Και τώρα, αν θέλεις πάλι τα ίδια να λέμε, πάλι ο κορμός του σεναρίου
ίδιος με ελάχιστες παραλλαγές στην πλοκή και πάντα διαφορετικά
προσωπεία κι ονόματα για να μην πλήττει το κοινό, τότε κλικ στο Χ
και κλείνει η αυλαία πριν αρχίσει το έργο.
Γιατί τι να μου πουν και τι να σου πω κι εγώ, από δω ψηλά, από τον θρόνο της Μητρότητας, τα ονόματα που αποτελούν την επικαιρότητα. Ποιος ασχολείται με την επικαιρότητα όταν έχει γεύση αιωνιότητας στα χείλια...
Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, γίνεσαι ένα σώμα που σπαράζει από τον πόνο, που σκίζεται στα δυο φέρνοντας την ύπαρξη.
Ένας κόσμος φτιαγμένος από τον άνδρα για τον άνδρα με τον άνδρα. Ένας κόσμος που άγεται και αποθεώνει το ανικανοποίητο, που το χρημα δε μπορεί να εχει τέλος. Που διψά για ισχύ, για γραβατωμένη εκμετάλλευση και επιβολή. Που νομιμοποιεί και υπηρετεί τη βία και τη λέει σώματα ασφαλείας. Κι επειτα κάποια γραβάτα προεδρεύουσα θα την κάνει την αρπαχτή αφαιμάσσοντας τα ταμεία που γέμισαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Κι έπειτα κάποια στολή θα δυσανασχετήσει με τον ανενεργό της οπλισμό που της χρηματοδότησαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Και το χρημα θα κάνει φτερά και η ερπύστρια μπορεί να κυλήσει παραέξω.
Μου λες, γιατί ποτέ δεν αναφέρω ονόματα σε όσα γράφω. Γιατί σιχαίνομαι. Γιατί αν λεκιάσω τον χώρο μου με το όνομα του καθενός από αυτούς, πώς έπειτα θα γράψω για τον Θέοφιλο, τον ζωγράφο που έζησε στον πλάτανο... Και για κάποιον άλλο στο πιθάρι, και κάποιον σε σπηλιά, και άλλον, ακόμα πιο άσημο, Νικόλας μπορεί σε κάποιο ψιλικατζίδικο μια σταλιά της Καλλιδρομίου. Ή ακόμα πιο άσημο, κάπου αποκομμένος από αυτόν τον κόσμο.
Χτυπάει το τηλέφωνο, είναι η γιαγιά μου. Από τα πιο γερά μυαλά που έχω γνωρίσει. Μόλις ακούω τη φωνή της σπάω, σπάει κι εκείνη, παριστάνουμε όπως πάντα, τις δυνατές. Που γέννησε τα τρία παιδιά της στο σπίτι. Που τη σκεφτόμουν όσο πονούσα. Ότι έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς οι δυνατές γυναίκες. Έτσι πρέπει να γεννάμε, έτσι να ζούμε. Και θα μου μάθει και πώς πεθαίνουμε. Έτσι πρέπει να είμαστε. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Ούτε σκέτα μουνιά, ούτε σκέτη εικόνα, ούτε σκέτο σφουγγαροπανο, ούτε σκέτη παραγωγή, ούτε σκέτη αναπαραγωγή. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Τον κοιτώ με τόση προσήλωση που θα νιώθει κάποια θέρμη από το βλέμμα μου ακόμη και με τα μάτια του κλειστά. Ένα άρρεν αρτιμελές που λένε τα γραφειοκρατικά κατάστιχα. Και το όνομα αυτού Οδυσσέας.
Γιατί τι να μου πουν και τι να σου πω κι εγώ, από δω ψηλά, από τον θρόνο της Μητρότητας, τα ονόματα που αποτελούν την επικαιρότητα. Ποιος ασχολείται με την επικαιρότητα όταν έχει γεύση αιωνιότητας στα χείλια...
Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, γίνεσαι ένα σώμα που σπαράζει από τον πόνο, που σκίζεται στα δυο φέρνοντας την ύπαρξη.
Ένας κόσμος φτιαγμένος από τον άνδρα για τον άνδρα με τον άνδρα. Ένας κόσμος που άγεται και αποθεώνει το ανικανοποίητο, που το χρημα δε μπορεί να εχει τέλος. Που διψά για ισχύ, για γραβατωμένη εκμετάλλευση και επιβολή. Που νομιμοποιεί και υπηρετεί τη βία και τη λέει σώματα ασφαλείας. Κι επειτα κάποια γραβάτα προεδρεύουσα θα την κάνει την αρπαχτή αφαιμάσσοντας τα ταμεία που γέμισαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Κι έπειτα κάποια στολή θα δυσανασχετήσει με τον ανενεργό της οπλισμό που της χρηματοδότησαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Και το χρημα θα κάνει φτερά και η ερπύστρια μπορεί να κυλήσει παραέξω.
Μου λες, γιατί ποτέ δεν αναφέρω ονόματα σε όσα γράφω. Γιατί σιχαίνομαι. Γιατί αν λεκιάσω τον χώρο μου με το όνομα του καθενός από αυτούς, πώς έπειτα θα γράψω για τον Θέοφιλο, τον ζωγράφο που έζησε στον πλάτανο... Και για κάποιον άλλο στο πιθάρι, και κάποιον σε σπηλιά, και άλλον, ακόμα πιο άσημο, Νικόλας μπορεί σε κάποιο ψιλικατζίδικο μια σταλιά της Καλλιδρομίου. Ή ακόμα πιο άσημο, κάπου αποκομμένος από αυτόν τον κόσμο.
Χτυπάει το τηλέφωνο, είναι η γιαγιά μου. Από τα πιο γερά μυαλά που έχω γνωρίσει. Μόλις ακούω τη φωνή της σπάω, σπάει κι εκείνη, παριστάνουμε όπως πάντα, τις δυνατές. Που γέννησε τα τρία παιδιά της στο σπίτι. Που τη σκεφτόμουν όσο πονούσα. Ότι έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς οι δυνατές γυναίκες. Έτσι πρέπει να γεννάμε, έτσι να ζούμε. Και θα μου μάθει και πώς πεθαίνουμε. Έτσι πρέπει να είμαστε. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Ούτε σκέτα μουνιά, ούτε σκέτη εικόνα, ούτε σκέτο σφουγγαροπανο, ούτε σκέτη παραγωγή, ούτε σκέτη αναπαραγωγή. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Τον κοιτώ με τόση προσήλωση που θα νιώθει κάποια θέρμη από το βλέμμα μου ακόμη και με τα μάτια του κλειστά. Ένα άρρεν αρτιμελές που λένε τα γραφειοκρατικά κατάστιχα. Και το όνομα αυτού Οδυσσέας.



