Αν δε θέλεις να σου χαλάσω τη διάθεση μη διαβάσεις αυτό το κείμενο. Είναι από τις ελάχιστες φορές που γράφω ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά. Ακόμα και στα συγκινητικά, ακόμα και στα "καταγγελτικά" μου κείμενα, γράφω αρκετά νηφάλια. Τώρα θέλω να γράψω μια κραυγή. Δε με απασχολεί το σχήμα, μόνο το περιεχόμενο. Κι ούτε καν αυτό. Μόνο να φύγει από μέσα μου.
Έψαχνα πάρκιν το πρωί. Μετά από πόσες βόλτες στα τετράγωνα τριγύρω από τα νοσοκομεία παίδων, αποφάσισα να τρυπώσω σε έναν χώρο στάθμευσης που δεν είχε μεν μπάρα και θυρωρό αλλά που φανερά ανήκε σε κάποιο ίδρυμα. Υπέθεσα πως ήταν η πίσω αυλή της οδοντιατρικής σχολής. Πάρκαρα γνωρίζοντας ότι αυτό που έκανα δεν ήταν σωστό αλλά είχε πολλές ελεύθερες θέσεις πάρκιν, κι ήταν πειρασμός, ήμουν στα όρια της απελπισίας που δεν έβρισκα μια θέση, ήμουν αγχωμένη να μην καθυστερήσω άλλο στη δουλειά και τέλος μου αρέσει να κάνω σκανταλιές. Μα πρέπει να πω τόσες δικαιολογίες για να αποδείξω ότι δεν είμαι ο τυπικός έλληνας κάφρος οδηγός που παρκάρει όπου βρει; Ή μήπως θα πρέπει να δικαιολογηθώ που δε πήρα σήμερα συγκοινωνίες για να κατέβω στο κέντρο;
Στο σχόλασμα δε θυμόμουν σε ποιο δρόμο έχω παρκάρει. Θυμήθηκα αίφνης πως έχω τρυπώσει στον χώρο του πανεπιστημίου. Χαμογέλασα πονηρά για τη σκανταλιά αλλά ενστικτωδώς ένιωσα πως κάτι δε θα πάει καλά. Ή θα βρω την πύλη κλειστή, ή θα μου έχει κόψει κλήση η τροχαία, ή θα μου έχει πάρει το αμάξι γερανός και άλλα καταστροφολογικά. Όμως αυτό που συνέβη δε θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ.
Ένα πράσινο σκούρο αυτοκίνητο, σαράβαλο, που του κρεμόταν η μάσκα μπροστά και την οποία κρατούσαν κάτι χοντρές ταινίες, με είχε κλείσει. Έκανα κάποιες μανούβρες προσπαθώντας να ξεπαρκάρω αλλά ενώ το είχα φέρει ορθή γωνία δεν είχα περιθώριο να περάσω από δίπλα του γιατί υπήρχαν κάποια κολονάκια. Μα πρέπει να πω τόσες δικαιολογίες για αποδείξω πως δεν είμαι η αδέξια γυναίκα οδηγός; Μα γιατί πρέπει διαρκώς να απολογούμαστε ο ένας στον άλλο; Έτσι θα ξοδεύουμε τις ζωές μας;
Θύμωσα με τον άλλο που τόσο προκλητικά με είχε κλείσει. Το μήνυμα ήταν σαφές. Να μάθεις να μη παρκάρεις όπου νά' ναι. Τι να έκανα; Να αρχίσω να κορνάρω παραήταν αγενές, δεδομένου ότι είχα ήδη εισβάλλει σε ένα χώρο που δεν είχα δικαίωμα να σταθμεύω. Δεν υπήρχε ψυχή ζώσα τριγύρω να ρωτήσω. Κυριολεκτικά.
Βλέπω στο πλάι του αυτοκινήτου μια απαίσια γκρί σιδερένια πόρτα ανοιχτή. Όρμησα μέσα ελπίζοντας κάποιον να βρω να του ζητήσω βοήθεια. Ήταν ενα μεγάλο άδειο δωμάτιο, σκοτεινό, με φθαρμένο ψιλό μωσαϊκό. Στη μέση περίπου του δωματίου, δέσποζε διαγώνια ένας ατσάλινος πάγκος που έμοιαζε και με κρεβάτι με ρόδες. Ένα κρεβάτι όπως εκείνο που χρησιμοποιούν ως εξεταστήριο στα ιατρεία. Χωρίς στρώμα. Που κάποιος φαινόταν να το έχει χρησιμοποιήσει και το είχε σπρώξει έπειτα βιαστικά. Η επιφάνειά του είχε αίμα. Η όραση αποδείχτηκε πιο αργή στην επεξεργασία πληροφορίας από την όσφρηση. Αμέσως μετά το θέαμα μια φριχτή μυρωδιά έγδαρε τα τοιχώματα της μύτης μου και με ειδοποίησε να κάνω πίσω. Βγήκα έξω αμέσως. Τότε διάβασα μια χειρόγραφη ταμπέλα στην πόρτα που έγραφε με ψιλό μαρκαδόρο νεκροτομείο. Έγραφε κι άλλα πράγματα αλλά δεν άντεξα να τα διαβάσω.
Έτρεξα κατά τις σκάλες, σε μια άλλη γκρι πόρτα. Ήταν κλειδωμένη. Χτύπησα ένα κουδούνι. Μου άνοιξαν. Μια γραμματέας προσπάθησε να με επιπλήξει που πάρκαρα στον ιδιωτικό χώρο. Αλλά δεν το έκανε με θέρμη. Μάλλον θα πρόσεξε πως ήμουν κάτωχρη και μιλούσα όπως άνθρωπος που έχει υποστεί σοκ. Ποιο αυτοκίνητο σας εμποδίζει; Ένα Χιουντάι Άξεντ πράσινο. Μισό λεπτό να δω σε ποιον ανήκει. Πήρε κάποια τηλέφωνα. Στέκομαι στην πόρτα. Ακουμπώ στο κούφωμα να μην καταρρεύσω. Περνάει ένας κύριος με κουστούμι. Οπωσδήποτε γιατρός. Ιατροδικαστής μάλλον. Με κοιτάει από την κορυφή ως τα νύχια. Μου χαμογελάει συγκρατημένα. Δεν μπορώ να ανταποδώσω.
Εμφανίστηκε ο κάτοχος του αυτοκινήτου. Προχωράει μπροστά. Τον ακολουθώ σαν κατάδικος. Με βήμα βαρύ, σοκαρισμένη, απελπισμένη. Δε βγαίνει απ' το μυαλό μου η εικόνα του κρεβατιού με το αίμα. Περνώντας ξανά μπροστά από την ανοιχτή πόρτα νιώθω πως αναδύεται πιο έντονα η οσμή της φορμόλης, του πτώματος, του αίματος, των εντόσθιων. Κάτι με τραβάει να ξανακοιτάξω, αν όχι να ξαναμπώ στο νεκροτομείο. Γυρνάω και βλέπω έναν κάδο ξεχειλισμένο μέχρι ψηλά με σακούλες σκουπιδιών. Η ματιά μου εστιάζει, άθελά μου, στην κορυφή του βουνού από σκουπίδια: Τούφες μαύρα μαλλιά με ξεραμένο αίμα σε κομμάτια δέρματος κρανίου.
Το αντανακλαστικό του εμετού ενεργοποιείται. Πιάνομαι από το αυτοκίνητό μου. Νιώθω το βλέμμα και την παρουσία του άλλου πίσω μου. Δεν έχει μπει ακόμα στο χιουντάι. Μάλλον περιμένει να δει αν ξεράσω ή αν λιποθυμήσω. Συνεχίζει να βγαίνει εκείνος ο ήχος, ουγκ, σα να θέλει το στομάχι μου να αδειάσει το περιεχόμενο που αηδίασε το μυαλό μου. Γυρνάω και κοιτάω τον οδηγό του αυτοκινήτου που με έχει κλείσει. Χαμογελάει ειρωνικά. Ζαλίζομαι. Ξανά ουγκ, θα ξεράσω. Τελικά όχι. Κάποιο ένστικτο με βάζει στη θέση του οδηγού. Οδηγώ μηχανικά.
Δε φεύγει από τη μύτη μου η μπόχα του νεκροτομείου, δε φεύγουν από τα μάτια μου τα μαλλιά του. Μόνο οι άνθρωποι φεύγουν. Κατακρεουργημένοι σε ατσάλινα κρεβάτια. Κατακρεουργημένοι σε κάδους απορριμάτων. Όλα φεύγουν. Η μνήμη των αισθήσεων φεύγει με το χρόνο. Σε λίγο καιρό δε θα νιώθω τη σημερινή κραυγή των αισθήσεών μου. Όλα φεύγουν. Η αξιοπρέπεια του σώματος φεύγει μαζί με τον θάνατο. Πώς να μη σύρουν το άψυχο σώμα, που γεννήθηκε, που κολύμπησε, που χόρεψε, που έκανε έρωτα, που χαϊδεύτηκε, που ταξίδεψε, που φιλήθηκε, που ρίγησε, πώς να μη σύρουν το άψυχο σώμα σε ατσάλινα κρεβάτια, σε μαχαίρια, σε έναν υπάλληλο που σε κόβει με λιγότερο πόνο από εκείνον που κόβει ένα λουλούδι απ' το χώμα, που σε κομματιάζει χωρίς να αναλογιστεί πως αυτό το σώμα μπορεί να γεννήθηκε, να κολύμπησε, να έκανε έρωτα, να χαϊδεύτηκε, να ταξίδεψε, να φιλήθηκε, να ρίγησε; Και πώς να ζήσεις πια γνωρίζοντας πως κομμάτια απ' το κρανίο σου ίσως βρεθούν στην κορυφή μιας στίβας σκουπιδιών.
Είμαι κομμάτια. Τον φαντάζομαι. Ήταν άνδρας. Ήταν κοντές οι τούφες. Ήταν νέος. Είχε μαλλιά και τα μαλλιά αυτά δεν ήταν γκρίζα. Πέθανε με βίαιο τρόπο. Έγινε το νεκρό του σώμα αντικείμενο ιατροδικαστικής μελέτης. Είναι ένας ακόμη άνδρας που γνώρισα. Πλησιάζω στο σπίτι. Προσπαθώ να πιαστώ από την ομορφιά. Έχει ωραίο ουρανό μετά το πρωινό ψιλόβροχο. Έχει έρθει η άνοιξη. Έχει ωραίες μουσικές το ραδιόφωνο. Μάταια. Η μπόχα και η εικόνα με έχουν βιάσει. Αποφασίζω να πάρω νωρίτερα την κόρη μου από τον παιδικό σταθμό. Την αγκαλιάζω, τη μυρίζω, τη φιλάω, της μιλάω. Ούτε αυτό. Η μπόχα και η εικόνα με έχουν βιάσει. Ερχόμαστε σπίτι. Να βάλουμε να φάμε. Η κόρη μου τρώει με όρεξη. Μια μπουκιά από το χτες νοστιμότατο πατσίστιο μου φέρνει αναγούλα. Ο κιμάς. Κρέας. Το scalp. Κόβω σαλάτα. Τι όμορφη που'ναι η ντομάτα και το αγγουράκι ακόμα κι όταν τα κομματιάζεις. Ενώ ο άνθρωπος, είτε είναι κομμάτια το σώμα του, είτε η ψυχή του, είναι αποκρουστικός. Γι' αυτό δε θα δίνω πια κομμάτια σε κάτι που έχει ομορφιά μόνο ολόκληρο. Γι' αυτό σου λέω, να ζήσουμε στο ακέραιο.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα e-μερολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα e-μερολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
14/4/11
26/1/11
Τριτοκοσμικές εικόνες
Κατεβαίνω την Πανεπιστημίου. Που (δε) τη λένε και Ελευθερίου Βενιζέλου. Όπως την Πατησίων που (δε) τη λένε και 28ης Οκτωβρίου. Όπως την Πειραιώς που (δε) τη λένε και Τσαλδαρη. Όταν τα τιμώμενα πρόσωπα ή ιστορικά γεγονότα είναι ασήμαντα μπορούν και να συγχρωτίζονται σε ονομασίες δρόμων. Αν είσαι η Βασίλισσα Σοφία, ή η Αμαλία ή ο Κωνσταντίνος, κανείς δε θα πει αλλιώς τη λεωφόρο σου. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Δείχνει πως κι εμείς ειχαμε κάποτε την τιμή να θρέφουμε μια βασιλική οικογένεια.
Κατεβαίνω την Πανεπιστημίου με το καινούργιο γιαπωνέζικο όχημά μου. Έχει ένα κουμπάκι στην πόρτα του οδηγού που κλειδώνει αυτόματα όλες τις πόρτες εσωτερικά. Είναι Τρίτη βράδυ αλλά έχουμε πήξει στην κίνηση. Ανάμεσα στα φρακαρισμένα οχήματα, κάποια υποθηκευμενα στις τράπεζες κι άλλα, όπως το παραπλήσιο διθέσιο με την ξανθιά μπροστά και το κανίς πίσω, χρυσοπληρωμενα και εξοφλημένα. Ασφαλώς. Ανάμεσα στα ΙΧ κινείται ένας άντρας στο φυζίκ του Τζεφιρελικού Χριστού, σε αναπηρικό καρότσι. Μας πλησιάζει. Ο άντρας μου, που έχει ένα ιεροποστολικό φυζίκ, πατάει το αυτόματο κλείδωμα. Δεν τον κατηγορώ. Όχι μόνο γιατί τον αγαπώ αλλά γιατί κι εγώ έτσι θα εκανα. Ίσως. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Να κλειδωνεσαι κι απ' τους ανήμπορους ακόμα. Προπάντων αυτούς. Γιατί αργούν οι Ιάπωνες να κατασκευάσουν ένα εσωτερικό αυτόματο κλείδωμα για τις ψυχές μας; Αργούν γιατί ξέρουν πως δε θα πουλήσει. Τα καταφέρνουμε καλά και μόνοι μας.
Παρκάρουμε στην Τοσίτσα. Μπροστά σε ένα κωλόμπαρο. Θα μας φυλάνε το όχημα οι συναγερμοί και τα κυριολεκτικά άγρυπνα βλέμματα των θαμώνων. Κάτι κοιλαράδων που ξερογλείφονται μπροστά στην αλλοδαπή μπαργούμαν. Εμείς δεν είμαστε τριτοκοσμικοί να έχουμε πεντέξι γυναίκες. Είμαστε μονογαμικά τζάνκια του ξενοπηδάν. Πιο κάτω, στον ίδιο δρόμο, ανάμεσα στο Μουσείο και το Πολυτεχνείο, ανάμεσα στο τότε και το αύριο, τρία τζάνκια έχουν ήδη ετοιμάσει τη ζουζού. Ο ψηλός σαρανταφεύγα καθησμένος στο διάζωμα με το μπρατσο γυμνό, γροθιά την παλάμη λέει με μια φωνή που θυμίζει σκληρό πορνό «τώρα, αχ, τώρα μπαίνω, αχ». Γυρνάω και κοιτάω. Έχει καρφωσει τη σύριγγα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Εδώ τα καλά πρεζόνια.
Φτάνω Πατησίων διασχίζοντας ένα μπουλουκι μεταναστών. Αυτο δεν ειναι τρικοσμικό. Ανάπτυξη χωρίς φθηνά εργατικά χέρια δεν υφίσταται. Είμαι στο φουαγιέ του Θεάτρου Άλφα. Διαβάζω αποκόμματα εφημερίδων που χρονολογούνται στη Χούντα. Καταγγελίες και συλλήψεις για τους θιάσους του Στέφανου Ληναίου και Έλλης Φωτίου. Αν άφηναν τη δικτατορία να κάνει τη δουλειά της, θα είχαμε κι εμείς ένα οικονομικό θαύμα να διηγούμαστε, εκτός από της Μεγαλοχαρης, τα αμφιλεγόμενα. Βγαίνω έξω. Κοιτάζω την πύλη του Πολυτεχνείου. Να πεθαίνεις για μια ιδέα. Αυτό κι αν είναι τριτοκοσμικό. Να σε λιώνουν οι αλυσίδες του τανκ. Αίματα, ουρλιαχτά, κακό. Κάθομαι στην πρώτη σειρά. Γελάω με την καρδιά μου με τη Φωτίου. Βγαίνει στη σκηνή ο Ληναιος. Δακρύζω με αιτία. Όχι σαν τη Μεγαλόχαρη. Μετά θα πω σε φίλο εκστασιασμένη για την παράσταση και θα βρει μπανάλ το δίδυμο των μεγάλων ηθοποιών. Ό,τι παλιώνει είναι για πέταμα. Δε φοράς τα ίδια παπούτσια τρίτη σαιζόν. Είναι τριτοκοσμικό. Γιατί να συνεχιζεις να βλέπεις το Ληναίο; Είναι τόσο πασσέ. Γελάω, παρακαλάω να μην τελειώσει η παράσταση που τη βλέπω θολά μ' αυτό το αγενές δάκρυ που ήρθε και κάθησε μπροστά μου. Είμαι ευτυχισμένη. Καθόλου κουλ. Αυτό είναι τριτοκοσμικό.
Την επόμενη μέρα θα κατέβω από το μετρό στους Αμπελοκήπους, μια εξαιρετικά επιτυχή ονομασία της περιοχής, όπου μόνο με τρελή δόση ηρωίνης μπορείς να δεις κήπους κι αμπελώνες. Θα κατευθυνθώ προς το νοσοκομείο των γυναικών. Θα διασχίσω δυο διαδοχικά μπουλουκια ολοστρόγγυλων καλογριών που μου προτάσσουν κομποσκοίνια μες στα μούτρα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Είναι μπαζάρ πίστης από μαζορέτες της δισκοποτηρούχου εκκλησίας. Θα μπω στο Δημόσιο νοσοκομείο και θα ξέρω πως κάθε μαιευτήρας εδώ μέσα πληρώνεται απ' τον φόρο μου αλλά έχει εξτρα ταρίφα για κάθε περίπτωση. 1000 ο φυσιολογικός τοκετός, 1500 η καισαρική. Αν δε θες να πληρώσεις, μπορείς. Απλώς θα σε μεταχειριστουν like a piece of shit. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Έχεις ελευθερία επιλογής. Λεφτά δεν έχεις. Αλλά ελευθερία έχεις.
Μετά θα μπω σε κάτι άθλια εξεταστήρια, με έπιπλα του '50, εξοπλισμό αρχαίο. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Τριτοκοσμικό είναι να πεις στο γιατρό πως είναι αλήτης του κερατά. Να βρίσεις τις κλώσσες πίσω από το γκισέ που σε έχουν κάνει μπαλάκι του τένις επειδή είναι άσχετες και δε δίνουν δεκάρα για σένα που τις συντηρείς. Να ρίξεις κανένα μπινελίκι στις καλόγριες που σου πουλάνε πίστη. Να κλαις για τά πρεζόνια, τον ανάπηρο, είναι τριτοσκομικό. Να συγκίνεισαι με τον παλιό ηθοποιό, είναι. Να μη πληρώνεις εισιτήριο στο μετρό από προχτές που έγινε κίνημα και το παίζουμε στο YouTube, στο Twitter, στο Wordpress και στο facebook, δεν είναι πια τριτοκοσμικό.
Τριτοκοσμική είναι η εικόνα των μεταναστών που νομικά είναι λαθραίοι, λες και είναι κανένας άνθρωπος λαθραιος στη Γη, λες και δεν είμαστε όλοι λαθραίοι στη ζωή. Που κατέλαβαν το κτίριο το οποίο στεγάζει το στολίδι απασών των επιστημών. Τη Νομική με τα υπέροχα κτίρια που λαμποκοπούν από καθαριότητα, με τους αγνούς ιδεολόγους στις κομματικές παρατάξεις, με τους εξαίρετους επιστήμονες αμέμπτου ηθικής στις πανεπιστημιακές έδρες, τις σύγχρονες βιβλιοθήκες και προγράμματα σπουδών και βέβαια τους φερέλπιδες απόφοιτους που θα σταδιοδρομήσουν διδάσκοντας αγωγή του πολίτη σε κανένα νυχτερινό Λύκειο με παιδαγωγική κατάρτιση εξπρές και διαγωνισμούς ΑΣΕΠ πολλές φορές. Εκεί που ενώνεται ο τρίτος κόσμος με το νομικό πολιτισμό γράφονται τα καλύτερα ποιήματα. Όμως δεν είναι τόσο γελοίο, τόσο μπανάλ, τόσο τριτοκοσμικό να μιλάμε για ποίηση οταν υπάρχουν όροι όπως η αναδιάρθρωση του χρέους, το μνημόνιο, η τρόικα, τα spreads, οι συγχωνεύσεις κι οι περικοπές; Η οικονομική κρίση θα περάσει. Η κρίση μας, αυτή που στρεβλώθηκε για τα καλά, βλέποντας τον εχθρό για όνειρο, και τον ανήμπορο για εχθρό, δε θα περάσει. Το όνειρό μας για τη μεζονέτα και το χλιδάτο αμάξι είναι ο εχθρός· δεν ήταν και δε θα' ναι ο καταληψίας της Νομικής, ο παραλής της λεωφόρου, το τζανκι του παράδρομου. Αυτός ίσως να μη μπορεί, ίσως και να μην θέλει να μας κλέψει. Ο άλλος όμως; Αυτός που σαν κρίση θα περάσει και σαν εχθρός θα μείνει, ήδη μας έχει κλέψει τις ζωές, το χρόνο και την αξιοπρέπειά μας. Σε εποχές που είναι πασσέ η ποίηση λογαριάζέ τα όλα κλεμμένα. Και πες με τριτοκοσμική.
Κατεβαίνω την Πανεπιστημίου με το καινούργιο γιαπωνέζικο όχημά μου. Έχει ένα κουμπάκι στην πόρτα του οδηγού που κλειδώνει αυτόματα όλες τις πόρτες εσωτερικά. Είναι Τρίτη βράδυ αλλά έχουμε πήξει στην κίνηση. Ανάμεσα στα φρακαρισμένα οχήματα, κάποια υποθηκευμενα στις τράπεζες κι άλλα, όπως το παραπλήσιο διθέσιο με την ξανθιά μπροστά και το κανίς πίσω, χρυσοπληρωμενα και εξοφλημένα. Ασφαλώς. Ανάμεσα στα ΙΧ κινείται ένας άντρας στο φυζίκ του Τζεφιρελικού Χριστού, σε αναπηρικό καρότσι. Μας πλησιάζει. Ο άντρας μου, που έχει ένα ιεροποστολικό φυζίκ, πατάει το αυτόματο κλείδωμα. Δεν τον κατηγορώ. Όχι μόνο γιατί τον αγαπώ αλλά γιατί κι εγώ έτσι θα εκανα. Ίσως. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Να κλειδωνεσαι κι απ' τους ανήμπορους ακόμα. Προπάντων αυτούς. Γιατί αργούν οι Ιάπωνες να κατασκευάσουν ένα εσωτερικό αυτόματο κλείδωμα για τις ψυχές μας; Αργούν γιατί ξέρουν πως δε θα πουλήσει. Τα καταφέρνουμε καλά και μόνοι μας.
Παρκάρουμε στην Τοσίτσα. Μπροστά σε ένα κωλόμπαρο. Θα μας φυλάνε το όχημα οι συναγερμοί και τα κυριολεκτικά άγρυπνα βλέμματα των θαμώνων. Κάτι κοιλαράδων που ξερογλείφονται μπροστά στην αλλοδαπή μπαργούμαν. Εμείς δεν είμαστε τριτοκοσμικοί να έχουμε πεντέξι γυναίκες. Είμαστε μονογαμικά τζάνκια του ξενοπηδάν. Πιο κάτω, στον ίδιο δρόμο, ανάμεσα στο Μουσείο και το Πολυτεχνείο, ανάμεσα στο τότε και το αύριο, τρία τζάνκια έχουν ήδη ετοιμάσει τη ζουζού. Ο ψηλός σαρανταφεύγα καθησμένος στο διάζωμα με το μπρατσο γυμνό, γροθιά την παλάμη λέει με μια φωνή που θυμίζει σκληρό πορνό «τώρα, αχ, τώρα μπαίνω, αχ». Γυρνάω και κοιτάω. Έχει καρφωσει τη σύριγγα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Εδώ τα καλά πρεζόνια.
Φτάνω Πατησίων διασχίζοντας ένα μπουλουκι μεταναστών. Αυτο δεν ειναι τρικοσμικό. Ανάπτυξη χωρίς φθηνά εργατικά χέρια δεν υφίσταται. Είμαι στο φουαγιέ του Θεάτρου Άλφα. Διαβάζω αποκόμματα εφημερίδων που χρονολογούνται στη Χούντα. Καταγγελίες και συλλήψεις για τους θιάσους του Στέφανου Ληναίου και Έλλης Φωτίου. Αν άφηναν τη δικτατορία να κάνει τη δουλειά της, θα είχαμε κι εμείς ένα οικονομικό θαύμα να διηγούμαστε, εκτός από της Μεγαλοχαρης, τα αμφιλεγόμενα. Βγαίνω έξω. Κοιτάζω την πύλη του Πολυτεχνείου. Να πεθαίνεις για μια ιδέα. Αυτό κι αν είναι τριτοκοσμικό. Να σε λιώνουν οι αλυσίδες του τανκ. Αίματα, ουρλιαχτά, κακό. Κάθομαι στην πρώτη σειρά. Γελάω με την καρδιά μου με τη Φωτίου. Βγαίνει στη σκηνή ο Ληναιος. Δακρύζω με αιτία. Όχι σαν τη Μεγαλόχαρη. Μετά θα πω σε φίλο εκστασιασμένη για την παράσταση και θα βρει μπανάλ το δίδυμο των μεγάλων ηθοποιών. Ό,τι παλιώνει είναι για πέταμα. Δε φοράς τα ίδια παπούτσια τρίτη σαιζόν. Είναι τριτοκοσμικό. Γιατί να συνεχιζεις να βλέπεις το Ληναίο; Είναι τόσο πασσέ. Γελάω, παρακαλάω να μην τελειώσει η παράσταση που τη βλέπω θολά μ' αυτό το αγενές δάκρυ που ήρθε και κάθησε μπροστά μου. Είμαι ευτυχισμένη. Καθόλου κουλ. Αυτό είναι τριτοκοσμικό.
Την επόμενη μέρα θα κατέβω από το μετρό στους Αμπελοκήπους, μια εξαιρετικά επιτυχή ονομασία της περιοχής, όπου μόνο με τρελή δόση ηρωίνης μπορείς να δεις κήπους κι αμπελώνες. Θα κατευθυνθώ προς το νοσοκομείο των γυναικών. Θα διασχίσω δυο διαδοχικά μπουλουκια ολοστρόγγυλων καλογριών που μου προτάσσουν κομποσκοίνια μες στα μούτρα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Είναι μπαζάρ πίστης από μαζορέτες της δισκοποτηρούχου εκκλησίας. Θα μπω στο Δημόσιο νοσοκομείο και θα ξέρω πως κάθε μαιευτήρας εδώ μέσα πληρώνεται απ' τον φόρο μου αλλά έχει εξτρα ταρίφα για κάθε περίπτωση. 1000 ο φυσιολογικός τοκετός, 1500 η καισαρική. Αν δε θες να πληρώσεις, μπορείς. Απλώς θα σε μεταχειριστουν like a piece of shit. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Έχεις ελευθερία επιλογής. Λεφτά δεν έχεις. Αλλά ελευθερία έχεις.
Μετά θα μπω σε κάτι άθλια εξεταστήρια, με έπιπλα του '50, εξοπλισμό αρχαίο. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Τριτοκοσμικό είναι να πεις στο γιατρό πως είναι αλήτης του κερατά. Να βρίσεις τις κλώσσες πίσω από το γκισέ που σε έχουν κάνει μπαλάκι του τένις επειδή είναι άσχετες και δε δίνουν δεκάρα για σένα που τις συντηρείς. Να ρίξεις κανένα μπινελίκι στις καλόγριες που σου πουλάνε πίστη. Να κλαις για τά πρεζόνια, τον ανάπηρο, είναι τριτοσκομικό. Να συγκίνεισαι με τον παλιό ηθοποιό, είναι. Να μη πληρώνεις εισιτήριο στο μετρό από προχτές που έγινε κίνημα και το παίζουμε στο YouTube, στο Twitter, στο Wordpress και στο facebook, δεν είναι πια τριτοκοσμικό.
Τριτοκοσμική είναι η εικόνα των μεταναστών που νομικά είναι λαθραίοι, λες και είναι κανένας άνθρωπος λαθραιος στη Γη, λες και δεν είμαστε όλοι λαθραίοι στη ζωή. Που κατέλαβαν το κτίριο το οποίο στεγάζει το στολίδι απασών των επιστημών. Τη Νομική με τα υπέροχα κτίρια που λαμποκοπούν από καθαριότητα, με τους αγνούς ιδεολόγους στις κομματικές παρατάξεις, με τους εξαίρετους επιστήμονες αμέμπτου ηθικής στις πανεπιστημιακές έδρες, τις σύγχρονες βιβλιοθήκες και προγράμματα σπουδών και βέβαια τους φερέλπιδες απόφοιτους που θα σταδιοδρομήσουν διδάσκοντας αγωγή του πολίτη σε κανένα νυχτερινό Λύκειο με παιδαγωγική κατάρτιση εξπρές και διαγωνισμούς ΑΣΕΠ πολλές φορές. Εκεί που ενώνεται ο τρίτος κόσμος με το νομικό πολιτισμό γράφονται τα καλύτερα ποιήματα. Όμως δεν είναι τόσο γελοίο, τόσο μπανάλ, τόσο τριτοκοσμικό να μιλάμε για ποίηση οταν υπάρχουν όροι όπως η αναδιάρθρωση του χρέους, το μνημόνιο, η τρόικα, τα spreads, οι συγχωνεύσεις κι οι περικοπές; Η οικονομική κρίση θα περάσει. Η κρίση μας, αυτή που στρεβλώθηκε για τα καλά, βλέποντας τον εχθρό για όνειρο, και τον ανήμπορο για εχθρό, δε θα περάσει. Το όνειρό μας για τη μεζονέτα και το χλιδάτο αμάξι είναι ο εχθρός· δεν ήταν και δε θα' ναι ο καταληψίας της Νομικής, ο παραλής της λεωφόρου, το τζανκι του παράδρομου. Αυτός ίσως να μη μπορεί, ίσως και να μην θέλει να μας κλέψει. Ο άλλος όμως; Αυτός που σαν κρίση θα περάσει και σαν εχθρός θα μείνει, ήδη μας έχει κλέψει τις ζωές, το χρόνο και την αξιοπρέπειά μας. Σε εποχές που είναι πασσέ η ποίηση λογαριάζέ τα όλα κλεμμένα. Και πες με τριτοκοσμική.
9/9/10
ρε λες;
Φροντίζω ανελλιπώς για κείνη και ανηλεώς για μένα τη θυγατέρα
γράφω εκτενές ερευνητικό πρωτόκολλο στα αγγλικά
καταθέτω ακαδημαϊκό άρθρο σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό
φτιάχνω παστίτσιο μούρλια
τρίβω με σαπουνάδα τα πλακάκια στο κανούργιο σπίτι
ετοιμάζω μετακόμιση
τσατώνομαι με τους φίλους μου
ψιλοδιαβάζω τα νέα online
διορθώνω πτυχιακές
και μέσα σ' όλα
το φιλοσοφώ:
Ρε λες να μην υπάρχω;
Λες;
γράφω εκτενές ερευνητικό πρωτόκολλο στα αγγλικά
καταθέτω ακαδημαϊκό άρθρο σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό
φτιάχνω παστίτσιο μούρλια
τρίβω με σαπουνάδα τα πλακάκια στο κανούργιο σπίτι
ετοιμάζω μετακόμιση
τσατώνομαι με τους φίλους μου
ψιλοδιαβάζω τα νέα online
διορθώνω πτυχιακές
και μέσα σ' όλα
το φιλοσοφώ:
Ρε λες να μην υπάρχω;
Λες;
27/8/10
το μπλογκ της μαμάς
Χτες, κάτι κοιτούσα στο blog μου, που πια έχω αφήσει να μαραθεί σχεδόν. Πού' ναι ο καιρός που ασχολιόμουν με μεράκι με τον κήπο μου...Του κανενός τον κήπο που είχε πει κάποιος αγαπημένος. Αλλά να, χτες την είχα στην ποδιά μου και σκαλίζαμε κάτι. Και εκείνη ήθελε να της βάλω το ακαντού, το μπιγκ γουόλ και το καμάον-καμάον αλλά της ζήτησα να κάνει υπομονή ώσπου να βρω κάτι. Και πώς μου ήρθε και της είπα κάποια στιγμή "αυτό είναι το μπλογκ της μαμάς", 23 μηνών νιάνιαρο. Μετά περιηγήθηκα λίγο ακόμα στον κήπο μου και έκλεισα το tab, γιατί δεν αντέχω να το βλέπω πολύ, πια.
Σήμερα το ξανάνοιξα και εκείνη δεν ήταν στην αγκαλιά μου. Αλλά το κεφαλάκι της που φτάνει ως την επιφάνεια του τραπεζιού είδε πως είχα μπει εδώ χάμω. Και ούτε καν στην κεντρική σελίδα αλλά στα σχόλια. Και μου λέει: "το μπλογκ της μαμάς είναι αυτό". Αυτό.
Σήμερα το ξανάνοιξα και εκείνη δεν ήταν στην αγκαλιά μου. Αλλά το κεφαλάκι της που φτάνει ως την επιφάνεια του τραπεζιού είδε πως είχα μπει εδώ χάμω. Και ούτε καν στην κεντρική σελίδα αλλά στα σχόλια. Και μου λέει: "το μπλογκ της μαμάς είναι αυτό". Αυτό.
2/7/10
καλοτάξιδο
Μου λέει "καλορίζικο" ο ένας, "καλοτάξιδο" η άλλη και εγώ συγκινούμαι.
Όταν μου ευχήθηκε η μάνα μου από το τηλέφωνο συγκινήθηκα γιατί ήμουν το κοριτσάκι της, όπως είναι για μένα σήμερα αυτό το τυπάκι που σουλατσάρει στο σπίτι ξυπόλητο, αλλά μεγάλωσε το κοριτσάκι της και απέκτησε το πρώτο του όχημα, όπως μια μέρα θα μεγαλώσει και η τοσοδούλα μου και θα οδηγεί και θα είναι μεγάλη σαν εμένα, κι αυτό με γονατίζει από συγκίνηση προκαταβολικά. Γιατί, αυτά που συνιστούν τα μικροαστικά μας όνειρα είναι φτιαγμένα από ορόσημα όπως αγορά πρώτης κατοικίας, αγορά ΙΧ, γάμος, γέννηση παιδιού, αγορά μωρουδιακών κλπ. Δε συγκινούμαι δηλαδή ιδιαίτερα όταν τη σκέφτομαι να μη φοράει ούτε καν την πάνα της και να κάνει γυμνισμό στη νότια Κρήτη, όταν θα καπνίζει το πρώτο της τσιγάρο ή θα έχει το πρώτο της γερό μεθύσι. Πού υπήρξαν καταστάσεις μακράν πιο συγκινητικές στη δική μου τη ζωή, παρά που πήρα καινούργιο αυτοκινήτο. Αλλά τα ορόσημα του μικροαστικού ονείρου παίζονται σε κάθε περίσταση, τόσο συχνά που προκαλούν εθισμό. Όμως επειδή είναι ένας εθισμός ευλογημένος από κάθε μορφής ζωοκλέφτη (είναι αυτός που σου κλέβει τη ζωή), δλδ απ΄τον δάσκαλο, τον παπά, το διαφημιστή, το δημοσιογράφο, τον έμπορα, τον συγγενή, τον γείτονα κλπ δεν είναι εθισμός αλλά θεμέλιος λίθος.
Όταν μου ευχήθηκε ένας φίλος στο chat συγκινήθηκα γιατί η μητρική μου γλώσσα έχει μια γλύκα για κάθε αδυναμία της. Καλοτάξιδο, καλορίζικο και δε ξέρω τι άλλες λέξεις έχουν επινοηθεί μόνο για να ευχηθούν στον οδηγό να μην πάθει ατύχημα ουσιαστικά. Δε φαντάζομαι πως ο λεξιπλάστης είχε στο νου του να μη σου παθαίνουν ζημιές τα ηλεκτρικά παράθυρα και να μην κάνει θόρυβο η εξάτμιση. Η οριακή ύπαρξη κράτους πρόνοιας αντισταθμίζεται με ευχολόγια, κατά κάποιο τρόπο. Κι ενώ αυτό μου θυμίζει πρωτόγονες κοινωνίες, μόνο που δε χύνουμε κανένα κουβά αίμα αρνιού στο μεταλλικό χρώμα για μη μας συμβεί το κακό, και ως τέτοιο με ενοχλεί, σε φάση το ΔΝΤ μας έλειπε, ωστόσο υπάρχει η σύγκριση με τη τσιγκούνα την Μεγάλη Βρετανία και με ξανασυγκινεί το εύχεσθαι υπέρ πάντων. Που δεν έχουν ένα μπον απετίτ οι καρμίρηδες, ένα μπον βοαγιάζ να πουν. Για να μην πω τα δικά μας, καλή όρεξη και καλό ταξίδι, και φανούν τριτοκοσμικά. Που έχεις γενέθλια, διάολε σαν σήμερα γεννήθηκες, κάτι είναι αυτό, σε συγκινεί, σου προκαλεί μελαγχολία, χαρά, δε ξέρω τι, κάτι σου κάνει και σου λένε μόνο ένα "ευτυχισμένα γενέθλια". Χέστηκα για το αν θα' ναι καλά τα φετινά γενέθλια. Μπορείς να μου πεις πολύχρονη, χρόνια πολλά, να ζήσω μέχρι το τέλος του γνωστού και άγνωστου κόσμου; Μπορείς να ευχηθείς κάτι πιο βαθύ απ' το αν θα περάσω χαρούμενα γενέθλια με κωνοειδή καπελάκια και τουρτίτσες; Μεγάλωσα και σκασίλα μου αν είναι χαρούμενα τα γενέθλιά μου, μεγάλωσα και θέλω να γίνω μεγάλη με άσπρα μαλλιά, παντού να σκορπίζω της γνώσης το φως και τα ρέστα. Μπορείς να μου το τραγουδήσεις αντί να μου λες δεκαπέντε φορές τον ίδιο ανεμπνευστο στίχο "happy birthday to you"; Γι' αυτό, επειδή εδώ αντί για best regards λέμε "να' σαι καλά", γι' αυτό ξαναγύρισα στην Ελλάδα. Πες πες πες, κάτι θα μείνει, που λέμε.
Ξεσκιστείτε στις ευχές φίλοι μου. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.
Όταν μου ευχήθηκε η μάνα μου από το τηλέφωνο συγκινήθηκα γιατί ήμουν το κοριτσάκι της, όπως είναι για μένα σήμερα αυτό το τυπάκι που σουλατσάρει στο σπίτι ξυπόλητο, αλλά μεγάλωσε το κοριτσάκι της και απέκτησε το πρώτο του όχημα, όπως μια μέρα θα μεγαλώσει και η τοσοδούλα μου και θα οδηγεί και θα είναι μεγάλη σαν εμένα, κι αυτό με γονατίζει από συγκίνηση προκαταβολικά. Γιατί, αυτά που συνιστούν τα μικροαστικά μας όνειρα είναι φτιαγμένα από ορόσημα όπως αγορά πρώτης κατοικίας, αγορά ΙΧ, γάμος, γέννηση παιδιού, αγορά μωρουδιακών κλπ. Δε συγκινούμαι δηλαδή ιδιαίτερα όταν τη σκέφτομαι να μη φοράει ούτε καν την πάνα της και να κάνει γυμνισμό στη νότια Κρήτη, όταν θα καπνίζει το πρώτο της τσιγάρο ή θα έχει το πρώτο της γερό μεθύσι. Πού υπήρξαν καταστάσεις μακράν πιο συγκινητικές στη δική μου τη ζωή, παρά που πήρα καινούργιο αυτοκινήτο. Αλλά τα ορόσημα του μικροαστικού ονείρου παίζονται σε κάθε περίσταση, τόσο συχνά που προκαλούν εθισμό. Όμως επειδή είναι ένας εθισμός ευλογημένος από κάθε μορφής ζωοκλέφτη (είναι αυτός που σου κλέβει τη ζωή), δλδ απ΄τον δάσκαλο, τον παπά, το διαφημιστή, το δημοσιογράφο, τον έμπορα, τον συγγενή, τον γείτονα κλπ δεν είναι εθισμός αλλά θεμέλιος λίθος.
Όταν μου ευχήθηκε ένας φίλος στο chat συγκινήθηκα γιατί η μητρική μου γλώσσα έχει μια γλύκα για κάθε αδυναμία της. Καλοτάξιδο, καλορίζικο και δε ξέρω τι άλλες λέξεις έχουν επινοηθεί μόνο για να ευχηθούν στον οδηγό να μην πάθει ατύχημα ουσιαστικά. Δε φαντάζομαι πως ο λεξιπλάστης είχε στο νου του να μη σου παθαίνουν ζημιές τα ηλεκτρικά παράθυρα και να μην κάνει θόρυβο η εξάτμιση. Η οριακή ύπαρξη κράτους πρόνοιας αντισταθμίζεται με ευχολόγια, κατά κάποιο τρόπο. Κι ενώ αυτό μου θυμίζει πρωτόγονες κοινωνίες, μόνο που δε χύνουμε κανένα κουβά αίμα αρνιού στο μεταλλικό χρώμα για μη μας συμβεί το κακό, και ως τέτοιο με ενοχλεί, σε φάση το ΔΝΤ μας έλειπε, ωστόσο υπάρχει η σύγκριση με τη τσιγκούνα την Μεγάλη Βρετανία και με ξανασυγκινεί το εύχεσθαι υπέρ πάντων. Που δεν έχουν ένα μπον απετίτ οι καρμίρηδες, ένα μπον βοαγιάζ να πουν. Για να μην πω τα δικά μας, καλή όρεξη και καλό ταξίδι, και φανούν τριτοκοσμικά. Που έχεις γενέθλια, διάολε σαν σήμερα γεννήθηκες, κάτι είναι αυτό, σε συγκινεί, σου προκαλεί μελαγχολία, χαρά, δε ξέρω τι, κάτι σου κάνει και σου λένε μόνο ένα "ευτυχισμένα γενέθλια". Χέστηκα για το αν θα' ναι καλά τα φετινά γενέθλια. Μπορείς να μου πεις πολύχρονη, χρόνια πολλά, να ζήσω μέχρι το τέλος του γνωστού και άγνωστου κόσμου; Μπορείς να ευχηθείς κάτι πιο βαθύ απ' το αν θα περάσω χαρούμενα γενέθλια με κωνοειδή καπελάκια και τουρτίτσες; Μεγάλωσα και σκασίλα μου αν είναι χαρούμενα τα γενέθλιά μου, μεγάλωσα και θέλω να γίνω μεγάλη με άσπρα μαλλιά, παντού να σκορπίζω της γνώσης το φως και τα ρέστα. Μπορείς να μου το τραγουδήσεις αντί να μου λες δεκαπέντε φορές τον ίδιο ανεμπνευστο στίχο "happy birthday to you"; Γι' αυτό, επειδή εδώ αντί για best regards λέμε "να' σαι καλά", γι' αυτό ξαναγύρισα στην Ελλάδα. Πες πες πες, κάτι θα μείνει, που λέμε.
Ξεσκιστείτε στις ευχές φίλοι μου. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.
28/5/10
mayday...maybe
Ζούσαν σε ένα σπίτι με κεραμύδια κάπου στο βορειοανατολικό Λονδίνο. Ξύλινα φθαρμένα παράθυρα, μια μικροσκοπική μπλε ξύλινη πόρτα, χαλιά σε όλα τα ξύλινα πατώματα, ξύλινη εσωτερική σκάλα. Παραμυθένιο. Έτσι μου έμοιαζε, αφού τα παραμύθια με τα οποία μεγάλωσα κι εγώ, είναι γραμμένα από παραμυθάδες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης, όπου το μπετόν δε ρήμαξε τις κατοικίες τους και όπου η βροχή φρόντισε για πελώρια δέντρα μέσα από τα οποία μπορούν να ξετρυπώνουν νεράιδες και ξωτικά. Ένα τέτοιο έβλεπες από τα παράθυρα της πρόσοψης.
Στο καθιστικό ήταν αραγμένες κάτι μαξιλάρες στα χρώματα του κυπαρισσί και του μπορντώ, που σου' κλειναν το μάτι και σου έλεγαν: έλα, σε εμένα. Ήταν και κάτι ριχτάρια στους καναπέδες που μύριζαν στικάκια ινδικά και σέρνονταν στο πάτωμα με ύφος και μυστήριο, όπως ηρωίδα σε ταινία του Νίκου Νικολαϊδη. Στον έναν τοίχο ήταν γραμμένες ατάκες φίλων που πέρασαν απ' αυτό το πολύ φιλόξενο σπίτι. Στον άλλο τοίχο δε θυμάμαι τι ήταν, κάποιο πόστερ του Μοντιλιάνι, ή μπορεί και ένα στεφάνι από αποξηραμένα λουλούδια πλάι σ' ένα ψάθινο καπέλο. Κάτι τέτοιο ωραίο θα' ταν.
Στην κουζίνα που' χε βεραμάν πλακάκια με αυτοκόλλητα αγγελάκια και μεγάλη τζαμαρία που' βλεπε στην πίσω αυλή, ήταν παρκαρισμένα δυο ποδήλατα. Στον πάγκο είχε ψωμί και στο νεροχύτη πλάι κακτάκια σε κίτρινες και κόκκινες γλαστρούλες. Στο ψυγείο είχε γαλακτομπούρεκο με φύλλο αγορασμένο από το μπακάλικο του κούρδου. Στην αυλή είχε κάρβουνα και μια σχάρα μπάρμπεκιου. Είχε και βασιλικούς.
Όταν βλέπαμε ταινία στο σπίτι τους, ο φίλος μας έφτιαχνε ποπ-κόρν με βούτυρο και αλάτι. Μας τα πρόσφερε σε αυτοσχέδια χωνάκια με κόλλες άλφα τέσσερα και μας έφτιαχνε καϊπιρίνιες με lime αν είχαμε δει μια στάλα ήλιο κατά τη διάρκεια της μέρας ή ζεστό κόκκινο κρασί με γαρύφαλλο, κανέλα κι ίσως άλλα κρυφά μυρωδικά για τον αιώνιο βρετανικό χειμώνα. Το βράδυ ξεμέναμε στο σπίτι του και κοιμόμασταν ευτυχισμένοι όπως οι καλοί στα παραμύθια.
Το πρωί είχε σταφιδόψωμα και έβρισκες καφέ σε ρομαντικά κουτάκια. Ένα πρωινό μου έδωσε το ένα ποδήλατο, καβάλησε αυτός το άλλο. Μου ζήτησε να τον ακολουθήσω ως το κανάλι. Του είπα πως θα τον ακολουθήσω, αλλά πεζή. Και θα έπαιρνα το ποδήλατο παραμάσχαλα. Είχα να οδηγήσω ποδήλατο από παιδί. Θα έπεφτα, θα τράκαρα, θα τούμπαρα, θα, θα. Δεν ήξερα να ζω σαν αυτόν τον απένταρο βασιλιά. Αλλά ξεπέρασα τους φόβους και τις αναστολές μου και πήγαμε ποδηλατάδα στο κανάλι και μια άλλη βραδιά πήγαμε σε ένα άλλο κανάλι και τραγουδούσαμε και μια άλλη φορά ξετρύπωσε το πιο cult μπιλιαρδάδικο στο κέντρο και με άφησε να πίνω μπύρες με έναν παλαβιάρη γέρο και να κοιτάω τα πολύχρωμα λαμπιόνια στο μπαρ ενώ αυτός σκόραρε με την μαύρη μπίλια, και μια άλλη φορά κλαίγαμε από τα γέλια, μια άλλη φορά είχαμε ανέβει σε κάτι δέντρα και καπνίζαμε και μια άλλη φορά παίζαμε πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο και ακούγαμε Μάλαμα και μια άλλη φορά σκαρώναμε ένα σενάριο στους καναπέδες ενός ατμοσφαιρικού lounge cafe.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν πάντοτε μια φορά που ο πιο alternative bon viveur που είχα γνωρίσει μας έδειχνε τι θα πει la vita e bella. Και μετά έφυγα για λίγο καιρό από το Λονδίνο και όταν επέστρεψα ήταν τέλη Απρίλη. Έξω ήταν άνοιξη και μέσα στο μυαλό μου καταιγίδα. Δεν ήμουν καλά. Ήμουν θυμωμένη με πολλά και με πολλούς. Τον πήρα τηλέφωνο να δηλώσω την επιστροφή μου. Σε μερικές μέρες έξω θα ήταν Πρωτομαγιά αλλά και το ορθόδοξο Πάσχα. Την ίδια μέρα. Είχε πορεία με ποδήλατα. Του τηλεφώνησα για να του πω πως εγώ με τον καλό μου θα πάρουμε τα ποδήλατα και θα πάμε Angel για τη διαδήλωση. Αλλά όμως αυτός προτίμησε να γιορτάσει το Πάσχα. Θύμωσα και μαζί του. Θα πάτε και Εκκλησία το πρωί; τον ρώτησα. Τελικά μάλλον θα πέρασαν ωραία ψήνοντας παϊδάκια στον κήπο και κόβοντας χωριάτικες σαλάτες στην χαριτωμένη κουζίνα. Τελικά εμείς προτιμήσαμε να τιμήσουμε την Πρωτομαγιά από την Ανάσταση και περάσαμε σχεδόν χάλια.
Από εκείνη τη μέρα ένα τεράστιο ερωτηματικό υψώθηκε ανάμεσα σε εμένα και τον φίλο. Και κάπως τα καταφέραμε και χαθήκαμε. Πάνε πέντε χρόνια από τότε και δε ξέρω που μου 'παν τα πέντε στο θέμα φιλία. Όμως στο τέλος μόνο ένα έμεινε. Πως ζήσαμε εμείς καλά και εμείς καλύτερα.
Στο καθιστικό ήταν αραγμένες κάτι μαξιλάρες στα χρώματα του κυπαρισσί και του μπορντώ, που σου' κλειναν το μάτι και σου έλεγαν: έλα, σε εμένα. Ήταν και κάτι ριχτάρια στους καναπέδες που μύριζαν στικάκια ινδικά και σέρνονταν στο πάτωμα με ύφος και μυστήριο, όπως ηρωίδα σε ταινία του Νίκου Νικολαϊδη. Στον έναν τοίχο ήταν γραμμένες ατάκες φίλων που πέρασαν απ' αυτό το πολύ φιλόξενο σπίτι. Στον άλλο τοίχο δε θυμάμαι τι ήταν, κάποιο πόστερ του Μοντιλιάνι, ή μπορεί και ένα στεφάνι από αποξηραμένα λουλούδια πλάι σ' ένα ψάθινο καπέλο. Κάτι τέτοιο ωραίο θα' ταν.
Στην κουζίνα που' χε βεραμάν πλακάκια με αυτοκόλλητα αγγελάκια και μεγάλη τζαμαρία που' βλεπε στην πίσω αυλή, ήταν παρκαρισμένα δυο ποδήλατα. Στον πάγκο είχε ψωμί και στο νεροχύτη πλάι κακτάκια σε κίτρινες και κόκκινες γλαστρούλες. Στο ψυγείο είχε γαλακτομπούρεκο με φύλλο αγορασμένο από το μπακάλικο του κούρδου. Στην αυλή είχε κάρβουνα και μια σχάρα μπάρμπεκιου. Είχε και βασιλικούς.
Όταν βλέπαμε ταινία στο σπίτι τους, ο φίλος μας έφτιαχνε ποπ-κόρν με βούτυρο και αλάτι. Μας τα πρόσφερε σε αυτοσχέδια χωνάκια με κόλλες άλφα τέσσερα και μας έφτιαχνε καϊπιρίνιες με lime αν είχαμε δει μια στάλα ήλιο κατά τη διάρκεια της μέρας ή ζεστό κόκκινο κρασί με γαρύφαλλο, κανέλα κι ίσως άλλα κρυφά μυρωδικά για τον αιώνιο βρετανικό χειμώνα. Το βράδυ ξεμέναμε στο σπίτι του και κοιμόμασταν ευτυχισμένοι όπως οι καλοί στα παραμύθια.
Το πρωί είχε σταφιδόψωμα και έβρισκες καφέ σε ρομαντικά κουτάκια. Ένα πρωινό μου έδωσε το ένα ποδήλατο, καβάλησε αυτός το άλλο. Μου ζήτησε να τον ακολουθήσω ως το κανάλι. Του είπα πως θα τον ακολουθήσω, αλλά πεζή. Και θα έπαιρνα το ποδήλατο παραμάσχαλα. Είχα να οδηγήσω ποδήλατο από παιδί. Θα έπεφτα, θα τράκαρα, θα τούμπαρα, θα, θα. Δεν ήξερα να ζω σαν αυτόν τον απένταρο βασιλιά. Αλλά ξεπέρασα τους φόβους και τις αναστολές μου και πήγαμε ποδηλατάδα στο κανάλι και μια άλλη βραδιά πήγαμε σε ένα άλλο κανάλι και τραγουδούσαμε και μια άλλη φορά ξετρύπωσε το πιο cult μπιλιαρδάδικο στο κέντρο και με άφησε να πίνω μπύρες με έναν παλαβιάρη γέρο και να κοιτάω τα πολύχρωμα λαμπιόνια στο μπαρ ενώ αυτός σκόραρε με την μαύρη μπίλια, και μια άλλη φορά κλαίγαμε από τα γέλια, μια άλλη φορά είχαμε ανέβει σε κάτι δέντρα και καπνίζαμε και μια άλλη φορά παίζαμε πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο και ακούγαμε Μάλαμα και μια άλλη φορά σκαρώναμε ένα σενάριο στους καναπέδες ενός ατμοσφαιρικού lounge cafe.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν πάντοτε μια φορά που ο πιο alternative bon viveur που είχα γνωρίσει μας έδειχνε τι θα πει la vita e bella. Και μετά έφυγα για λίγο καιρό από το Λονδίνο και όταν επέστρεψα ήταν τέλη Απρίλη. Έξω ήταν άνοιξη και μέσα στο μυαλό μου καταιγίδα. Δεν ήμουν καλά. Ήμουν θυμωμένη με πολλά και με πολλούς. Τον πήρα τηλέφωνο να δηλώσω την επιστροφή μου. Σε μερικές μέρες έξω θα ήταν Πρωτομαγιά αλλά και το ορθόδοξο Πάσχα. Την ίδια μέρα. Είχε πορεία με ποδήλατα. Του τηλεφώνησα για να του πω πως εγώ με τον καλό μου θα πάρουμε τα ποδήλατα και θα πάμε Angel για τη διαδήλωση. Αλλά όμως αυτός προτίμησε να γιορτάσει το Πάσχα. Θύμωσα και μαζί του. Θα πάτε και Εκκλησία το πρωί; τον ρώτησα. Τελικά μάλλον θα πέρασαν ωραία ψήνοντας παϊδάκια στον κήπο και κόβοντας χωριάτικες σαλάτες στην χαριτωμένη κουζίνα. Τελικά εμείς προτιμήσαμε να τιμήσουμε την Πρωτομαγιά από την Ανάσταση και περάσαμε σχεδόν χάλια.
Από εκείνη τη μέρα ένα τεράστιο ερωτηματικό υψώθηκε ανάμεσα σε εμένα και τον φίλο. Και κάπως τα καταφέραμε και χαθήκαμε. Πάνε πέντε χρόνια από τότε και δε ξέρω που μου 'παν τα πέντε στο θέμα φιλία. Όμως στο τέλος μόνο ένα έμεινε. Πως ζήσαμε εμείς καλά και εμείς καλύτερα.
20/5/10
εντιμότατοι φίλοι μου
Δε βλέπω τηλεόραση γενικά. Τά' χουμε ξαναπεί αυτά. Δεν το κάνω από άποψη. Μάλλον πάσχω από κάποια μορφή επιληψίας που αν την έχεις δεν τη παλεύεις καθόλου να παριστάνεις τον τηλεθεατή για πολύ ώρα. Έτσι όμως, όποτε παρακολουθώ κάτι στην tv παθαίνω ό,τι και ο συμπρωταγωνιστής του Νάνι Μορέτι στο Caro diario (νομίζω): κολλάω.
Είχαν πάει οι δυο κουλτουριάρηδες φίλοι κάπου στο πουθενά για κάμπινγκ όπου φαινόταν να μην υπάρχει ψυχή ζώσα. Όμως αντίθετα με τους γελαδάρηδες στο Brokeback Mountain που οι δυο φίλοι είχαν φάει κόλλημα ο ένας με τον άλλο, ο φίλος του Μορέτι είχε κολλήσει με κάποια σαπουνόπερα εκείνη την περίοδο. Δε το είχε ομολογήσει (όπως και τα γκεόλια στο Brokeback mountain) μέχρι που διαπίστωσε πως στην αντίπερα όχθη του λόφου υπήρχε άνθρωπος. Ο φίλος του Μορέτι άρχισε, φωνάζοντας και με τον σχετικό αντίλαλο, να ρωτάει τον άνθρωπο της αντίπερα όχθης τι έγινε στα τελευταία επεισόδια του σήριαλ.
'Εβλεπα στη τηλεόραση προχτές μια συνέντευξη της Μαρίας Χαράμη που δε θυμάμαι τι ακριβώς έλεγε αλλά μιλούσε και για τη φιλία. Συγκινήθηκα και βούρκωσα. Ξαφνικά κατάλαβα πόσο πολύ έχω ξεκόψει από τους φίλους μου. Η τηλεόραση με υποβάλει τελικά. Θα την κόψω. Δε γίνεται να ζω στο βούρκο των δακρύων.
Μετά, το ίδιο βράδυ νομίζω διαπίστωσα πως έχω φτάσει αισίως το πεντακοσιοστό πρώτο ποστάκι και έναν φίλο δεν έχω κάνει μέσα από τα blogs. Ή μήπως έχω; Φοβάμαι πολύ την απομυθοποίηση που έρχεται όταν γνωρίζεις τον άλλο με σάρκα και οστά. Αλλά διαλέγεις: ή ζεις με το φόβο της απομυθοποίησης στην απομόνωση ή ζεις με την απομυθοποίηση με την ελπίδα της επανένταξης. Ναι, ήμουν τζάνκι της επικοινωνίας και πριν έρθει το διαδικτυο αυτό το κάλυπτα μέσα από τις πραγματικές επαφές με τους ανθρώπους. Μετά έγιναν διάφορα και ξέκοψα από όλους. Εδώ και πέντε χρόνια κόντεψα να γίνω Σοπενάουερ. Όχι στην ευφυία, όπως φαίνεται. Στην μισανθρωπία.
Προχτές πήγα σε μια συναυλία στην Αθήνα και συνάντησα τυχαία έναν πολύ αγαπημένο φίλο από τα χρόνια του Λονδίνου, πού' χα να τον δω 5 χρόνια. Ήταν ο πρώτος φίλος που έχασα έτσι ξαφνικά, για ψύλλου πήδημα. Μας πήδηξε ο ψύλλος. Κινδύνεψα να κάνω ψυχανάλυση και να ψάχνω ψύλλους στ' άχυρα. Όταν τον είδα ξαφνικά μπροστά μου, μου' ρθε να του σπάσω το κεφάλι και να τον αγκαλιάσω μέχρι σκασμού. Προφανώς και με πλήγωσε και μου έλειψε. Τελικά αρκέστηκα να χαμογελάω και να κοιτάω σα χαμένη.
Μετά το 501 έστειλα στη stassa ένα email με μία φωτογραφία από το "Εντιμότατοι φίλοι" μου. Που δε συνηθίζω την prive επικοινωνία. Αφού και στη stassa μια φορά ήθελα να γράψω γράμμα και το έκανα δημόσια. Την αγαπάω τη stassa γενικά επειδή τώρα που είμαι σε φάση λειψοφιλίας αυτή μετράει για δύο.

Και μου απαντάει:

Ακόμα όμως και ως Σοπενάουερ ξέρω να διαλέγω τους καλύτερους για φίλους. 'Αμα καμιά φορά πάτε για ψώνια φιλίας πάρτε μαζί. Ξέρω να σας πω μια γνώμη.
Είχαν πάει οι δυο κουλτουριάρηδες φίλοι κάπου στο πουθενά για κάμπινγκ όπου φαινόταν να μην υπάρχει ψυχή ζώσα. Όμως αντίθετα με τους γελαδάρηδες στο Brokeback Mountain που οι δυο φίλοι είχαν φάει κόλλημα ο ένας με τον άλλο, ο φίλος του Μορέτι είχε κολλήσει με κάποια σαπουνόπερα εκείνη την περίοδο. Δε το είχε ομολογήσει (όπως και τα γκεόλια στο Brokeback mountain) μέχρι που διαπίστωσε πως στην αντίπερα όχθη του λόφου υπήρχε άνθρωπος. Ο φίλος του Μορέτι άρχισε, φωνάζοντας και με τον σχετικό αντίλαλο, να ρωτάει τον άνθρωπο της αντίπερα όχθης τι έγινε στα τελευταία επεισόδια του σήριαλ.
'Εβλεπα στη τηλεόραση προχτές μια συνέντευξη της Μαρίας Χαράμη που δε θυμάμαι τι ακριβώς έλεγε αλλά μιλούσε και για τη φιλία. Συγκινήθηκα και βούρκωσα. Ξαφνικά κατάλαβα πόσο πολύ έχω ξεκόψει από τους φίλους μου. Η τηλεόραση με υποβάλει τελικά. Θα την κόψω. Δε γίνεται να ζω στο βούρκο των δακρύων.
Μετά, το ίδιο βράδυ νομίζω διαπίστωσα πως έχω φτάσει αισίως το πεντακοσιοστό πρώτο ποστάκι και έναν φίλο δεν έχω κάνει μέσα από τα blogs. Ή μήπως έχω; Φοβάμαι πολύ την απομυθοποίηση που έρχεται όταν γνωρίζεις τον άλλο με σάρκα και οστά. Αλλά διαλέγεις: ή ζεις με το φόβο της απομυθοποίησης στην απομόνωση ή ζεις με την απομυθοποίηση με την ελπίδα της επανένταξης. Ναι, ήμουν τζάνκι της επικοινωνίας και πριν έρθει το διαδικτυο αυτό το κάλυπτα μέσα από τις πραγματικές επαφές με τους ανθρώπους. Μετά έγιναν διάφορα και ξέκοψα από όλους. Εδώ και πέντε χρόνια κόντεψα να γίνω Σοπενάουερ. Όχι στην ευφυία, όπως φαίνεται. Στην μισανθρωπία.
Προχτές πήγα σε μια συναυλία στην Αθήνα και συνάντησα τυχαία έναν πολύ αγαπημένο φίλο από τα χρόνια του Λονδίνου, πού' χα να τον δω 5 χρόνια. Ήταν ο πρώτος φίλος που έχασα έτσι ξαφνικά, για ψύλλου πήδημα. Μας πήδηξε ο ψύλλος. Κινδύνεψα να κάνω ψυχανάλυση και να ψάχνω ψύλλους στ' άχυρα. Όταν τον είδα ξαφνικά μπροστά μου, μου' ρθε να του σπάσω το κεφάλι και να τον αγκαλιάσω μέχρι σκασμού. Προφανώς και με πλήγωσε και μου έλειψε. Τελικά αρκέστηκα να χαμογελάω και να κοιτάω σα χαμένη.
Μετά το 501 έστειλα στη stassa ένα email με μία φωτογραφία από το "Εντιμότατοι φίλοι" μου. Που δε συνηθίζω την prive επικοινωνία. Αφού και στη stassa μια φορά ήθελα να γράψω γράμμα και το έκανα δημόσια. Την αγαπάω τη stassa γενικά επειδή τώρα που είμαι σε φάση λειψοφιλίας αυτή μετράει για δύο.

Και μου απαντάει:

Ακόμα όμως και ως Σοπενάουερ ξέρω να διαλέγω τους καλύτερους για φίλους. 'Αμα καμιά φορά πάτε για ψώνια φιλίας πάρτε μαζί. Ξέρω να σας πω μια γνώμη.
17/2/10
έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Μεσημέρι Καθαρής Δευτέρας στου Φιλοπάππου. Αγκαλιά με ένα ελληνόπουλο ενάμιση έτους. Του δείχνουμε τον Παρθενώνα. "Τι είναι αυτό;"τη ρωτάμε. Ο Παρθενώνας της απαντάμε οι ίδιοι. Έπειτα τη ρωτάμε "πού είναι ο Παρθενώνας;" Μας τον δείχνει.
Περπατάμε στο λόφο. Οι μετανάστες πολλοί. Μάλλον περισσότεροι από τους ντόπιους. Περπατάω και ακούω τη διαβάτισσα της αντίθετης κατεύθυνσης "...και μετά λένε πως αν τους δώσουν δικαίωμα ψήφου θα γίνουν Έλληνες..." Παρακολουθώ αντίστροφα τη νοερή πορεία της υπαινικτικά διατυπωμένηες δυσοίωνης πρόβλεψης της ελληνίδας θείτσας: από το βλέμμα της στην πηγή του κακού. Οι μετανάστες τρώνε χοτ ντογκ και σουβλάκια την πρώτη μέρα της σαρακοστής. Σα δε ντρέπονται.
Απόγευμα Καθαρής Δευτέρας στην παραλία Γλυφάδας. Στην ποδιά μου το εδώ και ενάμιση χρόνο ελληνόπουλο. Την ταϊζω μοσχαράκι με λαχανικά και τη ρωτάω "πού είναι ο Παρθενώνας;" Κοιτάει τριγύρω και μου δείχνει την πολυκατοικία απέναντι, στη Ποσειδώνος.
Φέρνω στο νου μου τη γιγαντοαφίσσα της Μελίνας στη στάση Ακρόπολη του μετρό. Ο Ζυλ Ντασσέν ήταν πιο Έλληνας κι από την ίδια, είχε πει, μολονότι εκείνη πρέπει να είχε τερματίσει το ελληνόμετρο. Αφού γεννήθηκε Ελληνίδα και έζησε ως τέτοια.
Τελικά γεννιέσαι Έλληνας ή γίνεσαι; Γίνεται να γίνεσαι αν γεννιέσαι Πακιστανός μπασκλασαρία και δε γεννιέσαι Γάλλος αστός; Τελικά μαλάκας εθνικιστής γεννιέσαι ή γίνεσαι; Πάντως ότι γίνεσαι, γίνεσαι. Το κακό έχει παραγίνει. Κι ο Παρθενώνας δεν είναι παρά ένα κτίριο στο βάθος του ορίζοντα μας λέει το γεννημένο ελληνόπουλο.
Περπατάμε στο λόφο. Οι μετανάστες πολλοί. Μάλλον περισσότεροι από τους ντόπιους. Περπατάω και ακούω τη διαβάτισσα της αντίθετης κατεύθυνσης "...και μετά λένε πως αν τους δώσουν δικαίωμα ψήφου θα γίνουν Έλληνες..." Παρακολουθώ αντίστροφα τη νοερή πορεία της υπαινικτικά διατυπωμένηες δυσοίωνης πρόβλεψης της ελληνίδας θείτσας: από το βλέμμα της στην πηγή του κακού. Οι μετανάστες τρώνε χοτ ντογκ και σουβλάκια την πρώτη μέρα της σαρακοστής. Σα δε ντρέπονται.
Απόγευμα Καθαρής Δευτέρας στην παραλία Γλυφάδας. Στην ποδιά μου το εδώ και ενάμιση χρόνο ελληνόπουλο. Την ταϊζω μοσχαράκι με λαχανικά και τη ρωτάω "πού είναι ο Παρθενώνας;" Κοιτάει τριγύρω και μου δείχνει την πολυκατοικία απέναντι, στη Ποσειδώνος.
Φέρνω στο νου μου τη γιγαντοαφίσσα της Μελίνας στη στάση Ακρόπολη του μετρό. Ο Ζυλ Ντασσέν ήταν πιο Έλληνας κι από την ίδια, είχε πει, μολονότι εκείνη πρέπει να είχε τερματίσει το ελληνόμετρο. Αφού γεννήθηκε Ελληνίδα και έζησε ως τέτοια.
Τελικά γεννιέσαι Έλληνας ή γίνεσαι; Γίνεται να γίνεσαι αν γεννιέσαι Πακιστανός μπασκλασαρία και δε γεννιέσαι Γάλλος αστός; Τελικά μαλάκας εθνικιστής γεννιέσαι ή γίνεσαι; Πάντως ότι γίνεσαι, γίνεσαι. Το κακό έχει παραγίνει. Κι ο Παρθενώνας δεν είναι παρά ένα κτίριο στο βάθος του ορίζοντα μας λέει το γεννημένο ελληνόπουλο.
12/1/10
αποκτήνωση
Ο εγκέφαλός μου γίνεται ένας παχουλός και πλαδαρός κυριούλης. Ευγνωμονώ δε σύσσωμο το σύμπαν επειδή είναι ακόμα κύριός μου, έστω και με υποκοριστικά.
Το mind building είναι όμοιο του body building. Αν σταματήσεις απότομα την άσκηση θα ξεφουσκώσεις σα σαμπρέλα. Ευγνωμονώ δε σύσσωμο το σύμπαν επειδή ο κυριούλης μου κρύβεται ανάμεσα στο σύμπλεγμα των κρανιακών μου οστών και δεν είναι ορατή η κατιούσα του.
Είναι απλό. Πρώτα πέφτεις το βράδυ στο κρεβάτι εξοντωμένη από την πιο μαύρη και περιφρονημένη εργασία του κόσμου, τα οικιακά. Την άλλη μέρα λες θα εξοικονομήσω χρόνο από το μαγείρεμα, συμμάζεμα, ξεσκάτισμα, ντάντεμα και δε ξέρω τι άλλα, για να διαβάσω, να απομονωθώ, να γράψω κάτι. Όμως η άλλη μέρα δεν έρχεται.
Γιατί κανένα χέρι βοηθείας δεν εμφανίζεται μαγικά απ' το πουθενά, γιατί οι ενοχές σου δε σου επιτρέπουν να παρκάρεις μωρό παιδί σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, γιατί το φιλότιμό σου δε σου επιτρέπει να τρως και να ταϊζεις το σύντροφό σου ετοιματζίδικα, γιατί τα οικονομικά σου δε σου επιτρέπουν οικιακή βοηθό, γιατί η γυναικεία σου φιλαρέσκεια δε σου επιτρέπει να ρημάξεις ως θηλυκό.
Στη χρονική κρίση που βιώνω δεν υπάρχουν δάνεια. Μόνο περικοπές. Πρώτα κόπηκε η ποίηση - ποιος κατάκοπος διαβάζει ποίηματα. Έπειτα κόπηκε η λογοτεχνία -ποια νυσταγμένα βλέφαρα στέκονται προσοχή στην ανάγνωση. Μετά κόπηκαν τα blogs -ποια στερημένη χρόνου οντότητα πηδάει σα βατράχι από νούφαρο σε νούφαρο την αχανή μπλογκόσφαιρα. Κατόπιν κόπηκαν οι εφημερίδες -πια τίποτα. Δε σε σε νοιάζει αν σφάζονται στη Γάζα- λες πάντα σφάζονταν-, ούτε αν υλοτομείται ο Αμαζόνιος - λες πάντα καταστρέφουμε τη φύση για να χτίσουμε.
Πρώτα στερείσαι το χρόνο, έπειτα το εγκεφαλικό ερέθισμα, μετά την ευαισθησία σου και τέλος ό,τι υπήρξες. Αποκτηνώνεσαι αργά και σταθερά ώστε να είσαι πια σίγουρη πως ο ύψιστος σκοπός στη ζωή της γυναίκας είναι να αναπαράγει το είδος. Το είδος των αποκτηνωμένων.
Το mind building είναι όμοιο του body building. Αν σταματήσεις απότομα την άσκηση θα ξεφουσκώσεις σα σαμπρέλα. Ευγνωμονώ δε σύσσωμο το σύμπαν επειδή ο κυριούλης μου κρύβεται ανάμεσα στο σύμπλεγμα των κρανιακών μου οστών και δεν είναι ορατή η κατιούσα του.
Είναι απλό. Πρώτα πέφτεις το βράδυ στο κρεβάτι εξοντωμένη από την πιο μαύρη και περιφρονημένη εργασία του κόσμου, τα οικιακά. Την άλλη μέρα λες θα εξοικονομήσω χρόνο από το μαγείρεμα, συμμάζεμα, ξεσκάτισμα, ντάντεμα και δε ξέρω τι άλλα, για να διαβάσω, να απομονωθώ, να γράψω κάτι. Όμως η άλλη μέρα δεν έρχεται.
Γιατί κανένα χέρι βοηθείας δεν εμφανίζεται μαγικά απ' το πουθενά, γιατί οι ενοχές σου δε σου επιτρέπουν να παρκάρεις μωρό παιδί σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, γιατί το φιλότιμό σου δε σου επιτρέπει να τρως και να ταϊζεις το σύντροφό σου ετοιματζίδικα, γιατί τα οικονομικά σου δε σου επιτρέπουν οικιακή βοηθό, γιατί η γυναικεία σου φιλαρέσκεια δε σου επιτρέπει να ρημάξεις ως θηλυκό.
Στη χρονική κρίση που βιώνω δεν υπάρχουν δάνεια. Μόνο περικοπές. Πρώτα κόπηκε η ποίηση - ποιος κατάκοπος διαβάζει ποίηματα. Έπειτα κόπηκε η λογοτεχνία -ποια νυσταγμένα βλέφαρα στέκονται προσοχή στην ανάγνωση. Μετά κόπηκαν τα blogs -ποια στερημένη χρόνου οντότητα πηδάει σα βατράχι από νούφαρο σε νούφαρο την αχανή μπλογκόσφαιρα. Κατόπιν κόπηκαν οι εφημερίδες -πια τίποτα. Δε σε σε νοιάζει αν σφάζονται στη Γάζα- λες πάντα σφάζονταν-, ούτε αν υλοτομείται ο Αμαζόνιος - λες πάντα καταστρέφουμε τη φύση για να χτίσουμε.
Πρώτα στερείσαι το χρόνο, έπειτα το εγκεφαλικό ερέθισμα, μετά την ευαισθησία σου και τέλος ό,τι υπήρξες. Αποκτηνώνεσαι αργά και σταθερά ώστε να είσαι πια σίγουρη πως ο ύψιστος σκοπός στη ζωή της γυναίκας είναι να αναπαράγει το είδος. Το είδος των αποκτηνωμένων.
5/1/10
Μετέωρο
Κάπου στο λύκειο είχα επιτέλους εντοπίσει -μέσα στον σωρευόμενο τότε λεξιλογικό μου πλούτο- τη λέξη που με εξέφραζε: μετέωρη. Με άλλα λόγια είχα απομυθοποιήσει το ανήκειν και το to being popular και ένιωθα να κρέμομαι πάνω στο πουθενά, κρεμασμένη από το τίποτα. Δεν άλλαξαν και πολλά από τότε. Μόνο που τώρα έχω και ένα παιδί. Πέραν τούτου, ουδέν. Στο πουθενά και από το τίποτα.
Όταν φέτος για πρώτη φορά αντίκρυσα τα Μετέωρα ένιωσα δέος και συγκίνηση. Όχι τόσο για το τοπίο, αλλά επειδή από την Καλαμπάκα έλκει την καταγωγή της η πρώτη και πιο αγαπημένη δασκάλα μου, η κυρία Ε. Οδήγησα σαν υπνωτισμένη ως την πόρτα του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης, που' χει τα χρώματα της ώχρας και του τιρκουάζ. (Τα λέω έτσι τα χρώματα γιατί στην κυρία δε θα άρεσε να τα πω μουσταρδί και οινοπνευματί). Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκα προς την είσοδο του κτιρίου. Θέλησα να πάρω το τρένο, εικάζω τώρα, που θα με πήγαινε πίσω στον χρόνο. Εκεί, στο Α2, όπου η κυρία Ε. μου μάθαινε γραφή και ανάγνωση.
Κάπου έγινε το λάθος. Κάτι δεν έμαθα να συλλαβίζω, όπως έπρεπε, και γράφτηκε μέσα μου εκείνο το "μετέωρη" που μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Χωρίς λόγο ίσως. Ο λόγος, κυρία, με δυσκολεύει περισσότερο κι από τη ζωή.
Όταν για πρώτη φορά φέτος βρέθηκα να διδάσκω, ήμουν ξενυχτισμένη, τα μαλλιά μου μύριζαν τσιγαρίλα και το στομάχι μου γουργούριζε απ' τα πολλά κρασιά. Το προηγούμενο βράδυ ήμουν με την τελευταία αγαπημένη μου παρέα στα Εξάρχεια. Πολύ περασμένα μεσάνυχτα, σχεδόν ξέγνοιαστοι, περπατούσαμε στους γύρω δρόμους και στο πάρκο Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ο Α1, πιο χαρούμενος από ποτέ, σχεδόν ιπτάμενος, μας ξεναγούσε σε κάθε γωνιά της περιοχής. Ο Α2 με ρώτησε έξαφνα αν έχω προετοιμαστεί για το αυριανό μάθημα. Όχι δεν είχα. Παρόλο που είχα. Γιατί το ίδιο ξαφνικά κατάλαβα πως δεν είχα απάντηση για τίποτα. Κι αυτό είναι το μόνο που αληθινά μπορώ να προσφέρω στους δικούς μου μαθητές.
Όταν φέτος για πρώτη φορά αντίκρυσα τα Μετέωρα ένιωσα δέος και συγκίνηση. Όχι τόσο για το τοπίο, αλλά επειδή από την Καλαμπάκα έλκει την καταγωγή της η πρώτη και πιο αγαπημένη δασκάλα μου, η κυρία Ε. Οδήγησα σαν υπνωτισμένη ως την πόρτα του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης, που' χει τα χρώματα της ώχρας και του τιρκουάζ. (Τα λέω έτσι τα χρώματα γιατί στην κυρία δε θα άρεσε να τα πω μουσταρδί και οινοπνευματί). Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκα προς την είσοδο του κτιρίου. Θέλησα να πάρω το τρένο, εικάζω τώρα, που θα με πήγαινε πίσω στον χρόνο. Εκεί, στο Α2, όπου η κυρία Ε. μου μάθαινε γραφή και ανάγνωση.
Κάπου έγινε το λάθος. Κάτι δεν έμαθα να συλλαβίζω, όπως έπρεπε, και γράφτηκε μέσα μου εκείνο το "μετέωρη" που μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Χωρίς λόγο ίσως. Ο λόγος, κυρία, με δυσκολεύει περισσότερο κι από τη ζωή.
Όταν για πρώτη φορά φέτος βρέθηκα να διδάσκω, ήμουν ξενυχτισμένη, τα μαλλιά μου μύριζαν τσιγαρίλα και το στομάχι μου γουργούριζε απ' τα πολλά κρασιά. Το προηγούμενο βράδυ ήμουν με την τελευταία αγαπημένη μου παρέα στα Εξάρχεια. Πολύ περασμένα μεσάνυχτα, σχεδόν ξέγνοιαστοι, περπατούσαμε στους γύρω δρόμους και στο πάρκο Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ο Α1, πιο χαρούμενος από ποτέ, σχεδόν ιπτάμενος, μας ξεναγούσε σε κάθε γωνιά της περιοχής. Ο Α2 με ρώτησε έξαφνα αν έχω προετοιμαστεί για το αυριανό μάθημα. Όχι δεν είχα. Παρόλο που είχα. Γιατί το ίδιο ξαφνικά κατάλαβα πως δεν είχα απάντηση για τίποτα. Κι αυτό είναι το μόνο που αληθινά μπορώ να προσφέρω στους δικούς μου μαθητές.
18/12/09
oh, xmas flash
Τα απογεύματα παίζει ένας τύπος στον Μελωδία ωραία πράματα. Αποφεύγω να μάθω το όνομά του για να μη γίνομαι local στην Αθήνα. Αριθμώ 14 μετακομίσεις στα 32 χρόνια μου, αρχής γενομένης στα 19. Είναι εύκολο να μείνεις και να ριζώσεις κάπου. Λένε. Είναι ακόμα πιο εύκολο να σαλτάρεις και να σαλπάρεις. Λέω εγώ. Όχι. Δεν περιφέρω με καμάρι το εγώ μου σαν κορώνα στο κεφάλι μου. Πια. Αφού χόρτασα δημοφιλία, εύσημα και εξουσία στα παιδικά μου χρόνια, ξεκαύλωσα (Κατά Ματθαίον. Γιωσαφάτ, υποθέτω). Τρομάζω με τους ανθρώπους που βλέπουν τον κόσμο μέσα από τον ομφαλό τους. Υou tube?
Που λες, όταν αναγκάζεσαι να συγκρίνεις τιμές και χαρακτηριστικά στα ηλεκτρικά και στα έπιπλα, είναι πιθανόν να κερδίσεις καμιά δεκάρα ευρώ. Ναι. Αλλά έχεις για τα καλά χαμένη τη μαγεία. Τους προηγούμενους δυο-τρεις μήνες, που οργάνωνα τη 14η μετακόμισή μου, κινδύνεψα από κακή ενηλικίωση να μου ανατείλουν οι φρονιμίτες που τόσα χρόνια δεν ανέτειλαν. Αναγκάστηκα να μάθω πόσες στροφές μπορεί να παίρνει ένα πλυντήριο πιάτων και πόσα κιλά χωρητικότητα έχει το των ρούχων. Δε σνομπάρω. Γηράσκω αεί διδασκόμενη. Αλλά να.
Όταν απόψε ο τύπος στο ραδιόφωνο έπαιξε Σιδηρόπουλο κινδύνεψε να γίνει βραχυκύκλωμα. Τα φωτάκια είναι πολύχρωμα κι αναβοσβήνουν. Το δέντρο έχει χρώμα ασημί. Τα φώτα στο σαλόνι είναι κλειστά και στο τζάμι έχουμε γράψει με σπρέυ ασημί επίσης "Ευτυχισμένο το 1990". Είμαι απίστευτα θλιμμένη και αισθάνομαι απίστευτα μόνη. Δεν ακολούθησα τους δικούς μου στο ρεβεγιόν. Έχω νεύρα. Δόντια βγάζω; Ναι. Μου φυτρώνει τραπεζίτης στο μυαλό. Αναρχικός τραπεζίτης. Έχω βουλιάξει σε μια πολυθρόνα με μαύρο ξύλο καρυδιάς και ξεχαρβαλωμένο σομιέ. Έχει κάλυμμα φολκλόρ ελληνικό. Κάποια δαντέλα δηλαδή, κάποιο κέντημα. Είμαι αγκαλιά σχεδόν με το κασετόφωνό μου. Ασημί κι αυτό. Όλα φουτουριστικά ασημιά στο παρελθόν. Παίζω κασέτες με Σιδηρόπουλο αδιάλειπτα. Μυρίζει αυτή η πολυθρόνα σκόνη της πολυχρησίας. Δε καταλαβαίνω και πολλά από όσα τραγουδάει ο Πρίγκιπας. Ούτε ξέρω και γιατί τον λένε Πρίγκιπα. Αλλά νιώθω.
Τώρα δε νιώθω πια τόσο πολύ. Καταλαβαίνω όμως γιατί τον λένε Πρίγκιπα και γιατί δε θέλω να στολίζω χριστουγεννιάτικα δέντρα. Και αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί έχουν βραχυκλώσει τα λαμπιόνια μου. Γιατί μπορεί να μη μου ανάβουν σε πρώτη ευκαιρία όλα τα γλομπάκια -πια- αλλά έχω ένα ζευγάρι σηματοδότες για τα πράγματα. Σαν "τι είναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ'ανάμεσό τους". Και τώρα με συγχωρείτε. Βγάζω αριστερό φλας και φεύγω. Είναι βολικά πολύ νά 'σαι παρκαρισμένος στο παρελθόν. Αλλά έχουμε δρόμο μπροστά. Καλό δρόμο, ανάδελφοι.
Που λες, όταν αναγκάζεσαι να συγκρίνεις τιμές και χαρακτηριστικά στα ηλεκτρικά και στα έπιπλα, είναι πιθανόν να κερδίσεις καμιά δεκάρα ευρώ. Ναι. Αλλά έχεις για τα καλά χαμένη τη μαγεία. Τους προηγούμενους δυο-τρεις μήνες, που οργάνωνα τη 14η μετακόμισή μου, κινδύνεψα από κακή ενηλικίωση να μου ανατείλουν οι φρονιμίτες που τόσα χρόνια δεν ανέτειλαν. Αναγκάστηκα να μάθω πόσες στροφές μπορεί να παίρνει ένα πλυντήριο πιάτων και πόσα κιλά χωρητικότητα έχει το των ρούχων. Δε σνομπάρω. Γηράσκω αεί διδασκόμενη. Αλλά να.
Όταν απόψε ο τύπος στο ραδιόφωνο έπαιξε Σιδηρόπουλο κινδύνεψε να γίνει βραχυκύκλωμα. Τα φωτάκια είναι πολύχρωμα κι αναβοσβήνουν. Το δέντρο έχει χρώμα ασημί. Τα φώτα στο σαλόνι είναι κλειστά και στο τζάμι έχουμε γράψει με σπρέυ ασημί επίσης "Ευτυχισμένο το 1990". Είμαι απίστευτα θλιμμένη και αισθάνομαι απίστευτα μόνη. Δεν ακολούθησα τους δικούς μου στο ρεβεγιόν. Έχω νεύρα. Δόντια βγάζω; Ναι. Μου φυτρώνει τραπεζίτης στο μυαλό. Αναρχικός τραπεζίτης. Έχω βουλιάξει σε μια πολυθρόνα με μαύρο ξύλο καρυδιάς και ξεχαρβαλωμένο σομιέ. Έχει κάλυμμα φολκλόρ ελληνικό. Κάποια δαντέλα δηλαδή, κάποιο κέντημα. Είμαι αγκαλιά σχεδόν με το κασετόφωνό μου. Ασημί κι αυτό. Όλα φουτουριστικά ασημιά στο παρελθόν. Παίζω κασέτες με Σιδηρόπουλο αδιάλειπτα. Μυρίζει αυτή η πολυθρόνα σκόνη της πολυχρησίας. Δε καταλαβαίνω και πολλά από όσα τραγουδάει ο Πρίγκιπας. Ούτε ξέρω και γιατί τον λένε Πρίγκιπα. Αλλά νιώθω.
Τώρα δε νιώθω πια τόσο πολύ. Καταλαβαίνω όμως γιατί τον λένε Πρίγκιπα και γιατί δε θέλω να στολίζω χριστουγεννιάτικα δέντρα. Και αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί έχουν βραχυκλώσει τα λαμπιόνια μου. Γιατί μπορεί να μη μου ανάβουν σε πρώτη ευκαιρία όλα τα γλομπάκια -πια- αλλά έχω ένα ζευγάρι σηματοδότες για τα πράγματα. Σαν "τι είναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ'ανάμεσό τους". Και τώρα με συγχωρείτε. Βγάζω αριστερό φλας και φεύγω. Είναι βολικά πολύ νά 'σαι παρκαρισμένος στο παρελθόν. Αλλά έχουμε δρόμο μπροστά. Καλό δρόμο, ανάδελφοι.
26/11/09
κατά μόνας ομορφιές
Λίγο πριν το τέλος της παιδικής μου ηλικίας την έχασα. Η Παρθενία, που την φωνάζαμε Θένια, μετακόμισε σε άλλη γειτονιά. Με την μαμά και τον μπαμπά της. Αδέρφια δεν είχε. Μοναχοκόρη.
Η αλήθεια είναι πως δε μου έλειψε και τόσο. Εκτός από μονάκριβη θυγατέρα, όπως συμβαίνει στα παραμύθια της γιαγιάς, ήταν και πολύ όμορφη. Πράγμα που δεν εκτιμώ στα ζωντανά θηλυκά. Το γυναικείο κάλλος το προτιμούσα ανέκαθεν όταν περιορίζεται στο μάρμαρο του γλύπτη, στον καμβά του ζωγράφου, στο αλφάβητο του ποιητή. Μόνο.
Η απουσία της Θένιας από τα περίχωρα ελευθέρωσε ακόμα περισσότερο έδαφος για εμάς τις ομορφούλες, αλλά όχι και πριγκίπισες, να προχωράμε χωρίς σπουδαίο ανταγωνισμό στο κούρσεμα των αρσενικών καρδιών. Μεταξύ των τυφλών, ο μονόφθαλμος.
Έστω όμως και με το ένα μάτι, ως μονόφθαλμη και πειρατίνα, είδα ξανά το πρόσωπο της Παρθενίας μετά από χρόνια. Μια φίλη την έχει φίλη ανάμεσα στους 587 φίλους πού’ χει. Στο φατσοβιβλίο. Η Παρθενία, που τη λένε κάπως αλλιώς, αλλά παντού χωράει μια μεταφορά, είναι πια στα πρώτα -άντα και είναι ίδια η μάνα της. Ίδιο κραγιόν, ίδια βαφή, ίδιο βλέμμα, ίδιο ρουζ, ίδια φράντζα. Το ίδιο όμορφες. Αλλά μονήρεις.
Μόνο που μας τέλειωσαν οι ανταγωνισμοί. Για λίγο. Για λίγο καιρό ξέρω πως θα είμαι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Για ένα πλάσμα. Μόνο. Τη δική μου μοναχοκόρη. Και με τη σειρά της εκείνη θα είναι για μένα η επιτομή της ομορφιάς. Για πολύ. Και όταν ακόμα θα έχει το ίδιο βλέμμα, το ίδιο χαμόγελο, την ίδια οδοντοστοιχία και θα θέλει να πιστεύει πως τίποτα ίδιο δεν έχει με την έκπτωτη πια τότε από τον θρόνο της ομορφιάς μητέρα. Κι όμως θα' ναι μόνο δική μου κόρη. Όπως κι εγώ είμαι εκείνης που τρομάζω όταν της μοιάζω. Μοναχά όταν κοιτιέμαι σε έναν άδειο από την ψυχή μου καθρέφτη.
Η αλήθεια είναι πως δε μου έλειψε και τόσο. Εκτός από μονάκριβη θυγατέρα, όπως συμβαίνει στα παραμύθια της γιαγιάς, ήταν και πολύ όμορφη. Πράγμα που δεν εκτιμώ στα ζωντανά θηλυκά. Το γυναικείο κάλλος το προτιμούσα ανέκαθεν όταν περιορίζεται στο μάρμαρο του γλύπτη, στον καμβά του ζωγράφου, στο αλφάβητο του ποιητή. Μόνο.
Η απουσία της Θένιας από τα περίχωρα ελευθέρωσε ακόμα περισσότερο έδαφος για εμάς τις ομορφούλες, αλλά όχι και πριγκίπισες, να προχωράμε χωρίς σπουδαίο ανταγωνισμό στο κούρσεμα των αρσενικών καρδιών. Μεταξύ των τυφλών, ο μονόφθαλμος.
Έστω όμως και με το ένα μάτι, ως μονόφθαλμη και πειρατίνα, είδα ξανά το πρόσωπο της Παρθενίας μετά από χρόνια. Μια φίλη την έχει φίλη ανάμεσα στους 587 φίλους πού’ χει. Στο φατσοβιβλίο. Η Παρθενία, που τη λένε κάπως αλλιώς, αλλά παντού χωράει μια μεταφορά, είναι πια στα πρώτα -άντα και είναι ίδια η μάνα της. Ίδιο κραγιόν, ίδια βαφή, ίδιο βλέμμα, ίδιο ρουζ, ίδια φράντζα. Το ίδιο όμορφες. Αλλά μονήρεις.
Μόνο που μας τέλειωσαν οι ανταγωνισμοί. Για λίγο. Για λίγο καιρό ξέρω πως θα είμαι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Για ένα πλάσμα. Μόνο. Τη δική μου μοναχοκόρη. Και με τη σειρά της εκείνη θα είναι για μένα η επιτομή της ομορφιάς. Για πολύ. Και όταν ακόμα θα έχει το ίδιο βλέμμα, το ίδιο χαμόγελο, την ίδια οδοντοστοιχία και θα θέλει να πιστεύει πως τίποτα ίδιο δεν έχει με την έκπτωτη πια τότε από τον θρόνο της ομορφιάς μητέρα. Κι όμως θα' ναι μόνο δική μου κόρη. Όπως κι εγώ είμαι εκείνης που τρομάζω όταν της μοιάζω. Μοναχά όταν κοιτιέμαι σε έναν άδειο από την ψυχή μου καθρέφτη.
3/11/09
άρον
Κι αφού φτάσαμε ένα δρόμο κάτω απ' το σπίτι και καθόλου κίνηση δε συναντήσαμε καθ' οδόν, και γι΄αυτό θα έπρεπε να σταυροκοπηθούμε, εάν πιστεύαμε, ένα πούλμαν είχε κλείσει το δρόμο. Κόβει ταχύτητα και σταματάει πίσω από το πούλμαν, αλλά δείχνει εκνευρισμένος. Και οι οδηγοί ταξί όταν εκνευρίζονται βγάζουν το κεφάλι έξω απ΄το παράθυρο για να ακουστούν οι φωνές σε μη πελατικά αυτιά. Δε πρόλαβε να ανοίξει το στόμα του. Ο άλλος εκπαιδευμένος στη σημειολογία οδηγός, σχολικού λεωφορείου, που παρκαρισμένος στα δεξιά μας καθάριζε το παρμπρίζ με ένα πανάκι του κάνει νόημα που δε χρειάζεται να είσαι άσος στη νοηματική για το εννοήσεις: χαλαρά, ηρέμησε, κούλαρε. Αλλά ο ταξιτζικός εγκέφαλος το επεξεργάστηκε αλλιώς και κόρναρε. Ίσως να μην το επεξεργάστηκε καν. Ίσως είναι εξαρτημένο αντανακλαστικό το κορνάρισμα για τους ταξιτζήδες. Ο έτερος επαγγελματίας οδηγός:
"Σιγά ρε φίλε, αφού βλέπεις ότι υπάρχει πρόβλημα..."
"Τι πρόβλημα υπάρχει ρε φίλε; "
"Έλα, μιλάς κι από πάνω που εσείς κλείνετε το δρόμο όποτε σας την... άντε τώρα."
"Τι δρόμους κλείνουμε εμείς; Τι λες τώρα;"
"Όπου θέλετε σταματάτε και δεν υπολογίζετε..."
"Καλά, καλά..."
Δυο άνθρωποι πλησιάζουν την πόρτα του πούλμαν, κάτι λένε γρήγορα στον οδηγό και ξαναγυρνάνε πίσω. Επιστρέφουν με έναν τρίτο που τον σπρώχνουν να μπει. Τον πάνε σηκωτό σχεδόν. Αντιστέκεται έντονα χτυπώντας χέρια- πόδια στον αέρα. Ο πατέρας, η μητέρα και ο γιος γυρίζουν τις πλάτες στο λεωφορείο και επιστρέφουν στο σπίτι. Ο γιος με το κεφάλι πολύ σκυμμένο. Τόσο πολύ εμείς που δεν είμαστε καθυστερημένοι αλλά βιαστικοί για νά 'μαστε στην ώρα μας, δε το σκύβουμε. Το παιδί που δε θέλει να πάει στο ίδρυμα, στον ξενώνα, στο όπως διάολο το λένε και οι γονείς που θέλουν, πρέπει -όπως θες πες το- να το στείλουν οπωσδήποτε. Επιστρέφει στο σπίτι με το έτσι θέλω. Και οι γονείς με κάποιο θέλω κάπου τριών δεκαετιών, τώρα έτσι. Τα οχήματα βάζουν πρώτη και ξεκινούν. Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Οικογένεια. Έτσι πρέπει να σκέφτομαι. Έτσι δε θέλω.
"Σιγά ρε φίλε, αφού βλέπεις ότι υπάρχει πρόβλημα..."
"Τι πρόβλημα υπάρχει ρε φίλε; "
"Έλα, μιλάς κι από πάνω που εσείς κλείνετε το δρόμο όποτε σας την... άντε τώρα."
"Τι δρόμους κλείνουμε εμείς; Τι λες τώρα;"
"Όπου θέλετε σταματάτε και δεν υπολογίζετε..."
"Καλά, καλά..."
Δυο άνθρωποι πλησιάζουν την πόρτα του πούλμαν, κάτι λένε γρήγορα στον οδηγό και ξαναγυρνάνε πίσω. Επιστρέφουν με έναν τρίτο που τον σπρώχνουν να μπει. Τον πάνε σηκωτό σχεδόν. Αντιστέκεται έντονα χτυπώντας χέρια- πόδια στον αέρα. Ο πατέρας, η μητέρα και ο γιος γυρίζουν τις πλάτες στο λεωφορείο και επιστρέφουν στο σπίτι. Ο γιος με το κεφάλι πολύ σκυμμένο. Τόσο πολύ εμείς που δεν είμαστε καθυστερημένοι αλλά βιαστικοί για νά 'μαστε στην ώρα μας, δε το σκύβουμε. Το παιδί που δε θέλει να πάει στο ίδρυμα, στον ξενώνα, στο όπως διάολο το λένε και οι γονείς που θέλουν, πρέπει -όπως θες πες το- να το στείλουν οπωσδήποτε. Επιστρέφει στο σπίτι με το έτσι θέλω. Και οι γονείς με κάποιο θέλω κάπου τριών δεκαετιών, τώρα έτσι. Τα οχήματα βάζουν πρώτη και ξεκινούν. Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Οικογένεια. Έτσι πρέπει να σκέφτομαι. Έτσι δε θέλω.
28/10/09
5/5
Τέλος Οκτώβρη με τα παράθυρα ανοιχτά στη λιακάδα. Καλωσόρισα πίσω στον παράδεισο. Μεσοβδόμαδο κι αργία. Καλώς σας ξαναβρήκα στον παράδεισο.
Απ' τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν οι μυρωδιές από την κατσαρόλα της νοικοκυράς του κάτω ορόφου. Φαντασιώνομαι ένα μανταλάκι απ' τη μπουγάδα της νοικοκυράς του ακάλυπτου στη μύτη μου. Απ' το φασισμό της όσφρησης δεν απαλάσσεσαι με φαντασιώσεις. Αντιστέκομαι. Με συντρέχει η Κασσάνδρα και ο Λύκος. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου. Θυμήσου, είσαι στον παράδεισο. Ξεχνιέμαι.
Απ΄τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν παιδικοί αλλαλαγμοί. Όχι σαν αυτούς που ακούς τα μεσημέρια στις διακοπές. Τρομακτικοί.
Απ' τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα, βγαίνω έξω και βλέπω ένα τσούρμο παραταγμένα σε δυάδες πιτσιρίκια με στολές. Σε λίγο ακούω στρατιωτικό βηματισμό, ταμπούρλα και εμβατήρια από φάλτσες τρομπέτες.
Ακουμπώ στο κάγκελο αφηρημένη. Μια ξεραμένη κουτσουλιά από το σύμβολο της ειρήνης. Χέσε μας κι εσύ ρε περιστέρι. Δεν ακούς τα ταμπούρλα, δε βλέπεις την παρέλαση, δεν οσφραίνεσαι το τσιγαρισμένο λάδι;
Επιστρέφω στη μήτρα. Βουλιάζω στο στρώμα. Κουκουλώνομαι. Καταπίνω το σάλιο μου λίγο πικρό.
Αν είχα και έκτη αίσθηση θα σου έλεγα τι γίνεται πίσω από το παραπέτασμα της παραδεισοκόλασης. Γιατί αν δε το πεις, δε το έχεις νιώσει. Για μας τα τζάνκια της επικοινωνίας που κρατάμε μια μέρα κλειστά τα σχόλια, για να γλιτώσουμε τα σχολιανά. Σχόλη σήμερα. Γιορτάζουμε το ΟΧΙ στο Τρίτο Μπλιάχ.
Απ' τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν οι μυρωδιές από την κατσαρόλα της νοικοκυράς του κάτω ορόφου. Φαντασιώνομαι ένα μανταλάκι απ' τη μπουγάδα της νοικοκυράς του ακάλυπτου στη μύτη μου. Απ' το φασισμό της όσφρησης δεν απαλάσσεσαι με φαντασιώσεις. Αντιστέκομαι. Με συντρέχει η Κασσάνδρα και ο Λύκος. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου. Θυμήσου, είσαι στον παράδεισο. Ξεχνιέμαι.
Απ΄τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν παιδικοί αλλαλαγμοί. Όχι σαν αυτούς που ακούς τα μεσημέρια στις διακοπές. Τρομακτικοί.
Απ' τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα, βγαίνω έξω και βλέπω ένα τσούρμο παραταγμένα σε δυάδες πιτσιρίκια με στολές. Σε λίγο ακούω στρατιωτικό βηματισμό, ταμπούρλα και εμβατήρια από φάλτσες τρομπέτες.
Ακουμπώ στο κάγκελο αφηρημένη. Μια ξεραμένη κουτσουλιά από το σύμβολο της ειρήνης. Χέσε μας κι εσύ ρε περιστέρι. Δεν ακούς τα ταμπούρλα, δε βλέπεις την παρέλαση, δεν οσφραίνεσαι το τσιγαρισμένο λάδι;
Επιστρέφω στη μήτρα. Βουλιάζω στο στρώμα. Κουκουλώνομαι. Καταπίνω το σάλιο μου λίγο πικρό.
Αν είχα και έκτη αίσθηση θα σου έλεγα τι γίνεται πίσω από το παραπέτασμα της παραδεισοκόλασης. Γιατί αν δε το πεις, δε το έχεις νιώσει. Για μας τα τζάνκια της επικοινωνίας που κρατάμε μια μέρα κλειστά τα σχόλια, για να γλιτώσουμε τα σχολιανά. Σχόλη σήμερα. Γιορτάζουμε το ΟΧΙ στο Τρίτο Μπλιάχ.
26/10/09
αλμανάκ
26 Οκτώβρη 1986
Ειδήσεις στο κρατικό κανάλι. Γήπεδο, κερκίδες, ανταριασμένο ανθρώπινο κύμα. Δεν είναι γκολ. Ούτε και λογοτεχνικό σχήμα. Είναι μνήμη. Η κάμερα ζουμάρει σ' ένα φορείο. Κι άλλο ζουμ. Νεκρός 29χρονος φίλαθλος.
Σαλόνι με μαύρα έπιπλα. Κλείνομαι. Το πρώτο μου ποίημα. Το πρώτο μου άνοιγμα. Όπως απλώνεις το χέρι να πιαστείς από κάπου. Όπως ανοίγεις την αγκαλιά να το σκάσει η μοναξιά.
26 Οκτώβρη 2000
Ο μεγάλος σου έρωτας γιορτάζει το όνομά του αλλά εσύ δεν έχεις ιδέα ούτε πώς τον λένε, ούτε ότι υπάρχει. Όχι ακόμα. Σε λίγες μέρες, στο σπίτι του, θα σε ξυπνήσει με το "Όταν χαράζει".
26 Οκτώβρη 2006
Σταυρός του Νότου. Live του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Έχει ζητήσει να δει αν γράφεις κάτι άλλο από σκωπτικά στιχάκια. Είναι ξάδελφος του νεκρού 29χρονου και είσαι εσύ τώρα 29 χρονών κοπέλα.
26 Οκτώβρη 2009
Σήμερα παρέδωσες το διδακτορικό σου. Στο Λονδίνο. Δυο καρέκλες και ένα στρώμα. Άδειο σπίτι. Ακόμα. Στην Αθήνα. Ξανά. Είσαι εργαζόμενη πια, είσαι μαμά πια, είσαι σύζυγος πια, είσαι επαναπατρισμένη πια. Αλλά ποια είσαι; Δεν είσαι ποιήτρια πια. Ποτέ δεν ήσουν. Ούτε εννιά χρονών πια. Ούτε είκοσι εννιά. Ποτέ δεν ήσουν. Είσαι κουρασμένη. Λες είμαι πτώμα. Αν και ποτέ δεν ήσουν.
Ειδήσεις στο κρατικό κανάλι. Γήπεδο, κερκίδες, ανταριασμένο ανθρώπινο κύμα. Δεν είναι γκολ. Ούτε και λογοτεχνικό σχήμα. Είναι μνήμη. Η κάμερα ζουμάρει σ' ένα φορείο. Κι άλλο ζουμ. Νεκρός 29χρονος φίλαθλος.
Σαλόνι με μαύρα έπιπλα. Κλείνομαι. Το πρώτο μου ποίημα. Το πρώτο μου άνοιγμα. Όπως απλώνεις το χέρι να πιαστείς από κάπου. Όπως ανοίγεις την αγκαλιά να το σκάσει η μοναξιά.
26 Οκτώβρη 2000
Ο μεγάλος σου έρωτας γιορτάζει το όνομά του αλλά εσύ δεν έχεις ιδέα ούτε πώς τον λένε, ούτε ότι υπάρχει. Όχι ακόμα. Σε λίγες μέρες, στο σπίτι του, θα σε ξυπνήσει με το "Όταν χαράζει".
26 Οκτώβρη 2006
Σταυρός του Νότου. Live του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Έχει ζητήσει να δει αν γράφεις κάτι άλλο από σκωπτικά στιχάκια. Είναι ξάδελφος του νεκρού 29χρονου και είσαι εσύ τώρα 29 χρονών κοπέλα.
26 Οκτώβρη 2009
Σήμερα παρέδωσες το διδακτορικό σου. Στο Λονδίνο. Δυο καρέκλες και ένα στρώμα. Άδειο σπίτι. Ακόμα. Στην Αθήνα. Ξανά. Είσαι εργαζόμενη πια, είσαι μαμά πια, είσαι σύζυγος πια, είσαι επαναπατρισμένη πια. Αλλά ποια είσαι; Δεν είσαι ποιήτρια πια. Ποτέ δεν ήσουν. Ούτε εννιά χρονών πια. Ούτε είκοσι εννιά. Ποτέ δεν ήσουν. Είσαι κουρασμένη. Λες είμαι πτώμα. Αν και ποτέ δεν ήσουν.
8/8/09
Ποιος; Εγώ!
Τα δικά της παιδικά χρόνια καταγράφονται μέρα με τη μέρα. Ούτε ένα χρόνο ζωής δεν έχει στις πλάτες της αλλά το υλικό για να αναπαραστήσει πολύ αργότερα τη βρεφική της ηλικία είναι ήδη πλούσιο. Πέρα από τις εκατοντάδες εκτυπωμένες και ψηφιακές φωτογραφίες, τα βίντεο και τα ενθύμια, διατηρώ και ένα ημερολόγιο για χάρη της. Τόσες εικόνες, τόσα πράγματα, τόσες λέξεις. Σε έντεκα μήνες.
Έχω ελάχιστες φωτογραφίες από τα παιδικά μου χρόνια. Βίντεο κανένα. Την αναπαριστώ με θρύλους. Ένας θρύλος λέει πως 9 μηνών μίλησα. Είπα "μύλο". Νομίζω πως θυμάμαι τη στιγμή που η Μαρία, ένα κορίτσι απ΄τη γειτονιά, έσκυβε πάνω μου και μου έδειχνε έναν εξαεριστήρα τοίχου επιμένοντας "μύλο", "μύλο", ώσπου τό'πα. Ένας άλλος θρύλος λέει πως 12 μηνών περπάτησα. Νομίζω πως θυμάμαι στο χωλ τη μαμά και άλλη μια γυναίκα, που μάλλον θα'ταν η αδελφή της, να μου κάνουν έλα- έλα, ώσπου περπάτησα στις αγκαλιές τους. Κι ένας άλλος θρύλος λέει πως 13 μηνών μου έλεγε η μαμά μου "φεγγαράκι μου..." και συμπλήρωνα "αμπό", "φέγγε μου..." συνέχιζε, "πατώ" συμπλήρωνα. Νομίζω πως δε θυμάμαι τίποτα απ' αυτή την σκηνή. Αλλά οι θρύλοι δε χρειάζεται πάντα να'ναι εικονογραφημένοι.
Τέλος ένας ακόμα θρύλος λέει πως ήμουν δυο και κάτι χρονών περίπου όταν τραγουδούσα "Τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί". Νομίζω θυμάμαι εμένα στη βεράντα και τη γειτόνισσα με το τρανζιστοράκι στην αυλή της διπλανής μονοκατοικίας να ακούει τις μεγάλες επιτυχίες της εποχής. Και νομίζω θυμάμαι να με ανεβάζουν πάνω στο τραπέζι για να το τραγουδήσω και να το χορέψω. Ποιος; Εγώ! Που απόψε, πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια βρήκα και άκουσα ξανά το χιτάκι της Λίτσας Διαμάντη κι αντί να γελάσω και να χαρώ, έκλαιγα και έκλαιγα και έκλαιγα. Ποιος; Εγώ! Η μαμά της...
Έχω ελάχιστες φωτογραφίες από τα παιδικά μου χρόνια. Βίντεο κανένα. Την αναπαριστώ με θρύλους. Ένας θρύλος λέει πως 9 μηνών μίλησα. Είπα "μύλο". Νομίζω πως θυμάμαι τη στιγμή που η Μαρία, ένα κορίτσι απ΄τη γειτονιά, έσκυβε πάνω μου και μου έδειχνε έναν εξαεριστήρα τοίχου επιμένοντας "μύλο", "μύλο", ώσπου τό'πα. Ένας άλλος θρύλος λέει πως 12 μηνών περπάτησα. Νομίζω πως θυμάμαι στο χωλ τη μαμά και άλλη μια γυναίκα, που μάλλον θα'ταν η αδελφή της, να μου κάνουν έλα- έλα, ώσπου περπάτησα στις αγκαλιές τους. Κι ένας άλλος θρύλος λέει πως 13 μηνών μου έλεγε η μαμά μου "φεγγαράκι μου..." και συμπλήρωνα "αμπό", "φέγγε μου..." συνέχιζε, "πατώ" συμπλήρωνα. Νομίζω πως δε θυμάμαι τίποτα απ' αυτή την σκηνή. Αλλά οι θρύλοι δε χρειάζεται πάντα να'ναι εικονογραφημένοι.
Τέλος ένας ακόμα θρύλος λέει πως ήμουν δυο και κάτι χρονών περίπου όταν τραγουδούσα "Τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί". Νομίζω θυμάμαι εμένα στη βεράντα και τη γειτόνισσα με το τρανζιστοράκι στην αυλή της διπλανής μονοκατοικίας να ακούει τις μεγάλες επιτυχίες της εποχής. Και νομίζω θυμάμαι να με ανεβάζουν πάνω στο τραπέζι για να το τραγουδήσω και να το χορέψω. Ποιος; Εγώ! Που απόψε, πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια βρήκα και άκουσα ξανά το χιτάκι της Λίτσας Διαμάντη κι αντί να γελάσω και να χαρώ, έκλαιγα και έκλαιγα και έκλαιγα. Ποιος; Εγώ! Η μαμά της...
Τώρα ήρθες μάτια μου, μάτια μου, εσύ
τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί...
τέρμα τα παράπονα, τέρμα κι οι καημοί...
26/4/09
Δήλωση μεταβολής
Πρέπει να πάω στη Δ.Ο.Υ
γαμιέται όλο μου το σόι.
γαμιέται όλο μου το σόι.
Εφόσον είμαι πια έγγαμος ( εξ ου και το συνηρρημένο γαμέω-γαμώ- γαμιέται) και φορολογούμενη (εξ ου και η επίσκεψη στη ΔΟΥ) έπρεπε να κάνω μεταβολή στοιχείων για να συμπληρώσουμε κοινή φορολογική δήλωση με τον δίγαμο.
Η ιδέα και μόνο της συναλλαγής με δημόσια υπηρεσία αρκούσε για να τσιτώσει τα με τάση στο τσίτωμα νεύρα μου. Από την άλλη όμως, η ιδέα και μόνο πως θα έβγαινα έξω απ' το σπίτι χωρίς το κατοικίδιο που για 7 συναπτούς μήνες φροντίζω νυχθημερόν, αρκούσε για να μου φτιάξει το κέφι.
Στον πηγαιμό για την εφορία η ανυπόφορη ζέστη μες στον Απρίλη σε συνδυασμό με την κυκλοφοριακή μαρμελάδα, δε μου κατέστρεψαν την ευφορία. Έφτασα στη ΔΟΥ με πολύ κουλ διάθεση, λες και έβγαινα για καφέ με το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο (δλδ με το κατοικίδιο ομιλόν και περπατόν).
Στη θέα και μόνο του τεράστιου πραγματικά πάρκινγκ που διαθέτει η συγκεκριμένη υπηρεσία κινδύνεψα να δακρύσω από συγκίνηση. Βρήκα πανεύκολα μια θέση ελεύθερη και πάρκαρα το όχημα με την όπιθεν- άμα έχει κέφια η γυναίκα...Λίγα βήματα πιο πέρα η ευφορία μου άρχισε να καταστρέφεται όταν είδα μια BMWάρα να έχει αράξει στις δυο γαμημένες θέσεις πάρκινγκ που διατίθενται για ΑΜΕΑ. Εμφανώς εκνευρισμένη, δλδ με το συννεφάκι σκέψης να γράφει "τώρα θα δεις παλιομαλάκα!" άρχισα να ψάχνω μες στη τσάντα μου τα αγαπημένα μου αυτοκόλλητα. Δυστυχώς, είχα ξεμείνει από εύσημα γαϊδουριάς και το παρμπρίζ του κάφρου έμεινε χωρίς την κατάλληλη σήμανση.
Ανέβηκα στον πρώτο όροφο της ΔΟΥ -δεν έχει δεύτερο έτσι κι αλλιώς αλλά το είπα για να ανεβάσω το σασπένς- και άρχισα να ψάχνω το γκισέ των πληροφοριών. Η ΔΟΥ ήταν σχεδόν άδεια. Πού είναι οι ουρές; Πού είναι οι χαβλιόδοντες; Πού είναι το πατιρντί;
Στο μόνο ανοιχτό γραφείο εντόπισα δυο υπαλλήλους άλαλες και άπραγες. Είπα να μην τους ζητήσω πληροφορίες για να μην καταστρέψω το αγγελοπουλικό σκηνικό και έτσι διάβασα όλες τις Α4 που ήταν κολλημένες σε landscape κατεύθυνση και έδιναν κατευθύνσεις. Μετά από κανένα 3λεπτο μελέτης και εξερεύνησης διαπίστωσα πως αφενός δεν υπάρχει information desk (είχανε και στο χωριό σου μωρή νιμαντσρόζε; ) και αφετέρου πως δεν αναφέρεται η "Μεταβολή Στοιχείων" σε καμία A4. Τότε ήταν που αποφάσισα να ρωτήσω την μία εκ των δύο κομπάρσων, η οποία μου απάντησε ημιχαμογελαστά πως πρέπει να απευθυνθώ στο Μητρώο, γραφείο 17.
Στο 17 γραφείο κρυβόταν μία υπάλληλος, πίσω από ένα γκισέ με κατεβασμένα τα στόρια σχεδόν μέχρι κάτω. "Χμμμ... ", έγραψε το συννεφάκι της σκέψης ενώ διάβαζα παράλληλα μία A4 που έγραφε σε Times New Roman, 95αρα γραμματοσειρά και bold "ΤΟ ΜΗΤΡΩΟ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΚΛΕΙΣΤΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ". Θα έκανα μεταβολή επιτόπου και θα έφευγα υπακούοντας στην ευδιάκριτη ομολογουμένως εντολή, αν δεν παρατηρούσα πως δύο κοπέλες είχαν ήδη σχηματίσει ελληνικού τύπου ουρά (όχι η μία πίσω απ΄την άλλη, αλλά η μία δίπλα στην άλλη) και φαίνονταν να εξυπηρετούνται απ΄το παλιοκόριτσο που έπαιζε κρυφτούλι.
Αποφάσισα ως γνήσια ελληναρού να μην υπακούσω στην εντολή αλλά να ενταχθώ στην ουρά, σχηματίζοντας ένα Τ. Η μία κοπέλα είχε απλώσει στο παρτέρι του γκισέ καμιά δεκαριά έγγραφα συν μία ροζ φόρμα που συμπλήρωνε εκείνη την ώρα ενώ η άλλη κοπέλα τη βοηθούσε. Τελικά διαπίστωσα ότι ήσανε αδελφές και η μία απ' τις δύο κατέθετε ό,τι κι εγώ: δήλωση μεταβολής στοιχείων. (Ο ισχυρισμός για την ελληνικού τύπου ουρά δεν επιβεβαιώθηκε). Εντός του γραφείου η υπάλληλος, ΠΑΣΟΚα από χιλιόμετρα, λογομαχούσε με έναν κύριο. Έστησα αυτί.
- Μα σας λέω κύριέ μου, είστε εγγεγραμμένος στην Α' ΔΟΥ. Ορίστε, δείτε τον υπολογιστή.
- Δε με καταλάβατε. Εγώ μένω Αγίου Σπυρίδωνος, δηλαδή μέσα στην πόλη, άρα είμαι στη δική σας ΔΟΥ, τη Βήτα.
-Εδώ κύριέ μου λέει πως μένετε στον Άγιο Σπυρίδωνα που υπάγεται στην Α' ΔΟΥ. Ορίστε, δείτε και μόνος σας.
-Μα αυτό σας εξηγώ. Εγώ μένω στην οδό Αγίου Σπυρίδωνος όχι στο χωριό Άγιο Σπυρίδωνα! Είναι δικό σας το λάθος. Υπηρεσιακό εννοώ, όχι δικό σας προσωπικά.
- Δεν έχουμε κάνει λάθος εμείς, εσείς μας δώσατε λάθος στοιχεία.
Τότε συμπλήρωσε η υποφαινόμενη ουραγός "η ΔΟΥ και ο Πάπας έχουν το αλάθητο" ενώ οι άλλες δύο της ουράς Τ, άρχισαν τα γελιά. Η μία διακριτικά μπροστά στο γκισέ και η άλλη παράμερα για να μη μας μυριστεί η εξοργισμένη Μητρώα και δε μας εξυπηρετήσει ρεβανσιστικά. Βλέποντας το κλίμα ευφορίας έσπευσα να υπερθεματίσω "Δηλαδή άμα έμενε στην Κωνσταντινουπόλεως θα τον έστελναν στην εφορία της Ισταμπούλ; " Οι αδελφές ήταν δικές μας, έλαβαν το διττό μήνυμα του αστείου και κλείσαμε νοερά το μάτι η μία στην άλλη ως γνήσιες συμμορίτισες.
Ωστόσο, όταν ο αλλού ντ' αλλού εγγεγραμμένος φορολογούμενος εξήλθε του γραφείου και ήρθε η σειρά των αδελφών, τα γέλια κόπηκαν στο άκουσμα της δήλωσης της εφοριακού "Α! Τι περιμένετε εσείς; Δεν εξυπηρετώ άλλους σήμερα. Το γράφει και η ταμπελα. Σήμερα είναι κλειστό το Μητρώο." Οι ικεσίες των συμμοριτισών έκαμψαν όμως την φαινομενική αδιαλλαξία της εφοριακού, η οποία με τη σειρά της μοιράστηκε τον πόνο της ότι τη "διαόλισε" ο άλλος, και εξυπηρετήθηκαν οι δυο αδελφές.
Με τούτα και με κείνα παρέλειψα να αναζητήσω το έγγραφο της δήλωσης και παραλίγο να μείνω μεταξεταστέα για τη Δευτέρα. Η ουρά Τ είχε επεκταθεί σε Ζ, μια είχαν προστεθεί άλλα τρία άτομα τα οποία βέβαια μου έφαγαν τη σειρά όσο συμπλήρωνα καθυστερημένα τη δήλωση. Και με το δίκιο τους.
Τελικά απομείναμε τελευταίοι εγώ και ένας μετανάστης. Αφού πέρασε στο κομπχιούτερ τη δήλωσή μου η υπάλληλος και έκανα μεταβολή να φύγω προσέκρουσα στο ικετευτικό βλέμμα του συμπαθέστατου μετανάστη που μου είπε "κοπέλα, θα με βοηθήσεις να γράψω το αίτηση;", ενώ μέσα από το γκισέ ακούστηκε η φωνή της υπαλλήλου να λέει "Δεν εξυπηρετώ άλλους! Είναι κλειστό το Μητρώο τη Παρασκευή. Ελάτε από Δευτέρα!" Η αντίδρασή μου ήταν αστραπιαία. Όρμησα στο γραφείο και την άρπαξα απ΄το γιακά "Τόση ώρα μωρή κλώσα που εξυπηρετούσες Έλληνες δεν ήταν Παρασκευή;" Τη φαντασίωσή μου να έχω ορμήξει στην εφοριακιά διέκοψε η ανάκληση στη μνήμη μου ενός ανέκδοτου πολύ ταιριαστού στην περίσταση. Και είπα με περισσή πονηριά (που άμα ήμουν μεγαλοαστή θα την έλεγα διπλωματία) "Ελάτε τώρα... Ένα λεπτό θα κάνω να του συμπληρώσω τη δήλωση να μην ταλαιπωρείστε και εσείς τη Δευτέρα..." και έκαμψα επιτυχώς την ασθενή αντίσταση της κυκλοθυμικιάς γραφειοκράτισσας.
Η δήλωση μεταβολής στοιχείων δεν ήταν για τον ίδιο αλλά για τη νύφη του. Που ήταν παντρεμένη στη Δημοκρατία της Αρμενίας. Αλλά ζούσε στην Ελλάδα. Και η νύφη του δεν είχε ΑΦΜ. Και έπρεπε πρώτα να' ρθει να βγάλει ΑΦΜ. Και μετά να κάνει μεταβολή στοιχείων. Αλλά εγώ τη δήλωση του τη συμπλήρωσα. Και θα την κρατούσε για αργότερα. Όταν θα είχε ΑΦΜ. Άραγε γελούν οι μετανάστες με τις δημόσιες υπηρεσίες; Δυο λεπτά καθίσαμε να συμπληρώσουμε τη δήλωση. Και άκουσα χίλια ευχαριστώ. Μπορεί η αγαθοεργία να διαιωνίζει το μίσος. Νίτσε για αρχάριους. Μετά τον είδα που έβγαινε απ΄την εφορία. Εγώ ξεπάρκαρα. Τον είδα να πηγαίνει προς τη στάση του λεωφορείου. Είπα να τον κατεβάσω με το αυτοκίνητο μέχρι το κέντρο. Αλλά δεν είπα τίποτα. Καλύτερα έτσι. Μπορείς να αγαπάς κάποιον όσο δεν τον γνωρίζεις. Μπουκόφσκι για άσχετους. 'Εβαλα πρώτη και έφυγα για το σπίτι χωρίς αυτόν. Στο δρόμο τραγουδούσα, τα βράδια μου τα εργένικα/τραγούδια λέω αρμένικα. Που είναι ασφαλώς ένα μεγάλο ψέμμα. Γύρω- γύρω ήταν αλήθεια, μόνο εκεί που τραγουδούσα ήταν ψέμματα. Σαν το ανέκδοτο.
17/2/09
Γράμμα
Ένας φίλος, ο Λ., είχε την Τύχη να βρεθεί κοντά στον Μεγάλο Ερωτικό. Από τα λίγα που μοιράστηκε μαζί μου, με γεναιοδωρία και με σύνεση, για κείνη τη γνωριμία ήταν πως ο Χατζιδάκις του έμαθε να πλένει τα πιάτα με ευλάβεια. Θα' ναι τώρα δύο και χρόνια που είδα αυτή τη φράση να γράφεται στην οθόνη του υπολογιστή μου, αφού εγώ ήμουν στο Λονδίνο και ο Λ. κάπου στην Ελλάδα. Αλλά την είδα να καταγράφεται για πάντα μέσα μου. Και θα' ναι και άλλα πόσα χρόνια πριν που περίμενα να γραφεί αυτό. "Μου έμαθε να πλένω τα πιάτα με ευλάβεια"...
Απόψε θα κάνω μπάνιο στο μωρό με ευλάβεια. Και για να ξεπλύνω λίγη απ' την ντροπή του χρόνου που δε σεβάστηκα. Που στη φούρια μου να ζήσω, να προλάβω, να ζήσω, μπορεί ενώ μιλώ στο ασύρματο, να συνομιλώ με κάποιον στο skype, να θηλάζω την κόρη μου και παράλληλα να έχω παράθυρα ανοιχτά σε πέντε και έξι σάιτ ώστε πουθενά να μην είμαι ολόκληρη. Αυτή τη λαιμαργία, αυτό το ξόδεμα, εγώ το λέω ντροπή μου.
Απόψε έβαλα ραδιόφωνο. Δεύτερο Πρόγραμμα. Έπαιζε κάτι ωραίο. Το άφησα. Ετοίμασα το μπάνιο με αγάπη. Χωρίς βιασύνη. Απόψε το μπανάκι της δε θα είναι μια υποχρέωση που με αγχώνει. Και ας μου μοιάζει κάθε βράδυ όχι ρουτίνα, άθλος, επειδή δεν έχω βοήθεια. Απόψε θέλω ιεροτελεστία. Το μπουρνουζάκι, το ζιπουνάκι, το πιτζαμάκι. Ντυμένη τα υποκοριστικά. Το αφρόλουτρο και το σφουγγάρι παραταγμένα στρατιωτάκια. Περιμένουν την έλευσή της. Το καθισματάκι για το μπάνιο - ή ας είμαι ειλικρινής- το ανάκλιντρο της αρχόντισσας στη θέση του. Η θερμοκρασία του νερού στο χέρι μου. Εγώ, η μαμά της. Στο δικό μου το χέρι καλό το νερό. Στο δικό της σώμα καλό το νερό. Αργό, απαλό, τρυφερό το σαπούνισμα. Βουτάω το σφουγγαράκι στο αφρόλουτρο και της το στραγγίζω στην κοιλίτσα. Σαν πηγή. Θέλει κι άλλο. Αφού χτυπάει χέρια πόδια δυνατά. Το βουτάω πάλι. Μου χαμογελάει.
Η μουσική που ακούω, με ίσες δόσεις νοσταλγίας και μελαγχολίας, με γαληνεύει. Ανάμεσα στα τραγούδια μιλάει μια ώριμη γυναίκα με βραχνή φωνή. Γνώριμη. Η Μαντάμ Σουσού. Μεγάλωσε. Ακούγεται να διαβάζει δυο τρεις αράδες ανάμεσα στα τραγούδια. Πώς μπορεί να λες τόσες κοινοτοπίες μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα λόγου που σου αντιστοιχούν, αναρωτιέμαι. Πώς μπορεί να έχεις ζήσει από και μέσα στην τέχνη και να έχεις να πεις μόνο βαρετές κοινοτοπίες, αναρωτιέμαι. Πώς μπορεί να διάλεξαν να γεμίσουν μια εκπομπή με βαρετές κοινοτοπίες οι τον σταθμό διοικούντες. Το τελευταίο ερώτημα είναι και το μόνο ρητορικό. Αφού όλοι ξέρουμε. Ποιοι έχουν τα μέσα για να διοικούν τα μέσα. Είναι ιερόσυλο να πεις "ο θάνατος του Μάνου Χατζιδάκι" , αφού είναι ολοζώντανος, αλλά όμως έχει νόημα η φράση εδώ, στο κρατικό ραδιόφωνο: Ο ραδιοφονικός θάνατος του Μάνου Χατζιδάκι.
Συγχωρώ όμως την κουλτουριάκη κενότητα άμα ακούω να παίζει τη Μάσα Σιδερομάσα. Τότε είναι που σε θυμήθηκα και αποφάσισα να σου γράψω ένα γράμμα. Γιατί σε σένα; Γιατί είναι πρόκληση να υπερσκελίσω το δέος που μου προκαλείς. Από τι ασύλληπτο μάγμα είσαι φτιαγμένη... Συνήθως, θέλω να πω, γράφω σε φίλους με συγγενή ύλη. Εσύ δεν είσαι φίλη ούτε συγγενεύουν οι ουσίες μας. Ή μήπως όχι; Για φαντάσου. Να νιώθεις την ανάγκη να γράψεις σε κάποιον τόσο ξένο. Και τελικά να αχρηστεύονται οι όποιες συστολές σου και να του γράφεις. Και μάλιστα δημόσια. Αυτό είναι η δύναμη της μη ζωής; Ου ζω power.
Όμως, αν ο Λ. ήταν μια σειρά δεκαδικά ψηφία σε μια οθόνη υπολογιστή, άλλο τόσο ήταν εκείνη η φράση, "μου έμαθε να πλένω τα πιάτα με ευλάβεια" που ήρθε να καταγραφεί μέσα μου. Κι άλλο τόσο εσύ είσαι ένα ασπρόμαυρο ιστολόγιο με τη φωτογραφία μιας όμορφης γυναίκας- από-επιλογή και ξένη, κι άλλο τόσο οι κουβέντες μας, όλων εμάς, περνάν από μέσα μας σαν τέτοια: 010100010010. Και άλλο τόσο δεν έχει νόημα που απολαμβάνω διαβάζοντας όλους εκείνους τους εκλεκτούς που δε θα είχα πιθανοθεωρητικά την τύχη να συναντήσω σε ολόκληρη την πραγματική ζωή μου.
Πόσο βαρετές κοινοτοπίες θα ακούγονται όλα αυτά σε κάποιον άλλο, ίσως και σε σένα. Αλλά τι πειράζει; Στον χώρο και τον χρόνο μου δεν έτυχαν καρέκλες στις αυλές και στα πεζοδρόμια, κουβέντες στο πόδι, κουβέντες ολονύχτιες, στραγάλι, ελιά, καμιά τσικουδιά, παγωμένες μπύρες και οι αυγουστιάτικες νύχτες παρέα. Την ώρα που οι γειτονιές καλοπερνούσαν με το τίποτα, άλλοι δεν έκαναν κέφι και μ' όλα τα λεφτά του κόσμου. Εδώ κι εμείς με το τίποτα, κουβέντες στο πόδι, κουβέντες ολονύχτιες, ξεροσφύρι φτιάχνουμε κεφάλι και άλλοι με όλα τα μέσα του κόσμου τι να μας πούν και αυτοί απ' τη ζωή τους...Μόνο μια προφύλαξη σ' αυτό το επικοινωνιακό όργιο της μη ζωής. Με ευλάβεια.
Καληνύχτα Stassa.
Απόψε θα κάνω μπάνιο στο μωρό με ευλάβεια. Και για να ξεπλύνω λίγη απ' την ντροπή του χρόνου που δε σεβάστηκα. Που στη φούρια μου να ζήσω, να προλάβω, να ζήσω, μπορεί ενώ μιλώ στο ασύρματο, να συνομιλώ με κάποιον στο skype, να θηλάζω την κόρη μου και παράλληλα να έχω παράθυρα ανοιχτά σε πέντε και έξι σάιτ ώστε πουθενά να μην είμαι ολόκληρη. Αυτή τη λαιμαργία, αυτό το ξόδεμα, εγώ το λέω ντροπή μου.
Απόψε έβαλα ραδιόφωνο. Δεύτερο Πρόγραμμα. Έπαιζε κάτι ωραίο. Το άφησα. Ετοίμασα το μπάνιο με αγάπη. Χωρίς βιασύνη. Απόψε το μπανάκι της δε θα είναι μια υποχρέωση που με αγχώνει. Και ας μου μοιάζει κάθε βράδυ όχι ρουτίνα, άθλος, επειδή δεν έχω βοήθεια. Απόψε θέλω ιεροτελεστία. Το μπουρνουζάκι, το ζιπουνάκι, το πιτζαμάκι. Ντυμένη τα υποκοριστικά. Το αφρόλουτρο και το σφουγγάρι παραταγμένα στρατιωτάκια. Περιμένουν την έλευσή της. Το καθισματάκι για το μπάνιο - ή ας είμαι ειλικρινής- το ανάκλιντρο της αρχόντισσας στη θέση του. Η θερμοκρασία του νερού στο χέρι μου. Εγώ, η μαμά της. Στο δικό μου το χέρι καλό το νερό. Στο δικό της σώμα καλό το νερό. Αργό, απαλό, τρυφερό το σαπούνισμα. Βουτάω το σφουγγαράκι στο αφρόλουτρο και της το στραγγίζω στην κοιλίτσα. Σαν πηγή. Θέλει κι άλλο. Αφού χτυπάει χέρια πόδια δυνατά. Το βουτάω πάλι. Μου χαμογελάει.
Η μουσική που ακούω, με ίσες δόσεις νοσταλγίας και μελαγχολίας, με γαληνεύει. Ανάμεσα στα τραγούδια μιλάει μια ώριμη γυναίκα με βραχνή φωνή. Γνώριμη. Η Μαντάμ Σουσού. Μεγάλωσε. Ακούγεται να διαβάζει δυο τρεις αράδες ανάμεσα στα τραγούδια. Πώς μπορεί να λες τόσες κοινοτοπίες μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα λόγου που σου αντιστοιχούν, αναρωτιέμαι. Πώς μπορεί να έχεις ζήσει από και μέσα στην τέχνη και να έχεις να πεις μόνο βαρετές κοινοτοπίες, αναρωτιέμαι. Πώς μπορεί να διάλεξαν να γεμίσουν μια εκπομπή με βαρετές κοινοτοπίες οι τον σταθμό διοικούντες. Το τελευταίο ερώτημα είναι και το μόνο ρητορικό. Αφού όλοι ξέρουμε. Ποιοι έχουν τα μέσα για να διοικούν τα μέσα. Είναι ιερόσυλο να πεις "ο θάνατος του Μάνου Χατζιδάκι" , αφού είναι ολοζώντανος, αλλά όμως έχει νόημα η φράση εδώ, στο κρατικό ραδιόφωνο: Ο ραδιοφονικός θάνατος του Μάνου Χατζιδάκι.
Συγχωρώ όμως την κουλτουριάκη κενότητα άμα ακούω να παίζει τη Μάσα Σιδερομάσα. Τότε είναι που σε θυμήθηκα και αποφάσισα να σου γράψω ένα γράμμα. Γιατί σε σένα; Γιατί είναι πρόκληση να υπερσκελίσω το δέος που μου προκαλείς. Από τι ασύλληπτο μάγμα είσαι φτιαγμένη... Συνήθως, θέλω να πω, γράφω σε φίλους με συγγενή ύλη. Εσύ δεν είσαι φίλη ούτε συγγενεύουν οι ουσίες μας. Ή μήπως όχι; Για φαντάσου. Να νιώθεις την ανάγκη να γράψεις σε κάποιον τόσο ξένο. Και τελικά να αχρηστεύονται οι όποιες συστολές σου και να του γράφεις. Και μάλιστα δημόσια. Αυτό είναι η δύναμη της μη ζωής; Ου ζω power.
Όμως, αν ο Λ. ήταν μια σειρά δεκαδικά ψηφία σε μια οθόνη υπολογιστή, άλλο τόσο ήταν εκείνη η φράση, "μου έμαθε να πλένω τα πιάτα με ευλάβεια" που ήρθε να καταγραφεί μέσα μου. Κι άλλο τόσο εσύ είσαι ένα ασπρόμαυρο ιστολόγιο με τη φωτογραφία μιας όμορφης γυναίκας- από-επιλογή και ξένη, κι άλλο τόσο οι κουβέντες μας, όλων εμάς, περνάν από μέσα μας σαν τέτοια: 010100010010. Και άλλο τόσο δεν έχει νόημα που απολαμβάνω διαβάζοντας όλους εκείνους τους εκλεκτούς που δε θα είχα πιθανοθεωρητικά την τύχη να συναντήσω σε ολόκληρη την πραγματική ζωή μου.
Πόσο βαρετές κοινοτοπίες θα ακούγονται όλα αυτά σε κάποιον άλλο, ίσως και σε σένα. Αλλά τι πειράζει; Στον χώρο και τον χρόνο μου δεν έτυχαν καρέκλες στις αυλές και στα πεζοδρόμια, κουβέντες στο πόδι, κουβέντες ολονύχτιες, στραγάλι, ελιά, καμιά τσικουδιά, παγωμένες μπύρες και οι αυγουστιάτικες νύχτες παρέα. Την ώρα που οι γειτονιές καλοπερνούσαν με το τίποτα, άλλοι δεν έκαναν κέφι και μ' όλα τα λεφτά του κόσμου. Εδώ κι εμείς με το τίποτα, κουβέντες στο πόδι, κουβέντες ολονύχτιες, ξεροσφύρι φτιάχνουμε κεφάλι και άλλοι με όλα τα μέσα του κόσμου τι να μας πούν και αυτοί απ' τη ζωή τους...Μόνο μια προφύλαξη σ' αυτό το επικοινωνιακό όργιο της μη ζωής. Με ευλάβεια.
Καληνύχτα Stassa.
22/1/09
ο φανοποιός
Οι δρόμοι αυτοί που περπατώ ήταν αμπέλια και χρυσές ελιές, όταν εγώ δεν υπήρχα ούτε στον γενετικό κώδικα της γιαγιάς μου, αγέννητη καθώς ήταν. Τότε, τα χωράφια τα καλλιεργούσαν Τούρκοι αφεντικά και όχι Αλβανοί εργάτες. Μετά, οι Τούρκοι έγιναν μπουχός, τα χωράφια έγιναν μονοκατοικίες, τα "τούρκικα" σπίτια έγιναν ανταλλαγή, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες έγιναν ιδιοκτήτες, και το μποστάνι με τις πορτοκαλιές έγινε οικόπεδο. Μετά, το οικόπεδο έγινε περιουσία του παππού μου και τέλος προικώον της μαμάς. Τότε έπρεπε κι εγώ να γεννηθώ και να ζήσω σ' αυτή τη γειτονιά, κατά πως φαίνεται. Και έτσι έγινε.
Περπατώ σπρώχνοντας σε ένα καρότσι το νόημα της ζωής.Το νόημα της ζωής, για όσους το αναζητούν, είναι τροφαντό, πρασινομάτικο, ψιλοκαραφλό και μυρίζει υπέροχα. Όπως υπέροχα μύριζε η λεμονιά στην πίσω αυλή της γειτόνισσας που μετά έγινε πλακάκια και αποθήκες με σκεπές από ελλενίτ. Και τη λένε ακάλυπτο. Όπως υπέροχα μύριζαν τα παιδικά χρόνια στις αλάνες και στους χωματόδρομους που μετά έγιναν χαοτική εφηβεία στους άσφαλτους δρόμους που με οδήγησαν με τέρμα τα γκάζια στο τώρα. Και το λένε μητρότητα. Σκέτο.
Εγώ και το Νόημα χανόμαστε τα απομεσήμερα στους δρόμους με τα προσφυγικά με τις ροδιές, τις μπουκαμβίλιες και τα γεράνια. Κοντοστέκομαι εγώ, η μάνα του νοήματος, και μουρμουρίζω στις γάτες που ήμουν μαμά και για κείνες. Και αντιστέκομαι εγώ, η πρώην μάνα, να τις χαϊδέψω. Κοντοστέκομαι στις αυλές και προσπαθώ να μαντέψω τη ζωή των ανθρώπων που ζουν πίσω απ' τα ξύλινα παντζούρια, την ξεχαρβαλωμένη καγκελόπορτα, τον φροντισμένο κήπο. Άλλοτε αφουγκράζομαι γεροντάκια άλαλα με μια τηλεόραση διαπασών και άλλοτε παιδιά φασαριόζικα να παίζουν κυνηγητό μετρώντας στα ρουμάνικα. Κάποτε, αφουγκράζομαι τη δική μου νοσταλγία για τα παιδιά και τη μελαγχολία για το γήρας. Και αντιστέκομαι να κοιτάζω τις πελώριες καινούργιες πολυκατοικίες με τα ανώφελα φινιστρίνια σε ένα αταξίδευτο κλιμακοστάσιο που φύτρωσαν στη γειτονιά σα μανιτάρια . Αφού τα στρουμφάκια που τις κατοικούν είναι νεόπλουτα, κακόγουστα, οδηγούν και προπαντός παρκάρουν αντιπαθητικά γιγαντιαία αυτοκίνητα. Και ενώ πολλές φορές τα στρουμφάκια είναι γαλάζια παιδιά, οι πυκνοκατοικίες τους είναι βαμμένες σάπιο μήλο και ώχρα, κι εγώ τα αγαπώ ως παιδιά λιγότερο απ' τις γάτες.
Οι δρόμος με έφερε μπροστά σε μια ταμπέλα με το όνομα του συμμαθητή με τα πολύ όμορφα μάτια που όμως δεν έμελλε να καταγραφεί ανάμεσα στους πολλούς παιδικούς μου έρωτες γιατί μ' αδίκησε. Δυο βήματα απ' το σπίτι μου, στο Δημοτικό, μαθαίναμε τη διαίρεση. Κι εγώ καθόμουν δίπλα του και ήθελα να μιλάμε. Αλλά αυτός δεν μου έδινε σημασία. Και βαριόμουν. Και χασμουρήθηκα και μου είπε "εσύ βαριέσαι τη ζωή σου". Αλλά αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμμα που έχω ακούσει. Τη ζωή μου είτε τη μισώ, είτε τη λατρεύω. Αλλά δεν τη βαρέθηκα ποτέ. Γι' αυτό κι εγώ δεν τον αγάπησα. Γιατί ήταν άδικος. Όμως και τα μαθηματικά που αγάπησα δεν ανταποκρίθηκαν. Κι αυτό ήταν άδικο. Και η ποίηση που αγάπησα για είκοσι τόσα χρόνια, μ' άφησε. Κι αυτό κι αν ήταν άδικο. Γιατί η ζωή είναι έτσι: άδικη. Όμως, ο ποιητής των πάντων, δικαίων και αδίκων, δε μ' άφησε. Η μια φάρσα μετά την άλλη. Παράπονο δεν έχω. Πολλά τα γελοία μας. Όπως χθες που κοντοστάθηκα να διαβάσω συλλαβιστά την ταμπέλα "Φανοποίειο" και πλάι το όνομα του συμμαθητή. Αλλά αν και fun ποιών, δε μου προκάλεσε το γέλιο. Ταντίθετο. Ένιωσα πάλι τύψεις που καθόμουν στο ίδιο θρανίο με τον ειρηνοποιό, τον χρονοποιό, τον βροχοποιό, αλλά ποτέ με τον φανοποιό. Μετά, αντιστάθηκα στα ερώτηματα, πήρα δρόμο με το νόημα πάντοτε μπροστά μου.
Περπατώ σπρώχνοντας σε ένα καρότσι το νόημα της ζωής.Το νόημα της ζωής, για όσους το αναζητούν, είναι τροφαντό, πρασινομάτικο, ψιλοκαραφλό και μυρίζει υπέροχα. Όπως υπέροχα μύριζε η λεμονιά στην πίσω αυλή της γειτόνισσας που μετά έγινε πλακάκια και αποθήκες με σκεπές από ελλενίτ. Και τη λένε ακάλυπτο. Όπως υπέροχα μύριζαν τα παιδικά χρόνια στις αλάνες και στους χωματόδρομους που μετά έγιναν χαοτική εφηβεία στους άσφαλτους δρόμους που με οδήγησαν με τέρμα τα γκάζια στο τώρα. Και το λένε μητρότητα. Σκέτο.
Εγώ και το Νόημα χανόμαστε τα απομεσήμερα στους δρόμους με τα προσφυγικά με τις ροδιές, τις μπουκαμβίλιες και τα γεράνια. Κοντοστέκομαι εγώ, η μάνα του νοήματος, και μουρμουρίζω στις γάτες που ήμουν μαμά και για κείνες. Και αντιστέκομαι εγώ, η πρώην μάνα, να τις χαϊδέψω. Κοντοστέκομαι στις αυλές και προσπαθώ να μαντέψω τη ζωή των ανθρώπων που ζουν πίσω απ' τα ξύλινα παντζούρια, την ξεχαρβαλωμένη καγκελόπορτα, τον φροντισμένο κήπο. Άλλοτε αφουγκράζομαι γεροντάκια άλαλα με μια τηλεόραση διαπασών και άλλοτε παιδιά φασαριόζικα να παίζουν κυνηγητό μετρώντας στα ρουμάνικα. Κάποτε, αφουγκράζομαι τη δική μου νοσταλγία για τα παιδιά και τη μελαγχολία για το γήρας. Και αντιστέκομαι να κοιτάζω τις πελώριες καινούργιες πολυκατοικίες με τα ανώφελα φινιστρίνια σε ένα αταξίδευτο κλιμακοστάσιο που φύτρωσαν στη γειτονιά σα μανιτάρια . Αφού τα στρουμφάκια που τις κατοικούν είναι νεόπλουτα, κακόγουστα, οδηγούν και προπαντός παρκάρουν αντιπαθητικά γιγαντιαία αυτοκίνητα. Και ενώ πολλές φορές τα στρουμφάκια είναι γαλάζια παιδιά, οι πυκνοκατοικίες τους είναι βαμμένες σάπιο μήλο και ώχρα, κι εγώ τα αγαπώ ως παιδιά λιγότερο απ' τις γάτες.
Οι δρόμος με έφερε μπροστά σε μια ταμπέλα με το όνομα του συμμαθητή με τα πολύ όμορφα μάτια που όμως δεν έμελλε να καταγραφεί ανάμεσα στους πολλούς παιδικούς μου έρωτες γιατί μ' αδίκησε. Δυο βήματα απ' το σπίτι μου, στο Δημοτικό, μαθαίναμε τη διαίρεση. Κι εγώ καθόμουν δίπλα του και ήθελα να μιλάμε. Αλλά αυτός δεν μου έδινε σημασία. Και βαριόμουν. Και χασμουρήθηκα και μου είπε "εσύ βαριέσαι τη ζωή σου". Αλλά αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμμα που έχω ακούσει. Τη ζωή μου είτε τη μισώ, είτε τη λατρεύω. Αλλά δεν τη βαρέθηκα ποτέ. Γι' αυτό κι εγώ δεν τον αγάπησα. Γιατί ήταν άδικος. Όμως και τα μαθηματικά που αγάπησα δεν ανταποκρίθηκαν. Κι αυτό ήταν άδικο. Και η ποίηση που αγάπησα για είκοσι τόσα χρόνια, μ' άφησε. Κι αυτό κι αν ήταν άδικο. Γιατί η ζωή είναι έτσι: άδικη. Όμως, ο ποιητής των πάντων, δικαίων και αδίκων, δε μ' άφησε. Η μια φάρσα μετά την άλλη. Παράπονο δεν έχω. Πολλά τα γελοία μας. Όπως χθες που κοντοστάθηκα να διαβάσω συλλαβιστά την ταμπέλα "Φανοποίειο" και πλάι το όνομα του συμμαθητή. Αλλά αν και fun ποιών, δε μου προκάλεσε το γέλιο. Ταντίθετο. Ένιωσα πάλι τύψεις που καθόμουν στο ίδιο θρανίο με τον ειρηνοποιό, τον χρονοποιό, τον βροχοποιό, αλλά ποτέ με τον φανοποιό. Μετά, αντιστάθηκα στα ερώτηματα, πήρα δρόμο με το νόημα πάντοτε μπροστά μου.
9/11/08
αυγά
Ως παιδί ήμουν η κόρη που κάθε γονιός θα ήθελε να μεγαλώνει. Η συνταγή ήταν απλή: Καλοσυνάτη (δε κορόιδευα ποτέ τα άλλα παιδάκια παρά μόνο τους δασκάλους που τους είχα αποδώσει διαχρονικά παρατσούκλια και καρικατούρες. Επίσης είχα και το χριστιανικό φιλάνθρωπον να χαρίζω τα παιχνίδια μου), ομορφούλα (έτσι μου λέγανε, το πίστεψα και μετά είχα ουρές τους θαυμαστές), έξυπνη (γονιδιακό το πρόβλημα), καλή μαθήτρια (υπάρχουν αδιάσειστα τεκμήρια), ταλαντούχα (τραγούδι, θέατρο, ζωγραφική και στιχοπλοκία), αστεία (ας γελάσω) και κοινωνική (αμέτρητους φίλους) δημοφιλής (μια ζωή πρόεδρος). Το μόνο μου πρόβλημα ήταν πως φοβόμουν τα φίδια και πως μεγάλωνα.
Επειδή όσο μεγάλωνα γνώριζα πολύ κόσμο (δημοφιλής/κοινωνική και ομορφούλα), γνώρισα και πολλούς σκατάνθρωπους. Σύντομα κατάλαβα (έξυπνη) πως ενώ εγώ είμαι φτιαγμένη από χώμα και νερό γιατί με έπλασε ο Θεούλης που είναι οικοδόμος, εργατική τάξη- καλό παιδί, κιμπάρης, αυτοί είναι φτιαγμένοι από σκατά και κάτουρο γιατί τους έπλασε ο Διάολος, αποφράξεις βόθρων, καλό παιδί- εργατική τάξη, μπαμπέσης. Για να αντιμετωπίσω την κακία των σκατένιων έγινα Λάρα Κρόφτ εφαρμόζοντας το σοφό γνωμικό "η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει". Έβαλα σε λειτουργία το μυαλό μου (έξυπνη) και το χιούμορ μου (αστεία) και έγινα φανατικό Ειρωνίμ και μπαμ-μπουμ, πάρτους όλους κάτω. Δε γινόταν αλλιώς. Μάλιστα σε κάποια περίπτωση που έπρεπε να εξολοθρεύσω πάρα πολλούς κακούς μαζεμένους χρησιμοποίησα την ευκολία μου στη στιχοπλοκία (ταλαντούχα) και έτσι γνώρισα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, όπως θα σας διηγηθώ μια άλλη φορά, που δε το βλέπω. Μετά όμως κατάλαβα πως η βλακεία είναι ανίκητη (πανέξυπνη) και όλη η ειρωνεία του κόσμου δε με φτάνει και σιχάθηκα τους ανθρώπους (κοινωνική), την κουτοπονηριά, τη διπροσωπία, τη τσιγκουνιά, την απαιδευσιά, την καρμιριά, τη ζήλια, τη χοντροκοπιά και έγινα σχεδόν μισάνθρωπος. Δηλαδή μισάνθρωπος κατά το 1/3. Το άλλο 1/3 ήταν με τους ανθρώπους που αγαπούσα και εκτιμούσα και σεβόμουν και θαύμαζα. Και το άλλο 1/3 είναι με ερωτηματικό "μπας και κάνω λάθος;;;;;" Έτσι. Μ' αυτά και μ' αυτά δεν είχα πια λαό να κυβερνήσω (δημοφιλής) και έγινα και αντιεξουσιάστρια. Του καναπέ κυρίως αλλά και της πολυθρόνας, της καρέκλας γραφείου, της ταβέρνας, της παραλίας κλπ.
Τώρα τι θέλω να πω με όλα αυτά; Πάμε πάλι από την αρχή.
Ως παιδί ήμουν η κόρη που κάθε γονιός θα ήθελε να μεγαλώνει. Μόνο που μια φορά, δε ξέρω τι με είχε πιάσει και πέταγα αυγά. Ήταν τότε η δεκαετία του 80 που ο κόσμος έχτιζε. Ήταν μια οικοδομή στον ακάλυπτο του σπιτιού μας. Ήταν και τα αυγά μπόλικα στο ψυγείο. Τα έπαιρνα και τα πετούσα στου Λασπιτζή την οικοδομή. Μία-δυο-τρεις, είδε τα τσιμέντα που τα είχα κάνει ομελέτα η Λασπίτζαινα, έρχεται και καρφώνει στη μάνα μου πως κάποιο από τα παιδιά της πετάει αυγά. Εννοείται πως οι υποψίες πέσαν πάνω στους αδελφούς μου. Μας παρέταξε η μήτηρ μας και τους τρεις και μας είπε με σοβαρό αλλά όχι αυστηρό ύφος "Πείτε μου ποιος από τους τρεις σας το έκανε και υπόσχομαι πως δε θα τον μαλώσω". Η υπόσχεσή της μου ήταν περιττή. Θα ομολογούσα ηρωικά "Μαμά, εγώ το έκανα". Φυσικά τήρησε την υπόσχεσή της και δε με μάλωσε αλλά προτιμούσα να με κυνηγάει με την παντόφλα παρά αυτό το εντελώς προβληματισμένο ύφος που είδα στο πρόσωπό της. Μετά, πέρασαν τα χρόνια, επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι της πως δε θα γινόμουν μια καλή νοικοκυρά που' ναι δούλα και κυρά και δουλεύει αγόγγυστα και είναι και ψηφοφόρος. Πέρασαν τα χρόνια, το πατρικό μου σπίτι εγκαταλείφθηκε από την οικογένεια και το καβάτζωσα εγώ προσωρινά γιατί παίζω τη μαμά και το παιδί. Η οικοδομή του Λασπιτζή είναι πια κατοικημένο σπίτι. Κάθε βράδυ σχεδόν ο εγγονός του Λασπιτζή τραγουδάει α-καπέλα όλες τις μεγάλες βλαχοσκυλοποπ επιτυχίες της εποχής. Έχουμε κάτι αυγά στο ψυγείο και το σκέφτομαι....
Επειδή όσο μεγάλωνα γνώριζα πολύ κόσμο (δημοφιλής/κοινωνική και ομορφούλα), γνώρισα και πολλούς σκατάνθρωπους. Σύντομα κατάλαβα (έξυπνη) πως ενώ εγώ είμαι φτιαγμένη από χώμα και νερό γιατί με έπλασε ο Θεούλης που είναι οικοδόμος, εργατική τάξη- καλό παιδί, κιμπάρης, αυτοί είναι φτιαγμένοι από σκατά και κάτουρο γιατί τους έπλασε ο Διάολος, αποφράξεις βόθρων, καλό παιδί- εργατική τάξη, μπαμπέσης. Για να αντιμετωπίσω την κακία των σκατένιων έγινα Λάρα Κρόφτ εφαρμόζοντας το σοφό γνωμικό "η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει". Έβαλα σε λειτουργία το μυαλό μου (έξυπνη) και το χιούμορ μου (αστεία) και έγινα φανατικό Ειρωνίμ και μπαμ-μπουμ, πάρτους όλους κάτω. Δε γινόταν αλλιώς. Μάλιστα σε κάποια περίπτωση που έπρεπε να εξολοθρεύσω πάρα πολλούς κακούς μαζεμένους χρησιμοποίησα την ευκολία μου στη στιχοπλοκία (ταλαντούχα) και έτσι γνώρισα τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, όπως θα σας διηγηθώ μια άλλη φορά, που δε το βλέπω. Μετά όμως κατάλαβα πως η βλακεία είναι ανίκητη (πανέξυπνη) και όλη η ειρωνεία του κόσμου δε με φτάνει και σιχάθηκα τους ανθρώπους (κοινωνική), την κουτοπονηριά, τη διπροσωπία, τη τσιγκουνιά, την απαιδευσιά, την καρμιριά, τη ζήλια, τη χοντροκοπιά και έγινα σχεδόν μισάνθρωπος. Δηλαδή μισάνθρωπος κατά το 1/3. Το άλλο 1/3 ήταν με τους ανθρώπους που αγαπούσα και εκτιμούσα και σεβόμουν και θαύμαζα. Και το άλλο 1/3 είναι με ερωτηματικό "μπας και κάνω λάθος;;;;;" Έτσι. Μ' αυτά και μ' αυτά δεν είχα πια λαό να κυβερνήσω (δημοφιλής) και έγινα και αντιεξουσιάστρια. Του καναπέ κυρίως αλλά και της πολυθρόνας, της καρέκλας γραφείου, της ταβέρνας, της παραλίας κλπ.
Τώρα τι θέλω να πω με όλα αυτά; Πάμε πάλι από την αρχή.
Ως παιδί ήμουν η κόρη που κάθε γονιός θα ήθελε να μεγαλώνει. Μόνο που μια φορά, δε ξέρω τι με είχε πιάσει και πέταγα αυγά. Ήταν τότε η δεκαετία του 80 που ο κόσμος έχτιζε. Ήταν μια οικοδομή στον ακάλυπτο του σπιτιού μας. Ήταν και τα αυγά μπόλικα στο ψυγείο. Τα έπαιρνα και τα πετούσα στου Λασπιτζή την οικοδομή. Μία-δυο-τρεις, είδε τα τσιμέντα που τα είχα κάνει ομελέτα η Λασπίτζαινα, έρχεται και καρφώνει στη μάνα μου πως κάποιο από τα παιδιά της πετάει αυγά. Εννοείται πως οι υποψίες πέσαν πάνω στους αδελφούς μου. Μας παρέταξε η μήτηρ μας και τους τρεις και μας είπε με σοβαρό αλλά όχι αυστηρό ύφος "Πείτε μου ποιος από τους τρεις σας το έκανε και υπόσχομαι πως δε θα τον μαλώσω". Η υπόσχεσή της μου ήταν περιττή. Θα ομολογούσα ηρωικά "Μαμά, εγώ το έκανα". Φυσικά τήρησε την υπόσχεσή της και δε με μάλωσε αλλά προτιμούσα να με κυνηγάει με την παντόφλα παρά αυτό το εντελώς προβληματισμένο ύφος που είδα στο πρόσωπό της. Μετά, πέρασαν τα χρόνια, επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι της πως δε θα γινόμουν μια καλή νοικοκυρά που' ναι δούλα και κυρά και δουλεύει αγόγγυστα και είναι και ψηφοφόρος. Πέρασαν τα χρόνια, το πατρικό μου σπίτι εγκαταλείφθηκε από την οικογένεια και το καβάτζωσα εγώ προσωρινά γιατί παίζω τη μαμά και το παιδί. Η οικοδομή του Λασπιτζή είναι πια κατοικημένο σπίτι. Κάθε βράδυ σχεδόν ο εγγονός του Λασπιτζή τραγουδάει α-καπέλα όλες τις μεγάλες βλαχοσκυλοποπ επιτυχίες της εποχής. Έχουμε κάτι αυγά στο ψυγείο και το σκέφτομαι....
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)