Εμείς εκεί μπροστά ήμαστε οι δέκτες: οι καπάτσοι, ξύπνιοι, μελετηροί, ήσυχοι, δραστήριοι, συχνά ευείδεις, από τα καλά σπίτια ή έστω σπίτια που πίστευαν στη μόρφωση. Εμείς, οι ταλαντούχοι, οι καλοί μαθητές, οι ικανοί για το καλύτερο ήμαστε η ελπίδα του σχολείου. Οι άλλοι;.... «άστους μωρέ αυτούς»... Και η Βούλα ήταν στους «άστους μωρέ». Κι ας χώριζαν τα σπίτια μας λίγα τετράγωνα. Μας χώριζαν όμως πολλά άλφα με τόνο. Αγεφύρωτες διαφορές για πιτσιρίκια, ιδίως κατά τη διάρκεια της σχολική σεζόν.
Το καλοκαίρι πάλι, κάπως τα πράγματα χαλάρωναν και οι ταξικές διαφορές υποχωρούσαν. Λίγο το περίπτερο με τα παγωτά που γινόταν κοινό σημείο αναφοράς, λίγο τα ποδήλατα, λίγο κανένα πινγκ-πονγκ με μπάλα molten του βόλλεϋ, λίγο κανένας κεραυνοβόλος έρωτας που έπρεπε επειγόντως να κοινοποιηθεί, λίγο οι συλλογές από αφίσες και κόλλες αλληλογραφίας. Πολύ θέλει ένα 10χρονο να ξεχάσει τη θέση του στην κοινωνία; Έτσι, μια φορά που είχα μαλώσει με την Ελένη την κολλητή μου, που ανήκε στο ίδιο άππερ κλας με μένα - γιατί είχαμε και τις διαφορές μας εκεί στις ανώτερες τάξεις- αποφάσισα να στραφώ στη Βούλα, τη γειτόνισσα και συμμαθήτρια, να σκάσει η κολλητή από τη ζήλια της και εγώ να έχω παρέα για το καλοκαίρι που αλλιώτικα προβλεπόταν μοναχικό έννοια συνώνυμη του βαρετού εκείνα τα χρόνια.
Και τελικά κάναμε καλή παρέα με την γνωστή-άγνωστη Βούλα. Καλό κορίτσι, λαϊκό και έτοιμο να δώσει περιμένοντάς όμως με ανοιχτή τη χούφτα την ανταμοιβή του. Αν και μαζί μου η ανταμοιβή ήταν να κάνει παρέα με την μπουρζουζία της μίζερης σχολικής πραγματικότητας και να ανεβαίνει το πρεστίζ της εξ αντανακλάσεως. Ωραία περάσαμε εκείνο το καλοκαίρι της γεφύρωσης των ταξικών διαφορών! Τα είπαμε όλα. Αναλύσαμε σε βάθος όλους τους χαρακτήρες της κοινωνίας μινιατούρας που ζούσαμε, πήραμε γενναίες αποφάσεις για φλέγοντα ερωτικά ζητήματα, ανοιχτήκαμε σε καινούργιες αγοροπαρέες που είχε πρόσβαση η Bούλα λόγω του ξαδέλφου της του Γιώργου. Τούτο το τελευταίο είχε αποτέλεσμα να περάσω ζάχαρη γιατί και τα φλέρτ μου είχα εξασφαλισμένα και παίζαμε και κανένα μπασκετάκι.
Όταν η αυξητική μου ορμόνη τα έφτυσε, δεν είχα ξεπεράσει σε πόντους το πάλαι ποτέ ψηλότερο παιδί κείνο το καλοκαίρι του ’88. Είχα ξεπεράσει όμως ανεπιστρεπτί τις μυρωδιές, τα απογεύματα, τις συγκινήσεις και τα χρώματα της εποχής που συνοδεύτηκε από τη Βούλα. Την μικρομέγαλη, καχεκτική Βούλα με τα σμιχτά φρύδια και την κυρτή μύτη. Που μετά το καλοκαίρι, ξαναζάρωσε εκεί στα πίσω θρανία μαζί με τους άλλους, κάνοντας χώρο σε μας τους προνομιούχους να απαλλοτριώνουμε με λύσσα όποιο σύμβολο ανήκε στη σχολική κοινότητα: βραβεία, σκυταλοδρομίες, βαθμούς, απαγγελίες, επαίνους, προσευχές, ευχαριστίες, προεδρίες, χορωδίες, χαμόγελα, εγκώμια και γκόμενους.
Μετά πέρασαν τα χρόνια και χαθήκαμε οριστικά. Δε χρειαζόταν καμιά δικαιολογία. Αλλάξαμε σχολείο και τάξη. Μονάχα όταν πέθανε ο ξάδερφός της, ο Γιώργος, 17 χρονών αυτός κι εμείς 15, μου χτύπησε την πόρτα και μου είπε: «Πέθανε ο Γιώργος. Η κηδεία θα γίνει αύριο το μεσημέρι. Ειδοποίησε όποιον μπορείς». Και ειδοποίησα μέσα μου πολλά κι όποιον μπορούσα, όπως μου παράγγειλε η Βούλα που ήρθε δέκα χρόνια πιο μεγάλη στο σπίτι μου εκείνο το βράδυ.
Πολλά καλοκαίρια μετά, late twenties, βρίσκομαι να πλήττω και πάλι στην αδηφάγα μου γενέτειρα. Ας είν’ καλά η μόδα-λύση DVD που μας γλιτώνει από την ανία της συντροφιάς εαυτών και αλλήλων. Νοίκιασα το «bread and roses» («ψωμί και τριαντάφυλλα» για τους λάτρεις του υποτιτλισμού) του Ken Loach και πήγα στης Ελένης να το δούμε παρέα. Έφτιαξε κατάσταση με κρασί για τις γυναίκες και ουίσκι για το σύζυγο, ξηροκάρπια, κεριά, πουράκια. Προς μεγάλη μου έκπληξη το φιλοθεάμον κοινό δεν απαρτιζόταν από μας τους τρεις αλλά και δυο ακόμα κορασίδες την Μάτα και την Χάρυ, ας πούμε.
"Η Μάτα είναι κόρη του μπατζανάκη του αδερφού του κουμπάρου του πατέρα μου", μου φάνηκε πως είπε η Ελένη.
"Και η Χάρυ είναι φίλη της", συμπλήρωσε η φιλενάδα μου.
"Χάρηκα για τη γνωριμία με τις νεαρές αλλά άντε να παίξουμε και τον Λόουτς που καραγουστάρω και θα με πάρει ο ύπνος με τα κρασιά, κόρες!" , σκέφτηκα αλλά αποσιώπησα.
Η Ελένη έσπευσε να κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ξεκάθαρα. Η Μάτα και Χάρυ –που μόνο στο ψευδώνυμο είναι τέτοιες- είχαν στρογγυλοκαθήσει στη σινεφίλ συντροφιά μας και δεν την έκαναν διακριτικά, μια που η Ελένη είχε χτυπήσει φλέβα, πριν την άφιξή μου στο χόμ σίνεμα. Τόσο η Μάτα όσο και η Χάρυ ήταν συνομήλικες, που σιγά το γεγονός θα μου πείτε. Εκτός αυτού ήταν και γειτόνισσες! Σπουδαία πράγματα. Μάλιστα ήταν και συναδέλφισσες- κοσμογονικές καταστάσεις- ως ταμίες στην ίδια πολυεθνική εταιρεία Ftiahto Monos Sou. So fucking what? Θα έλεγα αν το διηγητικό κρεσέντο της Ελενίτσας μου, δε χτύπαγε κάτι ενδιαφέρον.
"Ρε συ, ξέρεις ποια έχουν προϊσταμένη τα κορίτσια; Τη Βούλα!"
"Ποια Βούλα ρε;" ρωτάω.
"Tη Βούλα, τη συμμαθήτριά μας στο δημοτικό!"
"Τι λες τώρα! Έγινε και προϊσταμένη η Βουλίτσα; "
"Προσωπάρχης!" έσπευσε να με διορθώσει η Χάρυ.
Το δίδυμο Μάτα Χάρι δεν ήταν ένα απλό δίδυμο. Ήταν οι identical twins. Έτσι θα βγω από τον κόπο να κάνω δυο περιγραφές και θα αρκεστώ στην παρακάτω: Θήλυ, ετών ένα χρόνο μετά το λύκειο, πανελλήνιες Βατερλό, μάσκαρα, σκιές ροζ, κραγιόν ροζ, σταυρουδάκι τρέντυ ανυπολόγιστα φθηνό στο λαιμό, κομποσκοίνι με χαντρούλα μπλε στο χεράκι, παντελόνι λίκρα, κολλητό μπλουζάκι συνθετικό, μαλλί κακοποιημένο στην προσπάθεια να υποταχτεί στην τάξη που επιθυμεί η κάτοχος. Δεν ήμουν τόσο αδιάκριτη να κοζάρω και τα παπούτσια των νεανίδων.
Επάγγελμα πωλήτριες/αποθηκάριες/ταμίες/καθαρίστριες/γραμματείς/και ψήστες καφέδων στο στολίδι της εθνικής οδού, το μέγα «Ftiahto Monos Sou», που με τον υπο-βασικό μισθό σου προσφέρει μια τόσο ενδιαφέρουσα πολυθεσιτική δουλειά. Όλα καλά! Μόνο αυτή η Βούλα ήταν το πρόβλημα.
"Πριν έρθεις μου λέγανε τα κορίτσια πως τις έχει πηδήξει στη δουλειά! Τις χώνει πολύ άσχημα" συνέχισε η Ελένη που είναι δικηγόρος ακόμα και όταν δε χρειάζεται.
"Ποιος ρε; Η Βούλα, η Παρασκευή;" ρώτησα εγώ με έμφαση στο υποκοριστικό και στο βαφτιστικό της συμμαθήτριας για να βεβαιωθώ πως μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο.
"Ναι, ναι! Η Παρασκευούλα!" με βεβαίωσε με επικριτικό στόμφο η Μάτα για να μου διαλύσει κάθε υποψία.
"Για πες..." της απάντησα, γιατί το πράγμα είχε αρχίσει να έχει ζουμί. Δε μπορούσα να φανταστώ τη Βούλα να τρέχει κανέναν. Ούτε τον εαυτό της. Αλλά άμα σε κάνει προσωπάρχη το Ftiaksto...
"Μας βάζει να κάνουμε όλες τις δικές της δουλειές όταν δεν είναι κανείς μπροστά και μας φωνάζει «γρήγορα! Ακόμα δε τελειώσατε, ανίκανες;» και μόλις μπαίνει κανείς μέσα, κάνει την καλή και μας μιλάει με «το σεις και με το σας». Και μια μέρα που είχα κάνει ένα λάθος στο ταμείο και έφταιγε όμως αυτή, έκανε στους άλλους την άνετη και μετά μου λέει εμένα σιγανά «θα τα πούμε μετά οι δυο μας!», με κατατόπισε με μια ανάσα η μια από το δίδυμο.
"Τι να πω δεν ξέρω...", απάντησα στη φωνή της εργατιάς που μου καταμαρτυρούσε το άδικο με την μορφή κουτσομπολιού.
Το εργατικό κίνημα φοράει βαριές ροζ σκιές και απλώνει ρούχα στην ταράτσα πάνω από τους δρόμους, τους άδειους από πλακάτ και συνθήματα.
-Παιδιά, δε βάζουμε να δούμε την ταινία; πρότεινα, αίφνης με φοβερή αμφιθυμία για ό,τι είχαν ακούσει τα αυτιά μου και δε μπορούσε να επεξεργαστεί το μυαλό μου.
-Θα καθίσετε να δείτε την ταινία μαζί μας; Ρώτησε η οικοδέσποινα τις αδικημένες υπαλλήλους.
-Τι υπόθεση έχει; Με ρώτησε μια από αυτές.Έτσι τους διάβασα τι έγραφε το οπισθόφυλλο του DVD.
«Η Μάγια Μοντενέγκρο, μια νεαρή Μεξικανή, περνάει τα σύνορα προκειμένου να εργαστεί μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή της, τη Ρόζα, καθαρίστρια σε ένα κεντρικό κτίριο γραφείων του Λος Άντζελες, όπου βρίσκονται εγκατεστημένοι μερικοί από τους ισχυρότερους κεφαλαιοκράτες της πόλης. Η σχέση ανάμεσα στις δύο αδελφές είναι βαθιά αλλά και γεμάτη ένταση, την οποία επιτείνει ο Σαμ Σαπίρο, ένας διορατικός αναρχικός που συμμετέχει σε μια πρωτότυπη εκστρατεία των καθαριστών κατά των παλιών συνδικαλιστικών μεθόδων. Το σύνθημά τους, απλό: «Χωρίς Δικαιοσύνη, Δεν Υπάρχει Ειρήνη» (Νο Justice, No Peace). Ο Σαμ εισβάλλει δυναμικά στη ζωή της Μάγια και της Ρόζα και τις προκαλεί να αγωνιστούν για την επαγγελματική τους αξιοπρέπεια, θέτοντας βέβαια σε κίνδυνο την ασφαλή παραμονή τους στη χώρα. Ο Αμερικανός ακτιβιστής έλκεται από το ελεύθερο πνεύμα και τον ευάλωτο χαρακτήρα της μικρότερης αδελφής. Εκείνη παρασύρεται από τους επαναστατικούς στόχους του, παρόλο που συχνά την εξαγριώνει η απερισκεψία του...»
Αντάλλαξαν ένα-δυο βλεμματα –από κείνα που ενώνουν τις προλετάριες όλων των πολυεθνικών- και αποφάνθηκαν, πως ναι, θα δουν μαζί με μας την ταινία.
«Ωραίος ο Loach!Τι μαλακίες μου λέει ο άλλος, ότι είναι λαϊκισμός ο ρεαλισμός στην τέχνη; Καλά, άντε να κάνει καμιά ακόμα διαφήμιση για τα ΜακΝτόναλντς και μετά να έρθει να κάνει και κριτική στον Loach και τον Mike Leigh!» σκεφτόμουν σιωπηλά ενώ έβλεπα την ταινία και καταφερόμουν ενάντια στον φίλο μου το διαφημιστή και υπέρ μιας ουσιαστικής, ρεαλιστικής και στρέιτ ταινίας που θα μπορούσε να γίνει εύληπτη και από ανθρώπους που τους αφορά αλλά δεν είναι σινεφίλ και άρρωστοι με τη σημειολογία. Και αναφερόμουν στις Ματα και Χάρυ εν προκειμένω. Για καλή τους τύχη επιχειρηματολογούσα σιωπηλά και έτσι δεν τις ξύπνησα.
Όταν τέλειωσε το φιλμ, η αφελής οικοδέσποινα ρώτησε το ζευγάρι των υφισταμένων της Παρασκευούλας:
-Σας άρεσε κορίτσια η ταινία;
-Εγώ κοιμήθηκα... απάντησε ναζιάρικα η Μάτα.
Και η Χάρυ από δίπλα έγνεψε καταφατικά δίνοντας πόντους στην παρατήρηση-ωμή αλήθεια της συντρόφισσας Μάτας.



