21/3/12

θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό, στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου

Δημόσιο σχολείο στην πιο άσχημη πόλη του κόσμου. Χρόνια μετά που είχα αποδημήσει σ' άλλους τόπους. Κι ακόμα. Την ώρα που βραδιάζει. Γενεύη, χειμώνας 2005. Η αίσθηση πως περπατώ πάλι στους δρόμους της γενέτειρας. Χώθηκα στο στέρνο του αγαπημένου μου και γλίτωσα από βέβαιο πνιγμό. Στη στεριά.

Το όνομά μου μοιάζει του πελάγου. Αλλά κανείς δε με λέει έτσι. Συστήνομαι με το υποκοριστικό. Δίκαιο. Αφού πνίγομαι στη στεριά. Και η θάλασσα, όπως και η ομορφιά του κόσμου, με γονατίζουν.

Δεν πιστεύω στο Θεό. Η μάνα μου δεν μας πήγαινε ποτέ στην Εκκλησία. Το Πάσχα μόνο κι αυτό ως την εφηβεία. Δεν πίστευε ούτε εκείνη. Ούτε ο πατέρας μου. Τους χρωστάμε ευγνωμοσύνη για το πλούσιο κομμάτι ελευθερίας που μας χάρισαν, έτσι. Αλλά.

Όταν καμιά φορά έτυχε να βρεθώ σε Μοναστήρια, σφηνωμένα σε βράχια, κυκλωμένα από πυκνή βλάστηση, να ξεπροβάλλουν σε φροντισμένους μπαξέδες, να ευωδιάζουν γιασεμί, λιβάνι και γαλήνη. Όταν κάποτε έτυχε να βρεθώ σε καθεδρικούς ναούς στην Ευρώπη, στο φως που διαθλάται στα βιτρώ, τις αγαλμάτινες μαντόνες, τις αιχμές της γοτθικής στέγης. Τότε σεβόμουν μ' όλη μου την ψυχή το θρησκευτικό αίσθημα. Και ζήλευα καμιά φορά την πίστη σαν ορφανό που όμως δε γνώρισε γονέα.

Στην πρώτη τάξη του γυμνασίου έγραφα ήδη τρία χρόνια ποιήματα. Η μελαγχολία της εφηβείας αποτυπωμένη στιχουργικά σε ένα ωραίο τετράδιο. Η θεολόγος μας, εκεί γύρω στα Χριστούγεννα, είχε φέρει μαζί ένα σωρό βιβλία. Δέσποζαν το ίδιο επιβλητικά με εκείνη στην έδρα. Μας πρότεινε να τα αγοράσουμε. Ήταν η πρώτη της ποιητική συλλογή. Την αγόρασα. Και μου μίλησαν. Της εμπιστεύτηκα εκείνο το τετράδιο με τα ποιήματα κι όταν τα διάβασε μου το επέστρεψε με ένα γράμμα. Πριν λίγες μέρες τη θυμήθηκα. Αναζήτησα το όνομά της στο δίκτυο. Έχει μονάσει αλλά συνεχίζει να γράφει ποίηση.

Την προηγούμενη χρονιά, στην τελευταία τάξη του δημοτικού, ήμουν, φαίνεται, ακόμα πολύ χαρούμενο και εξωστρεφές κριαράκι. Κι έγραφα στίχους που μελοποιήσαμε με τους συμμαθητές. Η ποπ των 80s στα παιδικά μας στόματα. Ο δάσκαλος των καλλιτεχνικών -ήταν πειραματικό το σχολείο και κάθε μάθημα, άλλος δάσκαλος- σα νέος, σα δάσκαλος και σα καλλιτέχνης, μου είχε γράψει με τα καλλιγραφικά του γράμματα σε ένα χαρτάκι: Ν.Καββαδίας "Πούσι", "Μαραμπού". Το καλοκαίρι της μετάβασης στην εφηβεία έμαθα τον Καββαδία. Μετά όλους τους άλλους. Και συνέχιζα αυθάδικα να σκαρώνω ποιήματα. Ο δάσκαλος εκείνος κομήτης εμφανίστηκε ξανά στο κατώφλι του πατρικού σπιτιού μου όταν πια ήμουν 19 χρονών.

Δεν ξέρω τα κίνητρα των άλλων δύο συμμαθητριών αλλά εγώ ήμουν ερωτευμένη με τον Γ. Πολύ όμως. Πέρασαν πολλά χρόνια για να μην αναστατώνομαι κάθε φορά που τον βλέπω. Είχαμε τελειώσει το λύκειο, πια, περνούσαν τα χρόνια, εγώ ζούσα και ήμουν αλλού, εκείνος αλλού αλλά βρισκόμασταν ερωτικά.

Όμως εκείνο το πρωινό, είχαμε κανονίσει τις ώρες των "φιλολογικών" να μην κάνουμε μάθημα. Η φιλόλογος, μια νέα κοπέλα και με πάθος για το μάθημά της, είχε δεχτεί την πρότασή μας. Εγώ και δυο ακόμα συμμαθήτριες θα κάναμε ένα αφιέρωμα στον Καββαδία. Απαγγελίες του ποιητή σε ένα κασετόφωνο που φέραμε απ΄το σπίτι. Φιλοτεχνημένα ποιήματα σε χαρτί για διάκοσμο. Αφίσα με θέμα απ΄τον Τσαρούχη. Και ο Σταυρός του Νότου. Το Μαραμπού, το Πούσι, η Βάρδια μπροστά μας. Απαγγελία από τα χείλια δεκαπεντάχρονων κοριτσιών. Tα τραγούδια ενδιάμεσα. Δεν μίλησε κανείς. Στο κουδούνι για το διάλειμμα ατάραχοι. Δυο ώρες. Εκεί.

Οι φίλοι μας, οι συμμαθητές, υπερκινητικοί, που μισούσαν τους τοίχους του σχολείου, που την κοπάναγαν με τα μηχανάκια, που περίμεναν μ' αγωνία το κουδούνι να βγουν να καπνίσουν στο υπόστεγο, οι φίλοι μας που είχαν μάθει τα night club και τη σαπίλα της μουσικής των 90s, οι συμμαθητές μας που είχαν αλλεργία στην ποίηση, κάτι αγρίμια οι φίλοι μας. Οι φίλοι μας. Άχνα. Στο τέλος ήρθαν ένας-ένας και μας φίλησαν. Με δάκρυα στα μάτια. Κλαίγαμε όλοι μαζί. Αγκαλιά.

Αυτά είναι εμένα τα ιερά και τα όσια. Οι δάσκαλοί μου, οι φίλοι μου, οι άνδρες που ερωτεύτηκα, οι άνθρωποί μου, οι μνήμες μου. Και η ποίηση. Που δεν τη βρίσκω μόνο στα βιβλία. Που την αναζητώ στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο.

6 σχόλια:

Swell είπε...

Υποκλίνομαι πάλι!

Ιφιμέδεια είπε...

Τί ωραία. Ο Καββαδίας ταξιδεύει και στο δικό σου παρελθόν :)

Sue είπε...

(....)

'Ομορφο.

Sraosha είπε...

Υπέροχο.

Sraosha είπε...

Η δική μου ιστορία με τον Καββαδία:

Είμαι το πολύ 12 χρονών, όχι παραπάνω, Πάσχα στο χωριό. Ο γιος του νονού μου μου φέρνει δώρο πασχαλινό: Πούσι, Τραβέρσο, Μαραμπού.

Ξεφυλλίζω τους τόμους το βράδυ, μου άρεσε πώς μυρίζει το χαρτί τους. Μου κάνουν εντύπωση έτσι που είναι λεπτοί (στο σπίτι δεν κυκλοφορούσε ποίηση). Βλέπω τη γυμνή στην προμετωπίδα του Τραβέρσο (νομίζω) κι εντυπωσιάζομαι προβλέψιμα. Αρχίζω να διαβάζω. Μου αρέσουν αυτά τα ποιήματα, που μιλάνε για ταξίδια, καινούργια πράγματα και μακρινές χώρες: ψώνιο (από) τότε με τη Γεωγραφία και τους χάρτες).

Μετά διαβάζω ένα ποίημα που συνειδητοποιώ ότι το ξέρω, ότι είναι τραγούδι: Φάτα Μοργκάνα, της Κωχ. Διαβάζω τον πρώτο στίχο του ρεφραίν, που ποτέ δεν καταλάβαινα: "πουθ' έρχεσαι, απ' τη Βαβυλώνα".

Lilla είπε...

Απλά υπέροχο!