I may live in a terribly rough place, but I have a luxury house in Pet Society.
I may don't have a clue how to plant a seed, but I'm a mega farmer in FarmVille.
I may cannot cook scrambled eggs, but I'm a rich top Chef in Restaurant City.
Worst of all, I may not have a friend to spend some quality time together, but I have hundreds of friends on Facebook.
Reasons why it should be renamed to Fakebook.
18/1/10
12/1/10
αποκτήνωση
Ο εγκέφαλός μου γίνεται ένας παχουλός και πλαδαρός κυριούλης. Ευγνωμονώ δε σύσσωμο το σύμπαν επειδή είναι ακόμα κύριός μου, έστω και με υποκοριστικά.
Το mind building είναι όμοιο του body building. Αν σταματήσεις απότομα την άσκηση θα ξεφουσκώσεις σα σαμπρέλα. Ευγνωμονώ δε σύσσωμο το σύμπαν επειδή ο κυριούλης μου κρύβεται ανάμεσα στο σύμπλεγμα των κρανιακών μου οστών και δεν είναι ορατή η κατιούσα του.
Είναι απλό. Πρώτα πέφτεις το βράδυ στο κρεβάτι εξοντωμένη από την πιο μαύρη και περιφρονημένη εργασία του κόσμου, τα οικιακά. Την άλλη μέρα λες θα εξοικονομήσω χρόνο από το μαγείρεμα, συμμάζεμα, ξεσκάτισμα, ντάντεμα και δε ξέρω τι άλλα, για να διαβάσω, να απομονωθώ, να γράψω κάτι. Όμως η άλλη μέρα δεν έρχεται.
Γιατί κανένα χέρι βοηθείας δεν εμφανίζεται μαγικά απ' το πουθενά, γιατί οι ενοχές σου δε σου επιτρέπουν να παρκάρεις μωρό παιδί σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, γιατί το φιλότιμό σου δε σου επιτρέπει να τρως και να ταϊζεις το σύντροφό σου ετοιματζίδικα, γιατί τα οικονομικά σου δε σου επιτρέπουν οικιακή βοηθό, γιατί η γυναικεία σου φιλαρέσκεια δε σου επιτρέπει να ρημάξεις ως θηλυκό.
Στη χρονική κρίση που βιώνω δεν υπάρχουν δάνεια. Μόνο περικοπές. Πρώτα κόπηκε η ποίηση - ποιος κατάκοπος διαβάζει ποίηματα. Έπειτα κόπηκε η λογοτεχνία -ποια νυσταγμένα βλέφαρα στέκονται προσοχή στην ανάγνωση. Μετά κόπηκαν τα blogs -ποια στερημένη χρόνου οντότητα πηδάει σα βατράχι από νούφαρο σε νούφαρο την αχανή μπλογκόσφαιρα. Κατόπιν κόπηκαν οι εφημερίδες -πια τίποτα. Δε σε σε νοιάζει αν σφάζονται στη Γάζα- λες πάντα σφάζονταν-, ούτε αν υλοτομείται ο Αμαζόνιος - λες πάντα καταστρέφουμε τη φύση για να χτίσουμε.
Πρώτα στερείσαι το χρόνο, έπειτα το εγκεφαλικό ερέθισμα, μετά την ευαισθησία σου και τέλος ό,τι υπήρξες. Αποκτηνώνεσαι αργά και σταθερά ώστε να είσαι πια σίγουρη πως ο ύψιστος σκοπός στη ζωή της γυναίκας είναι να αναπαράγει το είδος. Το είδος των αποκτηνωμένων.
Το mind building είναι όμοιο του body building. Αν σταματήσεις απότομα την άσκηση θα ξεφουσκώσεις σα σαμπρέλα. Ευγνωμονώ δε σύσσωμο το σύμπαν επειδή ο κυριούλης μου κρύβεται ανάμεσα στο σύμπλεγμα των κρανιακών μου οστών και δεν είναι ορατή η κατιούσα του.
Είναι απλό. Πρώτα πέφτεις το βράδυ στο κρεβάτι εξοντωμένη από την πιο μαύρη και περιφρονημένη εργασία του κόσμου, τα οικιακά. Την άλλη μέρα λες θα εξοικονομήσω χρόνο από το μαγείρεμα, συμμάζεμα, ξεσκάτισμα, ντάντεμα και δε ξέρω τι άλλα, για να διαβάσω, να απομονωθώ, να γράψω κάτι. Όμως η άλλη μέρα δεν έρχεται.
Γιατί κανένα χέρι βοηθείας δεν εμφανίζεται μαγικά απ' το πουθενά, γιατί οι ενοχές σου δε σου επιτρέπουν να παρκάρεις μωρό παιδί σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, γιατί το φιλότιμό σου δε σου επιτρέπει να τρως και να ταϊζεις το σύντροφό σου ετοιματζίδικα, γιατί τα οικονομικά σου δε σου επιτρέπουν οικιακή βοηθό, γιατί η γυναικεία σου φιλαρέσκεια δε σου επιτρέπει να ρημάξεις ως θηλυκό.
Στη χρονική κρίση που βιώνω δεν υπάρχουν δάνεια. Μόνο περικοπές. Πρώτα κόπηκε η ποίηση - ποιος κατάκοπος διαβάζει ποίηματα. Έπειτα κόπηκε η λογοτεχνία -ποια νυσταγμένα βλέφαρα στέκονται προσοχή στην ανάγνωση. Μετά κόπηκαν τα blogs -ποια στερημένη χρόνου οντότητα πηδάει σα βατράχι από νούφαρο σε νούφαρο την αχανή μπλογκόσφαιρα. Κατόπιν κόπηκαν οι εφημερίδες -πια τίποτα. Δε σε σε νοιάζει αν σφάζονται στη Γάζα- λες πάντα σφάζονταν-, ούτε αν υλοτομείται ο Αμαζόνιος - λες πάντα καταστρέφουμε τη φύση για να χτίσουμε.
Πρώτα στερείσαι το χρόνο, έπειτα το εγκεφαλικό ερέθισμα, μετά την ευαισθησία σου και τέλος ό,τι υπήρξες. Αποκτηνώνεσαι αργά και σταθερά ώστε να είσαι πια σίγουρη πως ο ύψιστος σκοπός στη ζωή της γυναίκας είναι να αναπαράγει το είδος. Το είδος των αποκτηνωμένων.
5/1/10
Μετέωρο
Κάπου στο λύκειο είχα επιτέλους εντοπίσει -μέσα στον σωρευόμενο τότε λεξιλογικό μου πλούτο- τη λέξη που με εξέφραζε: μετέωρη. Με άλλα λόγια είχα απομυθοποιήσει το ανήκειν και το to being popular και ένιωθα να κρέμομαι πάνω στο πουθενά, κρεμασμένη από το τίποτα. Δεν άλλαξαν και πολλά από τότε. Μόνο που τώρα έχω και ένα παιδί. Πέραν τούτου, ουδέν. Στο πουθενά και από το τίποτα.
Όταν φέτος για πρώτη φορά αντίκρυσα τα Μετέωρα ένιωσα δέος και συγκίνηση. Όχι τόσο για το τοπίο, αλλά επειδή από την Καλαμπάκα έλκει την καταγωγή της η πρώτη και πιο αγαπημένη δασκάλα μου, η κυρία Ε. Οδήγησα σαν υπνωτισμένη ως την πόρτα του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης, που' χει τα χρώματα της ώχρας και του τιρκουάζ. (Τα λέω έτσι τα χρώματα γιατί στην κυρία δε θα άρεσε να τα πω μουσταρδί και οινοπνευματί). Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκα προς την είσοδο του κτιρίου. Θέλησα να πάρω το τρένο, εικάζω τώρα, που θα με πήγαινε πίσω στον χρόνο. Εκεί, στο Α2, όπου η κυρία Ε. μου μάθαινε γραφή και ανάγνωση.
Κάπου έγινε το λάθος. Κάτι δεν έμαθα να συλλαβίζω, όπως έπρεπε, και γράφτηκε μέσα μου εκείνο το "μετέωρη" που μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Χωρίς λόγο ίσως. Ο λόγος, κυρία, με δυσκολεύει περισσότερο κι από τη ζωή.
Όταν για πρώτη φορά φέτος βρέθηκα να διδάσκω, ήμουν ξενυχτισμένη, τα μαλλιά μου μύριζαν τσιγαρίλα και το στομάχι μου γουργούριζε απ' τα πολλά κρασιά. Το προηγούμενο βράδυ ήμουν με την τελευταία αγαπημένη μου παρέα στα Εξάρχεια. Πολύ περασμένα μεσάνυχτα, σχεδόν ξέγνοιαστοι, περπατούσαμε στους γύρω δρόμους και στο πάρκο Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ο Α1, πιο χαρούμενος από ποτέ, σχεδόν ιπτάμενος, μας ξεναγούσε σε κάθε γωνιά της περιοχής. Ο Α2 με ρώτησε έξαφνα αν έχω προετοιμαστεί για το αυριανό μάθημα. Όχι δεν είχα. Παρόλο που είχα. Γιατί το ίδιο ξαφνικά κατάλαβα πως δεν είχα απάντηση για τίποτα. Κι αυτό είναι το μόνο που αληθινά μπορώ να προσφέρω στους δικούς μου μαθητές.
Όταν φέτος για πρώτη φορά αντίκρυσα τα Μετέωρα ένιωσα δέος και συγκίνηση. Όχι τόσο για το τοπίο, αλλά επειδή από την Καλαμπάκα έλκει την καταγωγή της η πρώτη και πιο αγαπημένη δασκάλα μου, η κυρία Ε. Οδήγησα σαν υπνωτισμένη ως την πόρτα του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης, που' χει τα χρώματα της ώχρας και του τιρκουάζ. (Τα λέω έτσι τα χρώματα γιατί στην κυρία δε θα άρεσε να τα πω μουσταρδί και οινοπνευματί). Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκα προς την είσοδο του κτιρίου. Θέλησα να πάρω το τρένο, εικάζω τώρα, που θα με πήγαινε πίσω στον χρόνο. Εκεί, στο Α2, όπου η κυρία Ε. μου μάθαινε γραφή και ανάγνωση.
Κάπου έγινε το λάθος. Κάτι δεν έμαθα να συλλαβίζω, όπως έπρεπε, και γράφτηκε μέσα μου εκείνο το "μετέωρη" που μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Χωρίς λόγο ίσως. Ο λόγος, κυρία, με δυσκολεύει περισσότερο κι από τη ζωή.
Όταν για πρώτη φορά φέτος βρέθηκα να διδάσκω, ήμουν ξενυχτισμένη, τα μαλλιά μου μύριζαν τσιγαρίλα και το στομάχι μου γουργούριζε απ' τα πολλά κρασιά. Το προηγούμενο βράδυ ήμουν με την τελευταία αγαπημένη μου παρέα στα Εξάρχεια. Πολύ περασμένα μεσάνυχτα, σχεδόν ξέγνοιαστοι, περπατούσαμε στους γύρω δρόμους και στο πάρκο Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ο Α1, πιο χαρούμενος από ποτέ, σχεδόν ιπτάμενος, μας ξεναγούσε σε κάθε γωνιά της περιοχής. Ο Α2 με ρώτησε έξαφνα αν έχω προετοιμαστεί για το αυριανό μάθημα. Όχι δεν είχα. Παρόλο που είχα. Γιατί το ίδιο ξαφνικά κατάλαβα πως δεν είχα απάντηση για τίποτα. Κι αυτό είναι το μόνο που αληθινά μπορώ να προσφέρω στους δικούς μου μαθητές.
24/12/09
Νεκρή κι άλλη αρκούδα στην Εγνατία
Το εκδοτικό συγκρότημα Niemandsrose, στα ετήσια βραβεία του για την μοναδική κατηγορία
"Η πιο ανήθικη διαφήμιση της χρονιάς"
απονέμει αναδρομικά το βραβείο στη σακούλα του Τζάμπο για το έτος 2008. Οι εξηγήσεις είναι περιττές.Φέτος, το βραβείο της πιο ανήθικης διαφήμισης κέρδιζει ο σιχαμένος λαστιχένιος αρκούδος των "παριζάκι Υφαντής".
Εφόσον τα αλλαντικά και καρκινογόνα να μην είναι για τα παιδιά -που είναι μάλλον- σίγουρα καλό δεν τους κάνουν, ποιος ο λόγος το target group να είναι η μπομπιροπιτσιρικαρία και μάλιστα με τον στάνταρ αττραξιόν, τον yummy tummy fucking lucky Gummy bear, οεο;
Ο όμιλος Niemandsrose προκηρύσσει υποτροφία μεταπτυχιακών σπουδών προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα που ταλανίζει την αφεντικίνα μας.
Καλές Χειμωνιάτικες Διακοπές, αγάπες
και take care που λέμε στο χωριό.
και take care που λέμε στο χωριό.
18/12/09
oh, xmas flash
Τα απογεύματα παίζει ένας τύπος στον Μελωδία ωραία πράματα. Αποφεύγω να μάθω το όνομά του για να μη γίνομαι local στην Αθήνα. Αριθμώ 14 μετακομίσεις στα 32 χρόνια μου, αρχής γενομένης στα 19. Είναι εύκολο να μείνεις και να ριζώσεις κάπου. Λένε. Είναι ακόμα πιο εύκολο να σαλτάρεις και να σαλπάρεις. Λέω εγώ. Όχι. Δεν περιφέρω με καμάρι το εγώ μου σαν κορώνα στο κεφάλι μου. Πια. Αφού χόρτασα δημοφιλία, εύσημα και εξουσία στα παιδικά μου χρόνια, ξεκαύλωσα (Κατά Ματθαίον. Γιωσαφάτ, υποθέτω). Τρομάζω με τους ανθρώπους που βλέπουν τον κόσμο μέσα από τον ομφαλό τους. Υou tube?
Που λες, όταν αναγκάζεσαι να συγκρίνεις τιμές και χαρακτηριστικά στα ηλεκτρικά και στα έπιπλα, είναι πιθανόν να κερδίσεις καμιά δεκάρα ευρώ. Ναι. Αλλά έχεις για τα καλά χαμένη τη μαγεία. Τους προηγούμενους δυο-τρεις μήνες, που οργάνωνα τη 14η μετακόμισή μου, κινδύνεψα από κακή ενηλικίωση να μου ανατείλουν οι φρονιμίτες που τόσα χρόνια δεν ανέτειλαν. Αναγκάστηκα να μάθω πόσες στροφές μπορεί να παίρνει ένα πλυντήριο πιάτων και πόσα κιλά χωρητικότητα έχει το των ρούχων. Δε σνομπάρω. Γηράσκω αεί διδασκόμενη. Αλλά να.
Όταν απόψε ο τύπος στο ραδιόφωνο έπαιξε Σιδηρόπουλο κινδύνεψε να γίνει βραχυκύκλωμα. Τα φωτάκια είναι πολύχρωμα κι αναβοσβήνουν. Το δέντρο έχει χρώμα ασημί. Τα φώτα στο σαλόνι είναι κλειστά και στο τζάμι έχουμε γράψει με σπρέυ ασημί επίσης "Ευτυχισμένο το 1990". Είμαι απίστευτα θλιμμένη και αισθάνομαι απίστευτα μόνη. Δεν ακολούθησα τους δικούς μου στο ρεβεγιόν. Έχω νεύρα. Δόντια βγάζω; Ναι. Μου φυτρώνει τραπεζίτης στο μυαλό. Αναρχικός τραπεζίτης. Έχω βουλιάξει σε μια πολυθρόνα με μαύρο ξύλο καρυδιάς και ξεχαρβαλωμένο σομιέ. Έχει κάλυμμα φολκλόρ ελληνικό. Κάποια δαντέλα δηλαδή, κάποιο κέντημα. Είμαι αγκαλιά σχεδόν με το κασετόφωνό μου. Ασημί κι αυτό. Όλα φουτουριστικά ασημιά στο παρελθόν. Παίζω κασέτες με Σιδηρόπουλο αδιάλειπτα. Μυρίζει αυτή η πολυθρόνα σκόνη της πολυχρησίας. Δε καταλαβαίνω και πολλά από όσα τραγουδάει ο Πρίγκιπας. Ούτε ξέρω και γιατί τον λένε Πρίγκιπα. Αλλά νιώθω.
Τώρα δε νιώθω πια τόσο πολύ. Καταλαβαίνω όμως γιατί τον λένε Πρίγκιπα και γιατί δε θέλω να στολίζω χριστουγεννιάτικα δέντρα. Και αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί έχουν βραχυκλώσει τα λαμπιόνια μου. Γιατί μπορεί να μη μου ανάβουν σε πρώτη ευκαιρία όλα τα γλομπάκια -πια- αλλά έχω ένα ζευγάρι σηματοδότες για τα πράγματα. Σαν "τι είναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ'ανάμεσό τους". Και τώρα με συγχωρείτε. Βγάζω αριστερό φλας και φεύγω. Είναι βολικά πολύ νά 'σαι παρκαρισμένος στο παρελθόν. Αλλά έχουμε δρόμο μπροστά. Καλό δρόμο, ανάδελφοι.
Που λες, όταν αναγκάζεσαι να συγκρίνεις τιμές και χαρακτηριστικά στα ηλεκτρικά και στα έπιπλα, είναι πιθανόν να κερδίσεις καμιά δεκάρα ευρώ. Ναι. Αλλά έχεις για τα καλά χαμένη τη μαγεία. Τους προηγούμενους δυο-τρεις μήνες, που οργάνωνα τη 14η μετακόμισή μου, κινδύνεψα από κακή ενηλικίωση να μου ανατείλουν οι φρονιμίτες που τόσα χρόνια δεν ανέτειλαν. Αναγκάστηκα να μάθω πόσες στροφές μπορεί να παίρνει ένα πλυντήριο πιάτων και πόσα κιλά χωρητικότητα έχει το των ρούχων. Δε σνομπάρω. Γηράσκω αεί διδασκόμενη. Αλλά να.
Όταν απόψε ο τύπος στο ραδιόφωνο έπαιξε Σιδηρόπουλο κινδύνεψε να γίνει βραχυκύκλωμα. Τα φωτάκια είναι πολύχρωμα κι αναβοσβήνουν. Το δέντρο έχει χρώμα ασημί. Τα φώτα στο σαλόνι είναι κλειστά και στο τζάμι έχουμε γράψει με σπρέυ ασημί επίσης "Ευτυχισμένο το 1990". Είμαι απίστευτα θλιμμένη και αισθάνομαι απίστευτα μόνη. Δεν ακολούθησα τους δικούς μου στο ρεβεγιόν. Έχω νεύρα. Δόντια βγάζω; Ναι. Μου φυτρώνει τραπεζίτης στο μυαλό. Αναρχικός τραπεζίτης. Έχω βουλιάξει σε μια πολυθρόνα με μαύρο ξύλο καρυδιάς και ξεχαρβαλωμένο σομιέ. Έχει κάλυμμα φολκλόρ ελληνικό. Κάποια δαντέλα δηλαδή, κάποιο κέντημα. Είμαι αγκαλιά σχεδόν με το κασετόφωνό μου. Ασημί κι αυτό. Όλα φουτουριστικά ασημιά στο παρελθόν. Παίζω κασέτες με Σιδηρόπουλο αδιάλειπτα. Μυρίζει αυτή η πολυθρόνα σκόνη της πολυχρησίας. Δε καταλαβαίνω και πολλά από όσα τραγουδάει ο Πρίγκιπας. Ούτε ξέρω και γιατί τον λένε Πρίγκιπα. Αλλά νιώθω.
Τώρα δε νιώθω πια τόσο πολύ. Καταλαβαίνω όμως γιατί τον λένε Πρίγκιπα και γιατί δε θέλω να στολίζω χριστουγεννιάτικα δέντρα. Και αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί έχουν βραχυκλώσει τα λαμπιόνια μου. Γιατί μπορεί να μη μου ανάβουν σε πρώτη ευκαιρία όλα τα γλομπάκια -πια- αλλά έχω ένα ζευγάρι σηματοδότες για τα πράγματα. Σαν "τι είναι Θεός, τι μη Θεός και τι τ'ανάμεσό τους". Και τώρα με συγχωρείτε. Βγάζω αριστερό φλας και φεύγω. Είναι βολικά πολύ νά 'σαι παρκαρισμένος στο παρελθόν. Αλλά έχουμε δρόμο μπροστά. Καλό δρόμο, ανάδελφοι.
6/12/09
2/12/09
εμβόλιο κατά της νέας λύπης
Το εμβόλιο κατά της νέας γρίπης δεν θα το κάνω. Γιατί δεν έχει ελεγχθεί επαρκώς. Έτσι λένε. Κι εγώ έτσι. Δε με νοιάζει να ξέρω πιο πολλά. Λέω χαζομάρα είναι έστω και 15' να χάσω σε μια αίθουσα αναμονής για να αποκτήσω την τεχνητή ανοσία. Καλύτερα να αρρωστήσω. Κι ας με πουν δε ξέρω πώς.
Όμως, αν υπήρχε εμβόλιο κατά της νέας λύπης, θα το έκανα; Της νέας λύπης, της λύπης που λες αν έρθει τώρα, που με έχουν λυγίσει άλλες λύπες χωρίς να αφήσουν φιλοδώρημα ανοσία καμιά, χάθηκα. Θα το έκανα; Ποτέ. Για τους ίδιους λόγους. Γιατί δεν έχει ελεγχθεί. Δια της ατόπου. Ένθα ούκ έστι πόνος, ου λύπη είναι θάνατος. Χαζομάρα είναι να χάσω όλη μου τη ζωή στη χαζοχαρουμενιά. Καλύτερα να αρρωσταίνω. Κι ας με πουν ξέρω πώς.
Όμως, αν υπήρχε εμβόλιο κατά της νέας λύπης, θα το έκανα; Της νέας λύπης, της λύπης που λες αν έρθει τώρα, που με έχουν λυγίσει άλλες λύπες χωρίς να αφήσουν φιλοδώρημα ανοσία καμιά, χάθηκα. Θα το έκανα; Ποτέ. Για τους ίδιους λόγους. Γιατί δεν έχει ελεγχθεί. Δια της ατόπου. Ένθα ούκ έστι πόνος, ου λύπη είναι θάνατος. Χαζομάρα είναι να χάσω όλη μου τη ζωή στη χαζοχαρουμενιά. Καλύτερα να αρρωσταίνω. Κι ας με πουν ξέρω πώς.
26/11/09
κατά μόνας ομορφιές
Λίγο πριν το τέλος της παιδικής μου ηλικίας την έχασα. Η Παρθενία, που την φωνάζαμε Θένια, μετακόμισε σε άλλη γειτονιά. Με την μαμά και τον μπαμπά της. Αδέρφια δεν είχε. Μοναχοκόρη.
Η αλήθεια είναι πως δε μου έλειψε και τόσο. Εκτός από μονάκριβη θυγατέρα, όπως συμβαίνει στα παραμύθια της γιαγιάς, ήταν και πολύ όμορφη. Πράγμα που δεν εκτιμώ στα ζωντανά θηλυκά. Το γυναικείο κάλλος το προτιμούσα ανέκαθεν όταν περιορίζεται στο μάρμαρο του γλύπτη, στον καμβά του ζωγράφου, στο αλφάβητο του ποιητή. Μόνο.
Η απουσία της Θένιας από τα περίχωρα ελευθέρωσε ακόμα περισσότερο έδαφος για εμάς τις ομορφούλες, αλλά όχι και πριγκίπισες, να προχωράμε χωρίς σπουδαίο ανταγωνισμό στο κούρσεμα των αρσενικών καρδιών. Μεταξύ των τυφλών, ο μονόφθαλμος.
Έστω όμως και με το ένα μάτι, ως μονόφθαλμη και πειρατίνα, είδα ξανά το πρόσωπο της Παρθενίας μετά από χρόνια. Μια φίλη την έχει φίλη ανάμεσα στους 587 φίλους πού’ χει. Στο φατσοβιβλίο. Η Παρθενία, που τη λένε κάπως αλλιώς, αλλά παντού χωράει μια μεταφορά, είναι πια στα πρώτα -άντα και είναι ίδια η μάνα της. Ίδιο κραγιόν, ίδια βαφή, ίδιο βλέμμα, ίδιο ρουζ, ίδια φράντζα. Το ίδιο όμορφες. Αλλά μονήρεις.
Μόνο που μας τέλειωσαν οι ανταγωνισμοί. Για λίγο. Για λίγο καιρό ξέρω πως θα είμαι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Για ένα πλάσμα. Μόνο. Τη δική μου μοναχοκόρη. Και με τη σειρά της εκείνη θα είναι για μένα η επιτομή της ομορφιάς. Για πολύ. Και όταν ακόμα θα έχει το ίδιο βλέμμα, το ίδιο χαμόγελο, την ίδια οδοντοστοιχία και θα θέλει να πιστεύει πως τίποτα ίδιο δεν έχει με την έκπτωτη πια τότε από τον θρόνο της ομορφιάς μητέρα. Κι όμως θα' ναι μόνο δική μου κόρη. Όπως κι εγώ είμαι εκείνης που τρομάζω όταν της μοιάζω. Μοναχά όταν κοιτιέμαι σε έναν άδειο από την ψυχή μου καθρέφτη.
Η αλήθεια είναι πως δε μου έλειψε και τόσο. Εκτός από μονάκριβη θυγατέρα, όπως συμβαίνει στα παραμύθια της γιαγιάς, ήταν και πολύ όμορφη. Πράγμα που δεν εκτιμώ στα ζωντανά θηλυκά. Το γυναικείο κάλλος το προτιμούσα ανέκαθεν όταν περιορίζεται στο μάρμαρο του γλύπτη, στον καμβά του ζωγράφου, στο αλφάβητο του ποιητή. Μόνο.
Η απουσία της Θένιας από τα περίχωρα ελευθέρωσε ακόμα περισσότερο έδαφος για εμάς τις ομορφούλες, αλλά όχι και πριγκίπισες, να προχωράμε χωρίς σπουδαίο ανταγωνισμό στο κούρσεμα των αρσενικών καρδιών. Μεταξύ των τυφλών, ο μονόφθαλμος.
Έστω όμως και με το ένα μάτι, ως μονόφθαλμη και πειρατίνα, είδα ξανά το πρόσωπο της Παρθενίας μετά από χρόνια. Μια φίλη την έχει φίλη ανάμεσα στους 587 φίλους πού’ χει. Στο φατσοβιβλίο. Η Παρθενία, που τη λένε κάπως αλλιώς, αλλά παντού χωράει μια μεταφορά, είναι πια στα πρώτα -άντα και είναι ίδια η μάνα της. Ίδιο κραγιόν, ίδια βαφή, ίδιο βλέμμα, ίδιο ρουζ, ίδια φράντζα. Το ίδιο όμορφες. Αλλά μονήρεις.
Μόνο που μας τέλειωσαν οι ανταγωνισμοί. Για λίγο. Για λίγο καιρό ξέρω πως θα είμαι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Για ένα πλάσμα. Μόνο. Τη δική μου μοναχοκόρη. Και με τη σειρά της εκείνη θα είναι για μένα η επιτομή της ομορφιάς. Για πολύ. Και όταν ακόμα θα έχει το ίδιο βλέμμα, το ίδιο χαμόγελο, την ίδια οδοντοστοιχία και θα θέλει να πιστεύει πως τίποτα ίδιο δεν έχει με την έκπτωτη πια τότε από τον θρόνο της ομορφιάς μητέρα. Κι όμως θα' ναι μόνο δική μου κόρη. Όπως κι εγώ είμαι εκείνης που τρομάζω όταν της μοιάζω. Μοναχά όταν κοιτιέμαι σε έναν άδειο από την ψυχή μου καθρέφτη.
23/11/09
μπλιάχ νιουζ
Πολλά και πολύ bliah news κυκλοφορούν.
Νέα τάξη πραγμάτων, νεοφιλελευθερισμός, νέα δημοκρατία, νεορθόδοξοι, νεοσυντηρητισμός, νεομαρξισμός, νέα τεχνολογία, νέα γρίπη κλπ
Ευτυχώς που υπάρχει και η Νέα Σμύρνη να προτιμήσουμε για να μη μας πούν και παλιακούς.
Νέα τάξη πραγμάτων, νεοφιλελευθερισμός, νέα δημοκρατία, νεορθόδοξοι, νεοσυντηρητισμός, νεομαρξισμός, νέα τεχνολογία, νέα γρίπη κλπ
Ευτυχώς που υπάρχει και η Νέα Σμύρνη να προτιμήσουμε για να μη μας πούν και παλιακούς.
15/11/09
και στα δικά μας
Ο χειρότερος ιός είναι της ηλιθιότητας. Δε γεννιέσαι ηλίθιος. Γίνεσαι. Είναι μεταδοτικό.
Ο εμπορικότερος ιός είναι ο εργαστηριακός. Δεν υπάρχει. Γίνεται. Είναι μεταλλασσόμενος.
Είναι ωραίος τύπος. Η1Ν1. Ηλίθιος και εμπορικός. Just like our fucking civilization.
Ας το γιορτάσουμε, τώρα που επιτέλους η πανδημία έφτασε στη χώρα.
Χάπι Ράμσφελντ του ιού
Χάπι Ράμσφελντ του ιού
Χάπι Ράμφσελντ και εμβόλιο
Χάπι Ράμσφελντ Ταμιφλού
Ο εμπορικότερος ιός είναι ο εργαστηριακός. Δεν υπάρχει. Γίνεται. Είναι μεταλλασσόμενος.
Είναι ωραίος τύπος. Η1Ν1. Ηλίθιος και εμπορικός. Just like our fucking civilization.
Ας το γιορτάσουμε, τώρα που επιτέλους η πανδημία έφτασε στη χώρα.
Χάπι Ράμσφελντ του ιού
Χάπι Ράμσφελντ του ιού
Χάπι Ράμφσελντ και εμβόλιο
Χάπι Ράμσφελντ Ταμιφλού
3/11/09
άρον
Κι αφού φτάσαμε ένα δρόμο κάτω απ' το σπίτι και καθόλου κίνηση δε συναντήσαμε καθ' οδόν, και γι΄αυτό θα έπρεπε να σταυροκοπηθούμε, εάν πιστεύαμε, ένα πούλμαν είχε κλείσει το δρόμο. Κόβει ταχύτητα και σταματάει πίσω από το πούλμαν, αλλά δείχνει εκνευρισμένος. Και οι οδηγοί ταξί όταν εκνευρίζονται βγάζουν το κεφάλι έξω απ΄το παράθυρο για να ακουστούν οι φωνές σε μη πελατικά αυτιά. Δε πρόλαβε να ανοίξει το στόμα του. Ο άλλος εκπαιδευμένος στη σημειολογία οδηγός, σχολικού λεωφορείου, που παρκαρισμένος στα δεξιά μας καθάριζε το παρμπρίζ με ένα πανάκι του κάνει νόημα που δε χρειάζεται να είσαι άσος στη νοηματική για το εννοήσεις: χαλαρά, ηρέμησε, κούλαρε. Αλλά ο ταξιτζικός εγκέφαλος το επεξεργάστηκε αλλιώς και κόρναρε. Ίσως να μην το επεξεργάστηκε καν. Ίσως είναι εξαρτημένο αντανακλαστικό το κορνάρισμα για τους ταξιτζήδες. Ο έτερος επαγγελματίας οδηγός:
"Σιγά ρε φίλε, αφού βλέπεις ότι υπάρχει πρόβλημα..."
"Τι πρόβλημα υπάρχει ρε φίλε; "
"Έλα, μιλάς κι από πάνω που εσείς κλείνετε το δρόμο όποτε σας την... άντε τώρα."
"Τι δρόμους κλείνουμε εμείς; Τι λες τώρα;"
"Όπου θέλετε σταματάτε και δεν υπολογίζετε..."
"Καλά, καλά..."
Δυο άνθρωποι πλησιάζουν την πόρτα του πούλμαν, κάτι λένε γρήγορα στον οδηγό και ξαναγυρνάνε πίσω. Επιστρέφουν με έναν τρίτο που τον σπρώχνουν να μπει. Τον πάνε σηκωτό σχεδόν. Αντιστέκεται έντονα χτυπώντας χέρια- πόδια στον αέρα. Ο πατέρας, η μητέρα και ο γιος γυρίζουν τις πλάτες στο λεωφορείο και επιστρέφουν στο σπίτι. Ο γιος με το κεφάλι πολύ σκυμμένο. Τόσο πολύ εμείς που δεν είμαστε καθυστερημένοι αλλά βιαστικοί για νά 'μαστε στην ώρα μας, δε το σκύβουμε. Το παιδί που δε θέλει να πάει στο ίδρυμα, στον ξενώνα, στο όπως διάολο το λένε και οι γονείς που θέλουν, πρέπει -όπως θες πες το- να το στείλουν οπωσδήποτε. Επιστρέφει στο σπίτι με το έτσι θέλω. Και οι γονείς με κάποιο θέλω κάπου τριών δεκαετιών, τώρα έτσι. Τα οχήματα βάζουν πρώτη και ξεκινούν. Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Οικογένεια. Έτσι πρέπει να σκέφτομαι. Έτσι δε θέλω.
"Σιγά ρε φίλε, αφού βλέπεις ότι υπάρχει πρόβλημα..."
"Τι πρόβλημα υπάρχει ρε φίλε; "
"Έλα, μιλάς κι από πάνω που εσείς κλείνετε το δρόμο όποτε σας την... άντε τώρα."
"Τι δρόμους κλείνουμε εμείς; Τι λες τώρα;"
"Όπου θέλετε σταματάτε και δεν υπολογίζετε..."
"Καλά, καλά..."
Δυο άνθρωποι πλησιάζουν την πόρτα του πούλμαν, κάτι λένε γρήγορα στον οδηγό και ξαναγυρνάνε πίσω. Επιστρέφουν με έναν τρίτο που τον σπρώχνουν να μπει. Τον πάνε σηκωτό σχεδόν. Αντιστέκεται έντονα χτυπώντας χέρια- πόδια στον αέρα. Ο πατέρας, η μητέρα και ο γιος γυρίζουν τις πλάτες στο λεωφορείο και επιστρέφουν στο σπίτι. Ο γιος με το κεφάλι πολύ σκυμμένο. Τόσο πολύ εμείς που δεν είμαστε καθυστερημένοι αλλά βιαστικοί για νά 'μαστε στην ώρα μας, δε το σκύβουμε. Το παιδί που δε θέλει να πάει στο ίδρυμα, στον ξενώνα, στο όπως διάολο το λένε και οι γονείς που θέλουν, πρέπει -όπως θες πες το- να το στείλουν οπωσδήποτε. Επιστρέφει στο σπίτι με το έτσι θέλω. Και οι γονείς με κάποιο θέλω κάπου τριών δεκαετιών, τώρα έτσι. Τα οχήματα βάζουν πρώτη και ξεκινούν. Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Οικογένεια. Έτσι πρέπει να σκέφτομαι. Έτσι δε θέλω.
28/10/09
5/5
Τέλος Οκτώβρη με τα παράθυρα ανοιχτά στη λιακάδα. Καλωσόρισα πίσω στον παράδεισο. Μεσοβδόμαδο κι αργία. Καλώς σας ξαναβρήκα στον παράδεισο.
Απ' τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν οι μυρωδιές από την κατσαρόλα της νοικοκυράς του κάτω ορόφου. Φαντασιώνομαι ένα μανταλάκι απ' τη μπουγάδα της νοικοκυράς του ακάλυπτου στη μύτη μου. Απ' το φασισμό της όσφρησης δεν απαλάσσεσαι με φαντασιώσεις. Αντιστέκομαι. Με συντρέχει η Κασσάνδρα και ο Λύκος. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου. Θυμήσου, είσαι στον παράδεισο. Ξεχνιέμαι.
Απ΄τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν παιδικοί αλλαλαγμοί. Όχι σαν αυτούς που ακούς τα μεσημέρια στις διακοπές. Τρομακτικοί.
Απ' τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα, βγαίνω έξω και βλέπω ένα τσούρμο παραταγμένα σε δυάδες πιτσιρίκια με στολές. Σε λίγο ακούω στρατιωτικό βηματισμό, ταμπούρλα και εμβατήρια από φάλτσες τρομπέτες.
Ακουμπώ στο κάγκελο αφηρημένη. Μια ξεραμένη κουτσουλιά από το σύμβολο της ειρήνης. Χέσε μας κι εσύ ρε περιστέρι. Δεν ακούς τα ταμπούρλα, δε βλέπεις την παρέλαση, δεν οσφραίνεσαι το τσιγαρισμένο λάδι;
Επιστρέφω στη μήτρα. Βουλιάζω στο στρώμα. Κουκουλώνομαι. Καταπίνω το σάλιο μου λίγο πικρό.
Αν είχα και έκτη αίσθηση θα σου έλεγα τι γίνεται πίσω από το παραπέτασμα της παραδεισοκόλασης. Γιατί αν δε το πεις, δε το έχεις νιώσει. Για μας τα τζάνκια της επικοινωνίας που κρατάμε μια μέρα κλειστά τα σχόλια, για να γλιτώσουμε τα σχολιανά. Σχόλη σήμερα. Γιορτάζουμε το ΟΧΙ στο Τρίτο Μπλιάχ.
Απ' τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν οι μυρωδιές από την κατσαρόλα της νοικοκυράς του κάτω ορόφου. Φαντασιώνομαι ένα μανταλάκι απ' τη μπουγάδα της νοικοκυράς του ακάλυπτου στη μύτη μου. Απ' το φασισμό της όσφρησης δεν απαλάσσεσαι με φαντασιώσεις. Αντιστέκομαι. Με συντρέχει η Κασσάνδρα και ο Λύκος. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου. Θυμήσου, είσαι στον παράδεισο. Ξεχνιέμαι.
Απ΄τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα εισβάλλουν παιδικοί αλλαλαγμοί. Όχι σαν αυτούς που ακούς τα μεσημέρια στις διακοπές. Τρομακτικοί.
Απ' τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα, βγαίνω έξω και βλέπω ένα τσούρμο παραταγμένα σε δυάδες πιτσιρίκια με στολές. Σε λίγο ακούω στρατιωτικό βηματισμό, ταμπούρλα και εμβατήρια από φάλτσες τρομπέτες.
Ακουμπώ στο κάγκελο αφηρημένη. Μια ξεραμένη κουτσουλιά από το σύμβολο της ειρήνης. Χέσε μας κι εσύ ρε περιστέρι. Δεν ακούς τα ταμπούρλα, δε βλέπεις την παρέλαση, δεν οσφραίνεσαι το τσιγαρισμένο λάδι;
Επιστρέφω στη μήτρα. Βουλιάζω στο στρώμα. Κουκουλώνομαι. Καταπίνω το σάλιο μου λίγο πικρό.
Αν είχα και έκτη αίσθηση θα σου έλεγα τι γίνεται πίσω από το παραπέτασμα της παραδεισοκόλασης. Γιατί αν δε το πεις, δε το έχεις νιώσει. Για μας τα τζάνκια της επικοινωνίας που κρατάμε μια μέρα κλειστά τα σχόλια, για να γλιτώσουμε τα σχολιανά. Σχόλη σήμερα. Γιορτάζουμε το ΟΧΙ στο Τρίτο Μπλιάχ.
26/10/09
αλμανάκ
26 Οκτώβρη 1986
Ειδήσεις στο κρατικό κανάλι. Γήπεδο, κερκίδες, ανταριασμένο ανθρώπινο κύμα. Δεν είναι γκολ. Ούτε και λογοτεχνικό σχήμα. Είναι μνήμη. Η κάμερα ζουμάρει σ' ένα φορείο. Κι άλλο ζουμ. Νεκρός 29χρονος φίλαθλος.
Σαλόνι με μαύρα έπιπλα. Κλείνομαι. Το πρώτο μου ποίημα. Το πρώτο μου άνοιγμα. Όπως απλώνεις το χέρι να πιαστείς από κάπου. Όπως ανοίγεις την αγκαλιά να το σκάσει η μοναξιά.
26 Οκτώβρη 2000
Ο μεγάλος σου έρωτας γιορτάζει το όνομά του αλλά εσύ δεν έχεις ιδέα ούτε πώς τον λένε, ούτε ότι υπάρχει. Όχι ακόμα. Σε λίγες μέρες, στο σπίτι του, θα σε ξυπνήσει με το "Όταν χαράζει".
26 Οκτώβρη 2006
Σταυρός του Νότου. Live του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Έχει ζητήσει να δει αν γράφεις κάτι άλλο από σκωπτικά στιχάκια. Είναι ξάδελφος του νεκρού 29χρονου και είσαι εσύ τώρα 29 χρονών κοπέλα.
26 Οκτώβρη 2009
Σήμερα παρέδωσες το διδακτορικό σου. Στο Λονδίνο. Δυο καρέκλες και ένα στρώμα. Άδειο σπίτι. Ακόμα. Στην Αθήνα. Ξανά. Είσαι εργαζόμενη πια, είσαι μαμά πια, είσαι σύζυγος πια, είσαι επαναπατρισμένη πια. Αλλά ποια είσαι; Δεν είσαι ποιήτρια πια. Ποτέ δεν ήσουν. Ούτε εννιά χρονών πια. Ούτε είκοσι εννιά. Ποτέ δεν ήσουν. Είσαι κουρασμένη. Λες είμαι πτώμα. Αν και ποτέ δεν ήσουν.
Ειδήσεις στο κρατικό κανάλι. Γήπεδο, κερκίδες, ανταριασμένο ανθρώπινο κύμα. Δεν είναι γκολ. Ούτε και λογοτεχνικό σχήμα. Είναι μνήμη. Η κάμερα ζουμάρει σ' ένα φορείο. Κι άλλο ζουμ. Νεκρός 29χρονος φίλαθλος.
Σαλόνι με μαύρα έπιπλα. Κλείνομαι. Το πρώτο μου ποίημα. Το πρώτο μου άνοιγμα. Όπως απλώνεις το χέρι να πιαστείς από κάπου. Όπως ανοίγεις την αγκαλιά να το σκάσει η μοναξιά.
26 Οκτώβρη 2000
Ο μεγάλος σου έρωτας γιορτάζει το όνομά του αλλά εσύ δεν έχεις ιδέα ούτε πώς τον λένε, ούτε ότι υπάρχει. Όχι ακόμα. Σε λίγες μέρες, στο σπίτι του, θα σε ξυπνήσει με το "Όταν χαράζει".
26 Οκτώβρη 2006
Σταυρός του Νότου. Live του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Έχει ζητήσει να δει αν γράφεις κάτι άλλο από σκωπτικά στιχάκια. Είναι ξάδελφος του νεκρού 29χρονου και είσαι εσύ τώρα 29 χρονών κοπέλα.
26 Οκτώβρη 2009
Σήμερα παρέδωσες το διδακτορικό σου. Στο Λονδίνο. Δυο καρέκλες και ένα στρώμα. Άδειο σπίτι. Ακόμα. Στην Αθήνα. Ξανά. Είσαι εργαζόμενη πια, είσαι μαμά πια, είσαι σύζυγος πια, είσαι επαναπατρισμένη πια. Αλλά ποια είσαι; Δεν είσαι ποιήτρια πια. Ποτέ δεν ήσουν. Ούτε εννιά χρονών πια. Ούτε είκοσι εννιά. Ποτέ δεν ήσουν. Είσαι κουρασμένη. Λες είμαι πτώμα. Αν και ποτέ δεν ήσουν.
23/10/09
21/10/09
18/10/09
7/10/09
30/9/09
Μπροσούρες
Μαζεύω προεκλογικά φυλλάδια. Όταν δε τρώει το παιδί μου θα το φοβερίζω με τις σκατόφατσές τους: "Τρώγε γιατί αλλιώς θα μας φάνε".
25/9/09
Σα να διάλεξες
Σα να διάλεξες
Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δω την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.
Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Ακούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.
Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Ενώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Ασήκωτες κι αυτές.
Κατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.
Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για τα λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε. Εκεί με κλειστά τα μάτια.
Κική Δημουλά, "Η εφηβεία της λήθης" (1994)
Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δω την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.
Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Ακούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.
Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Είναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Ενώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Ασήκωτες κι αυτές.
Κατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.
Το πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για τα λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Εκεί δεν έχει διάλεξε. Εκεί με κλειστά τα μάτια.
Κική Δημουλά, "Η εφηβεία της λήθης" (1994)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)