Και το πλατύ χαμόγελο. Η φιλανθρωπία είναι το ράφτιγκ μας στα ποτάμια των αθλίων. Έχεις συνεπιβάτες, έχεις κουπιά, έχεις στολές και κράνος. Έχεις ανθρώπους που σ' αγαπούν, έχεις πολιτικά δικαιώματα, έχεις ασφάλιση, έχεις λογαριασμό τραπέζης. Είναι πια εξτρήμ σπορ να οδηγείς στους δρόμους της Αθήνας.

Κοιτάει το καθεφτάκι της. Είναι ερωτευμένη; Εμείς δε θα το πούμε. Ο καθρέφτης θα πει, τι υπερλαμπρη, γαλήνια, ερωτική μορφή εμφανίζεται μπροστά μου το πρωινό μετά τον έρωτα που σου έχει κάνει εκείνος. Και θα εναλλαχθεί η μορφή της στο κάτοπτρο με μια σκηνή από την Καζαμπλάνκα. Ο Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ αγκαλιά με την Ίνγριντ Μπέργκμαν σε κάποιο υπόστεγο και γύρω η βροχή. Η Illsa θα πει «With the whole world crumbling, we pick this time to fall in love». Και ο Rick θα απαντήσει «Yeah, it's pretty bad timing. Where were you, say, ten years ago?»

Είναι δυνατόν να ερωτεύεται κανείς, να διακρίνει την ομορφιά του κόσμου και να αγαπά ολο τον κόσμο μέσα σε συνθήκες πολέμου; Είναι δυνατόν ένας τόπος με τόση ηλιοφάνεια να έχει σκοτεινιάσει από τα μαύρα σύννεφα του ακροδεξιού μίσους, του καθημερινού ρατσισμού, της εξαθλίωσης, του νεοσυντηρητισμού, της τσακισμένης αξιοπρέπειας; Να πει κάποιος στα σύννεφα να συγκρουστούν. Να πέσει μια λυτρωτική βροχή σαν τίτλοι τέλους. Να συγκρουστούμε επιτέλους.

Να βγούμε στους δρόμους των αθλίων σα σήριαλ κίλλερ. Όπως τα πιτσιρίκια στα κράτη- δανειστές, που μεγαλώνουν με μια οθόνη μάνα και κάνουν μόνα τους το λουτρό. Το λουτρό αίματος στο σχολείο. Να βγούμε στις λεωφόρους, τις κατάστικτες από μελαμψές κουκκίδες, που’ρθαν λαθραίοι και με καραβάνια από χώρες που ξέρουν καλά τι πά’ να πει κοινωνικές ανισότητες. Να βγούμε και να λιώνουμε τις ρυπαρές κουκκίδες με τις ρόδες των χρεωμένων οχημάτων μας. 200 πόντοι ο κουλός, 350 ο κουτσός, 450 ο αρτιμελής με το δόρυ, 300 η τσιγγάνα. Να τους ξεπαστρέψουμε. Είναι κι αυτοί ερωτευμένοι με μια άλλη ζωή. Ειναι γλυκός ο έρωτας για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Έλα να τους σκοτώσουμε.

Να βγούμε κι όπως οι μανιακοί δολοφόνοι στα States, να πυροβολούμε τα φρικιά με τα μούσια, τα ταττού και το στυλ. Κάθε δέκα αντεξουσιαστές ανεβαίνεις πίστα. Ελάτε να τους κάνουμε σουρωτήρια. Σκοπεύσατε. Πυρ. Είναι κι αυτοί ερωτευμένοι με μια άλλη ζωή. Είναι γλυκός ο έρωτας για την ουτοπία. Έλα να τους σκοτώσουμε.


Να βγούμε να στοχεύσουμε σε κάθε μπάτσο με στολή, όπως τις μοιχαλίδες στο Ιράν και στη Σομαλία. Να τον γαργαλήσουμε, να του πέσει η ασπίδα. Και μετά να τον πετροβολήσουμε μέχρι θανάτου. Αφού ειναι μισθωτοί, δικοί μας άνθρωποι, και πάνε με τους ισχυρούς απέναντι. Μοιχεία. Είναι κι αυτοί ερωτευμένοι. Είναι γλυκός ο έρωτας για την εξουσία και προπαντός για την κατάχρησή της. Έλα να τους σκοτώσουμε.

Και έπειτα να βγούμε με χατζάρες, να αποκεφαλίσουμε όλους τους φασίστες και να παίζουμε μπάλα με τα ξυρισμένα κεφάλια τους. Όπως θα έκαναν κάποιοι ένδοξοι πρόγονοι αλλά η Ιστορία που διδάσκεται στους απόγονους ποτέ δε θα το μνημόνευε. Είναι κι αυτοί ερωτευμένοι με μια άλλη ζωή. Είναι γλυκός ο έρωτας για την ψευδαίσθηση που λέγεται έθνος. Έλα να τους σκοτώσουμε.

Ας γεφυρώσουμε την βία, παγκόσμια και διαχρονικά. Είμαστε πια πολλοί δε μας χωράει ο τόπος. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Έλα, να τους συνθλίψουμε τις μαύρες λερές σάρκες, να κάνουμε διάτρητες τις σάρκες με τα πίρσινγκ, να μελανιάσουμε τις σάρκες των ενστόλων, να ξεσκίσουμε τις σάρκες με τις σβάστικες. Έλα, να γίνουμε ένας χυλός σ’ αυτή τη μάχη για την επιβίωση, σ’ αυτή τη ζωή. Έλα και θα δεις πως έχει ίδιο χρώμα το αίμα μας και τα σπλάχνα μας. Έλα να δεις πόσο μοιάζουμε από μέσα. Ένας χυλός στον άσφαλτο δρόμο του καθενός.

2 σχόλια:

Το Φαούδι είπε...

Σε πολλά μοιάζουμε. Κυρίως στο θυμό και στην τυφλή οργή. Αυτά δεν κοιτάνε χρώματα, φυλές, τάξεις και πορτοφόλια.

Πολύ δυνατό το κείμενο σου.

Ανώνυμος είπε...

ατέρμονες συζητήσεις, πάνω στα θέματα που αγγίζεις, τις τελευταίες ημέρες...Καμιά εικοσαριά χρόνια είχα να ασχοληθώ (βάλε κ την ξενιτειά μέσα).
Θα γράψω αυτό που λέγαμε κάποτε πιτσιρίκια στην παρέα μου :
στους δρόμους γεννιούνται οι επαναστάσεις κι οι έρωτες στα οδοφράγματα...
Τότε ελπίζαμε ακόμα ως νέοι...
Skounx