26/1/13

τα αστεία και η φάρσα

«Τα περιστατικά λοιπόν, εκτός του ότι συμβαίνουν, του ότι υπάρχουν, λένε και κάτι;»
 
«Το αστείο» - Μίλαν Κούντερα 


Στην τελευταία σελίδα της «Ελευθεροτυπίας» δέσποζε κάποτε η Μαύρη Τρύπα, η λαοφιλής στήλη του γνωστού δημοσιογράφου και μετέπειτα εκπομπάρχη, κομιστή, εκδότη - που αναρωτιέμαι, με την ευκαιρία, ποια ιδιότητα του απέφερε το μεγαλύτερο οικονομικό κέρδος. Η Μαύρη Τρύπα, που με τα λογοπαίγνια και τα αστειάκια της για τις ξανθές, τους Αλβανούς, τους μαύρους, τους Εβραίους, τους gay και τις κρεβατοκάμαρες των επιφανών, μεσουράνησε στη δεκαετία του '90. Αρα κάποιοι γελούσαν με τα αστεία του.
Ο «οικονομικός συντάκτης», αν και προερχόμενος από την ΚΝΕ, μέσα σε μία δεκαπενταετία εξελίχθηκε στον πλαισιωμένο από το κωστοπουλικό γκλαμουράτο κιτσαριό παρουσιαστή και οικοδεσπότη όποιου ξέβραζε το μιντιακό κύμα στον αφρό της δημοσιότητας. Σήμερα είναι ο εκδότης των πηχιαίων ρατσιστικών τίτλων στα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας του, και μάλιστα σε συνθήκες ανόδου του νεοναζισμού. Παγώνουν τα χαμόγελα. Τα καλαμπουράκια του δεν ήταν ποτέ αθώα.
Ούτε τα δικά μας. Ως κομιστής, λίγο μετά την απόπειρα αυτοκτονίας του Ζαχόπουλου, διακήρυττε βαρύθυμος από το γυαλί: «Αυτή η υπόθεση ξεκίνησε με αίμα και θα τελειώσει με αίμα». Κι αναρωτηθήκαμε τότε αν εννοούσε ότι θα του έρθει περίοδος. Χιουμοράκι. Δεν μας έπεισε, βλέπεις, πως θα προβεί στο απονενοημένο διάβημα. Γιατί, όπως αποδείχτηκε και από τα γεγονότα, ήταν άλλο ένα επικοινωνιακό τέχνασμα για να εκμαιεύσει τη συμπόνοια του τηλεθεατή, υποδυόμενος, αποτυχημένα βέβαια, το ρόλο του μελλοντικού αυτόχειρα. Μετά, δοκίμασε άλλο τρικάκι, απ' αυτά που μεταχειρίζεται καλύτερα. Τα αστειάκια. Κάλεσε στην εκπομπή του τον κατοπινό υποψήφιο βουλευτή του ΛΑΟΣ, τον αυτοαποκαλούμενο «Φιλιππινέζα του Ρουβά», για να διακωμωδήσουν την υπόθεση. Και θα γέλασε κόσμος.
Ο Θέμος Αναστασιάδης είναι από τα πιο ακραία παραδείγματα όχι μετάλλαξης αλλά αποκάλυψης ενός ολόκληρου χώρου, που προφανώς δεν ταυτίζω με τους αριστερούς, μια πρόσκαιρη ιδιότητα που κι ο ίδιος εξάλλου αποποιείται. Εκπροσωπεί όμως το σμήνος του μεταγενέστερου «δηλωσία», εκείνου που απεμπόλησε με ευκολία τις αξίες και τις αρχές με τις οποίες εμφανιζόταν ανέξοδα να εμφορείται, υποτίθεται. Και δεν τις απαρνήθηκε γιατί λύγισε από τους άγριους βασανισμούς του κάθε Μάλλιου και Μπάμπαλη στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας, αλλά γιατί σαγηνεύτηκε από την επαγγελία μιας ζωής χωρίς αυτό που τους ήταν μέχρι πριν τα 80s μέγγενη: το πολιτικό. Του πολιτικού ως ματιά.
Το βλαχομπαρόκ lifestyle παρεισέφρησε και σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, αντιστοιχώντας παράλληλα προϊόντα της μεταπολιτευτικής κουλτούρας με συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους (ΚΚΕ ή αναρχικό, δεν έχει σημασία), αρκεί να μην υπάρχει συναλλαγή, να περιθωριοποιηθεί, επιβάλλοντας το απολιτίκ ως όρο στο δημόσιο λόγο και όχι μόνο. Ο δρόμος προς τα σημερινά απεταξάμην την «κουλτούρα της μεταπολίτευσης» από τον κυρίαρχο χυλό, από χίπστερ μέχρι σκληροπυρηνικούς νεοφιλελεύθερους, είχε στρωθεί.
Συγχρόνως, η ανερμάτιστη πολιτικά πρόσληψη της λογοτεχνίας που προέκυψε δημιούργησε ένα κοινό που εκτόξευε σε πωλήσεις την πεζογραφία του πετί μπουρζουά. Ολη αυτή η πορεία στον καταχρηστικά ερμηνευόμενο ως μεταμοντέρνο λόγο -ή με το μεταμοντέρνο ως προκάλυμμα- ασφαλώς και θα λειτουργούσε έπειτα ευνουχιστικά ως προς βαθιά πολιτικοποιημένα και πολιτικά κείμενα. Τα σημερινά.
Και πια ακούμε τον πανικόβλητο λόγο ενάντια στη στράτευση όσων απεκδύθηκαν τον αριστερό μανδύα και το πολιτικό γενικότερα και αναδείχθηκαν στη δημόσια σφαίρα ως ουδέτεροι, αποστασιοποιημένοι διανοούμενοι και γραφιάδες. Μα δεν πρόκειται για στράτευση. Σήμερα δεν έχουμε άλλη εκλογή από το να πάρουμε θέση. Κι ας σπεύδουν να αποσοβήσουν τον κίνδυνο να απογυμνωθούν πολιτικά. Είναι πολύ πια αργά για όλους. Η ιστορικότητα των στιγμών δεν αφήνει περιθώρια για άλλα μασκαρέματα. Κρινόμαστε όλοι. Κι από τα ήσσονος σημασίας. Προπάντων από αυτά.
Στην εποχή της αγοραίας αριστεροφροσύνης χώρεσαν όλοι. Το νου μας μόνο, γιατί, αν ισχύει η ρήση του Μαρξ πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται τη δεύτερη φορά σαν φάρσα, δεν θα γελάσει κανείς.


24/1/13

Όλα 090 >> Luben

niem1
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος περιοδεύει. Το σχολείο κλειστό για να φανούμε πολλοί στο “παλλαϊκό συλλαλλητήριο” ενάντια στα Σκόπια. Έτσι θολά. Εμείς κοίταξε, όχι ούτε και αυτοί δεν ήθελαν να ακούσουν, αλλά είπαμε για να τoπάρουν αλλά ύστερα, με ό,τι τους είπαμε, και θέλανε αυτοί αλλά, είπανε όχι θέλαμε να το πάρουμε, ε, και εμείς είπαμε όχι να μην το πάρει κανείς. Μαθαίναμε την Ιστορία στα βαλκάνια σε στυλ Θωμάς Μάτσιος του Εδεσσαϊκού. Η πόλη βούλιαζε από κόσμο για την υποδοχή του προκαθήμενου. Βούλιαζε από σημαίες γαλανόλευκες, κίτρινες με το δικέφαλο, εθνικιστικές κορώνες, ρασοφόρους. Γενικά βούλιαζε.
Στην κυβέρνηση ο φιλελεύθερος. Φιλελεύθερος μεν, και φουλ της Εκκλησίας δε. Φιλελεύθερος μεν, και φουλ οικογενειοκρατία/συντεκνιές/διαπλοκές δε. To παράδοξο του Χάιζενμπεργκ είναι πιο απλό να το εννοήσεις. Δεν του έμελλε του «γκαντέμη» να κυβερνήσει για πολύ. Πρόφτασε όμως και ταχτοποίησε 66 προβληματικές επιχειρήσεις του ΟΑΕ. Που θα πει, ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές και λουκέτα. Δες τι ωραία που τα λέει σήμερα το Wikipedia: “και διευκολύνθηκε με την απομάκρυνση του μη αναγκαίου προσωπικού η αποκρατικοποίηση των υπολοίπων που είχαν απομείνει (συνολικά μειώθηκε, από το 1989 μέχρι το 1993, το προσωπικό των επιχειρήσεων αυτών κατά 9000 εργαζομένους)”. Τι γλυκό. Εννιά χιλιάδες σπίτια βιώσαμε την ανεργία ήδη από τα 90s. Δεν περιμέναμε την Τρόικα.
niem2
Υπουργός Παιδείας ο Κοντογιαννόπουλος. Είχε δώσει εντολή να τυπωθούν στο πόδι κάτι βιβλιαράκια μπλε βαθύ, όπως η Ελλάς όπως η ΝΔ, με εξώφυλλο το άστρο της Βεργίνας. Τότε ο ΟΕΔΒ εξέδιδε και εκτάκτως βιβλία για να τονώσει το εθνικό φρόνημα αλλά πια ούτε τα βασικά εγχειρίδια δε δύναται. Τώρα φωτοτυπίες. Αύριο θα τα πληρώνεις. Αργότερα μεταπήδησε στο ΠΑΣΟΚ ο τότε σκληροπυρηνικός Υπουργός. Ο Σαλπιγγίδης με πιο βαριά καρδιά έφυγε από τον ΠΑΟΚ. Οι παίχτες πιο πολύ την πονάνε τη φανέλα που βγάζουν στη μεταγραφή.
Φανάρι και Μαξίμου χέρι-χέρι στο δρόμο για Καρατζαφέρη κι αυτός στο δρόμο για χρυσαυγίτικα πογκρόμ. Άνοιγαν τα σύνορα. Έμπαιναν οι αλβανοί. Αν δεν έχεις μετανάστες, ποιο να δείρεις; Τον αδελφό; Το αίμα σου; Και αυτόν. Αλλά ξεκινάς από τον ξένο. Φτηνά εργατικά χέρια. Γκασταρμπάιτερ αλά ελληνικά. Άλλο εμείς τότε στη Γερμανία. Δεν είμαστε αλβανοί. Αργότερα, θα ακουστεί: αλβανέ, αλβανέ δε θα γίνεις έλληνας ποτέ. Ξέπεσαν κι αυτοί. Φτιάξανε σπίτια, ρίζωσαν. Φέρε πιο εξαθλιωμένους να μαχαιρώσω. «Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά. Περιπλανώμενος δυστυχισμένος. Μακριά απ’ της μάνας μου την αγκαλιά». Δεν ακούγανε και κανέναν Τσιτσάνη, καμιά Μπέλλου να εξανθρωπιστούν τα δίποδα.
Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο ήταν το καλύτερο εργάκι που θα μπορούσαμε να έχουμε δει. Ιδιωτική τηλεόραση πλέον. Μegaλεία. Έβγαινε ένας τύπος βραδύγλωσσος, με φράντζα και γυαλί, μορφονιός, σα να το έσκασε απο σίτκομ με αμερικάνικο κολλέγιο των 80s. Πιο φλώρο δεν είχα δει. Τότε έκανε σπικάζ στους πάτριοτ και σκούντ. Το κάναμε καλοκαιρινό του Κουβέιτ. Τώρα κάνει τον εκδότη και ανησυχεί για τη διακίνηση (sic) ναρκωτικών στις καταλήψεις. Μάλλον γιατί οι φίλοι του στο σταρ σύστεμ και στις βίλες στον άπω βορά της Αττικής τα θέλουν όλα για (τα) πάρτυ τους.
niem3
Μαζικές καταλήψεις σχολείων. Θέλω κάποτε να μπορώ να γράψω στο CV μου πως ήμουν στη συντονιστική επιτροπή των καταλήψεων. Μάλλον όταν εκλεγεί ο Τσίπρας κυβέρνηση. Τότε που θα έχω με τον πρωθυπουργό όμοια προϋπηρεσία στα δεκαπενταμελή. Οι καταλήψεις εξαπλώνονται σε όλη τη χώρα. Πανεκπαιδευτικά συλλαλλητήρια. Σ’ αυτά κατεβαίναμε με τη θέλησή μας, όχι σαν τα εθνοχριστιανικά που μας σέρνανε με το δόλωμα της έκτακτης αργίας.
Είχανε και πολλά χρόνια να κυβερνήσουν. Ήθελαν και θατσερισμό, ήθελαν και σωβινισμό, ήθελαν και οικουμενικούς πατριάρχες, ήθελαν και μετανάστες, θέλανε και ευρωπαϊκό πρόσωπο, έλεγε και ο λαός πως δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά, είχαν σφίξει και οι Ρέηντζερς και οι Κένταυροι της ΟΝΝΕΔ κι ήθελαν να ξεδώσουν, τους αποκαλούσε κι ο κόσμος τραμπούκους, δε θέλει πολύ να γίνει το κακό. Ο Καλαμπόκας δολοφονεί το Νίκο Τεμπονέρα. 08 Ιανουαρίου 1991.
niem4
Την επόμενη χρονιά ο Σάκης Ρουβάς θα έκανε την παρθενική του εμφάνιση χοροπηδώντας σα μαριονέτα με το άσμα «1992 μαζί κι αυτό το χρόνο, μαζί εμείς οι δύο». Και ο μετέπειτα υποψήφιος βουλευτής του ΛΑΟΣ, ο αυτοαποκαλούμενος και φιλιπινέζα του Ρουβά, θα μας μυήσει στο λαϊφστάιλ μαζί με όλο το κωστοπουλικό στερέωμα. Όλα καλά, θα πει ο Σάκης. Ola skata, θα πει αργότερα ο Τζιμάκος. Μάντεψε ποιος θα έχει δίκιο.



Για το Luben

22/1/13

ζήσε τον εφιάλτη σου

Κοίτα να δεις πώς θα γίνει. Θα σου λένε πως είμαστε ένα έθνος που γερνάει, πως πάσχουμε από υπογεννητικότητα, πως ήρθαν οι αλβανοί, μετά οι αφρικανοί και τώρα οι πακιστανοί να γεννοβολήσουν στην πατρίδα σου -αφού σε έχουν μάθει να το προφέρεις καθαρά "πα-τρί-δα"- και να μπασταρδέψουν τη DNA σου, που ήταν πεντακάθαρο από Τούρκους, Ενετούς, Άραβες κλπ, και πως αυτό που κρέμεται στη βαλκανική χερσόνησο υπήρχε από πάντα όπως ακριβώς το βλέπεις. 

Γεννάς έναν έλληνα ακόμα, που έγραφε η στιχουργός που έπειτα θα βάλει πλάτη το 2004 ως σύμβουλος λογοτεχνίας και γραπτού λόγου των Ολυμπιακών Αγώνων και θα γράψει και τους στίχους για το τραγούδι της Ολυμπιακής Λαμπαδηδρομίας, "Να το φως", και που τώρα ξεχρεώνεις το πανηγυράκι που επόπτευε παράλληλα το ζέπελιν από ψηλά.

Θα σου έχουν πει για αποκέντρωση, θα μείνεις στο νησί σου, στη Λέρο. Μετά θα σε πείσουν πως μαζί τα φάγαμε, και "στο νοικοκύρεμα του σπάταλου ελληνικού κράτους"  θα περιλαμβάνεται ο μοναδικός παιδίατρος του νησιού υπονοώντας πως γόνιμη γυναίκα στο νησί της άγονης γραμμής, δεν είναι καλή ιδέα. 

Μετά θα διακομιστεί το ετοιμοθάνατο νεογέννητό σου στο πλησιέστερο νοσοκομείο, αν υπάρχουν καύσιμα για ελικόπτερο του ΕΚΑΒ, γιατί τα καύσιμα διατίθενται κατά προτεραιότητα στα ελικόπτερα της ΕΛΑΣ που περιπολούν τον αττικό ουρανό, τους διαδόχους του ζέπελιν, ώστε να πατάξουν την ανομία στις καταλήψεις

Αλλά επειδή σώθηκαν τα κονδύλια, θα έχουν γίνει αιματηρές περικοπές στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και τον εξοπλισμό του ΕΣΥ και δεν έχει σημασία αν πλήρωνες ασφαλιστικά ταμεία τόσα χρόνια. Κάπως έπρεπε να πληρωθεί ο κομιστής του DVD, κάπως έπρεπε να γίνουν οι off-shore, κάπως έπρεπε δηλαδή να "εξορθολογιστεί ο δημόσιος τομέας" (sic).

Και σου έχει μείνει κάποια πρόσβαση στο ίντερνετ. Μπαίνεις και ρωτάς φρικαρισμένη άλλες μανάδες τι να κάνεις με το παιδί που το βλέπεις να αργοσβήνει.     Από ασιτία. Βασίζεσαι στην καλοσύνη των ξένων. Είσαι ό,τι πρέπει για φιλανθρωπία, δηλαδή για φοροαπαλλαγές και πιστοποίηση εταιρικής κοινωνικής ευθύνης από την μεγάλη παρέα της πραγματικής ανομίας. 

Παρόλαυτα, το παιδί σου θα πεθάνει. Θα έχεις ζήσει δηλαδή τον απόλυτο εφιάλτη. Αλλά δεν θα αρκεί. Κάποιος εισαγγελέας θα σε φορτώσει με την κατηγορία της παραμέλησης βρέφους και θα διατάξει διενέργεια έρευνας. Ζήσε τον εφιάλτη σου στην Ελλάδα. Ο Εφιάλτης που πρόδιδε ρημάζοντας την πατρίδα σου ήταν ο πιο πατριώτης.

18/1/13

να βάλω τα πολιτικά και να φυσάει


Πριν από τέσσερα χρόνια, πάθαινε η μικρή ωτίτιδες απανωτές. Έψαχνα λοιπόν έναν παιδο-ωρλ.
Και καθώς ήμουν ξεκομμένη από Ελλάδα και από κοινωνικά δίκτυα είχα μόνο εικονικά, μπήκα σε ένα φόρουμ για γονείς και ρώτησα αν ξέρουν κανέναν να μου συστήσουν.
Έσπευσαν ίσαμε πέντε μανουλες στο ίντερνετ να μου συστήσουν έναν εξαίρετο επιστήμονα και πάγκαλο άνθρωπο (σικ σικ). Τον γκούγκλαρα. Υπήρξε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με τη ΝΔ. Ξανά log in στο φόρουμ, λέω: πείτε κανέναν άλλο γιατί δεν τον θέλω αυτόν. Γιατί καλέ; Να μάθουν οι γειτόνισσες του διαδικτύου. Γιατί ειναι ΝΔ. Δεν τονε θέλω. Πανικός. Τι μπλέκω τα πολιτικά με το παιδί μου. Τι πράματα είναι αυτά; Σε λίγο καιρό με μπάναραν από φόρουμ γονέων.

 /////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Eμένα ήρθε ο φίλος μου ο αλουμινάς να φκιάξει κάτι ρολά που είχαν χαλάσει.
Kαι φέρνει δύο παιδιά που δουλεύουν μαζί του, ένα εκ των οποίων έχουμε παίξει και μπάλα κανά δυο φορές. O Tζίμης.
Kαι μου λέει, καθώς ο Tζίμης δουλεύει να βάλει το ρολό μου: "Kαμάρωσε τι άτομα έχω στη δούλεψή μου. Ψήφισε χρυσή αυγή και καμαρώνει".
Το παιδί καθώς δουλεύει, ψιλοντρέπεται και χαμογελάει.
Ο δε φίλος μου έχει ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ.
Του λέω "Υπάρχουν και χειρότερα. Άλλοι ψήφισαν Σαμαρά".

//////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Κι όταν έπρεπε να βρούμε γυναίκα να μας κρατάει το παιδί, νιούμπηδες στην Αθήνα, ποιος να μας συστήσει άνθρωπο που να εμπιστευτείς ένα δίχρονο; Τι αγωνία πάλι τότε. Τελικά βρήκαμε μία. Οριακά. Έρχεται στο σπίτι η νταρντάνα η νταντά. Κάπου εξήντα χρονών, ψυχοκόρη, σε ξένα σπίτια μεγάλωσε. Πια είχε φτιάξει κι αυτή ένα σπιτάκι κι έλεγε καλά είμαι εδώ, σα στίχος του Μιχάλη Κατσαρού.
Ψυχαναγκαστική με την καθαριότητα, έβρισκα το σπίτι κάθε μέρα λαμπίκο. Καμιά φορά μαγείρευε κιόλας. Αν είχα προλάβει να μαγειρέψω, μου έκοβε σαλάτες. Δεύτερη μέρα δεν άφηνε σακούλα στους σκουπιδοτενεκέδες. Μου την έδινε η τόση κατανάλωση πλαστικού αλλά δεν έλεγα και τίποτα. Γιατί ήτανε νταρντάνα, είχε και αλά γκαρσόν μαλλί, μάσαγε και τσίχλα, τη φοβόμουνα. Της έπιανα κουβέντα για τα θέματα της επικαιρότητας. Να δω πού κινείται. Τα κάνω εγώ αυτά. Άλλες ρωτάνε για το ζώδιο. Εγώ θέλω να δω πρώτα πού το πας πολιτικά. Δεν ήταν με κανέναν λέει. Όλοι ίδιοι ήταν. Ψεύτες, απατεώνες. Δυο χρόνια μετά θα γινόταν και σύνθημα: Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή.
Έβγαζε βόλτα τη μικρή. Της μάθαινε τραγουδάκια. Της είχε αυστηρό πρόγραμμα. Κάθε μεσημέρι που σχολούσα, το παιδί κοιμόταν του καλού καιρού. Αεικίνητη και άοκνη οικιακή βοηθός. Α, ναι. Και παιδαγωγός.
Και το παιδί σου δεν το εμπιστεύεσαι σε σκατόψυχους. Ούτε δουλειές τους δίνεις. Ούτε καν τους συναναστρέφεσαι. Γιατί "όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει οτι του μοιάζει", κι όποιος λέει καλά της κάνανε, τι ήθελε και έμπλεκε;  Όποιος έλεγε: Ξένη δεν ήταν; Δεν της δώσανε δουλειά εδώ; Τι τα ήθελε τα συνδικαλιστικά; τι δουλειά έχει σπίτι σου; Καμιά δουλειά.
Έτσι, όταν ρίξανε οξύ στο πρόσωπο της Κούνεβα, στα Πετράλωνα, οι ίδιοι που προχτές σκοτώσανε τον Σαχτζάτ Λουκμάν πάλι στα Πετράλωνα, της μιας γυναίκας καταστράφηκε το ωραίο πρόσωπό της, της άλλης αποκαλύφθηκε ακόμα περισσότερο η ασχήμια. Τότε υπέθεσα πως ψηφίζει ΛΑΟΣ. Τώρα μπορώ να υποθέσω με μεγαλύτερη βεβαιότητα ποιοι έμπασαν τους εγκληματίες στη Βουλή.



από μια συζήτηση με τον Costinho




15/1/13

οι μάσκες που πέφτουν

Ενώ μιλάμε στο τηλέφωνο, κάποιος μηχανισμός μέσα της, της υπαγορεύει να χαμηλώσει τη φωνή για να με ρωτήσει συνωμοτικά σχεδόν:  "Μα δε μου λες, εκεί που είχαμε πάει την άλλη φορά με το παιδί... ήταν αυτή η κατάληψη που λένε τώρα στις ειδήσεις;" Χαμογελάω συγκαταβατικά. "Όχι ρε μαμά, στην κατάληψη της βίλας Ζωγράφου είχατε πάει εσείς". "Κι αυτή [η κατάληψη] που μπήκανε λέει τώρα μέσα και βρήκανε όλα αυτά;" Κάπου εδώ το χάνω. Ανεβάζω λίγο τον τόνο της φωνής μου: "Ποια βρήκανε μωρέ κι εσύ; Ποια βρήκανε; Για πες μου! Είδες εσύ τίποτα μυστήριο εκεί που πήγες;" Καταλαβαίνει πως κινείται κι εκείνη στις παρυφές του προπαγανδιστικού παραλόγου αλλά πρέπει να απαντήσει μουδιασμένα έστω: "Τα μπουκάλια, τις μάσκες;..."

Πριν μερικούς μήνες, μια γιαγιά  -αν και sui generis περίπτωση η δική μου η μάνα αλλά κοινωνιολογικά αν το δεις ανήκει στους νοικοκυραίους, εκείνους που στις εκλογές μετακινήθηκαν προς τα Αριστερά- πηγαίνει κάποιο σαββατιάτικο πρωινό με το εγγόνι της, τον άντρα μου και την καλύτερή μου φίλη στον αυτοδιαχειριζόμενο κοινωνικό χώρο της βίλας Ζωγράφου σε μια εκδήλωση για παιδιά. 

Επιστρέφουν όλοι σπίτι το απόγευμα πια, πασίχαροι. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Τη μικρή την έχουν μεταμφιέσει σε ινδιάνα και μου διηγείται ξετρελαμένη τα παιδικά δρώμενα που συμμετείχε. Η μάνα μου είναι εντυπωσιασμένη με το κτίριο αλλά και το μεράκι και τον κόπο όλων όσων το φροντίζουν. Διακρίνω την έκπληξή της. Δεν φανταζόταν πως κατάληψη σημαίνει ανοιχτός κοινωνικός χώρος αυτοδιαχειριζόμενος από τους κατοίκους, με προβολές, θεατρικές παραστάσεις, δραστηριότητες για πιτσιρίκια, εκδηλώσεις και συνελεύσεις.

Επιστρέφουν όλοι στο σπίτι μετά από πάρα πολλές ώρες σε άθλια κατάσταση. Τη μικρή την έχουν μεταμφιέσει σε κουκουλοφόρο και της έχουν διδάξει πώς να παρασκευάζει μολότωφ, να πετάει πέτρες στους μπάτσους και να φυλάει τσίλιες όταν οι άλλοι κάνουν αφισοκόλληση. Τη γιαγιά την έχουν μπουντρουμιάσει σε μία αίθουσα προβολών και με γαντζάκια στα βλέφαρα, όπως στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, την έχουν αναγκάσει να παρακολουθήσει 12 ώρες ντοκιμαντέρ από τις εξεγέρσεις στη Λατινική Αμερική, το Δόγμα του Σοκ και indy κινηματογράφο, ενώ την αναγκάζουν παράλληλα να σνιφάρει κόκες, να τρυπιέται με πρέζα και να ρουφάει χασίσια. 

Ευτυχώς δεν είχαν πάει στην κατάληψη της Λέλας Καραγιάννη όπου αθώα, ανυπεράσπιστα παιδάκια υποβάλλονται σε φρικιαστικές διαδικασίες. Ντοκουμέντα που σοκάρουν! Εικόνες φρίκης!


///////////////////////////////////////////////////////////////////////////////

Τελειώνουν οι μέρες της τηλεοπτικής σας υστερίας. Τα Τρεμάμενα ψεύδη και τα Pretenderια της ανομίας. Η ανομία ήταν το κράτος που χτίσατε: διαφθορά, διαπλοκή, νεποτισμός, πελατειακό σύστημα. Η ανομία ήταν τα οικονομικά σκάνδαλα που ρήμαξαν τον τόπο, από τον Κοσκωτά ως τις off-shore του Βουλγαράκη, κι από τις μίζες της Siemens ως το άδειασμα των ασφαλιστικών ταμείων και τη λίστα Λαγκάρντ. Τα εγκλήματα των white collars, της ελίτ, τα εγκλήματα που δε φτάνουν ούτε μέχρι τα δημοσιογραφικά γραφεία που' ναι κι αυτά μισθωμένα από τα ίδιους εγκληματίες, των λευκών κολάρων.

Τελειώνουν οι μέρες της λάσπης σας. Η διακίνηση (sic) που διαδίδετε ότι γίνεται στις καταλήψεις είναι άλλου είδους. Είναι διακίνηση ιδεών. Και αυτές είναι που τρέμετε περισσότερο. Η διακίνηση της ντρόγκας γίνεται στα μαγαζιά που πάτε και τα σπάτε ραίνοντας λουλούδια τον κοκάκια τραγουδιστή για να φιγουράρετε την άλλη μέρα στα σιχαμερά έντυπα που εκδίδουν οι ίδιοι μαφιόζοι που έχουν τα νυχτερινά κέντρα και που τους πουλάνε νταβατζιλίκι οι ένστολοι που σας φυλάνε από τους "ταραξίες". Η διακίνηση της ντρόγκας γίνεται στις δικές σας βίλες που 'ναι χτισμένες από τις ρεμούλες σας, που τις φυλάνε χρυσαυγίτες σεκιουριτάδες. Τι σνιφάρει κάθε βράδυ η σόου μπιζ και το high society, το ξέρουμε και το ξέρετε.

Δεν έχουμε κανάλια, δεν έχουμε ραδιοφωνικούς σταθμούς. Έχουμε φωνές, έχουμε αφίσες, έχουμε σπρέυ, έχουμε τα δικά μας ραδιόφωνα, έχουμε κανένα κοινωνικό μέσο, έχουμε ο ένας τον άλλο.Η μονοκρατορία της ενημέρωσης έχει ξοφλήσει.

Δεν υπάρχουν νοικοκυραίοι. Οι νοικοκυραίοι είναι οι γονείς μας. Να μη τους πιάνετε στα στόματά σας. Να μην τους πιάνετε στις πληρωμένες γλώσσες από τα διαπλεκόμενα αφεντικά σας. Ο κόσμος ξυπνάει. Έχετε ήδη τελειώσει. 

Η δική σας η κατάληψη στα μυαλά του κάθε ανυπεράσπιστου στην προπαγάνδα σας έχει τελειώσει.

Τις μάσκες τις φοράνε στις πορείες για να προστατευθούν από τα χημικά που αναγκάζετε τους νοικοκυραίους να πληρώνουν για να ξεκάνουν αυτούς και τα παιδιά τους. Οι δικές σας οι μάσκες πέφτουν. Έχουν ήδη πέσει.


13/1/13

charity shops



Τέλος εορταστικής περιόδου. Άνω τέλεια στην εποχική συμπόνοια. Η φιλανθρωπία φοριέται μόνο Χριστούγεννα με  Άντερσεν. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα ήταν μετανάστης. Πνίγηκε στ’ ανοιχτά της Λέσβου πριν στοιβαχτεί με άλλους δώδεκα σε ένα διαμέρισμα 30τμ στα Πατήσια. Το μολυβένιο στρατιωτάκι λιώνει με τα κούτσουρα στο τζάκι. Θα πνίξει το λεκανοπέδιο της Αττικής με αιθαλομίχλη. Δεν σβήνει ο ένας το τζάκι, ν’ ανάψει ο άλλος την ξυλόσομπα. Ένα κομμάτι από την πίτα της αλά καρτ-ποστάλ οικογενειακής θαλπωρής δεν θυσιάζεται. «Έξω από την πόρτα μου αυτά. Από μακριά κι αγαπημένοι. Αν τους θες, να τους βάλεις σπίτι σου. Που μας τους κουβαλήσατε όλους εδώ. Δε χωράμε. Να πάνε από κει πού ’ρθαν».Το παιδάκι από τη Μπιάφρα συγκινούσε ως στιγμιότυπο. Όσο πλησιάζει, απωθεί.

Η εξαθλίωση κινεί το ενδιαφέρον όταν από έγχρωμη γίνεται λευκή. Αλλά ο άρχων της πόλης θα ξηλώσει παγκάκια «για να μπορεί το κέντρο της Αθήνας να θυμίζει ευρωπαϊκή πρωτεύουσα». Λησμονεί πως ο λευκός άστεγος είναι το φετίχ του ανεπτυγμένου κόσμου. Η υπόμνηση του πού μπορείς να βρεθείς, αν δεν τα υπολογίσεις σωστά. Κι απ΄ τις οθόνες, όλο το χρόνο εκβιαστικά διλήμματα, δείκτες, στατιστικές, μονόδρομος, «απαραίτητες θυσίες». Όμως θα φτάσει η  Megaλη γιορτή της Ορθοδοξίας. Πάνδημη η «πρωτοβουλία αγάπης». Σύμπραξη δήμου-τηλεοπτικού σταθμού. Λόφος οι πλαστικές σακούλες με ζυμαρικά, γάλατα, φθαρμένα ρούχα, χαλασμένα παιχνίδια, ίσως. Φιλανθρωπία για κατανάλωση με κατανάλωση. Τηλεοπτικές φιγούρες που μεταχειρίζονται τον όρο αλληλεγγύη όπως μάθανε: επιπόλαια, καταχρηστικά, μαρκετίστικα. Δεν πάνε να διαβάσουν και κανέναν Φρέιρε.

Δωρεές σε ευαγή ιδρύματα, φιλανθρωπικά γκαλά, συσσίτια της Εκκλησίας, έρανος της αγάπης, εθελοντισμός, μκο.  Το μεγάλο μπαζάρ της συμπόνοιας. Εύκολη, προγραμματισμένη, συσκευασμένη, από απόσταση. Φοροαπαλλαγές και πιστοποίηση εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. H φιλανθρωπία κινείται από πάνω προς τα κάτω. Έχει ανάγκη το κάτω για να υπάρξει. Υποστηρίζεται από τους ίδιους που συντηρούν το status quo που διαμορφώνει τις συνθήκες για ελεημοσύνες. Πόση ματαίωση, πόση καταπιεσμένη επιθυμία, πόση βία τα οργανωμένα συγκαταβατικά χαμόγελα, τα συμπονετικά βλέμματα, τα παρηγορητικά χτυπήματα στην πλάτη, τα «κουράγιο». Όπως περίπου το έχει πει ο Βίλχελμ Ράιχ στο Άκου Ανθρωπάκο για τα ψεύτικα χαμόγελα που καμουφλάρουν το μίσος. Μετά πλένει τα χέρια με οινόπνευμα γιατί αναγκάστηκε σε χειραψίες και χάιδεμα κεφαλής για το ενσταντανέ. Δεν πιστεύω στην καλοσύνη που φαίνεται. Δεν πιστεύω στην καλοσύνη που δείχνεται.

Φιλάνθρωπο προσωπείο βρίσκεις και στα πιο απάνθρωπα καθεστώτα: στη ναζιστική Γερμανία η "Χειμερινή Αρωγή" (Winterhilfswerk). Οργανώθηκε για να παρέχει τρόφιμα, ρούχα, κάρβουνα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης για άπορους Γερμανούς. Μόνο Γερμανούς. Εθελοντική η συμμετοχή. Αν όμως αρνιόσουν τη συμμετοχή, τιμωρία. Ποιος αρνήθηκε τον εθελοντισμό στους Ολυμπιακούς; Να σηκώσει το χέρι. Ο άλλος σηκώνει το μανίκι. Δωρητές αίματος μόνο για Έλληνες. Κοινωνικό παντοπωλείο μόνο για Έλληνες. Διανομή τροφίμων μόνο για Έλληνες. Άλλο φιλανθρωπία, άλλο ανθρωπιά.

Κλείνει το πλάνο, βγαίνουν από τη φάτνη οι τρεις Μάγοι με τα δώρα. Ο Βαλτάσαρ, ο Κάσπαρ και ο Μελχιόρ δεν ακολούθησαν το άστρο της Βηθλέεμ «για την ψυχή της μάνας τους». Η προφητεία του Βαλάαμ τους οδηγούσε στο νέο βασιλιά. Καλόπιασμα από την κούνια.

Πέφτει το κέρμα στο πλαστικό κύπελλο του επαίτη. Ήχος μεταλλικός. Game over. Insert coin to continue.

Να έρθω να σε βρω. Ένα σαμπουάν, δυο σοκολάτες, τρία βιβλία στη γλώσσα σου. Χωρίς φωτογραφικά φλας. Να μην το ξέρει κανείς. Να καπνίσουμε, να κοιταχτούμε, να ανταλλάξουμε ό,τι μας βρίσκεται. Λόγια, σιωπές. Ότι εδώ είμαι εγώ. Ένα τίποτα όπως κι εσύ. Μόνο που εσύ είσαι κλεισμένη σ’ αυτό το κτίριο. Και φεύγοντας θα σου γράψω στο τσιγαρόχαρτο: «αυτή μ’ αγάπησε για όσα υπέφερα, ’γώ την αγάπησα που με λυπήθη». Μετά θα φτιάξω τρεις αστερίσκους. Οθέλος, εισαγωγή του Βασίλη Ρώτα. Κι ας μη μιλάς ελληνικά. Εκεί είμαστε.


Για τη στήλη Blogs in print, Ελευθεροτυπία, 12/1/13

11/1/13

κρίση και κρίση

Αυτοί - εμείς. Άσπρο-μαύρο. Εξέδρες. Οπαδοί. Συνθήματα. Δεν είναι γήπεδο. Είναι ο δημόσιος διάλογος.
Εύκολη λύση η ένταξη σε στρατόπεδο για όποιον δε σέβεται τον εαυτό του, για όποιον εκχωρεί ανέξοδα την όποια κριτική του ικανότητα στην κυρίαρχη γραμμή του "στρατόπεδου" στο οποίο αποφάσισε να ανήκει. Δεν έχει σημασία αν αυτό θα είναι η Χρυσή Αυγή, το ΚΚΕ, η Νέα Δημοκρατία,  ο ΣΥΡΙΖΑ κλπ. Σημασία έχει να θες να πολεμήσεις τον εχθρό.
Ο οπαδισμός είναι η συγκάλυψη της άγνοιας. Είναι εύκολο για τον απαίδευτο βλάκα να ασπαστεί κάποιο ρεύμα και να επιφυλάξει για τον εαυτό του το ρόλο του φερέφωνου, είτε παπαγαλίζοντας, είτε συνθηματολογώντας. Δεν έχει σημασία αν σε εκφράζει ο κομμουνισμός, ο νεοφιλελευθερισμός, ο ναζισμός, ο σοσιαλισμός, ο αναρχισμός κλπ. Σημασία έχει να αντιστρατεύεσαι με λόγο κονσέρβα τον αντίπαλο.
Με διαχωριστικές γραμμές μπορεί να λειτουργήσει αυτός που αδυνατεί να συλλάβει κάτι πιο σύνθετο από το δυϊσμό "καλό- κακο" και που προσκολλημένος σε παραμύθια, της παιδικής ηλικίας ή της ενήλικης ζωής (:θρησκεία), με αμιγώς καλούς ή κακούς, επιχειρεί να ερμηνεύσει ως τέτοιο τον  κόσμο. Δεν έχει σημασία αν συντάσσεσαι με το αντιμνημονιακό μπλοκ ή το μνημονιακό μπλοκ, αλλά ότι συντάσσεσαι.
Είναι εύκολο να ξοφλήσεις ως μυαλό πίσω από μια σημαία, ένα χρώμα, κάποιο σύμβολο. Είναι σταυρός, είναι η γαλανόλευκη, είναι το σφυροδρέπανο, είναι το τριφύλλι, είναι ο δικέφαλος, είναι τα αστεράκια της ΟΝΕ. Δεν έχει σημασία. Το διάλεξες, σε διάλεξε, ξόφλησες.
Το "ναι μεν, αλλά" που αναγνωρίζουν στον άλλο κάποιο δίκιο και ταυτόχρονα την επίγνωση πως δεν είμαστε εμείς και το σινάφι μας οι κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας αφανίστηκαν από το λόγο μας. Τα διστακτικά επιρρήματα πως ό,τι λέμε, δεν είναι, διάολε, και κανένα αξίωμα, σπανίως εμφανίζονται.
Αν κάνεις πως εκφράζεις κάτι που δικαιωματικά ανήκει στους απεναντι -γιατί πια ο κάθε χώρος έχει οικειοποιηθεί εκτάσεις ολόκληρες στην πολιτική κουβέντα- σπεύδεις να πεις #peste_na_me_fate. Ξέρεις πως θα πέσουν να σε φάνε.
Ο διάλογος σκοτώθηκε σαν παράπλευρη απώλεια στη μάχη χαρακωμάτων.
Μετατρεπόμαστε σε πωρωμένα μυαλά. Η οικονομική κρίση θα τελειώσει αλλά θα έχει τελειώσει πριν απο αυτήν η κρίση μας.
Σε ποιον τα λέω; Σε όποιον πια δε μπορεί να τ' ακούσει. Μπορεί και στον εαυτό μου.

5/1/13

πικρό δάκρυ του δέντρου

1.
Γλείφουμε τη θλίψη ως αυτό που είναι: ως το πικρό δάκρυ του δέντρου, που τέλος θα σταθεί προσοχή στην ανάπαυσή μας.  Γλείφουμε το ρυάκι που τρέχει απ΄τη θηλή. Απ' την μόνη γνώση την μόνη επίγνωση την μόνη απόγνωση. Η τροφός ο θάνατος. Και γλείφουμε ηδονικά και αθώα. Όταν φυσήξει, το δέντρο θα στέκει, θα ρέει ρίζες, ρετσίνι. Κι εμείς. Εμείς ολόσωμοι γραπωνόμαστε απ' τον κορμό χέρια- πόδια πλεγμένα γύρω του και ρουφάμε με λύσσα. Θα φυσήξει κάποτε τόσο που τίποτα δεν θα μας κρατήσει. Η μήτρα θα ανοίξει πάλι στο τέλος. Η μόνη τύχη  να πέσουμε ώριμα στο χώμα καλό λίπασμα.

2.
Γλείφουμε τη θλίψη ως αυτό που είναι.
Ως
το πικρό δάκρυ του δέντρου
που τέλος
θα σταθεί προσοχή στην ανάπαυσή μας. 
Γλείφουμε το ρυάκι που τρέχει απ΄τη θηλή.
Απ' την μόνη γνώση
την μόνη επίγνωση
την μόνη απόγνωση.
Η τροφός ο θάνατος.
Και γλείφουμε ηδονικά και αθώα.
Όταν φυσήξει
το δέντρο θα στέκει
θα ρέει
ρίζες
ρετσίνι.
Κι εμείς.
Εμείς ολόσωμοι
γραπωνόμαστε απ' τον κορμό
χέρια- πόδια πλεγμένα γύρω του
και ρουφάμε με λύσσα.
Θα φυσήξει κάποτε τόσο
που τίποτα δεν θα μας κρατήσει.
Η μήτρα θα ανοίξει πάλι στο τέλος.
Η μόνη τύχη 
να πέσουμε ώριμα στο χώμα
καλό λίπασμα.


4/1/13

άλλαξες μέτρα και σταθμά, καημό δεν άλλαξες

Ακούω, διαβάζω αυτά τα πλέρια δημοκρατικά, ξες κείνα τα "διεκδικώ την ελευθερία μου μέσα στην σχέση και παραχωρώ το αντίστοιχο", "ασφαλώς και χαίρομαι όταν βγαίνει με φίλους του/της", "το πολύ από κοντά σκοτώνει την καθημερινότητα", "το ξέρω πως φλερτάρει μα όλα με μέτρο και σεβασμό στο πρόσωπό μου", "εμείς είμαστε πρώτα φίλοι και μετά σύντροφοι και τα λέμε όλα" και γελάω και με μένα γελάω όταν λέω παρόμοια, πολύ γελάω με τα ψέματα, blue comedy blue tragedy εκ περιτροπής, θέατρο κανονικό. Θέατρο όχι σινεμά. Kάθε μισή αλήθεια -sic-  μέσα στην ιδιοτέλεια ή στην ασυναίσθητη αναισθησία της, μοναδική. Aνεπανάληπτη. No montage, no replay. Και σκέφτομαι τότε, που για κατούρημα πήγαινε ο άλλος και ως να γυρίσει δίπλα μας νομίζαμε πως ακινητοποιήθηκε, πάγωσε ο χρόνος και το αίμα στις φλέβες εκατό φορές. Ούτε με την σκιά του δεν είχε δικαίωμα να ασχοληθεί χωρίς να χρωστά απολογίες για το έγκλημά του. Λατρεμένοι φασισμοί.  
Πριν το "πεθαίνω για πάρτη σου" κουνήσει μαντηλάκι for ever κι εσύ επιβιβαστείς στον συρμό για κάποιον από  τους εναπομείναντες προορισμούς. Toυ συρμού. Προσοχή προσοχή, αναχωρούν οι αμαξοστοιχίες προς: Ανασφάλεια- Συνήθεια (express) /  Δεν πειράζει κι εμένα μου τέλειωσε  / Που να τρέχουμε σ΄αυτήν ηλικία / Τα παιδιά (με ενδιάμεσες στάσεις στα σόγια - στα λεφτά)  /  Περασμένα Ξεχασμένα / For ever να τσουλάει κι ας μην φτάσει πουθενά μόνο εκτροχιασμούς μην έχουμε. Προσοχή. Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Σα να ΄σαι στο metro για Βικτώρια Πετράλωνα Σεπόλια Μεταξουργείο γαντζωμένος απ΄τις χειρολαβές, πατείς με πατώ σε, πάτος γενικώς και κάτι νύχτες γαμημένες, άγρυπνες, όταν κανείς δεν βλέπει, δεν ακούει, να τριγυρνάς από βαγόνι σε βαγόνι της εκμοντερνισμένης κλινάμαξας, να γράφεις χιλιόμετρα ακίνητος μες στα κλινοσκεπάσματα αναζητώντας τα σαλόνια του Orient Express και να απορείς που δεν τα βρίσκεις. Μόνο τα λεφτά σου πίσω μην ζητήσεις χαρά μου, διπλά θα πληγωθείς.  Δε φτάνει που οι ξενυχτισμένες διαδρομές πήγαν άδικα για να κλειστούν στα ρετιρέ και στα τρελλάδικα..  είναι και που  άλλαξες μέτρα και σταθμά καημό δεν άλλαξες. 

Eίναι σα να ψάχνεις το θετικό το μήνυμα στην αρρώστια. Nα μην οδύρεσαι, να μην ουρλιάζεις μου τρώει τα σωθικά, με ξεκάνει, να μην βρίζεις θεούς και δαίμονες, να μην αναρωτηθείς γιατί να μου τύχει αυτό; Να προτιμάς αυτά τα ωραία, τα αναλάφρα, τα νιουεϊτζάδικα, τα think positive, τα κάτι θέλει να σου πει το σύμπαν και σου στέλνει τον κακοήθη. Έχει όρεξη για κουβέντες ο γαλαξίας και θα σου γαμήσει το κέρατο. Αδρανοποίησε τους νευροδιαβιβαστές του πόνου. Και την ουτοπία της ιδιοκτησίας του Άλλου. 'Οπου ο Άλλος δεν ανήκει ούτε στον εαυτό του. Ο πόνος παραφυλάει. Αλλά στην οδύνη του έρωτα μπορείς να αντιταχθείς με ανέξοδη, λάιτ ελευθεριακότητα, λαϊφσταϊλάδικη, cheap. Που δεν είναι κάτι άλλο από τη συγκάλυψη της αδυναμίας να εμπλακείς στο παιχνίδι της ηδονής της οδύνης, του jouissance, που έλεγε ο Λακάν. Πάρε βαθιές ανάσες: Ο δικός σου άλλος έτρεμε σύγκορμος εκσπερματίζοντας στο κορμί της. Άλλο, κανείς δεν είναι κανενός, άλλο νερόβραστη καψούρα.

Βατά, ψύχραιμα, πολιτισμένα και το τσάϊ σερβιρισμένο στην ώρα του. Όλοι Aγγλοσάξωνες  και όλα love. Σύμφωνα με το πρόγραμμα τις παράστασης πράξεις και μονόλογοι μέχρι το τέλος, μόνο εκεί που προβλεπόταν η ρήτρα to be or not απέμεινε ολομόναχο το ερωτηματικό. Ποιες 42 ώρες και τι να ξέρεις να μας πεις  κι εσύ για το φονικό άμα το Σαιξπηρ το γράφεις ακόμη με αι και η. Μονολιθικέ. Πάει μπροστά ο κόσμος ρε που ΄χεις μείνει στα ματζούνια και στα λάβδανα. Όλα με ε, όλα με υ και σκευάσματα νέας γενιάς. Να δημιουργούν νεκροφάνεια κατά παραγγελία, για όσες νύχτες, χρόνια, για όσες ζωές κι αν απαιτηθεί. Εκεί να σταματήσει η πλοκή, στο δηλητήριο. Μαχαίρι μόνο μην χρειαστεί να πιάσει το χέρι κανενός κι ανάψουν απότομα και εκτυφλωτικά τα φώτα στην πλατεία. Στις πλατείες. Μη και σε δεις, σε θυμηθείς,  να τρως τα νύχια, τις σάρκες σου να τρως, να ανοίγεις τάφρους από το πήγαινε έλα, θεριό ανήμερο επειδή άργησε δύο λεπτά, μη και τον/την δεις στο διπλανό το κάθισμα να σου χαμογελά πιο βολεμένα κι από όσο τώρα του/της χαμογελάς, να σε ρωτάει αν θέλεις κάτι από το bar. Κάτι άλλο από αυτό που εκείνος/η θέλει. To μοναδικό που Θέλει απ΄ όσα ανέχεται, αντέχει, ανέχεσαι, αντέχετε. Να ανοίξει για μισό λεπτό το κινητό σαν τον κλέφτη, να γράψει "κι εγώ πεθαίνω, εδώ μαζί στην τσέπη μου μέσα σ΄έχω, αύριο.."  και να επιστρέψει μ΄ένα ice tea λιποδιαλυτικό στο χέρι το έργο για να συνεχιστεί. Νερό της λησμονιάς ούτε σήμερα βρήκε να σου φέρει.
Τραγωδία. Mίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ.. κατά Αριστοτέλη.  Άριστη μίμηση δίχως τέλος.  Η δημοκρατία ενίκησε, αλισβερίσια  ντόμπρα, αυτοδύναμα και τα βάρη ισοδύναμα μοιρασμένα. Την επόμενη φορά, θα πας εσύ στο bar.  

Άργησε κι αυτός ο αρχαίος σοφός, ο Ρασούλης, να το πει: "ζήλεια μου, με σένα η καρδιά μου είναι ζωντανή, μα φύγε όταν έρθει εκείνος να με βρει". Κάνε κατά 'κεί, ω, ζήλεια σαρκοφάγα, να του εμφανιστώ με βρετανικό φλέγμα, to be cool. Να μην το δικαιώσω το στερεότυπο περί μεσογειακού ταμπεραμέντου. Παγκοσμιοποίηση in love. Πολύ όμορφη αγγλίδα συμφοιτήτριά μου στο Λονδίνο: Kατεβαίνοντας απ' το υπνοδωμάτιο στο λιβινγκ γκρουμ, για να φτιάξει ένα τσάι, πετυχαίνει το boyfriend να φιλιέται περιπαθώς με μια φίλη της. Παίρνει το βραστήρα στα χέρια και τους ρωτάει τρέμοντας, προσπαθώντας να καθυποτάξει ό,τι κόχλαζε μέσα της, "tea anyone?" Ανεκδοτάκι. Γελάσαμε πάλι σήμερα. Σε μένα την Ήρα να συνέβαινε αυτό, να τον λούσω με το βραστό νερό και να την μεταμορφώσω σε κατσαρίδα, έτσι, για την αλητεία. Και να της ρίξω μετά και φλητ. Κι όμως. Το έζησα κάποτε κι αυτό στα πρώτα βήματα. Με παράτησε χωρίς λόγο. Έτσι νόμιζα. Οδυρμός, πένθος. Όχι πως τον είχα περί πολλού. Αλλά ήταν ο πρώτος σε συνθήκες σχέσης. Λόγος  τελικά υπήρχε αλλά δεν τον ήξερα ακόμη. Τα είχε φτιάξει με κάποια που του γνώρισα εγώ. Μου το ανακοίνωσε αυτή λίγο μετά που χωρίσαμε. Γέλασα, να τον χαίρεσαι και τέτοια. Σιγά μην κλάψω. Πρώτη και τελευταία φορά που μου έφαγε άλλη γυναίκα γκόμενο. Δεκαπέντε χρόνια μετά, καμία απολύτως επαφή εγώ με αυτούς, αφού τη χώρισε, έψαξε να με βρει. Ξαναγέλασα. Δεν θά' σαι καλά, αγόρι μου. Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω. "Ναι το ποτάμι δε στερεύει καθάριο τρέχει το νερό, ενώνει δε μεταναστεύει πηγή και γη με ωκεανό" θα ξαναπεί ο σοφός Ρασούλης. Αλλά όπως το έλεγε στο Συμπόσιο του Πλάτωνα ο Αλκιβιάδης για τη ζήλεια και την ερωτική προδοσία, στη μεταφορά με το δάγκωμα του φιδιού: μόνο όποιος το έχει ζήσει καταλαβαίνει. Δεν έχω γιατρευτεί κοντά δυο δεκαετίες μετά. Μετατραυματική διαταραχή. Βάλε λίγο τσάι, honey, να συζητήσουμε για την ερωμένη σου. Ή ακόμα καλύτερα, τον εραστή σου, καλέ μου. Πονούνε μωρέ τα παλικάρια;
Γραμμένο μαζί με την Moment in the wind

1/1/13

στο τραπέζι των απέναντι

Με ένα "δεν" θα ξεκινήσει η χρονιά. Πως στα τραπεζώματά τους δεν θα βρισκόμουν καλεσμένη. Πως στη διπλανή καρέκλα δεν θα βρισκόμουν συνδαιτημόνας. Και πως βέβαια δεν έμελλε να έχω εικόνα πώς  βιώνουν τη γιορτή αυτοί οι άνθρωποι. Οι απέναντι. Ώσπου αυτή η ταράτσα όπου σαν ανυποψίαστες κυράτσες, δήθεν, απλώνουμε σε κοινή θέα τα προσωπικά μας δεδομένα, το φέισμπουκ, θα ανεμίσει κάποιο στιγμιότυπο από το τραπέζι των απέναντι και στα δικά μου μάτια. 

Παρατηρώ τη φωτογραφία από το πρωτοχρονιάτικο γεύμα τους. Ορθογώνιο τραπέζι με λινό τραπεζομάντηλο. Αλέκιαστο. Σικάτα σερβίτσια. Κολωνάτα ποτήρια. Ακριβό κρασί. Σούπα, πρώτο πιάτο. Κάποιοι έχουν προχωρήσει στο κυρίως πιάτο. Cherry tomatoes, κάποιοι ακατανόητοι κύβοι, μπορεί τυρί, μπορεί και γαρίδες, κανένα φύλλο ρόκας διακοσμητικό. Μπαλσάμικο; Είναι ήδη passé γιατί πέρασε και σε πιο λαϊκά τραπέζια. Η βιομηχανία του απαιτητικού ουρανίσκου. Που αναζητά το διαφορετικό στην γευστική ηδονή ακόμα και στις μέρες του που ο ζόφος έχει απλωθεί στην ατμόσφαιρα πολύ πιο πνιγηρός και καταστροφικός από το σύννεφο της κάπνας. Και δεν υπάρχει ψωμί. Δεν υπάρχει ψίχουλο στο τραπέζι. Ο Οδυσσέας θα επιστρέψει στην Ιθάκη ως ζητιάνος και στο τραπέζι των Μνηστήρων και δεν θα βρει από τα αποφάγια τους.

Καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι στο πρωτοχρονιάτικο γεύμα τους. Δεν γελάει κανείς. Δεν χαμογελάει κανείς. Δείχνουν εξαιρετικά σοβαροί, είτε είναι σκυμμένοι στο πιάτο τους, είτε κοιτάζονται μεταξύ τους, είτε κοιτούν στο κενό. Δείχνουν κατηφείς. Όχι κατηφείς. Τι ανάγκη έχουν; Η κρίση είναι ευκαιρία, διατυμπανίζουν. Δείχνουν βλοσυροί. Σε λίγο θα παραβγούν σε γευσιγνωσία. Θα αποφανθούν για το κρασί, αλλά δεν θα είναι δυο χαριτωμένοι λούζερς όπως ο Miles και ο Jack στο "Sideways" στην Καλιφόρνια. Είναι στο αίμα τους ο ανταγωνισμός. Αν δεν είσαι ανταγωνιστικός, αν δεν λατρεύεις το άτομο, το επιχειρείν, την αειφόρο την ανάπτυξη, αν δεν είσαι επαρκώς κυνικός για την περιρρέουσα κατάσταση και αρκούντως χολερικός στους επικριτές σου, δεν έχεις θέση στο τραπέζι τους.

Δεν έχω δει πιο θλιβερή εικόνα γιορτινού γεύματος. Δεν έχω δει πιο κλινικό τραπέζωμα.
Δεν είναι εκεί για να γιορτάσουν, να φάνε, να ευχαριστηθούν, να γελάσουν, να χαλαρώσουν. Είναι απέναντι. Είναι οι απέναντι. Oι αυταπάτες είναι για να διαλύονται. Οι αγέλαστες, τσιτωμένες φάτσες τους μοιάζουν σα να βρίσκονται πάνω από τον πάγκο εργαστηρίου. Ψυχρή επιστήμη. Αλλά, όπως το έλεγε ο Κelvin στο Solaris: You mean more to me than any scientific truth.


28/12/12

Βλέφαρό μου



Άνοιξα την μικροσκοπική γροθιά του. Να του φιλήσω ακόμη και τις παλάμες. Μωρό μου. Αγόρι μου. Ομορφιά μου. Ψυχή μου. Λατρεία μου. Αγάπη μου. Ζωή μου. Φως μου. Ματάκια μου. Ζουζούνι μου. Γλυκουλάκι μου. Ζουμπουρλό μου. Παιδί μου. Ένα κείμενο μόνο προσφωνήσεις της μάνας στο παιδί της. Κάθε προσφώνηση και μια παύση. Παύση. Αυτό που μας λείπει. Χτες στην παράσταση Παρθενώνας. Πρόφτασα να μου πω, μην κλάψεις πάλι ρε. Άνοιξα την μικροσκοπική γροθιά του. Να του φιλήσω ακόμη και τις παλάμες. Και έπεσε το βλέμμα μου στη γραμμή της ζωής. Που δεν είναι μακριά.  Και δεν έχει καμιά λογική εδώ. Να προλάβεις να πεις τι είναι αυτά ρε; Χειρομαντεία ρε; Στο αντίκρυσμα έχει ήδη περάσει απ' το νου σου η σκέψη. Και δεν έχει πιο τραγική μοίρα από αυτή.

Έλα ύπνε πάρτο, σε μετάξι απάνω βάλτο, σιγά
Κι από μέλι, γάλα νά ' του ονείρου του η σκάλα, πλατιά

Δεκατέσσερα στα δεκαπέντε. Κάπου 'κει. Ο Μ. ένας φίλος από τη γειτονιά, ένα χρόνο μεγαλύτερος, παθαίνει λευχαιμία. Παραγγέλνει στην ξαδέρφη του να του γράψω μια κασσέτα. Του την πήγε. Χόρευε, λέει, με τους ορρούς. Δυο εξηντάρες είχα γράψει, όχι ενενηντάρα, γιατί χαλούσανε αυτές. Λαϊκά και τέτοια. Τους καημούς και τις αναμνήσεις όλες, μέσα σ’ ένα άλμπουμ τα πέρασα, έτσι να θυμάμαι μαζί με σένα, πόσο άσχημες μέρες πέρασα. Χτες βράδυ που κουβέντιαζα με έναν φίλο του έλεγα πως είμαι ευγνώμων στους γονείς μου που δεν πίστευαν στο Θεό, που δε μας πήγαιναν ποτέ στην Εκκλησία, που δεν είχαμε εικονίσματα στο σπίτι. Στην κηδεία του Μ., μαζί με όλο το άθεο ασκέρι των δεκαπεντάχρονων, έψελνε ο παπάς και εμείς βρίζαμε το Θεό του μέσα. Αλλά βλέποντας τη μάνα του, πρώτη φορά κατάλαβα πως δεν είχε χρειαστεί να πιστέψω.

Βλέφαρό μου, σκαλιστό, αχ τυχερό μου
Μη χαράζεις άστρο της αυγής μη μου τρομάζεις

Μετά, θα γίνει κάποιο τρομερό έγκλημα στην Ξάνθη. Την κόρη του, θα τη χτυπήσει μέχρι λιποθυμίας, θα την βιάσει, θα την κάψει ζωντανή. Το βάζεις με το νου σου; Αλλάζεις πρόσωπο. Πας δεύτερο ενικό. Το παιδί σου θα πεθαίνει τον πιο άγριο θάνατο στα σκαλοπάτια του σπιτιού και εσύ θα κοιμάσαι πάνω. Πας πρώτο ενικό. Πάνω, εκεί που το κοίμιζα. Που το νανούριζα. Όπως το έλεγαν χτες στον Παρθενώνα: Έλα, ύπνε, πάρτο, σε μετάξι απάνω βάλτο. Μην πεις για αυτοδικία. Μείνε ψύχραιμος. Νομικός πολιτισμός. Βάλε να το πει σήμερα ο Χρόνης Αηδονίδης τόσες φορές ώσπου να βραχνιάσει για να εξευμενίσει μέσα σου το μίσος. Αν ήταν ενενηντάρα, θα τη μάσαγε το κασετόφωνο. Δεν είναι καλές οι ενενηντάρες. Μασάνε τα λόγια μας. Και αν σ' αγαπώ, χρόνια πολλά, με το έτσι θέλω. Χρόνια πολλά, οπωσδήποτε. Κι ας μην υπάρχει κανένας εκεί πάνω για να εισακουστεί η ευχή μου. Μόνο σαν υπόμνηση. Σαν παύση. Αλλά τι σημασία θα' χε η μακροζωία αν στο μεταξύ δε ζούσα. 

Βλέφαρό μου, σφαλιστό, αχ τυχερό μου 
Μη χαράζεις άστρο της αυγής μη μου τρομάζεις 

 Κλείνεις τα βλέφαρα. Φαντάζεσαι χρόνια πολλά, χωρίς τύχη. Υποφέρεται. Χρόνια πολλά αζώιστα. Ανυπόφορο. Χρόνια πολλά που δεν έχεις αγαπηθεί. Αφόρητο. Δεν ξέρω πόσο χρόνια σου μέλλεται να ζήσεις. Δεν περνάει από το χέρι μου. Δεν γράφεται, ελπίζω, στο δικό σου. Μωρό μου. Αγόρι μου. Ομορφιά μου. Ψυχή μου. Λατρεία μου. Αγάπη μου. Ζωή μου. Παιδί μου. Αλλά όσα χρόνια ζήσουμε, θα ζήσουμε. Αυτό ξέρει η μάνα σου να το κάνει καλά. Θα δεις.

23/12/12

Η ανομία ως προαπαιτούμενο της διάλυσης του Δημοσίου


Το φαινόμενο της «ανομίας», συνέτεινε μεν στη διάλυση του Δημοσίου αλλά χρησιμοποιείται σήμερα από το «μνημονιακό μπλοκ» καταχρηστικά ως επιχείρημα εναντίον της ευρύτερης Αριστεράς αντιπροτάσσοντας ως λύση το νεοφιλελεύθερο ιδεολόγημα.
Η αποσάρθωση του Δημοσίου επιτελέσθηκε –και- με την καθ’ έξιν χρήση της «ανομίας» σε ατομικό επίπεδο από μεγάλη μερίδα των πολιτών, νομιμοποιώντας στη συνείδηση του μέσου Έλληνα τη διαφθορά, κάτι που αποτυπώνεται στον πλούτο των λέξεων της καθομιλουμένης για αυτήν, αντίστοιχο με τις παροιμιώδεις 100 λέξεις για το χιόνι των Εσκιμώων. Παράλληλα, το «λαμόγιο» ήταν επιδερμικά μόνο ο ανήθικος άλλος, που δικαιωνόταν όμως με την απόκτηση πλούτου, την ατιμωρησία κλπ. Δεν αποτέλεσε ποτέ ταμπού η ανομία αυτή, όπως στα κράτη όπου ισχύει η βεμπεριανή προσέγγιση π.χ. για το επιχειρείν, όπου υποτίθεται πως ο ατομικισμός χαλιναγωγείται από την προτεσταντική ηθική ώστε να διατηρούνται οι όροι του fair play.
Συγχρόνως η ανομία καλλιεργήθηκε πάνω σε ένα υπόστρωμα απουσίας εφαρμοσμένου πλαισίου ελέγχου, λογοδοσίας, αναφοράς παραπόνων και καταγγελιών (τα γνωστά accountability, report, complaint, π.χ. στον βρετανικό εργασιακό τομέα). Χωρίς να επιχειρείται κάποιου είδους εξιδανίκευση των διοικητικών συνθηκών στις χώρες του σκληρού καπιταλισμού, ωστόσο είναι αλήθεια ότι εδώ ο όποιος έλεγχος διενεργείται από διορισμένα –κατά κανόνα διεφθαρμένα ή ανίκανα – κομματικά στελέχη και δεν αποτελεί παρά τυπική διαδικασία. Έτσι, οι κομματικά εγκατεστημένες διοικήσεις, τουλάχιστον εθελοτυφλούσαν για την «εύρυθμη» λειτουργία των οργανισμών οι οποίοι σήμερα βάλλονται με μένος από τους «μνημονιακούς», δηλαδή τους επίγονους όσων εσκεμμένα συνήργησαν στην αποσύνθεση του Δημόσιου τομέα αναπαράγοντας την ανομία.
Το παράδοξο στη συζήτηση είναι ότι ξάφνου βρέθηκε η Αριστερά να κατηγορείται αποκλειστικά για το φαινόμενο της ανομίας - αν και άλλου τύπου- από το μνημονιακό μπλοκ, ενώ είναι γνωστό σε όλους πως το πελατειακό σύστημα που εξέθρεψε την πραγματική ανομία συντηρήθηκε με την συμμετοχή πολιτευτών / στελεχών και ψηφοφόρων / υποστηρικτών των δυο μεγάλων κομμάτων, αποκλειστικά. Παραδοσιακά η Αριστερά στηλίτευε το πελατειακό σύστημα, το νεποτισμό, τη διαφθορά και όσα συναποτελούσαν την περιρρέουσα ανομία. Το δε ψευδοεπιχείρημα που αντιπαρατίθεται, ότι τα τελευταία εκλογικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να βασίζονται μόνο σε «τίμιους αριστερούς», αλλά και όσους ανδρώθηκαν στο βαθύ ΠΑΣΟΚ, καταρρέει από δημογραφικά στοιχεία (1,2,3).
Αυτή η παραδοξότητα προκύπτει επειδή την ανάλυση του φαινομένου στα ΜΜΕ έχουν αναλάβει  οι υποστηρικτές των «μνημονιακών» μεταβολών, όπως και κάθε φαινόμενο πολιτικής παθολογίας βέβαια, ώστε να εμφανίζονται ως οι εργολάβοι του ορθολογισμού στην χώρα, χρησιμοποιώντας καταχρηστικά το επιχείρημα και μάλιστα σε μία βάση καθαρά ηθικοπλαστικού χαρακτήρα. Σκοπό έχουν όχι να ερμηνεύσουν το φαινόμενο αλλά οικειοποιούμενοι τον όρο του φαινομένου, να ενισχύσουν την ενοχή του λαού, επειδή είτε διέπραττε, είτε ανεχόταν την ανομία και πολύ περισσότερο να στοχοποιήσουν την Αριστερά με σαθρή επιχειρηματολογία. Όχι τυχαία μάλιστα ελάχιστη κριτική ασκούν στα κέντρα εξουσίας για τη διαιώνιση του φαινομένου και όταν σπάνια αυτό συμβαίνει, γίνεται στο πλαίσιο απόδοσης μομφής προς το εκλογικό σώμα που ψήφιζε με στρεβλά κριτήρια, με όρους πελατειακού συστήματος, πράγμα που δεν ευσταθεί πάντως για τον αριστερό ψηφοφόρο. Η δε κατάληξη του ηθικοπλαστικού λόγου είναι η υπεράσπιση των μνημονιακών πολιτικών ως «αντίδοτο» στη διάλυση.



1. «Οι μετακινήσεις των ψηφοφόρων ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ» (Neolaia.gr, 17/06/2012)
2. «Ψήφος ανά επάγγελμα» (Έθνος, 13/05/12)
3. Εκλογές της 17ης Ιουνίου: Η αποφασιστική καμπή της αντιπαράθεσης (Γιάννης Μαυρής, 18/05/12)


21/12/12

το μυστικό της μακροζωίας

Μόλις είχαμε θάψει τη γιαγιά μας. Στον γυρισμό για το σπίτι κρατούσαμε η μία την άλλη αγκαλιά να μην καταρρεύσουμε. Από τα γέλια. Πιο δύσκολο από τον βήχα και τον έρωτα, είναι να κρύβεις τα χάχανα σε κηδεία. Με σχεδόν άδειο στομάχι το τελευταίο εικοσιτετράωρο, λίγο το κονιάκ, λίγο ένα μονοφυλλάκι που είχαμε μοιραστεί στο πλυσταριό, στην ταράτσα, δεν ήθελε και πολύ. Μισή ατάκα είπε η αδελφή μου και άνοιξε η τάπα του γέλιου. Μετατρέψαμε το τελευταίο κατευόδιο της συνονόματης υπεραιωνόβιας σε φάρσα.

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι σωριαστήκαμε με την αδελφή μου σε κάτι κούτσουρα που είχαμε από πιτσιρίκια για σκαμνάκια. Εντάξει, είχε γούστο η γρια. Κάτι κούτσουρα από δω, κάτι φανάρια από κει, κάτι μυστήρια πουλιά από λαμαρίνες, δικές της κατασκευές. Ωραία ήταν η αυλή. Και καταπράσινη. Είχε τόσες γλάστρες, που κάποια στιγμή, επιχειρήσαμε με τα ξαδέρφια να φυτέψουμε και κανένα πιο πονηρό χορταράκι.

Μάλλον διάβασε το συννεφάκι της σκέψης μου κι εγώ το δικό της. "Ρε λες;" Εκτινάσσομαι σαν ελατήριο από τη θέση μου και της δίνω το χέρι και στην μικρή αδελφή. Εγώ την πίσω αυλή, εσύ την μπροστά. Μοιράσαμε την περιουσία και ξαμοληθήκαμε να βρούμε καμιά γλάστρα φυτεμένη και φροντισμένη από  τα ξαδέλφια για να την πιούμε.

Καθώς ψάχναμε εδώ κι εκεί αρχίσαμε κι οι δύο να ανακαλύπτουμε πως μέσα στις γλάστρες της γιαγιάς ήταν σφηνωμένα ρολόγια. Κρατούσαμε τα ρολόγια στα χέρια μας και δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε. Εκτός από το μέτρημα του χρόνου, πατημένα τα 102, πρέπει να είχε χάσει και τα λογικά της η γιαγιά. "Ρε τι κουφά έκανε η γρια!" Και αλήθεια, ήταν κουφά, γιατί κάποιος της ψιθύρισε "κρύβε λόγια" αλλά εκείνη παράκουσε κρύβε ρολόγια. Κι οι εγγονές της έμελλε να ανακαλύψουν το μυστικό της μακροζωίας. Μια μέρα πριν το τέλος του κόσμου.

18/12/12

λάηκο

στόρυ ένα.

ακούω τον χρήστο στην εκπομπή. πληκτρολογούμε κάτι διαλόγους με τον άλλο χρήστο. κανονίζουμε ερήμην του χρήστου στο μικρόφωνο με τον χρήστο στο πληκτρολόγιο να βρεθούμε και οι τρεις μαζί.
και πώς θα αναγνωριστούμε, ρωτάω τον άλλο χρήστο. γιατί στο μπαρ μπαίνεις χωρίς άβαταρ. 
"εντάξει θα με καταλάβεις, είμαι ωραίο παιδί γενικά. θα φέρω και τα μούσια μου"
 "δλδ όπως μπαίνω πάω και κάθομαι πλάι στον πιο ωραίο μουσάτο; θα του πω: γεια σου χρήστο. niemands. θα μου απαντησει: δεν με λένε χρήστο. και θα του ανταπαντήσω: σάμπως εμένα με λένε niemands; "

κανονίσαμε να πάμε Μπάτμαν.




μετά θα περάσουν οι πρώτες αμήχανες στιγμές. δυο που γνωρίζονται, μια που δεν. που πρέπει να ταυτίσεις φυσιογνωμία με γραφή και όποιο info έχει καταχωρηθεί στη μνήμη σου για την περσόνα φάτσα κάρτα.

μετά κάποιες κουβέντες να σπάσει ο πάγος. σπάει και πέφτει στο ουίσκυ του ενός από τους τρεις. on the rocks με μοσχολιού. δεν ξέρω πόσο σ' αγαπώ, μέτρο δεν έχει η αγάπη.

πώς θα το χαρακτήριζε ένας χίπστερ το μαγαζί; αναρωτιέμαι. o όρος χίπστερ είναι ξεπερασμένος μου λέει ο Χ2, έγραψε ο τσαγκαρουσιάνος στη λάηφο. μια αγωνία αυτός ο άνθρωπος να τρέξει μπροστά από την εποχή του.

δε ξέρω λοιπόν πώς λένε πια αυτό το υβρίδιο της μετεξέλιξης του νέρντουλα με τον ολτέρνατιβ που σιχαίνεται να πει τη λέξη "εργάτης". που του πέφτει κάλτ και κνίτικη. μου λένε οι συμπότες πως αν έπιανα κουβέντα για κοινωνικές τάξεις οι χίπστερς θα την έβρισκαν πολύ λάικο. οι ποντικοχέρηδες που την έχουνε microsoft δεν ξέρουν από εργατιά.

απ΄την άλλη άντε γαμήσου εργατιά.

μετά πίναμε και καπνίζαμε και ξενυχτούσαμε και μιλούσαμε. έκανα και δυο poke στον Χ1 με κάτι τρελά που έλεγε ο Χ2 και γελούσαμε. και ήταν τρίτη βράδυ. και ήταν ωραία.

χάλια τα ποτά. μπόμπες. ακόμη πιο χάλια το διαδίκτυο.

στόρυ δύο.

αυτός τώρα μάλλον δεν έχει μετρήσει ποτέ το iq και το eq του αλλά το παιδί πρόβλημα. του κόβει υπερβολικά.

μου λέει "στο ποδήλατό σου έχεις μπρέλα; όχι σα μπρέλα. μπρέλα έχεις;" κάτι τέτοια και κλαίω από τα γέλια. "πριν τις συναυλίες εγώ κάνω ουντσέκ, όχι σα ουντσέκ που κάνουν οι άλλοι". μετά από μέρες είχε χαθεί το sun από τον ουρανίσκο μας. σαν φρανσίσκο, μου λέει. ναι, με τη λαχταριστή γέφυρα του απαντάω.

ετοιμάζεται να μου τα χώσει που τελευταία εμφανίζονται κείμενα από το μπλογκ στη λάηφο. δεν είμαι σε φάση να μου τα χώσεις, τον αποπαίρνω. μου απαντάει: αν ήμουν η calypsolarah θα σου απαντούσα: AUTA ALLOU MWRI ANWMALI!!!!

βία και συμψηφισμοί ο δημοκίδης, έπος παλιό με λάηφο, η αγωνία του τεκνονεολογισμού και της πρωτοπορίας ο τσαγκάρ.

και καθημερινή διαβάζω, και λάηφο, και τα αντιφά, και αφισάκια με το τεθλασμένο βέλος που σπάει τον κύκλο μέχρι κι αφίσες της οακκε. στη λεκάνη μάλιστα -δε ξέρω αν το έχετε ακούσει αλλά ακόμη και οι γυναίκες χέζουν τακτικά και κλάνουν που και πουφ- διαβάζω επίσης τις ετικέτες των σαμπουάν.

του λέω: σκέφτομαι να αρχίσω να γράφω για την εργατική τάξη, την αγροεργατική για την ακρίβεια, αλλά με κλάψα και μαγικό κλείσιμο άντερσεν, να την πουλάω μαζί με τα απορρυπαντικά με το ζωγραφισμένο γκι ενόψη κρίστμας της χριστιανικής αριστεράς.

να ξεκινήσω κάπως έτσι: ο πατέρας μου ήταν εργάτης σε εργοστάσιο που κηρύχθηκε προβληματική επιχείρηση στα 90s και έμεινε άνεργος κοντά πενήντα χρονών με τρία παιδιά.

μετά πάλι οι buzzοτσολιάδες θα με κατηγορήσουν για μυθιστοριογραφία, όπως τότε με την προσελήνωση, που βιάστηκα να την ποστάρω. το 2010 ήταν ακόμα όλα τόσο σοφτ πορνό.


πουλάει το λάηκο αλλά με εσάνς like. 


16/12/12

In the Deathboat

Shorter of breath and one day closer to death
"Time", Pink Floyd

Κάθε μέρα που περνάει είναι ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο, για μας τους απαισιόδοξους δηλαδή τους συνειδητοποιημένους αισιόδοξους, για να συζεύξω δυο λαϊκά τσιτάτα.

Και όταν το διάνυσμα από την γέννηση ως το θάνατο δεν αριθμεί πάνω από δυο δεκαετίες, τότε καταρρέουν όλες μας οι άμυνες. Ο θάνατος ενός παιδιού είναι κάτι εξ ορισμού φρικαλέο. Ακόμη και όταν το παιδί αυτό ήταν εκείνο που προκάλεσε λουτρό αίματος που κατέληξε στη δική του αυτοκτονία (με το νόμιμο όπλο του πατέρα του); Μάλλον τότε αλλάζει μονάδα μέτρησης το επιτρεπτό διάνυσμα. 

Μάλλον η δίψα για απόδοση δικαιοσύνης υπερβαίνει την κατεσταλμένη δίψα για αίμα της κυνικής γνώμης. Έναν παππού πίσω, ήξερε πως το κράτος θα στήσει στο απόσπασμα τον κακό συμμορίτη κομμουνιστή και θα τον εκτελέσει. Κάποιοι παππούδες πίσω θα διαπόμπευαν και θα αποκεφάλιζαν τον εγκληματία που θα ήταν συνήθως αυτός που θα χρειαζόταν την περισσότερη φροντίδα. Ένας παππούς πίσω δεν γνώρισε παιδικά χρόνια, δουλεύοντας δέκα χρονών στα χωράφια και στις βιοτεχνίες. Τρεις παππούδες πίσω ακόμα και στην Μεγάλη Βρετανία έπλεκαν τα επιδέξια ανήλικα δαχτυλάκια τους στον αργαλείο της κλωστοϋφαντουργίας.

Ο ομαδικός τάφος είναι αυτό που θα προκαλέσει τον μεγαλύτερο κρότο στα αυτιά μας, είτε είναι επαναπαυμένα στο περίκλειστο του ιδιωτικού βίου, είτε επαρκώς ανήσυχα με το ένα πόδι στο ταραγμένο κοινωνικό δρώμενο, αλλά πάντοτε αυτιά που έχουν πρόσβαση στα ηχεία μιας τηλεόρασης, και δάχτυλα που έχουν πρόσβαση στα πλήκτρα ενός keyboard για ενημέρωση. Κι ο κρότος μετριέται με άλλα ντεσιμπέλ κάθε φορά.

Άλλο είναι τα  καταμετρημένα 2.996 θύματα της 11ης Σεπτέμβρη μέχρι τις ανυπολόγιστες στρατιές αμάχων που εξοντώνονται στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και όπου αλλού πάτησαν αμερικανικά στρατεύματα. Αλλο είναι η μαζική δολοφονία των 92 στη Νορβηγία του Breivik κι άλλο η μαζική δολοφονία των 100 παλαιστινίων στη Γάζα από τα ισραηλινά πυρά. Άλλο οι 26 νεκροί στο Κονέντικατ κι άλλο τα κουφάρια 21 μεταναστών που ξεβράζονται στις ακτές της Λέσβου.

Η μόνη οικουμενική αλήθεια είναι ο θάνατος. Δώσε θάνατο στο λαό για να φανερώσει το πρόσωπό του. Οι βάρκες που μπατάρουν πνίγοντας "λαθρομετανάστες" λίγο έξω από τα τουρκικά παράλια αποφέρουν πτώματα για κυνισμό και σκύλευση, όπως σε μάχη.  Όπως στη λύσσα του δικού μας ακήρυχτου πολέμου.
 
Γι΄αυτό ο Τίμ Ρόμπινς στο Dead Man Walking  και ο Κλιντ Ίστγουντ στο Changelling, σε άλλο βαθμό και με άλλο τρόπο ο καθένας, οδηγούν και τον θεατή στην εκτέλεση, στην εκτέλεση της απονιάς μπροστά στην κοινή μας μοίρα. Αλλά απ΄τη διπλανή θέση, απ' το κενό κάθισμα στο σινεμά, έλειπε πάντα ένας απ' αυτούς που πανηγυρίζουν τον ομαδικό θάνατο των μεταναστών, που το μίσος τους τυφλώνει μπροστά στην μόνη, την κοινή μας μοίρα.

11/12/12

Η Μεγάλη Αφήγηση έχει περίοδο

 Περί του προφανούς

Ένα ζευγάρι φιλιέται με τα μάτια κλειστά. Ο άνδρας έχει στραμμένο το πρόσωπο στη γη και η γυναίκα στον ουρανό. Κανένας δε βλέπει. Δεν υπάρχει ούτε γη, ούτε ουρανός. Κανένας δεν είναι. Δεν υπάρχει άνδρας ή γυναίκα. Μόνη οντότητα, μόνος κόσμος, ο έρωτας ανάμεσά τους.

Ο μύθος της Διοτίμας στο Συμπόσιο του Πλάτωνος " ἀνδρόγυνον γὰρ ἓν τότε μὲν ἦν καὶ εἶδος καὶ ὄνομα ἐξ ἀμφοτέρων κοινὸν τοῦ τε ἄρρενος καὶ θήλεος, νῦν δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλ᾽ ἢ ἐν ὀνείδει ὄνομα κείμενον" και παρακάτω "γιατί το αρσενικό γεννήθηκε αρχικά από τον ήλιο, το θηλυκό από τη γη".
Ίσως γι' αυτό στρέφονται αντίστροφα προς την προέλευση του καθενός στο φιλί τους.

 Μαζί τους

H Kathrine Switzer ήταν η πρώτη γυναίκα που πήρε μέρος στο μαραθώνιο της Βοστώνης το 1967. Μόλις όμως ο διοργανωτής, Jock Semple, αντιλήφθηκε πως ανάμεσα στους μαραθωνοδρόμους υπάρχει και μία γυναίκα, άρχισε να φωνάζει εναντίον της απαιτώντας να αποχωρήσει. Όμως ο σύντροφος της Switzer και άλλοι άνδρες δρομείς της πρόσφεραν ένα προστατευτικό τείχος σε όλη τη διάρκεια του αγώνα και έτσι τελικά η Kathrine Switzer  όχι μόνο τερμάτισε αλλά αναδείχθηκε η νικήτρια του μαραθωνίου.

Και χωρίς εκείνον; 
H Vaya con Dios το έχει θέσει αμείλικτα αν και μελωδικά και μελωμένα το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα: What's a woman without a man?
What's a woman when a man
Don't stand by her side?
What's a woman when a man
Has secrets to hide?
She'll be weak
She'll be strong
Struggle hard
For so long

Και χωρίς εκείνους
Ωστόσο η Λυσιστράτη δεινοπάθησε να τις πείσει να αποχωριστούν τους σάρκινους φαλλούς των σκορδοφάγων αρσενικών και στην ανάγκη να βολευτούν με τα dildo της αρχαιότητας, τα πέτσινα.
Πάψτε τις τερατολογίες, βουρλισμένες.
Ποθείτε τους άντρες σας, αυτοί, θαρρείτε,
δεν ποθούν εσάς;  Περνούνε μαύρες νύχτες.
Κρατήστε λίγο ακόμα κακομοίρες μου
λίγο καιρό θα ταλαιπωρηθείτε
και θα νικήσουμε καθώς το λέει ο χρησμός.

Η Μεγάλη Αφήγηση έχει περίοδο
Ο Jean-François Lyotard θα απαντήσει:
Το μεταμοντέρνο, θα ήταν εκείνο που θα υπαινισσόταν κάτι το μη-αναπαραστάσιμο μέσα στο νεωτερικό στοιχείο της ίδιας της αναπαράστασης· εκείνο που απαρνείται την παραμυθία των καλών μορφών, τη συναίνεση ενός γούστου, που καθιστά δυνατό να αισθανόμαστε και να συμμεριζόμαστε από κοινού τη νοσταλγία για το αδύνατο· εκείνο που αρχίζει ν' αναζητά καινούργιες παραστάσεις, όχι όμως για ν' αναλωθεί στην απόλαυση τους μα για να οξύνει το συναίσθημα ότι υπάρχει κάτι μη-αναπαραστάσιμο.
Ο 19ος κι ο 20ός αιώνας μας έχουν κάνει να βιώσουμε το πλήρες μέγεθος αυτού του τρόμου. Πληρώσαμε ακριβά τη νοσταλγία για το όλο και το ένα, για τη συμφιλίωση έννοιας κι αισθητικότητας, για διαφανή και κοινοποιήσιμη εμπειρία. Πίσω από τη γενική απαίτηση για χαλάρωση κι εφησυχασμό διακρίνουμε, εντούτοις, πολύ καθαρά τον ψίθυρο της επιθυμίας να ξαναρχίσει ο τρόμος
για μια ακόμη φορά, να επαναδραστηριοποιηθεί η φαντασίωση του περικλεισμού της
πραγματικότητας. 
Η απάντηση σ' αυτά είναι: να πολεμήσουμε το όλον, να δώσουμε μαρτυρία για το μη-αναπαραστάσιμο, να ενεργοποιήσουμε τις διαφορές, να σώσουμε την τιμή του ονόματος.

Το αίμα.
Πάλι και πάλι ο Παούλ Τσελάν στη Φούγκα του θανάτου.
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά σου 
μαλλιά Μαργαρίτα
Τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο στους αιθέρες
εκεί δεν θά' ναι στριμωχτά.

Και θα το ερμηνεύσει ο John Felstiner στο Paul Celan: ποιητής, επιζών, εβραίος :
Όταν ο ποιητής βάζει τον διοικητή του στρατοπέδου [συγκέντρωσης] να γράψει στην αγαπημένη του "τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα", καταφέρει διπλό πλήγμα στο ρομαντικό ιδεώδες των Γερμανών. Πρώτα απ΄όλα αυτό είναι το όνομα της τραγικής ηρωίδας του Γκαίτε - του οποίου τη βελανιδιά στο Μπούχενβαλντ, κοντά στη Βαϊμάρη, διαφύλαξαν οι Ες-Ες ως κόρην οφθαλμού. Το τι σημαίνει να ακούει κανείς το όνομα της Μαργαρίτας του Φάουστ, του αιώνιου θηλυκού, από τα συγκινημένα χείλη ενός Ες-Ες μπορεί καλύτερα να κριθεί από τους Γερμανούς που ανατράφηκαν μαθαίνοντας να τιμούν το έργο του Γκαίτε ως την πεμπτουσία του Διαφωτισμού. [...] Η Σουλαμίτις δεν έχει σταχτόξανθα μαλλιά, είναι η μέλαινα και καλή παρθένος από το Άσμα Ασμάτων του Σολωμόντα [...] είναι η κατεξοχήν αγαπημένη και συμβολίζει τον εβραϊκό λαό. [...] Η Σουλαμίτις μελανή από τη στάχτη, κλείνει το ποίημα διατηρώντας αυτό που ο ναζισμός προσπάθησε να διαγράψει: μια βαθιά ριζωμένη ταυτότητα.