7/12/12

τι έκανες στα νάιντις, μπαμπά;

Ήθελα να του μιλήσω. Εποχή που ακόμα κυριολεκτούσαμε, που είχες ακούσει τη φωνούλα του οχι πλήκτρα όταν έλεγες "μιλήσαμε χτες". Εποχή που ακόμα δεν είχαμε wifi. Βάζεις με το νου σου; Εποχή που κάτι λίγοι είχανε κινητά σα γόνδολες. Να τα ρίξεις στα κανάλια της Βενετίας και να πας ρομαντζάδα βαρκαρόλα με το ταίρι σου με συνοδεία φτερωτών ζακυνθινών κανταδόρων σε μέγεθος μινιατούρας. Εποχή που από παρόχους είχαμε μόνο τον ΟΤΕ και που κάτι ασφαλίτες του φύλαγαν τα οχήματα κάθε βράδυ στο πάρκιν του κρατικού μονοπωλίου  στην Κυψέλη μην τα κάψουν με μπουκάλια και γκαζάκια οι καλικάντζαροι, κάτι μυθικά πλάσματα για τον πολύ λαό.  Εποχή που οι πεντακόσιες συλλήψεις στην Πατησίων το Νοέμβρη, η σφαγή στη Σρεμπρένιτσα και τα "μεμονωμένα περιστατικά αστυνομικής βίας" απασχολούσαν μόνο καλικάντζαρους σε κάτι έντυπα του δρόμου και αφίσες στα πέριξ του κέντρου των Αθηνών.

Είχα γκόμενο σ' άλλη πόλη. Εποχή που μάλλον είχα γκόμενο και σε άλλη πόλη. Μπορεί να είχα δυο γκόμενους αλλά είχα ένα τηλέφωνο κι αυτό εκτός λειτουργίας. Γιατί ο οτε μας έκοβε τη γραμμή και η δεη το ρεύμα αλλά τα νταριοφοϊκά δεν πληρώνω (δις) δεν αφορούσαν το νοικοκυραίο που θα του πριόνιζε τον άξονα της γης τα χριστούγεννα ο καλικάντζαρος. Εποχή που ο Αντώνης Βαρδής στήριζε το νεποτισμό στη δισκογραφία τραγουδώντας ντουέτο με τον γιο του την τηλεκάρτα. Εποχή που  σκύλλευε ο σκυλάς νότης τον Βάρναλη καψουρερμηνεύοντας "παράλληλα, περπατάμε παράλληλα", γιατί περπατούσαμε παράλληλα με το εθνίκι που εξελισσόταν με γοργούς ρυθμούς σε νεοναζί.

Βγαίνω στον κεντρικό. Κατευθύνομαι προς τον τηλεφωνικό ημιθάλαμο. Εποχή που ακόμα μπορεί να ήταν κατειλημμένος κι από ντόπιους. Περιμένω στην ουρά. Βλέπω τα νώτα του και ακούω τη φωνή του. Ο Μπαμπαστρούμφ! Ο Μπαμπαστρούμφ! Εποχή που πια δε βλέπω στρουμφάκια. Ο Σοφοκλής Πέππας μιλούσε στο τηλέφωνο. Μία από τις μυθικές φιγούρες των παιδικών μου χρόνων αποχαιρετούσε το συνομιλητή του, έβγαζε την τηλεκάρτα από τη σχισμή και απομακρυνόταν αφήνοντάς με άναυδη στο άκουσμα της φωνής του.

Δεκαπέντε χρόνια πριν από την τυχαία συνάντηση με τον Μπαμπαστρούμφ δεν έμπαινα στη διαδικασία να σκεφτώ αν η φωνή που άκουγα πιτσιρίκι είναι κάποιου ηθοποιού, κάποιου με ανθρώπινη υπόσταση. Δεκαπέντε χρόνια πριν από το τώρα δεν ήταν τα Δεκεμβριανά του '44, το ΕΑΜ κι οι Ταγματασφαλίτες. Ήταν τα 90s. Εποχή που.....Συμπλήρωσε το κενό. Μεταξύ συρμού της Ιστορίας και αποβάθρας που επιβιβάστηκες.


2/12/12

κυνήγι



Όταν πέθανε, την ξάπλωσαν σε έναν κρύο μεταλλικό πάγκο στο νεκροτομείο. Η φορμόλη, αν δεν ήσουν συνηθισμένος, σου έγδερνε την μύτη.  Τράβηξε κατά το μέρος του το τροχήλατο με τα αποστειρωμένα ατσάλινα εργαλεία. Το τρίξιμο από τις σκουριασμένες ρόδες σου προκαλούσε ανατριχίλα. 

Έξω ένας μολυβί ουρανός. Είχε πέσει καταχνιά. Η αίθουσα ένα κακοφωτισμένο ημιυπόγειο χωρίς θέρμανση. Η υγρασία σου τρυπούσε το κόκκαλο. Έξω κυκλοφορούσαν ένοπλοι ένστολοι και άρματα μάχης. Είχε πέσει ζόφος. Η χώρα ήταν πια παραδομένη σε ένα πραξικόπημα δίχως έλεος.

Καθώς έμπαιναν στην αίθουσα, ένας τραυματιοφορέας έσερνε έξω ένα κακοφορμισμένο πτώμα σε αποσύνθεση. Η ομάδα των νεαρών λευκών φοιτητών με τις λευκές ρόμπες στάθηκαν σε ημικύκλιο γύρω από τη νεκρή. Όρθιοι, μουγγοί και κατηφείς, τουρτούριζαν από την παγωνιά.  Ακουγόταν το κροτάλισμα των δοντιών της πιο ασθενικής με το ωχρό πρόσωπο. 

Ο ιατροδικαστής άρχισε το μάθημα με ένα λακωνικό ιατρικό ιστορικό: « είχε πολλή ομορφιά μέσα της». Η γνωμάτευση θανάτου ήταν πως η ομορφιά δεν είχε πια δρόμο διαφυγής. 

Κι έπειτα κατέφερε την πρώτη χαρακιά στο πτώμα. Βούτηξε τα χέρια του, ξερίζωσε πρώτα την καρδιά της και την περιέφερε στο ύψος των κεφαλιών των φοιτητών. Την ψηλάφησαν σχολαστικά αλλά δεν βρήκαν παρά όσα ήταν ήδη γνωστά για την ανατομία του οργάνου. Σε λίγο, ένα προς ένα τα ζωτικά όργανα της νεκρής  είχαν αφαιρεθεί και είχαν γίνει αντικείμενο μελέτης. Τέλος, με ένα σβουράκι ένας βοηθός άνοιξε το κρανίο και πήρε στις παλάμες του τον εγκέφαλο παραδίδοντάς τον στα χέρια του Καθηγητή. Εκείνος τον ύψωσε ως το πιο σημαντικό τρόπαιο και άρχισε να τον περιεργάζεται με αδηφάγο βλέμμα.

Την ίδια στιγμή, ο τραυματιοφορέας  βαριεστημένος από τις έξαλλες φλυαρίες του Καθηγητή, ένιωσε ένα γουργουρητό στο στομάχι του. Καθώς στεκόταν πάνω από το πτώμα άρχισε να ξετυλίγει ατάραχος και βλοσυρός μέσα από αλουμινόχαρτο ένα σάντουιτς.  Δάγκωσε λαίμαργα την πρώτη μπουκιά.  Κάποια ψίχουλα έπεσαν στο άψυχο σώμα. Απ' το ανοιχτό παράθυρο όρμησε ένα σπουργιτάκι.  Η ομορφιά που είχε μέσα της άρχισε να χύνεται στα φθαρμένα μωσαϊκά του νεκροτομείου αλλά όλοι κυνηγούσαν αλλόφρονες το σπουργίτι.

22/11/12

σύννεφα ναυλωμένα

Ζει κάπου στο άγριο κέντρο. Και όταν μου εξιστορεί, την ακούω σχεδόν πάντα άναυδη. Σαν ανταπόκριση από την Μέση Ανατολή. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας. Μα πού ζω; Ο ρητορικός καημός του καθενός που πέφτει και ξαναπέφτει απ' τα σύννεφα. Σύννεφα ναυλωμένα με σπιτική ασφάλεια. Σύννεφο, ανέβασέ με πιο ψηλά απ' τον σακάτη τον Πακιστανό στα φανάρια, πήγαινέ με μακριά απ΄τα διαμελισμένα πτώματα παιδιών στην Παλαιστίνη, μακριά κι απ' τα παιδικά χεράκια που γαζώνουνε στην Κίνα τα ρούχα μου.
Τι όμορφα που σιδερώνει. Θες να σου ράψω εδώ που ξηλώθηκε, με ρωτάει. Και μετά θα βάλει το γυαλί, μεγάλη γυναίκα, να μου μαντάρει τη μασχάλη της μπλούζας. Μικροαστικό αξεσουάρ η οικιακή βοηθός; Εγώ το μεροκάματο δεν θα της το στερήσω. "Η τσιγκουνιά είναι μαγκιά", θα κρώζει η άλλη απ' το ραδιόφωνο. Αποταμίευση uber alles. Έλα τώρα, αφού ξέρω πως σου περισσεύουν, από μισθό και νοίκια που εισπράττεις, γιατί δε δίνεις 30 ευρώ το δεκαπενθήμερο να σου κάνει τη φασίνα, ρωτούσα έναν φίλο εργένη που παραπονιόταν για τις δουλειές του σπιτιού, ενώ με κατηγορούσε που φέρνω γυναίκα να μου καθαρίζει το σπίτι. Φτάσαμε να απολογούμαστε ο ένας στον άλλο για το πού διαθέτουμε τα χρήματά μας. Ομοτράπεζοι στην ενοχή απ' τη μεσαία τάξη και κάτω. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας. Όλοι μαζί τα φάγαμε. Τα ψεύδη τους.
Μόλις βραδιάσει δεν κυκλοφορούν πια στους δρόμους. Κάθεται με τη φίλη της στο μπαλκόνι και κοιτάνε τις συμμορίες. Καθαριζαν σπίτια και οι δυο τους όλη μέρα. Και οι άλλοι από κάτω με τα κολλητά μαύρα tshirt και τις φλεβίτσες στα μπράτσα, άμα τους ρωτήσεις, ανέλαβαν να καθαρίσουν το σπίτι τους απ' τις βρωμιές. Τα περιττώματα είναι κάτι μαυριδεροί που έχουνε μικρομάγαζα στην πλατεία Αττικής, στην Αχαρνών, στον Άγιο Παντελεήμονα. Και εκείνες, λευκές αλλοδαπές, στη μέση της οδομαχίας. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας.
Ξέρεις τι γίνεται κάθε βράδυ στη γειτονιά μου; Πάνε αυτοί οι πώς τους λες και σπάνε τα μαγαζιά των μαύρων και μετά αυτοί τους κυνηγάνε και έρχεται η αστυνομία και τους κοιτάει. Όχι, τους έλληνες δεν τους πιάνει. Παίζουνε κρυφτό στα στενά σαν παιδάκια. Μου αφηγείται σε σπαστά ελληνικά και μου γελάει στην οικουμενική γλώσσα. Ταχταρίζει το μωρό στην παγκόσμια γλώσσα της αγάπης. Δεν είναι στα καθήκοντά της να κάνει τόσες χαρές του μικρού. Τον παίρνει αγκαλιά στηρίζοντας τη μέση του με προσοχή. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας.
Τις προάλλες μόλις τους είδε ένας άνθρωπος άρχισε να τρέχει. Και του λένε μη φοβάσαι! Εμείς μόνο τους ξένους κυνηγάμε. Μα εσείς που είστε έλληνες γιατί τους φοβάστε; Γιατί είμαστε κι εμείς ξένοι. Εγώ όταν διάβαζα στο μικρόφωνο τα ονόματα των νεκρών στην επέτειο του Πολυτεχνείου στο αμφιθέατρο του γυμνασίου δεν ήξερα πως διαβάζω ψευτιές. Δεν με είχε προετοιμάσει κανείς πως θά' ρθει μια μέρα ν' ακούσω πως δεν υπήρξε ποτέ Διομήδης Κομνηνός και Αγγελική Μπεκιάρη. Που ξέχασα μικρά και μεγάλα ονόματα πολλών απ' τους πολλούς που γνώρισα και θυμάμαι δυο ψευτονεκρών. Γιατί όταν διάλεγα μια φράση του Παούλ Τσελάν για ψευδώνυμο δε φανταζόμουν ποτέ ούτε πως το ψευδώνυμο δε θα ήταν απλά στυλ αλλά προστασία, ούτε πόσο σύντομα θα ήταν επίκαιρος ένας εβραίος ποιητής που έζησε μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης...



Μου δίνει συμβουλές. Της ανταποδίδει τα χαμόγελα. Μου κατεβάζει τα σκουπίδια στον κάδο. Σε λίγο καιρό φεύγει οριστικά από την Ελλάδα μετά από δυο δεκαετίες περίπου. Θέλω να της παραγγείλω να πετάξει στα σκουπίδια και ό,τι είδε στη γειτονιά της αλλά κάποτε πρέπει να ξεπεζεύουμε από τα ναυλωμένα σύννεφα. Κάποτε το απροσδόκητο γίνεται πραγματικότητα και έπειτα Ιστορία. Μέχρι τότε ζήσε τον εφιάλτη σου στη χώρα που τον γέννησε.
 

14/11/12

"Να' ρθεις τυχαία στο 8ωρο να σταματήσουν να πονάνε τα πόδια μου."

στην Ξ.Τ.

Μετά ήταν κάπως έτσι. Χορτάτος: πλαγίως και καλλιγραφικώς σε ξύλινη ταμπέλα απέξω. Μέσα μύριζε σφολιάτα και λιωμένο τυρί. Οι αποστάσεις του κόσμου εξωφρενικά μεγάλες. Μια βόλτα για ψώνια στο κέντρο μπορούσε να με εξουθενώσει. Να σπιθίζουν κούραση οι πατούσες μου. Ήταν ο διασκελισμός μου πεντάχρονος. Μια πολύ μεγαλόσωμη γυναίκα με κερνάει μια εξωτική λέξη με ωραία πικάντικη γεύση: πιροσκί. Την έβλεπα από χαμηλά και χωρίς λεφτά στην τσέπη. Πέντε χρονών δεν είχα τίποτα άλλο από το χέρι της μάνας μου να κρατηθώ. Να κρατηθώ, να μη με πάρει ο αέρας και να με στροβιλίσει, όπως τα πεσμένα φύλλα των δέντρων και τα πεταμένα εισιτήρια των μικρών διαδρομών τις νύχτες που φυσάει πολύ. Πέντε χρονών είσαι ένα μικρό τίποτα. Την ευχαρίστησα, μου απάντησε "τίποτα" και την αποχαιρέτισα προσωρινά. Θα την ξανάβλεπα αργότερα. Την άφησα να στέκεται πίσω απ΄τη τζαμαρία του μικροσκοπικού τυροπιτάδικου. Όρθιοι κατευοδώνουμε τους άλλους και έπειτα σωριαζόμαστε βαθιά ανάλογα πόσο βαραίνει ο αποχωρισμός. 

Τριάντα χρόνια μετά. 'Εχεις χορτάσει απ' όλα. Και έρωτες, τόσους που έχασες το μέτρημα, και φίλους από τη Νέα Ζηλανδία, ως το Ισραήλ, την Κένυα, την Τσεχία και την Ουρουγουάη, και ταξίδια σ' όλη την ήπειρο, κι αγάπη από αυτούς τους ίδιους που αγάπησες, και σαξές εδώ κι εκεί, και γέλια στα όρια της ύβρης. Και πόνο. Πολύ πόνο, κάθε είδους, ό,τι πόνο θες. Αλλά θα διαλέξεις τον γελωτοποιό και τον βασιλιά για τη βόλτα σου, θα σου πει εκείνη στην πολυθρόνα πίσω σου, ενώ βρίσκεσαι σωριασμένος ανάσκελα σε μια ψυχαναλυτική σχεδία ανάμεσα στα μνημικά κύματα. Κλάμα ναι, κλάψα πουθενά και για κανένα λόγο. Θα λες είμαι χορτάτος και θα το εννοείς. Το μόνο που στερήθηκες είναι η στέρηση.

Μετά πρέπει να κρύβεις την κοιλιά σου, μη δουν οι στερημένοι άνθρωποι πως την έχεις κάνει ταράτσα. Καλοπέραση και ευωχία. Κάθε σάρκα που απόλαυσες, του άλλου η λευκή νύχτα. Κάθε απογείωση για άλλο τόπο, του άλλου το ρουτινιάρικο, μίζερο πηγαινέλα. Κάθε γάργαρο γέλιο, του άλλου η παγωμένη κατήφεια. Κάθε κατόρθωμα, του άλλου η καθήλωση στα ίδια και τα ίδια και τα ίδια. Ναι; Όχι. Στατικότητα. Λιμνάζοντα ύδατα. Βούρκο. Θα σε κάνει να βουρκώσεις αργά ή γρήγορα. Και τα δάκρυα; Κι αυτά τελικά ποταμάκι που θα σε πάρει παρακάτω σα χάρτινο καραβάκι. Ο άλλος δε βλέπει χαρτί. Ατσάλι ίσως.

Και μόνο η ψυχαναλυτική σχεδία μετά πάει κόντρα στο χρόνο. Μεγάλωσες τόσο που βλέπεις αυτή τη γυναίκα απο ψηλά. Και με λεφτά στην τσέπη. Και κάθησες και στέκεται ακόμη. Και ντρέπεσαι που έχεις και δεν έχει. Που έζησες και δεν έζησε. Που χόρτασες κι έμεινε νηστική. Αν κάνεις πως  την κερνάς τυρόπιτα θα σου δαγκώσει το χέρι. Πρέπει να πεις: εγώ, εγώ σου χρωστάω για να το δεχτεί. Κι αλληλεγγύη μόνο σ΄αυτούς που μας βλέπουν από το ίδιο ύψος. Σ΄αυτούς που καταλαβαίνουν πως ο εργάτης δεν είναι κανενός περιουσία, ούτε του αφεντικού, ούτε του κόμματος. Ο εργάτης είναι μια θεία σου που δούλευε παλιά σε τυροπιτάδικο και μετά λαντζιέρισα και μετά καμαριέρα και μετά βοηθός μάγειρα και κάθε δουλειά του ποδαριού, όρθια, πάντα όρθια. Και μετά τρίψε-τρίψε, καθάρισε κι άλλη πατάτα, κι άλλη πατάτα να φάνε τριακόσιοι, θα σακατέψει και μέση και πόδια και χέρια. Και δισκοκήλη και φλεβίτιδα και τενοντίτιδες. Και δε μπορείς πια να την κεράσεις μια τυρόπιτα γιατί θα σε δαγκώσει. Και δεν είναι ένα σκυλί να του χαϊδέψεις έστω το κεφάλι. Εδώ είμαστε.

11/11/12

μη φας, έχουμε γλαρόσουπα και μπούτι από ελικόπτερο

Διαβάζω εδώ κι εκεί προτροπές σε λαϊκή εξέγερση που έχουν υπερβεί τα όρια της γραφικότητας και μου προκαλούν αμφιθυμία, αν πρέπει να καγχάσω, να προβληματιστώ, ή να φρικάρω για το πόσο βαθιά politically naive μπορεί να είναι κάποιος που συντάσσεται ή ακόμα χειρότερα συντάσσει αυτή την προτροπή.
Ποιος ακριβώς λαός θα εξεγερθεί και ενάντια σε τι ακριβώς;
Ας μου υποδείξει κάποιος, ποια προεργασία έχει επιτελεστεί, ποιες ζυμώσεις έχουν συντελεστεί και μέσα από ποιες ιστορικές μεταβολές έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε να δικαιούμαστε να μιλάμε για λαϊκή εξέγερση;
Να θυμίσω ότι οι αγανακτισμένοι της κάτω πλατείας Συντάγματος δεν κατόρθωσαν να συντάξουν μισό μανιφέστο; Να θυμίσω ότι το μεγάλο αντιμνημονιακό μπλοκ συναποτελείται, είτε μας αρέσει, είτε όχι, από εντελώς ετερόκλιτα στοιχεία, από λογής απολειφάδι της ακροδεξιάς, κι από μαχαιροβγάλτες νεοναζί μέχρι σταλινικούς, από συνειδητοποιημένους αριστερούς, απολιτίκ μικροαστούς, μπαχαλάκηδες, χουλιγκάνια μέχρι πασιφιστές αναρχικούς κλπ; Πώς ακριβώς θα δράσει ως ομοιογενές πλήθος με κοινά αιτήματα και εναντίον ποιου ακριβώς; Της κυβέρνησης που συγκροτήθηκε πριν λίγους μήνες;
Το ότι το αντιφά μέτωπο και η Αριστερά έγινε κολυμπήθρα του Σιλωάμ της αντιμνημονιακής πτέρυγας, ώστε το κάθε μέχρι πρότινος πασκοννεδιτάκι να ξεπλύνει την πολλή μεταμοντερνιά και το λαϊφσταϋλίκι, μεταπηδώντας σε κάτι το πιο διαδραστικό, κάτι που θα πλήξει την πλήξη του, δεν συνεπάγεται πως έχουμε να κάνουμε με ένα συνειδητοποιημένο πολιτικά κόσμο που θα μπορέσει να εγκατελείψει την ευκολία της εικονικής επανάστας για να σφαχτεί στους δρόμους. Γιατί θα πρέπει να είναι κανείς επικίνδυνα ανιστόρητος για να προτρέπει σε εξεγέρσεις χωρίς να του μυρίζει ανθρώπινο αίμα. Εκτός βέβαια αν το εννοεί κανείς όπως τον Μιλτιάδη Έβερτ που στα 90s κυκλοφόρησε το σλογκανάκι "ειρηνική επανάσταση", προδίδοντας όμως έτσι τις καταβολές του.
Καταλήγοντας, περιττό να πω ότι ο καθένας μπορεί να έχει όποια ιδιωτική φαντασίωση θέλει, για τους δικούς του λόγους, που άπτονται όμως της ψυχανάλυσης και όχι της πολιτικής. Μπορεί κανείς να συμβουλεύεται αποκλειστικά και μόνο το θυμικό του και μ' αυτό να πορεύεται στον βίο του. Στο δημόσιο λόγο δεν βλάπτει να μην παραθέτουμε έτσι ασυλλόγιστα και ανέξοδα όποια μπαρούφα μας κάνει να φαινόμαστε πιο ρηξικέλευθοι, που είναι βέβαια το σύγχρονο trend και στο οποίο είναι εύκολο να παραβγαίνουμε χτυπώντας πλήκτρα στο keyboard.



9/11/12

ΝΑΙ, θα εκτεθούμε στο εξωτερικό

Αποφασίσαμε να εκτεθούμε στο εξωτερικό. Μας ζητήθηκε να ετοιμάσουμε exhibition στο ΜοΜΑ, στη Νέα Υόρκη, με θέμα τη νέα εποχή που ανέτειλε για τον τόπο χάρη στο σθένος των 153 να υπερψηφίσουν το Μνημόνιο ΙΙΙ. Θα θέλαμε να σας εκθέσουμε το proposal που έχουμε καταθέσει στο Μουσείο με τίτλο "ΝΑΙ".

Στο κέντρο της αίθουσας θα υπάρχει ένα stand όπου θα δεσπόζει μία αντιασφυξιογόνα μάσκα στην οποία θα ακουμπά, γερμένο στο πλάι, ένα φιαλίδιο δακρυγόνου ενώ στο πάτωμα γύρω από το έκθεμα θα έχουν τοποθετηθεί ατάκτως ερριμένες πλαστικές σφαίρες σε ρινίσματα χρυσου, ώστε να έχουμε
και μιας εσάνς από Σκουριές, γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα. 

Εκατέρωθεν του stand θα τοποθετήσουμε δύο Doxiadis, ημίγυμνους. Ο μεν Αρίστος θα είναι δαφνοστεφανωμένος και θα κρατάει ένα μήλο δαγκωμένο και ένα βέλος (ταυτόχρονη αναφορά στην Apple, στους πρωτόπλαστους, τον Γουλιέλμο Τέλο και το Νεύτωνα). Ο δε Απόστολος θα φέρει ακάνθινο στεφάνι επί της κεφαλής, με κέτσαπ στο μέτωπο και θα κρατάει ένα μονόκλ και ένα γιαταγάνι, ενώ στο λαιμό θα έχει περασμένο ανάλαφρα έναν πύθωνα.

Στον τοίχο μπροστά από τα Doxiadis θα έχουμε ένα γιγαντιαίο patchwork από την αρθογραφία όλων των μεγάλων σύγχρονων Ελλήνων διανοητών, όπως τον Γεργελέ, τη Σώτη, τον Χωμενίδη, τον Τάκη Μίχα, τον Πετρουλάκη, τον Πρετεντέρη, τη Σπυράκη, τον Πάσχο, τον Παπαχελα, τον Μπάμπη τον Παπαδημητρίου, τον Πορτοσάλτε και βέβαια της Χριστίνας Ταχιάου.

Στον τοίχο όπισθεν του κύριου εκθέματος θα προβάλλεται έργο σεξ, με τον κο Στουρνάρα κεκλιμμένο επί γραφείου στα γυμνά οπίσθια του οποίου καταφέρει αλλεπάλληλα χαστούκια ο κος Σόιμπλε, μια επιρροή από την ταινία "Η Γραμματέας", ενώ τα πλαφ από τη χειροδικία θα ακούγονται στην αίθουσα.

Η μουσική επένδυση θα αποτελείται κατά βάση από κλασική μουσική, και ένα μιξάζ από τα αγγλικά του Ζιζέκ και ρεφρέν από Μπουγά και Φλωρινιώτη.

Από το ταβάνι θα κρέμεται με αλυσίδες εν είδει πολυελαίου Αιγύπτιος μετανάστης με μώλωπες, εκδορές και οιδήματα, ο οποίος κατά διαστήματα θα πετάει φέιγ βολάν διπλής όψεως: από τη μία θα γράφει χρυσαυγίτικα συνθήματα και από την άλλη την απόφαση του εισαγγελέα για τον βασανιστή φούρναρη.

Παράλληλα στην αίθουσα θα υπάρχει ζωντανό (διπλής ανάγνωσης) δρώμενο. Ο Θάνος Τζήμερος ντυμένος μπαλαρίνα θα εκτελεί πιρουέτες και σπαγγάτο συνδυάζοντας Δράση και Δημιουργία Ξανά.


Στην έξοδο της αίθουσας θα υπάρχει πάγκος όπου θα πουλιούνται CD με τα updates στην κουλτούρα της μεταπολίτευσης. 

Όλοι σε φωνάζαν χορηγό
κι ήξερες μονάχα να διατάζεις 
έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ 
για να μου τα στάζεις.    #ένα τραγουδάκι για το ανθρώπινο πρόσωπο των Τραπεζών και του ΟΠΑΠ

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο
που ήξερε και έριχνε πολύ μπετόν  #για τον φίλο μας τον Babis τον Vovos

Πέρα στα πέρα campus (δις)
που είναι τα degrees #για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια 

5/11/12

Σπορτίγκα

Ακούς την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου από το στόμα του Μάλαμα, σε ένα κατάμεστο στάδιο από ανθρώπους που συνέρρευσαν για τη συναυλία αλληλεγγύης και οικονομικής ενίσχυσης των 15 συλληφθέντων της αντιφασιστικής μοτοπεριπολίας. Το κλειστό του Σπόρτιγκ γέμισε και οι ουρές απέξω φτάνανε μέχρι τον ΗΣΑΠ. Καμιά δεκαριά χιλιάδες άτομα τα υπολογίζουν.. Και δε σου λέω πως όλοι είχαν συνείδηση του σκοπού της συναυλίας. Κάποιοι πήγανε να ακούσουν Αγγελάκα, Μάλαμα, Ιωαννίδη και τους Illegal με μόνο 6 ευρώ. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Σημασία έχει που βρέθηκαν εκεί και φεύγοντας θα κατάλαβαν αυτά που καταλάβαμε όλοι: πως είμαστε πολλοί. Είμαστε ένα στάδιο κατάμεστο, ένα στάδιο πριν τη συνειδητοποίηση.

Όμως τα προηγούμενα χρόνια άκουσες την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου, ξώφαλτσα έστω, από το στόμα του Νότη Σφακιανάκη σε πίστες. Από κάτω είχε μπράβους, ιδιοκτήτες μαφιόζους, κονσομασιόν, drugs. Κάτι μυστήριοι τύποι άνοιγαν φιάλες με ουίσκυ, οι παρκαδόροι αραδιάζανε τζιπάρες στη σειρά, οι λουλουδούδες έρραιναν μαδημένα γαρύφαλλα τον άρχοντα του κιτς, κάτι σκυλούδες χόρευαν τσιφτετέλια. Κι όλο αυτό θύμιζε τη σκηνή του πάρτυ στο Requiem for a dream. "Ass to ass" δίνει το παράγγελμα ένας από τους φραγκάτους και τα δυο call girls γίνονται αντικείμενο πλήρους εξευτελισμού.

Αργότερα, όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν, το
κατασκεύασμα της εγχώριας σόου μπιζ που ενσάρκωνε τον λαϊκό νεόμαγκα, που θέλει τη γυναίκα σκλάβα και κυρά, που αγαπάει με πάθος την πατρίδα του, που θρησκεύεται, που δηλώνει αναρχικός στις τηλεοράσεις και όταν τον ρωτάνε τη γνώμη του για τον Χριστόφορο Μαρίνο, ρωτάει με ντεμέκ μπλαζέ ύφος μασώντας την αιώνια τσίχλα "Ποιος είναι ο κύριος;" θα αποκαλύψει όλη τη φασιστική του σαβούρα. Αυτός και οι όμοιοί του. Και έχει λαϊκό έρεισμα γι' αυτό και οι πρωινατζούδες θα του δώσουν βήμα να εκφράσει τις φασιστικές του απόψεις, την απροκάλυπτη υποστήριξή του στη ΧΑ, η οποία μετατράπηκε από μπράβος των νυχτερινών κωλάδικων σε μπράβο κάθε λογής αφεντικού.

Κι όταν το όνειρο τελειώνει, όταν η Δεξιά μείνει ατάιστη, δε θα αρκεστεί ούτε σε ψήφο στη ΝΔ, ούτε σε ψήφο στην ακροδεξιά, αλλά στην εγκληματική οργάνωση της ΧΑ. Θα δράσει όπως έχει μάθει από τους γκεσταμπίτες, τους ρουφιάνους, τους δοσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, τους βασιλόφρονες, τους χουντικούς, τους βασανιστές, τους παρακρατικούς, τους τραμπούκους παππούδες της. Η Δεξιά απ' άκρη σ' άκρη καταλαβαίνει μόνο από μάσα.  Αν στερηθεί το μαμ, με ό,τι αυτό σημαίνει για το (υπ)ανθρώπινο είδος, θα μας κατασπαράξει. 

Ο εμφύλιος μαίνεται ακόμα και στο πολιτισμικό κεφάλαιο. Οι χρυσαυγίτες απλώνουν τη βρώμικη χερούκλα τους στην Μπαλάντα του κυρ Μέντιου και το ποίημα του Βάρναλη γίνεται το παιδί για το οποίο ερίζουν οι δυο γυναίκες και τη λύση δίνει ο Σολομώντας διατάσσοντας να το τεμαχίσουν στη μέση. Και τότε φαίνεται ποια είναι η πραγματική του μάνα. Εκχωρήσαμε οι φορείς του συγκεκριμένου πολιτισμικού κεφαλαίου το δικαίωμα να το μεταχειρίζονται οι σκυλάδες. Την ίδια ώρα όμως, η κακιά μητριά, αυτή που δεν της ανήκε το κεφάλαιο, επώαζε το αυγό του φιδιού. Κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά, την πρώτη μέρα, που λέει ένα άλλο τραγούδι, τόσο συνυφασμένο με την μεταπολίτευση, μια κουλτούρα που προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις στους μουτζαχεντίν του Μίλτον Φρίντμαν, τους νεοφιλελέδες, που ενισχύουν το  ιδεολογικό οπλοστάσιο τους μίσους στους νεοφασίστες.

Το μήνυμα είναι ένα και ισχυρό: το Σπόρτιγκ ήταν τίγκα. Είμαστε πάρα πολλοί και είναι λίγοι. Τους έχουμε. Να τους τσακίσουμε όπου τους πετύχουμε. Με όποιον τρόπο μπορούμε.


31/10/12

λοτταρία

Είχε διαβάσει κάπου ένα ποίημα που πήγαινε περίπου έτσι: I'll meet the one, near Christmas, around evening in some laundrette. Και τέλειωνε λέγοντας πως θα επλεναν μαζί ό,τι τους λέρωνε, να βγουνε έπειτα αγκαλιά στους στολισμένους δρόμους.
Έτριψε το βρώμικο τζην του στο γόνατο που ακουμπούσε στο στήθος του, έτσι όπως καθόταν στο τσιμεντένιο δάπεδο. Έτριψε ξανά το τζην ώσπου εμφανίστηκε ένα τζίνι. «Θέλω να με πας πίσω στο χρόνο». Μια mercedes έκανε όπισθεν καθώς αποχωρούσε με δυο πελάτες από το Savoy. Το τζίνι έτριψε λίγο το καραφλό κεφάλι του, τον κοίταξε με απορία σηκώνοντας τους ώμους και μετά, τσουπ, ξαναχωθηκε στο μαγικό ρουθούνι του.
Την επόμενη στιγμή ένα ακόμη λευκό σύννεφο ινδικής κάνναβης έβγαινε από τη μύτη του και σχημάτιζε συννεφάκια σκέψης που έγραφαν με κεφαλαία: Χιλιες και μία νύχτες. Ε;
Το έψιλον και το ερωτηματικό ήταν τυπογραφικό λάθος γιατί δεν είχε καμία ερωτηση κατά νου. Ήταν όλα κάπως απαντημένα. Ακόμα και το μεγάλο ερωτηματικό: ήταν αυτός ή κάποιος άλλος;
Το πολυκατάστημα πίσω του άρχισε να παίζει Brahms. Τα συννεφάκια της σκέψης τα έκαναν μαξιλάρι κάποια παχουλά γυμνά αγγελάκια που μετά έγιναν χερουβείμ του Ραφαέλο Σάντσιο, κι έπειτα τσάντες, κούπες, μπρελόκ, αυτοκόλλητα, ατζέντες και τετράδια.
Η ίδια μελωδία, με ίδια όργανα, όπως ακριβώς το νανούρισμα που ακολουθούσε το τράβηγμα ενός κορδονιού από την Μάμμυ. From organs to orphans. Τον εγκατέλειπε μέσα στις νότες. Κι  από την αγκαλιά της, τον παρέδιδε στην αγκαλιά του Μορφέα. Όμως αυτός θα πρέπει να ήταν ο πιο υπουλος molester στο Manchester. Όνειρα φριχτά.
Όπως αυτό το δίπατο κόκκινο αλλά ξεσκέπαστο λεωφορείο που κουβαλούσε τουρίστες από τη Leicester Square προς το Waterloo στην ονειρεμένη μητρόπολη του East End που η μπόχα του πάντα θα αναδίδεται από το ξεφύλλισμα της Ιστορίας.
Εκείνος καθόταν στο πεζοδρόμιο, με δυο πλαστικα κυπελλάκια. Το ένα για νομίσματα. Το αυτί μιας χαρτόκουτας έγραφε με μαρκαδόρο hunger απ' τη μια όψη, ενώ απ' την άλλη κάποιοι μεθυσμένοι πιτσιρικάδες χτες στον υπόγειο του έγραψαν με στυλό hungover.
Τράβηξε από την κωλότσεπη ένα δελτίο από τη χτεσινή λοτταρία και έφτυσε μια χλέπα.
Αυτό το τζην κάποτε το έβαλε μπουγάδα σε κοινόχρηστα πλυντήρια. Όταν το πήρε σπίτι βρήκε ένα φθαρμένο χαρτί στην τσέπη του παντελονιού. Το πέταξε. Θα πρέπει να είχαν περάσει χίλιες και μία νύχτες από τότε. Ήταν ένα λαχείο που' χε αγοράσει. Τους αριθμούς τους είχε καταπιεί ο κάδος της καθαριότητας. Δεν ήξερε: ήταν αυτός ή κάποιος άλλος; Αυτός ήταν ο υπερτυχερός εκείνου του τζακ ποτ, που ποτέ δε βρέθηκε. Καλύτερα. Στο άλλο κύπελο είχε ακόμα αχνιστό τσάι.




21/10/12

Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα

Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Πώς λέγονται οι γυναίκες που σιχαίνεσαι; Σιχαινόμουνα.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα, εκτός αν είχαν αλλάξει όνομα ή φύλο. Ή και τα δύο.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Γιατί όταν ήμουν παιδί είναι ένα τραγούδι που λέει ο Φραγκούλης που ερμηνεύει σα να παίζει σε τσόντα. Χωρίς συναίσθημα μόνο με επίδειξη αντοχής και προσόντων.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Είχα μια θειά που τη λέγανε Κυριακή και μια φορά, παιδί όταν ήμουνα, είχα βρει μια τρίχα στα μπιφτέκια, κοντή, χοντρή και σκουρόχρωμη, ίδια η θειά μου.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Είναι τραγούδι των Αφών Κατσιμίχα, και, avanti Mario: όταν ήμουν παιδί, είχα βρει μία τρίχα, όταν ήμουν παιδί, άκουγα Κατσιμίχα.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Δεν ξέρω αν σας το είπα.

16/10/12

η παρήχηση του "τ"


Τσιγγανάκι, τυφλό εκ γενετής. Πράσινα μάτια και ξανθά μακριά μαλλιά. Με προβλήματα, στην κίνηση, στην ομιλία. Λεπτό, ασθενικό, αμίλητο, με ασταθές περπάτημα. Σαν μικρή γοργόνα.
Δούλευα στην ψυχοθεραπευτική ομάδα. Είχα παει επίσκεψη στο σχολείο τυφλών, όπου παρακολουθούσε, μίλησα με όσους μπορούσα. Με τη διευθύντρια, τους εργοθεραπευτές, τις παιδαγωγούς, την μουσικό.
Πρόσθεσα πινελιές από το σχολείο στο ιατρικό ιστορικό. Που έμοιαζε γρίφος. Δύσκολο να υπερβούμε τις εσχατιές του πώς μάθαμε ώστε να καταλάβουμε τι λέει αυτή η γιαγιά που ήταν η αρχηγός της οικογένειας, οι δυο γονείς, οι σμπαραλιασμένοι από το πρόβλημα, από υπηρεσία υγείας σε υπηρεσία πρόνοιας και πάλι πίσω, κι ένα παιδάκι σχολικής ηλικίας που βύζαινε το δάχτυλό του.
Βρήκα το σχολείο, το μοναδικό για τυφλά παιδιά, νομίζω, υπό διάλυση. Περικοπές προσωπικού, επίσχεση εργασίας. Κι έβλεπες μπροστά στα μάτια σου να καταρρέει ό,τι είχαν φτιάξει με μεράκι. Και μπροστά στα μάτια σου έβλεπες τα μάτια των τυφλών παιδιών.
Περισσότερο κι από την αναπηρία της τυφλότητας, μου έπεφτε βαριά η διάλυση. Μα θα αφήσουν αυτόν τον οργανισμό να διαλυθεί; Ποιος υπογράφει τις καταδίκες; Δεν θα κριθεί ποτέ κανένας. Δεν φυλακίστηκαν ούτε καν οι βασανιστές της Χούντας, θα τιμωρηθούν όσοι έδωσαν εντολή να κλείσει το σχολείο των τυφλών παιδιών; Είναι οι σωτήρες μας. Μας γλιτώνουν από έξοδα. Μυρίζει πολύ Καιάδας. Χρυσαυγίτης και γκρεμός για τους αμέα.
Ρωτούσα λίγα, μου έλεγαν πολλά. Ανάμεσα στα άλλα, μου είπαν ότι το κοριτσάκι χόρευε εκπληκτικά και πως της άρεσε πολύ η μουσική. Αποτραβηγμένο καθώς ήταν, αυτό το στοιχείο μας ήταν χρησιμο για να το προσεγγίσουμε.
Την επόμενη μέρα θα του βάζαμε μουσική και θα βλέπαμε με τα μάτια μας πώς ένα παιδί τυφλό από πάντα ήξερε αλήθεια να λυγίζει τη μέση του και να κουνιέται στο ρυθμό του χορού της κοιλιας όπως μόνο οι ρομά μπορούν.
Αν είσαι τυφλός από μίσος, μπορείς και να επιβληθείς βρώμικα στο παιχνίδι με μπουνιές, κλωτσιές, βρισιές και μαχαιρώματα. Αν είσαι τυφλός, βλέποντας μόνο το κέρδος, μπορείς να γίνεις κυρίαρχος στο παιχνίδι, διαλύοντας με υπογραφές υγεία, πρόνοια, εκπαίδευση και περισσότερο ό,τι προσφέρεται στους ανήμπορους. Τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τόν τε νοῦν...
τά τ' ὄμματα εἶ....Το τσιγγανάκι γεννήθηκε τυφλό, αλλά είχε ομορφιά μέσα του. Ο Χάμεντ τυφλώθηκε από το ξύλο που του 'ρίξανε, αλλά είχε το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
Η επιδημία της τυφλότητας ξεπηδά μέσα από το βιβλίο του Σαραμάγκου και δες τι ωραία που απλώνεται. Εμείς εδώ γράφουμε πια με τυφλό σύστημα. Και μόνο γράφουμε και γράφουμε...

13/10/12

σάκος του (ιν)μποξ

Γυρνάει σπίτι του εξουθενωμένος. Κάνει log in στο Twitter. Είναι τυχερός. Στον πενταψήφιο αριθμό αυτών που ακολουθεί, μαίνεται κάποια μάχη. Συμμετέχει και κάποιο avatar που αντιπαθούσε από παλιά. Κάτι λέει που δεν του αρέσει. Του επιτίθεται. Ο άλλος αντεπιτίθεται. Ο καυγάς φουντώνει. Στα αυτιά της εκατέρωθεν συμμορίας ηχεί σα σφύριγμα το τελευταίο tweet. Χώνονται κι άλλοι. Γίνεται μπάχαλο. Κάποιοι γιουχάρουν τη συμπλοκή. Άλλοι πετάνε λεμονόκουπες, καγχάζουν. Οι δυο μονομάχοι αποσύρονται. Είναι έτοιμοι να αλληλομπλοκαριστούν. Να εξαλείψουν ο ένας το εχθρικό πρόσωπο  του άλλου. Όμως πριν από αυτό, ο  ένας μονομάχος γράφει στον άλλο με το  αντιπαθητικό avatar: «Δεν έχω κάτι προσωπικό μαζί σου. Συγνώμη αν φάνηκε έτσι». Ο άλλος απαντάει ψυχρά: ΟΚ. Και ο πρώτος συνεχίζει: «Mόλις είχα γυρίσει σπίτι από το μνημόσυνο της μητέρας μου».  Αποσιωπητικά. Ο άλλος το διάβασε ξανά και ξανά και ξανά. Τον συλληπήθηκε. Αντάλλαξαν μερικά μηνύματα ακόμη. Λίγη ώρα μετά εκλαιγαν μπροστά στις οθόνες τους και οι δυο. Ο καθένας για άλλους λόγους. Ένα δάκρυ του ενός έπεσε στο πληκτρολόγιο και ένα δάκρυ του άλλου στην οθόνη του iPad. Ταξίδεψαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εσμιξαν εκεί που το εικονικό μετουσιώνεται σε πραγματικό. Εκεί που γεννιέται κάτι που μπορείς να το πεις μετά και βίωμα.

Ο σάκος του μποξ είναι πάντα διαθέσιμος για όποιον πονάει. Αρκεί να κάνεις ένα log in, να βρεις κάτι που δε σου αρέσει και τόσο και που υπό άλλες συνθήκες θα το προσπερνούσες ή θα το συζητούσες νηφάλια. Αρκεί να βρεις κάτι που λίγο να διαφωνείς για να εκτονώσεις όλο το ζόρι που κουβαλάς από την πραγματική ζωή. Και τότε δεν θα σεβαστείς τους "φίλους" σου γιατί ζουν μόνο μέσα σε εισαγωγικά. Έξω από αυτά δεν υφίστανται. Όμως, αν έχετε μια φορά κοιταχτεί, αν εχετε ακούσει τη χροιά της φωνής ο ένας του άλλου, αν  έχετε τσουγκρίσει κάπου τα ποτήρια σας, αν έχετε κάποια στιγμή μοιραστεί στον έξω κόσμο, τότε οι φίλοι σου θα δείξουν κατανόηση. Και θα υπομείνουν τις μπουνιές. Τι κρίμα όμως που δεν θα μπορέσουν να σου χαϊδεψουν τα μαλλιά και να σε αγκαλιάσουν. Τι κρίμα τόση αναπηρία στην επαφή. Τι κρίμα τόσο μπλέξιμο στα δίκτυα. Τι κρίμα που δεν μπορούμε να ξεμπλέξουμε πια ούτε τα δάχτυλά μας από το net να πάρουμε ένα τηλέφωνο να ακούσουμε τη φωνή του άλλου...Δεν αφήνουμε τα "κρίμα" τώρα ρε μαλάκα να μου πεις τι σου συμβαίνει; Να μου πεις. Δε θέλω άλλη γραμματοσειρά. Φτάνει.


12/10/12

#Τι δεν καταλαβαίνεις;

Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. #Τι δεν καταλαβαίνεις; 
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί πέρα από τεχνητές οικονομικές κρίσεις, έχουμε στοκ και σιδερικά και πυραυλάκια και ερπύστριες να σε ξεκάνουμε;  #Τι δεν καταλαβαίνεις;
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί τους βλέπεις τους ψωριάρηδες τους μουσουλμάνους, τις θρησκευτικές φονταμεντάλες, πως είναι έτοιμοι να χύσουν το αίμα της λευκής φυλής στα χαρακώματα, ενώ εμείς, η νεοφιλελεύθερη Τζιχάντ, στο ρουφάμε με το καλαμάκι, σένιοι και κυριλέ; #Τι δεν καταλαβαίνεις;
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί τώρα από το αίμα σου το πολύ να χυθεί και καμιά στάλα στους ακάλυπτους που φουντάρει ο αυτόχειρας, αλλά δεν είναι η φτώχεια και ο ευτελισμός του, δεν είναι πως του γαμήσαμε την αξιοπρέπεια, αλλά τα "ψυχολογικά προβλήματά" του που τον οδήγησαν εκεί; #Τι δεν καταλαβαίνεις;
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί τους βλέπεις τους ναζήδες στην Ελλάδα πως αλυχτάνε και πόσο όμορφα βουλή, αστυνομία, εισαγγελείς και μμε το κουκουλώνουν καθημερινά το θέμα για να διατηρηθεί η τάξις; #Τι δεν καταλαβαίνεις;
 Πως σου λένε βούλωστο και δούλευε να ξεπληρώσουμε τις τράπεζες, τι θες και τι ζητάς, όσο δεν ακούγεται οβίδα πάνω απ' το κεφάλι σου, θα σου στρίψουμε τη βίδα, ώσπου να σαλέψει τόσο το μυαλό σου που να μας είσαι ευγνώμων που ζεις σε μια ειρηνική χώρα στην ενωμένη Ευρώπη;  #Τι δεν καταλαβαίνεις;

8/10/12

"διαρκής αγώνας για την αξιοπρέπεια"

 Δε με νοιάζει σήμερα πώς το βλέπω αλλά πώς θα το κρίνω σε δέκα χρόνια, είχες πει σε ένα φιλικό σου πρόσωπο πριν λίγες μέρες συζητώντας για κάποιο εγχείρημα. Η επίγνωση της ιστορικότητας των στιγμών τροχίζεται κάθε μέρα τα τελευταία χρόνια. Κάθε μέρα. Και έτσι, όπως ξαφνικά βρέθηκαν όλοι να' ναι μέσα στο Πολυτεχνείο τη νύχτα της μεγάλης σφαγής, αργότερα θα ερίζουμε ποιος την είχε μεγαλύτερη την αγωνιστικότητα.

Ποιος πόσταρε περισσότερα links από ΜΜΕ και social media στο wall του Facebook; Ποιος παρακίνησε περισσότερο για διαδηλώσεις, απεργίες, συλλαλητήρια και αγανάκτηση; Ποιος είπε τα πιο ευφυή λογοπαίγνια της μνημονιακής περιόδου της νεότερης νεοελληνικής ιστορίας; Ποιος έγραψε τα πιο λάβρα κείμενα ενάντια στην τρόικα και τους ημεδαπούς βαστάζους της; Ποιος σατίρισε περισσότερο το ξεπούλημα της ΔΗΜΑΡ, την άνοδο της ΧΑ και την κυβέρνηση Σαμαρά με το παρελκόμενο ΠΑΣΟΚ; Και τελικά ποιος είναι ο μεγαλύτερος αντιφασίστας;

Είμαστε ανήμποροι μπροστά στις αποφάσεις που παίρνονται ερήμην μας. Εκατομμύρια ψυχές κι όμως είμαστε ένα τίποτα μπροστά σε μία καγκελάριο που με τη σειρά της είναι σχεδόν αχυράνθρωπος μπροστά στο κεφάλαιο και τις αγορές που της δίνουν το τέμπο.

Κι όμως. Ο αγώνας δεν είναι να κερδίσεις το παιχνίδι αλλά να διατηρήσεις την αξιοπρέπειά σου.

Ο αγώνας του Ζόρζ και της Αν Λοράν δεν είναι να νικήσουν τον θάνατο, στην "Αγάπη" του Μάικλ Χάνεκε, είναι να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Κι ο αγώνας τους είναι ένα μαρτύριο. Τότε, μέχρι και τα περιστέρια υποδύονται άψογα τον ρόλο τους. Να κυνηγάς ένα περιστέρι που εισέβαλλε στο σπίτι, μόνο για να χαϊδέψεις κάτι ζωντανό, όταν στο διπλανό δωμάτιο αποσυντίθεται το πτώμα του πιο αγαπημένου σου ανθρώπου...Κι όμως. Η αντίφαση είναι πάντα εδώ. Σε μια στιγμή παραφοράς, θα χαστουκίσεις την τετραπληγική γυναίκα σου, που αγαπάς τόσο, ώστε να μην την εγκαταλείψεις σε οίκους ευγηρίας ή στα χέρια μιας ανάλγητης αποκλειστικής νοσοκόμας και θα την βοηθήσεις τελικά στην εθελούσια έξοδο που είχε αποπειραθεί, όταν η ύπαρξή της έχει πια ευτελιστεί.

Και θα μου θυμίσει μια αληθινή ιστορία. Στις 24/9/07, ο Γάλλος φιλόσοφος André Gorz στα 84 του αυτοκτόνησε μαζί με τη σύντροφό του Dorine. Η Dorine, στα 83 της έπασχε από ανίατη ασθένεια και δεν είχε ελπίδες να ζήσει για πολύ ακόμη. Το ζευγάρι αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του, αφού ο ένας από τους δυο θα έφευγε από τη ζωή. Πριν από ένα χρόνο ο Gorz έγραφε για τη γυναίκα του "Μόλις έγινες 82. Κι όμως είσαι ακόμα όμορφη, σπλαχνική και επιθυμητή. Έχουμε ζήσει μαζί 58 χρόνια και σ'αγαπώ περισσότερο από ποτέ."

Στον ιδιωτικό βίο μπορείς να είσαι άνθρωπος, να έχεις βάθος, να έχεις αντιφάσεις, να αγαπάς. Στο δημόσιο βίο τίποτα από αυτά δε χωράει. Πρέπει να είσαι μονολιθικός, σαφής, αποφασισμένος,  αφοσιωμένος, αταλάντευτος, κι όλα αυτά τα ωραία.

Τα πιο ωραία συνθήματα στους τοίχους θα είναι πάντα μα πάντα αυτά που υπογράφονται με το αλφάδι και τα συνώνυμά του.


Σημασία, νομίζω, δεν έχει ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω, αλλά πώς πάω. Με επίγνωση κι αξιοπρέπεια. Τα ελάχιστα.



6/10/12

πλαστική σακούλα

Την ώρα που χτύπησε το τηλέφωνό της, πίναμε τα τελευταία ούζα του καλοκαιριού πού 'χα κάβα από τη Λέσβο και που τ' άνοιγα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Απόψε η φίλη μας γιορτάζε κάτι πολύ δικό της, κάποιο γονιμοποιημένο ωάριο που βρήκε τη θέση του στη φωλιά της, κάποιο φιλί από κάποιον που προσδοκούσε καιρό ή ότι τελικά βρέθηκαν τα χρήματα για κείνο το ταξίδι που λαχταρούσε. Κι εμείς τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας και εύχομασταν σε κείνη και στην υγεία μας πάνω από όλα.
Ώσπου κουδούνισε το τηλέφωνό της.  Αυτός. Βαριά ανάσα, κοφτές προτάσεις, λαχανιασμένη απόγνωση. Σε μισή ώρα χτυπούσε το κουδούνι. Πάλι αυτός. Χλωμός, με μάτια πρησμένα απ´ το κλάμα, βραχνιασμένος από τις κραυγές, τρέμουλο κι ιδρώτας στις παλάμες, βήμα αδέξιο.
Κάθησε. Να σου φτιάξω κάτι να τσιμπήσεις; Να βάλω να πιεις;
Ούτε να φάει, ούτε να πιει. Δεν είχε καπνίσει ποτέ στη ζωή του αλλά ζήτησε ένα τσιγάρο. Δεν του δώσαμε από τα βιομηχανικά. Του στρίψαμε ένα να το φχαριστηθεί.  Άφησε πλάι στην καρέκλα, μια πλαστική σακούλα που είχε μέσα μια οδοντόβουρτσα τυλιγμένη σε χαρτί κουζίνας, ένα σώβρακο, το παντελόνι της πιτζάμας, τον φορτιστή του κινητού, ένα κουκλάκι πάνινο της κόρης του και δυο μετάλλια. Το ένα αργυρό, το άλλο χάλκινο.
Τον έδιωξε απόψε η γυναίκα του από το σπίτι. Δεν είχε πού να πάει. Κι ούτε λεφτά για ξενοδοχείο. Τηλεφώνησε στην πρώην του, που κάτι γιόρταζε απόψε μαζί μας και τον υποδεχτήκαμε στο σπίτι. Κάπνιζε ρουφώντας ελαφρά τον καπνό. Χλώμιασε κι άλλο. Του έδωσα ένα ποτήρι νερό. Δεν μιλούσε. Και τι να πει; Τα ξέραμε όλα ήδη και ήξερε πως ξέραμε.
Πως δηλαδή πήγε και παντρεύτηκε μια γυναίκα που ποτέ δεν ερωτεύτηκε, πολλά χρόνια μεγαλύτερή του, δεσποτική, αδιάφορη γι' αυτόν και τον πρωταθλητισμό του, κλεισμένη σε ένα σπίτι- φρούριο των 95 τετραγωνικών, ψυχαναγκαστική με την καθαριότητα και τα ωράρια, που είχε την πρόνοια, πριν τα ωάριά της κατεβάσουν ρολά να μείνει έγκυος με τον αθλητή του άλματος επί κοντώ.
Όταν τον γνώρισε η φίλη μας, αυτός ήδη προπονούταν επαγγελματικά, ενώ εκείνη ήταν γυμνάστρια σε σχολείο. Είχαν συναντηθεί σε κάποιον σύλλογο και ενώ ήταν ήδη παντρεμένος, λίγους μήνες πριν, της την έπεσε στεγνά και λίγο καιρό μετά σχεδόν συζούσαν, ενώ η τροφός του περίμενε καρτερικά να τελειώσει το ειδύλλιο και να επιστρέψει σε κείνη. Ήξερε πως καμία γυναίκα δεν θα έπαιζε το ίδιο καλά το ρόλο της, να παρέχει στέγη (νεόδμητο σε καλή περιοχή), τροφή (μαγειρευτό της πεθεράς του στον κάτω όροφο), χαρτζιλίκι (ο πρωταθλητισμός είναι όλα ή τίποτα και προς το παρόν ήταν κοντά στο τίποτα από οικονομική άποψη) και όλη την ασφάλεια που ζητούσε ένας απένταρος αθλητής προκειμένου  από φέρελπις να μετατραπεί σε πρωταθλητή. Σε αντάλλαγμα θα της πρόσφερε το σπέρμα του και ένα στέρνο να κουρνιάζει το κεφάλι της τους χειμώνες.
Όμως αυτός κάθε μέρα έβλεπε γυμνασμένα μπούτια σε καυτά σορτσάκια, τουρλωτά κωλαράκια, γραμμωμένες κοιλιές που πρόβαλλαν γυμνές, στητά στήθη, ιδρωμένα κορμιά, ασθμαίνοντα στην εξάσκηση. Αλλά κυρίως έβλεπε το όμοιό του, σώματα που έδιναν μάχη με την αντοχή και είχαν προορισμό την υπέρβαση του ορίου τους. Όπως στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, όπου εκθειάζεται η ομοφυλοφιλία, που' ναι η αγάπη για το όμοιό μας: "Λένε βέβαια μερικοί γι΄αυτούς ότι είναι αναίσχυντοι, αλλά δεν το κάνουν αυτό από αναισχυντία, αλλά από θάρρος και ανδρεία και αρρενωπότητα, προτιμώντας το όμοιό τους".
Αυτός δεν ένιωθε ομοφυλόφιλος αλλά ομοψυχόφιλος. Ένιωθε πως με τις συναθλήτριές του κάτι τον έδενε, κάτι βαθύ. Κι έτσι το ένα αίσθημα έγινε δύο και ο μονοψήφιος αριθμός ερωμένων έγινε διψήφιος. Και όσο αυξανόταν η καταπίεση στο σπίτι, τόσο ξέδινε σε ξένα κορμιά, κι όσο ξέδινε, τόσο περισσότερο δεν κέρδιζε ούτε τα προς το ζην, κι όσο έμενε άφραγκος, τόσο μεγάλωνε η εξάρτησή του από την τροφό και τόσο θεωρούσε αδιανόητο είτε να χωρίσει, είτε να σταματήσει το σήριαλ φάκιν.
Ώσπου κάποτε έκανε κι αυτό που θεωρούσε ταμπού μέχρι τότε, να πηδήξει κάποια γκομενα στις τουαλέτες της προπόνησης. Για την ακρίβεια, με αυτή τη γυναίκα είχε διατηρηθεί η σχέση για καιρό, το σκέφτονταν κι οι δυο να ζήσουν μαζί, ήταν η πρώτη φορά που του περνούσε από το μυαλό να δραπετεύσει από την μέγγενη της οικογενειακής εστίας, που είχε μπει με τη θέλησή του - αλλά και τι είναι η βούληση όταν δεν έχεις άλλη επιλογή με κάτι γονείς που ποτέ δε μπόρεσαν να τον στηρίξουν  στα μεγάλα του όνειρα και μια φυσική προδιάθεση στην ανημποριά ο ίδιος.
Όμως αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτό από τον συναθλητή της ερωμένης του, έναν Χρυσαυγίτη, που δεν θα μάθουμε ποτέ αν έδρασε έτσι επειδή την ποθούσε, ή αν στο ταραγμένο του κεφάλι ήταν ηθικά κατακριτέο αυτό που έκανε ο παντρεμένος και όφειλε να τιμωρηθεί.
Έτσι ώστε όχι μόνο ανέβηκε στη λεκάνη και κατέγραψε στο κινητό του το ζευγάρι που έκανε σεξ, αλλά φρόντισε να ενημερώσει την απατημένη σύζυγο με το πιο κατάλληλο πειστήριο.
Τώρα μπροστά μας δεν ήταν πια ένας μπρατσωμένος άντρακλας, για τις σεξουαλικές επιδόσεις του οποίου είχαμε πληροφορηθεί παλιότερα από την φίλη μας που μάλιστα μεγάλη καρδιά εκείνη, μας άφηνε να τον ζαχαρώνουμε. Μπροστά μας ήταν ένα ερείπιο. Ένα υπέροχο εξωτικό πουλί που το είχαν διώξει απ΄το κλουβί και που φαινόταν πως δεν ηξερε να ζήσει εκτός φυλακής.
Καθώς γυρνούσα απ' την κουζίνα με μια ποικιλία ούζου για πάρτη του, την ακούμπησα μπροστά του κι έπειτα βρήκα την ευκαιρία να τον πλησιάσω απο πίσω, χούφτωσα τα δυο του μπράτσα, έσκυψα κοντά στο αυτί του, μύρισα θέλοντας και μη το άρωμά του ώστε να μου κοπούν τα γόνατα και του είπα:
Η Χρυσή Αυγή θα μας κλείσει και τα σπίτια.
Γέλασε αυθόρμητα και στράφηκε κατά το μέρος μου, έτσι ώστε η ανάσα του πέρασε από τα ρουθούνια μου καρφί στο σημείο του εγκεφάλου που εκκρίνει την ορμόνη του έρωτα. Κι εκείνος είδε στο δικό μου χαμόγελο ένα ακόμη φιλόξενο κλουβί διαθέσιμο για την σπάνια ομορφιά του.
Μια από τις επόμενες μέρες μια ομάδα νταγλαράδων, ομοϊδεατών του καταδότη, θα του έστηνε ενέδρα έξω από το στάδιο για να μετατρέψουν το παραδείσιο πτηνό σε κάτι που μόνο αποστροφή προκαλεί. Δεν είδε ποιοι τον χτύπησαν. Του έκαναν κεφαλοκλείδωμα, του πέρασαν πισώπλατα, πάντα πισώπλατα, στο κεφάλι μια πλαστική σακούλα σούπερμαρκετ ίδια με κείνη που' χε το πάνινο κουκλάκι της κόρης του και τον χτυπούσαν παντού. Παραγγελιά της γυναίκας του στον καταδότη. Μόνο που την κουκούλα, την πλαστική, τη φορούσε τώρα το θύμα όχι ο καταδότης.
Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μας παρέδωσαν τα υπάρχοντά του σε μια άλλη πλαστική σακούλα.
Δεν ήταν ο άντρας που θα έφερνε στο σπίτι πλαστικές σακούλες με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Ήταν αυτός που ήθελε να φέρει το χρυσό μετάλλιο αλλά έφερνε σακούλες ματωμένες, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο.