Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26/6/11

XV

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου,
και στη σάρκα σου
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

Του Αργύρη Χιόνη
«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει»

5/6/11

θέλω να πάω στη συνέλευση και να απαγγείλω ένα ποίημα

Ο παπαγάλος

Σαν έμαθε τη λέξη καλησπέρα
ο παπαγάλος, είπε ξαφνικά:
«Είμαι σοφός, γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι δω πέρα;»

Την πράσινη ζακέτα του φορεί
και στο συνέδριο των πουλιών πηγαίνει,
για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα,
και τους λέει: «καλησπέρα».

Ο λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τι διαβασμένος, λένε, ο παπαγάλος!
Θα ’ναι σοφός αυτός πολύ μεγάλος,
αφού μπορεί και ανθρώπινα μιλεί.
Απ’ τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του να ’χει φέρει,
με τι σοφούς εμίλησε, και πόσα
να ξέρει στων γραμματικών τη γλώσσα!
«Κυρ παπαγάλε, θα ’χομε την τύχη
ν’ ακούσωμε τι λες και πάρα πέρα;»

Ο παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει…
μα τι να πει; Ξανάπε: «καλησπέρα».


Ζαχαρίας Παπαντωνίου

25/9/09

Σα να διάλεξες

Σα να διάλεξες


Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δω την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Ακούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Ενώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Ασήκωτες κι αυτές.
Κατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για τα λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε. Εκεί με κλειστά τα μάτια.


Κική Δημουλά, "Η εφηβεία της λήθης" (1994)

21/3/09

Ρόδα Αειθαλή

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι` αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμα τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.



Τίτος Πατρίκιος, «Η αντίσταση των γεγονότων», Κέδρος, Αθήνα 2000.

3/2/09

Ο τόπος μας είναι κλειστός

Ο τόπος μας είναι κλειστός



Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία: Χορωδία 1973
Δίσκος: Ο Στρατής ο Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγαπανθούς

Video clip: Niemandsrose

14/6/08

Νίκος Καρούζος- Διάλογος Πρώτος

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ

κι όμως πονέσαμε απ’ τα βάθη.

Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση

για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.

Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει

χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.

Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη

να φανερωθεί ολόκληρη.

Μια μουσική

άξια των συγκινήσεων μας

δεν ακούσαμε.

Βρεθήκαμε σ’ ένα διάλειμμα του κόσμου

ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα

στεφανωμένη με αγκάθια.

Χαίρετε άνθη σιωπηλά

με των καλύκων την περισυλλογή

ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.

Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί

ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.

Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη

και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.

Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά

μια μέρα…

Με τη θυσία του γύρω φαινομένου

θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.



Ακούστε τον ποιητή να διαβάζει το Διάλογο Πρώτο στο Ποιείν του Σωτήρη Παστάκα.

13/6/08

Γενέθλια '86

Γενέθλια κι αγόρασα σκοινί
τον κόμπο μου τον έχω φτιάξει πρόχειρα
παραληρώντας πάνω στο σκαμνί
στον τελευταίο ρόλο του αυτόχειρα.

Πίσω μου τίποτα, τίποτα στο μέλλον
μονάχα η κηδεία των ψηλών καπέλων.

Γενέθλια και φτύνω τις ευχές
σοκολατάκια στήνω για ικρίωμα
ελπίζω με τις πρώτες τις βροχές
να ξεχαστώ και 'γώ και το σημείωμα.

Πίσω μου τίποτα, τίποτα στο μέλλον
μονάχα η κηδεία των ψηλών καπέλων.



Στίχοι Κώστας Τριπολίτης
Μουσική Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία Βασίλης Παπακωνσταντίνου

28/1/08

Ουλαλούμ- Γιάννης Σκαρίμπας

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
Kι εσύ κοντά μου . . .
********
****

22/12/07

Δύο ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού

Η διαθήκη μου

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός .
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.


Θα σας περιμένω

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.

Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

Μιχάλης Κατσαρός




Ο Μιχάλης Κατσαρός του Ευσταθίου εκ Κυπαρισσίας Τριφυλίας (όπως αυτοπαρουσιαζόταν στην τελευταία ποιητική του συλλογή «Κορέκτ / Φόβος ποιητή», «Μανδραγόρας») δεν ήταν μόνο τα ποιήματά του. Ηταν και η εν γένει καθημερινή εμφάνισή του: πουκάμικο λερό, γραβάτα, ένα δερμάτινο από επάνω, μαύρα γυαλιά, κασκέτο. Τον έβλεπες να περπατά στους δρόμους πέριξ της πλατείας Συντάγματος, με ανεμίζοντα την γκρίζα κόμη του.

(συνέχεια εδώ)



"Το ποίημα Μιχάλης Κατσαρός

Ένα γκαρσόνι, στον Πειραιά του 1971, μου είπε ότι με ψάχνει ο Μιχάλης Κατσαρός. Το καφενείο 'Στοά' ήταν μικρό με λογοτεχνικές Τρίτες, το βράδυ, όπου είχα δει τον Στέλιο Γεράνη,τον Νίκο Καββαδία, χωρίς να τους μιλήσω, πίσω από λάμπες φθορίου και καπνούς.
Ήταν φθινόπωρο, από τα φθινόπωρα της παλιάς εποχής, γεμάτο με βροχές, αέρα, πτώση θερμοκρασίας, όταν είδα τον ποιητή να κάθεται χωρίς ομπρέλα κάτω από ένα υπόστεγο. Μιλήσαμε για τον καιρό και για τον Άδη. (Έμενε στο Μοσχάτο, λίγα μέτρα από τον σταθμό, δίπλα στο ποτάμι Ιλισός, προτού εκβάλλει, βρώμικος πια, στο Φάληρο, σ' ένα κτίσμα στο βάθος ενός άδειου οικοπέδου, ξέφραγου. Έμοιαζε με αγροτικές κατοικίες χωρίς αγρούς.)
Ο Μιχάλης Κατσαρός δεν είχε σπίτι. Δεν είχε ακτή η θάλασσά του. Έτσι μπορούσε να θεωρεί σπίτι του τα καφενεία, τα σινεμά, τα μαγειρεία, έως ότου γυρίσει πίσω, στο νοικιασμένο δωμάτιό του, αργά το βράδυ, για να κοιμηθεί.
Στην μεγάλη πλημμύρα του 1977, όταν όλα σκεπάστηκαν από νερό και λάσπη, ανέβηκε στην σκεπή του για αν σωθεί, κρατώντας μια άδεια στάμνα για να σταματήσει το κακό. (...)
Ανεβήκαμε, όχι εύκολα, από τον Πειραιά στην Αθήνα. Τι μεγάλο ταξίδι! Στην αρχή στο καφενείο Νέον με τους οικοδόμους του και τους εργάτες. Με τις γυναίκες του ντυμένες με ρούχα στρατηγών από το Μοναστηράκι. Καφέδες και τσάι και χούντα έξω. Περάσαμε αργά μα σταθερά στο καφενείον Μέγας Αλέξανδρος, στο γαλακτοπωλείο Μεγάλη Βρετανία, και παρακολουθήσαμε τους στρατιώτες, τους ναύτες, τους αεροπόρους ν' αλλάζουν ρούχα στα αποχωρητήρια για να κυκλοφορήσουν με πολιτικά κρατώντας τη στολή τους με μια πλαστική σακούλα. Είδαμε παρελάσεις πίσω απ' το τζάμι. Αναπνοές που έκαναν τα κρύσταλλα να δακρύζουν.
Από την Ομόνοια, περάσαμε στου Λουμίδη, στο Σύνταγμα, -Αμέρικαν μπαρ, στο εστιατόριο στο ισόγειο του υπουργείου Παιδείας, Μπραζίλιαν, Ζόναρς, και ξανά Ομόνοια, Μανχάταν, πλατεία Δημαρχείου... Ήταν σταματημένος σ' ένα περίπτερο, στην αρχή της οδού Σταδίου, πάνε δυο μήνες, κι έπαιρνε τσιγάρα, εφημερίδα. Κομψός με τη φθινοπωρινή του φορεσιά. Τραγιάσκα στο κεφάλι. Οι βιαστικοί περαστικοί τον χαιρετούσαν, ανταπέδιδε τον χαιρετισμό, όπως έκανε πάντα, όταν έπινε καφέ στα όρθια ή στις καρέκλες, κι είχε γύρω του νέα παιδιά που έγραφαν, ζωγράφιζαν ή τραγουδούσαν. (...)
Περάσαμε στη στοά, στο καφενείο που βγάζει στη Λυκούργου. Μου αρέσουν οι καρέκλες που είναι μαλακές, είπε. Έχω βρει ένα εστιατόριο που βλέπει στην πλατεία, Δημαρχείου, και πάω εκεί. Κάθομαι με τις ώρες. Μετά στο σπίτι στα Πετράλωνα. Με ταξί ή τον ηλεκτρικό. Με βγάζει δίπλα. 'Ηταν ο ίδιος, δεν είχε αλλάξει καθόλου. Τα χέρια του τον πρόδιδαν πως γράφει, η ευγένεια πως υποφέρει για τον κόσμο που χάνεται χωρίς λόγο, για τις ασθένειες που δεν νικιώνται.
Θα σε ξαναδώ, παλιόπαιδο; μου είπε φεύγοντας. Ναι, θα σου τηλεφωνήσω Μιχάλη. Δεν πρόλαβα, ή μήπως του τηλεφώνησα και βγήκαμε, μια βόλτα σ' όλα τα μαγαζιά που μας στέγασαν από το 1971; Και ναι, τον είδα πάλι, να τρώει αργά-αργά πατάτες γιαχνί και το μπιφτέκι του σιωπηλός, με κείνη την εύθραυστη ηρεμία των αγαλμάτων."

Του Γιώργου Χρονά από την Κυριακάτικη, 13/12/98.

7/12/07

Άσμα Ασμάτων

Η Ειρήνη Παπά απαγγέλλει από το Άσμα Ασμάτων. Η μετάφραση και ποιητική απόδοση ανήκει στον Λευτέρη Παπαδόπουλο και η μουσική στον Βαγγέλη Παπαθανασίου (δίσκος "Ραψωδίες").


Όμορφη, όμορφη, όμορφη πού' σαι αγάπη μου.
Τι όμορφη που είσαι...
Γλυκιά σαν του περιστεριού και τρυφερή η ματιά σου
Καμιά από τις όμορφες δεν παραβγαίνει εμπρός σου
Εσύ είσαι κρινολούλουδο κι εκείνες είναι αγκάθια
Ίδια με κόκκινη κλειστή τα κόκκινά σου χείλη
Σα ρόδι που το κόψανε στη μέση
μου φαντάζει πίσω από το πέπλο σου το ροδομάγουλό σου
Τα δυο σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκαδάκια
που να βοσκήσουν βγήκανε μες στα ανθισμένα κρίνα.
Φίλα με, φίλα με, μ' όλα τα φιλιά που έχεις μες στο στόμα
μέθα με στης αγκαλης σου το πιο γλυκό κρασί
και το όνομά σου άρωμα, μύρο χυμένο κάτω
Όλων των μύρων τ' άρωμα και η ευωδιά είσαι εσύ
ναι, πιο πολύ κι από το κρασί μεθώ όταν μ' αγγίζεις
να σ' αγαπάνε, άντρα μου, αυτό μονάχα αξίζεις.
Όμορφη, αψεγάδιαστη είσαι αγαπημένη.
Μου 'χεις κλέψει την καρδιά μου, αγάπη μου, αδελφή μου,
μ' ένα σου βλέμμα μοναχά, μια χάντρα στο λαιμό σου.
Μέλι κερήθρας στάζουνε τα δυο γλυκά σου χείλη
μέλι και γάλα αργοκυλούν στη γλώσσα σου από κάτω.
Κήπος κλειστός, ολάνθιστος είσαι αγαπημένη
πηγή με γάργαρο νερό, παράδεισος από δροσιές
παράδεισος από ροδιές το κάθε σου αυλάκι.
Κανέλα, μοσχοκάλαμο, κι ο νάρδος με τον κρόκο
και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα
και αλόη και όποιο μύρο πεις, σε σένα ευωδιάζουν.

Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φύσα τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού οι ευωδιές μου.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.
Κι ας κατεβεί ο άντρας μου στον κήπο που 'ν' δικός του
για να γευτεί όποιο καρπό απ' τα κλαδιά του θέλει
για να γευτεί όποιο καρπό απ'τα κλαδιά μου θέλει.

18/11/07

Στρόβιλος

Χίλιες παλιές ανάσες
χθες
ένας πηχτός, πυρακτωμένος άνεμος
ξεχύθηκαν-
στρόβιλος
στ' ανάμεσά μας πέρατα.
Και τύλιξαν, σκοντάφτοντας,
γυμνά τα πέλματά σου
μες στη νύχτα.

14/11/07

Τέλος


Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά,

καλύτερη κι απ' ό,τι λαχταρούσα,

τώρα που μου 'ρθαν όλα όπως τα 'θελα

κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,

νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.


Ντίνος Χριστιανόπουλος

3/11/07

Τις μέρες

Να μπορούσα τις μέρες που άδειες
με προσπερνάνε, να φύλαγα
για τον ερχομό του έρωτα
που θα κρατήσει πάλι
τόσο λίγο.

1/11/07

Σονάτα του σεληνόφωτος

Εδώ, η Μελίνα Μερκούρη απαγγέλλει συγκλονιστικά τη Σονάτα του σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου. Την απαγγελία συνοδεύει σύνθεση του Μάνου Χατζιδάκι.


Σονάτα του σεληνόφωτος-Γιάννης Ρίτσος
(απόσπασμα)

Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ᾿ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ᾿ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στο νέο.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ᾿ ακούσω. Σώπα.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο τόσο αδιάφορη κι άυλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δὲν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ᾿ η φθορά του. Άφησέ με νάρθω μαζί σου...



[Ολόκληρο το έργο, εδώ.]

29/10/07

Το Πνεύμα της Γης



ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΓΗΣ:
Στης ζωής τα κύματα, στη θύελλα της δράσης
Πηγαίνω πάνω και κάτω
Υφαίνω πέρα και δώθε!
Γέννηση και τάφος,
Ένα αιώνιο πέλαγος,
Ένα αιώνιο φάσιμο που αλλάζει,
Μια πύρινη ζωή,
Έτσι δουλεύω μέσα στον γρήγορο αργαλειό του χρόνου
Και υφαίνω της θεότητας το ζωντανό φόρεμα.

Απόσπασμα: Φάουστ του Γκαίτε σε μετάφραση Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου.

6/10/07

Μίδας

Μίδας

Τα μάτια μου τα άδολα
τα μάτια μου τ’ αθώα
ζηλεύανε στα λάφυρα
ζηλεύανε στα δώρα.
Η ζήλια βάζει δύναμη
στο νεύρο και στο πέλμα
και το χτυπάω τρεις φορές
και αντηχεί ως πέρα.
Κουφές, λωλές, ξυπόλητες
πώς τ’ άκουσαν οι Μοίρες
συνάμενες-κουνάμενες
μού΄ρθαν οι χωριογύρες.
"Τι έχεις γιε μου και βαράς
της Στρογγυλής τη φλούδα
και ξύπνησες τον Κέρβερο
με την τριπλή μουσούδα;"
Μια ξεματίζει τα κουκιά
βρε και τα φτύνει χάμω
κι άλλη η μισότυφλη
πάει να μου γράψει γάμο
μα η πιο καπάτσα, η πιο σωστή,
που τα’χε τετρακόσα
το άχτι μου κατάλαβε
για πλούτη και για δόξα.
Μου λέει «Μη σκας και στο γραφτό
θα αλλάξουμε σελίδα
κι απ’ όνομα χριστιανικό,
θα σ’ ονομάσω Μίδα.
Τα χέρια σου ό,τι πιάνουνε
να γίνουν θες δε θες
δολάρια, πετρέλαιο,
κι Αμέρικαν Εξπρές.»
Και πριν προφτάσω να της πω
«γράψε και λίγη φήμη»
τό ’δα με τα ματάκια μου
η Γη πώς καταπίνει.
Πάω λοιπόν καμαρωτός
δίχως δραχμή στη τσέπη
να πιω μια μπύρα σ’ ένα μπαρ
και μια μικρή με βλέπει.
Έρχεται η μπύρα δροσερή
κι ως πάω να την πιάσω
γίνεται πετρελαιοπηγή
και πώς να ξεδιψάσω;
Έρχετ’ η κόρη λυγερή
κι ως πά’ να την αγγίξω
χρυσή την κάνω προτομή
και πώς να τη φιλήσω;
Με βλέπει, με λυπήθηκε
ντιτζέυ στη κονσόλα
και κάθισε και μ’ ακουσε,
κι εγώ του τά 'πα όλα
«Έτσι που λες αγόρι μου,
τη λύση δε τη βρίσκω»
έλεγα καθώς άγγιξα
κάποιον τυχαίο δίσκο.
Ο δίσκος γίνεται χρυσός,
κατόπιν πλατινένιος
γίνομαι φίρμα προφανώς
και ζω ευτυχισμένος.

Χορός
Από τα χέρια Μίδα μου σου πήραν τη ζωή
και χώσανε στις χούφτες σου το άχαρο μαχρή.

20/9/07

Το μυστικό της αντοχής μου - Τσαρλς Μπουκόφσκι



The secret of my endurance


I still get letters in the mail, mostly from cracked-up
men in tiny rooms with factory jobs or no jobs
who are living with whores or no woman at all, no hope,
just booze and madness.
I get most of their letters on lined paper
written with an unsharpened pencil
or in ink
in tiny handwriting that slants down to the
left
and the paper is most often torn
usually halfway up the middle
and they say they like my stuff,
I've written from where it's at
they recognize it truly.
I've given them some chance,
some recognition of where it's at.
It's true, I was there, even worse off than most of them.
But I wonder if they realize where their letters arrive?
Well, they are dropped into a box on a wire fence
behind a six-foot hedge and long driveway leading
to a two car garage, rose garden, fruit trees,
animals, a beautiful woman,
mortgage about half
paid after a year's residence, a new car, two cars,
fireplace and a green rug two-inches deep
with a young boy to write my stuff now.
I keep him in a ten-foot square cage
with a typewriter
feed him whiskey and raw whores
belt him pretty good three or four times a week.
I'm 60 years old now and the critics say
my stuff is getting better than ever.

Charles Bukowski

18/9/07

Σκλάβοι πολιορκημένοι -Κώστας Βάρναλης

Σκλάβοι πολιορκημένοι- Πρόλογος

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"!
― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;

Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! -

έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!




Οι Σκλάβοι πολιορκημένοι, είναι το δεύτερο αντιπροσωπευτικό έργο του Βάρναλη, εμπνευσμένο από το Εικοσιένα, που τούς αντιπαρατάσσει στούς «Ελεύθερους πολιορκημένους» του Σολωμού. Ωστόσο ο Βάρναλης, συνεπής στις ιδέες του, με το νέο του ποιητικό έργο, μας δίνει το ιστορικό και ψυχολογικό ντοκουμέντο της εποχής του. Με το έργο του αυτό «αναλαβαίνει να ερμηνέψει τη ζωή ρεαλιστικά, δηλαδή όπως είναι: με τις ασκήμιες της, τους Φόβους, τις πλάνες, τις ανθρώπινες αδυναμίες». Κι από τη βάση αυτή ξεκινώντας, «ανεβαίνει - όπως ο ίδιος λέγει - στο ιδανικό της ελευθερίας όλων των ανθρώπων, και όχι μιας τάξης ανθρώπων».
[http://www.logotexnia.com/writersgr/varnalis/varnalis.html]


Ακούστε τους Σκλάβους πολιορκημένους σε απαγγελία του ίδιου του ποιητή.
από το "Ο Βάρναλης διαβάζει Βάρναλη".