28/5/10

mayday...maybe

Ζούσαν σε ένα σπίτι με κεραμύδια κάπου στο βορειοανατολικό Λονδίνο. Ξύλινα φθαρμένα παράθυρα, μια μικροσκοπική μπλε ξύλινη πόρτα, χαλιά σε όλα τα ξύλινα πατώματα, ξύλινη εσωτερική σκάλα. Παραμυθένιο. Έτσι μου έμοιαζε, αφού τα παραμύθια με τα οποία μεγάλωσα κι εγώ, είναι γραμμένα από παραμυθάδες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης, όπου το μπετόν δε ρήμαξε τις κατοικίες τους και όπου η βροχή φρόντισε για πελώρια δέντρα μέσα από τα οποία μπορούν να ξετρυπώνουν νεράιδες και ξωτικά. Ένα τέτοιο έβλεπες από τα παράθυρα της πρόσοψης.

Στο καθιστικό ήταν αραγμένες κάτι μαξιλάρες στα χρώματα του κυπαρισσί και του μπορντώ, που σου' κλειναν το μάτι και σου έλεγαν: έλα, σε εμένα. Ήταν και κάτι ριχτάρια στους καναπέδες που μύριζαν στικάκια ινδικά και σέρνονταν στο πάτωμα με ύφος και μυστήριο, όπως ηρωίδα σε ταινία του Νίκου Νικολαϊδη. Στον έναν τοίχο ήταν γραμμένες ατάκες φίλων που πέρασαν απ' αυτό το πολύ φιλόξενο σπίτι. Στον άλλο τοίχο δε θυμάμαι τι ήταν, κάποιο πόστερ του Μοντιλιάνι, ή μπορεί και ένα στεφάνι από αποξηραμένα λουλούδια πλάι σ' ένα ψάθινο καπέλο. Κάτι τέτοιο ωραίο θα' ταν.

Στην κουζίνα που' χε βεραμάν πλακάκια με αυτοκόλλητα αγγελάκια και μεγάλη τζαμαρία που' βλεπε στην πίσω αυλή, ήταν παρκαρισμένα δυο ποδήλατα. Στον πάγκο είχε ψωμί και στο νεροχύτη πλάι κακτάκια σε κίτρινες και κόκκινες γλαστρούλες. Στο ψυγείο είχε γαλακτομπούρεκο με φύλλο αγορασμένο από το μπακάλικο του κούρδου. Στην αυλή είχε κάρβουνα και μια σχάρα μπάρμπεκιου. Είχε και βασιλικούς.

Όταν βλέπαμε ταινία στο σπίτι τους, ο φίλος μας έφτιαχνε ποπ-κόρν με βούτυρο και αλάτι. Μας τα πρόσφερε σε αυτοσχέδια χωνάκια με κόλλες άλφα τέσσερα και μας έφτιαχνε καϊπιρίνιες με lime αν είχαμε δει μια στάλα ήλιο κατά τη διάρκεια της μέρας ή ζεστό κόκκινο κρασί με γαρύφαλλο, κανέλα κι ίσως άλλα κρυφά μυρωδικά για τον αιώνιο βρετανικό χειμώνα. Το βράδυ ξεμέναμε στο σπίτι του και κοιμόμασταν ευτυχισμένοι όπως οι καλοί στα παραμύθια.

Το πρωί είχε σταφιδόψωμα και έβρισκες καφέ σε ρομαντικά κουτάκια. Ένα πρωινό μου έδωσε το ένα ποδήλατο, καβάλησε αυτός το άλλο. Μου ζήτησε να τον ακολουθήσω ως το κανάλι. Του είπα πως θα τον ακολουθήσω, αλλά πεζή. Και θα έπαιρνα το ποδήλατο παραμάσχαλα. Είχα να οδηγήσω ποδήλατο από παιδί. Θα έπεφτα, θα τράκαρα, θα τούμπαρα, θα, θα. Δεν ήξερα να ζω σαν αυτόν τον απένταρο βασιλιά. Αλλά ξεπέρασα τους φόβους και τις αναστολές μου και πήγαμε ποδηλατάδα στο κανάλι και μια άλλη βραδιά πήγαμε σε ένα άλλο κανάλι και τραγουδούσαμε και μια άλλη φορά ξετρύπωσε το πιο cult μπιλιαρδάδικο στο κέντρο και με άφησε να πίνω μπύρες με έναν παλαβιάρη γέρο και να κοιτάω τα πολύχρωμα λαμπιόνια στο μπαρ ενώ αυτός σκόραρε με την μαύρη μπίλια, και μια άλλη φορά κλαίγαμε από τα γέλια, μια άλλη φορά είχαμε ανέβει σε κάτι δέντρα και καπνίζαμε και μια άλλη φορά παίζαμε πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο και ακούγαμε Μάλαμα και μια άλλη φορά σκαρώναμε ένα σενάριο στους καναπέδες ενός ατμοσφαιρικού lounge cafe.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν πάντοτε μια φορά που ο πιο alternative bon viveur που είχα γνωρίσει μας έδειχνε τι θα πει la vita e bella. Και μετά έφυγα για λίγο καιρό από το Λονδίνο και όταν επέστρεψα ήταν τέλη Απρίλη. Έξω ήταν άνοιξη και μέσα στο μυαλό μου καταιγίδα. Δεν ήμουν καλά. Ήμουν θυμωμένη με πολλά και με πολλούς. Τον πήρα τηλέφωνο να δηλώσω την επιστροφή μου. Σε μερικές μέρες έξω θα ήταν Πρωτομαγιά αλλά και το ορθόδοξο Πάσχα. Την ίδια μέρα. Είχε πορεία με ποδήλατα. Του τηλεφώνησα για να του πω πως εγώ με τον καλό μου θα πάρουμε τα ποδήλατα και θα πάμε Angel για τη διαδήλωση. Αλλά όμως αυτός προτίμησε να γιορτάσει το Πάσχα. Θύμωσα και μαζί του. Θα πάτε και Εκκλησία το πρωί; τον ρώτησα. Τελικά μάλλον θα πέρασαν ωραία ψήνοντας παϊδάκια στον κήπο και κόβοντας χωριάτικες σαλάτες στην χαριτωμένη κουζίνα. Τελικά εμείς προτιμήσαμε να τιμήσουμε την Πρωτομαγιά από την Ανάσταση και περάσαμε σχεδόν χάλια.

Από εκείνη τη μέρα ένα τεράστιο ερωτηματικό υψώθηκε ανάμεσα σε εμένα και τον φίλο. Και κάπως τα καταφέραμε και χαθήκαμε. Πάνε πέντε χρόνια από τότε και δε ξέρω που μου 'παν τα πέντε στο θέμα φιλία. Όμως στο τέλος μόνο ένα έμεινε. Πως ζήσαμε εμείς καλά και εμείς καλύτερα.

11 σχόλια:

Swell είπε...

Aνεξάρτητα από το αποτέλεσμα, μπράβο για την επιλογή σας.

mamma είπε...

Οι μπον βιβέρ το έχουν αυτό το χούι. Καταλήγεις να έρθεις σε σύγκρουση μαζί τους (φανερή ή μη) και μετά σου λείπουν κιόλας.

NIEMANDSROSE είπε...

@swell, ωραίος τύπος ε; :) Και που να τον ζούσες κιόλας...Είναι αυτός για τον οποίο μιλάω στο post "εντιμότατοι φίλοι μου" (που ήθελα όταν τον ξανασυνάντησα πριν λίγες μέρες τυχαία να του σπάσω το κεφάλι και να τον αγκαλιάσω μέχρι σκασμού).

@double mamma, ομοιοπαθούσα, να υποθέσω; :)

Πασκαλ είπε...

Ποτέ μην υποτιμάς τη δύναμη που έχουνε τα παΐδάκια.... :)

apologia pro sua vita είπε...

Ρε γαμώτο νίεν, σ' αυτό το ντέρμπι, θα πάω κι εγώ με τον μπον βιβέρ σου. Με συγκινεί η Ανάσταση. Πολύ. Αλλά όπως τη βλέπω εγώ.
Να σας πω τι εννοώ ή βαριέστε; Φυσικά η ερώτηση είναι ρητορική, φυσικά και θα σας πω, βαριέστε δε βαριέστε.

Ανάσταση. Εικόνα πρώτη.
Θεοδωράκης, Επιτάφιος. Ο μπαμπάς μου 14 χρονών στην Αθήνα, δουλεύει σε βενζινάδικο, ζει σε μια καμαρούλα μ' άλλους δυο και πάιζει με τους Λαμπράκηδες "το ένα παιδί μετράει τ' άστρα". Τραγουδάει "Μέρα Μαγιού μου μίσεψες", σκέφτεται τη μάνα του στο χωριό και κλαίει. Κλικ. 1964

Ανάσταση, εικόνα δεύτερη.
Δραπετσώνα, Σαββατόβραδο. Καζαντζίδης Μπιθικώτσης. Άνω Λιόσια. Ένα δίπατο ξεχαρβαλωμένο σπίτι με αυλή. Προσφυγικό. Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου ερωτευμένοι. Εγώ ταίζω τα σαλιγκάρια φύλλα και βάζω δίσκους στο πικ απ για να διευθύνω τις μουσικές μ' ένα μολύβι για μπακέτα. Κλικ. Ο πατέρας μου βγάζει φωτογραφίες τη μαμά μου με κόκκινο φόρεμα ξαπλωμένη πάνω στα χαμομήλια και καλλιεργεί τρεις ντοματιές στο οικόπεδο απέναντι. Η αναρριχώμενη τριανταφυλλιά είναι στα πάνω της. Η μαμά μου φτιάχνει ένα κόκκινο στεφάνι και μου το βάζει γύρω από το λαιμό. Κλικ. 1978

Ανάσταση, εικόνα τρίτη.
Τί ωραία πού είναι η αγάπη μου, Μαουτχάουζεν. Ακούω πρώτη φορά για τον Χριστό στο σχολείο. Τον ερωτεύομαι. Τον συγχέω πάραυτα με τα αγόρια του Ρίτσου που πεθαίνουν και δεν ξαναγυρνούν. Με τα αγόρια του Μαουτχάουζεν. Με τα αγόρια που κάνουν τακ τακ πίσω από τους τοίχους. Με τα μεγαλύτερα αγόρια που θά θελα να μ'ερωτευθούν. Διαβάζω Ζορζ Σαρρή, έχω περίοδο και οι συμμαθήτριές μου με βλέπουν ως τέρας, θέλω να ερωτευτώ, είναι Άνοιξη στα Άνω Λιόσια, τα εγκαταλελειμένα εργοστάσια χορταριάζουν. Η Τρίτη δημοτικού είναι μαλακία τάξη. Κάνω βόλτες πάνω κάτω στον χωματόδρομο με το καινούργιο μου αγωνιστικό ποδήλατο. Κλικ. 1980

Φχαριστώ για τον χώρο. Καλή ανάσταση και καλή πρωτομαγιά.

s_pablo είπε...

Δεν κατάλαβα. Του θύμωσες επειδή προτίμησε το Πάσχα, από την "επανάσταση" ή επειδή προτίμησε τα παϊδάκια από εσένα? Ή μήπως θύμωσες με τον εαυτό σου?

Τέλος πάντων, το σημαντικό είναι αυτό που έμεινε στο τέλος...

apologia pro sua vita είπε...

Όταν γράφεις, που αυτόματα σημαίνει ότι εκθέτεις τον εαυτό σου, αφήνεις το περιθώριο όλοι να μπορούν να κάνουν ψυχολογικές διαγνώσεις ερήμην σου.
Κι εσύ το μόνο που θες ν' ακούσεις είναι: Γαμώ τα κείμενα ρε μαλάκα.

Σόου νίεν λοβ, γαμώ τα κείμενα ρε μαλάκα.

Μου λείπεις αλλά σε διεκδικεί άλλος καλύτερος.

Ιατρικές συμβουλές. Ποτέ μην κρατάς κακία. Αλλά να μην ξεχνάς. Έτσι πάντα αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους κατά πώς τους πρέπει.

Εξήγηση ιατρικής συμβουλής γιατί δεν είμαι και ο Όσκαρ Γουάιλντ:
Αν στο παρόν κρατάς κακία για κάτι που έγινε στο παρελθόν, δεν αναγνωρίζεις ότι όλοι αλλάζουμε. Δεν αναγνωρίζεις ότι εσύ έχεις αλλάξει. Κάτι που θεωρούσες λάθος στο παρελθόν σήμερα σου φάινεται σωστό. Ή όχι και τόσο λάθος.

Αν όμως θυμάσαι μπορείς να διορθώσεις τα πάντα, ή σε άλλες περιπτώσεις να μην ξανανταλλάξεις κουβέντα.

Μαλακια είπα πάλι;

frankie wilde είπε...

Κρίνει φίλους ο καιρός, ως χρυσόν το πυρ... κάπως έτσι δεν το είχε πεί? χμ.. Μπον Βιβερ τύποι και βάμπ τύπισσες.. love it

s_pablo είπε...

Μια από τις πιο αγαπημένες μου εκφράσεις, και μου έρχεται συχνά στο μυαλό όταν σε διαβάζω, είναι μια του Κωστή Παπαγιώργη. "Σαν την γραβάτα που δεν αφήνει τη βαλίτσα να κλείσει..."

ΥΓ. Δεν έχω απαντήσεις, μόνο απορίες...

Dannossiel είπε...

ακουγεται πολυ υπεροχος τυπος
απ αυτους που αν δν ηταν φιλοι μου θα μου σπαγαν τα νευρα και θα τους εδειχνα περιφρονηση αλλα απο μεσα θα ζηλευα
αν ηταν φιλοι μου παλι το ιδιο θα κανα αλλα θα μουν κ σε φαση τραβατε με κι ας κλαιω και θα περιμενα να με δειξει τη ζωη

δεν καταλαβα γιατι και αν ψυχρανθηκατε
το θεωρω ανευ λογου και αιτιας αν εγινε κατι τετοιο

Bingo Games είπε...

Do not despond! More cheerfully!