23/12/11

Κυριακές γκραν γκινιόλ

Τις Κυριακές, στο κέντρο μιας πόλης κατάστικτης με τατού στα ντουβάρια, ή στις εξοχές και τις θάλασσες, αγοράζαμε εφημερίδες. Τυλιγμένες σε σελοφάν. Τις αδειάζαμε από τα περιττά, από διαφημιστικά φυλλάδια και σομόν οικονομικά ένθετα. Η ζωή κυλούσε χωρίς οικονομικούς δείκτες, χωρίς γραφήματα των τιμών του χρυσού και του πετρελαίου, χωρίς τους ολοσέλιδους πίνακες με τις τιμές των μετοχών. Κυλούσε χωρίς να λέμε: CDS, PSI, spreads, χρηματοπιστωτική κρίση, ύφεση, χρεωκοπία, περικοπές, στάση πληρωμών, εργασιακή εφεδρεία, επιτόκια δανεισμού. Κυλούσε χωρίς μνημόνιο, μεσοπρόθεσμο και πολυνομοσχέδιο. Χωρίς ΔΝΤ, Eurogroup και τρόικα. Οι φυλλάδες της οικονομίας αδιάβαστες προορίζονταν για ανακύκλωση ή για καθάρισμα τζαμαρίας.

Και μετά οι όροι ξεχύθηκαν από τις φυλλάδες, ανακυκλώνονταν στα χείλη μας, βρώμιζαν τα στόματά μας. Και μετά τα παράθυρα θόλωσαν. Πύκνωσαν οι ανάσες στα σπίτια μας. Μέναμε μέσα όλο και πιο συχνά. Ακούγαμε όλο και πιο αμίλητοι τις τηλεπερσόνες να μας κατακεραυνώνουν με μια γλώσσα αυταρχική, γεμάτη δυσνόητους οικονομικούς όρους, εκβιαστικά διλήμματα και φασίζοντα ορθολογισμό. Ζαρώναμε όλο και πιο φοβισμένοι στα καθιστικά. Βουλιάζαμε όλο και βαθύτερα στον ιδιωτικό βίο. Παραδίδαμε το συρρικνωμένο ελεύθερο χρόνο μας σε οθόνες, μιας ψευτοσυμμετοχής στα εν δήμω μέσα απ’ τα social media ή μιας παθητικής ενημέρωσης από μισθωμένα φερέφωνα. Ξεφυλλίζαμε πια με αγωνία τα οικονομικά ένθετα, σαν χρησμό.

Τους είδες. Μια οικογένεια με δυο παιδιά. Σταθμεύουν δωρεάν στο αχανές πάρκιν. Παίρνουν τσάμπα μια πελώρια τσάντα από χοντρό πλαστικό. Περιφέρονται χωρίς χρέωση στους ατέλειωτους διαδρόμους του σπιτάδικου. Χαζεύουν χωρίς αντίτιμο τα ανεξάντλητα εκθέματα του πολιτισμού. Φτάνουν στο ταμείο με τα ψώνια: κανένα αρωματικό ρεσώ, κανένα διακοσμητικό σκατολοϊδι, λίγη χρωματιστή άμμο, ας πούμε, κανένα αποξηραμένο φυτό. Ψιλοπράματα. Μετά θα φάνε ξέπνοοι χοτ ντογκ ή παγωτό μηχανής. Τίποτα δεν ήταν χωρίς κόστος. Η αγορά ήταν η εκδρομή τους.

Το Τοτέμ κείται ημιθανές μπροστά στα μάτια τους. Καμώνονται πως δε το βλέπουν. Το προσπερνούν. Ώστε δεν ήταν αθάνατο τελικά. Οι πιστοί πάντα εθελοτυφλούν. Συνεχίζουν να διασχίζουν τους διαδρόμους του μεγαθήριου, σαν αυτό να είναι πάντα εκεί: προσηνές, προσιτό και συγχρόνως μεγαλόπρεπο. Προσκυνούμε την άνεση, το γούστο, το φθηνό που δεν είναι ευτελές. Προσκυνήσαμε πολύ τα σπιτικά μας. Ώσπου έμοιασαν με σκηνικά νεανικής σαπουνόπερας. Χρωματιστοί τοίχοι, λαμπιόνια, φωτιστικά, στυλ, πολύ στυλ. Και τα ρούχα μας. Και τα μαλλιά μας. Στυλ πολύ στυλ. Και γυμνοί δε ξέραμε κατά πού να κάνουμε, πιο αμήχανοι από ποτέ. Και όταν μιλούσαμε δε ξέραμε τι να πούμε, πιο μπερδεμένοι από ποτέ. Και τα τραγούδια. Μια έντεχνη ποπ με ηλεκτρικές κιθάρες, βαρύ μέικ απ, πονηρούς image makers, ακριβά βίντεο κλιπ, άνευρο κι ασπόνδυλο στίχο. Μουσική δωματίου ΙΚΕΑ.

Το ταμπού είναι να πεις πως δεν έχει άλλο. Πως τελειώσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα. Μαζί να δούμε να αργοπεθαίνουν τα νεκροζώντανα, τα ζόμπι της μη-ζωής μας, η προκάτ αισθητική μιας σουηδικής (απ)οικίας, η ευδαιμονία του πολυγκατζετούχου, η new age βαλβίδα εκτόνωσης λαϊφστάιλ νευρώσεων, η μετακίνηση της κουζίνας από τα λαδερά στη ρόκα-παρμεζάνα με μπαλσάμικο, η μουσική υπόκρουση της επίπλαστης ευμάρειας, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μήντια, τα greeklish και τα ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο που έμοιασε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας.

Οι Κυριακές πια περνούν όπως φιλμάκι γκραν γκινιόλ. Κάνουμε ταμείο. Τι θάψαμε τη βδομάδα που πέρασε. Κάποια γηραιά ελευθερία, καμιά λατρευτή μας αξιοπρέπεια, ένα αδικοχαμένο δικαίωμα, ένα κομμάτι από τον χρόνια αγνοούμενο Λόγο. Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη. Εκεί που παραμένουμε μονάχα θεατές με καρδιές ρέπλικες. Ευειδείς μες στο ευ ζην που μας είπαν να πιστέψουμε κι εμείς το πιστέψαμε. Το Blade Runner ήταν πάντα εδώ. Εμείς είχαμε γυάλινα μάτια και δεν το βλέπαμε. Στο τέλος να θυμηθείς να μου κλείσεις τρυφερά τα βλέφαρα για να μπορέσω να ξαναδώ καμιά ικμάδα φωτός.


Νοέμβρης 2011

Για το Bahar τoυ Βυτίο και Radio_Sociale.

18/12/11

Belle epoque της Κυριακής

Μπροστά σε ασβεστωμένους πλίθους με κεραμίδια στη σκεπή ή μπροστά σε δίπατα αρχοντικά με μπρούτζινα οικόσημα. Τραπεζομάντηλο λευκό λινό ή μουσαμάς εμπριμέ. Τάβλα με σιδερένια ποδάρια ή επεκτεινόμενο τραπέζι από ακριβό ξύλο. Κληματαριά, πιθάρια φυτεμένα και βασιλικοί σε πλαστικούς κουβάδες ή τριανταφυλλιές και θάμνοι κουρεμένοι από χέρι κηπουρού. Ψητό στο φούρνο με πατάτες, κριθαράκι στη γάστρα ή ψητό στο φούρνο με πατάτες και κριθαράκι στη γάστρα. Το κοκκινέλι και το κοκκινέλι. Το αστικό τραπέζι με το τραπέζι της απώτερης επαρχίας τέμνονταν στον ουρανίσκο του κυρίως πιάτου και του κρασιού και ίσως διαφοροποιούταν πάλι στο επιδόρπιο. Μα όχι στον τούρκικο καφέ.

Μετά τα βλάχικα, με κάποιο πνευστό, τα λαϊκά και τα παραδοσιακά α καπέλα, τα ποπ σε κάποιο πικάπ μπορεί. Κάποιο σώμα που λικνίζεται κατά μόνας ή σε ζευγάρια, ή ένας κυκλωτικός χορός στις πλάκες. Η belle epoque της Κυριακής.

Που την κατέγραψαν τα μάτια μας, παιδιά, που την κατέγραψαν από τη Λυμπεράκη ως τον Ξανθούλη με λέξεις, κι από τον Ζιλ Ντασσέν ως τον Βούλγαρη με κάμερες. Ακόμα κι ακραία όπως τη Ζάχαρη στην άκρη της Φακίνου και τους Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας του Παναγιωτόπουλου.

Τι κόστιζε ένα γουρουνόπουλο, οι πατάτες και τα λαχανικά; Τι κόστιζε το χύμα κρασί; Τι κόστιζε ένα τραπέζι στην αυλή; Τι κόστιζε να πιάσεις να πεις δυο τραγούδια μετά; Τι κόστιζε να σηκωθείς να χορέψεις; Τι κόστιζε να παίζουν τα παιδιά ξέφρενα; Τι κόστιζε να ξαπλώσεις έπειτα στο ξένο σπίτι του δικού σου ανθρώπου, ξέπνοος, ταϊσμένος, μεθυσμένος; Τι κόστιζε η καλή ζωή;

Από το ορεινά χωριά της Κρήτης ως τα αρχοντικά της Καστοριάς και από τα πεδινά του Θεσσαλικού κάμπου ως τα νεοκλασσικά των Αθηνών το κυριακάτικο τραπέζι ήταν γιορτή.
Μετά διαλύθηκαν οι παρέες, κόπασαν τα κέφια και μαζί οι κουβέντες και οι παρεξηγήσεις της τάβλας, σιώπησαν οι παιδικοί αλλαλαγμοί, τα χάχανα μικρών και μεγάλων, σκούριασαν τα μουσικά όργανα, οι μελωδίες στις φωνητικές χορδές, πάγωσαν οι φούρνοι και εξατμίστηκαν οι μυρωδιές της κουζίνας.

Κοιτάς καμιά φορά τη λιακάδα, όπως πέφτει ξεδιάντροπα πάνω στα φυλλώματα, οσφραίνεσαι τις ευωδιές των μπαξέδων, όπως αναδίδεται δίχως συναίσθηση καμιά της θλίψης μας, και λες οι οικονομικοί δείκτες κάποτε θα ευπρεπιστούν (;), αλλά ο κουρνιαχτός από τη σύνθλιψη και την κατάθλιψη θα έχει επικαθίσει στις αυλές και τις καρδιές μας. Που τολμώ να μιλώ ακόμη για καρδιές. Ταμπού η αγάπη και η συντροφιά. Ας βγει να πει ακόμα ένας πως ήταν ψεύτικη ευημερία, μήπως και το πιστέψουμε. Μήπως τα ευτελή σύνεργα της ευημερίας μας πιστέψουμε πως ήταν δανεικά κι αυτά από τους τοκογλύφους.

3/12/11

VitaMini C

Τεμαχίζοντας στα δυο το εσπεριδοειδές, συνειδητοποίησα ξαφνικά, πως αρκετά διαδοχικά πρωινά του Σαββάτου στύβω πορτοκάλια προσφέροντας στην μικρή μου οικογένεια τους χυμούς τους. Με την μυρωδιά των πορτοκαλιών στη μύτη και τις φωνές του εργάτη στ' αυτιά, με την εικόνα μιας ήρεμης οικογενειακής στιγμής στα μάτια, καταλαβαίνω πως η ζωή μας πλαισιώνεται μέρα τη μέρα από πράξεις ρουτίνας, υγιεινής, φρέσκιας αλλά και τετριμμένης σαν φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, έτσι ώστε σε ένα ορίζοντα δέκα χρόνων να έχουμε αποκτήσει κι εμείς τις πολύτιμες αγκυλώσεις μας. Να έχουμε ανάγει το πρόγραμμα σε μια μικρή θεότητα που διαφεντεύει σοφά τις ζωές μας, μια προστάτιδα από την τρέλα. Η θεότητα όμως δέχεται κλυδωνισμούς. Κανείς δε ξέρει για το αύριο, κανείς ποτέ δεν ήξερε, αλλά πολύ περισσότερες οι αβεβαιότητες σωρεύονται στο σήμερα.

Έξω στο δρόμο οι εργάτες. Στο δρόμο όχι για να διαμαρτυρηθούν αλλά για να δουλέψουν. Πότε θεσπίστηκε το 8ωρο και το 5θήμερο, με όσο θόρυβο μπορεί να παράξει "το σίδερο και το αίμα", που έλεγε και ο Βίσμαρκ από διαμετρικά αντίθετη θέση, και πότε αθόρυβα καταργήθηκε. Έτσι ώστε να μη με ενοχλεί που τρεις άνδρες δουλεύουν στο δρόμο του σπιτιού μου, Σάββατο πρωί, αλλά να με ενοχλούν οι φωνές τους. Ο ένας βαστάει το ηλεκτρικό πριόνι και κλαδεύει τα δέντρα, ο άλλος δίνει ουρλιάζοντας εντολές και φορτώνει τα κλαδιά κι ο τρίτος, ο οδηγός, περιμένει στο φορτηγάκι. Θα με αναστατώνουν όσο ζω οι πολύ δυνατές ανδρικές φωνές, θα γίνω γιαγιά κι ακόμη θα ζαρώνω από φόβο στην τραχύτητά τους. Έχω συμφιλιωθεί όχι μ' αυτές αλλά με την αντίδραση που μου προκαλούν. Τα επιτεύγματα της ψυχανάλυσης. Στην πραγματικότητα τα εργατικά ντεσιμπέλ θα' ναι ένα τραύμα που με βοηθάει να πάω παρακάτω.

Βρίσκω παρηγοριά πια μόνο στην Ιστορία και τα ντοκιμαντέρ. Διαβάζω νεότερη ευρωπαϊκή Ιστορία και βλέπω ντοκιμαντέρ με εξεγέρσεις και έντομα. Στο ραδιόφωνο δεν ανέχομαι ούτε ειδησεογραφικές εκπομπές, ούτε την παθητικοεπιθετική εντεχνίλα, ούτε το απαρχαιωμένο ροκ. Ακούω Τρίτο Πρόγραμμα με τέτοια εξοικείωση σα να μεγάλωσα σε αστικό περιβάλλον που η κλασσική μουσική ήταν μέρος του ενδιαιτήματος. Στο σπίτι δεν ανέχομαι την τηλεόραση, μου προκαλεί ναυτία, όταν την παρακολουθώ για περισσότερο από μία εκπομπή, μου προκαλεί ταχυκαρδία, όταν την ακούω για αρκετή ώρα να είναι άσκοπα ανοιχτή. Κι ούτε που με νοιάζει αν νομίζεις πως γράφοντας αυτά κομπάζω.

Και παράλληλα μεγαλώνει ένα παιδί που βλέπει μόνο ένα-δύο παιδικά προγράμματα την ημέρα, έχει συνηθίσει το αυτάκι του στην καλή μουσική, ζωγραφίζει στα τρία της ανθρώπινες φιγούρες με μάτια που έχουν κόρες και βολβούς, αυτιά, μαλλιά, μύτη, στόμα, καπέλο και καμιά φορά μάγουλα. Έχουν κορμό και άκρα. Είναι ένα παιδάκι που έχει πλούσιο λεξιλόγιο, καθαρή άρθρωση, ξέρει απέξω ένα κάρο παιδικά και "μεγαλίστικα" τραγούδια. Είναι ένα παιδάκι που έχει φίλους, αγκαλιάζεται και φιλιέται κάθε πρωί με κάποιον που' ναι το ταίρι της στον παιδικό σταθμό. Είναι ένα ευφυές και χαρούμενο παιδάκι, όπως είχε παρατηρήσει ένας αυστηρός φίλος. Κι ούτε που με νοιάζει αν νομίζεις πως γράφοντάς αυτά κομπάζω.

Δεν κομπάζω. Δεν είναι αυτός ο σκοπός όσων γράφω σήμερα σαν ανοιχτό ημερολόγιο. Πάλι. Θέλω μονάχα να πω πως αν διέσχισα τη διαδρομή από την επαρχία στο εξωτερικό, κι από την εργατική-αγροτική καταγωγή στη μεσοαστική καθημερινότητα των βορείων προαστίων, χωρίς να απαρνηθώ μετά βδελυγμίας το πριν για να προσκυνήσω αμνήμων το μετά, είναι γιατί είχα την ευκαιρία. Είναι γιατί πρόφτασα να επιβιβαστώ στο όχημα της κοινωνικής κινητικότητας στις τελευταίες του διαδρομές. Τώρα, τις μέρες της οπισθοδρόμησης, θα με στοιχειώνουν όλο και περισσότερο οι Πατατοφάγοι του Βαν Γκογκ που' δα στο Μουσείο του στο Άμστερνταμ, γιατί είχα την ευκαιρία, όπως και τη ΜΟΜΑ φιλοξενούμενη στο Βερολίνο, όπως το αυστριακό μουσείο μοντέρνας τέχνης στη Βιέννη, το Κομμουνιστικό Μουσείο στην Πράγα, και τ' άλλα μουσεία στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μαδρίτη, το Δουβλίνο, την Ελβετία, κι όλα τα μέρη που ταξίδεψα. Γιατί είχα την ευκαιρία.

Όμως η τέχνη, τα ταξίδια, οι αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, γαμώτο, δεν είναι πολυτέλειες. Δεν έπρεπε να' ναι καν μια ευκαιρία που μπορεί να τύχει να αξιοποιηθεί, μπορεί και να χαθεί. Έπρεπε να είναι κοινό κτήμα όλων. Κι η έγκλιση που χρησιμοποιώ είναι βαθιά ανιστόρητη. Πότε ο αγρότης και ο εργάτης περιδιάβαινε ανάμεσα στα έργα τέχνης σα να' ταν το δικό του habitat για να το κάνει τώρα; Μα τώρα ο εργάτης που έχει δουλειά, ακόμη κι αν δουλεύει Σάββατα, αργίες, ακόμη κι αν δουλεύει ημιαπασχόληση ή απλήρωτες υπερωρίες είναι ευλογημένος. "Έχει δουλίτσα". Αυτή η υπόρρητη υπενθύμιση της υποταγής στις συνθήκες που σου διασφαλίζουν προς το παρόν, εντελώς προσωρινά, το δικαίωμα στην εργασία σε υποκοριστικό, αυτή σε συνδυασμό με την ανιστόρητη πραγματικά και πολιτικά αφελή ατάκα "καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται" συνοψίζει το θάνατο του εργατικού κινήματος, που την ώρα που το γράφω φαντάζει ήδη σαν ανέκδοτο. Οι αρχισυνδικαλιστές μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι να μεθοδεύουν την ανάδειξή τους σε βουλευτικά αξιώματα. Οι ευκαιρίες τελειώσανε. Το όχημα της κοινωνικής κινητικότητας φράκαρε και ξέμεινε από καύσιμα.

Όμως εμείς θα συνεχίσουμε να εξασκούμαστε στη χρήση μιας οικονομίστικης γλώσσας, με όρους δυσνόητους, σχεδόν ανόητους, όπως δείχνει η πράξη, θα συνεχίσουμε να ρουφάμε την υπερπληροφόρηση ακόρεστα, χωρίς να μπορούμε να την επεξεργαστούμε, την ώρα που θα εκχωρούμε άπραγοι την ιστορικότητα των ημερών στους σκιώδεις Άλλους. VitaMini C. Μικρή ζωή τρίτης κατηγορίας.

5/11/11

έχε το νου σου στο παιδί...

Παρακολουθούσα χτες την εναλλαγή φαιδρών, αγράμματων και επικίνδυνων εκλεγμένων αντιπροσώπων του "έθνους" στο βήμα της Βουλής.
Άκουγα άναυδη -αν και λαλίστατη τουηττερικά- τα πρόσωπα αυτά να διαβάζουν θλιβερές εκθέσεις εξατάξιου γυμνασίου, να διανθίζουν την ομιλία τους με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα εθνοσωτηριακού περιεχομένου, να παραθέτουν στον επίλογο συχνά κάποιο χωρίο από τον Μακρυγιάννη, τον Ελύτη ή κάποια ινδή συγγραφέα, προδίδοντας ανερυθρίαστα την μηδενική εξέλιξη του λόγου των ίδιων και των συμβουλατόρων τους, από τα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, την προσκόλληση σε ξεπερασμένες φόρμες που αποκαλύπτουν, ανάμεσά στα άλλα, την ένδεια του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Μόνο που αυτοί εδώ έχουν εκλεγεί να διαχειρίζονται τις τύχες μας, δε διαγωνίζονται στις πανελλαδικές.
Διέκρινα την αισθητική των εκπροσώπων, από τη ροζ μπομπονιέρα της κυρα-Ουρανίας, τα μπλε ελεκτρίκ σακάκια των βουλευτών, το ύφος bitch των Άννα& Άννα, ως τον λάβρο, έμπλεο μίσος λόγο των ακροδεξιών.
Παρατηρούσα το κατάμεστο άνδρο της αστικής δημοκρατίας να εμπαίζει έναν ολόκληρο λαό με παλινωδίες, εθνικιστικές κορώνες, υποκριτικά υστερικές αναγνώσεις εκβιαστικών διλημμάτων, πύρινων παραινέσεων και κατηγοριών.
Μετρούσα πόσες φορές άκουσα τις λέξεις λαός και σωτηρία, με τα παράγωγά τους, από τα χείλη ασεβών και ως προς τις δύο έννοιες.

Αίφνης τα εν οίκω μου διέλυσαν την ψευδαίσθηση του μέγα-πλαισίου της ιστορικότητας. Είδα με την άκρη του ματιού μου τον άνδρα μου να έχει φέρει κάτι να τσιμπήσει ενώ το λαίμαργο τρίχρονο, στην προσπάθειά του να αποσπάσει κάποιο μεζεδάκι από το πιάτο του πατέρα της, άρχισε να λέει μια προσευχή που έκλεινε με την ευχή "καλή μας όρεξη!"
Αμέσως θυμήθηκα πως πριν λίγες μέρες την άκουσα να λέει "Παναγία μου!" και να σκάει έπειτα στα γέλια.
Τότε συνειδητοποίησα, για πρώτη φορά, πως ο λόγος μας, εμάς των γονιών της, δεν περιέχει αναφορές σε μεσσίες, θεομήτορες και αγίους, πως αυτό το παιδί μεγαλώνει σε ένα σπίτι που δεν υπάρχει εικόνισμα, πως δεν του έχουμε μάθει να κάνει το σταυρό του.
Το σχολείο όμως θα φροντίσει να του εμφυσήσει το θρησκευτικό αίσθημα και τις αξίες του χριστιανισμού. Συγχρόνως, η περιουσία της Εκκλησίας όχι μόνο δε θα δημευθεί αλλά θα προστατευθεί στο ακέραιο με την εξαίρεση από το τέλος ακινήτων, ενώ η αναπαραγωγή δαπανηρών χριστιανορθόδοξων εθίμων δε θα έχει τέλος. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Την επόμενη μέρα θα διασχίσω κεντρικές λεωφόρους της πρωτεύουσας διερχόμενη πύλες στρατοπέδων. Θα δω συρματοπλέγματα στα τείχη, στρατιωτικά νοσοκομεία, άνδρες με χακί και κράνη, ζωσμένους με πυροβολικά, πληρωμένα αδρά από τις τσέπες μας. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Στη διαδρομή θα ακούσω στο ραδιόφωνο τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, σε ένα τραγούδι, ή εμβόλιμα στην απαγγελία του Ρίτσου και θα θυμηθώ πως ερήμην, με την ανοχή ή πιο συχνά με την συναίνεση των καλλιτεχνών το ΚΚΕ μέσα από τα φεστιβάλ της ΚΝΕ και παράλληλα το διαρκές καπέλωμα των λαϊκών κινημάτων, οικειοποιήθηκε ένα ολόκληρο χωράφι του ελληνικού πολιτισμού, αυτού που τώρα μυρίζει μπαγιατίλα στις γκουρμέ μύτες των πιστών των αγορών, των προσκυνητών ενός συστήματος που καταρρέει μπροστά στα σαστισμένα μάτια του δυτικού κόσμου. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Κι ωστόσο η αποστροφή των κεφαλών των μαθητών από τις εξέδρες των επισήμων και μια λωρίδα μαύρο ύφασμα σε θέση πένθιμου περιβραχιόνιου στα ανώριμα μπράτσα γυμνασιόπαιδων, σε αναγκάζει να παραδεχτείς πως δεν έσφαλλε κανένας από τον Αριστοτέλη μέχρι σήμερα που έβλεπε την ελπίδα στην πιτσιρικαρία και σ' αναγκάζει να θυμηθείς το στίχο του Σιδηρόπουλου, έχε το νου σου στο παιδί, και να συγκινηθείς παρά τον κίνδυνο να φανείς γραφικός σ' αυτούς που καθόλου και ποτέ δε πρόκειται να εκτιμήσεις.
Κι έπειτα, στο τέλος, να παραδεχτείς πως ακούγοντας την Ευδοκία να αναφωνεί "Παναγιά μου", στην βιασμένη άκρη του ζεϊμπέκικου του φαντάρου, τα σύμβολα που απεχθάνεσαι, που έχουν τεχνηέντως περισωθεί μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων, είναι αυτά που σε γαλούχησαν, είναι κομμάτι της κουλτούρας σου. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Έχε το νου σου στο παιδί, είναι δεν είναι επίκαιρο.

23/10/11

δε περνάμε τέλεια, περάσαμε στην υποτέλεια

Κι εκεί που οι διαχωριστικές γραμμές είχαν συμπτυχθεί στην εξής μία, αυτή που διακρίνει από τη μια τους υπερασπιστές της αδιαπραγμάτευτης υποταγής στις προσταγές της τρόικα ως μονόδρομο εθνικής σωτηρίας, όπου βέβαια το οξύμωρο, εθνική σωτηρία και εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας κρίνεται ως γραφικό και ανάξιο λόγου αντεπιχείρημα, ένα σινάφι από τα εγχώρια Chigago Boys, είτε κυβερνητικοί, είτε ακραιφνείς -επικροτητές- της- κυβερνητικής -πολιτικής- νεολιμπεράλες, κι από την άλλη μεριά τους επικριτές της κατάστασης, που' ναι ένα συνοθύλευμα του πιο επιφανούς σύγχρονου έλληνα διανοητή, του πιο απεγνωσμένου ανέργου αλλά και του απλού απλώς αγανακτισμένου, κινηματικού ή μη, πολίτη.

Εκεί που δεν χρειαζόταν να ανατρέξεις στην εξέγερση της Κροστάνδης, την αλληλογραφία Μπακούνιν και Μαρξ, το θάνατο του Ντουρούτι ή τη νύχτα στο Χημείο του '79 για να καταλάβεις πως ο στίχος του Τζιμάκου "στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτε ο κνίτης με φρικιά" έχει μια βάση, αλλά που σ' αυτή τη δεδομένη στιγμή προσδοκούσες, εύλογα αλλά αφελώς, πως οι διαφορές εξαλείφονται κάτω από τη βαριά σκια γεγονότων που τρέχουμε ασθμαίνοντας ξοπίσω τους, πάνω στη στιγμή που το ζητούμενο δεν ήταν ποιος την έχει μεγαλύτερη την αγωνιστικότητα, αλλά η συσπείρωση των δυνάμεων που αντίκεινται σε αυτό που πολύ ευφημιστικά θα αποκαλούσε κανείς ως "κυβερνητικές επιλογές", στη φάση που το προκείμενο είναι η αποτροπή της υπερψήφισης του πολυνομοσχεδίου, σε μια πρώτη φάση, στο ιστορικό σημείο του ενδεχομένου τρίτης αποτυχίας αναχαίτισης της πορείας στην κοινωνική γενοκτονία (social genocide, ο όρος από ντοκιμαντέρ του Fernando Solanas για την Αργεντινή), μετά το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο, οι μαύροι και οι κόκκινοι αποφασίζουν να πλακωθούν άσχημα.

Έχουν ήδη ειπωθεί πολλά. Τι νόημα έχει ένα post a posteriori; Τόσο νόημα όσο έχουν όλες οι προηγούμενες κουβέντες: το νόημα που είσαι έτοιμος να δεχτείς πως έχουν. Αναλωθήκαμε σε technicalities, που είναι πόσα καδρόνια κρατούσε και πόσα κράνη φορούσε το ΠΑΜΕ, πόσα μπουκάλια και πόσα μάρμαρα εκσφενδόνισαν οι άλλοι. Βιαστήκαμε να θεωρήσουμε εαυτούς αμερόληπτους κριτές των γεγονότων και αυταπατηθήκαμε ότι τα μάτια μας είναι κάμερες που καταγράφουν τις συμπλοκές αντικειμενικά, ψύχραιμα, αποστασιοποιημένα. Αλλά η γλώσσα πάντα θα μας προδίδει, τα scripta θα κείνται έκθετα. Και εκεί θα φανεί πόσο βιαστήκαμε να υιοθετήσουμε τον λόγο των συμβατικών μμε, να παπαγαλίσουμε τον όρο κουκουλοφόροι, να χρεώσουμε σύσσωμο τον αναρχικό χώρο με τα μπάχαλα και βέβαια να αποσύρουμε την όποια πρότερη συμπάθειά μας προς αυτό το χώρο, να σπεύσουμε να αποδώσουμε, ως άλλοι ιατροδικαστές, πριν καν το πρώτο ανακοινωθέν το θάνατο του ανθρώπου στις δολοφονικές επιθέσεις των κουκουλοφόρων και όχι βέβαια στα χημικά των ματατζήδων -που είναι το πιο εξοργιστικό από όλα τα εξαρτημένα αντανακλαστικά- και τέλος να θεωρήσουμε ως σημείο εκκίνησης του τσαμπουκά τους "Δε πληρώνω" ή τους μπάχαλους και όχι βέβαια την περιφρούρηση του ΠΑΜΕ που ζητούσε δημοσιογραφικές ταυτότητες για να σε αφήσει να περάσεις προς τη Βουλή... Ο τσαμπουκάς ξεκινάει από κει που ο άλλος αποφασίζει αυθαίρετα αλλά συνειδητά πως είναι το αφεντικό.

Δε συνηθίζω να γράφω πολιτικά κείμενα και να με συγχωρείς δηλαδή για το αποψινό μου ατόπημα. Μόνο που, αν θες και τη δική μου εκδοχή, πολιτική δεν είναι *μόνο* τι ψήφισες, πόσες απεργίες έκανες σε πόσες πορείες κατέβηκες, πόσα ασφυξιογόνα εισέπνευσες και πόσα tweets πόσταρες. Πολιτικά μετριέσαι από την ώρα που θα ξυπνήσεις και θα αφήσεις τη βρύση να τρέχει βουρτσίζοντας τα δόντια, μέχρι τα μεταλλαγμένα κόρν φλέικς που θα φας, το μέσο με το οποίο θα μετακινηθείς, τον τρόπο που οδηγείς, το βρακί που φοράς, το ραδιόφωνο που ακούς, τις ώρες τηλεθέασής σου, τις παραλίες που διάλεξες για τις διακοπές σου, το πού και πώς γέννησες το παιδί σου, το πώς μιλάς στη γκόμενά σου, που θα μου τσινίσεις που την είπα γκόμενα γιατί είναι υποτιμητικό, ενώ, ας πούμε, δεν είναι υποτιμητικός ο ευνουχισμός που θα της κάνεις με τρόπο αδιόρατο σχεδόν αλλά συστηματικό όταν την μέμφεσαι για ό,τι δε συνάδει με το πρότυπο της αγίας ελληνίδας μητέρας που θα ασπρίσουν τα μαλλιά σου κατηγορώντας της ως και μετά το θάνατό της για την ευνουχιστική αγάπη της, όπου αγάπη είναι να μη στη λέει ο δικός σου άνθρωπος. Ενώ αγάπη είναι ακριβώς αυτό. Δεν περνάμε τέλεια. Τελειώσανε τα τέλεια. Η επίπλαστη ευμάρεια και η συνοδευτική υποκριτική ελαφρότητα στην μεταξύ μας επικοινωνία, τα φληναφήματα, οι φιλοφρονήσεις και τα φθηνά αστεία, τελειώνουν κάτω από την επανεμφάνιση των επιπλέον διαχωριστικών γραμμών που η σύγκρουση, όπως πάντα, έρχεται να αναδείξει. Δε περνάμε τέλεια. Περάσαμε στην υποτέλεια. Σημασία δεν έχει πόσο μαύροι, πόσο κόκκινοι είμαστε. Σημασία έχει πως είμαστε υποτελείς. Σημασία έχει να καταλαβαίνεις πως όσο "στη λέω" τόσο σ' αγαπάω.

10/10/11

Να φύγουμε, Νίκο

Μιλάς σοβαρά ρε; Θα σηκωθείτε να πάτε στου διαόλου τη μάνα;

Αφηρημένη έγνευσα καταφατικά αλλά οπωσδήποτε δε με είδε. Έχουμε εξάλλου να ιδωθούμε περίπου ένα χρόνο και ας ζούμε σε γειτονικά προάστια. Για άλλη μια φορά τα λέγαμε από το τηλέφωνο. Επειδή είναι επαρχιωτάκι, λέει, το προτιμάει από το να τα λέμε από το ίντερνετ. Με τους λιγότερο επαρχιώτες μιλάμε κατά κανόνα σε chat, άλαλοι, με σκέτα ψηφία του δυαδικού συστήματος. Μόνο με τους αληθινούς σου φίλους περνάς μαζί τις Κυριακές και σας παίρνει το χάραμα κουβεντιάζοντας. Ακόμα και σήμερα; Ακόμα. Ώσπου να φτάσουμε σε επίπεδα ανάπτυξης πόλεων όπου δεν ακούγονται πια ομιλίες, παρά μόνο πλήκτρα στα 8ωρα που ξεχείλωσαν σε 10ωρα και 12ωρα, και τηλεοπτικός βόμβος στον ελεύθερο χρόνο ανελεύθερων.

Όσο τον άκουγα να αναρωτιέται για το αν η απόφασή μας να αναζητήσουμε δουλειές στην Αυστραλία είναι απόφαση έλλογων όντων, από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.

Η αίσθηση του οικείου είναι η ζεστή κουβέρτα που σε τυλίγει στον τόπο που έτυχε να κατοικήσεις, μου λέω. Η αίσθηση πως μιλάς την ίδια γλώσσα, πως έχεις όμοιες προσλαμβάνουσες, κοινές αναφορές, ίδια προβλήματα στην καθημερινότητα. Η ψευδαίσθηση του οικείου. H ψευδαίσθηση πως επειδή έχεις δώσει όνομα στα πράγματα, τα ορίζεις. Η ψευδαίσθηση πως καθώς έχεις κονσερβοποιήσει τις πληροφορίες, με ετικέτα στερεοτύπου, γνωρίζεις τον άλλον. Όπως: του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος κ.ο.κ. Όμως πέρα από τον γεωγραφικό προσδιορισμό, μια αυθαίρετη επινόηση, πώς αλλιώς ενώνονται οι ζωές μας, οι ετερόκλητες, ετερογενείς και ετερόδοξες. Ούτε ο αττικός ουρανός στεγάζει το ίδιο τις ζωές μας, αλλιώς μολύνεται, αλλού περισσεύει η συγκέντρωση του διοξειδίου του αζώτου, αλλού του οξυγόνου.

Η αίσθηση του οικείου που παραχαράζει την πραγματική εικόνα μιας άχαρης πόλης πουλώντας τη στα μάτια του προσκολλημένου ως ιδεατό τόπο κατοικίας. Το πρόσωπο της μάνας σου δεν ήταν το ωραιότερο γυναικείο πρόσωπο από καταβολής κόσμου. Ούτε το βυζί της ήταν το πιο θεσπέσιο έδεσμα που έχει ποτέ παρασκευαστεί επί Γης. Όμως αυτά γνώρισες, αυτά είναι ο κόσμος σου. Ο μικρόκοσμος του ορεσίβιου Κρητικού, απ' το μιτάτο στο σπίτι και από το σπίτι στα χωράφια και από τα χωράφια στα καφενεία. Μια ζωή περιγεγραμμένη στα σημεία. Ενώστε τις τελίτσες, παιδάκια, να δείτε τι εικόνα σχηματίζεται. Η εικόνα ενός λαού από πάντα ξεκομμένου από το γύρω του, ούτε Ανατολή, ούτε Βαλκάνια, ούτε Ευρώπη, ούτε Αφρική.

Αλλά ο παππούς ο Νίκος, πριν τον χτυπήσει προχτές το μηχανάκι έξω απ' το σπίτι του, πριν τον σκοτώσει στα 87 του, υγιή στα μυαλά και στο σώμα αλλά πιο πολύ ακόμα στην καλοσύνη του, πολλά χρόνια πριν έφυγε gasterbeiter στη Γερμανία. Και έζησε αξιοπρεπώς. Και σπούδασε το γιο του γιατρό και έφτιαξε ένα σπίτι και μια κάποια περιουσία και επέστρεψε στον τόπο που γεννήθηκε για να ζήσει αξιοπρεπώς. Και επέστρεψε. Και επέστρεψε, όπως ο εξ αίματος παππούς μου, πολιτισμένος άνθρωπος. Με το καπέλο του, την ολιγοφαγία του, τα μελίσσια του, το σκυλάκι του, τις μετρημένες του κουβέντες, και την γαλήνια και καλοσυνάτη του μορφή. Επέστρεψε, όπως ο παππούς μου, που ήταν άλλη ιστορία, αιχμάλωτος πολέμου και έπειτα όμηρος στη Τσεχία, όπως ο νονός μου στο Μόναχο, όμοια ιστορία. Τρεις άνδρες, τρεις ιστορίες, μία κοινή εικόνα: του ανθρώπου που έζησε, καλά ή άσχημα, μακριά από το βυζί της μαμάς πατρίδας. Δεν είναι όλων οι μανάδες αγίες. Η δικιά μας η μάνα είναι πουτάνα.

Μιλάμε ο ένας στον άλλο με απελπισία που κατακερματίζεται σε φθηνά αστεία. Σε φωτοσιοπιές με πολιτικούς, σε ανέκδοτα και ευφυολογήματα. Μιλάνε στα ραδιόφωνα για την επικαιρότητα λες και είναι τα βυζιά της Μπεζαντάκου. Χαριεντιζόμαστε περιμένοντας το θαύμα. Αλλά η Μεγαλόχαρη έχει συγχωνευθεί με τη Madonna και τη Mary και ο Messiah κάνει σεμινάρια στο entrepreneurship για να έρθει να μας χτίσει ωραία νοσοκομεία, με ανθοδέσμες στην υποδοχή και χαμογελαστούς υπαλλήλους και ωραία σχολεία με ατσαλάκωτες στολές και λογότυπα με λιοντάρια.

Θα του έλεγε άραγε κι εκείνη, πριν 50 τόσα χρόνια, πάμε να φύγουμε Νίκο, πάμε να φύγουμε; Θα ακούει το εγγόνι μου, 50 χρόνια μετά, πάμε να φύγουμε Νίκο, πάμε να φύγουμε; Θα πάψει ποτέ αυτή η πόρνη η μάνα μας να μας διώχνει; Του διάολου η μάνα είναι εδώ.

28/9/11

αιώνιοι πολιτικάντηδες

Πριν ακόμα αποφασίσω να δώσω εξετάσεις για υποτροφία ώστε να φύγω στο εξωτερικό για μεταπτυχιακά, με είχαν προετοιμάσει άλλοι που πήραν τον ίδιο δρόμο πριν από μένα: οι έλληνες είμαστε κατά κανόνα οι νεότεροι φοιτητές των μεταπτυχιακών στη Μεγάλη Βρετανία.

Και πράγματι. Στο Master ήμουν από τους νεότερους. Οι υπόλοιποι ήταν εργαζόμενοι (από την Αγγλία, την Ολλανδία, την Κένυα και τον Καναδά, για παράδειγμα), που αφού είχαν απορροφηθεί σε έναν τομέα, αποφάσισαν να εξειδικευθούν σ' αυτόν, όπως είναι το λογικό. Και είτε φοιτούσαν part time, παράλληλα με τη δουλειά τους, είτε ο εργοδότης τους ή κάποιος οργανισμός ή κάποιο charity τους σπονσόραρε το μεταπτυχιακό.

Στο διδακτορικό αργότερα, παρά τη θεωρητική και εμπειρική πια πρετοιμασία μου, δε μπόρεσα να μην εκπλαγώ όταν ανάμεσα στους βρετανούς συμφοιτητές μου ήταν ένας συνταξιούχος μαθηματικός, μία μεσήλικη φαρμακοποιός που εργαζόταν σε φαρμακευτική εταιρεία, ένας σαραντάρης δάσκαλος και μια γενική ιατρός κάπου στα σαράντα επίσης ενώ παρέμενα από τους νεότερους στην ομάδα.

Το ελληνόπουλο δεν έχει λόγο να εντρυφήσει στα ιδιαίτερα μαθήματα, αν έχει αποφοιτήσει από "καθηγητική" σχολή, στην αποκλειστική φροντίδα, αν έχει αποφοιτήσει από νοσηλευτική σχολή, στα γραμματειακά, αν έχει αποφοιτήσει από τμήμα κοινωνιολογίας, στην παράδοση γευμάτων κατ' οίκον, στην παραγωγή ροφημάτων και στο σερβίρισμα, αν έχει αποφοιτήσει από οποιοδήποτε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Και πώς να σπουδάσει στο εξωτερικό; Με φιλοδωρήματα της σερβιτόρας και του ντελιβερά;

Έτσι, ο φυσικός δρόμος είναι η ανεργία, η υποαπασχόληση σε ετεροαπασχόληση και η περιστασιακή ή καθόλου ενασχόληση με το αντικείμενό σου. Διαφορετικά, δανείζεσαι, επιχορηγείσαι από τους γονείς ή κάποιο από τα λιγοστά ιδρύματα υποτροφιών και πηγαίνεις στην Ευρώπη να μετεκπαιδευθείς σε ένα αντικείμενο για να κερδίσεις 200 μόρια για τον ΑΣΕΠ.

Ας μη γινόμαστε όμως μίζεροι. Υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. Μπορείς να κάνεις ένα μεταπτυχιακό στα οικονομικά, με μέγα χορηγό τον μπαμπά και την μαμά σου, να προσκολληθείς στο ΠΑΣΟΚ ή τη ΝΔ από τα φοιτητικά σου χρόνια, να σπρώχνει και όλο σου το σόι με ψηφαλάκια, να γλείφει, να τραπεζώνει και να συνάπτει κουμπαριές με τοπικούς παράγοντες, να έχει στην ατζέντα του τα κατάλληλα τηλέφωνα και να βρεθείς στον πλέον στενό δημόσιο τομέα, σε υπουργεία, σε οργανισμούς αλλά και σε κάποιες ΜΚΟ που δεν έχουν τίποτα να φοβούνται.

Ή μπορεί να έχεις αποφοιτήσει από τη Νομική, την Ιατρική ή το Πολυτεχνείο και αν το ατομικό συμφέρον, η κολακεία και η διαπλοκή είναι το φόρτε σου, δε χρειάζεσαι καν να ξενιτεύεσαι και να χάνεις τον καιρό σου με άχρηστα master ή ακόμα πιο άχρηστα διδακτορικά. Έχεις την πτυχιάρα σου. Άσχετα αν ως ΟΝΝΕΔίτης ή ΠΑΣΠίτης αποφοίτησες με τις ευλογίες πανεπιστημιακών ομοϊδεατών σου, με αντιγραφές και τα στραβά μάτια ΔΕΠιτών ομήρων στα εκλεκτορικά.

Το βιογραφικό σου θα γεμίσει από κάτι λίγα χρόνια επαγγελματικής προϋπηρεσίας, ίσα-ίσα για να κάνεις κάποιες γνωριμίες στο χώρο, κι έπειτα θα αρχίσεις να συνδικαλίζεσαι ασύστολα. Και δικηγορικοί σύλλογοι υπάρχουν, και ιατρικοί σύλλογοι και το ΤΕΕ και το ΠΑΣΟΚ έχει ανάγκη δημάρχους, περιφερειάρχες και η ΝΔ κάποιους πρέπει να κατεβάσει βουλευτές και κανείς καλός στην κομματική υποταγή, στη διαφθορά και την ψηφοθηρία δε χάνεται.

Έτσι λοιπόν όταν ένα χούφταλο 33 χρονών, η οποία κάνει διδακτορικό σ΄ αυτή την ηλικία -αν είναι δυνατόν!- πετάξει κανένα αυγό σε κανέναν όμοιό σου, θα έχεις κάθε λόγο να τη σαρκάσεις ως "αιώνια φοιτήτρια", και θα έχεις όλο το δίκιο με το μέρος σου. Το δίκιο ενός άξεστου αιώνιου πολιτικάντη. Ένα φαινόμενο που κανείς από το σινάφι σου δε θα θελήσει να πατάξει προάγοντας copy-paste μεταρρυθμίσεις, χαμογελώντας θατσερικά στο φακό.

13/9/11

εφεδρικό μίσος

Υπάρχουν εργαζόμενοι που θριαμβολογούν επειδή σύντομα 4.000 εργαζόμενοι θα απολυθούν. Υπάρχουν νοήμονες ενήλικες που μισούν το "Δημόσιο" σαν αυτό να ήταν μία ενιαία και αδιαίρετη οντότητα η ύπαρξη της οποίας είναι κάτι κατεξοχήν κακό.
Υπάρχουν πολίτες που στη λίστα των οργανισμών που μπαίνουν σε εργασιακή εφεδρεία επικεντρώνονται σε 2-3 οργανισμούς -φαινομενικά τουλάχιστον- άνευ αντικειμένου, παραβλέποντας παράλληλα ότι στη λίστα με τους 151 οργανισμούς οι 3 μεγάλες κατηγορίες που θίγονται και απαξιώνονται είναι η έρευνα, ο πολιτισμός και η ψυχική υγεία.

Πόσο βολικό είναι να μισείς, πόσο βολικό είναι να μη νοιάζεσαι, να μη συμπονάς, να αξιώνεις περισσότερο το χρήμα από τον άνθρωπο.

Ούτε αόρατη θέλω να γίνω για μια μέρα, ούτε Θεός, που λέγαμε παιδιά. Θέλω μια μέρα να σκέφτομαι και να νιώθω σαν αυτούς τους ανθρώπους.

Να γελάω σαρδόνια όταν ο υπάλληλος βγαίνει σε εργασιακή εφεδρεία χωρίς προοπτική να βρει δουλειά μέσα σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής ύφεσης, όταν κρύβεται από το διαχειριστή γιατί δεν έχει να πληρώσει τα κοινόχρηστα, όταν πέφτει μπρούμυτα βουλιάζοντας στο μαξιλάρι μέρα μεσημέρι με ντάλα κατάθλιψη. Τι ανάγκη έχει ο κόσμος τους ανάξιους;

Να πάρω όλα τα ΑΜΕΑ, με τα μπαστουνάκια των τυφλών, με τα ψυχοφάρμακα των αυτιστικών, τη νοηματική των κωφάλαλων, που εξυπηρετούνταν στις δομές ψυχικής υγείας και πρόνοιας, να τα φορτώσω στα καροτσάκια τους, στα πούλμαν με τα σπαστικά και να τα σπρώξω στον Καιάδα. Τι ανάγκη έχει ο κόσμος τους αναξιοπαθούντες;

Να σαρκάσω τον κάθε επιστήμονα, τον κάθε διδάκτορα, τον καθένα που διέθεσε τα νιάτα του σε σπουδές για να παράγει έρευνα στο φαληρισμένο Ελλαδιστάν καθώς θα τον βλέπω να κυκλώνει αγγελίες για ντελίβερυ και πλασιέ στη χρυσή ευκαιρία. Τι ανάγκη έχουμε τόσους επιστήμονες;

Να πετάξω αυγά στον κάθε φιλόμουσο, φιλότεχνο και καλλιτέχνη γιατί ήμαστε μια χώρα με υπερπαραγωγή τέχνης και πολιτισμού και τι στο διάολο χρειάζονται τόσα θέατρα, τόσα ποιήματα, τόση λογοτεχνία τη στιγμή που υπάρχει το Mall, τα Starbuck's και η τηλεόραση με το ψηφιακό σήμα;

Αλλά δε γίνεται. Δεν έχω μέσα μου τόσο εφεδρικό μίσος.
Γιατί στο δικό μου εργασιακό χώρο, μέρα τη μέρα, σφυρηλατείται η ανθρωπιά μας. Το τυφλό τσιγγανάκι, το ορφανό αγοράκι, το κακοποιημένο κοριτσάκι, οι γονείς με το βαρύ αυτιστικό, το αδελφάκι με τη λευχαιμία, το παιδί που δε θα γυρίσει ποτέ σπίτι του. Πάντα υπάρχει ένας λόγος να είσαι ανάλγητος. Εγώ δε ξέρω κανέναν.
Στη δική μου οικογένεια δεν έτυχε να με μεγαλώσουν με μίσος για τον γείτονα, γιατί είναι τεμπέλης, γιατί είναι κάφρος, γιατί είναι βολεμένος δημόσιος υπάλληλος. Πάντα υπάρχει ένας λόγος να μισείς. Εγώ δε ξέρω κανέναν.
Εγώ δεν ξέρω κανέναν σαν αυτούς τους ανθρώπους. Ξέρω πολλούς σαν εμένα. Ευτυχώς.

5/9/11

η μυρωδιά της απουσίας

Κυρίες και κύριοι,

είμαι η κυρία Λαμπροπούλου που είχα βγει στο Alter. Έχω το παιδάκι μου άρρωστο [...] Τρεις αναπτήρες, ένα ευρώ [...].

Η σχολική σεζόν ξεκινάει. Χωρίς βιβλία. Φωτοαντίγραφα σε φωτοτυπάδικα πλήρη ακτινοβολίας. Υπάλληλοι ημιαπασχολούμενοι συμβασιούχοι χωρίς επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Ανοίγουν καπάκια, ανοίγουν βιβλία, όπως οι πουτάνες ανοίγουν τα πόδια τους, μπρος- πίσω σκαννάρει το τζάμι της μηχανής, βγαίνουν οι Α4, όπως βγαίνει και πετιέται η χρησιμοποιημένη καπότα του πληρωμένου έρωτα. Οι φωτοτυπίες είναι μια ξεφτίλα που θα έπρεπε η ευτέλειά της να περιορίζεται σε ευτελή έγγραφα: δικόγραφα, τοπογραφικά, αστυνομικές ταυτότητες και φορολογικές δηλώσεις.

Τα βιβλία, κωθώνια των επιτροπών, έμμισθοι αυλοκόλακες, αγράμματοι συμβουλάτορες, επικίνδυνοι σφουγγοκωλάριοι, δε μπορούν να αντικατασταθούν με πατσαβουρόχαρτα.

Δεν υπάρχει διάβασμα από τις φωτοτυπίες. Όλα τα μαθήματα που μίσησα ήταν συρραμένες λευκές κόλλες φωτοτυπάδικου. Ό,τι θυμάμαι από το σχολείο ήταν η μυρωδιά του βιβλίου. Η λαχτάρα αλλά περισσότερο η αγωνία να τα βγάλεις πέρα μ' αυτό το τυπωμένο, εικονογραφημένο, τερατάκι με την κουκουβάγια.

Που άμα ήσουν από καμιά γειτονιά της επαρχίας και ο πατέρας σου ήταν λίγο αγρότης, λίγο εργάτης, και δεν ήταν ο πρώτος του χορού σε "μορφωτικό κεφάλαιο", που έλεγε ο γιος του ταχυδρόμου στην Αρμενία, ο Μπουρντιέ, μπορεί τα ίδια βιβλία να τα πετούσες στις φωτιές του Άη Γιάννη του Κλήδονα τέλος Ιούνη. Και να τα πήδαγες φλεγόμενα με ιαχές ζουλού, ξορκίζοντας μέσα από τη καύση τους το δαίμονα του θεσμού που κατάλαβες νωρίς, πως αργά ή γρήγορα θα σε λιώσει σα σκουληκάκι μεταφέροντας στο πέρασμά του το παιδί του ρετιρέ των δημοσίων υπαλλήλων, του άχρηστου κι ανάλγητου μέλους κάποιας επιτροπής, που στην αναμπουμπούλα χαίρεται σα λύκος, και τώρα προφασιζόμενος την κρίση αποφασίζει να σου στερήσει ακόμα και το σχολικό εγχειρίδιο.

Ώστε θα' ναι όλα ασπρόμαυρα. Στο μελάνι του φωτοτυπάδικου τα χρώματα κοστίζουν. Ώστε θα' ναι όλα ευτελή. Στη ξεφτιλισμένη χώρα όλα κοστίζουν για σένα που βύζαινες τη δωρεάν εκπαίδευση, τη δωρέαν περίθαλψη λες και το μητρικό γάλα δε θα'χε τέλος. Κι ούτε που ήταν δωρεάν. Την έχει πληρωμένη ο πατέρας σου ο ψηφοφόρος τους, ο φορολογούμενος, ο κάποτε φαντάρος, ο προσωρινά αγανακτισμένος, ο παντοτινά μαλάκας.

Κι εγώ που είμαι στο 6%, των παιδιών που μια μικρή κλωτσιά τους έριξε το apparatus, γιατί δε γινόταν αλλιώς, δε γινόταν να προχωράς χωρίς προέλευση, χωρίς ταξική συνείδηση, αλλά μετά συνέχισαν και συνεχίζουν, και μ' έλεγε η μάνα μου βιβλιοφάγο, και στις πανελλήνιες που έπεσε θέμα το βιβλίο έγραψα 18.25, και τ' αγάπησα για κάποιο λόγο τα βιβλία, και είναι η μόνη μου περιουσία, θα σου αγοράσω 3 αναπτήρες, 1 εύρω για να κάψεις μαζί με τις φωτοτυπίες κάθε αυταπάτη, πως αυτό το σχολείο, αυτού του κράτους, έχει μια θέση για σένα στο όχημα της κοινωνικής κινητικότητας, έχει μια στάλα παιδεία να σου προσφέρει. Άκου καλά. Τα εκπαιδευτήρια και τα κολλέγια ξεκίνησαν εγγραφές.

Στο απουσιολόγιο, αυτή την έντυπη ντροπή ενός σχολείου που επιβραβεύει τους άριστους χρήζοντάς τους παιδονόμους ομηλίκων, να σημειώσετε το κράτος. Δε το βρήκε η κυρία Λαμπροπούλου στη μυρωδιά του αντισηπτικού των νοσοκομείων και βγαίνει στα κανάλια και στη ζητιανιά. Δε το βρήκες κι εσύ στη μυρωδιά του βιβλίου και θα βγεις στα φωτοτυπάδικα. Θα το βρούμε στην μόνη μυρωδιά που θα το συμβολίζει: στα ασφυξιογόνα όσων μετράμε την απουσία του. Οι τρεις μυρωδιές του κράτους. Ξόφλησαν οι δυο σχεδόν χωρίς να πάρουμε μυρωδιά.



31/8/11

τέλη Αυγούστου

Φοβάμαι ότι θα έρθει κάποτε η στιγμή που θα δω τυχαία κάπου -σε κάποια βιτρίνα, σε κάποια οθόνη, σε ένα έντυπο- μια στολή καταδύσεων ή μια μπουκάλα οξυγόνου και θα αναλυθώ σε λυγμούς.

Φοβόμουν για χρόνια τα μακροβούτια, κι ίσως, ως αντίδραση στο απαγορευτικό του φόβου, ο πόθος ήταν να πάρω μαθήματα καταδύσεων. Ποτέ δεν έχω φτάσει στο βυθό. Κι όσο περνάνε τα χρόνια τόσο εκμηδενίζονται οι πιθανότητες να πραγματώσω το εφηβικό μου όνειρο. Κι όσο με ξεφτιλίζουν, εμένα κι όλη μου τη γενιά, μειώνοντας τους μισθούς μας, τιμωρώντας μας για κάτι που δε φταίξαμε, τόσο η γνωριμία μου με τα κοράλια θα' ναι μια πολυτέλεια για την οποία δε θα μου επιτρέπεται καν να μιλήσω.

Τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, Δέσποινα, τις φαντάζομαι όπως το χώμα. Όπου φυτρώνουν και θεριεύουν οι νευρώσεις μας και το οποίο, συγχρόνως, μας υπενθυμίζει το θνητόν της ύπαρξής μας. Σ' αυτό το χώμα, πέφτουν, που λες, τα δάκρυά μας, και κάποτε ανθίζει ένα κομμάτι κείμενο ή μια συγκίνηση. Χωρίς αυτές τι θα'μαστε, Δέσποινα; Ένας υπάνθρωπος εστεμμένος με το λαμπερό χαμόγελο της επιτυχίας, ενδεδυμένος με ατσαλάκωτα υφάσματα, που αποπνέει ακριβό άρωμα και απονιά. Ξέρεις τι πάει να πει απονιά. Είναι από τις λέξεις που εξαφανίζονται. Όπως η λατέρνα και το φιλότιμο. Μόνο η φτώχεια επιστρέφει. Μέσα έξω. Αλλά εμείς έχουμε να καταβάλουμε πάλι τα τέλη Αυγούστου. Ένα καλοκαίρι πλουσιότεροι, ένα καλοκαίρι φτωχότεροι.

27/8/11

Ψευδωνυμία που διεγείρει

Η ψευδωνυμία στα blogs παρέχει μια ελευθερία έκφρασης πέρα από ταμπού, καθωσπρεπισμούς και στρογγυλεμένες πολιτικές θέσεις.

Συγχρόνως όμως, ως ιστογράφος, είσαι έκθετος και η ψευδωνυμία είναι το παλτό σου. Δεν είσαι συγγραφέας να σε προστατεύει η αίγλη ενός αντίτυπου με αντίτιμο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Δεν είσαι φτασμένος διανοούμενος ή καλλιτέχνης να σε προστατεύει η ισχύς της δημόσιας περσόνας σου. Δεν είσαι αρθρογράφος να θεωρείται καθήκον σου η κριτική στα κακώς κείμενα. Είσαι ένας ερασιτέχνης της γραφής, ένας ανώνυμος πολίτης.

Ο Τζακ Νίκολσον στο «Professione: Reporter» του Αντονιόνι οικειοποιείται την ταυτότητα ενός νεκρού εμπόρου όπλων και ζει μια δεύτερη εκδοχή του βίου του στο πεπερασμένο της ύπαρξής του. Είναι ελκυστική η ιδέα του μη μονοκόμματου βιώματος, της μη περιχαράκωσης σε συμβατικούς και όχι αντιφατικούς ρόλους. Να είσαι μητέρα αλλά και ερωτομανής, σαν ηρωίδα του Μπατάιγ, άριστος φοιτητής και επαναστατημένο πνεύμα, στην Αγανάκτηση του Φίλιπ Ροθ, αναρχικός και τραπεζίτης, όπως στο ομώνυμο διήγημα του Πεσόα, μικροαπατεωνίσκη και απλή νοικοκυρά του Ντάριο Φο, άθεος και παππούλης για τον Σεπούλβεδα, ομοφυλόφιλος και οικογενειάρχης γελαδάρης στο Brokeback Mountain, ταχυδρομικός υπάλληλος και περιθωριακός μέθυσος, μισάνθρωπος, τζογαδόρος, πορνόγερος στα αυτοβιογραφικά του Μπουκόφσκι.

Τώρα πια έχεις να διαλέξεις ρόλο και λόγο. Οι επιτροπές προληπτικής λογοκρισίας, στο πλαίσιο της μεγάλης καταστολής, θα σου επιβάλουν να υπογράφεις επωνύμως κείμενα που δεν θα διεγείρουν τα αντανακλαστικά μιας νεοσυντηρητικής κοινωνίας, συναινώντας -και έτσι- στο αίτημα της πολιτικής ορθότητας.

Η ψευδωνυμία στο Διαδίκτυο δεν είναι ταυτόσημη με τη σκανδαλοθηρική δημοσιογραφία, τη λάσπη και τις συκοφαντίες. Ο φόβος για όσους γράφουν με πάθος για τα προσωπικά τους πάθη δεν είναι η ποινική δίωξη (χωρίς πια να αποκλείεται). Η απειλή είναι η μήνις του αφεντικού, το πικραμένο βλέμμα του συγγενή σου, το κουτσομπολιό του παλιού συμμαθητή, το χολερικό σχόλιο του μικροαστού συναδέλφου σου. Δεν δικάζουν μόνο οι δικαστές.

Αδιανόητο να κυκλοφορείς μασκαρεμένος σαν τους Tiger Lillies ή με ψευδώνυμο σαν τον Αρκά, τη Μυρτιώτισσα, τον Νερούδα, τον Οργουελ και τον Banksy. Αδιανόητο.


(Ελευθεροτυπία, 27/08/2011)

21/8/11

in the net

Η ομήγυρη έχει μπλεχτεί στο δίχτυ μιας ανιαρής κουβέντας που ακούγεται πια στα αυτιά μου σαν το βουητό του κοχυλιού. Μιλάνε για οικονομικά. Ω, θεέ του Πελάγου. Καταφέρνω να ξεγλιστρίσω με έναν ελιγμό και βυθίζομαι στη σιωπή μου. Βγαίνω στον αφρό και κοιτάω γύρω μου. Η ματιά μου σκαλώνει στο παρακείμενο ζευγάρι.
Περίπου σαραντάρηδες. Κάθονται αντικριστά και πίνουν κοκτέιλ. Το χέρι και η παλάμη της μισός αμφορέας στηρίζει το κεφάλι της από το πηγούνι κι ως τη γνάθο. Τον κοιτάει υπνωτισμένη να μιλάει. Έχει ένα χαμόγελο αναγνωρίσιμο. Είναι της γλυκασμένης γυναίκας. Εκείνος κορδώνεται νομίζω, εκτός κι αν είναι έτσι η φτιαξιά του. Μιλάει, χειρονομεί, της ανταποδίδει τα χαμόγελα αλλά έχει έλεγχο του κόσμου έξω από το ενυδρείο τους. Έχει συναίσθηση πως είναι διαφανές. Εκείνης πάλι το όριο του κόσμου είναι το περίγραμμα του κορμιού του.
Το βλέμμα του πέφτει ξαφνικά πάνω μου. Παριστάνω την αδιάφορη και επιστρέφω στο κουβεντολόι για να θολώσω τα νερά. Αποστρέφει και κείνος το βλέμμα του. Τον κοιτάζω κλεφτά έπειτα. Το αρσενικό περισκόπιο διερευνά το περιβάλλον γύρω του. Κάνει νόημα στη γκαρσόνα. Παραγγέλνουν άλλα δυο ποτά, όπως φάνηκε αμέσως μετά. Απλώνεται προς το μέρος της παρτενέρ, παίρνει την παλάμη της στις δυο του χούφτες, της χαϊδεύει τα δάχτυλα, την κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια μ' ένα γοητευτικό υπομειδίαμα και κάποιο φιλήδονο βλέμμα, ακουμπάει την χούφτα της στο μάγουλό του, μισοκλείνει τα βλέφαρά του. Τώρα η γυάλα του έρωτά τους είναι θεοσκότεινη. Νομίζουν κανείς δε τους βλέπει. Κι έτσι έχω κολλήσει το μούτρο μου παρακολουθώντας σχεδόν με κομμένη την ανάσα.
Φτάνει το κορίτσι με τα ποτά. Εκείνος τραβιέται προς τα πίσω, αφήνει το χέρι που ως τώρα κρατούσε, αλλάζει ύφος, στρέφει όλο του το σώμα προς το μέρος της κοπέλας που σερβίρει. Κάτι της λέει και γελάνε. Τον κοιτάει με νάζι η όρθια. Η καθήμενη έχει ζαρώσει σε μια γωνιά. Το σώμα που έγερνε προς τα εκείνον τώρα έχει ακουμπήσει στη ράχη της καρέκλας. Η γκαρσόνα αποχωρώντας την κερνάει ένα κοκτέιλ, λίγο θρίαμβος, λίγο απαξίωση, και μια μεζούρα έλα τώρα, μη ζηλεύεις δουλειά μου είναι. Ανταποδίδει στο κοκτέιλ, σφίγγοντας τα χείλη της και ο ήχος από το σφίξιμο φτάνει στα δικά μου ύδατα. Αυτός την κοιτάει περιπαιχτικά και δρέπει τους καρπούς της ζήλειας της. Τους βαριέμαι.
Επιστρέφω στα λημέρια μου. Δε θα ξεμπλεχτούμε ποτέ από αυτό το δίχτυ, αναφωνώ. Γελάμε. Με είχαν ξεχάσει. Επιστρέφω στο ζευγάρι δίπλα μόνο όταν ο αρσενικός σηκώνεται από το τραπέζι. Προχωράει κατά το μπαρ. Το ψάρι μπάρμαν του δείχνει κάπου με το χέρι. Προβάλλει το ψάρι γκαρσόνα. Το ψάρι ασχημάνδρας κατευθύνεται προς το ψάρι γκαρσόνα σαν πεταλουδίτσα του νερού, αλαφροπατώντας με χαρωπά ερωτικά πηδηματάκια.
Τα ψάρια ποτέ δεν ακούγονται. Δεν είναι πως δε μιλάνε. Τα ψάρια πρέπει να είναι τα πιο φλύαρα ζώα του κόσμου γιατί η ζωή του βυθού είναι ανυπόφορα σαγηνευτική και αν δε μιλούσαν, ψου ψου ψου, τα ψάρια, θα πέθαιναν από ομορφιά. Και η ζωή στη στεριά είναι καμιά φορά συγκλονιστικά ωραία γι' αυτό ασχολούμαστε με οικονομικούς δείκτες και τιποτένια πράγματα. Για να την αντέξουμε.
Ο αρσενικός κάνει πως απομακρύνεται από τη σερβιτόρα αλλά ξαναγυρνάει στη γκαρσονόψαρο χαχανίζοντας. Το θηλυκό γοητευτικόψαρο, έχει αντιληφθεί αλλά προσπαθεί να παραστήσει το αδιάφορο. Περιστρέφει τη ματιά της στο χώρο και σκαλώνει πάνω μου, που περίμενα πώς και πώς να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας. Την κοιτάω: είδα, ξέρω, καταλαβαίνω. Ταράζεται, συνοφρυώνεται, κοιτάει πάλι κατά το μέρος του. Ο αρσενικός επιστρέφει στη γυάλα περιχαρής και καμαρωτός-καμαρωτός. Εκείνη καμώνεται πως δεν είδε. Βαδίζοντας έξω, εκείνος κάνει να την αγκαλιάσει από τη μέση, εκείνη τραβιέται και τυλίγει τα χέρια μπροστά στο στήθος, που μάλλον του δινόταν νωρίτερα, σε θέση οχυρού. Είναι κατηφής.
Χάνονται πια από το οπτικό μου πεδίο. Θα καυγάδισαν. Εκείνος θα την κατηγόρησε για ζηλοτυπία, που τον προσβάλλει γιατί δεν τον εμπιστεύεται, και εκείνη ότι φλερτάρει με άλλες, που την προσβάλλει γιατί δεν τη σέβεται. Και τα δυο ψάρια θα έχουν δίκιο. Είναι αγκιστρωμένα στο ίδιο δόλωμα: τα φθηνά κολπάκια των εραστών, τις ανασφάλειες των ερωτευμένων, το διαρκές παιχνίδι της κατάκτησης. Είναι αγκιστρωμένοι στον έρωτα μωρέ. Ερωτευμένα είναι. Ή έτσι νομίζουν. Όταν κοπάσει ο θυμός θα φιληθούν περιπαθώς και για κείνο το βράδυ, που ένα παρατηρόψαρο έπλεκε ιστορίες μες στην ανία του, θα τηρήσουν σιγή ιχθύος.
Όπως τη σιωπή που τηρούμε πια για τις ανθρώπινες και τις ερωτικές σχέσεις. Τα ύδατά μας είναι μολυσμένα από δηλητηριώδη απόβλητα μιας μίζερης οικονομικής γλώσσας. Ώσπου να διαλυθεί η ρυπαρή κηλίδα, θα έχουμε ξεχάσει να μιλάμε ο ένας για τον άλλο, να κοιταζόμαστε, να παρατηρούμε τους άλλους για να τους γνωρίσουμε, να αποκωδικοποιούμε τα αμίλητα, να λέμε σ΄αγαπάω, έτσι, ασυναίρετα. Θα κοιτάμε το ζευγαράκι δίπλα και θα μοιάζει ντοκιμαντέρ η γλώσσα του σώματός τους.

7/8/11

μια εποχή στη φύση

Πήγε να ζήσει στη φύση.
Παράτησε τη δουλειά της στο MS Office, ξενοίκιασε το Homepage.
Αλησμόνητη η στιγμή που έκλεινε μια για πάντα τα Windows XP και κλείδωνε την πόρτα πίσω της με τα keyboard.
Πήρε ένα κυνηγόσκυλο μαζί, τον Google. Έβρισκε ό,τι του ζητούσε.
Φύτεψε ένα δέντρο. Φώλιασαν πουλιά. Δε σταματούσαν να κάνουν tweet tweet.
Ακούμπησε στον κορμό του να διαβάσει ένα βιβλίο. Το Facebook.
Όταν κουράστηκε ξάπλωσε στη σκιά του και κοιτούσε τον skype.
Ξάφνου είδε οRAMα. Σκιάχτηκε.
Πήγε να ανάψει ένα κερί στο ξωκλήσι του iPhone, προσκύνησε τον iPad και έκανε τάμα στον IP.
Στο πανηγύρι των iTunes γνώρισε ένα android. Ερωτεύτηκαν.
Έζησαν ένα hotmail καλοκαίρι. Βρήκε το σημείο 3G της.
Μετά, πήγαιναν μαζί για ψάρεμα, μάζευαν το internet, άναβαν firewall στην παραλία και έψηναν τα bubble fish.
Άραζαν στην eBay, την τάιζε αφροδισιακά social media και αγνάντευαν τον ορίζοντα και τα thunderbirds στον ουρανό.
Ταίριαζαν. Διάβαζαν τα ίδια bookmarks, τους άρεσαν τα ίδια Photoshop.
Είχαν κοινό outlook στη ζωή.
Αποφάσισαν να συμβιώσουν.
Της πρότεινε για μήνα του μέλιτος να πάνε μαζί Safari 5.1.
Είχε πολλά χρήματα αυτός. Το κατάλαβε όταν είδε το blog επιταγών του.
Επιβεβαιώθηκε όταν άνοιξε το inbox με το μονόπετρο που της πρόσφερε.
Αγόρασε ένα παλιό tower σε άθλια κατάσταση: είχε mouse, web, wikileaks στα wall, δε δούλευε το statcounter.
To ανακαίνισαν όμως.
Έζησαν χρόνια μαζί και έκαναν δυο wikipedia.
Τα ανάθρεψαν με rss feeds, τα ταχτάριζαν στις laptop τους.
Είχαν κάποια προβλήματα με τη motherboard του, όλο command prompt τους έδινε.
Εκείνος είχε αρχίσει να τζογάρει. Από Windows Media Player είχε εξελιχθεί σε Real Player.
Kι ένα πρωί της είπε, θέλω myspace για τον εαυτό μου.
Παραδέχτηκαν και οι δυο πως τον τελευταίο καιρό είχαν άλλα favorites.
Η αλήθεια βέβαια ήταν πως αυτός είχε αρχίσει να βγαίνει με μια φλογερή αλεπού, μια firefox. Εκείνη όταν το ανακάλυψε, δε άντεξε το rapidshare.
Τον πυροβόλησε με τρία screenshots στo outbrain και κάπως ετσι εληξε μια εποχή στη φύση.

31/7/11

αδιάκοπα

Κάπου στην αρχή των διακοπών θα αναζητάς ραδιοφωνικούς σταθμούς και θα εκπέμπουν από Τουρκία οι περισσότεροι. Θα γελάσετε και θα γίνει το σλογκανάκι σας για τις επόμενες μέρες, όταν πέσετε σε τουρκική διαφήμιση που θα λέει κάτι που σας ακούστηκε "μπούζι κόκα κόλα". Και θα διασχίσετε αργότερα "τα έλατα, λύκων αγέλες παράπλευρα του δρόμου", όπως το γράφει ο Μπυκνέρ στους Κλέφτες της Ομορφιάς, για τα χιονισμένα γαλλικά όρεα, που΄ναι το ίδιο για το καλοκαιρινό νησιώτικο ελληνικό τοπίο, γιατί η ομορφιά πάντα είναι ικανή να σε κατασπαράξει, όπου θα ακούσετε στους 666 χιλιόκυκλους στα βραχέα, Δυνάμεις του Αιγαίου, Μικρές Περιπλανήσεις, Μούτση, Ξυδάκη, κι εγώ σε γυρεύω σα μοιραία λύση και σαν ανατολή, και σαν ανατολή, οπωσδήποτε από τη Βενετσάνου, θα έχει πάρει να σουρουπώνει και θα εντυπώνεται μια γλυκιά μελαγχολία στην ψυχή σας, τη μία ψυχή που έχετε πια με τα χρόνια, που θά' ναι τις μέρες αυτές χωρίς όρια, ανοιχτή σα γαλάζιος ορίζοντας.

Κάπου στην αρχή των διακοπών θα έχει καύσωνα αλλά εσείς θα ανηφορίσετε σοφά προς την Αγιάσο και θα τραγουδάς ακαπέλα, φυσικά, στο δρόμο "Θα με δικάσει", και θα έχει δροσιά η διάθεσή σας πριν ακόμα φτάσετε στον ορεινό προορισμό, όπου θα σε καθηλώσουν τα πλακόστρωτα μονοπάτια, το αμφιθεατρικά χτισμένο χωριό, τα κεραμίδια και η ντοπιολαλιά, το ούζο και ο πλάτανος. Και η κόρη σου θα θελήσει να της αγοράσετε μια φλογέρα και θα ακούγεται το φάλτσο σφύριγμα αδιάκοπα, και θα γελάς με το βοσκαρουδάκι σου που προπονείται στο πνευστό λες και το χειμώνα θα φυλάει πρόβατα στο χειμαδιό. Και θα ευφραίνεται με το ούζο και τον γεμιστό κολοκυθανθό ο ουρανίσκος σου.

Κάπου στο μέσο των διακοπών σου. Πέντε μέρες πίσω άλλες πέντε μπροστά. Στην αιχμή της πολυτέλειας, στο ανατολικό Αιγαίο. Πολυτέλεια σε ελεύθερο κάμπινγκ. Με μικρό παιδί. Η καλύτερή της. Πού είναι καλύτερα, θα τη ρωτήσεις, στη σκηνή θα απαντάει όσες πολυτέλειες του σπιτιού και αν επικαλεστείς. Το μικρό θηλαστικό ξέρει καλύτερα. Τη γλύκα που' χει το χώμα να το κοιμάσαι ολοζώντανος. Η αιώρα ανάμεσα στα δέντρα. Τη γλύκα που' χει το μετέωρο μέσα στα πεύκα με τη θάλασσα αντίκρυ.

Κάπου στο μέσο των διακοπών θα σε καβαλήσει, πάλι, κάποια αγωνία. Θα την πεις βαυκαλιζόμενη, υπαρξιακή, κάπως. Ξέρεις, η διακοπή της καθημερινότητας, η ομορφιά του κόσμου ολόσωμη, οι δυο κορυφές του τριγώνου, που λέτε οικογένεια, δίπλα σου αδιάκοπα, δυσβάσταχτα μεγέθη κάτω από τη σιγαλιά της νύχτας, τον έναστρο ουρανό. Θα ξεπηδήσουν μαγικά οι λέξεις, σα φασουλήδες και σα σπίθες, μέσα από τα σεντούκια σου. Έναστρος, σιγαλιά, αντίκρυ, σούρουπο. Θα στέκεσαι μπροστά στο άπειρο της ομορφιάς σκοπός. Να τη φυλάς. Και ο σκοπός θα ενσαρκώνεται.

Κάπου στο μέσο των διακοπών, θα μάθεις με γραπτό μήνυμα φίλης πως βρέθηκε νεκρή η Amy Winehouse. Άρα δεν ήταν attention-seeking όλο αυτό. Έτσι δεν είναι μαλακισμένα tabloids που διανείμεστε δωρεάν αλλά με τίμημα κάθε πρωί στο μετρό του Λονδίνου; Θα θυμηθείς τον τάφο του Jim Morrison στο Pere Lachaise στο Παρίσι και το επιτύμβιο "Κατά τον δαίμονα εαυτού", που θα' ταν ακριβέστερος όρος από το 27 Club. Δεν είναι ξενυχτάδικο ο θάνατος, δεν είναι λέσχη, δεν είναι.

Κάπου εκεί, θα ψάχνεις να βρεις στο USB που έχεις καρφώσει στην κονσόλα του Honda, θα ψάχνεις ανάμεσα στα χίλια τόσα mp3 τα τραγούδια της, θα παίξει το Back to black, μέρα μεσημέρι και θα μαυρίσει η ψυχή σου, θα δακρύσεις σα να έχασες δικό σου άνθρωπο. Θα θυμηθείς την αδερφή της γιαγιάς που πρόσφατα πέθανε, ηλικιωμένη πολύ, και που στην είδηση του θανάτου της δεν έτυχε να κυλήσει ένα δάκρυ από τα μάτια σου που ρουφάνε από παιδί αχόρταγα τον κόσμο και τους ανθρώπους και θα αναρωτηθείς για μια στιγμή αν συγγενής είναι όποιος σε συγκινεί. Αν η μια λέξη είναι παράγωγο της άλλης.

Και μετά, μια άλλη μέρα μπορεί, θα ακούσεις στο random τον Manu Chao και θα ρωτήσεις το ταίρι σου αν θυμάται σε ποιο venue τον είχατε δει live. Και θα παρατηρήσεις τι κρίμα που δεν έτυχε να δείτε live την Amy και μετά, στην λατρεία των μεγεθών πάλι, θα θυμηθείτε όλα τα live που είχατε δει στο Λονδίνο και στα φεστιβάλ τριγύρω και μετά θα σε κυριεύσει μια άλλη αγωνία, να πας σε όσες συναυλίες σε βαστάν τα πόδια σου και μετά θα απαριθμήσετε τα νησιά που έχετε ταξιδέψει και μετά τις χώρες της Ευρώπης και θα σε κυριεύσει μια ακόμη αγωνία να ταξιδέψεις όσο και όπου αντέχει το πορτοφόλι σου.

Και εκείνη τη στιγμή, περνώντας από τα Βασιλικά της Λέσβου, στα δεξιά σου, σε ένα σπίτι ασβεστωμένο, παλιό, με κληματαριά, θα δεις μια γρια γυναίκα στα μαύρα ντυμένη με τσεμπέρι στο κεφάλι να ρεμβάζει τη θέα στον κάμπο, την ίδια θέα χρόνια και χρόνια. Η ίδια ζωγραφιά, που αλλάζει o χρόνος με morphing από εποχή σε εποχή. Θα τη δεις να ρεμβάζει άλαλη και ατάραχη την ίδια πάντα εικόνα και στην αγωνία σου να ζήσεις όσο πιο πολύ, όσο πιο πολλά, θα φυτρώσει πια σαν ουρά ένα ερωτηματικό, διακόπτωντας την αγωνία σου για τα μεγέθη.

Μαζί με το άλλο ερωτηματικό που επιμένεις να σβήνεις από τον μαυροπίνακα, το απεχθές εκείνο, για την ύπαρξη του θεού. Που θα σταματήσεις στο ξακουστό μοναστήρι, των Ταξιαρχών, με τη μινιατούρα πολεμικού αεροσκάφους ορθωμένο πριν την πύλη, μπροστά στο δικέφαλο που ανεμίζει. Ένα καρέ που συνάδει με την αποστροφή σου για το θρησκεύεσθαι. Που θα σταματήσεις όπως σε μουσείο. Κι ακόμα χειρότερα. Γιατί το μουσείο είναι το αποτύπωμα κάποιου που έζησε. Είναι Ιστορία. Εδώ τι είναι; Τίποτα δεν είναι. Θα περπατάς με όλες σου τις αντιρρήσεις, αλλά το κελάρυσμα των νερών στο συντριβάνι, η αρχιτεκτονική του ναού, των κοιτώνων, ο φροντισμένος κήπος, θα σε υποβάλλουν. Λιγάκι. Και μετά θα μπεις να δεις τη διαβόητη αγιογραφία, το ανάγλυφο, που λέγεται πως φτιάχτηκε από χώμα και από αίμα, σα μουσειακό είδος, αφού στερείσαι πίστης.

Και τότε, σ' αυτό που εσύ επισκέπτεσαι σαν έκθεμα θα δεις έναν συνομίληκό σου άνδρα, χωρίς μαλλιά, χωρίς φρύδια, ντυμένο casual, έναν κανονικό άνθρωπο, έναν κανονικό 30άρη, έναν κανονικό καρκινοπαθή, με σφιχτά σφαλισμένα μάτια, γονυπετή, με σφιγμένο στα χέρια ένα τόσο δα βιβλιαράκι με προσευχές, ψαλμούς, ούτε πώς τα λένε δε θα ξέρεις, να ψιθυρίζει με ακουμπισμένο στην εικόνα με τα τάματα το κεφάλι που θέρισαν οι χημειοθεραπείες, να ψιθυρίζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του προσευχές. Και θα βγεις τρεκλίζοντας με την εικόνα του ικέτη στα μάτια σου μπροστά. Αλλά πίσω, στο βάθος, και ανάμεσα από τα ερωτηματικά, θα απλώνεται πυκνό το προστατευτικό πλέγμα του γέλιου, της ξεγνοιασιάς, του έρωτα, της αγάπης, του δέους, της συγκίνησης, της απόλαυσης, της ρέμβης, των αισθήσεων. Θα σ' αγκαλιάζει αδιάκοπα, όσο μπορείς ακόμα να κάνεις διακοπές σε καθετί.

12/7/11

αγάπη ρε μουνιά



Είναι δυο - τρεις φορές το χρόνο που έχω το ίδιο συναίσθημα. Όταν ο ήλιος αρχίζει να μοιάζει χαμογελαστός με τα γυαλιά ηλίου, όπως στις παιδικές ζωγραφιές. Ή όταν οι δρόμοι μοιάζουν με κάρτ ποστάλ σκανδιναβικών χωρών, έλκυθρα και χιονισμένα, ψηλά και πάμφωτα έλατα. Κάπου εκεί, που κλείνουν τα σχολεία, που μπαίνει μια άνω τελεία στην παραγωγή, την όποια παραγωγή τελοσπάντων, έρχεται και ξανάρχεται το ίδιο συναίσθημα.

Που εγώ, μαζί με τα καλοκαιρινά, μαζί με τις ομπρέλες και τις ψάθες, μαζί με τα εισιτήρια για το νησί, έχω μαζί, έχω πρώτο πληθυντικό. Που εγώ, μαζί με τα χριστουγεννιάτικα, μαζί με τα στολίδια, τα παλτά, τα γκι και τα πολύχρωμα φωτάκια, έχω μαζί, έχω πρώτο πληθυντικό. Και άλλοι δεν έχουνε.

Είθισται νά' ναι εποχιακή η συμπόνια. Το χειμώνα, μαζί με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, και όλα τα παραμύθια του Άντερσεν, μαζί με τη γέννηση του Χριστούλη, μαζί με τις κάρτες της Unicef,  τα συσσίτια της εκκλησίας, θα πετάξεις ένα κέρμα στον επαίτη.

Μα και το καλοκαίρι περισσεύει η μοναξιά. Απ΄ το μισάνοιχτο πατζούρι της χωρίς-εγγόνια-γιαγιάς στο κέντρο της πόλης. Απ΄το άδειο κάθισμα του συνοδηγού στο αυτοκίνητο του άσχημου νέου που έχει βγει για καμάκι. Απ΄ το συνοικιακό μαγαζάκι με τα είδη δώρων που δεν έχει πια πελάτες. Απ' τον ορό που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του γέροντα στο νοσοκομείο που δεν περιμένει επισκεπτήριο. Απ΄τον ορό τρέχει στάλα-στάλα η μοναξιά.

Αλλά εγώ είμαι ακόμα νέα. Εγώ. Έχω. Τρεις οικογένειες. Μια δική μου, μια εξ αίματος και μια εξ αγχιστείας. Αλλά εγώ είμαι ακόμα ερωτεύσιμη. Αλλά εγώ θα πάω διακοπές.

Διακοπές στη γραμμή της καλοπέρασής μου, της ασφάλειάς μου, της είμαι καλά εδώ, είμαι καλά, είναι εκείνο το συναίσθημα που έρχεται δυο και τρεις φορές το χρόνο να μου πει να ακούσω, εφτά φορές τη Μοσχολιού να τραγουδάει "Άνθρωποι Μονάχοι". Να το ακούσω ευλαβικά σαν "Κύριε ελέησον".

Κι έπειτα να βάλω στο πικ-απ του μυαλού μου τ' αγαπημένα του θυμωμένου Ντίνου Χριστιανόπουλου, το "Ενός λεπτού σιγή" και το "Τέλος" και να πω μαζί με όλους τους άλλους "Αγάπη ρε μουνιά" και να χαϊδεύω τις αδέσποτες γάτες χωρίς να φοβάμαι το τοξόπλασμα.




8/7/11

μού 'πες θα φύγω

Για να ξορκίσω το κακό, ήρθα στο σπίτι και έψαχνα καταφύγιο. Είπα στον εαυτό μου, το διχασμένο, "έλα να κάνουμε φωλίτσα". Όπως μου ζητάει συχνά το μικρό μου και κρυβόμαστε κάτω από τα σκεπάσματα σα θηλαστικά και χαχανίζουμε. Μας μάζεψα τους δυο μαζί, εμένα που έζησα στο Λονδίνο και το νοσταλγώ, πάσχοντας από northalgia, και εμένα που έζησα στο Λονδίνο και το απομυθοποίησα πάσχοντας επίσης από northalgia αλλά πιο ήπια. Κρυφτήκαμε κάτω από το σεντόνι της bella nostalgia.

Πυκνώνουν τελευταία οι φωνούλες της γενιάς μου. Θα φύγουνε, θα πάνε αλλού, λένε. Σα διαφημιστικό σποτάκι. Τόσο απλά. Θα πάνε λέει στο εξωτερικό να βρούνε δουλειά.

Περίπου μια δεκαετία πίσω. Χάραμα, με μια βαλίτσα παρά πόδας και ένα αγαπημένο σακίδιο στην πλάτη. Τελευταίες αγκαλιές. Eπιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο για αεροδρόμιο. Στην πλάτη με βαραίνει το βλέμμα της γιαγιάς. Που ήρθε εκείνες τις μέρες απ' το χωριό για να με αποχαιρετήσει. Δέκα περίπου χρόνια μετά, όταν επαναπατρίστηκα ξεκάρφωσα τη ματιά της απ΄τα νώτα μου, όταν μου ομολόγησε στο τηλέφωνο πως είχε πονέσει η ψυχή της που με έβλεπε να φεύγω. Αλλά στο μεταξύ διάστημα, δεν είπε τίποτα. Για να μη με βαραίνει η έγνοια της.

Μη παίξεις εμπειρία με τους γέρους. Δε πρόκειται να πάρεις παρτίδα. Δεν έχει περάσει τα σύνορα. Δεν έχει διαβάσει ένα βιβλίο. Δεν έχει δει μια θεατρική παράσταση. Δεν έχει κοιμηθεί με άλλον άντρα. Δεν μιλάει άλλη γλώσσα. Δεν ξέρει να ανοίξει τον Η/Υ. Δεν έχει πάνω από τρεις φίλες. Έχεις ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και σε 12 χώρες της Ευρώπης. Έχεις διαβάσει 324 βιβλία. Έχεις δει 52 θεατρικές παραστάσεις. Έχεις κοιμηθεί με 17 άνδρες. Έχεις μάθει 3 γλώσσες. Έχεις 8 accounts σε email και social media. Έχεις 648 friends, 812 followers και καμια 80αριά ακόμα επαφές σε msn και skype. Σε έχει κερδίσει.

Είμαστε σε ένα αδιάκοπο κυνήγι ποσοτήτων. Οι εμπειρίες μας πρέπει να είναι XXL. Και δε θα ντρέπεσαι να κάνεις show off. Να ανεβάζεις όπου μπορείς φωτογραφίες υποβρύχιες, φωτογραφίες από όλα τα μέρη όπου έχεις ταξιδέψει, φωτογραφίες που να δείχνεις πως διασκεδάζεις διονυσιακά, πως γελάς εκστασιασμένος, πως κάνεις αναρρίχηση, πως είσαι σε συναυλίες, σε κάμπιγκ, σε πολύ μεγάλες παρέες. Το άγχος του μεγέθους. Το άγχος μας να αποδείξουμε πως ζούμε. Αν έχεις ζωή, την κρατάς φυλαγμένη σα θησαυρό. Αν έχεις.

Αν ψάξεις στα πορνοσάιτ θα βρεις στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία γιγαντιαίων διαστάσεων παρτούζες. Στην Αμερική καλούν σε πολυπληθή πάρτυ μία πόρνη που κάνει σεξ με κάποιον νταγλαρά και γύρω της τραβάνε βιντεάκια διάφοροι πιτσιρικάδες φορώντας τζόκεϊ ανάποδα και πίνοντας μεγάλα κουτιά μπύρας. Δεν ερεθίζονται από το θέαμα. Βλέπουν κάποια θηλαστικά να το κάνουν και γελάνε. Είναι σε ζωολογικό κήπο. Στην Ιαπωνία, ήσυχα-ήσυχα, όπως ξέρουν αυτοί, συγκεντρώνονται μια εκατοστή ζευγάρια σε ένα κλειστό γυμναστήριο και κάνουν σεξ, ήσυχα-ήσυχα, όπως ξέρουν αυτοί. Στο Λονδίνο, αναβιώνουν τα ρωμαϊκά όργια, αλλά σε πιο μυστήριο και βέβαια posh στυλ- πληρώνεις αδρά για τη συμμετοχή στα δαιδαλώδη βικτωριανά κτίρια με το ρεσό και τις see through κουρτίνες. Στην Αυστρία του Dog Days, μια καταπληκτική ταινία που "αρέσει" μόλις σε 1.406 άτομα στο FB, εμού συμπεριλαμβανομένης, η μητέρα που είχε χάσει το παιδί της συμμετείχε σε τεράστιες παρτούζες, οργανωμένες με τρόπο που οι αυστριακοί ξέρουν.

Πού θα πας και θέλεις να μ' αφήσεις, πού θα πας σε μένα θα γυρίσεις; Πού θα πάτε μωρά μου; Σαν τη Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη, διασκεδαστές στην Αμέρικα, ντρίγκι-ντρίγκι και νοσταλγία. Ζευγάρι ήτανε αλλά δεν ήταν ο Τζώνυ Κας με την Τζουν. Πού θα πάτε και δεν έχει πια Ηλία Καζάν να σας κινηματογραφήσει. Να πάτε, μωρά μου.

Πριν τέσσερα καλοκαίρια, ίσα που είχε πάρει να νυχτώνει και εμείς απλώναμε τα ριχτάρια μας στο γρασίδι του Green Park. Τριγύρω, τσαμπιά παρέες που ήρθαν να δουν υπαίθριο σινεμά. Οι άλλοι, πιο προνοητικοί, είχαν φέρει καλάθια του πικνίκ, λευκό κρασί παγωμένο, σέλερυ, κάποια σως, ελίτσες. Παραδίπλα τα ποδήλατα. Είχε πάρει να νυχτώνει και μπροστά μας, στη μεγάλη οθόνη μέσα στο πάρκο, το απύθμενο μπλε με τα καλλιγραφικά A David Lynch film. Και η μουσική του Badalamenti να τρυπώνει ανάμεσα στα δέντρα και να καρφώνεται στην καρδιά. Μπροστά από το καρφωμένο μάτι της γιαγιάς.



Να φύγετε. Να δείτε και να γνωρίσετε τον κόσμο. Να γεμίσει εικόνες η ματιά σας. Εκείνης το βλέμμα, που δε πέρασε τα σύνορα ποτέ, που δε γέμισε εικόνες από τον κόσμο, γέμισε σιγά-σιγά αγάπη. Παιδί το παιδί, αγώνας τον αγώνα, σιωπή τη σιωπή, υπομονή την υπομονή. Αυτή έζησε στο εσωτερικό και την εσωτερικότητα. Εμείς το έσω το έχουμε χάσει. Μη χάσουμε και το έξω. Να φύγεις. Αλλά να ξέρεις ότι όταν επιστρέψεις ό,τι σε πονάει τώρα μια φορά τότε θα σε πονάει διπλά. Θα' σαι καρφωμένος μπρος -πίσω.

2/7/11

Μήπως εννοείτε...

Του πέταξα μια λέξη κλειδί και έτρεξε να μου τη βρει. Κυνηγόσκυλο ράτσας. Πιστό σκυλί μου. Του χάιδεψα το κεφάλι.
"Διανύουμε την πρώτη ΜΑΤαπολιτευτική περίοδο, Google" του είπα σα να καταλάβαινε.
Με κοίταξε κατάματα με τα πιξελένια μάτια του.
"Μήπως εννοείτε μεταπολίτευση;" ρώτησε.
Του φόρεσα την ερώτηση σε μαύρο κολλάρο.


(θολή φωτογραφία αρχών του αιώνα)

"Όχι, σοφό μου Google. Όχι", του απάντησα, εκσφενδονίζοντας ένα βιβλίο Ιστορίας στην άλλη άκρη του χώρου.
Έτρεξε να μου το φέρει αλλά ακόμα δε γύρισε. Το περιμένω να έρθει να με ρωτήσει "Μήπως εννοείτε ένα βιβλίο Υστερίας;" Κάτι δηλαδή που να θεραπεύεται.

30/6/11

χημεία

Στη Μεγάλη Κατάθλιψη να μας ψεκάζετε με Λαντόζ, Ζολόφτ, Σιπραλέξ και Ντουμυρόξ.



Όχι με δακρυγόνα, μαλάκες. Ήδη κλαίμε. Όχι με ασφυξιογόνα. Ήδη πνιγόμαστε. Εδώ που μας ρίξατε.

Η Μεγάλη Κατάθλιψη ξεκίνησε με οικονομική κρίση, κράτησε μια δεκαετία και έληξε με πόλεμο. Ψεκάστε και την Ιστορία με αντικαταθλιπτικά. Με αντικαταθλιπτικά μηνύματα.

δυο λωρίδες σελοτέιπ για την αξιοπρέπεια

Η επιστολή της Μυρσίνης Λοϊζου προς τον πρωθυπουργό, σχετικά με τη χρήση του "Καλημέρα Ήλιε" από το ΠΑΣΟΚ.



Μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων κάποιοι άνθρωποι γράφουν επιστολές σα μπουκάλια στο πέλαγος. Και υψώνουν στα μάτια μας την αξιοπρέπειά τους με δυο λωρίδες σελοτέιπ. Ας είναι οι συμβολισμοί και η αξιοπρέπεια τα τελευταία που θα χαθούν.