1/10/12

άρρεν αρτιμελές

Και τώρα, αν θέλεις πάλι τα ίδια να λέμε, πάλι ο κορμός του σεναρίου ίδιος με ελάχιστες παραλλαγές στην πλοκή και πάντα διαφορετικά προσωπεία κι ονόματα για να μην πλήττει το κοινό, τότε κλικ στο Χ και κλείνει η αυλαία πριν αρχίσει το έργο.
Γιατί τι να μου πουν και τι να σου πω κι εγώ, από δω ψηλά, από τον θρόνο της Μητρότητας, τα ονόματα που αποτελούν την επικαιρότητα. Ποιος ασχολείται με την επικαιρότητα όταν έχει γεύση αιωνιότητας στα χείλια...
Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, γίνεσαι ένα σώμα που σπαράζει από τον πόνο, που σκίζεται στα δυο φέρνοντας την ύπαρξη.
Ένας κόσμος φτιαγμένος από τον άνδρα για τον άνδρα με τον άνδρα. Ένας κόσμος που άγεται και αποθεώνει το ανικανοποίητο, που το χρημα δε μπορεί να εχει τέλος. Που διψά για ισχύ, για γραβατωμένη εκμετάλλευση και επιβολή.  Που νομιμοποιεί και υπηρετεί τη βία και τη λέει σώματα ασφαλείας. Κι επειτα κάποια γραβάτα προεδρεύουσα θα την κάνει την αρπαχτή αφαιμάσσοντας τα ταμεία που γέμισαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Κι έπειτα κάποια στολή θα δυσανασχετήσει με τον ανενεργό της οπλισμό που της χρηματοδότησαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Και το χρημα θα κάνει φτερά και η ερπύστρια μπορεί να κυλήσει παραέξω.
Μου λες, γιατί ποτέ δεν αναφέρω ονόματα σε όσα γράφω. Γιατί σιχαίνομαι. Γιατί αν λεκιάσω τον χώρο μου με το όνομα του καθενός από αυτούς, πώς έπειτα θα γράψω για τον Θέοφιλο, τον ζωγράφο που έζησε στον πλάτανο... Και για κάποιον άλλο στο πιθάρι, και κάποιον σε σπηλιά, και άλλον, ακόμα πιο άσημο, Νικόλας μπορεί σε κάποιο ψιλικατζίδικο μια σταλιά της Καλλιδρομίου. Ή ακόμα πιο άσημο, κάπου αποκομμένος από αυτόν τον κόσμο.
Χτυπάει το τηλέφωνο, είναι η γιαγιά μου. Από τα πιο γερά μυαλά που έχω γνωρίσει. Μόλις ακούω τη φωνή της σπάω, σπάει κι εκείνη, παριστάνουμε όπως πάντα, τις δυνατές. Που γέννησε τα τρία παιδιά της στο σπίτι. Που τη σκεφτόμουν όσο πονούσα. Ότι έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς οι δυνατές γυναίκες. Έτσι πρέπει να γεννάμε, έτσι να ζούμε. Και θα μου μάθει και πώς πεθαίνουμε. Έτσι πρέπει να είμαστε. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Ούτε σκέτα μουνιά, ούτε σκέτη εικόνα, ούτε σκέτο σφουγγαροπανο, ούτε σκέτη παραγωγή, ούτε σκέτη αναπαραγωγή. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Τον κοιτώ με τόση προσήλωση που θα νιώθει κάποια θέρμη από το βλέμμα μου ακόμη και με τα μάτια του κλειστά. Ένα άρρεν αρτιμελές που λένε τα γραφειοκρατικά κατάστιχα. Και το όνομα αυτού Οδυσσέας.

16/9/12

ο παιδικός μας φίλος, ο φασίστας

Παιδικός φίλος του άντρα μου. Καλό παιδί. Τον γνώρισα πρόσφατα που πήρε μετάθεση εδώ. Είχε έρθει σπίτι να κουβεντιάσουν γιατί χώρισε με την κοπέλα του και ήθελε κάπου να τα πει. Με φώναξαν να τους πω τη γνώμη μου. Τον άκουσα προσεκτικά -και ξέρεις πώς οι ερωτευμένοι περιγράφουν γλαφυρά όλη την ιστορία τους, όπως ο άρρωστος άνθρωπος το ιστορικό του στο γιατρό - και κατάλαβα πως τα ζητήματά του είναι η ερωτική ζήλεια που ένιωθε ο ίδιος και η εμπιστοσύνη του που είχε κλονιστεί, μάλλον δίκαια, όπως νόμιζε. Του εξήγησα πώς η ζήλεια είναι κάτι που περνάει, πως την είχα βιώσει κι εγώ για δυο χρόνια περίπου με τον φίλο του και τώρα δεν υπάρχει ίχνος και όσο για την εμπιστοσύνη χτίζεται με τον χρόνο.

Το σημαντικό στις σχέσεις, εμπειρικά μιλώντας, είναι να τοποθετείσαι με όμοιο τρόπο με τον άνθρωπό σου απέναντι σε σημαντικά θέματα της ζωής -να έχεις όμοιο αξιακό σύστημα ήθελα να πω αλλά δεν ήθελα να αρχίσω τα πρυτανικά. Του εξήγησα πως εγώ και ο φίλος του είμαστε μαζί, παρ' όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν λόγω συμβίωσης επειδή στεκόμαστε με όμοιο τρόπο απέναντι στα βασικά: οικογένεια, θρησκεία, φίλοι, πατρίδα, ψυχαγωγία, κουλτούρα, καριέρα, λεφτά κλπ. Τον ρώτησα αν είχε σκεφτεί πώς τα πήγαιναν με την κοπέλα του σ΄αυτά τα θέματα. Κι εκεί άρχισε να ξεδιπλώνεται η παράνοια.

Το έχει ρίξει στο Χριστιανισμό, μας είπε αρχικά. Πως αποφάσισε να νηστεύει Δευτέρα και Τετάρτη και να πηγαίνει πιο τακτικά στην Εκκλησία. "Πάς καλά ρε;" ήταν η αναμενόμενη αντίδρασή μας, γελώντας. Και εκεί πια βρήκα την ευκαιρία να τον ρωτήσω τι ψήφισε στις εκλογές. Και όταν απάντησε "Χρυσή Αυγή", κι ενώ το περίμενα, χτύπησε δυνατά και γρήγορα η καρδιά μου όπως αν μου ανακοίνωνε ο εραστής μου πως με πρόδωσε κάνοντας έρωτα με άλλη γυναίκα. Και τότε έμελλε να γίνουμε μάρτυρες της πλήρους διαστρέβλωσης της Ιστορίας και της πραγματικότητας μέσα από τις θέσεις του χρυσαυγίτη φίλου μας. Πέρασε μιάμιση μέρα για να συνέλθω, να μπορώ να μιλήσω δηλαδή χωρίς να έχω ένα βαρύ ψυχοπλάκωμα και να γελάσω και λίγο να ξεχαστώ.

Ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να μας κηρύξουν πόλεμο πολύ σύντομα.
Μα δεν καταλαβαίνεις πως επειδή είσαι στρατιωτικός τα βλέπεις όλα αυτά κοντόφθαλμα, πως είναι κάτι σαν επαγγελματική διαστροφή να αναπαράγετε το μύθο ενός επικείμενου πολέμου; Είναι σαν ένας σχολαστικός φιλόλογος να ακούει να μιλάμε και να επισημαίνει τα λάθη μας, ένας ψυχίατρος να μας ακούει να μιλάμε και να αναγνωρίζει ψυχοπαθολογίες. Για να δικαιολογείτε το μισθό σας διαιωνίζετε την απειλή του οθωμανού εχθρού.

'Οτι το Αιγαίο είναι γεμάτο πετρέλαιο και πως αυτός δε θέλει να κατεβάσει τα βρακιά να μας τα πάρουν όλα οι Τούρκοι και προτιμά να σκοτωθεί στον πόλεμο προκειμένου να υπερασπιστεί την πατρίδα του.
Τα πετρέλαια είναι η πατρίδα σου; Τα πετρέλαια, όπως και τα χρυσωρυχεία, όπως και ό,τι αποφέρει πλούτο θα είναι του Νιάρχου, του Αλαφούζου, του Λάτση, του Βαρδινογιάννη, του Κόκκαλη κλπ και των πολυεθνικών. Στην τσέπη σου θα μπούνε ρε τα λεφτά που θα προκύψουν από την εξόρυξη πετρελαίου, αν υπάρχουν πράγματι κοιτάσματα, και δε σας τα λένε έτσι, εσάς των μισθοφόρων και δεν κουβαλάτε ένα άδειο κιβώτιο όπως το μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου; Κάπως έτσι του απαντήσαμε, με δικά του λόγια, με λόγια απλά και που να μην τον εξοργίζουν. Δεν θέλαμε να τσακωθούμε μαζί του αλλά να τον μεταπείσουμε.

Ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν υπήρξαν ουδεπώποτε ομοφυλόφιλοι.
Του θυμίζω στο Συμπόσιο του Πλάτωνος τη σκηνή που εισβάλλει τρεκλίζοντας στον χώρο ο Αλκιβιάδης, ο γκόμενος και μαθητής του Σωκράτη, και μεθυσμένος καθώς είναι κάνει σκηνή ζηλοτυπίας στο Σωκράτη, που τον είχε καλέσει σπίτι του, κοιμήθηκε δίπλα του και δεν κάνανε έρωτα και πόσο ταπεινωτικό ήταν αυτό για τον πανέμορφο νέο που ήταν ερωτευμένος μαζί του. Με αμφισβήτησε. Λες να θυμάμαι λάθος; Το διάβασα το '93. Κατεβάζω το βιβλίο, βρίσκω ένα τυχαίο απόσπασμα που είχα σημειωμένο. Του το διαβάζω μεταφρασμένο. Αμφισβητεί την μετάφραση, πως τάχα την έχει κάνει κάποιος "συριζαίος" που προσπαθεί να βγάλει πούστηδες τους προγόνους μας. Του διαβάζω το πρωτότυπο. Μέχρι και ο άντρας μου, που είναι των θετικών επιστημών, καταλαβαίνει τι λέει το αρχαίο κείμενο. Σημείωσε ο φίλος μας ο ψηφοφόρος της ΧΑ τον στίχο ώστε να τον πάει σε μια πανεπιστημιακό που παραδίδει αφιλοκερδώς - το κέρδος είναι να εκθρέψει εθνικιστές και να εκκολάψει χρυσαύγουλα, η παλιοκαριόλα, αλλά ούτε αυτό το είπα- φροντιστήρια αρχαιολοελληνικής γραμματείας, να του τον ερμηνεύσει.

Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να νομιμοποιήσει γάμους ομοφυλοφίλων και πώς θα μας φαινόταν το δικό μας το παιδί να πηγαίνει να παίξει στην παιδική χαρά και να βλέπει δυο άντρες να φιλιούνται;

Η απάντηση θα ήταν πως επιτέλους θα έβλεπε δυο ανθρώπους να φιλιούνται γιατί εμείς οι straight μικροαστοί γονείς φιλιόμαστε μόνο στα κρυφά για να αναπαράξουμε το είδος. Αλλά του είπε ο φίλος του πως έχουν δικαίωμα κι αυτοί να ζήσουν μαζί νορμάλ, να τύχουν των ευνοϊκών νομικών διατάξεων που έχουμε τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια κλπ.

Να κλείσουμε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ό,τι το διαφορετικό και να το εκτελέσουμε για να μη βρωμίζει η κοινωνία μας; Μου έρχονται σκηνές από την Εκλογή της Σόφι. Με αυτή την έννοια, αν στην παιδική χαρά έρθει ένα παιδάκι με ψυχική ασθένεια, και τρώει τα σκατά του, τι θα κάνει το δικό μου το παιδί, που είχε την τύχη να μην είναι διαταραγμένο το μυαλουδάκι του, θα μιμηθεί το άλλο και θα τρώει κι αυτό τα κακά του; Άρα να εκτελέσουμε και τους ψυχικά πάσχοντες μη μας κολλήσουν την τρέλα τους, μη τους βλέπουν τα παιδιά μας και πάθουν καμιά ζημιά.

Ότι οι υποθέσεις για τις οποίες κατηγορείται ο Κασιδιάρης είναι λάσπη αφού οι μάρτυρες κατηγορίας προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και πως οι Χρυσαυγίτες δεν έχουν μαχαιρώσει μετανάστες. Όλα αυτά είναι προβοκάτσια.
Και εδώ μέσα να σου φέρω έναν αναρχικό ή έναν μετανάστη με τα έντερα έξω και δίπλα τον μαχαιροβγάλτη, πάλι ο μαχαιροβγάλτης θα αρνηθεί πως είναι χρυσαυγίτης. Αυτό δεν κάνουν όλοι οι εγκληματίες; Πώς μπορείς να πειστείς; Δε σου αρκεί πως οι ίδιοι οι βουλευτές καταλύουν κάθε έννοια δημοκρατικού διαλόγου τραμπουκίζοντας και ρίχνοντας γροθιές σε γυναίκες on camera και κάθε έννοια κράτους δικαίου όταν κατεβαίνουν σε ρατσιστικά πογκρόμ στα παζάρια και τις λαϊκές πάλι παρουσία κάμερας; Τι παράδειγμα δίνουν έτσι σε εσάς τους ψηφοφόρους τους; Τι μήνυμα σας μεταδίδουν αν όχι της ωμής βίας, της αυτοδικίας κλπ;

Ότι το κακό με τους λαθρομετανάστες (sic) έχει παραγίνει και πως είδε κάποτε δυο Πακιστανούς να θέλουν να καθαρίσουν το παρμπρίζ μιας κοπέλας και επειδή αρνήθηκε έπιασαν να κουνάνε το αμάξι της.
Πόσους μετανάστες έχεις δει συνολικά στη ζωή σου στα φανάρια που περνάς; Για κάνε έναν υπολογισμό. Και πόσους έχεις δει να εκδικούνται επειδή ο οδηγός αρνήθηκε τις υπηρεσίες τους;

Ότι οι λαθρομετανάστες βιάζουν καθημερινά κοπέλες και μικρά παιδιά.
Και τι; Τυχαίνουν ασυλίας από τα ΜΜΕ και δεν τα μαθαίνουμε; Ή μήπως οι διάφοροι "δράκοι" των Σέιχ Σου και τα κυκλώματα παιδεραστίας δεν αποτελούνται από Έλληνες;

Ότι οι μικροπωλητές χωρίς άδεια καλώς εκδιώχθηκαν στη Ραφήνα και στο Μεσολόγγι.
Η οικονομία από αυτούς που πουλάνε αναπτήρες και αντικουνουπικές ρακέτες και μπρελόκ κατέρρρευσε. Είναι θρασύδειλοι, άνανδροι. Τους τσαμπουκάδες να πάνε να τους κάνουν αλλού, εκεί που' ναι το χρήμα, όχι σε κάτι ταλαίπωρους 50 κιλά ανθρωπάκια που κοιτάνε να επιβιώσουν πουλώντας μικροπράγματα.

Ότι το "εγέρθητι" καλώς ειπώθηκε γιατί είναι αρχή τους να σηκώνονται όρθιοι όταν εισέρχεται ο αρχηγός τους.
Ο αρχηγός σας. Δικός σας είναι. Δεν είναι των ρεπορτατζήδων που πήγαν να καλύψουν το ρεπορτάζ.

Ότι ας αποχωρούσαν όσοι δε σέβονταν τον κανόνα αυτόν.
Και κάπου εδώ η λογική σταματάει. Δε μπορείς να κάνεις διάλογο με τη μη-σκέψη.

Είπαμε κι άλλα. Τι σημασία έχει... Η φασιστική παράνοια, όταν κατακλύσει το κεφάλι σου, δεν έχει τέλος. Ο άνθρωπος αυτός δηλώνει ότι είναι κατά της βίας.

Στην αρχή της κουβέντας του έλεγα: "Σκέψου πού γεννήθηκε αυτός ο άνθρωπος, πώς ζούσε, πώς έφτασε ως εδώ και πώς ζει; Άνθρωπος είναι, όπως εμάς. Δεν τον λυπάσαι;" Έσκυβε το κεφάλι και παραδεχόταν πως τον λυπάται. Στο τέλος, καθώς έφευγε, έσκυψε να με φιλήσει στο μάγουλο, όπως πάντα. Άθελά μου, τραβήχτηκα προς τα πίσω. "Τι; Επειδή είμαι χρυσαυγίτης δε θα με αποχαιρετάτε τώρα;" ρώτησε με παράπονο. Ένιωσα τεράστια θλίψη. Θα προτιμούσα να ένιωθα οργή. Μ' αυτήν ξεμπερδεύεις πιο εύκολα.

Και τώρα θα γίνω αναγκαστικά δυσάρεστη με τους δικούς μας. Οι αριστεριτζήδες δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να εντείνουμε το εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Οι περισσότεροι ούτε που έχουν μιλήσει με χρυσαυγίτη, ούτε που ήξεραν τι είναι η ΧΑ μέχρι που μπήκε στη Βουλή. Κι όμως, σε αδρές γραμμές, η στάση μας είναι να κόβουμε την καλημέρα σε όσους ψήφισαν ΧΑ αδιακρίτως. Και αυτό είναι λάθος. Δεν εννοώ ότι θα πρέπει να βγούμε με το φανάρι του Διογένη να αναζητούμε έναν...υπάνθρωπο ώστε να του κάνουμε κατήχηση για το πόσο λάθος ήταν η εκλογή του, αλλά όταν, όπως στην περίπτωση που συζητάμε, ο άλλος δεν είναι οργανωμένος και δηλώνει πως διαφωνεί με τα μαχαιρώματα και έχει φάει μεν πλύση εγκεφάλου αλλά βλέπεις ότι υπάρχει ένα περιθώριο να αλλάξει μυαλά, τότε είναι η ελάχιστη υποχρέωσή μας να συνομιλήσουμε μαζί του. Διαφορετικά, απλώς νανουρίζουμε τη συνείδησή μας ότι είμαστε και γαμώ τους αντιφασίστες και επιδεικνύουμε ο ένας στον άλλο, με like και με share, πόσο αντιφά είμαστε, ενώ στην ουσία δεν εμποδίζουμε ούτε στο ελάχιστο την επέλαση του φασισμού σε καθημερινό επίπεδο. Η ελάχιστη υποχρέωσή μου είναι να βρω με ποιον τρόπο ο δικός μου άνθρωπος θα καταλάβει τι σημαίνει ψήφος ή έστω συμπάθεια ή έστω ανοχή προς τους ναζήδες και να τον εφαρμόσω. Το να γυρνάμε την πλάτη στο πρόβλημα δε το λύνει.


11/9/12

quite emotional now, not making sense

Και τι νομίζεις; Δε μου λείπει ο αδερφός μου; Δεν στεναχωριέμαι που δεν του μιλάω πια; Αλλά δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να μπει ένα όριο.
Κι αν αγαπάς τον άλλο τον οριοθετείς γιατί πρώτα πρώτα αγαπάς τον εαυτό σου και δε θες να υπερβαίνει τα εσκαμμένα σου, θες να σε σέβεται. Και δε με σεβάστηκες ως γυναίκα, αδερφέ, όταν δικαιώσες τα μπουκέτα του αρχιφασίστα στην άλλη, όσο και αν την σιχαίνεσαι (κι όχι πως εγώ τρέφω καμιά σημαντική εκτίμηση στο πρόσωπό της).
Και αν αγαπάς τον άλλο, κάτι προσπαθείς να του μάθεις, κάτι να μάθεις απ΄αυτόν. Και εγώ, αδερφέ, δεν έχω απολύτως τίποτα να διδαχτώ από το φασισμό και τους νεοναζήδες όταν λίγα χρόνια πριν κατέβουν τα χρυσαυγίτικα πογκρόμ στους δρόμους, ήδη είχα αποφασίσει πως το μερίδιό μου στις αντιπολεμικές ταινίες, για να σου πω το ελάχιστο, το έχω εξαντλήσει και πως δε χρειάζομαι να δω άλλες για να μου γίνει βίωμα τι πά' να πουν αυτά τα πράγματα.
Και αν αγαπάς τον άλλο, δεν θες να τον βλέπεις να τρώει τα μούτρα του. Κι εγώ, αδερφούλη, που έχω κάνει το ερωτηματικό φετίχ και την αμφιβολία δεύτερη φύση μου, τώρα όμως θα μου επιτρέψεις να έχω τη βεβαιότητα πως όποιος όχι υποστηρίζει, όχι δικαιολογεί αλλά έστω κι ανέχεται την ΧΑ σκάβει το λάκο τον δικό του και των παιδιών του, δε τρώει απλά τα μούτρα του.
Και αν αγαπάς τον άλλο παίρνεις τα ρίσκα σου για να τον σώσεις απ΄τον γκρεμό αν και μόνο αν είσαι απόλυτα πεπεισμένος πως για κει πορεύεται. Κι εγώ, αδερφέ, ξέρω πως αυτός είναι γκρεμός και για σένα και για μένα και για τα παιδιά μας. Και στην ανάγκη θα σε στερηθώ, αν είναι με αυτό τον τρόπο να καταλάβεις τι είπες εκείνη τη μέρα που σηκώθηκα να φύγω απ' το τραπέζι. Μέχρι να αναθεωρήσεις, εμένα ξέχασέ με από αδερφή σου.
Κι αν αυτό δεν είναι ένα γράμμα ιδιωτικό, είναι γιατί θέλω να πω πως πριν φτάσουμε στον εθνικό διχασμό και στον εμφύλιο έχουμε να αναλάβουμε ο καθένας την ευθύνη του απέναντι στον εαυτό του και στον δικό του άνθρωπο. Από κει ξεκινάει το αντιφασιστικό μέτωπο. Από το αίμα σου. Πριν χυθεί αίμα.






10/9/12

φοροδιαφεύγειν εντέχνως

Κι ότι τα πόπ άιντολς της εγχώριας μουσικής σκηνής είναι αληταριά από το μίνιμουμ, ότι δηλαδή εντελώς ενσυνείδητα παράγουν και πουλάνε σκουπίδια, δεν περιμέναμε να μας το επισημάνει κάποιος σοφός.

Ούτε το ότι όλος αυτός ο συρφετός μαφιοφάζει αγρίως, περιμέναμε να το αντιληφθούμε από τη δολοφονία του άντρα της τραγουδιάρας έξω από το σκυλάδικο.

Ούτε και η σύλληψη του μεγάλου βλαχοπόπ συνθέτη για υπέρβαση ορίων ταχύτητας(που έπρεπε να γίνει μείζον ειδησεογραφικό θέμα, λες και συνέλαβαν κανένα κοινωνικό αγωνιστή σε καιρό εμφυλίου) ήταν αυτό που περιμέναμε ώστε να μας υποδείξει την οδική συμπεριφορά των νούμερων με τα διθέσια κάμπριο.

Αντίστοιχα, η λίστα με τους επώνυμους τραγουδιστές που δημοσίευσαν "Τα Νέα" δε διέλυσαν κάποια αυταπάτη ότι όλα αυτά τα σούργελα κάνουν κάτι άλλο από το να φοροδιαφεύγουν όσο δεν πάει.





Το ενδιαφέρον της λίστας των αηδονιών της φοροδιαφυγής εστιάζεται καθαρά στους αυτοαποκαλούμενους "ποιοτικούς ερμηνευτές". Το γνωστό δηλαδή καλλιτεχνικό σινάφι, που θεώρησε υποχρέωσή του να έρθει σε εθνική συμφιλίωση με το εμπορικό, το λαϊκό, το ποπ, το άσμα, να μπουρδελέψει με λίγο αρμόνιο και μπιτάκι την έντεχνη κλάψα και να τραγουδήσει ντουέτα με τους Ρέμους αυτού του τόπου. Θα πρέπει να τους χρωστάμε εσαεί την ευγνωμοσύνη μας που μας λύτρωσαν από άλλον ένα βαθύ εθνικό διχασμό καθώς οι /ποιοτικοί" αποφάσισαν να τακιμιάσουν με τους εμπορικούς, τα αστέρια του κωστοπουλέικου λαϊκο-λαϊφσταϊλάδικου στερεώματος.

Και θα πρέπει να τους χρωστάμε και ευγνωμοσύνη που επέβαλλαν την αισθητική τους με όποιον τρόπο μπορούσαν ως μεγαλοπαράγοντες του ελληνικού τραγουδιού. Αφού άλωσαν διευθυντιλίκια από τις δισκογραφικές εταιρείες μέχρι τα μαγαζιά και τους Ολυμπιακούς του 2004, και αφού περιφέρθηκαν σε όποιο τηλεοπτικό γλέντι τους κάλεσαν, και αφού καπέλωσαν τα ραφιόφωνα με δημοσιοσχετίστικα και κλικαδόρικα κόλπα, οικειοποιούμενοι τον χώρο που οι ίδιοι βαυκαλίζονται να αποκαλούν "καλό ελληνικό τραγούδι", κατέβηκαν και στο Σύνταγμα ως "απλοί πολίτες" για να συμπαρασταθούν στους αγανακτισμένους ή για να δηλώσουν την αγανάκτησή τους ως... αδικημένοι φοροφυγάδες.
Και εύκολα κι ανέξοδα, επειδή πουλάει η αγωνιστικότητα -και δε φορολογείται- το έντεχνο σινάφι, θα πετάει και το λαϊκιστικο το πολιτικό το μήνυμα από μικροφώνου για να νιώθει και ο ακροατής δικαιωμένος για την επιλογή του να πληρώσει αντίτιμο στα φτωχαδάκια των 6.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα.

Περιμένουμε να πέσει η αυλαία της εγχώριας μπαναλαρίας με το συλλογικό δίσκο "φοροδιαφεύγειν εντέχνως". Ένα CD με τα αρχεία της εφορίας δηλαδή.

9/9/12

"μα συ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο"


60 λαθρομετανάστες πνίγηκαν κοντά στις τουρκικές ακτές


Ακόμα και παιδάκι πνιγμένο νά' σαι δε θα ξεκολλήσει από πάνω σου η βδέλλα του λαθραίου. Θα σου πίνει το παγωμένο αίμα, το αίμα με το κατώτερο DNA. Και μη μου λες έχεις δυο πόδια, δυο χέρια και όλα αυτά που λέγανε οι σοφιστές της αρχαιότητας για να δείξουν πως όλοι άνθρωποι είμαστε και όλοι ίσοι. Δεν μας έφτασαν 27 αιώνες να το συνειδητοποιήσουμε αυτό, να το κάνουμε κτήμα μας. Δεν έχουμε συνείδηση, μόνο κτήματα έχουμε. Τα κτήματά μας απειλούνται με την κρίση. Και η συνείδησή μας είναι σε υποθήκη. Θα μας την επιστρέψει η Τρόικα στην αποπληρωμή ως Ευρωχρέη πολίτες.

Λοιπόν, διάλεξε: ή θα σε σιχτιρίσουμε και νεκρό ακόμα, με τη σοφή μας λαϊκή ρήση "ήθελες τα και έπαθές τα", δικαιώνοντας όχι εσένα αλλά το θάνατό σου, ή θα σε κατευοδώσουμε με ένα "ο θεός να αναπαύσει την ψυχούλα σου", θα παραστήσουμε για λίγο τις χαροκαμένες χήρες, έτσι για τα μάτια του κόσμου, ωσάν αυτό που έπαθες να ήταν καμια θεομηνία.

Απολιτίκ κι ανέξοδα.

Ψυγεία πάνω απ΄όλα. Όσο έχουμε τα ψυγεία μας, δε φοβόμαστε τίποτα. Θα βουτάμε μέσα τους και μια μέρα θα λιώσουν οι πάγοι του καταψύκτη και θα μας πνίξουν. Κι εμάς.

Και καθώς πνιγόμαστε στην κλεισούρα του ιδιωτικού μας βίου, στα επιπλοδάνεια, τα απορρυπαντικά, τα ενσταντανέ του γάμου μας και τα εικονίσματα, οι φασίστες θα φαντασιώνονται να κακοποιήσουν πριν τελικά ξεκοιλιάσουν μωρά μεταναστών και των αριστερών...φονιάδων.


4/9/12

Carthago delenda est

9 μήνες πηγαινοέρχομαι στο δημόσιο μαιευτήριο. Δεύτερη εγκυμοσύνη, επιλέγω ξανά να γεννήσω στη βρωμερή αγκαλιά του ΕΣΥ. Όχι τόσο για οικονομικούς λόγους. Έχω βίτσια. Μ' αρέσει να συναγελάζομαι με τη βαθιά την πλέμπα, τους ρομά και τους μετανάστες πρώτης γενιάς. Να περνάω κάποια πρωινά, ταλαιπωρούμενη, μέσα σε ελεεινά κτίρια, αγενείς και γραφειοκράτες υπαλλήλους, λαμόγια γιατρούς, τσίτα νεύρα ολόγυρα, και ανθρώπους της αβύσσου. Παριστάνω τον Τζακ Λόντον έγκυο. Μισό πτυχίο ΑΕΙ να έχεις, μισό μισθό να παίρνεις ως λευκή ιθαγενής, θα προτιμήσεις να γεννήσεις στο ιδιωτικό μαιευτήριο. Γιατί; Το γνωστό τροπάρι: "Ήταν εκεί ο γιατρός μου..." Αλλά κι οι αλβανοί που έχουν πια κονομηθεί προτιμούν τα ιδιωτικά μαιευτήρια. Μη θαρρείς πως δε θα συναντήσεις αλλοδαπούς.

Τα μαιευτήρια τα ιδιωτικά με τα αρχαιοελληνικά ονόματα, με φρουφρού κι αρώματα, μπομπονιέρες, ανθοδέσμες, μπαλόνια ροζ ή σιέλ, γυαλισμένα παρκέ, δουλοπρεπείς χαμογελαστούς υπαλλήλους, δημοσιοσχετίστες μαιευτήρες και με πολύ ωραία τηλεφωνάκια που στην παραμικρή επιπλοκή θα καλέσουν τα ασθενοφόρα του ΕΣΥ, ίου-ίου-ίου, να τρέξουν την επίτοκο στο Αλέξανδρα, το Έλενα, το Αρεταίειο και όπου αλλού είναι εξοπλισμένοι με μηχανήματα και διαθέτουν καμιά μονάδα αιμοδοσίας, με αίμα αμφιβόλου εθνικότητος.

Αίμα, τιμή.

Η τιμή του φυσιολογικού τοκετού κοστολογείται πια από τα συγχωνευμένα ταμεία ως μηδενική, γι' αυτό κομμένο πια το σχετικό επίδομα. Ο μαιευτήρας όμως του δημοσίου νοσοκομείου, ζώντας σε ένα παράλληλο σύμπαν, θα σου δώσει ανερυθρίαστα την ταρίφα του: 1000 για φυσιολογικό τοκετό και μέχρι 1500 για καισαρική τομή. Είμαστε όλοι ρωμαίοι αυτοκράτορες. Καίσαρα, οι ετοιμόγεννες σε χαιρετούν. Carthago delenda est. Μας έμαθε κανένα λατινικό ο Τριπολίτης δια στόματος Μούτση, πριν ο τελευταίος αποσυρθεί στους πρόποδες του Protagon. Η Καρχηδόνα είναι το Δημόσιο, Δήμο μου.

Και όταν η γυναίκα σου επιλέξει να στείλει το τέκνο στη Γερμανική Σχολή, που λέει ο Τζιμάκος στο τραγούδι, θα συναινέσεις, τι να κάνεις; Για το καλό του παιδιού. Θα δουλεύουμε νυχθημερόν, δε θα βλέπουμε τα παιδιά μας παρά στον ύπνο μας, αν μας επιτρέψουν οι τύψεις και δε μας τα φέρνουν μαχαιρωμένα στο REM, ώστε να μισθώνουμε ένα στρατό ιδιώτες (νταντάδες, παιδαγωγούς, παιδίατρους) και να αγοράζουμε ένα σκασμό σκατολοϊδια και ιδιωτικές ασφαλίσεις. Ιδιώτη τη συνείδησή σου δε θα την εξαγοράσεις, idiot.

Και όταν η γυναίκα σου κυοφορήσει, όταν η έρμη, όπως η συντριπτική πλειοψηφία του γυναικείου πληθυσμού που πέρασε από τον πλανήτη, φουσκώσει και ταλαιπωρηθεί, ναι, και πρέπει να σπρώξει και να πονέσει για να φέρει στον κόσμο έναν άνθρωπο, τότε εσύ θα τη συμπονέσεις, ο άνδρας ο προορισμένος να μην πονέσεις έτσι, και καθώς αυτός που συμπονά, πονά πιο πολύ από όποιον πραγματικά πονά, γιατί έτσι είναι η αγάπη, βουρδουλιές, γιατί φαντάζεσαι ανύποφορες τις ωδίνες, αλλά τελικά υποφέρονται, ξέρεις, θα τα σκάσεις να πάει η αγαπούλα σου στον ιδιώτη τον γιατρό "της". "O γιατρός μου", το αμάξι μου, το σπίτι μου, η κρέμα νυχτός μου. Όλα δικά σου μάτια μου. Και θα συμβάλλουμε λίγο ακόμα στην ιατρικοποίηση της ζωής μας, θα αυξήσουμε λίγο ακόμα τα ποσοστά των καισαρικών τομών, και θα υποστηρίξουμε λίγο ακόμα το επιχειρείν στο χώρο της υγείας, ψηφίζοντας έπειτα αντιμνημονιακά κόμματα και γεμίζοντας το wall και το timeline με αγανάκτηση. Εικονική. Εικονική είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.

Δυσαρεστήθηκες τώρα; Προτιμούσες να ανταλλάσουμε like, share και φιλοφρονήσεις και να κριτικάρουμε τους εντελώς απέναντι, τον Φώτη, τον Άδωνη, τον Αντώνη και τον Πάσχο; Κι εγώ, μη θαρρείς. Άλλη όρεξη δεν είχα απ΄το να στέκομαι στο άλλο απέναντι που έχει και μοναξιά. Αλλά άλλη όρεξη δεν είχα από το να καταπίνω αμάσητες τις αντιφάσεις μας. Θα παραφράσω αναίσχυντα και τον ποιητή για σένα: Εμείς δε γράφουμε ποστάκια για να κάνουμε φίλους, αλλά για να χάσουμε και αυτούς που έχουμε.

1/9/12

το όνειρο

Δεν έβλεπε όνειρα συχνά. Έτσι έλεγε. Φυσικά και έβλεπε αλλά η μνήμη του τα απέβαλλε πριν ξυπνήσει, όπως η μήτρα το άρρωστο κύημα. Τα όνειρα δεν ήταν άρρωστα. Όμως φυλακισμένος καθώς ήταν στο βίο του, δεν χωρούσε η άλλη εκδοχή που πάντα φέρνει το REM.

Έβλεπε μόνο εφιάλτες. Έτσι έλεγε. Φυσικά και θυμόταν μόνο τους εφιάλτες του. Γιατί αυτούς μπορούσε να τους αντέξει. Μπορούσε να τους ανακαλέσει η μνήμη του, κλείνοντας το μάτι: για δες, υπάρχουν και χειρότερα από αυτό που ζεις. Και συνέχισε να ζει στο κελί του με μότο καλά είμαι εδώ.

Προχτές τα ξημερώματα ονειρεύτηκε μαχαιρώματα. Την αυγή, πίσω από κλειστά βλέφαρα, τον κυνηγούσαν χρυσαυγίτες με ανοιχτά στιλέτα. Έτρεχε να κρυφτεί. Αλλά τον έπιασαν. Ήταν πολλοί και ήταν ένας. Ήταν οπλισμένοι και ήταν άοπλος. Ήταν υπάνθρωποι και ήταν άνθρωπος. Τον έπιασαν όμηρο. Και τον βασάνιζαν. Και τότε ο εφιάλτης μετατράπηκε σε όνειρο. Τον έπιασε όμηρο το όνειρο.

Ξύπνησε πια με ένα όνειρο που τον βασάνιζε. Να σκοτώσει μια μέρα τον αρχηγό τους. Να βάψει τα λευκά ζυμαρένια αδούλευτα χέρια του με αίμα. Κι από την ψεύτικη φυλακή που τον έπνιγε να ζήσει σε μια αληθινή φυλακή για να αναπνεύσει. Να αναπνεύσει ελεύθερος από το πιο εφιαλτικό σενάριο της ζωής: το φασισμό, είτε έτσι, είτε αλλιώς.

29/8/12

το μπράβο της

Πόση ώρα μπορεί να ουρλιάζει ένας άνθρωπος χωρίς να πάθει φαρυγγίτιδα; Ακούω εδώ και κάποια ώρα μια γυναικεία φωνή μέσης ηλικίας από το μπαλκόνι κάποιας πολυκατοικίας στη γειτονιά. Λέει κάτι ακατάληπτα. Το ουρλιαχτό είναι ο εμετός της σκέψης, έτσι κι αλλιώς. Τα κύματα του ήχου με παρασέρνουν. Τεντώνω το αυτί προς τη γειτόνισσα που είναι σε έξαλλη κατάσταση. Είναι εξοργισμένη με κάποια που αποκαλεί "γύφτισα" ξανά και ξανά. Έχουμε ρομά στα βόρεια προάστια; Άσε μας ρε θείτσα. Εδώ, πριν λίγο καιρό ένας φίλος που μένει τριγύρω μου ' λεγε πως ούτε για δείγμα δεν έχουν τα παιδιά του αλλοδαπούς συμμαθητές.

Την ακούω να διαμαρτύρεται για κάποιαν στο διπλανό διαμέρισμα, που "κάνει το ίδιο πράγμα κάθε μεσημέρι". Την καταλαβαίνω. Είχα τύχει κι εγώ εφιαλτικούς γείτονες. Ένας ειρηνοποιός γείτονας πάντα βρίσκεται. Της φωνάζει να ηρεμήσει, εκνευρισμένος όμως και ο ίδιος με τις κραυγές της. Όμως εκείνη ουρλιάζει και ουρλιάζει. Χύνεται απ' το στόμα της η αναμενόμενη λέξη "αστυνομία". Βέβαια. Αστυνομία. Πώς δε το σκέφτηκες νωρίτερα; Αλλά αμέσως μετά, την ακούω να λέει πιο εμφατικά "θα την αναφέρω στη Χρυσή Αυγή". Οι χρυσαυγίτες, που έχουν εγγραφεί και νομιμοποιηθεί στη συνείδηση του κάθε κακομοίρη σαν ένα είδος άμισθης ιδιωτικής αστυνομίας. Σαν εθελοντές σεκιουριτάδες. Που θα σταθούν στο πλευρό του κάθε φιλήσυχου νοικοκυραίου εξοντώνοντας τα μιάσματα, είτε αυτά είναι μια γειτόνισσα που δε σέβεται τις ώρες κοινής ησυχίας, είτε ο εξ Ανατολών παρίας των φαναριών, είτε ο αντεξουσιαστής, είτε ο οποιοσδήποτε λεκιάζει την καθαρότητα του έθνους.

Ο ειρηνοποιός με τη γέρικη φωνή, στο άκουσμα της χρυσής αυγής, τη διαολοστέλνει λέγοντας της πολύ συγχυσμένος να μην τους ανακατεύει αυτούς και άμα τους θέλει να τους πάρει στο σπίτι της. Και την ξαναστέλνει στο διάολο. Χαμογελάω ανακουφισμένη εκεί που ένιωσα απελπισία. Φαίνεται πως το βρισίδι του ειρηνοποιού την καλμάρει. Κάνει ένα fade out και σε λίγο οπισθοχωρεί εντός των τοιχών του διαμερίσματός της. Πίσω στο κλουβί της ιδιωτικής ζωής. Εκεί που θα φαντασιώνεται τους χτιστούς με τα μαύρα σαν τον ιδιωτικό της Κέβιν Κοστνερ. Θα τη λένε Ρούλα. Ρούλα Βροχοπούλου που ωρύεται στα παράθυρα των καναλιών και στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών. Θα έβλεπε στα 90s Μπράβο Ρούλα και τώρα θέλει τον Μπράβο της. Θα' χει στο κρανίο της αυτό που λέγανε από παλιά, οι πιο έλλογες κραυγές "μέσα στο κεφάλι σας έχετε σκατά, τι να καταλάβετε από λευτεριά" αλλά πάντα θα βρίσκεται ένα γέρος να τη στέλνει στο διάολο. Και θα πηγαίνει ακριβώς εκεί: στα ντουβάρια του ιδιωτικού βίου που δε βρίσκει ώρες κοινής ησυχίας. Είμαστε ένα κοινό χωρίς τίποτα κοινό.





27/8/12

κλαψογέλια

Διακοπές στις Κυκλάδες το 2004 με τη Μαρ. Τις μέρες που οι Έλληνες σήκωναν την κούπα. Που κραύγαζαν για τη βαριά την πούτσα του τσολιά και για τον «αλβανέ-αλβανέ» που δε θα γίνει Έλληνας ποτέ. Εγώ ζούσα δεύτερο χρόνο στο εξωτερικό αλλά από πάντα εκτός Ελλάδας. Δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα, δεν ένιωθα τι παει να πει «είμαι Ελληνίδα». Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Ήμουν πασιχαρής που κανονίσαμε διακοπές τα δυο μας, εγώ και η φίλη μου η Μαρ. Ήταν απολύτως βέβαιο πως θα περνούσαμε τέλεια. Και έτσι έγινε.

Το χιούμορ μεταξύ των ανθρώπων κινείται στα όρια του μεταφυσικού. Αν για να ερωτευτούμε μεταξύ μας αρκούσε, ας πούμε, να ταιριάζουν οι φερομόνες μας, για τον κοινό κώδικα του γέλιου, για το να κρεμόμαστε ο ένας από το στόμα του αλλού και να γελάμε μέχρι δακρύων και ούρων, μέχρι να αποβάλλουμε από το σώμα μας με τον πιο υγρό και φανερό τρόπο τη χαρά που μας πλημμυρίζει, κάποιες βιοχημικές συνθήκες πρέπει να προϋπάρχουν, για να μη το χρεωσουμε στο μεταφυσικό, που ήδη είναι καταχρεωμένο ενώ θα 'πρέπε να έχουμε ξοφλήσει μαζί του.

Βλέπαμε τον τελικό σε μια γιγαντο-οθόνη σε μια καφετέρια γεμάτη κόσμο. Στην πραγματικότητα όμως παρατηρούσαμε τους γύρω μας και διακωμωδούσαμε τόσο την κατάσταση ώστε αν δεν υπήρχε τόση φασαρία από τους αγωνιώδεις τηλεθεατές, τα απροκάλυπτα και συγκαλυμμένα εθνίκια, θα μας είχαν διώξει από τα πολλά τα χάχανα. Εκείνο το βράδυ πρέπει να είχα γελάσει πιο πολύ από ποτέ. Κι αν ήξερα πως ούτε μια δεκαετία μετά η απόλυτη γελοιότητα του ελληναριού, οι βαμμένες γαλανόλευκες μάπες των οπαδών του Ρεχάγκελ, θα μετατρέπονταν σε νεοναζήδες και θα έμπαιναν στη Βουλη, μαχαιρώνοντας κόσμο, πάλι θα γελούσα; Πάλι.

Γιατί τα γέλια μας δεν ήταν γέλια χαράς, αλλά άμυνας. Εθνικής άμυνας. Δεν ήταν γιατί συμμετείχαμε στο ξεφτιλισμένο πανηγύρι του Γιούρο και στο ζύμωμα του σωβινισμού αλλά γιατί απείχαμε πλήρως από κάθε τέτοια συγκίνηση, γιατί σαρκάζαμε βαθιά ό,τι προαναγγελλόταν. Που καμία όμως απ' τις δυο δεν φανταζόταν πού θα έφτανε. Και που θα φτάσει ακόμα.

Δε μιλιόμαστε πια. Μαλώσαμε και πήγε στράφι η φιλία μας. Είπε η Μέριλυν Μονρό, που θα γύρευε κι αυτή μια κάποια ορμόνη, τη σεροτονίνη μπορεί, στο γέλιο, αντίδοτο στη μαυρίλα της κατάθλιψης, πως αν κάνεις ένα κορίτσι να γελάσει, μπορείς να το κάνεις ό,τι θες. Σα να έλεγε, πες το αστείο σου ρε μαλάκα, κάψε τη μάσκα που φοράς, και το κορμί που πόθησε όλος ο ντουνιάς θα γίνει δικό σου. Πες μου ένα αστείο να αποκοιμηθώ, Νικόλα.

Αλλά διαβάζοντας την ατάκα της Μονρό, ένας φίλος, απ' αυτούς που κερνάνε χιούμορ ασύστολα, γενναιόδωρα, παρατήρησε πως δε τα έλεγε καλά το σεξ σύμπολ. Γιατί αν τα έλεγε σωστά, τότε, πώς αυτή η φίλη του που σπαρταρούσε από τα γέλια με τα αστεία του, σήμερα δεν του μιλάει καν; Και τότε θυμήθηκα εμένα και την Μαρ. που κυκλοφορούσαμε σα τρολλ πάνω στα ποδήλατα στη Νάξο. Που επίσης δε μιλιόμαστε.

Οι άνθρωποι που γελάνε πολύ, που κλαίνε απ' τα γέλια είναι επικίνδυνοι. Γιατί υπερβαίνουν τα εσκαμμένα πού 'χει θέσει ο λαός. Ένας λαός που ενώ δεν είναι ασύμβατη στην κουλτούρα του η υπερβολή, π.χ. το να κυλιστεί κάτω από τα γέλια, όπως και οι Αφρικανοί που γνώρισα, βάζει όριο: μη μας βγουν ξινά τα γέλια.

"Σε καλό να μας βγει". Έχει τα σύνορά του ο λαός. Συρματοπλέγματα αγκαθωτά, αδιάβατος ο δρόμος για την ασύδοτη ευδαιμονία. Το Μεγάλο Φαγοπότι, οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας. Δεν μπορεί να πλεονάζει η ευημερία στα χαμηλά τα στρώματα. Ούτε το γέλιο μπορεί.

Ο εγκρατής ο άνθρωπος, ο με την ψυχή σε κορσέ, στο τέλος του γέλωτα θα αντιληφθεί πως διέπραξε ύβρη. Οι άλλοι, με τα γέλια να ρέουν από το στόμα τους ασυγκράτητα σαν σπασμοί σε οργασμό, δε μπορεί κάποτε παρά να μην έχουν συστολές. Δε μπορεί παρά να κυλήσουν σαν τα γάργαρα γέλια τους παρακάτω. Παρακάτω κι από μας ακόμα.

Το καλοκαίρι του 2012 πια, ανεβαίνοντας τη Μεσογείων πρώτα άκουσα τη φωνή του φασίστα κι έπειτα είδα ένα γαλανόλευκο λεφούσι με μαυροφορεμένους χτιστούς να τον χειροκροτούν. Δυο μέρες μετά που έριξε γροθιές στην άλλη, on camera. Οδηγούσα, ήμουν μόνη, δεν είχα πώς να αντιδράσω, ένιωσα παγιδευμένη μες στην καμπίνα του αυτοκινήτου. Άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Μιλούσε απέναντι από το Εθνικής Άμυνας.

Ούτε σάτιρα, ούτε δράμα πια. Ο κλαυσίγελος τελείωσε. Αλλά πες μου πως βρήκες για γέλια την εθνικιστική υστερία του 2004, πες μου πως έριξες ένα βρωμόκλαμα για τα μαχαιρώματα το 2012. Και μετά να συνεννοηθούμε πώς να τσακίσουμε το φασισμό. Μετά.

24/8/12

πω, ρε πούστη μου...

"Το κακό με εσάς τους gay είναι πως για μας είστε by default έρωτας χωρίς ανταπόκριση" σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το κείμενο ενός από δαύτους. Ενός αρσενοκοίτη, ενός κίναιδου, μιας αδερφής. Πουστράκια. 'Εχετε ένα τρόπο να μου παίρνετε το μυαλό. Να με κάνετε να κλαίω απ΄τα γέλια. Και ξέρεις, τι είχε πει το top sex symbol of all times, η Marilyn Monroe που λατρεύει σύσσωμο το αδερφάτο της υφηλίου: If you can make a girl laugh, you can make her do anything.

Ήμαστε στο γυμνάσιο. Με μια τάξη διαφορά. Τον είχα δει μέσα σε κάποιο μπουλούκι. Μπουλούκι θεατράλε, κανονικά, όπως τον όρο παλιά στους περιοδεύοντες θιάσους. Η μάσκα που φορούσαμε τότε στην πρώτη εφηβεία, φέροντες την ετερότητα ο ένας του άλλου, την αντανάκλαση της υπερβολής μας, αναζητώντας μια στοιχειώδη ταυτότητα, μας παραμόρφωνε τα πρόσωπα σε θεατρικά προσωπεία. Κι όμως. Αυτός που αναζητούσε με αγωνία τη σεξουαλική του ταυτότητα, δεν κρυβόταν επιμελώς κάτω από κάποια ψυχρή παραμόρφωση. Δεν ήταν ο κλασικός ο νέρντουλας, ο κλασικός σπασίκλας, ο κλασικός καραγκιόζης, ο κλασικός αρχηγός, ο κλασικός παιχταράς. Τον είδα ανάμεσα σε άλλους, κάπως αμήχανο, κάπως αφηρημένο, κάπως με αντίληψη, κάπως φευγάτο, κάπως ψυχούλα. Έπρεπε να τον γνωρίσω οπωσδήποτε. Σε λίγες μέρες θα ήμαστε ζευγαράκι. Με πήγαινε σινεμά, μου μιλούσε πολύ, με έκανε να γελάω, μου έγραφε ποιήματα και γράμματα. Αλλά όταν θέλησε να μου χαρίσει ένα ακριβό δαχτυλίδι, μικρά παιδιά τώρα, συνειδητοποίησα πως έχουμε άλλη μια τάξη διαφορά. Κοινωνική. Και τον άφησα.

Βρεθήκαμε ξανά μετά από αρκετά χρόνια. Αυτός πια συζούσε με έναν κούρο κάπου στην Ευρώπη. Εμείς οι άλλες μόλις είχαμε αποφοιτήσει απ' το σχολείο, είχαμε μετακομίσει στην Αθήνα, είχαμε ξεπαρθενιαστεί και επιστρέφαμε στα πάτρια εδάφη τα καλοκαίρια όλο και πιο γυναίκες. Ήταν στην παρέα μας. Τον ακούγαμε να μας διηγείται για τις ερωτικές τους συνερεύσεις. Γελούσαμε πάρα πολύ. Ίσως γιατί είχε συγκλονιστικό χιούμορ, ίσως από άμυνα. Εκείνο το βράδυ, είχαμε πάει σε κάποια παραλία όλοι μαζί να χαζέψουμε το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Εκείνος, λίγο πιο μεγάλος από μας, άνδρας και, είπαμε, μια τάξη παραπάνω, είχε όχημα. Μας επέστρεφε στα σπίτια μας. Είχαμε ξεμείνει εγώ, αυτός κι ακόμη μια καλή μας φίλη. Έτσι, χωρίς καν αφορμή με κοίταξε απ' το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, πρόφερε πολύ σοβαρά και τρυφερά το όνομά μου, και είπε "αν είχαμε μείνει μαζί από τότε, νομίζω θα ήμαστε πολύ ωραίο ζευγάρι". Θα πρέπει να του είχα απαντήσει κάτι, έλα, κόψε την πλάκα γιατί θυμάμαι να το επαναλαμβάνει πιο εμφατικά και πιο κάπως με παράπονο. Επιστρέψαμε σπίτι σχεδόν σιωπηλοί.

Ίσως να αστειευόταν απλώς, ίσως να πειραματιζόταν στη σκέψη μιας άλλης πορείας, ίσως κάτι άλλο. Αλλά εγώ το πίστεψα για μια στιγμή. Και για πρώτη φορά λίγο σα να κατάλαβα τι πάει να πει ανεκπλήρωτοι έρωτες. Πως με κάποιους ανθρώπους, όσο αδελφές ψυχές κι αν νιώσετε, δε θα μπορέσετε να είστε μαζί. Αργότερα θα το συνειδητοποιούσα σε όλη του την έκταση. Ήταν μια δύσκολη βραδιά. Ίσως έφταιγε όμως κι η πανσέληνος.














13/8/12

Imagine ρε, τι σου ζητάνε;

Imagine there's no Paschos
It's easy if you try
No ΔΗΜΑΡ below us
Imagine there’s no ΣΚΑΪ
Imagine all these people are flying away

Imagine there’s no Euro
It isn’t hard to do
Nothing to lend or beg for
And no Kouvelis too
Imagine all the cops will someday rest in peace

You, you may say
I'm a dreamer, but I'm not the only one
I hope some day you'll join us
And the world will be as one

Imagine Mitsotakis' dying
I wonder if you can
No need to vote his daughter
And all these crappy men
Imagine all the people spreading the word



7/8/12

ανοιχτά παράθυρα

Έχω όλα τα παράθυρα ανοιχτά. Περνάει η μέρα με έναν λίβα να μπαίνει από παντού στο σπίτι. Βάζω την Αρλέτα να μου πει, η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι, να ξεγελαστώ. Πως δεν σκάει με βία η ζέστη στα τσιμέντα. Πως θα ζήσω και χωρίς το μισητό air condition.

Και έτσι βραδιάζει.

Τα παράθυρα είναι πάντα ανοιχτά. Και μπαίνει το σκοτάδι κι ο καπνός απ' το τσιγάρο κάποιου. Έχει παρκάρει κάτω απ' το μπαλκόνι και καπνίζει μες στ' αυτοκίνητο, θα διαπιστώσω λίγα λεπτά μετά. Προς το παρόν μια αντρική φωνή θα μπει απ' τα ανοιχτά παράθυρα, θα μπει για να πει «όπως το καθαρμα τον Πακιστανο ρε στην Πάρο. Θάνατο ρε, θάνατο, θάνατο. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Θάνατο, ρε, θάνατο, θάνατο». Μιλάει στο κινητό του. Δε μιλάει: επαναλαμβάνει το θάνατο σα βουρδουλιά.

Έχω πεντέξι ανοιχτά παράθυρα. Στον "περιηγητή". Το ένα παράθυρο είναι στο συναθροιστή μας : "Καθαρές" μέθοδοι βασανιστηρίων. Τα υπόλοιπα στις φυλακές. Ο Στόχος θα ντύσει το αίτημα του περαστικού με όση παραχάραξη της Ιστορίας μπορεί να αντέξει ο κάθε κακομοίρης που ρέπει στο φασισμό, που τον βλέπεις, είναι τσίτα τα νεύρα του, που τρέχει μίσος απ' τους κυνόδοντές του, που φαντασιώνεται βασανιστήρια. Που δε του μάθανε τίποτα οι Χιροσίμες και ο Τσόμσκυ είναι στα τυφλωμένα ματια του ένα σάψαλο με παχυλό μισθό που λέει ασυναρτησίες και του πρήζει το παπάρι χωρίς να του προσφέρει λύσεις. Και η λύση είναι στο αίμα. Και στο σπέρμα. Το λένε τα ανώνυμα σχόλια στο Στόχο, το λέει ο άγνωστος κάτω στο δρόμο.

Ανοίγει ένα από τα παράθυρα του μυαλού μου. Στη βιβλιοθήκη. Μην πας μακριά.

"Έβλεπα τα πρόσωπα των αστυνομικών. Κόκκινα, εξαγριωμένα, παραμορφωμένα, με τα χείλια συσπασμένα, γεμάτα άσπρο αφρό, καθώς ανεβοκατέβαζαν τα μαστίγιά τους πάνω στα κουβαριασμένα σώματα που συσπειρώνονταν κατά γης. Τα μουγκρητά των αστυνομικών καθώς μαστίγωναν, σκέπαζαν τα συγκρατημένα (από περηφάνεια) βογγητά πόνου των φοιτητών. Και κατάλαβα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, αυτό που ισχυρίζεται η επιστήμη: Πως ο βασανιστής, εκσπερματώνει από ηδονή, βασανίζοντας." Λιλή Ζωγράφου, 17 Νοεμβρίου 1973: Πώς φτάσαμε στη νύχτα της μεγάλης σφαγής (εκδ. Λογοθέτης).

Ανοίγει παράθυρο της μνήμης. Είμαι στο αμφιθέατρο κάποιου πανεπιστημίου. Προβολή "Τα κορίτσια της βροχής". Τα έδρανα γεμάτα και στα σκαλιά και στα όρθια. Δίπλα μου η γυναίκα στο πρώτο πλάνο του ντοκιμαντέρ. Οι βασανιστές πάντα θα ψάχνουν ένα τέρας. Μπορεί να πάρει το πρόσωπο μιας γυναίκας πολιτικής κρατούμενης, ή κάποιου μετανάστη, εγκληματία ή μη. Αρκεί να βρεθεί τέρας να εκσπερματίσουν. Κάποια στιγμή παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ νιώθεις κι εσύ εξευτελισμένη, βιασμένη, κακοποιημένη. Αλλά θα είσαι τόσο τυχερή που δίπλα σου θα υπάρχει αυτή η γυναίκα, με σάρκα και οστά, ολοζώντανη στα 70 της, θα καταλάβει και θα σε χαϊδέψει παρηγορητικά το χέρι, θα μυρίζεις το άρωμά της και θα αναρωτιέσαι αν όλα όσα συμβαίνουν είναι αληθινά.



Έρχεται βαρύς χειμώνας, μέσα - έξω. Ακονίζονται μαχαίρια. Στήνονται αγχόνες. Τα παράθυρα θα κλείσουν ένα- ένα.

Και έτσι θα βραδιάσει.

2/8/12

χρώματα


Το μπλε, το δεξιά του ουρανού. Το μπλε του νου. Που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μένα και στο άπειρο. Που με εμποδίζει να δω μες στο φως το μηδέν μου, το ελάχιστο του κόσμου μου στο όλο. Που μπαίνει σύνορο και παραβάν και παραπέτασμα στη Γη και στη γειτονιά του σύμπαντος. Που παριστάνει το καταφύγιο στους νεκρούς μου. Που είναι οι τοίχοι στα ανάκτορα του παντοκράτορα, του πιο ψεύτη βασιλιά, του πιο ανίκητου. Που βάφει σημαίες εθνικές και κομματικές σημαίες και σωβρακοφανέλες. Το γαλάζιο αυτό το χαρίζω. Ήθελα τον ουρανό μου διάφανο. Και τη θάλασσα χωρίς μανδύα. Ήθελα απ' τον αφρό να βλέπω τον κοχλία στο βυθό. Και πριν τον βάλω στ' αυτί, να ξέρω τα μυστικά της θάλασσας και του σύμπαντος που θα καθρεφτίζεται στα ολόγυμνα νερά της.



Το κοκκινόχωμα. Αυτό το χώμα είναι μόνο δικό μας, ποιητή. Οι άλλοι να μην πατούν στις σκόνες, να μην πατούνε τα χαλίκια. Είναι δικά μας. Μην λεκιαστεί ο πολιτισμός που δεν κλείδωσαν στα σπίτια τους. Να πατούν τον πλαστικό χλοοτάπητα που παριστάνει το γκαζόν. Να ξεπλένονται σε τζακούζι. Να κοιμούνται σε μεζονέτες με όλα τα κομφόρ. Και να βουτούν στις μπανιέρες τις μεγάλες, με το μπλε πλακάκι και το 2.10μ βάθος για τα μπάνια τους. Να βγαίνουν και να μυρίζουνε χλώριο αντί αρμύρα. Κι εμείς θα γλείφουμε ο ένας τον άλλο με τον ιδρώτα από την πεζοπορία, το αίμα από την αμυχή στα βράχια, τις πληγές της ομορφιάς που ρέει ο κόσμος κι ο έρωτας. Που είναι κόκκινος κι αυτός. Δικός μας. Δικός μας και του κόσμου όλου.

Το πηχτό και θερμό κίτρινο που απλώνεται σα στάχυ στο χνούδι των γυμνών κορμιών των παραδομένων στη ζέστη του καλοκαιριού. Το κροκί, του ωοτόκου έρωτα, των ωοθηκών της που σπιθίζουν την ύπαρξη. Του ήλιου της μεσημεριάτικης καύλας. Το κίτρινο του Τύπου, της μόνης πορνογραφίας. Το κίτρινο του μίσους, ναι, για όποια τσόντα παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και τη ζωή μας. Πορνό δεν είναι η ώρα που μας θερίζει ο έρωτας στο βαθύ κίτρινο του δωματίου. Πορνό είναι η ανοιχτή τηλεόραση που ο βόμβος της δε σέβεται τις μέλισσες και τα τζιτζίκια και τ' αρρωστιάρικο κίτρινο, της χολέρας της που ξερνάει στα σπίτια μας. Αλλά που δε θα φτάσει ποτέ ως την κάμαρά μας. Εκεί που γίνεται η συγκομιδή του χρυσαφιού μας.


Το δαιμονοποιημένο μαύρο. Το μαύρο μου γατί που κάπου ή κάποτε θά 'φτυναν στον κόρφο τους στο πέρασμά του. Το μαύρο στερέωμα που μοιάζει να ξορκίζουν πυροτεχνήματα στην Πάρο και στην Ανδαλουσία, της Παναγίας, τον Αύγουστο. Το μαύρο ρούχο απλωμένο στις ταράτσες ανάμεσα σε δρόμους της επαρχίας που ανεμίζει πένθος. Η μαύρη σημαία στους δρόμους της διαμαρτυρίας. Η μαύρη σημαία στην κατάληψη. Το πρώτο φως πίσω απ' τα μόλις κλεισμένα βλέφαρα: το μαύρο φως. Το μαύρο, ο τόπος που σμίγουν όλα τα χρώματα. To μαύρο της πρώτης, της μόνης μας πατρίδας: της Μήτρας. Το μαύρο εγώ το θέλω. Χωρίς ό,τι του φόρτωσαν σκοτεινό. Το θέλω όπως αληθινά είναι: μαύρο.




Κι όταν πεθάνουμε, μη μας στερήσετε το μωβ. Μόνο που δε ξέρουμε από κορδέλες. Τις πετάξαμε απ' τα κεφαλιά μας νωρίς. Και τα δώρα που μας χαρίστηκαν δεν ήταν όλα με αμπαλάζ. (Κάποια ήταν τυλιγμένα ακόμη και σε φτήνια ανθρώπινη). Να μη μας στερήσετε το μωβ, που είναι του ουρανού και του αίματος ,της σκεπης πάνω απ' τα κεφάλια μας και του ιστού που μας θρέφει. Αλλά να μυρίζει θυμάρι. Οπωσδήποτε.

25/7/12

η τέχνη της πέτρινης φιλίας

"Ο φίλος που θα σε δει να πηγαίνεις στο γκρεμό και δε θα σε πιάσει από το γιακά να σου πει πού πας γαμώ το Χριστό σου και να σου ρίξει δυο χαστούκια και να σε γυρίσει πίσω, δεν είναι φίλος σου."

Μου' πε ο δάσκαλος, σκυμμένος πάνω από ένα πάγκο όπου είχε απλωμένο ένα ψηφιδωτό ενάμιση μέτρο μήκος, ένα τασάκι, μια κούπα καφέ, ένα πλαστικό ποτήρι για ρακές και σταφίδες με στραγάλια. Κρατούσε την πένσα κι έσπαγε την πέτρα, και ψηφίδα την ψηφίδα μετέφερε κάποια μάχη των ρωμαϊκών χρόνων στο υπόγειο εργαστήρι του.

Κατεβαίνοντας για πρώτη φορά τα σκαλιά του εργαστηρίου, περαστική κι αδιάβαστη, μόνο για να ρωτήσω για την εγγραφή γίναν τα λόγια χαλίκια στο στόμα μου μόλις αντίκρυσα έναν, ίδιος ο Άκης Πάνου. Προσηλωμένος στο έργο του, με μια λευκή φανέλα με τιράντες και ένα τζιν παντελόνι, όλος πασπαλισμένος σκόνη, δίχως μαλλιά και δίχως όρεξη για κουβέντες, με ένα μισοσβησμένο στριφτό στα χείλια, μου απαντούσε μονολεκτικά χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. Αργότερα θα μου έλεγε πως ήταν εξήντα χρονών και παλιός επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Φιλική υποδοχή δεν μου επεφύλαξε αλλά αυτός θα με έβαζε να δουλέψω τη φιλιά στο μυαλό μου για τα επόμενα δέκα χρόνια.

Αποφάσισα να ξεκίνησω να μαθαίνω την τέχνη πλάι του, και καταλαβαίνοντας πως δεν είχε λόγια το εργαστήρι, παρά μόνο μια πένσα στα χέρια, και ψηφίδες που έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο σχέδιο για να βρει τη θέση του το έργο έπειτα κάπου, είχα ενθουσιαστεί στην προοπτική να κάνω άσκηση σιωπής για τις τρεις ώρες από τρεις φορές τη βδομάδα που θα διαρκούσε η εξάσκησή μου.

Ήταν ο καιρός που είχα συναντήσει τον Ομ ντε μα Βι, έναν άνδρα που έλεγα τότε πως ήταν ό,τι ζητούσα και κάτι περισσότερο. Κι αυτό δεν υποφέρεται. Αν με ρωτούσες και αν ήμουν ειλικρινής θα σου' λεγα πως οπωσδήποτε ήθελα να ζήσω όλη μου τη ζωή μαζί του, να του γεννήσω εφτά παιδιά, να του κάνω ποδόλουτρο και να του σκουπίζω έπειτα τα πέλματα με τα μαλλιά σαν τη Μαρία Μαγδαληνή. Αντί γι' αυτό όμως του έκανα τη ζωή κόλαση, ώσπου μια από τις πολλές φορές που τον εγκατέλειψα δεν ξαναγύρισε. Ήτανε μια μαύρη περίοδος στη ζωή μου κι ο κόσμος όλος σε ένα αδιάκοπο σεισμό, για άλλους λόγους που πάντα τους χρεώνουμε στον έρωτα. Σ' αυτή την εποχή μας έτυχε να αγαπηθούμε και σ' αυτήν την εποχή να χωρίσουμε.

Η φίλη μου, που φύσει, θέσει κι ιδιότητα πατούσε γερά στα πόδια της θα έπρεπε να με προστατεύσει από την αυτοκαταστροφική μου πορεία. Θα' πρεπε να με ταρακουνήσει και να μου πει κοίτα τι πας να κάνεις. Δε θα'πρεπε να μ' αφήσει να διώχνω με όποιο τρόπο μπορούσα αυτόν τον άνδρα. Έτσι σκεφτόμουν.

Κι αντί να κάνω τρίωρες ασκήσεις σιωπής στην ψηφιδογραφία, όπως σχεδίαζα, βρισκόμουν τα απογεύματα να κουβεντιάζω ασταμάτητα, δουλεύοντας παράλληλα, μ' αυτόν που νόμισα αμίλητο και εχθρικό. Ο αμίλητος και εχθρικός μου 'λεγε για τη φιλία:

"Ο φίλος που θα σε δει να πηγαίνεις στο γκρεμό και δε θα σε πιάσει από το γιακά να σου πει πού πας γαμώ το Χριστό σου και να σου ρίξει δυο χαστούκια και να σε γυρίσει πίσω, δεν είναι φίλος σου."

Από τότε, πάνω από δέκα χρόνια μετά, έχω ανακαλέσει στη μνήμη μου πολλές φορές αυτή την ατάκα. Άλλοτε για να αντλήσω κουράγιο και να πιάσω κάποιον φίλο από το γιακά, άλλοτε για να δικάσω κάποιον που δεν με άρπαξε πριν γκρεμοτσακιστώ γι' άλλη μια φορά, κι άλλοτε για να μετατρέψω τα γαμωσταυρίδια που έφαγα, όταν έπρεπε, σε βαθιά συγκίνηση για το ρίσκο που πήρε ο φίλος μου να με χάσει οριστικά ερχόμενος σε ρήξη μαζί μου, προκειμένου να μη με αφήσει να φάω πάλι τα μούτρα μου.

Κι έμαθα πως το ζόρικο δεν είναι, δάσκαλε, να πάρεις το ρίσκο ν' αρπάξεις το φίλο από το γιακά και να τον ταρακουνήσεις πριν πέσει στο γκρεμό. Το δύσκολο είναι, δάσκαλε, να πεις τι είναι γκρεμός και τι δεν είναι. Αυτό που' ναι γκρεμός για μένα, για κείνον μπορεί να είναι ο δρόμος του, που θέλει και πρέπει να τον ζήσει. Αρχάρια στην τέχνη της πέτρινης φιλίας και ημιτελές το έργο, πρέπει βίωμα το βίωμα να το συνθέσω πια μόνη μου, ώσπου να ολοκληρωθεί, αν ολοκληρωθεί ποτέ, το ψηφιδωτό που αναπαριστά τι είναι να' σαι Φίλος.

22/7/12

valedictory



Σε ψηλό βουνό,
σε ριζιμιό χαράκι,
κάθεται έν' αϊτός.

Βρεμένος, χιονισμένος
ο καημένος και παρακαλεί.
Και παρακαλεί
τον ήλιο ν' ανατείλει.
Ήλιε ανάτειλε, ήλιε ανάτειλε.
Ήλιε λάμψε και δώσε
για να λιώσουνε
χιόνια από τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα
από τ' ακράνυχά μου.
Ήλιε ανάτειλε, ήλιε ανάτειλε.


Έτσι είναι φαίνεται κάποιοι μεγάλοι έρωτες. Να μη μπορείς να τους αντέξεις. Να μη μπορείς να σταθείς πλάι τους. Γιατί, όσο με συγκλονίζει η γεωγραφία της και ο πολιτισμός της, το κορμί και η ψυχή της δηλαδή, τόσο μόλις άνοιξα τα φτερά μου φεύγω και ξαναφεύγω μακριά της. Κι όταν μου δίνεται η ευκαιρία να γυρίσω, πάλι φεύγω.


Καλλιά 'χω εσέ με θάνατο παρ' άλλη με ζωή μου,
Για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου.


Ήμαστε σε ένα αυτοκίνητο εγώ κι άλλοι τέσσερις. Ο ένας από Ξάνθη, ο άλλος από Πειραιά, οι άλλοι δυο από Αθήνα κι εγώ από την Κρήτη. Κι ακούγαμε Χαϊνηδες οδηγώντας παράλληλα στον Τάμεση.


Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυό με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε


Όσοι έχουνε μια στάλα ψυχή και την ξέρουνε και πατρίδα τους να μην είναι, καταλαβαίνουν. Εκτός κι αν έχουν πέσει σε βλαχοστιβαναράδες, σε μαφιόζους, σε κάφρους του κερατά. Μετάφραση. Αγράμματοι άνθρωποι, στη ρηγμαγμένη επαρχία, που εκμεταλλεύεται και διαιωνίζει την κατάσταση τους η ελίτ αλητεία με συντεκνιές και ό,τι βρωμιά βάζει ο νους σου. Μετάφραση. Victim blaming. Και το νου σου. Δεν είναι όλοι οι μαυροπουκαμισάδες τέτοιοι. Τα' χουμε πει: Το στερεότυπο είναι η γνώση του ηλίθιου για το άγνωστο άλλο. Ρώτα και τον Ιρλανδό.



Όπως το λέει ο φίλος μου ο Δημήτρης: Η Κρήτη είναι το τελευταίο καταφύγιο παλιών φρικιών.


Πέτε μου έναν άνθρωπο να τά 'χει λύσει όλα
γιατί εγώ δεν τά' λυσα μα δεν με γνοιάζει κιόλα


Αντίο. Πάλι. Λατρεία μου.


Έχω μια τίγρη μέσα μου
άγρια λιμασμένη

που όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ
τηνε μισώ και με μισεί θέλει να με σκοτώσει
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.


5/7/12

ο θεός είναι μπάρμαν

Μπανιαρίζεσαι, ντύνεσαι, μακιγιάρεσαι. Γίνεσαι όμορφη για κάποιον απόψε. Κατηφορίζετε τα ξύλινα μοκετένια σκαλοπάτια του βικτωριανού σπιτιού σας οι τρεις φίλες και συγκάτοικοι. Προχωράτε προς το σταθμό του υπόγειου αγκαζέ, και είστε σαν μια δέσμη από τριαντάφυλλα. Ούτε τριάντα ακόμα. Και βγαίνοντας στην επιφάνεια της γης θα συναντήσεις εκείνον. Και θα σου πει, ο τόσο φειδωλός στις φιλοφρονήσεις, πόσο ωραία είσαι απόψε που έδεσες πίσω τα μαλλιά σου και "φάνηκε όλη η ομορφιά του προσώπου σου" και θα εγγραφεί αυτό μαζί με τα άλλα που σε κάνουν να φαντάζεσαι τον εαυτό σου μαζί του για τα επόμενα χρόνια. Και θα έχεις κάνει λάθος.

Φτάνετε στο Notting Hill, περιμένετε στην ουρά, σας σφραγίζουν τα χέρια για να μπείτε στο κλαμπ. Έχετε έρθει στο underground να ακούσετε experimental από κάποιους γνωστούς γνωστών και κάπως το δίχτυ των ανθρώπων που μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν τις ίδιες αναφορές απλώνεται στο χώρο.

Βρίσκω τον φίλο που μας κάλεσε στο event, του συστήνω τις φίλες μου, μας συστήνει τρεις φίλους του. Εγώ είμαι απασχολημένη σε απόμερες γωνιές με κάποιον που νομίζαμε αγαπιόμαστε αλλά στην πραγματικότητα ταλαιπωρούσαμε ο ένας τον άλλο ή το αντίθετο. Ή και τα δυο μαζί. Ή τίποτα απ' τα δυο. Οι δυο φίλες μου κουβεντιάζουν και χαριεντίζονται, όπως επιτάσσουν οι συνθήκες, με τους άλλους τέσσερις. Και κάπως έτσι οι djs παίζουν πειραματική μουσική και περνάει η ώρα.

Και κάποτε κάτι γίνεται, πιθανόν πήγε και μίλησε σε κάποιους άλλους γνωστούς ή τον παράτησα γιατί είπε ή έκανε κάτι που με εκνεύρισε, ή είχε πάει να πάρει ποτό ή ποιος ξέρει, και βρήκα ευκαιρία να βρεθώ στο πηγαδάκι που είχαν στήσει τα κορίτσια που μαζί είχαμε έρθει και τα αγόρια που βρήκαμε εκεί και ο κοινός μας φίλος.

Και τότε τον πρόσεξα.

Στάθηκα μπροστά του προσοχή με όλη μου την προσοχή στραμμένη πάνω του. Και είπα μέσα μου: "θεέ μου, τι ομορφιά έχει αυτός ο άνθρωπος!" Και απ'έξω μου δεν είπα τίποτα.

Κι από τότε ήθελα να τον προσέχω.

Περίπου οχτώ χρόνια μετά θα με ρωτούσε η κόρη του πώς γνωρίστηκα με τον πατέρα της. Και θα ήταν αδιανόητο για το μικρό κοριτσάκι πώς δεν τον γνώριζα από πάντα. Πώς είναι δυνατόν να μας σύστησε κάποιος, πώς δεν ήταν στην κοιλιά μου από καταβολής κόσμου, πώς υπάρχει ζωή πριν οι γονείς μας σμίξουν για να μας φέρουν στη ζωή. Και κάπως τα κατάφερα να της εξηγήσω πώς συναντηθήκαμε, ερωτευτήκαμε, αγαπηθήκαμε και κάναμε τα παιδιά μας.

Αλλά όμως αν με ρωτήσει τι είναι ο θεός θα ξέρω να της πω πως ο θεός είναι μπάρμαν. Και έτσι όπως εντελώς σπάνια τον επικαλούμαι, μου απέδειξε την ύπαρξή του καθώς άκουσε που σκέφτηκα -δυνατά είναι η αλήθεια- για την ομορφιά του πατέρα της ώστε να μου τον κεράσει κιμπάρικα: Πάρ'τονα και κάντε και δυο παιδιά μαζί. Για να αστειεύομαι μαζί του τόσα χρόνια μετά, Καλά ρε θεέ, πώς κάνεις έτσι; Μια κουβέντα είπαμε...Και πού' σαι, πιάσε μερικά κοκτέιλ ακόμα. Ξέρεις εσύ, απ' αυτά που κανείς δεν θα μπορέσει να καταλάβει την ουσία τους.

1/7/12

βιβλική καταστροφή

Αγόραζε βιβλία, δανειζόταν βιβλία, δεχόταν ως δώρο βιβλία, έκλεβε βιβλία. Στα παιδικά του χρόνια τον αποκαλούσαν βιβλιοφάγο, τώρα πια βιβλιομανή. Και τόμο τον τόμο οι τοίχοι του σπιτιού του γέμιζαν από ένα πελώριο στρατό στοιχειοθετημένων σελίδων. Τοίχο τον τοίχο γύρω του ένα χάρτινο οχυρό. Ένιωθε ανάμεσά τους προστατευμένος, ασφαλής, σχεδόν δυνατός.
Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν στη ζωή εκεί έξω, βουτούσε ανάμεσα στις αράδες και κρυβόταν από την πραγματικότητα.
Κι όταν κάποτε ένιωθε πως βάλλεται από κάποιον, μια περιστροφή του ματιού του στους εκατοντάδες τίτλους που αναγράφονταν στις ράχες των βιβλίων τριγύρω του, αρκούσε για να αισθανθεί πως εξοπλίζεται με όσες αρετές απαιτούνται από έναν δεινό ρήτορα, έναν ικανό συνομίλητη, έναν ισχυρό αντίπαλο σε πνευματικές μάχες.
Άλλοτε πάλι, τον κατέκλυζε ένα αίσθημα πανικού, πως τάχα κάποια πυρκαγιά θα μπορούσε να μετατρέψει όλο το χάρτινο οχυρό του με τα στρατεύματα μαζί τα διευθετημένα με αλφαβητική και θεματική τάξη, σε στάχτη. Ο πλούτος των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, που είχε σωρεύσει με τα χρόνια, θα μπορούσε σε μια ώρα να γίνει παρανάλωμα του πυρός.
Έβλεπε συχνά στον ύπνο αυτόν τον εφιάλτη και προκειμένου να μην επαληθευθεί στην πραγματικότητα το κακό όνειρο, φρόντιζε να ελέγχει σχολαστικά ό,τι θα μπορούσε να προκαλέσει μια καταστροφική φωτιά. Ούτε αυτή η λύση μπορούσε όμως να καλμάρει την αγωνία του, μην όλο το πολιτισμικό κεφάλαιο που μέρα τη μέρα έχτιζε σε αέρα και χαρτί, γινόταν αποκαϊδια.
Έτσι, αποφάσισε να ασφαλίσει τη βιβλιοθήκη του σπιτιού του με όλο της το περιεχόμενο βέβαια. Το κόστος της ασφάλειας ήταν τελικά μεγαλύτερο από αυτό του συνόλου των βιβλίων, αλλά έκρινε πως άξιζε η επένδυση λόγω του πολύτιμου συναισθηματικού δεσμού του με κάθε τεμάχιο που είχε ακριβά ασφαλίσει.
Όμως αυτό που τελικά του συνέβη, δε θα μπορούσε ποτέ να το προβλέψει και ούτε και να έχει προνοήσει για την αποτροπή του.
Ένα πρωινό, καθώς έπινε τον καφέ του διαβάζοντας την εφημερίδα του, με το ύφος εκείνο το ατάραχο και περισπούδαστο πού' χε αποκτήσει με τα χρόνια ως άνθρωπος της διανόησης, ως ένας κάτοικος ενός απόρθητου κάστρου, καμωμένο από ό,τι πιο πανίσχυρο είχε παράξει η ανθρωπότητα: από ιδέες, ένα ύφος που δεν ήταν ικανή να διαταράξει ούτε η πιο φρικιαστική είδηση, έτυχε να πάρει το μάτι του μια ανθυποστήλη με τίτλο σε μικρή γραμματοσειρά: άρχισαν να διαγράφουν οι συγγραφείς. Παρακάτω, η εξήγηση ήταν σχεδόν τηλεγραφική και ακατανόητη. Μιλούσε για κάποιο κίνημα που ξεκίνησε από το διαδίκτυο και εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς σε όλο τον πλανήτη όπου δεκάδες χιλιάδες συγγραφείς διαγράφουν. Τι διαγράφουν; Πώς διαγράφουν; Το ρήμα παρέμενε ακλόνητα αμετάβατο.
Κάποια διαίσθηση, η λογική ίσως, τον οδήγησε στα ράφια της βιβλιοθήκης. Ακούμπησε τον δείκτη στην αιχμή που ενώνει τη ράχη ενός βιβλίου με τη δέσμη της κορυφής των σελίδων του, το έγειρε προς το μέρος του, το έσυρε έπειτα με δείκτη, μέσο και αντίχειρα απομονώνοντάς το από τη σειρά των υπόλοιπων παραταγμένων βιβλίων. Το ακούμπησε στην ανοιχτή παλάμη του άλλου του χεριού και το άνοιξε με τους δυο αντίχειρες.
Δεν πίστευε στα μάτια του με το θέαμα που αντίκρυσε. Με πολύ πιο γρήγορες κινήσεις πια το τοποθέτησε ξανά στη θέση του, κάπως άγαρμπα, ίσως πιο άγαρμπα από ποτέ. Με πολύ πιο γρήγορες κινήσεις άρπαξε ένα άλλο βιβλίο από άλλο ράφι, από άλλο ύψος, από άλλη βιβλιοθήκη, σε άλλο δωμάτιο. Το άνοιξε. Είδε το ίδιο πράγμα. Το έκλεισε. Το ξανάβαλε πλάι στα υπόλοιπα. Ένιωσε να ζαλίζεται. Πιάστηκε από το έπιπλο. Το έπιπλο που περιείχε αυτό που πάντα θεωρούσε ό,τι πιο πολύτιμο κατείχε. Ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε. Πήρε ένα ακόμα βιβλίο στα χέρια, το φυλλομέτρησε άτσαλα με χέρια τρεμάμενα, του έπεσε στο πάτωμα.
Μα καθώς ξεγλιστρούσε απ΄την παλάμη του, στα κλάσματα του δευτερολέπτου που μεσολάβησαν της πτώσης, άστραψε ακόμα μια φορά μπροστά στα μάτια το θέαμα που του έφερε σκοτοδίνη: οι λευκές, οι πάλλευκες σελίδες του βιβλίου, οι σελίδες από όπου οι λέξεις είχαν όλες διαγραφεί ώσπου όλα τα ράφια με τα παραφορτώμενα βιβλία δεν φιλοξενούσαν παρά άγραφα βιβλία. Ο κόσμος σκοτείνιαζε ενώ ένιωθε πως γύρω του απλωνόταν εφιαλτικά το λευκό των άγραφων σελίδων.
Λίγες μέρες μετά, τον βρήκαν νεκρό να κείται ανάσκελα με ένα βιβλίο στο πλάι. Ο επιθεωρητής άνοιξε το βιβλίο, το ξεφύλλισε προσεκτικά, δεν διέκρινε κάτι υποπτο και το ακούμπησε πάνω στα άλλα, στο πλησιέστερο ράφι. Σύντομα, τα ενδεχόμενα της δολοφονίας ή της αυτοκτονίας αποκλείστηκαν. Ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε με τη φράση "θάνατος από φυσικά αίτια". Όμως είχε γίνει λάθος. Πολλά χρόνια μετά, θα καταλάβαιναν πως έχασε τη ζωή του από κάποια βιβλική καταστροφή που συνέβη στην μόνη του περιουσία πραγματικά: το μυαλό του.

24/6/12

ο γύρος του κόσμου

Είχαμε αποφασίσει με το ταίρι μου πως αμέσως μόλις ξεμπερδεύαμε με τις σπουδές μας, θα ξεκινούσαμε το Round the World Trip και γι' αυτό ξεκίνησα την πρώτη part-time δουλειά που μου προσφέρθηκε.

Ταχτοποιούσαμε κατά μεγέθη τα πουκάμισα στις κρεμάστρες ενός θεόρατου ρουχάδικου στην Oxford Street. Κάθε Κυριακή, που στον τόπο μας είναι αδιανόητη ακόμη η ύπαρξη έστω ωραρίου των εμπορικών καταστημάτων, εκεί γίνεται κάτι σα διαδήλωση από τα πλήθη που ξοδεύουν το βδομαδιάτικο σε ψώνια. Για ποιον έγραφε ο Max Weber την προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού; Πάντως όχι για τις γκομενίτσες τις ξεκάλτσωτες χειμώνα-καλοκαίρι με τα πλαστικά αξεσουάρ που ζουν για να καταναλώνουν, που καταναλώνουν για να ζουν.

Δε θυμάμαι πια το όνομά του. Είχε πολύ όμορφο πρόσωπο, καταπληκτικό χαμόγελο και ράστα μαλλί. Ήμαστε περίπου συνομίληκοι. Μιλούσε σπαστά αγγλικά και σπούδαζε Λογιστικά. Ήταν από την Τανζανία και μου μάθαινε λίγα σουαχίλι. Τον ρωτούσα γιατί τα λένε γλώσσα του έρωτα. Γιατί ακόμα και το μη της προστακτικής και το όχι ακόμη, ήταν απαλά, μου εξηγούσε. Ήμαστε έκτακτο προσωπικό για τις άγιες καταναλωτικές μέρες των Χριστουγέννων. Εκείνος αγωνιούσε αν θα του ανανέωναν το συμβόλαιο. Εγώ πάλι, όχι.

Οι άλλοι, αγωνιούσαν επίσης. Μια Κινέζα που μου περιέγραφε την πολιτική για το ένα παιδί στην πατρίδα της όσο διπλώναμε t-shirts και δυσανασχετούσε γιατί ως μοναχοπαίδια επιφορτίζονταν αποκλειστικά με την φροντίδα των γονιών τους, όταν πια θα ήταν ηλικιωμένοι κι ανήμποροι. Κάποιοι αφρικανοί που λουφάραμε και κοροϊδεύαμε τους supervisors και μαζί τους πάντα γελούσα περισσότερο από όλους τους άλλους. Ένας από το Καζακστάν που όλο προβλήματα προκαλούσε σε μας και έγλειφε τους προϊσταμένους και που τον έλεγε μαφιόζο ο φίλος του ο Τούρκος, που με έλεγε sister και με φλέρταρε αιμομικτικά μάλλον. Μια πολωνέζα που πρέπει να ήταν η πιο εργατική από όλους μας όχι μόνο γιατί ταχτοποιούσε τα ρούχα με ένα τρόπο ψυχαναγκαστικό αλλά γιατί ήταν τυπική στα ωράριά της και εξυπηρετική με τους πελάτες. Ο Ινδός που γυρνούσαμε έπειτα με το ίδιο λεωφορείο και μου εξήγησε πως το όνομά του σημαίνει μέλι αλλά και το δικό μου σήμαινε κάτι -που ξέχασα τι- σε μια γλώσσα από τις πολλές που μιλούσαν στον τόπο του. Η Βραζιλιάνα που βρήκε δουλειά στο μαγαζί μέσω ενός γραφείου που νοίκιαζε εργαζόμενους, εργασιακούς νταβατζήδες δηλαδή. Ένας Πακιστανός που μουρμούριζε όσο αράδιαζε τα μάλλινα και μου εξήγησε ότι οι ψίθυροί του ήταν προσευχές, όταν τον ρώτησα, και που ούτε λίγο ούτε πολύ ήταν σύμφωνος με τη δολοφονία της Μπεναζίρ Μπούτο που συνέβη εκείνο τον καιρό. Τον Δεκέμβρη του 2007.

Λίγες μέρες μετά, όλοι όσοι για λίγες βδομάδες υπήρξαμε συνάδελφοι κατάφεραν να εξασφαλίσουν την ανανέωση της σύμβασης, εκτός από τη βραζιλιάνα, που κάτι ακούστηκε πως την είχαν παρατηρήσει από τις κάμερες να κάνει κάτι κακό, ας πούμε να παίρνει κάποια ανάσα, να μη χαμογελάει σαν ηλίθια σε κάποιον πελάτη, να μιλάει με την άλλη λατινοαμερικάνα της παρέας. Εγκληματικά πράγματα. Την είδα που βγήκε με κλάματα από το γραφείο του χοντρού και έσπευσαν να την αγκαλιάσουν οι άλλες. Εγώ δεν πρόλαβα. Έπρεπε να μπω στο γραφείο να μου ανακοινωθεί η ανανέωση της σύμβασης και μετά να τρέξω να προλάβω το δίπατο κόκκινο λεωφορείο που θα με πήγαινε στον καλό μου στην εβραϊκή γειτονιά που ζούσαμε στο βόρειο Λονδίνο.

Την επόμενη φορά που θα πήγαινα στη δουλειά, μετά από μερικές μέρες άδεια, θα ανακοίνωνα πως δε με ενδιέφερε να συνεχίσω να δουλεύω στο ρουχάδικο, γιατί ήμουν έγκυος. Και στη Γη που με περίμενε να την ταξιδέψω, θα της έλεγα σα μητέρα προς μητέρα πως θα πρέπει να περιμένει ακόμα πολύ, πως ίσως ποτέ να μην έκανα πια το γύρο του κόσμου. Κι αργότερα, τέσσερα χρόνια περίπου μετά, η είδηση πως η Ελλάδα ήταν η πιο άρρωστη οικονομικά χώρα θα έκανε το γύρο του κόσμου, αντί για μένα. Και τι παράξενο, εγώ απ' όλη την παρέα δε δούλευα για το προς το ζην στο κάτεργο των ρούχων αλλά για το ευ ζην.

12/6/12

καταδικάζουμε και την αλληλεγγύη από όπου και αν προέρχεται

Πήγε λοιπόν η κοπέλα να παρακολουθήσει μία συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου, αλλά αντί να ακούσει ανενόχλητη το "όσες και αν στήνουν φυλακές και αν ο κλοιός στενεύει" και να λικνιστεί παραδομένη στην μέθη του τραγουδιού, σιγοτραγουδώντας το, με το απαλό καλοκαιρινό αεράκι του Ιούνη να απλώνεται ολόγυρα και να της χαϊδεύει απαλά τις παρειές, κάποιοι πετούσαν εξτρεμιστικά φέιγ-βολάν και ο αναίσχυντος ποιητής-συνθέτης-ερμηνευτής-μουσικός παραγωγός-και δυστυχώς για τον ίδιο-αναρχικός έδωσε βήμα σε ανάγνωση μηνύματος αλληλεγγύης σε πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές! Έτσι η κοπέλα αποχώρησε από τον συναυλιακό χώρο με ποικίλλα αρνητικά συναισθήματα και ευτυχώς τουλάχιστον της επεστράφη το αντίτιμο του εισιτηρίου, όπως απαίτησε γιατί εξαπατήθηκε από το προϊόν, γεγονός όμως που πάλι δε στάθηκε ικανό να την εξευμενίσει. Την επόμενη μέρα θα κατήγγειλε στο παγκόσμιο βήμα της πλέμπας το περιστατικό.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον από το καταγγελτικό κείμενο είναι το πανηγύρι των σχολιαστών που στήθηκε κάτω από το κείμενο. Ακόμη και στις συναυλίες του Θανάση τέτοιον εκστασιασμό δεν θα βρεις. Αν έχεις διάθεση για γνωριμία με ψηφοφόρους Τζήμερου-Μάνου-ΝΔ να πας να αφήσεις σχόλιο και να κάνεις like σε όποιο άβαταρ σε φαίνεται πιο ελκυστικό. Οι επικριτές της κουλτούρας της μεταπολίτευσης, (αυτοί που ανατριχιάζουν -από αποστροφή, όχι συγκίνηση- ακούγοντας τα Μαλαματένια Λόγια, πφφ...), βρήκαν επιτέλους στο συγκεκριμένο αφήγημα την αφορμή να ξεσπαθώσουν κατά της Αριστερής υποκρισίας που τολμάει και να ζητάει αντίτιμο για τη συναυλία και παράλληλα να δίνει βήμα σε...εξτρεμιστές να δηλώσουν αλληλεγγύη σε φυλακισμένους. Προχτές μιλούσαν οι ίδιοι για την υποκρισία της Κανέλλη που είναι ΚΚΕ και ζει στην Εκάλη. Προσπαθώ να φανταστώ μια ζωή μέσα στην απόλυτη συνέπεια και βγαίνω έξω να πάρω αέρα.

Και επιτέλους, ποιος σας είπε πως οι κρατούμενοι έχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Ποιος σας είπε πως έχουν μερτικό στην αλληλεγγύη μας; Αυτά τα τσογλάνια δεν έφτιαχναν γιάφκες στα βόρεια πρόαστια και επεδίωκαν την φυσική εξόντωση στοχοποιημένων αξιωματούχων; Δεν καταδικάστηκαν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία; Τώρα τι θέλετε; Να σαπίσουν στη φυλακή οι αλήτες!

Και επιτέλους, κύριε Παπακωνσταντίνου να κάνετε συναυλίες αλληλεγγύης να μην πατάμε εμείς οι φιλήσυχοι και σώφρονες πολίτες ή αλλιώς να μη κάνετε πλάτες σε αντεξουσιαστικά υποκείμενα. Να διαχωρίσουμε την πολιτική από την τέχνη. Βλέπετε τα αμερικάνικα pop idols να ανακατεύονται στα πολιτικά; Ή και όταν ακόμα το κάνουν, είναι όμορφα οργανωμένες σαν τα Live Aid που θα τα υποστήριζε και η κα Βαρδινογιάννη ως φιλάνθρωπος.

(σημ.: για όσους δεν διαθέτουν FB, το κείμενο στο οποίο αναφέρομαι είναι αναρτημένο και εδώ)