23/12/12

Η ανομία ως προαπαιτούμενο της διάλυσης του Δημοσίου


Το φαινόμενο της «ανομίας», συνέτεινε μεν στη διάλυση του Δημοσίου αλλά χρησιμοποιείται σήμερα από το «μνημονιακό μπλοκ» καταχρηστικά ως επιχείρημα εναντίον της ευρύτερης Αριστεράς αντιπροτάσσοντας ως λύση το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα.
Η αποσάρθωση του Δημοσίου επιτελέσθηκε –και- με την καθ’ έξιν χρήση της «ανομίας» σε ατομικό επίπεδο από μεγάλη μερίδα των πολιτών, νομιμοποιώντας στη συνείδηση του μέσου Έλληνα τη διαφθορά, κάτι που αποτυπώνεται στον πλούτο των λέξεων της καθομιλουμένης για αυτήν, αντίστοιχο με τις παροιμιώδεις 100 λέξεις για το χιόνι των Εσκιμώων. Παράλληλα, το «λαμόγιο» ήταν επιδερμικά μόνο ο ανήθικος άλλος, που δικαιωνόταν όμως με την απόκτηση πλούτου, την ατιμωρησία κλπ. Δεν αποτέλεσε ποτέ ταμπού η ανομία αυτή, όπως στα κράτη όπου ισχύει η βεμπεριανή προσέγγιση π.χ. για το επιχειρείν, όπου υποτίθεται πως ο ατομικισμός χαλιναγωγείται από την προτεσταντική ηθική ώστε να διατηρούνται οι όροι του fair play.
Συγχρόνως η ανομία καλλιεργήθηκε πάνω σε ένα υπόστρωμα απουσίας εφαρμοσμένου πλαισίου ελέγχου, λογοδοσίας, αναφοράς παραπόνων και καταγγελιών (τα γνωστά accountability, report, complaint, π.χ. στον βρετανικό εργασιακό τομέα). Χωρίς να επιχειρείται κάποιου είδους εξιδανίκευση των διοικητικών συνθηκών στις χώρες του σκληρού καπιταλισμού, ωστόσο είναι αλήθεια ότι εδώ ο όποιος έλεγχος διενεργείται από διορισμένα –κατά κανόνα διεφθαρμένα ή ανίκανα – κομματικά στελέχη και δεν αποτελεί παρά τυπική διαδικασία. Έτσι, οι κομματικά εγκατεστημένες διοικήσεις, τουλάχιστον εθελοτυφλούσαν για την «εύρυθμη» λειτουργία των οργανισμών οι οποίοι σήμερα βάλλονται με μένος από τους «μνημονιακούς», δηλαδή τους επίγονους όσων εσκεμμένα συνήργησαν στην αποσύνθεση του Δημόσιου τομέα αναπαράγοντας την ανομία.
Το παράδοξο στη συζήτηση είναι ότι ξάφνου βρέθηκε η Αριστερά να κατηγορείται αποκλειστικά για το φαινόμενο της ανομίας - αν και άλλου τύπου- από το μνημονιακό μπλοκ, ενώ είναι γνωστό σε όλους πως το πελατειακό σύστημα που εξέθρεψε την πραγματική ανομία συντηρήθηκε με την συμμετοχή πολιτευτών / στελεχών και ψηφοφόρων / υποστηρικτών των δυο μεγάλων κομμάτων, αποκλειστικά. Παραδοσιακά η Αριστερά στηλίτευε το πελατειακό σύστημα, το νεποτισμό, τη διαφθορά και όσα συναποτελούσαν την περιρρέουσα ανομία. Το δε ψευδοεπιχείρημα που αντιπαρατίθεται, ότι τα τελευταία εκλογικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να βασίζονται μόνο σε «τίμιους αριστερούς», αλλά και όσους ανδρώθηκαν στο βαθύ ΠΑΣΟΚ, καταρρέει από δημογραφικά στοιχεία (1,2,3).
Αυτή η παραδοξότητα προκύπτει επειδή την ανάλυση του φαινομένου στα ΜΜΕ έχουν αναλάβει  οι υποστηρικτές των «μνημονιακών» μεταβολών, όπως και κάθε φαινόμενο πολιτικής παθολογίας βέβαια, ώστε να εμφανίζονται ως οι εργολάβοι του ορθολογισμού στην χώρα, χρησιμοποιώντας καταχρηστικά το επιχείρημα και μάλιστα σε μία βάση καθαρά ηθικοπλαστικού χαρακτήρα. Σκοπό έχουν όχι να ερμηνεύσουν το φαινόμενο αλλά οικειοποιούμενοι τον όρο του φαινομένου, να ενισχύσουν την ενοχή του λαού, επειδή είτε διέπραττε, είτε ανεχόταν την ανομία και πολύ περισσότερο να στοχοποιήσουν την Αριστερά με σαθρή επιχειρηματολογία. Όχι τυχαία μάλιστα ελάχιστη κριτική ασκούν στα κέντρα εξουσίας για τη διαιώνιση του φαινομένου και όταν σπάνια αυτό συμβαίνει, γίνεται στο πλαίσιο απόδοσης μομφής προς το εκλογικό σώμα που ψήφιζε με στρεβλά κριτήρια, με όρους πελατειακού συστήματος, πράγμα που δεν ευσταθεί πάντως για τον αριστερό ψηφοφόρο. Η δε κατάληξη του ηθικοπλαστικού λόγου είναι η υπεράσπιση των μνημονιακών πολιτικών ως «αντίδοτο» στη διάλυση.



1. «Οι μετακινήσεις των ψηφοφόρων ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ» (Neolaia.gr, 17/06/2012)
2. «Ψήφος ανά επάγγελμα» (Έθνος, 13/05/12)
3. Εκλογές της 17ης Ιουνίου: Η αποφασιστική καμπή της αντιπαράθεσης (Γιάννης Μαυρής, 18/05/12)


21/12/12

το μυστικό της μακροζωίας

Μόλις είχαμε θάψει τη γιαγιά μας. Στον γυρισμό για το σπίτι κρατούσαμε η μία την άλλη αγκαλιά να μην καταρρεύσουμε. Από τα γέλια. Πιο δύσκολο από τον βήχα και τον έρωτα, είναι να κρύβεις τα χάχανα σε κηδεία. Με σχεδόν άδειο στομάχι το τελευταίο εικοσιτετράωρο, λίγο το κονιάκ, λίγο ένα μονοφυλλάκι που είχαμε μοιραστεί στο πλυσταριό, στην ταράτσα, δεν ήθελε και πολύ. Μισή ατάκα είπε η αδελφή μου και άνοιξε η τάπα του γέλιου. Μετατρέψαμε το τελευταίο κατευόδιο της συνονόματης υπεραιωνόβιας σε φάρσα.

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι σωριαστήκαμε με την αδελφή μου σε κάτι κούτσουρα που είχαμε από πιτσιρίκια για σκαμνάκια. Εντάξει, είχε γούστο η γρια. Κάτι κούτσουρα από δω, κάτι φανάρια από κει, κάτι μυστήρια πουλιά από λαμαρίνες, δικές της κατασκευές. Ωραία ήταν η αυλή. Και καταπράσινη. Είχε τόσες γλάστρες, που κάποια στιγμή, επιχειρήσαμε με τα ξαδέρφια να φυτέψουμε και κανένα πιο πονηρό χορταράκι.

Μάλλον διάβασε το συννεφάκι της σκέψης μου κι εγώ το δικό της. "Ρε λες;" Εκτινάσσομαι σαν ελατήριο από τη θέση μου και της δίνω το χέρι και στην μικρή αδελφή. Εγώ την πίσω αυλή, εσύ την μπροστά. Μοιράσαμε την περιουσία και ξαμοληθήκαμε να βρούμε καμιά γλάστρα φυτεμένη και φροντισμένη από  τα ξαδέλφια για να την πιούμε.

Καθώς ψάχναμε εδώ κι εκεί αρχίσαμε κι οι δύο να ανακαλύπτουμε πως μέσα στις γλάστρες της γιαγιάς ήταν σφηνωμένα ρολόγια. Κρατούσαμε τα ρολόγια στα χέρια μας και δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε. Εκτός από το μέτρημα του χρόνου, πατημένα τα 102, πρέπει να είχε χάσει και τα λογικά της η γιαγιά. "Ρε τι κουφά έκανε η γρια!" Και αλήθεια, ήταν κουφά, γιατί κάποιος της ψιθύρισε "κρύβε λόγια" αλλά εκείνη παράκουσε κρύβε ρολόγια. Κι οι εγγονές της έμελλε να ανακαλύψουν το μυστικό της μακροζωίας. Μια μέρα πριν το τέλος του κόσμου.

18/12/12

λάηκο

στόρυ ένα.

ακούω τον χρήστο στην εκπομπή. πληκτρολογούμε κάτι διαλόγους με τον άλλο χρήστο. κανονίζουμε ερήμην του χρήστου στο μικρόφωνο με τον χρήστο στο πληκτρολόγιο να βρεθούμε και οι τρεις μαζί.
και πώς θα αναγνωριστούμε, ρωτάω τον άλλο χρήστο. γιατί στο μπαρ μπαίνεις χωρίς άβαταρ. 
"εντάξει θα με καταλάβεις, είμαι ωραίο παιδί γενικά. θα φέρω και τα μούσια μου"
 "δλδ όπως μπαίνω πάω και κάθομαι πλάι στον πιο ωραίο μουσάτο; θα του πω: γεια σου χρήστο. niemands. θα μου απαντησει: δεν με λένε χρήστο. και θα του ανταπαντήσω: σάμπως εμένα με λένε niemands; "

κανονίσαμε να πάμε Μπάτμαν.




μετά θα περάσουν οι πρώτες αμήχανες στιγμές. δυο που γνωρίζονται, μια που δεν. που πρέπει να ταυτίσεις φυσιογνωμία με γραφή και όποιο info έχει καταχωρηθεί στη μνήμη σου για την περσόνα φάτσα κάρτα.

μετά κάποιες κουβέντες να σπάσει ο πάγος. σπάει και πέφτει στο ουίσκυ του ενός από τους τρεις. on the rocks με μοσχολιού. δεν ξέρω πόσο σ' αγαπώ, μέτρο δεν έχει η αγάπη.

πώς θα το χαρακτήριζε ένας χίπστερ το μαγαζί; αναρωτιέμαι. o όρος χίπστερ είναι ξεπερασμένος μου λέει ο Χ2, έγραψε ο τσαγκαρουσιάνος στη λάηφο. μια αγωνία αυτός ο άνθρωπος να τρέξει μπροστά από την εποχή του.

δε ξέρω λοιπόν πώς λένε πια αυτό το υβρίδιο της μετεξέλιξης του νέρντουλα με τον ολτέρνατιβ που σιχαίνεται να πει τη λέξη "εργάτης". που του πέφτει κάλτ και κνίτικη. μου λένε οι συμπότες πως αν έπιανα κουβέντα για κοινωνικές τάξεις οι χίπστερς θα την έβρισκαν πολύ λάικο. οι ποντικοχέρηδες που την έχουνε microsoft δεν ξέρουν από εργατιά.

απ΄την άλλη άντε γαμήσου εργατιά.

μετά πίναμε και καπνίζαμε και ξενυχτούσαμε και μιλούσαμε. έκανα και δυο poke στον Χ1 με κάτι τρελά που έλεγε ο Χ2 και γελούσαμε. και ήταν τρίτη βράδυ. και ήταν ωραία.

χάλια τα ποτά. μπόμπες. ακόμη πιο χάλια το διαδίκτυο.

στόρυ δύο.

αυτός τώρα μάλλον δεν έχει μετρήσει ποτέ το iq και το eq του αλλά το παιδί πρόβλημα. του κόβει υπερβολικά.

μου λέει "στο ποδήλατό σου έχεις μπρέλα; όχι σα μπρέλα. μπρέλα έχεις;" κάτι τέτοια και κλαίω από τα γέλια. "πριν τις συναυλίες εγώ κάνω ουντσέκ, όχι σα ουντσέκ που κάνουν οι άλλοι". μετά από μέρες είχε χαθεί το sun από τον ουρανίσκο μας. σαν φρανσίσκο, μου λέει. ναι, με τη λαχταριστή γέφυρα του απαντάω.

ετοιμάζεται να μου τα χώσει που τελευταία εμφανίζονται κείμενα από το μπλογκ στη λάηφο. δεν είμαι σε φάση να μου τα χώσεις, τον αποπαίρνω. μου απαντάει: αν ήμουν η calypsolarah θα σου απαντούσα: AUTA ALLOU MWRI ANWMALI!!!!

βία και συμψηφισμοί ο δημοκίδης, έπος παλιό με λάηφο, η αγωνία του τεκνονεολογισμού και της πρωτοπορίας ο τσαγκάρ.

και καθημερινή διαβάζω, και λάηφο, και τα αντιφά, και αφισάκια με το τεθλασμένο βέλος που σπάει τον κύκλο μέχρι κι αφίσες της οακκε. στη λεκάνη μάλιστα -δε ξέρω αν το έχετε ακούσει αλλά ακόμη και οι γυναίκες χέζουν τακτικά και κλάνουν που και πουφ- διαβάζω επίσης τις ετικέτες των σαμπουάν.

του λέω: σκέφτομαι να αρχίσω να γράφω για την εργατική τάξη, την αγροεργατική για την ακρίβεια, αλλά με κλάψα και μαγικό κλείσιμο άντερσεν, να την πουλάω μαζί με τα απορρυπαντικά με το ζωγραφισμένο γκι ενόψη κρίστμας της χριστιανικής αριστεράς.

να ξεκινήσω κάπως έτσι: ο πατέρας μου ήταν εργάτης σε εργοστάσιο που κηρύχθηκε προβληματική επιχείρηση στα 90s και έμεινε άνεργος κοντά πενήντα χρονών με τρία παιδιά.

μετά πάλι οι buzzοτσολιάδες θα με κατηγορήσουν για μυθιστοριογραφία, όπως τότε με την προσελήνωση, που βιάστηκα να την ποστάρω. το 2010 ήταν ακόμα όλα τόσο σοφτ πορνό.


πουλάει το λάηκο αλλά με εσάνς like. 


16/12/12

In the Deathboat

Shorter of breath and one day closer to death
"Time", Pink Floyd

Κάθε μέρα που περνάει είναι ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο, για μας τους απαισιόδοξους δηλαδή τους συνειδητοποιημένους αισιόδοξους, για να συζεύξω δυο λαϊκά τσιτάτα.

Και όταν το διάνυσμα από την γέννηση ως το θάνατο δεν αριθμεί πάνω από δυο δεκαετίες, τότε καταρρέουν όλες μας οι άμυνες. Ο θάνατος ενός παιδιού είναι κάτι εξ ορισμού φρικαλέο. Ακόμη και όταν το παιδί αυτό ήταν εκείνο που προκάλεσε λουτρό αίματος που κατέληξε στη δική του αυτοκτονία (με το νόμιμο όπλο του πατέρα του); Μάλλον τότε αλλάζει μονάδα μέτρησης το επιτρεπτό διάνυσμα. 

Μάλλον η δίψα για απόδοση δικαιοσύνης υπερβαίνει την κατεσταλμένη δίψα για αίμα της κυνικής γνώμης. Έναν παππού πίσω, ήξερε πως το κράτος θα στήσει στο απόσπασμα τον κακό συμμορίτη κομμουνιστή και θα τον εκτελέσει. Κάποιοι παππούδες πίσω θα διαπόμπευαν και θα αποκεφάλιζαν τον εγκληματία που θα ήταν συνήθως αυτός που θα χρειαζόταν την περισσότερη φροντίδα. Ένας παππούς πίσω δεν γνώρισε παιδικά χρόνια, δουλεύοντας δέκα χρονών στα χωράφια και στις βιοτεχνίες. Τρεις παππούδες πίσω ακόμα και στην Μεγάλη Βρετανία έπλεκαν τα επιδέξια ανήλικα δαχτυλάκια τους στον αργαλείο της κλωστοϋφαντουργίας.

Ο ομαδικός τάφος είναι αυτό που θα προκαλέσει τον μεγαλύτερο κρότο στα αυτιά μας, είτε είναι επαναπαυμένα στο περίκλειστο του ιδιωτικού βίου, είτε επαρκώς ανήσυχα με το ένα πόδι στο ταραγμένο κοινωνικό δρώμενο, αλλά πάντοτε αυτιά που έχουν πρόσβαση στα ηχεία μιας τηλεόρασης, και δάχτυλα που έχουν πρόσβαση στα πλήκτρα ενός keyboard για ενημέρωση. Κι ο κρότος μετριέται με άλλα ντεσιμπέλ κάθε φορά.

Άλλο είναι τα  καταμετρημένα 2.996 θύματα της 11ης Σεπτέμβρη μέχρι τις ανυπολόγιστες στρατιές αμάχων που εξοντώνονται στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και όπου αλλού πάτησαν αμερικανικά στρατεύματα. Αλλο είναι η μαζική δολοφονία των 92 στη Νορβηγία του Breivik κι άλλο η μαζική δολοφονία των 100 παλαιστινίων στη Γάζα από τα ισραηλινά πυρά. Άλλο οι 26 νεκροί στο Κονέντικατ κι άλλο τα κουφάρια 21 μεταναστών που ξεβράζονται στις ακτές της Λέσβου.

Η μόνη οικουμενική αλήθεια είναι ο θάνατος. Δώσε θάνατο στο λαό για να φανερώσει το πρόσωπό του. Οι βάρκες που μπατάρουν πνίγοντας "λαθρομετανάστες" λίγο έξω από τα τουρκικά παράλια αποφέρουν πτώματα για κυνισμό και σκύλευση, όπως σε μάχη.  Όπως στη λύσσα του δικού μας ακήρυχτου πολέμου.
 
Γι΄αυτό ο Τίμ Ρόμπινς στο Dead Man Walking  και ο Κλιντ Ίστγουντ στο Changelling, σε άλλο βαθμό και με άλλο τρόπο ο καθένας, οδηγούν και τον θεατή στην εκτέλεση, στην εκτέλεση της απονιάς μπροστά στην κοινή μας μοίρα. Αλλά απ΄τη διπλανή θέση, απ' το κενό κάθισμα στο σινεμά, έλειπε πάντα ένας απ' αυτούς που πανηγυρίζουν τον ομαδικό θάνατο των μεταναστών, που το μίσος τους τυφλώνει μπροστά στην μόνη, την κοινή μας μοίρα.

11/12/12

Η Μεγάλη Αφήγηση έχει περίοδο

 Περί του προφανούς

Ένα ζευγάρι φιλιέται με τα μάτια κλειστά. Ο άνδρας έχει στραμμένο το πρόσωπο στη γη και η γυναίκα στον ουρανό. Κανένας δε βλέπει. Δεν υπάρχει ούτε γη, ούτε ουρανός. Κανένας δεν είναι. Δεν υπάρχει άνδρας ή γυναίκα. Μόνη οντότητα, μόνος κόσμος, ο έρωτας ανάμεσά τους.

Ο μύθος της Διοτίμας στο Συμπόσιο του Πλάτωνος " ἀνδρόγυνον γὰρ ἓν τότε μὲν ἦν καὶ εἶδος καὶ ὄνομα ἐξ ἀμφοτέρων κοινὸν τοῦ τε ἄρρενος καὶ θήλεος, νῦν δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλ᾽ ἢ ἐν ὀνείδει ὄνομα κείμενον" και παρακάτω "γιατί το αρσενικό γεννήθηκε αρχικά από τον ήλιο, το θηλυκό από τη γη".
Ίσως γι' αυτό στρέφονται αντίστροφα προς την προέλευση του καθενός στο φιλί τους.

 Μαζί τους

H Kathrine Switzer ήταν η πρώτη γυναίκα που πήρε μέρος στο μαραθώνιο της Βοστώνης το 1967. Μόλις όμως ο διοργανωτής, Jock Semple, αντιλήφθηκε πως ανάμεσα στους μαραθωνοδρόμους υπάρχει και μία γυναίκα, άρχισε να φωνάζει εναντίον της απαιτώντας να αποχωρήσει. Όμως ο σύντροφος της Switzer και άλλοι άνδρες δρομείς της πρόσφεραν ένα προστατευτικό τείχος σε όλη τη διάρκεια του αγώνα και έτσι τελικά η Kathrine Switzer  όχι μόνο τερμάτισε αλλά αναδείχθηκε η νικήτρια του μαραθωνίου.

Και χωρίς εκείνον; 
H Vaya con Dios το έχει θέσει αμείλικτα αν και μελωδικά και μελωμένα το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα: What's a woman without a man?
What's a woman when a man
Don't stand by her side?
What's a woman when a man
Has secrets to hide?
She'll be weak
She'll be strong
Struggle hard
For so long

Και χωρίς εκείνους
Ωστόσο η Λυσιστράτη δεινοπάθησε να τις πείσει να αποχωριστούν τους σάρκινους φαλλούς των σκορδοφάγων αρσενικών και στην ανάγκη να βολευτούν με τα dildo της αρχαιότητας, τα πέτσινα.
Πάψτε τις τερατολογίες, βουρλισμένες.
Ποθείτε τους άντρες σας, αυτοί, θαρρείτε,
δεν ποθούν εσάς;  Περνούνε μαύρες νύχτες.
Κρατήστε λίγο ακόμα κακομοίρες μου
λίγο καιρό θα ταλαιπωρηθείτε
και θα νικήσουμε καθώς το λέει ο χρησμός.

Η Μεγάλη Αφήγηση έχει περίοδο
Ο Jean-François Lyotard θα απαντήσει:
Το μεταμοντέρνο, θα ήταν εκείνο που θα υπαινισσόταν κάτι το μη-αναπαραστάσιμο μέσα στο νεωτερικό στοιχείο της ίδιας της αναπαράστασης· εκείνο που απαρνείται την παραμυθία των καλών μορφών, τη συναίνεση ενός γούστου, που καθιστά δυνατό να αισθανόμαστε και να συμμεριζόμαστε από κοινού τη νοσταλγία για το αδύνατο· εκείνο που αρχίζει ν' αναζητά καινούργιες παραστάσεις, όχι όμως για ν' αναλωθεί στην απόλαυση τους μα για να οξύνει το συναίσθημα ότι υπάρχει κάτι μη-αναπαραστάσιμο.
Ο 19ος κι ο 20ός αιώνας μας έχουν κάνει να βιώσουμε το πλήρες μέγεθος αυτού του τρόμου. Πληρώσαμε ακριβά τη νοσταλγία για το όλο και το ένα, για τη συμφιλίωση έννοιας κι αισθητικότητας, για διαφανή και κοινοποιήσιμη εμπειρία. Πίσω από τη γενική απαίτηση για χαλάρωση κι εφησυχασμό διακρίνουμε, εντούτοις, πολύ καθαρά τον ψίθυρο της επιθυμίας να ξαναρχίσει ο τρόμος
για μια ακόμη φορά, να επαναδραστηριοποιηθεί η φαντασίωση του περικλεισμού της
πραγματικότητας. 
Η απάντηση σ' αυτά είναι: να πολεμήσουμε το όλον, να δώσουμε μαρτυρία για το μη-αναπαραστάσιμο, να ενεργοποιήσουμε τις διαφορές, να σώσουμε την τιμή του ονόματος.

Το αίμα.
Πάλι και πάλι ο Παούλ Τσελάν στη Φούγκα του θανάτου.
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά σου 
μαλλιά Μαργαρίτα
Τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο στους αιθέρες
εκεί δεν θά' ναι στριμωχτά.

Και θα το ερμηνεύσει ο John Felstiner στο Paul Celan: ποιητής, επιζών, εβραίος :
Όταν ο ποιητής βάζει τον διοικητή του στρατοπέδου [συγκέντρωσης] να γράψει στην αγαπημένη του "τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα", καταφέρει διπλό πλήγμα στο ρομαντικό ιδεώδες των Γερμανών. Πρώτα απ΄όλα αυτό είναι το όνομα της τραγικής ηρωίδας του Γκαίτε - του οποίου τη βελανιδιά στο Μπούχενβαλντ, κοντά στη Βαϊμάρη, διαφύλαξαν οι Ες-Ες ως κόρην οφθαλμού. Το τι σημαίνει να ακούει κανείς το όνομα της Μαργαρίτας του Φάουστ, του αιώνιου θηλυκού, από τα συγκινημένα χείλη ενός Ες-Ες μπορεί καλύτερα να κριθεί από τους Γερμανούς που ανατράφηκαν μαθαίνοντας να τιμούν το έργο του Γκαίτε ως την πεμπτουσία του Διαφωτισμού. [...] Η Σουλαμίτις δεν έχει σταχτόξανθα μαλλιά, είναι η μέλαινα και καλή παρθένος από το Άσμα Ασμάτων του Σολωμόντα [...] είναι η κατεξοχήν αγαπημένη και συμβολίζει τον εβραϊκό λαό. [...] Η Σουλαμίτις μελανή από τη στάχτη, κλείνει το ποίημα διατηρώντας αυτό που ο ναζισμός προσπάθησε να διαγράψει: μια βαθιά ριζωμένη ταυτότητα.



7/12/12

τι έκανες στα νάιντις, μπαμπά;

Ήθελα να του μιλήσω. Εποχή που ακόμα κυριολεκτούσαμε, που είχες ακούσει τη φωνούλα του οχι πλήκτρα όταν έλεγες "μιλήσαμε χτες". Εποχή που ακόμα δεν είχαμε wifi. Βάζεις με το νου σου; Εποχή που κάτι λίγοι είχανε κινητά σα γόνδολες. Να τα ρίξεις στα κανάλια της Βενετίας και να πας ρομαντζάδα βαρκαρόλα με το ταίρι σου με συνοδεία φτερωτών ζακυνθινών κανταδόρων σε μέγεθος μινιατούρας. Εποχή που από παρόχους είχαμε μόνο τον ΟΤΕ και που κάτι ασφαλίτες του φύλαγαν τα οχήματα κάθε βράδυ στο πάρκιν του κρατικού μονοπωλίου  στην Κυψέλη μην τα κάψουν με μπουκάλια και γκαζάκια οι καλικάντζαροι, κάτι μυθικά πλάσματα για τον πολύ λαό.  Εποχή που οι πεντακόσιες συλλήψεις στην Πατησίων το Νοέμβρη, η σφαγή στη Σρεμπρένιτσα και τα "μεμονωμένα περιστατικά αστυνομικής βίας" απασχολούσαν μόνο καλικάντζαρους σε κάτι έντυπα του δρόμου και αφίσες στα πέριξ του κέντρου των Αθηνών.

Είχα γκόμενο σ' άλλη πόλη. Εποχή που μάλλον είχα γκόμενο και σε άλλη πόλη. Μπορεί να είχα δυο γκόμενους αλλά είχα ένα τηλέφωνο κι αυτό εκτός λειτουργίας. Γιατί ο οτε μας έκοβε τη γραμμή και η δεη το ρεύμα αλλά τα νταριοφοϊκά δεν πληρώνω (δις) δεν αφορούσαν το νοικοκυραίο που θα του πριόνιζε τον άξονα της γης τα χριστούγεννα ο καλικάντζαρος. Εποχή που ο Αντώνης Βαρδής στήριζε το νεποτισμό στη δισκογραφία τραγουδώντας ντουέτο με τον γιο του την τηλεκάρτα. Εποχή που  σκύλλευε ο σκυλάς νότης τον Βάρναλη καψουρερμηνεύοντας "παράλληλα, περπατάμε παράλληλα", γιατί περπατούσαμε παράλληλα με το εθνίκι που εξελισσόταν με γοργούς ρυθμούς σε νεοναζί.

Βγαίνω στον κεντρικό. Κατευθύνομαι προς τον τηλεφωνικό ημιθάλαμο. Εποχή που ακόμα μπορεί να ήταν κατειλημμένος κι από ντόπιους. Περιμένω στην ουρά. Βλέπω τα νώτα του και ακούω τη φωνή του. Ο Μπαμπαστρούμφ! Ο Μπαμπαστρούμφ! Εποχή που πια δε βλέπω στρουμφάκια. Ο Σοφοκλής Πέππας μιλούσε στο τηλέφωνο. Μία από τις μυθικές φιγούρες των παιδικών μου χρόνων αποχαιρετούσε το συνομιλητή του, έβγαζε την τηλεκάρτα από τη σχισμή και απομακρυνόταν αφήνοντάς με άναυδη στο άκουσμα της φωνής του.

Δεκαπέντε χρόνια πριν από την τυχαία συνάντηση με τον Μπαμπαστρούμφ δεν έμπαινα στη διαδικασία να σκεφτώ αν η φωνή που άκουγα πιτσιρίκι είναι κάποιου ηθοποιού, κάποιου με ανθρώπινη υπόσταση. Δεκαπέντε χρόνια πριν από το τώρα δεν ήταν τα Δεκεμβριανά του '44, το ΕΑΜ κι οι Ταγματασφαλίτες. Ήταν τα 90s. Εποχή που.....Συμπλήρωσε το κενό. Μεταξύ συρμού της Ιστορίας και αποβάθρας που επιβιβάστηκες.


2/12/12

κυνήγι



Όταν πέθανε, την ξάπλωσαν σε έναν κρύο μεταλλικό πάγκο στο νεκροτομείο. Η φορμόλη, αν δεν ήσουν συνηθισμένος, σου έγδερνε την μύτη.  Τράβηξε κατά το μέρος του το τροχήλατο με τα αποστειρωμένα ατσάλινα εργαλεία. Το τρίξιμο από τις σκουριασμένες ρόδες σου προκαλούσε ανατριχίλα. 

Έξω ένας μολυβί ουρανός. Είχε πέσει καταχνιά. Η αίθουσα ένα κακοφωτισμένο ημιυπόγειο χωρίς θέρμανση. Η υγρασία σου τρυπούσε το κόκκαλο. Έξω κυκλοφορούσαν ένοπλοι ένστολοι και άρματα μάχης. Είχε πέσει ζόφος. Η χώρα ήταν πια παραδομένη σε ένα πραξικόπημα δίχως έλεος.

Καθώς έμπαιναν στην αίθουσα, ένας τραυματιοφορέας έσερνε έξω ένα κακοφορμισμένο πτώμα σε αποσύνθεση. Η ομάδα των νεαρών λευκών φοιτητών με τις λευκές ρόμπες στάθηκαν σε ημικύκλιο γύρω από τη νεκρή. Όρθιοι, μουγγοί και κατηφείς, τουρτούριζαν από την παγωνιά.  Ακουγόταν το κροτάλισμα των δοντιών της πιο ασθενικής με το ωχρό πρόσωπο. 

Ο ιατροδικαστής άρχισε το μάθημα με ένα λακωνικό ιατρικό ιστορικό: « είχε πολλή ομορφιά μέσα της». Η γνωμάτευση θανάτου ήταν πως η ομορφιά δεν είχε πια δρόμο διαφυγής. 

Κι έπειτα κατέφερε την πρώτη χαρακιά στο πτώμα. Βούτηξε τα χέρια του, ξερίζωσε πρώτα την καρδιά της και την περιέφερε στο ύψος των κεφαλιών των φοιτητών. Την ψηλάφησαν σχολαστικά αλλά δεν βρήκαν παρά όσα ήταν ήδη γνωστά για την ανατομία του οργάνου. Σε λίγο, ένα προς ένα τα ζωτικά όργανα της νεκρής  είχαν αφαιρεθεί και είχαν γίνει αντικείμενο μελέτης. Τέλος, με ένα σβουράκι ένας βοηθός άνοιξε το κρανίο και πήρε στις παλάμες του τον εγκέφαλο παραδίδοντάς τον στα χέρια του Καθηγητή. Εκείνος τον ύψωσε ως το πιο σημαντικό τρόπαιο και άρχισε να τον περιεργάζεται με αδηφάγο βλέμμα.

Την ίδια στιγμή, ο τραυματιοφορέας  βαριεστημένος από τις έξαλλες φλυαρίες του Καθηγητή, ένιωσε ένα γουργουρητό στο στομάχι του. Καθώς στεκόταν πάνω από το πτώμα άρχισε να ξετυλίγει ατάραχος και βλοσυρός μέσα από αλουμινόχαρτο ένα σάντουιτς.  Δάγκωσε λαίμαργα την πρώτη μπουκιά.  Κάποια ψίχουλα έπεσαν στο άψυχο σώμα. Απ' το ανοιχτό παράθυρο όρμησε ένα σπουργιτάκι.  Η ομορφιά που είχε μέσα της άρχισε να χύνεται στα φθαρμένα μωσαϊκά του νεκροτομείου αλλά όλοι κυνηγούσαν αλλόφρονες το σπουργίτι.

22/11/12

σύννεφα ναυλωμένα

Ζει κάπου στο άγριο κέντρο. Και όταν μου εξιστορεί, την ακούω σχεδόν πάντα άναυδη. Σαν ανταπόκριση από την Μέση Ανατολή. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας. Μα πού ζω; Ο ρητορικός καημός του καθενός που πέφτει και ξαναπέφτει απ' τα σύννεφα. Σύννεφα ναυλωμένα με σπιτική ασφάλεια. Σύννεφο, ανέβασέ με πιο ψηλά απ' τον σακάτη τον Πακιστανό στα φανάρια, πήγαινέ με μακριά απ΄τα διαμελισμένα πτώματα παιδιών στην Παλαιστίνη, μακριά κι απ' τα παιδικά χεράκια που γαζώνουνε στην Κίνα τα ρούχα μου.
Τι όμορφα που σιδερώνει. Θες να σου ράψω εδώ που ξηλώθηκε, με ρωτάει. Και μετά θα βάλει το γυαλί, μεγάλη γυναίκα, να μου μαντάρει τη μασχάλη της μπλούζας. Μικροαστικό αξεσουάρ η οικιακή βοηθός; Εγώ το μεροκάματο δεν θα της το στερήσω. "Η τσιγκουνιά είναι μαγκιά", θα κρώζει η άλλη απ' το ραδιόφωνο. Αποταμίευση uber alles. Έλα τώρα, αφού ξέρω πως σου περισσεύουν, από μισθό και νοίκια που εισπράττεις, γιατί δε δίνεις 30 ευρώ το δεκαπενθήμερο να σου κάνει τη φασίνα, ρωτούσα έναν φίλο εργένη που παραπονιόταν για τις δουλειές του σπιτιού, ενώ με κατηγορούσε που φέρνω γυναίκα να μου καθαρίζει το σπίτι. Φτάσαμε να απολογούμαστε ο ένας στον άλλο για το πού διαθέτουμε τα χρήματά μας. Ομοτράπεζοι στην ενοχή απ' τη μεσαία τάξη και κάτω. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας. Όλοι μαζί τα φάγαμε. Τα ψεύδη τους.
Μόλις βραδιάσει δεν κυκλοφορούν πια στους δρόμους. Κάθεται με τη φίλη της στο μπαλκόνι και κοιτάνε τις συμμορίες. Καθαριζαν σπίτια και οι δυο τους όλη μέρα. Και οι άλλοι από κάτω με τα κολλητά μαύρα tshirt και τις φλεβίτσες στα μπράτσα, άμα τους ρωτήσεις, ανέλαβαν να καθαρίσουν το σπίτι τους απ' τις βρωμιές. Τα περιττώματα είναι κάτι μαυριδεροί που έχουνε μικρομάγαζα στην πλατεία Αττικής, στην Αχαρνών, στον Άγιο Παντελεήμονα. Και εκείνες, λευκές αλλοδαπές, στη μέση της οδομαχίας. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας.
Ξέρεις τι γίνεται κάθε βράδυ στη γειτονιά μου; Πάνε αυτοί οι πώς τους λες και σπάνε τα μαγαζιά των μαύρων και μετά αυτοί τους κυνηγάνε και έρχεται η αστυνομία και τους κοιτάει. Όχι, τους έλληνες δεν τους πιάνει. Παίζουνε κρυφτό στα στενά σαν παιδάκια. Μου αφηγείται σε σπαστά ελληνικά και μου γελάει στην οικουμενική γλώσσα. Ταχταρίζει το μωρό στην παγκόσμια γλώσσα της αγάπης. Δεν είναι στα καθήκοντά της να κάνει τόσες χαρές του μικρού. Τον παίρνει αγκαλιά στηρίζοντας τη μέση του με προσοχή. Ούτε μέση, ούτε άκρη, εσύ θα με φας.
Τις προάλλες μόλις τους είδε ένας άνθρωπος άρχισε να τρέχει. Και του λένε μη φοβάσαι! Εμείς μόνο τους ξένους κυνηγάμε. Μα εσείς που είστε έλληνες γιατί τους φοβάστε; Γιατί είμαστε κι εμείς ξένοι. Εγώ όταν διάβαζα στο μικρόφωνο τα ονόματα των νεκρών στην επέτειο του Πολυτεχνείου στο αμφιθέατρο του γυμνασίου δεν ήξερα πως διαβάζω ψευτιές. Δεν με είχε προετοιμάσει κανείς πως θά' ρθει μια μέρα ν' ακούσω πως δεν υπήρξε ποτέ Διομήδης Κομνηνός και Αγγελική Μπεκιάρη. Που ξέχασα μικρά και μεγάλα ονόματα πολλών απ' τους πολλούς που γνώρισα και θυμάμαι δυο ψευτονεκρών. Γιατί όταν διάλεγα μια φράση του Παούλ Τσελάν για ψευδώνυμο δε φανταζόμουν ποτέ ούτε πως το ψευδώνυμο δε θα ήταν απλά στυλ αλλά προστασία, ούτε πόσο σύντομα θα ήταν επίκαιρος ένας εβραίος ποιητής που έζησε μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης...



Μου δίνει συμβουλές. Της ανταποδίδει τα χαμόγελα. Μου κατεβάζει τα σκουπίδια στον κάδο. Σε λίγο καιρό φεύγει οριστικά από την Ελλάδα μετά από δυο δεκαετίες περίπου. Θέλω να της παραγγείλω να πετάξει στα σκουπίδια και ό,τι είδε στη γειτονιά της αλλά κάποτε πρέπει να ξεπεζεύουμε από τα ναυλωμένα σύννεφα. Κάποτε το απροσδόκητο γίνεται πραγματικότητα και έπειτα Ιστορία. Μέχρι τότε ζήσε τον εφιάλτη σου στη χώρα που τον γέννησε.
 

14/11/12

"Να' ρθεις τυχαία στο 8ωρο να σταματήσουν να πονάνε τα πόδια μου."

στην Ξ.Τ.

Μετά ήταν κάπως έτσι. Χορτάτος: πλαγίως και καλλιγραφικώς σε ξύλινη ταμπέλα απέξω. Μέσα μύριζε σφολιάτα και λιωμένο τυρί. Οι αποστάσεις του κόσμου εξωφρενικά μεγάλες. Μια βόλτα για ψώνια στο κέντρο μπορούσε να με εξουθενώσει. Να σπιθίζουν κούραση οι πατούσες μου. Ήταν ο διασκελισμός μου πεντάχρονος. Μια πολύ μεγαλόσωμη γυναίκα με κερνάει μια εξωτική λέξη με ωραία πικάντικη γεύση: πιροσκί. Την έβλεπα από χαμηλά και χωρίς λεφτά στην τσέπη. Πέντε χρονών δεν είχα τίποτα άλλο από το χέρι της μάνας μου να κρατηθώ. Να κρατηθώ, να μη με πάρει ο αέρας και να με στροβιλίσει, όπως τα πεσμένα φύλλα των δέντρων και τα πεταμένα εισιτήρια των μικρών διαδρομών τις νύχτες που φυσάει πολύ. Πέντε χρονών είσαι ένα μικρό τίποτα. Την ευχαρίστησα, μου απάντησε "τίποτα" και την αποχαιρέτισα προσωρινά. Θα την ξανάβλεπα αργότερα. Την άφησα να στέκεται πίσω απ΄τη τζαμαρία του μικροσκοπικού τυροπιτάδικου. Όρθιοι κατευοδώνουμε τους άλλους και έπειτα σωριαζόμαστε βαθιά ανάλογα πόσο βαραίνει ο αποχωρισμός. 

Τριάντα χρόνια μετά. 'Εχεις χορτάσει απ' όλα. Και έρωτες, τόσους που έχασες το μέτρημα, και φίλους από τη Νέα Ζηλανδία, ως το Ισραήλ, την Κένυα, την Τσεχία και την Ουρουγουάη, και ταξίδια σ' όλη την ήπειρο, κι αγάπη από αυτούς τους ίδιους που αγάπησες, και σαξές εδώ κι εκεί, και γέλια στα όρια της ύβρης. Και πόνο. Πολύ πόνο, κάθε είδους, ό,τι πόνο θες. Αλλά θα διαλέξεις τον γελωτοποιό και τον βασιλιά για τη βόλτα σου, θα σου πει εκείνη στην πολυθρόνα πίσω σου, ενώ βρίσκεσαι σωριασμένος ανάσκελα σε μια ψυχαναλυτική σχεδία ανάμεσα στα μνημικά κύματα. Κλάμα ναι, κλάψα πουθενά και για κανένα λόγο. Θα λες είμαι χορτάτος και θα το εννοείς. Το μόνο που στερήθηκες είναι η στέρηση.

Μετά πρέπει να κρύβεις την κοιλιά σου, μη δουν οι στερημένοι άνθρωποι πως την έχεις κάνει ταράτσα. Καλοπέραση και ευωχία. Κάθε σάρκα που απόλαυσες, του άλλου η λευκή νύχτα. Κάθε απογείωση για άλλο τόπο, του άλλου το ρουτινιάρικο, μίζερο πηγαινέλα. Κάθε γάργαρο γέλιο, του άλλου η παγωμένη κατήφεια. Κάθε κατόρθωμα, του άλλου η καθήλωση στα ίδια και τα ίδια και τα ίδια. Ναι; Όχι. Στατικότητα. Λιμνάζοντα ύδατα. Βούρκο. Θα σε κάνει να βουρκώσεις αργά ή γρήγορα. Και τα δάκρυα; Κι αυτά τελικά ποταμάκι που θα σε πάρει παρακάτω σα χάρτινο καραβάκι. Ο άλλος δε βλέπει χαρτί. Ατσάλι ίσως.

Και μόνο η ψυχαναλυτική σχεδία μετά πάει κόντρα στο χρόνο. Μεγάλωσες τόσο που βλέπεις αυτή τη γυναίκα απο ψηλά. Και με λεφτά στην τσέπη. Και κάθησες και στέκεται ακόμη. Και ντρέπεσαι που έχεις και δεν έχει. Που έζησες και δεν έζησε. Που χόρτασες κι έμεινε νηστική. Αν κάνεις πως  την κερνάς τυρόπιτα θα σου δαγκώσει το χέρι. Πρέπει να πεις: εγώ, εγώ σου χρωστάω για να το δεχτεί. Κι αλληλεγγύη μόνο σ΄αυτούς που μας βλέπουν από το ίδιο ύψος. Σ΄αυτούς που καταλαβαίνουν πως ο εργάτης δεν είναι κανενός περιουσία, ούτε του αφεντικού, ούτε του κόμματος. Ο εργάτης είναι μια θεία σου που δούλευε παλιά σε τυροπιτάδικο και μετά λαντζιέρισα και μετά καμαριέρα και μετά βοηθός μάγειρα και κάθε δουλειά του ποδαριού, όρθια, πάντα όρθια. Και μετά τρίψε-τρίψε, καθάρισε κι άλλη πατάτα, κι άλλη πατάτα να φάνε τριακόσιοι, θα σακατέψει και μέση και πόδια και χέρια. Και δισκοκήλη και φλεβίτιδα και τενοντίτιδες. Και δε μπορείς πια να την κεράσεις μια τυρόπιτα γιατί θα σε δαγκώσει. Και δεν είναι ένα σκυλί να του χαϊδέψεις έστω το κεφάλι. Εδώ είμαστε.

11/11/12

μη φας, έχουμε γλαρόσουπα και μπούτι από ελικόπτερο

Διαβάζω εδώ κι εκεί προτροπές σε λαϊκή εξέγερση που έχουν υπερβεί τα όρια της γραφικότητας και μου προκαλούν αμφιθυμία, αν πρέπει να καγχάσω, να προβληματιστώ, ή να φρικάρω για το πόσο βαθιά politically naive μπορεί να είναι κάποιος που συντάσσεται ή ακόμα χειρότερα συντάσσει αυτή την προτροπή.
Ποιος ακριβώς λαός θα εξεγερθεί και ενάντια σε τι ακριβώς;
Ας μου υποδείξει κάποιος, ποια προεργασία έχει επιτελεστεί, ποιες ζυμώσεις έχουν συντελεστεί και μέσα από ποιες ιστορικές μεταβολές έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε να δικαιούμαστε να μιλάμε για λαϊκή εξέγερση;
Να θυμίσω ότι οι αγανακτισμένοι της κάτω πλατείας Συντάγματος δεν κατόρθωσαν να συντάξουν μισό μανιφέστο; Να θυμίσω ότι το μεγάλο αντιμνημονιακό μπλοκ συναποτελείται, είτε μας αρέσει, είτε όχι, από εντελώς ετερόκλιτα στοιχεία, από λογής απολειφάδι της ακροδεξιάς, κι από μαχαιροβγάλτες νεοναζί μέχρι σταλινικούς, από συνειδητοποιημένους αριστερούς, απολιτίκ μικροαστούς, μπαχαλάκηδες, χουλιγκάνια μέχρι πασιφιστές αναρχικούς κλπ; Πώς ακριβώς θα δράσει ως ομοιογενές πλήθος με κοινά αιτήματα και εναντίον ποιου ακριβώς; Της κυβέρνησης που συγκροτήθηκε πριν λίγους μήνες;
Το ότι το αντιφά μέτωπο και η Αριστερά έγινε κολυμπήθρα του Σιλωάμ της αντιμνημονιακής πτέρυγας, ώστε το κάθε μέχρι πρότινος πασκοννεδιτάκι να ξεπλύνει την πολλή μεταμοντερνιά και το λαϊφσταϋλίκι, μεταπηδώντας σε κάτι το πιο διαδραστικό, κάτι που θα πλήξει την πλήξη του, δεν συνεπάγεται πως έχουμε να κάνουμε με ένα συνειδητοποιημένο πολιτικά κόσμο που θα μπορέσει να εγκατελείψει την ευκολία της εικονικής επανάστας για να σφαχτεί στους δρόμους. Γιατί θα πρέπει να είναι κανείς επικίνδυνα ανιστόρητος για να προτρέπει σε εξεγέρσεις χωρίς να του μυρίζει ανθρώπινο αίμα. Εκτός βέβαια αν το εννοεί κανείς όπως τον Μιλτιάδη Έβερτ που στα 90s κυκλοφόρησε το σλογκανάκι "ειρηνική επανάσταση", προδίδοντας όμως έτσι τις καταβολές του.
Καταλήγοντας, περιττό να πω ότι ο καθένας μπορεί να έχει όποια ιδιωτική φαντασίωση θέλει, για τους δικούς του λόγους, που άπτονται όμως της ψυχανάλυσης και όχι της πολιτικής. Μπορεί κανείς να συμβουλεύεται αποκλειστικά και μόνο το θυμικό του και μ' αυτό να πορεύεται στον βίο του. Στο δημόσιο λόγο δεν βλάπτει να μην παραθέτουμε έτσι ασυλλόγιστα και ανέξοδα όποια μπαρούφα μας κάνει να φαινόμαστε πιο ρηξικέλευθοι, που είναι βέβαια το σύγχρονο trend και στο οποίο είναι εύκολο να παραβγαίνουμε χτυπώντας πλήκτρα στο keyboard.



9/11/12

ΝΑΙ, θα εκτεθούμε στο εξωτερικό

Αποφασίσαμε να εκτεθούμε στο εξωτερικό. Μας ζητήθηκε να ετοιμάσουμε exhibition στο ΜοΜΑ, στη Νέα Υόρκη, με θέμα τη νέα εποχή που ανέτειλε για τον τόπο χάρη στο σθένος των 153 να υπερψηφίσουν το Μνημόνιο ΙΙΙ. Θα θέλαμε να σας εκθέσουμε το proposal που έχουμε καταθέσει στο Μουσείο με τίτλο "ΝΑΙ".

Στο κέντρο της αίθουσας θα υπάρχει ένα stand όπου θα δεσπόζει μία αντιασφυξιογόνα μάσκα στην οποία θα ακουμπά, γερμένο στο πλάι, ένα φιαλίδιο δακρυγόνου ενώ στο πάτωμα γύρω από το έκθεμα θα έχουν τοποθετηθεί ατάκτως ερριμένες πλαστικές σφαίρες σε ρινίσματα χρυσου, ώστε να έχουμε
και μιας εσάνς από Σκουριές, γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα. 

Εκατέρωθεν του stand θα τοποθετήσουμε δύο Doxiadis, ημίγυμνους. Ο μεν Αρίστος θα είναι δαφνοστεφανωμένος και θα κρατάει ένα μήλο δαγκωμένο και ένα βέλος (ταυτόχρονη αναφορά στην Apple, στους πρωτόπλαστους, τον Γουλιέλμο Τέλο και το Νεύτωνα). Ο δε Απόστολος θα φέρει ακάνθινο στεφάνι επί της κεφαλής, με κέτσαπ στο μέτωπο και θα κρατάει ένα μονόκλ και ένα γιαταγάνι, ενώ στο λαιμό θα έχει περασμένο ανάλαφρα έναν πύθωνα.

Στον τοίχο μπροστά από τα Doxiadis θα έχουμε ένα γιγαντιαίο patchwork από την αρθογραφία όλων των μεγάλων σύγχρονων Ελλήνων διανοητών, όπως τον Γεργελέ, τη Σώτη, τον Χωμενίδη, τον Τάκη Μίχα, τον Πετρουλάκη, τον Πρετεντέρη, τη Σπυράκη, τον Πάσχο, τον Παπαχελα, τον Μπάμπη τον Παπαδημητρίου, τον Πορτοσάλτε και βέβαια της Χριστίνας Ταχιάου.

Στον τοίχο όπισθεν του κύριου εκθέματος θα προβάλλεται έργο σεξ, με τον κο Στουρνάρα κεκλιμμένο επί γραφείου στα γυμνά οπίσθια του οποίου καταφέρει αλλεπάλληλα χαστούκια ο κος Σόιμπλε, μια επιρροή από την ταινία "Η Γραμματέας", ενώ τα πλαφ από τη χειροδικία θα ακούγονται στην αίθουσα.

Η μουσική επένδυση θα αποτελείται κατά βάση από κλασική μουσική, και ένα μιξάζ από τα αγγλικά του Ζιζέκ και ρεφρέν από Μπουγά και Φλωρινιώτη.

Από το ταβάνι θα κρέμεται με αλυσίδες εν είδει πολυελαίου Αιγύπτιος μετανάστης με μώλωπες, εκδορές και οιδήματα, ο οποίος κατά διαστήματα θα πετάει φέιγ βολάν διπλής όψεως: από τη μία θα γράφει χρυσαυγίτικα συνθήματα και από την άλλη την απόφαση του εισαγγελέα για τον βασανιστή φούρναρη.

Παράλληλα στην αίθουσα θα υπάρχει ζωντανό (διπλής ανάγνωσης) δρώμενο. Ο Θάνος Τζήμερος ντυμένος μπαλαρίνα θα εκτελεί πιρουέτες και σπαγγάτο συνδυάζοντας Δράση και Δημιουργία Ξανά.


Στην έξοδο της αίθουσας θα υπάρχει πάγκος όπου θα πουλιούνται CD με τα updates στην κουλτούρα της μεταπολίτευσης. 

Όλοι σε φωνάζαν χορηγό
κι ήξερες μονάχα να διατάζεις 
έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ 
για να μου τα στάζεις.    #ένα τραγουδάκι για το ανθρώπινο πρόσωπο των Τραπεζών και του ΟΠΑΠ

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο
που ήξερε και έριχνε πολύ μπετόν  #για τον φίλο μας τον Babis τον Vovos

Πέρα στα πέρα campus (δις)
που είναι τα degrees #για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια 

5/11/12

Σπορτίγκα

Ακούς την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου από το στόμα του Μάλαμα, σε ένα κατάμεστο στάδιο από ανθρώπους που συνέρρευσαν για τη συναυλία αλληλεγγύης και οικονομικής ενίσχυσης των 15 συλληφθέντων της αντιφασιστικής μοτοπεριπολίας. Το κλειστό του Σπόρτιγκ γέμισε και οι ουρές απέξω φτάνανε μέχρι τον ΗΣΑΠ. Καμιά δεκαριά χιλιάδες άτομα τα υπολογίζουν.. Και δε σου λέω πως όλοι είχαν συνείδηση του σκοπού της συναυλίας. Κάποιοι πήγανε να ακούσουν Αγγελάκα, Μάλαμα, Ιωαννίδη και τους Illegal με μόνο 6 ευρώ. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Σημασία έχει που βρέθηκαν εκεί και φεύγοντας θα κατάλαβαν αυτά που καταλάβαμε όλοι: πως είμαστε πολλοί. Είμαστε ένα στάδιο κατάμεστο, ένα στάδιο πριν τη συνειδητοποίηση.

Όμως τα προηγούμενα χρόνια άκουσες την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου, ξώφαλτσα έστω, από το στόμα του Νότη Σφακιανάκη σε πίστες. Από κάτω είχε μπράβους, ιδιοκτήτες μαφιόζους, κονσομασιόν, drugs. Κάτι μυστήριοι τύποι άνοιγαν φιάλες με ουίσκυ, οι παρκαδόροι αραδιάζανε τζιπάρες στη σειρά, οι λουλουδούδες έρραιναν μαδημένα γαρύφαλλα τον άρχοντα του κιτς, κάτι σκυλούδες χόρευαν τσιφτετέλια. Κι όλο αυτό θύμιζε τη σκηνή του πάρτυ στο Requiem for a dream. "Ass to ass" δίνει το παράγγελμα ένας από τους φραγκάτους και τα δυο call girls γίνονται αντικείμενο πλήρους εξευτελισμού.

Αργότερα, όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν, το
κατασκεύασμα της εγχώριας σόου μπιζ που ενσάρκωνε τον λαϊκό νεόμαγκα, που θέλει τη γυναίκα σκλάβα και κυρά, που αγαπάει με πάθος την πατρίδα του, που θρησκεύεται, που δηλώνει αναρχικός στις τηλεοράσεις και όταν τον ρωτάνε τη γνώμη του για τον Χριστόφορο Μαρίνο, ρωτάει με ντεμέκ μπλαζέ ύφος μασώντας την αιώνια τσίχλα "Ποιος είναι ο κύριος;" θα αποκαλύψει όλη τη φασιστική του σαβούρα. Αυτός και οι όμοιοί του. Και έχει λαϊκό έρεισμα γι' αυτό και οι πρωινατζούδες θα του δώσουν βήμα να εκφράσει τις φασιστικές του απόψεις, την απροκάλυπτη υποστήριξή του στη ΧΑ, η οποία μετατράπηκε από μπράβος των νυχτερινών κωλάδικων σε μπράβο κάθε λογής αφεντικού.

Κι όταν το όνειρο τελειώνει, όταν η Δεξιά μείνει ατάιστη, δε θα αρκεστεί ούτε σε ψήφο στη ΝΔ, ούτε σε ψήφο στην ακροδεξιά, αλλά στην εγκληματική οργάνωση της ΧΑ. Θα δράσει όπως έχει μάθει από τους γκεσταμπίτες, τους ρουφιάνους, τους δοσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, τους βασιλόφρονες, τους χουντικούς, τους βασανιστές, τους παρακρατικούς, τους τραμπούκους παππούδες της. Η Δεξιά απ' άκρη σ' άκρη καταλαβαίνει μόνο από μάσα.  Αν στερηθεί το μαμ, με ό,τι αυτό σημαίνει για το (υπ)ανθρώπινο είδος, θα μας κατασπαράξει. 

Ο εμφύλιος μαίνεται ακόμα και στο πολιτισμικό κεφάλαιο. Οι χρυσαυγίτες απλώνουν τη βρώμικη χερούκλα τους στην Μπαλάντα του κυρ Μέντιου και το ποίημα του Βάρναλη γίνεται το παιδί για το οποίο ερίζουν οι δυο γυναίκες και τη λύση δίνει ο Σολομώντας διατάσσοντας να το τεμαχίσουν στη μέση. Και τότε φαίνεται ποια είναι η πραγματική του μάνα. Εκχωρήσαμε οι φορείς του συγκεκριμένου πολιτισμικού κεφαλαίου το δικαίωμα να το μεταχειρίζονται οι σκυλάδες. Την ίδια ώρα όμως, η κακιά μητριά, αυτή που δεν της ανήκε το κεφάλαιο, επώαζε το αυγό του φιδιού. Κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά, την πρώτη μέρα, που λέει ένα άλλο τραγούδι, τόσο συνυφασμένο με την μεταπολίτευση, μια κουλτούρα που προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις στους μουτζαχεντίν του Μίλτον Φρίντμαν, τους νεοφιλελέδες, που ενισχύουν το  ιδεολογικό οπλοστάσιο τους μίσους στους νεοφασίστες.

Το μήνυμα είναι ένα και ισχυρό: το Σπόρτιγκ ήταν τίγκα. Είμαστε πάρα πολλοί και είναι λίγοι. Τους έχουμε. Να τους τσακίσουμε όπου τους πετύχουμε. Με όποιον τρόπο μπορούμε.


31/10/12

λοτταρία

Είχε διαβάσει κάπου ένα ποίημα που πήγαινε περίπου έτσι: I'll meet the one, near Christmas, around evening in some laundrette. Και τέλειωνε λέγοντας πως θα επλεναν μαζί ό,τι τους λέρωνε, να βγουνε έπειτα αγκαλιά στους στολισμένους δρόμους.
Έτριψε το βρώμικο τζην του στο γόνατο που ακουμπούσε στο στήθος του, έτσι όπως καθόταν στο τσιμεντένιο δάπεδο. Έτριψε ξανά το τζην ώσπου εμφανίστηκε ένα τζίνι. «Θέλω να με πας πίσω στο χρόνο». Μια mercedes έκανε όπισθεν καθώς αποχωρούσε με δυο πελάτες από το Savoy. Το τζίνι έτριψε λίγο το καραφλό κεφάλι του, τον κοίταξε με απορία σηκώνοντας τους ώμους και μετά, τσουπ, ξαναχωθηκε στο μαγικό ρουθούνι του.
Την επόμενη στιγμή ένα ακόμη λευκό σύννεφο ινδικής κάνναβης έβγαινε από τη μύτη του και σχημάτιζε συννεφάκια σκέψης που έγραφαν με κεφαλαία: Χιλιες και μία νύχτες. Ε;
Το έψιλον και το ερωτηματικό ήταν τυπογραφικό λάθος γιατί δεν είχε καμία ερωτηση κατά νου. Ήταν όλα κάπως απαντημένα. Ακόμα και το μεγάλο ερωτηματικό: ήταν αυτός ή κάποιος άλλος;
Το πολυκατάστημα πίσω του άρχισε να παίζει Brahms. Τα συννεφάκια της σκέψης τα έκαναν μαξιλάρι κάποια παχουλά γυμνά αγγελάκια που μετά έγιναν χερουβείμ του Ραφαέλο Σάντσιο, κι έπειτα τσάντες, κούπες, μπρελόκ, αυτοκόλλητα, ατζέντες και τετράδια.
Η ίδια μελωδία, με ίδια όργανα, όπως ακριβώς το νανούρισμα που ακολουθούσε το τράβηγμα ενός κορδονιού από την Μάμμυ. From organs to orphans. Τον εγκατέλειπε μέσα στις νότες. Κι  από την αγκαλιά της, τον παρέδιδε στην αγκαλιά του Μορφέα. Όμως αυτός θα πρέπει να ήταν ο πιο υπουλος molester στο Manchester. Όνειρα φριχτά.
Όπως αυτό το δίπατο κόκκινο αλλά ξεσκέπαστο λεωφορείο που κουβαλούσε τουρίστες από τη Leicester Square προς το Waterloo στην ονειρεμένη μητρόπολη του East End που η μπόχα του πάντα θα αναδίδεται από το ξεφύλλισμα της Ιστορίας.
Εκείνος καθόταν στο πεζοδρόμιο, με δυο πλαστικα κυπελλάκια. Το ένα για νομίσματα. Το αυτί μιας χαρτόκουτας έγραφε με μαρκαδόρο hunger απ' τη μια όψη, ενώ απ' την άλλη κάποιοι μεθυσμένοι πιτσιρικάδες χτες στον υπόγειο του έγραψαν με στυλό hungover.
Τράβηξε από την κωλότσεπη ένα δελτίο από τη χτεσινή λοτταρία και έφτυσε μια χλέπα.
Αυτό το τζην κάποτε το έβαλε μπουγάδα σε κοινόχρηστα πλυντήρια. Όταν το πήρε σπίτι βρήκε ένα φθαρμένο χαρτί στην τσέπη του παντελονιού. Το πέταξε. Θα πρέπει να είχαν περάσει χίλιες και μία νύχτες από τότε. Ήταν ένα λαχείο που' χε αγοράσει. Τους αριθμούς τους είχε καταπιεί ο κάδος της καθαριότητας. Δεν ήξερε: ήταν αυτός ή κάποιος άλλος; Αυτός ήταν ο υπερτυχερός εκείνου του τζακ ποτ, που ποτέ δε βρέθηκε. Καλύτερα. Στο άλλο κύπελο είχε ακόμα αχνιστό τσάι.