29/7/14

Δύο εγκλήματα πάθους σε μια μέρα

 Έφτιαξα ψεύτικο προφίλ στο Facebook. Πριν από αυτό δοκίμασα να χακάρω το λογαριασμό της κοπέλας στο διπλανό γραφείο. Αυτή είναι πολύ αγαθιάρα και θα μπορούσα πολύ εύκολα να της αποσπάσω την απάντηση για την ερώτηση ασφαλείας, οπότε ήταν ο εύκολος στόχος. Πράγματι, όταν έβαλα το email της στην πλατφόρμα της hotmail επιβεβαίωσα την υποψία ότι είναι πάνχαζη. Κατά πρώτον χρησιμοποιεί ακόμα hotmail. Κατά δεύτερον άκου ερώτηση που έβαλε η γυναίκα: «Ti marka htan to prwto mou autokinito?»  Τη ρώτησα την ώρα που κολατσίζαμε. «Toyota Yaris», μου λέει. Εντάξει, πυρότουβλο λέμε. Στα ίδια κυβικά, αν θες γιαπωνέζικο, παίρνεις με λίγα περισσότερα χρήματα Honda Jazz που είναι πολύ καλύτερο αυτοκίνητο. Κάτσε, δικό της δεν είναι το λαχανί το yaris με τα αρκουδάκια και τα σκόρδα κρεμασμένα στον εσωτερικό καθρέφτη; Τη ρωτάω με τρόπο, τάχα μου δήθεν πως δεν κατάλαβα, για να είμαι σίγουρος: «Μαρία, πριν πάρεις το yaris είχες άλλο αυτοκίνητο;» Οχι, μου απαντάει. Απόρησα γιατί το επίθετο «prwto», εφόσον δεν είχε αγοράσει μετά άλλο όχημα. Όμως ανυπομονούσα να δοκιμάσω την τύχη μου στη διάρρηξη του προσωπικού της λογαριασμού. Ανοίγω παλι τη ντροπή των email clients, κι ερχομαι ξανά αντιμέτωπος με την ίδια ηλίθια ερώτηση ασφαλείας. Πληκτρολογώ τη μάρκα του αυτοκινήτου της και μου βγάζει πως είναι λάθος η απάντηση. Τώρα να ευχηθώ τίποτα για τη σεξουαλική ζωή του Μεσσία της και της μανούλας του ή όχι; Δοκιμάζω να το πληκτρολογησω με κεφαλαία και για καλή τύχη της Αγίας Οικογένειας, το δέχεται.
    Πάμε στη δεύτερη ερώτηση ασφαλείας, γερά- δυνατά. «Pou piga honey moon». Μα τι ρωτάει η ηλιθια; Αφού δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Ρε λες να έχει κανει κανενα κρυφό γάμο; Για να μην καρφωθώ, αποφασίζω να ρωτήσω καλού - κακού  τη άλλη τη πυροβολημένη συνάδελφο, που κάνουν κολλητή παρέα, αλλά προβληματίζομαι ως προς τη διατύπωση. Τελικά κάνω κατά μέτωπο επίθεση στην ίδια και ό,τι γίνει «Μαράκι, πότε θα σε παντρέψουμε;» της σερβίρω ακαριαία την ώρα που είχαμε ανέβει στο πεζοδρόμιο να καπνίσουμε γιατί δε μας άφηνε το αφεντικό στην υπόγα, μη μποχίσουμε τα προϊόντα. Καλά, δεν είχε κι άδικο ο σαλταρισμένος κι αυτός. Μπομπονιέρες και άλλα άχρηστα μπιχλιμπίδια για τον στολισμό της εκκλησίας κατά τη βάφτιση να βρωμοκοπάνε τσιγαρίλα, δεν ήταν και ό,τι πιο ελκυστικό. Όποτε ανεβαίναμε, έκανα εγώ ο πονηρός εκτροπή στο κινητό, για να καπνίσουμε με την άνεσή μας, όταν έλειπε εκτός το μπος. Δεν ήταν ζοχάδας το αφεντικό, η αλήθεια να λέγεται, απλώς δε του άρεσε καθόλου να αυτενεργούμε. Καλά, αν με άκουγε το Σοφάκι να λέω αυτή τη λέξη, μπορεί και να άλλαζε γνώμη. Σοφία όνομα και πράμα. Η πιο έξυπνη γυναίκα που έχω γνωρίσει. Τις όμορφες κάποτε τις ξεπερνάς, τις έξυπνες ποτέ. Τέλος. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας –με το που είπα το όνομά της μου ήρθε η επιφοίτηση- από την αποθήκη και χάθηκε στο στερέωμα...Τελοσπάντων, να δω πόσο χαμηλά θα πέσω για χάρη της. Πίσω στο θέμα μας. Προσπαθώ να ξεψαχνίσω τη Μαρία αν έχει περάσει μήνα του μέλιτος, αλλά δε τα καταφέρνω. 
    Κάνω λοιπόν το εξής κόλπο. Ανοίγω ένα email που μου είχε στείλει ένας φίλος που ζει στον 19ο αιώνα όπου ακόμα κάνουν FW ανέκδοτα και power point με φωτογραφίες από τον μαγευτικό πλανήτη μας και λέω ο πονηρός «Τι υπέροχα τοπία είναι αυτά! Αχ!» Δε μου δίνει σημασία το θύμα. Το ξαναλέω με άλλα λόγια και πιο δυνατά, μήπως και της τραβήξω την προσοχή: «Κοίτα ρε παιδί μου κάτι μέρη που υπάρχουν στον κόσμο!» Με κοιτάει σαν αποχαυνωμένη. Το παθαίνει αυτό όταν είναι πολύ ώρα έγκλειστη μέσα στα κελιά του excel. Αρπάζω την ευκαιρία από τα μαλλιά «Κάνε ένα διάλειμμα ρε Μαράκι να δεις εδώ κάτι φωτογραφίες που μου στείλανε να πάθεις την πλάκα σου». Δείχνει να το σκέφτεται. Περνάνε 10 κρίσιμα δευτερόλεπτα. Αν δε σηκωνόταν δηλαδή να έρθει, δε ξέρω κι εγώ τι θα γινόταν. Μου είχε γίνει εμμονή να της σπάσω το password και οι ιδέες μου να της αποσπάσω την απάντηση στη δεύτερη θεόκουφη ερώτηση, είχαν πάρει χαρακτήρα μυστηρίου τύπου μικροί ντεντέκτιβςπου διάβαζα πιτσιρικάς. 
  Σηκώνεται επιτέλους από την καρέκλα και έρχεται κατά το γραφείο μου, τσεκάροντας τριγύρω μήπως ξέρω ‘γώ έχει διακτινιστεί το αφεντικό από την Κίνα που είχε πάει να φέρει εμπόρευμα και μας κάνει τσακωτούς να κωλοβαράμε. Τόσο χαζή. Κοιτάζει τις φωτογραφίες που της δείχνω και αναγκάζομαι να υποστώ μερικά από τα επιφωνήματά της προκειμένου να περάσω στο ψητό. «Φανταστικά δεν είναι;» τη ρωτάω. Συμφωνεί. «Αν ήσουν εκατομμυριούχα, σε ποιο μέρος θα διάλεγες να πας ταξίδι του μέλιτος;» συνεχίζω. «Κόλλησες με το ταξίδι του μέλιτος, ρε παιδί μου! Και χτες με ξαναρώτησες κάτι παρόμοιο» μου πετάει στα μούτρα αφοπλιστικά και με λούζει κρύος ίδρωτας. Λες να ανακάλυψε το δόλιο σχέδιο μου; Αχ, ρε Σοφάκι. «Α, ναι; Δε το θυμόμουν» της απαντάω δήθεν αδιάφορα. «Βρε μήπως ονειρεύεσαι εσύ γάμους και ταξίδια του μέλιτος;» με ρωτάει και ένα κύμα καυτής ανακούφισης στεγνώνει τον κρύο ιδρώτα στο σβέρκο μου. Αξιοποιώ την απροσδόκητη πάσα που μου έκανε για να την προσγειώσω στο θέμα μας «Να σου πω, δε θα με χάλαγε ένα ταξίδι του μέλιτος στο Πράσινο Ακρωτήρι, αν και με το μισθό που παίρνουμε, μέχρι Πάρο με βλέπω.» «Τουλάχιστον εμείς παίρνουμε μισθό» μου επισημαίνει, κάνοντάς με έξαλλο, γιατί δε μπορώ αυτά τα δεξιούλικα, τα «δουλίτσα να υπάρχει» και κυρίως γιατί φεύγει εκτός θέματος! Κάνω πως δεν ακούω, για να μη ξεφύγει η κουβέντα, και τη ρωτάω: «Εσύ ποιο θεωρείς το ιδανικό μέρος για διακοπές;» «Την Κόστα Ρίκα» μου απαντάει και είμαι βέβαιος πως δεν ξέρει ούτε που πέφτει αλλά κάπου το πήρε το αυτί της και το αναφέρει σαν τα κορίτσια στα καλλιστεία που δίνουν κάτι ό,τι να ‘ναι απαντήσεις. Με ανησυχεί λίγο που είναι δύο λέξεις: COSTA RICA το γράφει ή μία λέξη; Το σημειώνω στο μυαλό μου και πάμε για τον πιο εφικτό προορισμό για την κρυφοπαντρεμένη χαμηλόμισθη συνάδελφο: «Αυτά μόνο στα όνειρά μας, φιλενάδα...Κάπου πιο ρεαλιστικά μιλώντας;» «Είναι πολλά μέρη.... Κάρυστος, Χανιά, Μόλυβος, Ελαφόνησος, Πόρτο Κατσίκι, Μάνη, Ρόδος...» «΄Ωπα, ώπα ρε Μαρία, μας τρέλανες!» είπα έχοντας ξεχάσει εννοείται τα περισσότερα από τα τουριστικά θέρετρα που μου ανέφερε με ρυθμό μυδραλιοβόλου. 
  Της έκοψα απότομα τη συζήτηση, τάχα πως έχω πολύ δουλειά, για να βάλω όσα συγκράτησα, στο κουτἀκι που διψάει για τη δεύτερη και τελική ερώτηση ασφαλείας που θα με οδηγούσε στο πολυπόθητο έπαθλο. Και πράγματι, την επόμενη ώρα, με βρίσκω να κάνω αμέτρητες δοκιμές με κεφαλαία, με μικρά, με κολλητά τα γράμματα, αλλά μάταια. Καμία από τις απαντήσεις που μου έδωσε, και από όσες τελοσπάντων θυμόμουν, δεν ταίριαζε ως απάντηση στην ερώτηση «Pou piga honeymoon». «Βρε τι πάθαμε», αναφώνησα σε κάποια δόση, κάνοντας τη συνάδελφο να ανησυχήσει ξαφνικά για το μέλλον της επιχείρησης, υποθέτοντας πως μάλλον κάποιο μοιραίο λάθος μου στα λογιστικά πακέτα φαλήρισε το μαγαζί και θα μείνουμε άνεργοι και οι τρεις της αποθήκης. «Τι συμβαίνει;» με ρώτησε γεμάτη αγωνία κοιτάζοντας έντρομη το πίσω μέρος της οθόνης τουdesktop μου. Την καθησύχασα, ρίχνοντας όμως σιωπηλά και εκείνες τις ευχές στον Ιησού που του στέρησα νωρίτερα. Αποφάσισα να εγκαταλείψω την προσπάθεια, ώσπου, λίγη ώρα μετά –εντάξει, μη γίνομαι ακραία αμαρτωλός αλλά παίζει να βοήθησε το γαμωσταυρίδι- την ακούω να μουρμουρίζει αφηρημένη «Ταξίδι του μέλιτος, πλάκα- πλάκα μόνο στη Μονεμβασιά αξίζει να πας». Ανοίγω με ανάμικτα συναισθήματα τη hotmail και βλέπω πως έχει κλειδωθεί αυτόματα ο λογαριασμός μετά από τις πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειες και μου ζητάει να δώσω κινητό ή άλλο email ή να περιμένω ένα εικοσιτετράωρο ώσπου να δεχτεί νέες δοκιμές. Μάντεψε ποια επιλογή μου έμενε. Την επόμενη μέρα, περίπου την ίδια ώρα, ανοίγω σα μανιακός δολοφόνος το hotmail, προσπερνάω με άνεση την πρώτη ερώτηση και πάω κατευθείαν στη δεύτερη, όπου σχεδόν τρέμοντας γράφω «MONEMVASIA», αλλά δεν το δέχεται. Βαθιά ανάσα, πάμε για μικρά «Monemvasia». Πάλι δε φαίνεται η σωστή απάντηση. Πλέον πολλές περισσότερες μορφές της χριστιανοσύνης έχουν εισπράξει τις θερμότερες ευχές μου για συνουσία, ενώ συνεχίζω απτόητος να πληκτρολογώ, παρά την απελπισία μου. Και τότε, ναι, όταν εύχεσαι κάτι πολύ όλο το σύμπαν συνωμοτεί μετά από άπειρες αποτυχημένες προσπάθειες στο να το αποκτήσεις, το «MONEMBASIA» έγινε δεκτό και τα δυο κενά κουτάκια που μου ζητούσαν να ορίσω το νέο password έγιναν δικά μου!
    Οι αστερίσκοι που σχηματίζονταν όσο πληκτρολογούσα τον ολοκαινούργιο κωδικό «Panatha13» έμοιαζαν στα μάτια μου σαν τα αστεράκια στις ρώγες των γυμνών κοριτσιών στις σελίδες των ρετρό περιοδικών. Από ‘δώ και πέρα ο δρόμος ήταν στρωμἐνος με ροδοπέταλα. Άπαξ και πιάσεις την καλή σ’ αυτή τη ζωή, την έχεις κάνει λαχείο για πάντα. Μπαίνω στο facebook, και με θεαματική άνεση βάζω το email της Μαρίας εκεί που λέει «cant log in» ώστε να της αλλάξω password με ειδοποίηση στο email που είχα υπό την κατοχή μου. Μέσα σε λίγα λεπτά ήμουν ο απόλυτος user στο profile της Μαρίας. Δε μπήκα καν στον κόπο να δω τo inbox της γιατί είναι πιο βαρετή κι από το θάνατο. Κι εξάλλου δεν ήθελα να κάνω πουστιά. Μπήκα με συγκεκριμένο σκοπό. Πληκτρολογώ λοιπόν το ονοματεπώνυμο της Σοφίας συνδεδεμένος ως Μαρία. Μέχρι εδώ ήταν, Σοφἀκι. Θα στο κάνω ρετάλια το πέπλο μυστηρίου που κάλυψε τη ζωή σου μετά τον χωρισμό μας, όταν με μπλόκαρες και διέταξες όλους τους κοινούς μας φίλους να μη μου μεταφέρουν τίποτα από τη ζωή σου. Με την αγωνία να έχει χτυπήσει κόκκινο, διαπιστώνω πως η Σοφία δεν είναι πια (?) φίλες με τη Μαρία στο FB και με ζώνουν τα φίδια. Τρελαίνομαι ότι έχουν τσακωθεί για γκομενοδουλειά, και στο θολωμένο μου μυαλό  ο κόσμος είναι μια σταλιά, οπότε αρχίζω να υποψιάζομαι κάτι σκιές απ' τα παλιά. Καθώς άλλαζα χρώματα και έριχνα κλεφτές ματιές γεμάτες μίσος στη συνάδελφο, τη βλέπω να σηκώνεται από το γραφείο της και να κατευθύνεται προς το δικό μου. Κάνω minimize το παράθυρο και αρχίζω να σφυράω αδιάφορα. Τόσο κάρφωμα. 
  Με πλησιάζει και μου ψιθυρίζει στο αυτί αν μπορώ να ζητήσω μία σερβιέτα από την κολλητή της στο γραφείο διαγωνίως γιατί είναι τσακωμένες και δε μιλιούνται σήμερα. Υπάκουσα τυφλά στην ικεσία, μάλλον από ενοχές, και βρήκα την ευκαιρία να ξεμωναχιάσω τη Μαρία στο wc, όπου δώσαμε ραντεβού για να της δώσω το stuff. Τη ρώτησα χωρίς περιστροφές «Τι νέα από τη Σοφία;» Πήρε ύφος ενοχλημένο. «Αν θυμάσαι μετά τα σκηνικά μεταξύ σας, ζήτησε να μη ρωτάς για κείνη.» «Κόψε το Πυξ Λαξ και λέγε τι συμβαίνει αλλιώς θα σε αφήσω να πας στο σπίτι σου ματωμένη και θα είσαι σα να σε ξεπαρθένεψε ο Γκοτζίλα» της απάντησα. «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτό το άτομο» μου λέει φοβερά εκνευρισμένη, σα να μην την ένοιαζε καθόλου αν σε λίγο θα σχηματιζόταν ανάμεσα στα σκέλια της η λίμνη Βιστωνίδα. Της ανέμισα τη σερβιέτα μήπως τη συνεφέρω στην ωμή, την αιματηρή, θα έλεγα, πραγματικότητα, αλλά μάταια. Τότε, μη έχοντας πια τίποτα να χάσω, με την αποκοτιά των απελπισμένων, τη ρώτησα ευθέως: «Θες να πεις πως δεν είστε πια φίλες ούτε στο FB?» Μου επιβεβαίωσε αυθόρμητα πως την έκανε ανφρέντ, αλλά παροδόξως δεν αναρωτήθηκε πώς το ξέρω, εφόσον είναι γνωστό σε όλο το μπουμπουνιεράδικο πως με έχει μπλοκάρει η Σοφία μετά από αυτά που της έκανα με τις παρακολουθήσεις και τα τέτοια. 
  Εντάξει, καψούρης ήμουν. Και δικαιολογούμουν. Τώρα έχω αλλάξει. Με έπιασε ξαφνικά μια απελπισία, λες και περίμενα εγώ περίοδο, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα εκεί που στεκόμουν μπροστά στο wc με τη σερβιέτα στα χέρια. Την έδωσα στη Μαρία, νιώθοντας πως έχω χάσει την παρτίδα, πως πήγε τσάμπα όλος μου ο κόπος να τη σπάσω τα passwords και να της χακάρω τοfacebook, ένας αητός χωρίς φτερά και σερβιέτα με φτερά. Πήρα λοιπόν την απόφαση να δημιουργήσω ψεύτικο προφίλ, κι ας ξέρω πως η Σοφία δεν κάνει αποδεκτά τα αιτήματα όσων δεν ξέρει από real life. Έβαλα τα στοιχεία του αφεντικού. Λείπει Κίνα, δε θα το έπαιρνε χαμπάρι. Θα το κατέβαζα μέσα σε ένα 24ωρο. Κι άντε να έβρισκαν ποιος το έκανε. Μόνο για να μπω και να τσεκάρω τι κάνει στη ζωή της. Δεύτερο έγκλημα σε μία μέρα. Αλλά και τι νά’ κανα; Αφού την αγαπούσα, κύριε πρόεδρε.


14/6/14

Οι Διακοπάνθρωποι

Οι Διακοπάνθρωποι δεν έχουν φύλο γιατί είναι πάντα ατομάκια, ατομάρες, άτομα. Έχουν πυρήνα και κάτι ηλεκτρόνια σάικο τελείως. Δεν πάνε πολύ καλά. Οι Διακοπάνθρωποι δεν έχουν φύλο γιατί είναι νούμερα, σούργελα, τρολ. Μικροί οι Δακοπάνθρωποι, έκαναν τηλεφωνικές φάρσες, την κοπανούσαν από τα αγγλικά και τα θρησκευτικά, χτυπούσαν κουδούνια μεσημεριάτικα κι έτρεχαν, φορούσαν τη φόρμα γυμναστικής πάνω από το τζην την ώρα της γυμναστικής, πετούσανε βρωμερές αμπούλες στα ανθοπωλεία, έκαναν μιμήσεις, σκίτσαραν καρικατούρες, έκλαβαν παγωτά από τα περίπτερα, κολλούσαν χαρτάκια στην πλάτη των άλλων, πέταγαν από το μπαλκόνι βρεγμένες χαρτοπετσέτες στους περαστικούς, έπαιζαν μπουγέλο στο σχολείο, έκαναν κερατάκια στις φωτογραφίες της μονοήμερης και ξεσάλωσαν συνολικά στην πενθήμερη.
Οι Διακοπάνθρωποι δε ζουν για το καλοκαίρι αλλά μέσα στο καλοκαίρι ανθίζουν με φόρα. Τα καλοκαίρια τους είναι γεμάτα θερινά σινεμά, στοίβες Βαβέλ, συναυλίες με βραχνιασμένα λαρύγγια την επόμενη, συναυλίες στις όποιες συνήθως τρυπώνουν με το «ντου». Παίζουν τάβλι, βάζουν στοιχήματα, παίζουν τουρτοπόλεμο, σου βάζουν φωτιά την ώρα που κοιμάσαι, είναι κωλοπαιδαράδες, αν δεν είναι γιωτάδες και πάνε στρατό, δεν αφήνουν το λόχο να ησυχάσει, δεν χαμπαριάζουν οι Διακοπάνθρωποι, παράγουν αργκό, λανσάρουν φράσεις, κερνάνε πόνο οι Διακοπάνθρωποι. Οι Διακοπάνθρωποι, σου κάνουν τράκα τσιγάρα, δεν χτυπάνε εισιτήριο, ταξιδεύουν κατάστρωμα, πάνε και με ΚΤΕΛ, πάνε και με αυτοκίνητο, σηκώνουν τις μπάρες στα διόδια, κολλάνε χαρτάκια «Είμαι γάιδαρος» στα παρκαρισμένα ΙΧ των κάφρων. Οι Διακοπάνθρωποι μπορεί και να παίξουν πιστολίδι, να φύγουν χωρίς να πληρώσουν τους καφέδες, κλέβουν βιβλία με μαεστρία και αποκαθηλώνουν πινακίδες δρόμων καμιά φορά, έτσι, για τη συλλογή. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν μαθητεύσει στη μικρή αλητεία.
Οι Διακοπάνθρωποι είναι ασύμφοροι για το κράτος, αναγκάζουν την Αστυνομία σε επιτόπιες επιπλήξεις κατόπιν υπόδειξης των γειτόνων για διατάραξη κοινής ησυχίας, σπαταλούν ορούς και νοσήλια για πλύσεις στομάχου κατόπιν υπερκατανάλωσης αλκοόλ και εκνευρίζουν και τα σκυλιά της Δίωξης που αναζητούν στις αποσκευές τους τις φυτείες του Πύργου, της Αμαλιάδας και του Μυλοποτάμου ή της όμορης Αλβανίας. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν δει σε βιντεοκασέτες το Δράκουλα των Εξαρχείων, όλες τις ταινίες του Νίκου Ζερβού, «Γυναίκες Δηλητήριο», «Τηλεκανίβαλοι», «Σαπουνόπετρα» και βάλε. Σκηνές που επαναλαμβάνονταν ασύδοτα. Ο Σάκης Μπουλάς στους Τηλεκανίβαλους με άσπρη πουκαμισιά, μαύρο δερμάτινο παντελόνι, μαύρο γυαλί ηλίου κολούμπια και ηλεκτρική κιθάρα καθιστός σε πίστα σκυλάδικου να τραγουδάει σε ήχο σκυλέ ολέ «Γιατί μου φέρθηκες σά να’ μουνα αράπης/ δεν δικαιούμουνα κι εγώ λίγης αγάπης».
Οι Διακοπάνθρωποι διάβασαν περισσότερο Λένο Χρηστίδη, Ντάγκλας Άντας, Τιμ Ρόμπινς και Μπουκόφσκι από όσο θα έπρεπε και αγαπήσανε τη λαογραφία του Ηλία Πετρόπουλου, το Σύνδρομο Πορτνόυ του Φίλιπ Ροθ, τον Πάγο των Μάζαρη- Μπουλαλάκη, το θέατρο του Μποστ, κάτι συνθήματα στους τοίχους, τα γκράφιτι, τα στένσιλ και τους Monty Python. Οι Διακοπάνθρωποι είναι στα λάιβ του θείου Νώντα, τον ξέρουν απέξω, μαθαίνουν και στα παιδιά τους «Στο σούπερ μάρκετ θα βρούμε, μήλα, μπανάνες, γάλα, carnation και κότες» στη σχετική εξόρμηση για ανεφοδιασμό, ήταν και στα λάιβ του Ζορζ Πιλαλί, εκφράζονται από τη μεταφυσική του αγωνία «Από χώμα κι από λάσπη μας έφτιαξ’ ο θεός/ οικοδόμος, οικοδόμος ήτανε κι αυτός» και γενικώς είναι άτομα παρφαί. Οι Διακοπάνθρωποι έχουν όλοι μάστερ στον Τζιμάκο, σκούζουν καμιά φορά άμα τους πιάσει το κνίτικο γιατί έχει καγέν αλλά κλαίνε από τα γέλια ακόμα και πάντα με τις τηλεφωνικές φάρσες και ξέρουν απέξω την πρόζα στα λάιβ και τους στίχους των τραγουδιών του. Οι Διακοπάνθρωποι ξέρουν να σου σερβίρουν την πιο φρέσκια ατάκα της αγοράς, ψαρεύουν φάρσες και comments στα θολά νερά του youtube, είναι αυτοί που θα σου μάθουν την απίθανη ομάδα Μετέχνιο Κοοπερατίβα με το επικό «Τόπων Μύστες» και θα σε μυήσουν στη μυστική κρύπτη του γέλιου. Από την οποία δε θα μπορέσεις να βγεις ποτέ ξανά.
Θα είσαι αναγκασμένος να ζεις όλο το χρόνο τις διακοπές της καθημερινότητας από την αρρωστίλα του κομιφλό και της σοβαροφάνειας και του μάτσου και του ατσαλάκωτου και του φανατικού και του πολίτικλι κορρέκτ. Θα είσαι αναγκασμένος να μην ανέχεσαι το αυριανίστικο πενάκι του κάθε κιτσογράφου, τη σεφερλίδικη σάτιρα του κάθε φωτοσοπά, το σταντ-απ κόμεντι του κάθε ατάλαντου βλακέντιου. Αλλά γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος. Και οι Διακοπάνθρωποι, το έχουν πολύ το τέλος στο νου τους. Κι επειδή δεν πάνε σαν κουρδισμένοι, δεν το ξεχνούν το τέλος. Κι επειδή τους κόβει και δεν πιστεύουν στο θεούλη, δεν παρηγορούνται για το τέλος. Και καθώς ζουν σε έναν κόσμο που δε συμπαθεί και πολύ τους Διακοπάνθρωπους, καμιά φορά μπαμ, ντόινκ, φλαπ, ζντουπ, πάνε οι Διακοπάνθρωποι. Και τότε δεν έχει καθόλου πλάκα. Μα καθόλου.

(popaganda, 13/6/14)

21/5/14

Πού κοιμάται απόψε και για πάντα ο Φώντας

Τέσσερα χρόνια μετά, η ντόπα της καταιγιστικής επικαιρότητας, εκείνων των μεγάλων συμβάντων που συνθλίβουν στην αποσιώπηση το ιδιωτικό δρώμενο, έχει δείξει τα σημάδια της: Ξεχάσαμε πως είμαστε θνητοί. Κι αυτό δεν είναι για καλό. Δεν εξανθρωπίζει. Αν συνεχίσουμε έτσι για άλλα πέντε χρόνια, θα γίνουμε bot πολιτικού σχολιασμού. Μόνο που τα ρομπότ δεν πεθαίνουν στο τέλος.







Εμένα,  τώρα,  από όλα τα μεγάλα γεγονότα της οικουμένης, με νοιάζει πού κοιμάται απόψε για πρώτη φορά και για πάντα ο φίλος μου ο Φώντας. 

8/5/14

Τα δάκρυα του κροκόδειλου

Δεν είναι σωστό να συγκινούμαστε μόνο με τους δικούς μας ανθρώπους. Το όμορφο είναι να συμπονούμε και το ναζί, σαν να ήταν συνάνθρωπός μας. Βασικά, σα να ήταν άνθρωπος. Είπεν ο Ιησούς, «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν». Μόνο που δε ξεκαθάρισε αν ως συνάνθρωποι μπορούν να εννοηθούν οι υπάνθρωποι, οι ούγκανοι που ενσαρκώνουν τον ίδιο τον θάνατο, τα δίποδα της μαφίας, το μακρύ χέρι του συστήματος με τα «καθαρά χέρια», που μισθώνονται από το μεγάλο κεφάλαιο για να μαχαιρώνουν μετανάστες, ομοφυλόφιλους, αντεξουσιαστές, κουμουνιστές, αντιφασίστες, γυναίκες, πιτσιρίκια στα σχολεία και γενικά όλη την κοινωνία, γιατί, εδώ που τα λέμε, οι ναζί δεν είναι ρατσιστές, δεν κάνουν εξαιρέσεις, μισούν συνολικά όλη την ανθρωπότητα, με εξαίρεση όσους τους μοιάζουν, τους υπάνθρωπους.
Ο σωστός και τίμιος πολίτης, οφείλει να μη δείχνει επιλεκτική ευαισθησία, οφείλει να συγκινείται από το δράμα του συμπολίτη του που είναι μπράβος σε νυχτερινά μαγαζιά, που πουλάει νταηλίκι, που είναι μαχαιροβγάλτης, που τραμπουκίζει κάθε έναν που βρίσκεται σε πιο αδύναμη θέση, που οργανώνει τάγματα θανάτου που επιτίθεται σε μαθητές σε σχολεία, σε γειτονιές, σε παιδικούς σταθμούς, σε νοσοκομεία, που κάνουν ρατσιστικά πογκρόμ στις λαϊκές αγορές και στα παζάρια, ενώ ταυτόχρονα σκύβει υποτακτικά το κεφάλι στα μεγάλα αφεντικά, που κρύβουν τα μούτρα τους, όπως εκείνο το big boss στην κορεάτικη ταινία “Pieta” που έδινε εντολές θανάτου στον εκτελεστή, αλλά ποτέ δεν μάθαμε ποιος ήταν....
Ο συνάνθρωπός μας που υποφέρει, αξίζει τον σεβασμό μας γιατί συμμετέχει εξάλλου έξαλλος στο επιχειρείν και στην ανάπτυξη της χώρας. Προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μπράβος νυχτερινών μαγαζιών και σπάει κανένα πλευρό, άμα τύχει –τον 20χρονο Αυστραλό στη Μύκονο το 2008 τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου και ήρθε μετά ο πατέρας του και δώρισε τα όργανα του γιου του. Ο συνάνθρωπός μας είναι έμπορος όπλων, ναρκωτικών και συμμετέχει στο trafficking που είναι σπουδαία υπόθεση. Ταυτόχρονα, ξεπαστρεύει αντιφρονούντες, κουμούνια (sic), λαθρομετανάστες (sic) και καμιά φορά παίρνει πρωτοβουλία να δείρει μέχρι θανάτου και καμιά γυναίκα –αυτές τις μέρες εξελίσσεται η δίκη για τη δολοφονία της 23χρονης Φαίης Μπλάχα από τον νταή τον φίλο της, ο οποίος είχε επιτεθεί σε εκλογικό κιόσκι στην πλατεία Αγίας Παρασκευής, ξαμολώντας και το πιτ μπουλ, φωνάζοντας «θα πεθάνετε κομμούνια» και τραυματίζοντας τον δημοτικό σύμβουλο Γιώργο Τσιμπουκάκη. Διότι, όπως είπαμε, είναι δυνατός και μάγκας μόνο στους πιο αδύναμους. Στους ισχυρούς είναι μαντρόσκυλο.
Ομοίως, τον τίμιο συνάνθρωπό μας που δίνει μία περφόρμανς από το βήμα της Βουλής για να τον λυπηθούμε για την αθωότητά του, δεν πρέπει να του γυρίσουμε την πλάτη. Πρέπει να τον κοιτάξουμε στο πρόσωπο και τον παρηγορήσουμε θυμίζοντάς του πως άλλοι είναι στη φυλακή για πολύ ήσσονος βαρύτητας αδικήματα, από τους εκβιασμούς επιχειρηματιών, τον εκφοβισμό στελεχών της Τ.Ο., βομβιστικές επιθέσεις μελών της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και σοβαρό τραυματισμό δύο ανθρώπων στο κεφάλι.
Οφείλουμε να εξηγήσουμε στον καλότατο συνάνθρωπό μας  πως είναι ποινικά κολάσιμες «οι απειλές κατά ιδιοκτήτη μονάδας παραγωγής τροφίμων στην Κόρινθο, σύμφωνα με την οποία μέλη του τοπικού «πυρήνα» της Χ.Α. τον απείλησαν απαιτώντας να τους παραχωρήσει τρόφιμα για συσσίτιο που οργάνωνε το κόμμα στην πόλη, ο προπηλακισμός με υπόδειξη συγκεκριμένου επιχειρηματία της Κορίνθου, κορυφαίο στέλεχος της Αυτοδιοίκησης προκειμένου να τον υποχρεώσουν να χορηγήσει άδεια λειτουργίας στην επιχείρηση του ιδιώτη», που βρίσκεται κοντά στα Λουτρά της Ωραίας Ελένης. Έτσι οι δήθεν προγονολάτρες τραμπουκίζουν προκειμένου να καταπατηθεί χαρακτηρισμένη αρχαιολογική ζώνη για να εξυπηρετήσουν το μεγάλο αφεντικό.
Οφείλουμε να του εξηγήσουμε πως είναι ποινικά κολάσιμη η επίθεση στον δήμαρχο Κορίνθου κατά τη διάρκεια κατάσβεσης πυρκαγιάς στην περιοχή Εξαμίλια και οι τσαμπουκάδες στην κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μάλιστα, οφείλουμε του εξηγήσουμε πως η ολιγωρία τη ΕΛΑΣ στην περίπτωσή τους δεν είναι ανεξάντλητη, όπως συνέβη και στις δύο περιπτώσεις.
Οφείλουμε να του εξηγήσουμε του τίμιου οικογενεριάρχη πως είναι λιγάκι πρόβλημα να έχεις δεχτεί καταγγελίες ότι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που κατά λάθος βρέθηκες στέλεχός της, αθώο πλάσμα,  απασχολούν σε αγροτικές εργασίες αλλοδαπούς τους οποίους αρνούνται να πληρώσουν ενώ όσοι από αυτούς διαμαρτύρονται, ξυλοκοπούνται. Είναι λιγάκι πρόβλημα αυτό για τον σύγχρονο κόσμο γιατί η δουλεία έχει καταργηθεί εδώ και 150 χρόνια και δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν φασίστα να γυρίσει τον κόσμο 150 χρόνια πίσω σε όλα τα επίπεδα.
Και, υπόψη, το μακρύ κατηγορητήριο δε τα σύνταξαν αναρχοκουμούνια, αλλά ο Εισαγγελέας. Και, υπόψη, τα στοιχεία του ρεπορτάζ δεν τα επινόησαν ούτε από τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά την Καθημερινή (9.10.2013).
Ο κροκόδειλος κλαίει σαν μωρό, ο άνθρωπος των ίσων αποστάσεων, ο μη επιλεκτικά ευαίσθητος, συγκινημένος από το κλάμα, θα τον πλησιάσει παρασυρμένος από τα κροκοδείλια δάκρυα. Ο κροκόδειλος θα τον κατασπαράξει. Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε. Αντίο, μαλάκα ανυποψίαστε που ακόμα και σήμερα παριστάνεις πως δεν καταλαβαίνεις τι είναι ο φασισμός και ο ναζισμός.

5/5/14

Το πρόσωπο που φλέγεται

Ένας άνθρωπος έφτασε σε κάποιο νοσοκομείο ουρλιάζοντας. "Καίγομαι", φώναζε, "βοήθεια", φώναζε. Κάποιοι τον κοίταξαν έντρομοι και άλλοι κατάπληκτοι. Τα ρούχα του ήταν άθικτα, το δέρμα του το ίδιο. Ούτε μια φλόγα δε φάνηκε να τον είχε ακουμπήσει. Περίεργο, δεν ήταν τρελός. Δεν ήταν ψευδαίσθηση. Ίσως είχε πολύ μεγάλη ενσυναίσθηση. Ένιωσε να καίγεται ζωντανός κι αυτός στην Οδησσό. Ίσως είχε πολύ μεγάλη διαίσθηση. Ήξερε πως θα καεί ζωντανός κι ο ίδιος στην Αθήνα. Ακόμα φωνάζει βοήθεια. Κι ούτε θα πάψει.

2/5/14

«Αντίο, κι ευχαριστώ για τα ψάρια», ο αιγιαλός ανήκει πια στον εντερπρενέρ

Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Ντάγκλας Άνταμς, όσο περνάει ο καιρός, δεν μοιάζει να έρχεται από το μακρινό μέλλον της φαντασίας του, ένα εφιαλτικό παρόν χτίζεται ήδη με αλλεπάλληλες νομικές πράξεις. Αυτές τις μέρες προωθείται ένα νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών που προβλέπει ριζικές μεταβολές στη διαχείριση του αιγιαλού και των παραλιών της χώρας με στόχο, τι άλλο, την ενίσχυση της επιχειρηματικής εκμετάλλευσης της ακτογραμμής -με την ευκαιρία, αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, η οποία βρέχεται από τη θάλασσα, ενώ ως παραλία ορίζεται η ζώνη της ξηράς, που έχει προστεθεί στον αιγιαλό προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα. Σε αδρές γραμμές, το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Οικονομικών, προβλέπει την άρση των περιορισμών που ίσχυαν μέχρι σήμερα και την παραχώρηση αιγιαλού και παραλίας σε δήμους και ιδιώτες, τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων που χρησιμοποιούνται για επιχειρηματικούς σκοπούς, αλλά και τη διευκόλυνση της κατασκευής έργων που εξυπηρετούν παραθαλάσσιες επιχειρήσεις (Καθημερινή, 27/4/2014).
Με λίγα λόγια, η επιθετική πολιτική της κυβέρνησης επεκτείνεται πια, όπως ήταν αναμενόμενο, κατάφωρα ενάντια στο περιβάλλον με πρόσχημα την οικονομική ανάπτυξη. Όταν όμως εννοούν ανάπτυξη, προφανώς δεν αναφέρονται στις περιστασιακές δουλειές που ενδεχομένως θα προκύψουν στις Σκουριές από την Ελντοράντο, στο Ελληνικό από τη Lamda Development κ.α., αλλά πολύ ξεκάθαρα πια στις τσέπες των πολυεθνικών και της ντόπιας οικονομικής ελίτ οι οποίοι αποδίδουν ψίχουλα στο κράτος για τις επιχειρηματικές τους δράσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο κυνικής αδιαφορίας για το περιβάλλον δόθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών το πράσινο φως για την εν πλω καταστροφή των χημικών όπλων της Συρίας νοτιοδυτικά της Κρήτης, την ίδια στιγμή που άλλες μεσογειακές χώρες το αρνήθηκαν επειδή έκριναν πως δεν διαθέτουν τις κατάλληλες υποδομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η Αλβανία απέρριψε τα ανταποδοτικά οφέλη που της πρόσφεραν οι ΗΠΑ, προκειμένου να γίνει καύση των χημικών όπλων σε ειδικούς κλιβάνους στο έδαφός της. Στην περίπτωση ατυχήματος, έχει επισημανθεί από επιστημονικούς φορείς, η οικολογική καταστροφή θα είναι ανυπολόγιστη, με επιπτώσεις στο οικοσύστημα, τη δημόσια υγεία, τον τουρισμό και την οικονομία. Οι διαβεβαιώσεις ότι θα τηρηθούν οι κανόνες ασφάλειας, είχαν δοθεί οπωσδήποτε και από την BP στον κόλπο του Μεξικού το 2010, αλλά το ατύχημα συνέβη και η μόλυνση από την πετρελαιοκηλίδα δεν είναι συνωμοσιολογικό σενάριο, όπως καλά γνωρίζουμε. Πλέον στο πρόγραμμα της οικολογικής καταστροφής μίας χώρας που ζει από τον τουρισμό, άρα και από το φυσικό τοπίο της, εντάσσονται και όλες οι ακτές. Επιχειρείται πλέον το περίφημο urbanization της τουριστικής ζώνης της χώρας, που δυστυχώς έχω δει πριν περίπου δέκα χρόνια στην Ισπανία.
Όταν το καλοκαίρι του 2005 πέρασα τις διακοπές μου στην Ανδαλουσία, δεν πίστευα στα μάτια μου με τα τετατουργήματα της τουριστικής ανάπτυξης. Ταξιδεύοντας για τα νότια της ιβηρικής χερσονήσου και έχοντας στις αποσκευές μου κάποιες προσδοκίες για μία χώρα-θρύλο, προσδοκίες που είχαν προκύψει και από την τέχνη και την ιστορία, δεν περίμενα ποτέ τέτοια διάψευση, τέτοια απογοήτευση. Από τις ταινίες του Πέδρου Αλμοδόβαρ ως την ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και Ελευθερία για τον ισπανικό εμφύλιο και από την ποίηση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μέχρι το «Spanish Caravan» των Doors, είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου ένα πλέγμα προσδοκιών για το τοπίο και την κουλτούρα που ελάχιστα επιβεβαιώθηκαν στην πραγματικότητα. Οι προορισμοί που είχαμε σημειώσει στο Lonely Planet, η Σεβίλλη, το Γουαδαλκιβίρ, η Γρανάδα, η Μάλαγα δεν μπορεί παρά να μετέφεραν ένα συναισθηματικό φορτίο, ένα σημαινόμενο. Δεν ήταν κενό γράμμα. Όμως από τις παραλίες της Μάλαγας και της Γρανάδας δεν έβλεπες παρά τεράστιες ξενοδοχειακές μονάδες, τόσο ασφυκτικά χτισμένες η μία κοντά στην άλλη, μια τερατώδη ανοικοδόμηση, ώστε έμοιαζε σαν ένας παράταιρος τσιμεντένιος όγκος να είχε εγκατασταθεί μπροστά στην ακτογραμμή. Φαινόταν σαν ένα κακό φώτοσοπ. Κανένας σεβασμός στο περιβάλλον.
Το είδος των τουριστών που έχουν βάλει ως target group όσοι σκαρφίζονται –αν όχι αντιγράφουν- ανάλογες πολιτικές τουριστικής ανάπτυξης, είναι αυτοί που αγοράζουν τα full inclusive πακέτα και τη βγάζουν όλη μέρα μέσα στα πολυτελή ξενοδοχεία, αφήνοντας ελάχιστα κέρδη στις υπόλοιπες επιχειρήσεις της περιοχής, είναι το είδος που δεν νοιάζεται αν ο τσιμεντένιος ογκόλιθος στέκεται απειλητικά επάνω από κάθε παραλία, είναι, τελικά, ο τουρίστας που ονειρεύεται ο κάθε ιδιοκτήτης ξενοδοχείων πέντε αστέρων αλλά όχι και οι ξενοδοχοϋπάλληλοι που λιώνουν στη δουλειά, με μηδενικά εργασιακά δικαιώματα, απλήρωτες υπερωρίες, υποαμειβόμενοι, που πληρώνονται μία φορά το εξάμηνο και υφίστανται συνήθως και εργασιακό bullying. Kαι αν αυτά ακούγονται αφοριστικά, περιμένουμε κάποια έρευνα με περισσότερη φαντασία από τον Ντάγκλας Άνταμς, που θα μας αποδείξει τα αντίθετα. Ως τότε, αφήστε μας να έχουμε περισσότερη επαφή με την πραγματικότητα.

9/4/14

ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε. (Infowar) στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη στα Εξάρχεια

Πέμπτη 10 Απρίλη στις 08:30μμ

Προβολή του νέου ντοκιμαντέρ "Φασιμός Α.Ε." από το Infowar productions (Debtocracy, Catastroika), την πρώτη μέρα μετάδοσής του.

- Ομιλίες - τοποθετήσεις:
* Μαρία Νικολακάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
* Σπύρος Μαρκέτος, Eπίκουρος Καθηγητής Ιστορίας του ΑΠΘ
και
* Niemands Rose, Συγγραφέας, Blogger
Συζήτηση, παρεμβάσεις, συμφωνίες, διαφωνίες στα προαπαιτούμενα.

*Είσοδος ελεύθερη*
Διοργάνωση: Bibliotheque και Clipart Radio.gr
στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ (Στουρνάρα 11, Εξάρχεια)



30/3/14

Η Κατερίνα Μάτσα παρουσιάζει "Τα φώτα στο βάθος"


[Πλήθος κόσμου ήταν στο Λοκομοτίβα την Παρασκευή 28 Φλεβάρη στην παρουσίαση του βιβλίου της Niemands Rose Tα φώτα στο βάθος, εκδόσεις Aπόπειρα. Tην παρουσίαση έκανε η Kατερίνα Mάτσα και ακολούθησε συζήτηση με τη συγγραφέα.]

Πρόκειται για μια συλλογή 38 διηγημάτων που μιλούν, με το δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο για «αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή», όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Ρόμπερ Βάλζερ, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, μέχρι το θάνατό του, στο ψυχιατρείο.
Η συγγραφέας της συλλογής διάλεξε ως διαδικτυακή ταυτότητα και στη συνέχεια ως ψευδώνυμο το στίχο του Εβραίου ποιητή Πάουλ Τσελάν «Του κανενός το ρόδο».
«Δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό χώρο. Έχω, όμως, ταξική συνείδηση. Είμαι κόρη εργάτη, βίωσα την ανεργία του πατέρα μου στη δεκαετία ΄90, διαμόρφωσα ως έφηβη συνείδηση μέσα από τις καταλήψεις και το μαθητικό κίνημα της ίδιας περιόδου. Αυτά τα πράγματα με καθόρισαν» λέει σε μια συνέντευξή της («Δρόμος της αριστεράς» 28/12/2013).
Έχοντας λοιπόν ταξική συνείδηση διακηρύσσει θαρραλέα «Αλληλεγγύη μόνο σ’ αυτούς που μας βλέπουν από το ίδιο ύψος. Σ’ αυτούς που καταλαβαίνουν πως ο εργάτης δεν είναι κανενός περιουσία, ούτε του αφεντικού, ούτε του κόμματος». Στο διήγημα «Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό» προσδιορίζει με σαφήνεια το αξιακό της σύμπαν. «Αυτά είναι εμένα τα ιερά και τα όσια. Οι δάσκαλοί μου, οι φίλοι μου, οι άντρες που ερωτεύτηκα, οι άνθρωποί μου, οι μνήμες μου. Και η ποίηση. Που δεν τη βρίσκω μόνο στα βιβλία. Που την αναζητώ στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο».
Κεντρικό πρόσωπο σ’ όλα τα διηγήματα είναι ο άνθρωπος με τα πάθη του. Ο μοναχικός, ο τρυφερός, ο δυστυχισμένος, ο τρελός, ο ηλικιωμένος, ο καθημερινός άνθρωπος στη σχέση με τη φύση και την ιστορία, ο άνθρωπος Αντίφαση.
«Η αντίφαση στους ανθρώπους και η ανατροπή στη ζωή είναι κάτι που αναγνωρίζεις», λέει η ίδια.
Βάζοντας βαθειά το μαχαίρι της κριτικής στη σάρκα της σημερινής κοινωνίας, που βρίσκεται σε βαθειά κρίση, αποκαλύπτει τον πόθο, τη λαχτάρα της για ένα πιο δίκαιο κόσμο, έναν κόκκινο κόσμο. «Το κόκκινο χώμα. Αυτό το χώμα είναι μόνο δικό μας ποιητή. Ο κόσμος και ο έρωτας, που ’ναι κόκκινος κι αυτός. Δικός μας. Δικός μας και του κόσμου όλου». Ο κόσμος, ο έρωτας, το χώμα, ο ποιητής, όλα είναι κόκκινα και όλα ανήκουν σε όλο τον κόσμο, το όραμα της παγκόσμιας κοινοκτημοσύνης του ελευθεριακού κομμουνισμού.
Με καυστικό τρόπο στοχάζεται πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Ποια είναι η φύση του ανθρώπου, ποιος λογίζεται φίλος; «Κι έμαθα πως το ζόρικο δεν είναι δάσκαλε να πάρεις το ρίσκο ν’ αρπάξεις το φίλο από το γιακά και να τον ταρακουνήσεις πριν πέσει στο γκρεμό. Το δύσκολο είναι, δάσκαλε, να πεις τί είναι γκρεμός και τί δεν είναι». Η αδυναμία επικοινωνίας, οι αταίριαστες σχέσεις, η πικρή ζωή, η παιδοκτονία, η αυτοκτονία της μητέρας γίνονται κομμάτια ενός puzzle, της φυλακής της καθημερινής δυστυχίας της γυναίκας και μητέρας που κάποια στιγμή υπερβαίνει τα όρια της απελπισίας, και της λογικής και πέφτει στο κενό. Τα ψυχικά τραύματα, η ψύχωση, τα ψυχοφάρμακα, οι φωτισμένες βιτρίνες, οι σειρήνες του περιπολικού, η αντίσταση της «τρελής», που πήγε να κλέψει λίγη από τη λάμψη της βιτρίνας, βάζοντας στη μεγάλη τσάντα της τα ασημένια μαχαιροπήρουνα, «αφού χωρούσαν».
«Σπαρταρούσε σαν το ψάρι. Αλλά δεν ήταν ψάρι. Τύχαινε αν είναι άνθρωπος. Γύρω στα εξήντα. Οι χειροπέδες. Σαν το λουκέτο στο μαγαζί του μπαμπά. Η Ιρλανδία γιόρταζε το οικονομικό θαύμα. Και επί γης Irène («και επί γης ειρήνη»). Η Irène, η τρελή στην Ιρλανδία, που γιορτάζει το οικονομικό θαύμα. Και πίσω απ’ αυτό η οικονομική χρεοκοπία του πατέρα της Irène που σφράγισε τα παιδικά της χρόνια, το λουκέτο στο μαγαζί του, που μας προσγειώνει στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης και των αναρίθμητων λουκέτων. Πόσες Irène, άραγε, θα κυκλοφορούν στους δρόμους του μέλλοντος;
Ο άνθρωπος, έλεγε η Glady Swain, έχει το προνόμιο της τρέλας. Είναι η αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού σου στον καθρέφτη, η εικόνα που πρέπει να σέβεσαι.
Ο ψυχασθενής περπατά κοιτώντας διαρκώς κάτω, χωρίς να μιλά. Και εκείνη, η νορμάλ, υπόσχεται σεβαστικά να κοιτά κι αυτή καμιά φορά το χώμα, «παρόλη τη βιασύνη, παρόλες τις καβάντζες. Και τότε να με ρωτώ τι ώρα είναι» («Στο δρόμο»).
Ποιος καθορίζει άραγε τα όρια ανάμεσα στο νορμάλ με τις καβάντζες και το μη νορμάλ της ψυχικής αρρώστιας; Τί κάνει τους ανθρώπους να βάζουν απέναντι και να κοροϊδεύουν τον αυτιστικό; Ο Γερμανός αυτιστικός και η Μαρίτσα, που η μάνα της την πήγαινε στη Μεγαλόχαρη συναντιούνται στο ίδιο πλοίο της γραμμής, «χωρίς να βλέπουν ο ένας τον άλλο, έβλεπαν όμως και οι δυο, την ίδια στιγμή, τα χρώματα του δειλινού και δεν ακουγόταν παρά μόνο ο αχός της θάλασσας και το κρώξιμο του γλάρου» («Αυτός, αυτή, αυτισμός»).
Με χιούμορ, άλλοτε τρυφερό και άλλοτε καυστικό, μιλά για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και το χρόνο. Η υπέργηρη γιαγιά πεθαίνει στα 103, τα εγγόνια της τη θάβουν και γυρνώντας από τα νεκροταφείο ανακαλύπτουν ρολόγια μέσα στις γλάστρες της γιαγιάς. Η έρημη άκουσε τους γείτονές της που της έλεγαν «κρύβε λόγια» και κατάλαβε «κρύβε ρολόγια». Να υπονοεί, άραγε, η συγγραφέας τη δυνατότητα μιας ζωής, με το χρόνο όχι δυνάστη αλλά σαν τα λουλούδια στις γλάστρες, που ευφραίνουν τις ψυχές; («Το μυστικό της μακροζωΐας»).
Θριαμβευτικά, σχεδόν, περιγράφει το σπάσιμο των αλυσίδων της κοινωνικής συμβατικότητας. Η παντρεμένη νοσοκόμα που ερωτεύεται τον φυλακισμένο μαύρο, στον οποίο κάνει τις ενέσεις για τον σακχαρώδη διαβήτη επιλέγει να σπάσει τα δεσμά του συμβατικού γάμου της, να πάει και εκείνη στη φυλακή και μετά να πετάξουν μαζί, ελεύθεροι πια, η Μπεθ και ο Μπεμ για το Λάγος της Νιγηρίας («Είναι τα φιλιά σαν φυλακή»).
Και μετά μια άλλη φυλακή, η φυλακή του Διαδικτύου, προσομοίωση μιας πραγματικής ζωής, δημιουργεί υποκατάστατα σχέσεων, που επιχειρούν να γεμίσουν το κενό μιας μοναχικής και δυστυχισμένης ύπαρξης, της όμορφης, νυμφομανούς Ζορζέτ, τραγουδίστριας τον παλιό καιρό σε μπουζουξίδικο, που κατέληξε 108 κιλά και κλείστηκε στο σπίτι της, μόνη με το Διαδίκτυο και τους διαδικτυακούς της έρωτες («Έρωτας στο Διαδίκτυο»).
Με δέος στέκεται μπροστά στον χωρίς όρια ανθρώπινο πόνο, στην προσευχή του καρκινοπαθούς που ελπίζει στο θαύμα. «Και τότε σ’ αυτό που εσύ επισκέπτεσαι σαν έκθεμα, το μοναστήρι των ταξιαρχών, θα δεις έναν συνομήλικό σου άντρα, χωρίς μαλλιά, χωρίς φρύδια, ντυμένο κάζουαλ, έναν κανονικό άνθρωπο, έναν κανονικό καρκινοπαθή, με σφιχτά σφαλισμένα τα μάτια, γονυπετή, με σφιγμένο στα χέρια ένα τόσο δα βιβλιαράκι με προσευχές, ψαλμούς, ούτε πως τα λένε δε θα ξέρεις, να ψιθυρίζει με ακουμπισμένο στην εικόνα το κεφάλι που θέρισαν οι χημειοθεραπείες, να ψιθυρίζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του προσευχές. Και θα βγεις τρεκλίζοντας με την εικόνα του ικέτη στα μάτια σου μπροστά» («Αδιάκοπα»).
Συγκλονιστική η εικόνα συναγωνίζεται σε δύναμη την άλλη, επίσης συγκλονιστική, απεικόνιση της ζωής και του θανάτου, σε μια σύνθεση, μέσα στην καθημερινότητα, με την Ιστορία να βγάζει και εδώ τη γλώσσα. Τον πίνακα συνθέτουν ζωντανοί και νεκροί, ο ιατροδικαστής, η ομάδα των φοιτητών με τις άσπρες μπλούζες, το πτώμα της νεκρής κοπέλας και το ιστορικό περίγραμμα, το πραξικόπημα. Η κοπέλα «είχε πολλή ομορφιά μέσα της». Μήπως βρισκόταν εκεί γιατί αγωνίστηκε ενάντια στο πραξικόπημα και την σκότωσαν; Υπαινικτικός ο λόγος της. «Ο τραυματιοφορέας, όσο γινόταν το μάθημα, πείνασε. Έβγαλε το σάντουϊτς. Έπεσαν ψίχουλα πάνω στο άψυχο σώμα. Από το ανοιχτό παράθυρο όρμησε ένα σπουργιτάκι. Η ομορφιά που είχε μέσα της άρχισε να χύνεται στα φθαρμένα μωσαϊκά του νεκροτομείου. Αλλά όλοι κυνηγούσαν αλλόφρονες να διώξουν το σπουργίτι» («Κυνήγι»).
Και ύστερα, ο απολογισμός μιας άχαρης, ανούσιας, απολίτικης μικροαστικής ζωής. «Γέρασε χωρίς τις πλατείες των πολιτικών συνειδήσεων». Έμμεση αναφορά στις πλατείες των αγανακτισμένων ή μήπως προσδοκία για τις πλατείες των εξεγερμένων;
Τώρα πια η κρίση έριξε τις μάσκες και έδειξε το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων εκείνων «που η αγορά ήταν η εκδρομή τους. Και τώρα τελείωσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μίντια, τα greeklish και τα ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο, που έμοιαζε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας» («Κυριακές γκράν γκινιόλ»).
Ανατριχιαστικά ρεαλιστική η περιγραφή των αλλοτριωμένων μικροαστών, των «ζόμπι της μη ζωής», που η κρίση αποκάλυψε τη γύμνια τους.
Με σπαραγμό αναφέρεται στη δολοφονία, την «κατά λάθος» εκτέλεση του νεαρού και ταλαντούχου βραζιλιάνου στο μετρό του Λονδίνου, το 2005, στην κορύφωση της τρομοϋστερίας. Με ταξική περηφάνια ταυτίζεται με τους φτωχούς γονείς του που πετούν στα μούτρα των ιμπεριαλιστών την «επανόρθωση του λάθους τους», που γι αυτούς δε θα μπορούσε να είναι παρά μόνο χρηματική αποζημίωση. «Ο πλούτος στη Βραζιλία λογαριάζεται αλλιώς, μαλάκες» («Το λάθος»).
Η περηφάνεια των καταπιεσμένων βγάζει περιφρονητικά τη γλώσσα στους καταπιεστές και δολοφόνους τους. Ένα μάθημα αξιοπρέπειας, στο οποίο οφείλουμε να υποκλιθούμε.
Κοσμοπολίτισσα η συγγραφέας μιλά με πίκρα για την καταπίεση της ελληνίδας γυναίκας μέσα «στους 4 τοίχους με τα σεμεδάκια» («Για τη γυναίκα, το γήρας, το γαμώτο»). Έχει επισκεφθεί, έχει γνωρίσει άλλους τόπους με τη γυναίκα χειραφετημένη, να χαίρεται τη ζωής της. Και όμως, αυτή η γυναίκα, που θυσιάζεται για όλους τους άλλους, που κάποιοι την είπαν Μαίρη Παναγιωταρά, έχει τη δύναμη να ανακαλύψει την αξία της ζωής μετά τη μαστεκτομή και να νοιώθει «πολύ τυχερή, παρόλαυτά».
Ξεχύνονται από μέσα της ποτάμια τρυφερότητας για τους ανήμπορούς, τους μοναχικούς ηλικιωμένους. «Από τον ορό του γέροντα στο νοσοκομείο, που δεν περιμένει επισκεπτήριο τρέχει στάλα - στάλα η μοναξιά». Αλλά και προς τα ζώα είναι τρυφερή «για να μπορώ να χαϊδεύω τις αδέσποτες γάτες χωρίς να φοβάμαι το τοξόπλασμα» («Αγάπη, ρέ»).
Μιλά επίσης με νοσταλγία για τις Κυριακές της αθωότητας, τις Κυριακές τις παλιάς εποχής, με τους χορούς, το γιορτινό τραπέζι, την κοινή συμμετοχή, τη συλλογικότητα, που σε κάνει άνθρωπο και σου δίνει τη δύναμη να αντέχεις τα δύσκολα.
Την ποίηση αναζητά η συγγραφέας «στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο», όπως λέει. Και τη βρίσκει σε ένα δώρο, φαινομενικά άχρηστο, αφού φτάνει σπασμένο στον προορισμό του, σύμβολο όμως της τελευταίας ελπίδας μιας μάνας.
Ο γιατρός, που νοσήλευε το παιδί με τον αυτοκτονικό ιδεασμό, είναι τώρα σύμβουλος σε Υπουργείο. Η μάνα του παιδιού του στέλνει κάθε χρόνο δώρα γυαλικά που σπάζουν μέχρι να φτάσουν στα χέρια του από το ταχυδρομείο. Τα παραλαμβάνει η γραμματέας του, που δεν την αποκαλεί καν με το όνομά της. Εκείνος άψυχος άνθρωπος τα πετά ενοχλημένος στα σκουπίδια. Κάποτε όμως καταλαβαίνει ότι αυτή η μάνα μ’ αυτό τον τρόπο του στέλνει μήνυμα ότι το παιδί της είναι εύθραυστο και θα μπορούσε, αν εκείνος δεν το πρόσεχε να γίνει θρύψαλα. «Όταν το κατάλαβε έπιασε τα σπασμένα γυαλιά με τα χέρια του και μάτωσε. Τότε γινόταν άνθρωπος. Γέμιζε ψυχή» («Τα δώρα που σπάνε»).
Η μαύρη σημαία της κατάληψης και το μωβ του ουρανού και του αίματος, είναι διαχρονικά σύμβολα της εξεγερσιακής παρουσίας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, που αποζητά όμως και μια άλλη, πιο αρμονική, σχέση με τη φύση. «Αλλά να μυρίζει θυμάρι» («Χρώματα και αρώματα»).
Αλλού, η εξεγερσιακή δράση παίρνει μορφή χάπενινγκ, όπως εκεί που 70 άτομα ορμούν σε μια παραλία και κολλούν στο στόμα των λουόμενων μονωτικές ταινίες. «Ενός λεπτού συναισθήματος σιγή. Η σιωπή υποκλίνεται στην ομορφιά του κόσμου» («Ενός λεπτού σιγή»).
Αλλού, πάλι, οι νεαροί αντιεξουσιαστές απαλλοτριώνουν από τα ράφια του supermarket τα τρόφιμα που  τα μοιράζουν στον κόσμο και τελικά γεύεται ακόμα και ο συντηρητικός και φοβισμένος κυρ Μενέλαος. Η οικονομική κρίση έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών, κάνοντας ακούσια συμμέτοχους σε μια ανατρεπτική πράξη ακόμα και τους παππούδες («Ρομπέν των αγορών»).
Το νυστέρι της κριτικής μπαίνει βαθειά στο σώμα της σημερινής κοινωνίας, που καταρρέει και καταθλίβεται. "Και λες οι οικονομικοί δείχτες κάποτε θα ευπρεπιστούν, αλλά ο κουρνιαχτός από τη σύνθλιψη και την κατάθλιψη θα έχει επικαθίσει στις αυλές και στις καρδιές μας" («Μπέλ Επόκ της Κυριακής»).
Και το πιο απεχθές προϊόν της σήψης του συστήματος, η Χ.Α., που οι φουσκωτοί τους σκοτώνουν κατά παραγγελία της συζύγου τον άπιστο, πρωταθλητή σύζυγο, αφού του φορέσουν στο κεφάλι μια πλαστική σακούλα. «Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μας παρέδωσαν τα υπάρχοντά του σε μια άλλη πλαστική σακούλα» («Πλαστική σακούλα»).
Και στον αντίποδα η κοινωνική εξέγερση των απόκληρων. Με μια εκπληκτική παραβολή αναφέρεται στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, τη στάση των καθωσπρέπει, των μίντια, των αρχών, αλλά και των διανοούμενων του συστήματος, για την ήσυχη πόλη, το Τάφερε, με τους πλούσιους που ζούσαν ψηλά και τους χαμηλόμισθους και τους χαμηλοσυνταξιούχους, τις χαμηλοκώλες, τους άπορους, τους άστεγους, τους άτυχους, τους μετανάστες, τα πρεζόνια, τις πόρνες, τους πολύτεκνους και τους καταληψίες ενός ραμολιμέντου κτιρίου, που ζούσαν όλοι αυτοί στα χαμηλά.
Και τότε, εκείνα τα Χριστούγεννα, που η Εκκλησία με τις Φιρανθρωπίνες της έκανε τον φιλανθρωπικό της αγώνα για τους αθλίους του Τάφερε έγινε «της κολάσεως». «Πήραν να ξεχύνονται στους δρόμους μέσα από τις παράγκες, τα χαμόσπιτα και την κατάληψη λαοί με χίλια χρώματα, άλλοι κίτρινοι από ίκτερο και ηπατίτιδα, άλλοι μπλε από το κρύο και τις μπουνιές, άλλοι κόκκινοι από το μεθύσι, αρρωστημένα λιπόσαρκοι, αρρωστημένα παχείς, κουτσοί, ανάπηροι, με ρούχα παλιοκαιρισμένα και γιασεμιά στο πέτο. Στα δυό τους πόδια τα τυλιγμένα με κιρσούς – κισσούς, με πιτυρίδα και λίγδα στα μαλλιά, με ξύλα, καδρόνια, πέτρες και βαριοπούλες στα χέρια και με τα γιασεμιά… Κι έπειτα δίποδοι και τετράποδοι έκαναν το πιο ωραίο πλιάτσικο στην πόλη του Τάφερε, λίγο πριν τα σώματα των νόμιμων οπλοφόρων πνίξουν στο αίμα την παραγκούπολη». Και οι συγγραφείς; «Άνοιξε η γη και τους κατάπιε» (“Oh, Christmas free”). Σαφής αναφορά και ευθεία βολή στους διανοούμενους που υπηρετούν πιστά την κυρίαρχη εξουσία, τηρώντας τη σιωπή των αμνών.
Η συγγραφέας διεκδικεί με όλες τις αισθήσεις της και με το στοχασμό της, «με λογισμό και μ’ όνειρο» τη Ζωή και το μέλλον. Και καταγράφει διαλεκτικά το όλον σα μια στιγμή, μια στιγμή ομορφιάς του κόσμου. «Όλα μαζί λογαριάζονται ως τη μία, ενιαία και αδιαίρετη ομορφιά του κόσμου». Κόντρα στη θέληση αυτών που με λόγια γεμάτα μίσος κηρύττουν τον πόλεμο, το ρατσιστικό, τον ιμπεριαλιστικό, τον φονικό πόλεμο.
Αλλά τα φώτα εκεί στο βάθος του ορίζοντα υπάρχουν. Και πρέπει να φαίνονται. «Ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί πρέπει οπωσδήποτε να φαίνονται. Γιατί πρέπει το παιδί μου να τα βλέπει. Και τα φωτάκια της Λιβύης και του κόσμου όλου. Για να ’ναι ο κόσμος, ο άνθρωπος και η Ιστορία ένα, ενιαίο και αδιαίρετο» («Τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα»).
Το όραμα της συναδέλφωσης όλων των λαών, το όραμα της πανανθρώπινης ευτυχίας, χωρίς τους πολέμους και τους ταξικούς και γεωγραφικούς διαχωρισμούς, χωρίς το ρατσισμό και το μίσος, το φως της ελπίδας μπροστά στα μάτια τα δικά μας και των παιδιών μας, μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου. Γιατί, όπως έλεγε ο Λ. Τρότσκι στην Διαθήκη του "η ζωή είναι όμορφη. Ας την καθαρίσουν οι αυριανές γενιές από κάθε ασκήμια, κάθε καταπίεση και βία και ας τη χαρούν στην πληρότητά της". 

28/02/2014 


Νέα Προοπτική, 07.03.2014

22/3/14

Tο δελτίο Τύπου της Λέσχης των Ματαιόδοξων Ματαιωμένων

Γνώρισα μια φορά έναν ποιητή, τοπικό παράγοντα μιας πένθιμης επαρχίας, φουλ του πασοκ, σαν ποντίκι χωνόταν σε συλλόγους, επιτροπές, ενώσεις παραενώσεις, έσπρωχνε και το έργο του, τον έμαθε ο κόσμος, ήταν ευχαριστημένος στο βασίλειό του. Είχε την ποίηση όπως οι κάγκουρες το ακριβό γιωταχί. Καβαλούσε το βιβλίο του και περνούσε σπινιάροντας και σε ξεκούφαινε με πειραγμένη εξάτμιση και μουσικές διαπασών.
Γνώρισα μια φορά έναν ποιητή κάπου στους πρόποδες ενός βουνού. Όταν μου τον σύστησαν με το όνομά του, αλλά χωρίς την ιδιότητα, είδα μόνο έναν γέρο βοσκό πολύ εγκάρδιο• μετά έμαθα πως ήταν αυτός που είχε γράψει τον στίχο που άκουγα μελοποιημένο, έφηβη κι ευσυγκίνητη, και δάκρυζα. Είχε την ποίηση μαζί του. Σαν κτήμα του και σαν κάτι φυσικό. Σαν προβατίνα που αν δεν της άρμεγε τα μαστάρια, θα υπέφερε. Και χάριζε τους στίχους του βρασμένο γάλα με λίγη κανέλα και μέλι.
Γνώρισα μια φορά έναν ποιητή με γαμψή μύτη και κακό βλέμμα, όμως αφού συστηνόταν ευθαρσώς ποιητής ενεργοποίησα τους μύθους του ιδιότροπου καλλιτέχνη και τον δέχτηκα όπως είναι. Λίγο μετά είδα πως άρχισε να διαδίδει μυστικά των φίλων του, να κάνει χολερικά σχόλια για άλλους, να λέει ψέμματα, να αφιονίζεται όταν υποψιαζόταν πως δεν τον θαύμαζες φανατικά, ξετυλίγοντας έτσι την μικροψυχία του.
Έτρεξα να κρυφτώ. Ούτε που με αφορούσε η τέχνη μιας τέτοιας σιχαμένης προσωπικότητας. Κυνηγούσε την ποίηση κι αυτή τον απεχθανόταν. Πέθανε μια μέρα καθώς πάσχιζε να σκαρφαλώσει στα ψηλά ράφια και να κλέψει λίγους στίχους από κάποιον ομότεχνό του. Λένε πως βρέθηκε καταπλακωμένος από τη βιβλιοθήκη του. Αλλά αυτό δεν ήταν παρά το δελτίο Τύπου της Λέσχης των Ματαιόδοξων Ματαιωμένων.

15/3/14

Οι αφανείς συσχετισμοί και η φανερή μεροληψία

Το καλοκαίρι πριν μετακομίσω στο Λονδίνο, πριν δεκατρία χρόνια, η φίλη μου η Σοφία, σοφά μου συνέστησε να διαβάσω το Τι Ωραίο Πλιάτσικο του Τζόναθαν Κόου και το Αλλάζοντας θέσεις του Ντέιβιντ Λοτζ. Τους αγάπησα και τους δύο, αλλά όχι εξίσου. Γι’ αυτό διάβασα ακόμα πέντε βιβλία του πρώτου και μόνο δύο επιπλέον, του δεύτερου.
Και τα δύο βιβλία διαδραματίζονται στην Μεγάλη Βρετανία. Το Τι ωραίο Πλιάτσικο, με μαεστρία αστυνομικού μυθιστορήματος και πολιτικού θρίλερ καταφέρνει να ξεδιπλώσει με τρόπο που κόβει την ανάσα τη διαπλοκή της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελίτ μίας χώρας που στο φαντασιακό των ημεδαπών «μεταρρυθμιστών» αποτελεί την –ευρωπαϊκή- Μέκκα της διαφάνειας, του ελεύθερου εμπορίου και της εύρυθμης λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Το πρότυπο του ανεπτυγμένου κόσμου στη γηραιά ήπειρο η γηραιά αλβιόνα… Στο φαντασιακό πάντα. Μισό μυθιστόρημα να έχεις διαβάσει, αντιλαμβάνεσαι πως η διαπλοκή αποτελεί συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού. Το «Αλλάζοντας θέσεις», που εκτυλίσσεται στον χώρο βρετανικής (και εν μέρει αμερικανικής) ακαδημαϊκής κοινότητας, συμπτωματικά επίσης καταδεικνύει –ανάμεσα στα άλλα- μία άβολη αλήθεια, που επικρατεί σε κάθε κοινότητα, τις συμφωνίες που καθορίζονται κάτω από το τραπέζι και επιβάλλονται δημόσια με την επίκληση εντελώς άσχετων με τους πραγματικούς λόγους.
Ήδη από την εμπειρία μου στο Λονδίνο, τρέφω, όπως κάθε μη παραπλανημένος, σχεδόν μηδενικές αυταπάτες για τις περίφημες έννοιες «αξιοκρατία» και «διαφάνεια» που διατυμπανίζονται από τους ίδιους που συνήθως καταργούν με ευκολία και ύπουλα τους όρους του fair play που διαλαλούν. Πλέον όμως, έχοντας επαναπατριστεί και μάλιστα ως κάτοικος Αθηνών, μόνο να καγχάζω μπορώ παρακολουθώντας από κοντά πια το θέατρο σκιών που έχει στηθεί με τους αφανείς συσχετισμούς και τις άρρητες συμφωνίες που επηρεάζουν καταλυτικά τις δημόσιες θέσεις.
Είναι γκόμενος της συνάδελφου του θείου του αφεντικού. Άρα είναι δικός μας. Άρα μη γράψεις κάτι αρνητικό. Είναι χρηματοδότης της εκδήλωσης του ξαδέλφου του προϊσταμένου. Άρα μη γράψεις κάτι αρνητικό. Είναι στην επιτροπή που διαχειρίζεται το κατιτίς. Άρα μη γράψεις κάτι αρνητικό. Όπου αρνητικό λογίζεται ακόμα και η καλοπροαίρετη κριτική. Πας μη διθύραμβος, αρνητικόν εστί.
Μόνο που τελικά, είμαστε πολύ μικρό χωριό, παιδάκια. Πολύ μικρό, και οι ζωούλες μας, η ιδιωτικότητά μας είναι διάτρητη. Είναι μια σταλίτσα και το Κολωνάκι. Πού να κρυφτείς δηλαδή να μη δουν πως συνεστιάζεις με τον παράγοντα για τον οποίο θα αναγκαστείς να εκφραστείς με εγκωμιαστικά λογάκια, όταν παραστεί η ανάγκη. Μην κοροϊδευόμαστε τουλάχιστον υποδυόμενοι τους αντικειμενικούς δημοσιολογούντες. Η αντικειμενικότητα και η ευθυκρισία έχουν ένα κόστος που από ό,τι φαίνεται ελάχιστοι μπορούν να αντέξουν.


8/3/14

Γυμνή απέναντι στο άπειρο

Λένε πως στα μαιευτήρια τα ρολόγια δε λειτουργούν. Λένε πως όταν τελειώσουν κάποτε οι μπαταρίες κανείς δεν κάνει τον κόπο να τις αντικαταστήσει. Λένε πως αυτό συμβαίνει για να μην βλέπει η γυναίκα τον χρόνο πόσο βασανιστικά αργά κυλάει όσο εκείνη σπαράσσεται φέρνοντας στον κόσμο έναν άνθρωπο.
Λένε πως κάπου στα νότια παράλια της Κρήτης τα χελιδόνια δεν αποδημούν πια κατά τη χειμερινή περίοδο. Λένε πως οι χελιδονομαμάδες γεννούν και εκκολάπτουν τα αυγά τους εκεί στον Λέντα, και δε μεταναστεύουν πια. Λένε πως ο Λέντας ήταν καταφύγιο των χίπις όταν εκδιώχθηκαν από εκκλησιαστικούς κύκλους των Ματάλων. Και λένε πως στην διπλανή ερημική παραλία, στο Δυσικό, οι γυναίκες και οι άντρες περιφέρονται γυμνοί σα νεογέννητα. Σαν αποδημητικά πουλιά που φώλιασαν σε μια στιγμή για πάντα.
Λέω πως τα ρολόγια δε λειτουργούν τις ώρες που μια γυναίκα λιάζει γυμνό το κορμί της κάτω από τον ήλιο και τον χρόνο. Λέει «Πόσην ώρα μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα νά 'ρχεται και να φεύγει, χωρίς να θυμηθεί, όπως καθένας σε μια θαλασσινή ρέμβη, ότι η ζωή, όπως σε όλους, του είχε δοθεί έτσι, τυχαία, συμπτωματικά, άπαξ και δια παντός και για κανέναν γνωστό -ή γνώσιμο- λόγο;» Το λέει ο Φίλιπ Ροθ στον «Καθένα». Την ίδια ώρα λέει σε ρυθμό ρέγκε «No woman, no cry» και λέει σε ρετρό «Αγάπησα μια γυναίκα ευνούχο με ψηλό τακούνι και πέτσινο ρούχο» και λέει σε αιώνιο ροκ «Γυναίκα, γίνε η ανασταλτική αιτία γιατί τελειώσανε τα αστεία».
Και λέει ακόμα σε μια συνέντευξή της που παίζει σε λούπα χρόνια στα αυτιά μου «οι άντρες έχουν το προνόμιο να γκομενιάζουν ως τα γεροντάματά τους γιατί στερούνται το θείο δώρο της μητρότητας», λέει η Λιλή Ζωγράφου, που κυκλοφορούσε με παντελόνι και κάπνιζε στους επαρχιακούς δρόμους της Κρήτης για να προκαλεί το κοινό αίσθημα. Και λέει σε μια συνέντευξή της , που παίζει στο repeat στο κεφάλι μου, πως όταν καταλάβαιναν κι οι δυο πως πέθαινε, τον ρώτησε «Πέρασες καλά μαζί μου, Πλάτωνα;» Κι αυτός της απάντησε «Και το ρωτάς, βρε Διδώ μου;» Και λέει η Διδώ Σωτηρίου, πως όταν κληρονόμησε την περιουσία των θείων της που την είχαν υιοθετήσει, γιατί οι πρόσφυγες γονείς της δε μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με τόσα στόματα –έτσι μιλούσαν τότε- τη δώρισε, δε θυμάμαι πού, αλλά τη δώρισε κάπου, ίσως στο Κόμμα, γιατί δε συμβιβαζόταν στη συνείδησή της και αστικές πολυτέλειες και κομμουνιστική δράση.
Και λέει «Δίπλα ήταν μια μαιευτική κλινική, κι όταν λέγανε [οι περίοικοι] ακούμε φωνές λέγανε [οι βασανιστές] γεννάνε οι γυναίκες δίπλα», το λέει η Κίττυ Αρσένη. Λέει «Καλά δε ντρεπόσαστε; Εγώ μια γυναίκα και κρατάω, εσείς θα σπάσετε; Δεν το έλεγα για να κρατήσουν οι άλλοι, το έλεγα για να εκτεθώ εγώ και να μη μιλήσω», το λέει η Νατάσα Μερτίκα. Το λένε για τα βασανιστήρια στην οδό Μπουμπουλίνας, το λένε στα Κορίτσια της βροχής στο ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου.

Και λέει πως δεν είμαστε εμείς το ασθενές φύλο αλλά δεν είμαστε και το ισχυρό. Και λέει το φύλλο συκής το αποξήρανα και το έβαλα στο φυτολόγιο στην τετάρτη δημοτικού στο "εμείς κι ο κόσμος". Και λέει το φύλο το κλωτσούσα στις μπάλες ποδοσφαίρου που παίζαμε με τα αγόρια στους χωματόδρομους. Και λέει πως ο γιος μου θα παίξει συνολικά λιγότερη μπάλα στους δρόμους, γιατί οι δρόμοι γέμισαν αν-αν, τα αυτοκινητάκια είναι αν- αν. Κι άντε να πάρεις σοβαρά τους άνδρες πια, όταν τους έχει γεννήσει.
Και λέει πως άνθρωπος γεννιέσαι, άνθρωπος γίνεσαι, άνθρωπος πεθαίνεις. Και λέει τι μεγαλοστομίες είναι αυτές. Και τα λέει και τα πιστεύει. Και λέει πως όλα τα άλλα είναι ενδοκρινολογική αργκό και κοινωνικό κουστούμι. Και λέει συνήθως σε στενεύουν και τα δύο, συνήθως σου είναι ξένα, συνήθως διαμαρτύρεσαι, ποιος μου φόρεσε αυτήν εδώ τη νόρμα, ποιος με κατηγορεί πως περιμένω περίοδο, ποιος με απαξιώνει που μπαίνω στην κλιμακτήριο, ποιος καριόλης να του τρίψω τον πλακούντα μου στα μούτρα. Και έμαθε να παίζει σκληρό ποδόσφαιρο και να μιλάει τη γλώσσα τους και της λένε ρε φίλε, και να γελάνε με αυτά που λέει, αλλά τη θέλουν κιόλας, και έχει καθηλωθεί στο βάθρο της κι αυτή, και φίλη και ερωμένη και μάνα, και περιμένει το γήρας να εκπέσει, να πέσει σαν κίτρινο φύλλο, σαν άφυλο φύλο, σαν εξαναγκασμένο φύλο, να δει πώς είναι να είσαι γυμνή απέναντι στο άπειρο.
Και μετά παίρνει στα χέρια έναν άντρα ούτε δυο χρονών τον περιστρέφει πάνω από το κεφάλι της, γύρω- γύρω, γύρω-γύρω, του λέει, και περιστρέφεται όπως η Γη γύρω από τον άξονά της, ξεκαρδίζονται στα γέλια, και πέφτουν οι απαντήσεις σε φωτεινές τροχιές αστεριών από το ταβάνι όπου έχει ανατείλει το χαμογελαστό του πρόσωπο, το δικό της ουράνιο σώμα, ένα ουράνιο σώμα που γεννήθηκε από το δικό της σώμα. Και κάπως όλα απαντιούνται, κάπως σωπαίνει. Και δε λέει πια τίποτα. 


24/2/14

Η Κατερίνα Μάτσα παρουσιάζει "Τα φώτα στο βάθος" στη Locomotiva

Η συγγραφέας, ψυχίατρος και επιστημονικά υπεύθυνη του "18 ΑΝΩ", 
κ. Κατερίνα Μάτσα, 
παρουσιάζει "Τα φώτα στο βάθος"
 αυτή την Παρασκευή 28 Φλεβάρη στις 7μμ 
στο βιβλιοκαφέ- μπαρ Λοκομοτίβα (Σολωμού και Μποτάση 7, Εξάρχεια).





23/2/14

«Σκασμός λοιπόν, μιλάει ο Υπουργός!»

Στις 20 Φλεβάρη, ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Πάνος Παναγιωτόπουλος ως πρώτος εισηγητής του του συνεδρίου «Χρηματοδοτώντας τη δημιουργικότητα» που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, με τον παροιμιώδη στόμφο του αναπτύσσει από το βήμα το επιχείρημα ότι οφείλουμε να γίνουμε ανταγωνιστικοί όπως την οικονομία της Κίνας, καθώς το κόστος εργασίας στη Γηραιά Ήπειρο είναι εξαιρετικά υψηλό.  Ας γελάσω…
Στη φράση μάλιστα «να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδικασίες παραγωγής, που να έχουν τον χαρακτήρα της ανταγωνιστικότητας» που εκφράζεται από τα υπουργικά χείλη, και δη στο άκουσμα «της ανταγωνιστικότητας», του όρου τοτέμ της αγοράς, το γκονγκ της σάτιρας ηχεί και ένα βαθύ, πομπώδες, καγχαστικό ανδρικό γέλιο δίνει το παράγγελμα ώστε το ακροατήριο να ξεσπάσει σε επευφημίες, χάχανα και χειροκροτήματα.
Όμως ο ομιλητής υψώνει αμέσως τον τόνο της φωνής του, ακούγεται ακόμα πιο στομφώδης κι από το επιτηδευμένο γέλιο που έδωσε το έναυσμα πριν, σαν ένα ντουέτο που υποδύεται τον ίδιο χαρακτήρα: έναν αλαζόνα εξουσιαστή που εκφωνεί μία ομιλία με περίσσιο κομπασμό και οίηση, με φανερή περιφρόνηση για τη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα, περιχαρακωμένος στην ατσαλάκωτη πραγματικότητα της ελίτ που εκπροσωπεί.
Ο ένας όμως είναι ηθοποιός, είναι ένας από τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην Κίνηση Μαβίλη, και ο άλλος είναι Υπουργός Πολιτισμού, ένας από αυτούς που συμμετέχουν στην ολέθρια μνημονιακή συγκυβέρνηση. Ο ηθοποιός μιμείται εκπληκτικά τον εξεζητημένο τόνο της ρητορείας του υπουργού, και ο υπουργός σαν συντονισμένος στην πρόκληση του ηθοποιού που καγχάζει με χάχανο βαρύτονο, συνεχίζει την ομιλία του με περισσότερη ζέση και έπαρση, στον ίδιο τόνο, επικυρώνοντας πλήρως την μίμηση. Είναι δηλαδή σαν ο υπουργός να υποδύεται με υπερβάλλοντα ζήλο τον ρόλο του σολάροντας τη μνημονιακή παρλάτα ενώ ένα εσωτερικό σαρδόνιο γέλιο τον υπονομεύει. Μια μεγαλειώδης αντίφαση και συμπλευση σε ένα απροσδόκητο κι απολαυστικό ντουέτο.
Η παρέμβαση της Κίνησης Μαβίλης ήταν ίσως η πιο πρωτότυπη, ευφάνταστη και εύστοχη ακτιβιστική δράση του τελευταίου καιρού, η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, αποσιωπήθηκε από τα συμβατικά ΜΜΕ. Χαρακτηρίστηκε ως καζούρα, ρεζίλεμα, γιουχάισμα, φιάσκο κ.λ.π. Νομίζω κανένας από τους χαρακτηρισμούς δεν μπόρεσε να εμπεριέξει το ευθύβολο όπλο της σάτιρας με το καίριο πολιτικό μήνυμα σε μια άρτια κωμική περφόρμανς αυτοσχεδιασμού.
Το δεκάλεπτο κλιπάκι που προέκυψε από την καλλιτεχνική –περί αυτού πρόκειται- παρέμβαση της Κίνησης Μαβίλη, προσφέρει πολλαπλά νήματα. Από τον αποτροπιασμό του Παναγιωτόπουλου για τον συνδικαλισμό συνολικά, κι από την ασφαλίτικη στάση του στο κοινό («σας βλέπω κύριε»), μέχρι την αυθαίρετη μομφή του στα κόμματα της Αριστεράς ως υποτίθεται σκιώδεις διοργανωτές της αναπάντεχης φαρσοκωμωδίας στην οποία, είπαμε, συμπρωταγωνίστησε με επιτυχία, πρόσφερε πλούσιο υλικό ο Υπουργός για αρθρογραφία. Γράφτηκαν ήδη αρκετά για το θέμα αν και αξίζει να πάρει κι άλλη δημοσιότητα.
Όμως εδώ το ζητούμενο είναι να συμμετέχουμε στο γέλιο. Η διακωμώδηση είναι σοβαρή πράξη αντίστασης. Η ειρωνεία είναι σοβαρή βολή κατά της καθεστηκύιας τάξης πραγμάτων. Γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στο δοκίμιο «Τα γελαστά ζώα» (εκδόσεις Καστανιώτης) πως «άνθρωπος που δεν «χαρίζει γέλιο, που δεν επιτρέπει στη μουτσούνα του να σπάσει κατ’ ελάχιστο, κρατάει πολεμική απόσταση». Και η υπουργική μουτσούνα δεν φάνηκε καθόλου να το διασκεδάζει, όπως ήταν αναμενόμενο, και το τονίζει ο Παπαγιώργης ως σύνηθες: Το θύμα της φάρσας, αυτός που γίνεται αντικείμενο της χλεύης, δε συμμετέχει στο γέλιο της πλατείας. Όμως εδώ δε μας ενδιαφέρει να κάνουμε κοινωνό του γέλιου μας τον υπουργό-πολέμαρχο. Αυτό που έχει σημασία, για να κουοτάρω πάλι τον συγγραφέα, είναι πως «η γενική θυμηδία ταυτίζεται με προεξοφλημένη ομοψυχία». Κι αυτή την ομοψυχία του γέλιου νομίζω κάπου την έχουμε χάσει. Να μην τη χάσουμε. Γιατί ο λόγος του ποιητή –που του έχουμε αλλάξει τα φώτα τελευταία, αλλά στοιχηματίζω πως θα μειδιούσε στις κωμικές παραφράσεις των στίχων του- επανέρχεται δραματικά επίκαιρος:
«Σκασμός ,σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Τα γάντια χειροκροτούν,
οι φαντάροι παρουσιάζουν όπλα,
οι τράπεζες χωνεύουν τη λεία τους,
δυο αστυνόμοι τρέχουν.
Ποιος είναι;
Τίποτα, τίποτα.
Ποιος είναι;
Ένας άνεργος λιποθύμησε. Τίποτα.
Μπορεί και να πέθανε. Τίποτα.
Σκασμός! Σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!»
Τάσος Λειβαδίτης
Όχι, δε θα μας κόψετε και το γέλιο. Θα σας περιγελάσουμε όπου σας πετύχουμε. Είναι το ύστατο όπλο. Γιατί, είπαμε, «ένα γέλιο θα σας θάψει».

19/2/14

"δε μας ένιωσε, καρδιά μου, δε μας ένιωσε"



Ο ένας ήταν ντυμένος γυναίκα με ψεύτικα βυζιά, που φρόντιζε να επιδεικνύει πρόστυχα, μέχρι και την εξόφθαλμη πλαστική ρώγα μέσα από το ντεκολτέ. Τσιτσιολίνα επιρροή. Φορούσε μια περούκα με μαύρο κορακί μαλλί και γόβες με ψηλό τακούνι. Μακιγιάζ εξτραβαγκάντζα. Φρόντιζε να κάνει αισθησιακούς μορφασμούς, έβγαζε τη γλώσσα και την περιέφερε χαϊδεύοντας τα σαρκώδη χείλη του, την πίεζε εσωτερικά στο μάγουλο για τον προφανή σεξουαλικό συνειρμό. Μέχρι και ελιά στο μάγουλο είχε ζωγραφίσει για να παραστήσει τη φαμ φατάλ. Σαν πόρνη με σινιέ φουστάνι. Σειόταν και λυγιόταν στα τσιφτετέλια σαν μαούνα σε φουρτούνα. Βιτάλη, Αλεξίου, Στανίση, Λίτσα Διαμάντη, Ρίτα Σακελλαρίου, Πίτσα Παπαδοπούλου, Αντύπας, Κοντολάζος, Άντζελα Δημητρίου. Όλο το λαϊκοπόπ ρεπερτόριο της δεκαετίας του '80 σε κασέτες TDK στο στερεοφωνικό. Του έφτανα κάπου στη μέση. Δεν ήταν γίγαντας, εγώ ήμουν το μικρό ανιψάκι του, που για την περίσταση ήμουν ντυμένη Χαβανέζα: μαύρο κορμάκι, ψάθινη φούστα, πλαστικά λουλούδια σε περιδέραιο και σε στεφάνι στα μαλλιά. Τον κοιτούσα με δέος, πώς μεταφορθώθηκε έτσι, γιατί φερόταν τόσο παλαβά. Και γελούσα με τα φερσίματά του. Ήταν αναπόσπαστο μέρος ενός έξαφνου θίασου. Ο πατέρας μου ήταν ντυμένος παπάς, έκανε κι αυτός κάτι πρόστυχες χειρονομίες ευλογώντας τάχα. Η μάνα μου δε θυμάμαι, κάτι έξαλλο θα ήταν κι αυτή. Αλλά οι περισσότεροι άντρες της παρέας ήταν μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες.



Ο άλλος ήταν επίσης ντυμένος γυναίκα. Φορούσε ένα φόρεμά μου μαύρο, μάλλον αμπιγιέ, που είχα για γάμους και βαφτίσεις, δαντελένια γάντια κι ένα τουρμπάνι στα μαλλιά, ελλείψει περούκας, σαν καλλονή ελευθερίων ηθών της δεκαετίας του ΄20. Παχύ μολύβι στα μάτια και μικρά σφιγμένα χείλη, πολύ θεατράλε. Επιρροή βωβός κινηματογράφος. Του έφτανα κάπου στη μύτη. Δεν ήταν ψηλός, αλλά εγώ ψηλό τον έβλεπα πάντα γιατί τον θαύμαζα και τον αγαπούσα αυτόν τον φίλο μου. Ήταν μονίμως μασκαρεμένος ψηλός δηλαδή. Εγώ είχα ντυθεί πειρατής, τζιν με τα μπατζάκια μέσα σε μαύρες μπότες, άσπρο πουκάμισο δεμένο κόμπο στη μέση -κάποια θηλυκότητα έπρεπε να διατηρηθεί- και το κόκκινο λαχουρέ μαντήλι κάλυπτε τα μαλλιά μου. Είχα ραμμένο ένα λούτρινο παπαγαλάκι στον ώμο, η πιο ευφάνταστη πινελιά στην αυτοσχέδια αποκριάτικη αμφίεση. Χορέψαμε ό,τι έπαιζε από το itunes στο λάπτοπ, δηλαδή από ρέγκε και λάτιν μέχρι ρεμπέτικα και παλιά λαϊκά. Και ήπιαμε ό,τι επίνετο. Και καπνίσαμε ό,τι εκαπνίζετο. Και το βράδυ, πού να τρέχεις με τo night bus στην άλλη άκρη του Λονδίνου, την πέσαμε όσοι χωρέσαμε στα πατώματα -με τις μοκέτες ευτυχώς- και σκεπαστήκαμε με τα μπουφάν μας. Κι εγώ, ξέρεις, που με πειράζει το ποτό και ο καπνός -έχω έναν οργανισμό πολύ καθωσπρέπει που με εκδικείται την επομένη της κραιπάλης με ημικρανίες κι εμετούς- εκείνο το πρωί ξύπνησα κι αισθανόμουν σαν πουλάκι, ανάλαφρη, κεφάτη με ευεξία που θα ζήλευε και η τελευταία μαντάμ στα spa και στα τάι- μασάζ. Γιατί είχα περάσει τέλεια.



Ανάμεσα στα παραδέκα του αποκριάτικου γλεντιού των μεγάλων και στα παρά τριάντα του masquerade party, των δικών μου μεγάλων, μεσολάβησαν απόκριες και απόκριες, αξέχαστες, σχεδόν διονυσιακές. Που σχεδόν τις κυνηγούσα ίσως γιατί σ’ αυτή τη γιορτή έβρισκε διέξοδο όλη μου η τρολιά, που αναγκάζομαι να καταπιέζω παριστανοντας -με επιτυχία θα έλεγα- την σοβαρή τον υπόλοιπο χρόνο ώστε να υποδυθώ τους άλλους ρόλους που απαιτούνται. Και ντύθηκα κρητίκαρος, γρια, πουτάνα, κουρσάρος ως σχεδόν μεγάλη πια, στο γυμνάσιο, στο λύκειο, στα φοιτητικά χρόνια. Και ντύθηκα χαβανέζα, σέξυ κλόουν -έτσι την έλεγαν τη στολή-, κοκκινοσκουφίτσα, και κυρία των τιμών -έτσι λέγανε τη στολή, λέμε. Αλλά ποτέ πριγκίπισσα. Σιχαινόμουν από παιδί το ροζ, μάλλον γιατί είχα μια φυσική έφεση στη μπάλα, στη δράση και στη διαολιά. Κι αν δεν υπήρχαν αυτά, τότε διάβασμα με πάθος. Αλλά πριγκίπισσα ποτέ. Μπλιαχ δηλαδή. Γι' αυτό μη σου κακοφαίνεται που δυσκολεύομαι να έχω ομαλές σχέσεις με τις πριγκίπισσες τριγύρω. Μου είναι ανυπόφορες.



Αλλά πιο αφόρητοι είναι πια οι άνδρες που φορούν αυτή τη στολή τη μάτσο, την μπρουτάλ, που όταν τη φοράς όλο τον χρόνο, ως και στον ύπνο σου, πασχίζοντας όμως να μένει ατσαλάκωτη, κάποια στιγμή μποχίζει, βρωμάει μασχαλίλα, ποδαρίλα, ζέχνει η πουτάνα η τεστοστερόνη, δεν αντέχεται τόση αρρενωπότητα, είναι άκαμπτος ο ανδρισμός, στην τσίτα σ’ έχει, είναι σκληρός σαν πέος και αντιμάχεται το μαλακό,τον κόλπο, πολύ μάτσο, βρε παιδί μου, σιγά μη σκίσετε κανένα καλσόν, σιγά μην πέσετε από τις γόβες στιλέτο, σιγά, γιατί τα στιλέτα είναι όρθια, καρφωμένα στο δάπεδο, σιγά. Σιγανά και ταπεινά, βρε μαλάκες.



Παρενδυτικοί. Walk into my shoes, λένε οι αγγλοσάξονες για να σου πούνε νιώσε με ρε, μπες λίγο στη θέση μου, έλα περπάτα με τα παπούτσια μου να δω κατά πού θα κάνεις, ποια θα είναι εσένα η πορεία σου, με τα δικά μου υποδήματα. Έλα και φόρεσε το κραγιόν και τα σουτιέν μου, φόρα να δεις τη γλύκα. Να δεις τη γλύκα. #Diplis. Παράστησε τη Γυναίκα, όχι για να ξορκίσεις μόνο το κακό διακωμωδώντας το αλλά για να αποθησαυρίσεις κάτι από την αισθαντικότητα, λίγη συμπόνια, λίγη τρυφερότητα, μια στάλα ενσυναίσθηση, μια τζούρα διαίσθηση, κάτι από αυτό που σου λείπει. Εμένα μου έλειπε να ήμουν αγοράκι μάλλον και να τρολάρω. Ντυνόμουν. Εσένα που δεν το απεκδύεσαι ποτέ το ρολάκι, τι σου λείπει.

Γυμνός κανένας, χωρίς αμφίεση, με έκθετα τα πρωτογενή χαρακτηριστικά του φύλου, πιο λίγο άντρας είναι ο άντρας, πιο λίγο γυναίκα η γυναίκα. Πιο άνθρωποι πάντα μοιάζουμε γυμνοί. Χωρίς τα αποκριάτικα που φοράμε όλο τον χρόνο.



4/2/14

Το γλύκαπωλείον

Η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες. Κι εγώ θα ανοίξω ένα μαγαζάκι. Θα είναι ένα ισόγειο διαμέρισμα, με ένα υπνοδωμάτιο και έναν μικρό κήπο. Και θα πουλάω γλύκα. Απέξω θα είναι μια ταμπέλα ξύλινη ζωγραφιστή που θα γράφει με καλλιγραφικά γλύκαπωλείον, έτσι με δυο τόνους, τι μας νοιάζει, και το όνομα θα το γράφεις εσύ με κιμωλία. Μπορεί να το λέμε Μια μέρα ή παππού Λευτέρη, μπορεί να το λέμε Φιλί ή Καραμέλα, μπορεί να το λέμε Δυο γελαστά σκίτσα ή Ένα χρώμα ή Σε θέλω πάλι. Όπως θες. 

Θα σου προσφέρω βανίλια υποβρύχιο αν έχει λιακάδα, ή ένα ποτήρι ζεστό γλυκό κρασί με κανέλα και γαρύφαλλα, αν έχει κρύο. Και θα μυρίζει όλο το μαγαζάκι λεμονανθούς και αμυγδαλιά και τα αρωματικά μου βότανα, και θα σου βάζω κάτω από τη μύτη κλωνάρια θυμάρι, ατσιού και θα γελάμε, και θα σου έχω ψωμί στον φούρνο να στροβιλίζεται η μυρωδιά σ' όλο το μαγαζάκι, και θα σου μαγειρεύω το πιο αγαπημένο σου φαγητό, και θα ποτίζουμε τα λουλούδια στην αυλή, κι αν ζεσταίνεσαι θα σε μπουγελώσω να ξέρεις και θα κυνηγιόμαστε ξυπόλητοι κι αν σε τσακώσω θα σε ρίξω κάτω και θα γαργαλάω, πρόσεχε, αλλιώς, αν δεν έχει ζέστη, αν έχει λίγο ζέστη μόνο, θα σου χώνω πασχαλίτσες στη χούφτα, και θα κοιτάμε τις πεταλούδες που θα βυζαίνουν με την τοσοδούλα προβοσκίδα τους τη γύρη και θα μυρίζουμε τα ρόδα όσο ανθούν, και θα σε γαργαλήσω με ένα πούπουλο όσο σκύβεις πάνω από τον βασιλικό, και θα σε παίρνω από το χέρι, και θα παίξουμε τυφλόμυγα και κρυφτό και τρίλιζα και πρόσωπο-ζώο-πράγμα, και θα σου κόβω το ψωμί και θα σου αλείφω μέλι, και θα σου στήνω μια αιώρα να διαβάσεις, και θα είναι νύχτα, αν θες, ξαφνικά, θα τραβώ τις βαριές κουρτίνες και θα αναβοσβήνουν φωτάκια χριστουγεννιάτικα και στο ταβάνι θα έχω αστεράκια που φωσφορίζουν, κι ένα καρουζέλ που χωράει στη χούφτα σου με ξύλινα αλογάκια που γυρνάνε γύρω-γύρω, και θα ξεφυλλίζουμε τόμους ιλλουστρασιόν με πίνακες ζωγραφικής ή κόμικς, αν προτιμάς, και χρατς χρουτς βινύλια οι μουσικές που αγαπάς κι από το ταβάνι θα πέφτουν σεκάνς του Φρανκ Κάπρα και του Βιτόριο ντε Σίκα σαν χιονάκι σε κάρτ ποστάλ, κι ένα βρεφικό γέλιο θα κυλάει γάργαρο και θα εχω δρέψει τη μυρωδιά των μωρών, κάπως σαν τον Γκρενουίγ στο Άρωμα, αλλά καλός, και θα πλημμυρίσει τον χώρο, και δε θα μιλάμε καθόλου, πολλά είπαμε, θα συνθέτουν μια μελωδία το τικ-τακ του ρολογιού, ο χρόνος το δώρο που μας δόθηκε, ο ήχος από τη βροχή στο τζάμι, η φύση το άλλο δώρο της φύσης που μας δόθηκε, το γουργουρητό μιας γάτας, το τιτίβισμα κάποιου πουλιού έξω στη νεραντζιά, οι άλλοι φίλοι που μας δόθηκαν, και να σου στρίβω τσιγάρο με μια κούπα αχνιστό καφέ και μια γάτα να γουργουρίζει, κι αγκαλιές άμα θες, και θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά, και θα σου βάζω έναν ποιητή να απαγγέλλει σε μια γλώσσα που δεν μιλάς γρι και θα καταλαβαίνεις κάθε λέξη, κάθε παύση, γιατί θα έχουμε επιστρέψει σε αυτό που είναι για τα καλά χαμένο. 


 Κι όταν θα φεύγεις, θα σηκωθώ στις μύτες και θα σε φιλήσω στο μέτωπο, και μόλις ανοίξεις το στόμα να πεις τι σου χρωστάω, τι σας οφείλω, πόσο κάνει, θα στο σφραγίσω με τον δείκτη και θα σου χαμογελάσω και δε θα πεις τίποτα παρά ίσως μου ανταποδώσεις το χαμόγελο και το βλέμμα. Και θα έχουμε κι οι δυο πληρωθεί. Για τα καλά.