Έχωσε ηδονικά το δάκτυλο στο δεξί ρουθούνι. Το αριστερό το είχε καθαρίσει πριν από πέντε λεπτά. Ήταν πρωί ακόμα και έβγαζε κάτι κροκόδειλους, να! Το ξύσιμο ήταν το χόμπυ του. Γενικά. Έξυνε το κεφάλι του, το αυτί του, τη μύτη και ενίοτε τους όρχεις του, με σαφή προτίμηση στον αριστερό. Ήταν οικογενειακή παράδοση. Ο πρώτος του ξάδελφός ευφραινόταν πολύ να ξύνει συγχρόνως την κορυφή του -κατά πολύ πιο τριχωτού- κεφαλιού και την αιχμή του- κατά πολύ πιο προτεταμένου- πηγουνιού. Τον είχαν πει και τον ίδιο κάποτε χιμπατζή κάτι γκόμενες στην παραλία. Χρέωσε τότε την πιστωτική και έκανε λέιζερ. Οι τρίχες παρέμειναν στη θέση τους αλλά οι μηνιαίες άτοκες δόσεις έκαναν φτερά. Είχε κάνει κι άλλα έξοδα.
Τα πιο πεταμένα λεφτά πάντως ήταν ο αρραβώνας του. Τον είχαν ζαλίσει να την πάρει την κοπέλα. Και ζαλισμένος τι απόφαση να πάρεις, δέχτηκε. Και την πήρε. Και την απόφαση και την κοπέλα. Τη ζήτησε. Του την έδωσαν. Δε ζήτησε όμως λίγο καιρό μετά να εκδηλώσει σχιζοφρένεια ο αδελφός της. Του την έδωσε. Η μάνα του ήταν κάθετη: "Το νου σου πού πας να μπλέξεις. Τα παιδιά που θα σου κάνει θα΄ναι για το ψυχιατρείο. Αυτά τα πράματα είναι 100% κληρονομικά". Τι σημασία έχουν οι μελέτες, η κλινική εμπειρία, οι ανακοινώσεις στα συνέδρια και τα άρθρα στα επιστημονικά περιοδικά όταν υπάρχει η άποψη της μάνας;
Την παράτησε την κοπέλα. Σύντομα προέβη στις δικές του ανακοινώσεις: είχε ξεχρεώσει μαζί της. Αλλά ήταν χρεωμένος μέχρι τα ξυσμένα αυτιά. Γι' αυτό δούλευε μέχρι αργά. Δηλαδή καθόταν μπροστά σε έναν υπολογιστή και ξυνόταν. Αλλά ήταν καλός στη δουλειά του, έλεγε. Δηλαδή τα έξυνε με μαεστρία.
Μάλιστα κάποιοι συνάδελφοί του, εκτιμώντας πιθανόν το ταλέντο του, κάποτε του χάρισαν ένα χρήσιμο αξεσουάρ. Κάτι που θα έκανε το συγκεκριμένο χομπίστα να αγαλλιάσει. Σε έναν συλλέκτη γραμματοσήμων θα χάριζαν ένα δερματόδετο άλμπουμ. Σ' έναν ερασιτέχνη ψαρά τίποτε μπομπάρδες. Σ' εκείνον χάρισαν βαμβάκι και ιωδιούχο αντισηπτικό. Αν τυχόν μάτωνε από το ξύσιμο, να μη πάθει καμία μόλυνση ο άνθρωπος. Τον νοιάζονταν.
Κόλλησε τον κροκόδειλα που ψάρεψε από τα άδυτα της μύτης του, στην έσω και κάτω επιφάνεια του γραφείου, αν τον ψάχνετε, στη συλλογή με τα υπόλοιπα κακάδια, ως ψαράς και ως συλλέκτης μαζί, ενώ συνέχιζε να κοιτάει αποχαυνωμένος την οθόνη του υπολογιστή. Η αποχαύνωση δεν ήταν ωστόσο αποτέλεσμα παρατεταμένης χρήσης του Η/Υ. Δεν είχε ούτε μιάμιση ώρα δουλειάς. Η αποχαύνωση δεν ήταν επίκτητη, ήταν εγγενής. Στο γενετικό του κώδικα, εκεί δίπλα στην πληροφορία "είμαι γνήσιος απόγονος του Περικλέους" (και του Μινώταυρου θα προσθέταμε) την οποία ο ίδιος με συνοπτικές διαδικασίες είχε καταφέρει να αποκωδικοποιήσει, με το δικό του πειραγμένο σύστημα επεξεργασίας δεδομένων, υπήρχε άλλη μια καταγεγραμμένη πληροφορία. Είχε μια έμφυτη προδιάθεση στη βλακεία. Η ανεπιβεβαίωτη πληροφορία περί καταγωγής ήταν και η μόνη που θα γινόταν αποδεκτή από τον εργαζόμενο. Όλα τα άλλα ήταν κακοήθειες. Ως γνήσιος απόγονος του Σωκράτους έπαιζε το γνώθι σε αυτόν στα δάχτυλα.
Στα δάχτυλα έπαιζε όμως και ένα μικροσκοπικό πράσινο μπαλάκι. Ήταν λιγάκι κάπως από μύξα αλλά τι σημασία είχε. Ήταν πιο αποτελεσματικό για τα νεύρα του από τα stress balls που σου δίνουν οι ψυχίατροι πριν σου σπάσουν τελείως τα νεύρα. Το παιχνιδάκι του είχε φέρει σε απελπιστική κατάσταση την έγκυο συνάδελφό του, τη διαγωνίως καθήμενη και με οπτική επαφή στο θέαμα. "Ο εμετικός, ο εμετικός", είπε δυο φορές σαν ξόρκι και εκτόξευσε το πολτοποιημένο κρουασάν και το ρόφημα που είχε καταναλώσει πριν λίγο. Αηδίασε ο άνθρωπος. Τι ελεεινή να μη μπορεί να συγκρατηθεί. Ήξερε κι άλλες έγκυες που είχαν αναγούλες αλλά δεν έβγαζαν τα σωθικά τους μπροστά στον κόσμο. Τελοσπάντων, αυτός συνέχιζε να κάνει τη δουλειά του. Οι άλλοι οι άχρηστοι βρήκαν ευκαιρία με την αναμπουμπούλα να λασκάρουν. Μόνο αυτός από όλο το γραφείο δεν κουνήθηκε απ' τη θέση του. Αυτά έβλεπε το αφεντικό και τον κρατούσε τη στιγμή που γινόταν σφαγή στο γραφείο. Ο ένας μετά τον άλλο έπαιρναν πόδι.
Κάποιο μεσημέρι εκλήθη αιφνιδίως στο γραφείο του διευθυντή. Του ανακοινώθηκε χωρίς περιστροφές η απόλυσή του. Βγήκε έξω. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο τη σχισμή εκείνη του εγκεφάλου από όπου τρυπώνει και φωλιάζει το μίσος άφησε ανοιχτή. Κάποιος από τα λαμόγια στο γραφείο έβαλε ρουφιανιές στο διευθυντή. Θα τον βρει ποιος είναι και θα του γαμήσει ό,τι έχει και δεν έχει. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο τις εκκρεμότητες άφησε ανοιχτές. Θα τον βρει τον πούστη και θα τον σκίσει. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο το συρτάρι του γραφείου άφησε ανοιχτό όταν πια είχε μαζέψει και το τελευταίο πραγματάκι του. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο την πόρτα άφησε ανοιχτή φεύγοντας. Και το στόμα των συναδέλφων του. Κι αυτό το άφησε ανοιχτό. Έτσι όπως έφυγε χωρίς ένα γεια.
Τις επόμενες μέρες το δικό του στόμα και τα στόματα εκείνων που νόμισε πως τον κατέδιδαν, που νόμισε πως τον λοιδορούσαν, που δε νόμισε αλλά τον χλεύαζαν, που δε νόμισε αλλά τον περιγελούσαν, το δικό του το στόμα το σφραγισμένο με μίσος και το δικά τους τα άναυδα στόματα, θα ενώνονταν σε ένα σύνθημα, ένα γιουχάισμα, ένα αίτημα. Στην πλατεία. Εκείνος πιο ψηλά, προς τη Βουλή. Εκείνοι πιο χαμηλά, προς τις συνελεύσεις. Εκείνου τα χέρια θα έδιναν πιο πολλές μούτζες. Εκείνων θα σηκώνονταν για πιο πολλές ψηφοφορίες. Στον ίδιο τόπο, εκεί, εκεί θα έφτυνε το προτεσταντικό work ethic αλά ελληνικά, που είχε καταπιεί αμάσητο. Εκεί θα έφτυναν τον εμπαιγμό και την ειρωνεία προς τον συνάδελφο. Και πάνω στο ολισθηρό έδαφος των φτυσμένων αντανακλαστικών, σε μια αρένα όπου κανείς δεν προϊσταται, θα πήγαιναν παραπέρα. Άγνωστο πού. Αλλά παραπέρα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
8/6/11
4/6/11
τα δώρα που σπάνε
Τον ρώτησε αν ήθελε άλλο καφέ. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, ξύνοντάς το ελαφρά, παράλληλα. Έπειτα του σέρβιρε μισή κούπα. Δίστασε για μια στιγμή, μήπως διακόψει το συλλογισμό του. Τελικά όμως ρώτησε: "Θέλετε κάτι άλλο;" Εκείνος της απάντησε μηχανικά, πως όχι και την ευχαρίστησε χαμένος στις σκέψεις του. Η γραμματέας κράτησε στις εκκρεμότητες την ειδοποίηση από το ταχυδρομείο. Ας μην τον ενοχλούσε ξανά τώρα. Δεν ήταν κάτι επείγον. Ας περίμενε μέχρι να την ξαναφωνάξει.
Δεν άργησε να συμβεί. Ο Σύμβουλος έβηξε και άφησε το πέμπτο γράμμα του αλφάβητου να τραβηχτεί ως νοητός άξονας μεταξύ εκείνου και εκείνης. Στο σύντομο παράγγελμα εκτινάχθηκε από την καρέκλα της. "Βρε κορίτσι μου", να την αποκαλεί έτσι ήταν εύκολο, γιατί δε χρειαζόταν να ανακαλεί το όνομά της στη μνήμη του. Όχι περιττές νοητικές διεργασίες. "Θα μου φτιάξεις εκείνο το έγγραφο που πρέπει να στείλουμε στη διεύθυνση ψυχικής υγείας του 5ου τομέα;", τη ρώτησε ενώ το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο χειρόγραφο που έτεινε προς το μέρος της. "Με την ευκαιρία, μπορώ να σας παραδώσω αυτό το ειδοποιητήριο;" ρωτούσε η γραμματέας ενώ αντέτεινε προς τα κείνον το σχετικό χαρτάκι. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε, καθώς το βλέμμα του πέρασε από το ένα χαρτί στο άλλο."Πέρασε υποθέτω ο κούριερ όσο ήμαστε στη σύσκεψη και το άφησε κάτω από την πόρτα." του εξήγησε.
Διάβασε το όνομα του αποστολέα. "Είναι πάλι από κείνη απ' το νησί, που έβλεπα το παιδάκι της. Αυτό, που είχε τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Το θυμάσαι; Το είχαμε νοσηλεύσει πριν τρία χρόνια, όταν ήμουν ακόμα διευθυντής στην Κλινική" Η γραμματεύς έγνευσε καταφατικά. Τη θυμόταν.
Μια μητέρα που ερχόταν με το καράβι χειμωνιάτικα από το νησί της άγονης γραμμής όσο το παιδί της νοσηλευτόταν στην παιδοψυχιατρική κλινική κάποιου δημόσιου νοσοκομείου. Και καθώς είχε μια κάποια συνείδηση, μέσα στη γενικότερη κατάντια της -ελαφρώς καθυστερημένη, πνιγμένη στα χρέη, παρατημένη από τον άντρα της, με ένα παιδί άρρωστο, σε ένα νησί στο πουθενά, ξεχασμένη από το θεό της κοινωνικής πρόνοιας- όλους εκείνους τους μήνες που το παιδί νοσηλευόταν, επισκεπτόταν τακτικά εκείνο και βέβαια το διευθυντή και θεράποντά του, όμως μόνο μια φορά, όταν θα έπαιρναν το εξιτήριο έφερε μια κούτα σπιτικά γλυκά στους θεράποντες. Που από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και τη σιχασιά των παραληπτών πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Από τότε, αν και ο διευθυντής είχε παραιτηθεί πια για να γίνει Σύμβουλος στο Υπουργείο, δεχόταν τα δώρα της κάθε χρόνο περίπου στη γιορτή του. Κάποια γυαλικά από το τουριστικό κατάστημα που είχε στη Χώρα.
"Μα τι θέλει τώρα και με σκοτίζει; Δυο φορές μου έχει στείλει στη γιορτή μου τα γυαλικά και τις δυο φορές είχαν γίνει θρύψαλα. Δεν της έκοψε να τα τυλίξει με ένα πώς το λένε; Και πρέπει μετά να παίρνω να ευχαριστήσω. Και τι να της πω; Πως ήταν σπασμένα τα γυαλικά που μου έστειλε να με ξαναβάζει σε διαδικασία να τρέχω πάλι στα ταχυδρομεία; Δες τώρα μπελάς πάλι. Να πρέπει να πηγαίνω ο ίδιος να στήνομαι το απόγευμα στις ουρές στα ταχυδρομεία να παραλάβω πάλι τα θρύψαλα. Σπασμένα θα είναι. Δε θα της έκοψε να τα τυλίξει με κάτι. Και δε τα στέλνει στο Υπουργείο να μη τρέχω, παρά τα στέλνει στη διεύθυνση του σπιτιού μου να πρέπει να πηγαίνω στο ΕΛΤΑ της περιοχής. Αν είναι δυνατόν με την επιμονή κάποιων ανθρώπων. Βρε κορίτσι μου, αν σου δώσω την ταυτότητά μου και σου πληρώσω το ταξί θα πεταχτείς μέχρι το ταχυδρομείο που γράφει το ειδοποιητήριο; Δε ξέρω αν χρειάζεται εξουσιοδότηση. Ας ελπίζουμε πως δε θα χρειαστεί. Θα κάνεις έναν κόπο;"
Η γραμματέας τι να κάνει; Συμβασιούχος εκείνη. Σύμβουλος εκείνος. Από το ένα σύν στο άλλο, υπολόγισε την απόσταση. Εκείνη μία, εκείνος πολλοί. Από τον ενικό στον πληθυντικό, υπολόγισε το κόστος. Μάντεψε ποιοι κερδίζουν.
Σε μιάμιση ώρα ήταν πίσω η συμβασιούχος του ενικού αριθμού. Κίνηση στο δρόμο, αναμονή στην υπηρεσία, παραλαβή πακέτου, επιστροφή στο γραφείο, παράδοση του πακέτου στον παραλήπτη, άνοιγμα πακέτου.
(Αυτό;)
"Έλα βρε κορίτσι μου να δεις. Τρίτη φορά, το ίδιο πράγμα!" Κοίταξαν και οι δύο μέσα στην κούτα. Σπασμένα γυαλιά.
"Είναι τελείως καθυστερημένη η γυναίκα. Μα είναι δυνατόν να στέλνει δέμα τα γυαλικά τόση απόσταση και να μην έχει την πρόνοια να τα προφυλάξει κάπως; Δεν την είχα εκτιμήσει σωστά. Είναι πιο ηλίθια από όσο είχα καταλάβει. Πάρ'τα σε παρακαλώ και πέταξέ τα στα σκουπίδια. Κλείνεις λίγο την πόρτα πίσω σου; Ευχαριστώ. "
Έσκυψε πάλι στα χαρτιά του και άρπαξε το ακουστικό να κάνει τα σημαντικά τηλεφωνήματά του, να διευθετήσει τις σπουδαίες υποθέσεις του, να κλείσει τις επείγουσες εκκρεμότητές του. Το βράδυ κρεμούσε το σακάκι σε μια ντουλάπα που του έμοιαζε. Άδεια από ψυχή.
(ή το άλλο)
"Έλα βρε κορίτσι μου να δεις. Τρίτη φορά, το ίδιο πράγμα;" Κοίταξαν και οι δυο μέσα στην κούτα. Γυαλιά καρφιά.
Εύθραυστο. Απροστάτευτο. Παραδίδω στα χέρια σου. Δώρο. Ξανά και ξανά. Θρύψαλα. Ώστε; Η μητέρα, από το νησάκι της άγονης γραμμής είπε εκείνο που ήθελε, άθελά της. Παραδίδω στα χέρια σου. Τη ψυχή. Του παιδιού μου. Πολύτιμη. Απροστάτευτη. Εύθραυστη. Ξανά και ξανά. Στις χημείες. Στα φάρμακα. Στη θεραπεία. Το νου. Μπορεί. Να γίνει. Θρύψαλα.
Παραμέρισε τα έγγραφά του. Κατέβασε το ακουστικό του τηλεφώνου. Βούτηξε το χέρι στα θρυμματισμένα γυαλικά. Τα κοίταξε στη χούφτα του. Τα έσφιξε. Μάτωσε. Λιγάκι. Τα έριξε στη τσέπη του σακακιού.
Το βράδυ κρεμούσε το σακάκι σε μια ντουλάπα που του έμοιαζε. Που γέμιζε ψυχή.
Δεν άργησε να συμβεί. Ο Σύμβουλος έβηξε και άφησε το πέμπτο γράμμα του αλφάβητου να τραβηχτεί ως νοητός άξονας μεταξύ εκείνου και εκείνης. Στο σύντομο παράγγελμα εκτινάχθηκε από την καρέκλα της. "Βρε κορίτσι μου", να την αποκαλεί έτσι ήταν εύκολο, γιατί δε χρειαζόταν να ανακαλεί το όνομά της στη μνήμη του. Όχι περιττές νοητικές διεργασίες. "Θα μου φτιάξεις εκείνο το έγγραφο που πρέπει να στείλουμε στη διεύθυνση ψυχικής υγείας του 5ου τομέα;", τη ρώτησε ενώ το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο χειρόγραφο που έτεινε προς το μέρος της. "Με την ευκαιρία, μπορώ να σας παραδώσω αυτό το ειδοποιητήριο;" ρωτούσε η γραμματέας ενώ αντέτεινε προς τα κείνον το σχετικό χαρτάκι. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε, καθώς το βλέμμα του πέρασε από το ένα χαρτί στο άλλο."Πέρασε υποθέτω ο κούριερ όσο ήμαστε στη σύσκεψη και το άφησε κάτω από την πόρτα." του εξήγησε.
Διάβασε το όνομα του αποστολέα. "Είναι πάλι από κείνη απ' το νησί, που έβλεπα το παιδάκι της. Αυτό, που είχε τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Το θυμάσαι; Το είχαμε νοσηλεύσει πριν τρία χρόνια, όταν ήμουν ακόμα διευθυντής στην Κλινική" Η γραμματεύς έγνευσε καταφατικά. Τη θυμόταν.
Μια μητέρα που ερχόταν με το καράβι χειμωνιάτικα από το νησί της άγονης γραμμής όσο το παιδί της νοσηλευτόταν στην παιδοψυχιατρική κλινική κάποιου δημόσιου νοσοκομείου. Και καθώς είχε μια κάποια συνείδηση, μέσα στη γενικότερη κατάντια της -ελαφρώς καθυστερημένη, πνιγμένη στα χρέη, παρατημένη από τον άντρα της, με ένα παιδί άρρωστο, σε ένα νησί στο πουθενά, ξεχασμένη από το θεό της κοινωνικής πρόνοιας- όλους εκείνους τους μήνες που το παιδί νοσηλευόταν, επισκεπτόταν τακτικά εκείνο και βέβαια το διευθυντή και θεράποντά του, όμως μόνο μια φορά, όταν θα έπαιρναν το εξιτήριο έφερε μια κούτα σπιτικά γλυκά στους θεράποντες. Που από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και τη σιχασιά των παραληπτών πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Από τότε, αν και ο διευθυντής είχε παραιτηθεί πια για να γίνει Σύμβουλος στο Υπουργείο, δεχόταν τα δώρα της κάθε χρόνο περίπου στη γιορτή του. Κάποια γυαλικά από το τουριστικό κατάστημα που είχε στη Χώρα.
"Μα τι θέλει τώρα και με σκοτίζει; Δυο φορές μου έχει στείλει στη γιορτή μου τα γυαλικά και τις δυο φορές είχαν γίνει θρύψαλα. Δεν της έκοψε να τα τυλίξει με ένα πώς το λένε; Και πρέπει μετά να παίρνω να ευχαριστήσω. Και τι να της πω; Πως ήταν σπασμένα τα γυαλικά που μου έστειλε να με ξαναβάζει σε διαδικασία να τρέχω πάλι στα ταχυδρομεία; Δες τώρα μπελάς πάλι. Να πρέπει να πηγαίνω ο ίδιος να στήνομαι το απόγευμα στις ουρές στα ταχυδρομεία να παραλάβω πάλι τα θρύψαλα. Σπασμένα θα είναι. Δε θα της έκοψε να τα τυλίξει με κάτι. Και δε τα στέλνει στο Υπουργείο να μη τρέχω, παρά τα στέλνει στη διεύθυνση του σπιτιού μου να πρέπει να πηγαίνω στο ΕΛΤΑ της περιοχής. Αν είναι δυνατόν με την επιμονή κάποιων ανθρώπων. Βρε κορίτσι μου, αν σου δώσω την ταυτότητά μου και σου πληρώσω το ταξί θα πεταχτείς μέχρι το ταχυδρομείο που γράφει το ειδοποιητήριο; Δε ξέρω αν χρειάζεται εξουσιοδότηση. Ας ελπίζουμε πως δε θα χρειαστεί. Θα κάνεις έναν κόπο;"
Η γραμματέας τι να κάνει; Συμβασιούχος εκείνη. Σύμβουλος εκείνος. Από το ένα σύν στο άλλο, υπολόγισε την απόσταση. Εκείνη μία, εκείνος πολλοί. Από τον ενικό στον πληθυντικό, υπολόγισε το κόστος. Μάντεψε ποιοι κερδίζουν.
Σε μιάμιση ώρα ήταν πίσω η συμβασιούχος του ενικού αριθμού. Κίνηση στο δρόμο, αναμονή στην υπηρεσία, παραλαβή πακέτου, επιστροφή στο γραφείο, παράδοση του πακέτου στον παραλήπτη, άνοιγμα πακέτου.
(Αυτό;)
"Έλα βρε κορίτσι μου να δεις. Τρίτη φορά, το ίδιο πράγμα!" Κοίταξαν και οι δύο μέσα στην κούτα. Σπασμένα γυαλιά.
"Είναι τελείως καθυστερημένη η γυναίκα. Μα είναι δυνατόν να στέλνει δέμα τα γυαλικά τόση απόσταση και να μην έχει την πρόνοια να τα προφυλάξει κάπως; Δεν την είχα εκτιμήσει σωστά. Είναι πιο ηλίθια από όσο είχα καταλάβει. Πάρ'τα σε παρακαλώ και πέταξέ τα στα σκουπίδια. Κλείνεις λίγο την πόρτα πίσω σου; Ευχαριστώ. "
Έσκυψε πάλι στα χαρτιά του και άρπαξε το ακουστικό να κάνει τα σημαντικά τηλεφωνήματά του, να διευθετήσει τις σπουδαίες υποθέσεις του, να κλείσει τις επείγουσες εκκρεμότητές του. Το βράδυ κρεμούσε το σακάκι σε μια ντουλάπα που του έμοιαζε. Άδεια από ψυχή.
(ή το άλλο)
"Έλα βρε κορίτσι μου να δεις. Τρίτη φορά, το ίδιο πράγμα;" Κοίταξαν και οι δυο μέσα στην κούτα. Γυαλιά καρφιά.
Εύθραυστο. Απροστάτευτο. Παραδίδω στα χέρια σου. Δώρο. Ξανά και ξανά. Θρύψαλα. Ώστε; Η μητέρα, από το νησάκι της άγονης γραμμής είπε εκείνο που ήθελε, άθελά της. Παραδίδω στα χέρια σου. Τη ψυχή. Του παιδιού μου. Πολύτιμη. Απροστάτευτη. Εύθραυστη. Ξανά και ξανά. Στις χημείες. Στα φάρμακα. Στη θεραπεία. Το νου. Μπορεί. Να γίνει. Θρύψαλα.
Παραμέρισε τα έγγραφά του. Κατέβασε το ακουστικό του τηλεφώνου. Βούτηξε το χέρι στα θρυμματισμένα γυαλικά. Τα κοίταξε στη χούφτα του. Τα έσφιξε. Μάτωσε. Λιγάκι. Τα έριξε στη τσέπη του σακακιού.
Το βράδυ κρεμούσε το σακάκι σε μια ντουλάπα που του έμοιαζε. Που γέμιζε ψυχή.
14/4/11
κομμάτια
Αν δε θέλεις να σου χαλάσω τη διάθεση μη διαβάσεις αυτό το κείμενο. Είναι από τις ελάχιστες φορές που γράφω ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά. Ακόμα και στα συγκινητικά, ακόμα και στα "καταγγελτικά" μου κείμενα, γράφω αρκετά νηφάλια. Τώρα θέλω να γράψω μια κραυγή. Δε με απασχολεί το σχήμα, μόνο το περιεχόμενο. Κι ούτε καν αυτό. Μόνο να φύγει από μέσα μου.
Έψαχνα πάρκιν το πρωί. Μετά από πόσες βόλτες στα τετράγωνα τριγύρω από τα νοσοκομεία παίδων, αποφάσισα να τρυπώσω σε έναν χώρο στάθμευσης που δεν είχε μεν μπάρα και θυρωρό αλλά που φανερά ανήκε σε κάποιο ίδρυμα. Υπέθεσα πως ήταν η πίσω αυλή της οδοντιατρικής σχολής. Πάρκαρα γνωρίζοντας ότι αυτό που έκανα δεν ήταν σωστό αλλά είχε πολλές ελεύθερες θέσεις πάρκιν, κι ήταν πειρασμός, ήμουν στα όρια της απελπισίας που δεν έβρισκα μια θέση, ήμουν αγχωμένη να μην καθυστερήσω άλλο στη δουλειά και τέλος μου αρέσει να κάνω σκανταλιές. Μα πρέπει να πω τόσες δικαιολογίες για να αποδείξω ότι δεν είμαι ο τυπικός έλληνας κάφρος οδηγός που παρκάρει όπου βρει; Ή μήπως θα πρέπει να δικαιολογηθώ που δε πήρα σήμερα συγκοινωνίες για να κατέβω στο κέντρο;
Στο σχόλασμα δε θυμόμουν σε ποιο δρόμο έχω παρκάρει. Θυμήθηκα αίφνης πως έχω τρυπώσει στον χώρο του πανεπιστημίου. Χαμογέλασα πονηρά για τη σκανταλιά αλλά ενστικτωδώς ένιωσα πως κάτι δε θα πάει καλά. Ή θα βρω την πύλη κλειστή, ή θα μου έχει κόψει κλήση η τροχαία, ή θα μου έχει πάρει το αμάξι γερανός και άλλα καταστροφολογικά. Όμως αυτό που συνέβη δε θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ.
Ένα πράσινο σκούρο αυτοκίνητο, σαράβαλο, που του κρεμόταν η μάσκα μπροστά και την οποία κρατούσαν κάτι χοντρές ταινίες, με είχε κλείσει. Έκανα κάποιες μανούβρες προσπαθώντας να ξεπαρκάρω αλλά ενώ το είχα φέρει ορθή γωνία δεν είχα περιθώριο να περάσω από δίπλα του γιατί υπήρχαν κάποια κολονάκια. Μα πρέπει να πω τόσες δικαιολογίες για αποδείξω πως δεν είμαι η αδέξια γυναίκα οδηγός; Μα γιατί πρέπει διαρκώς να απολογούμαστε ο ένας στον άλλο; Έτσι θα ξοδεύουμε τις ζωές μας;
Θύμωσα με τον άλλο που τόσο προκλητικά με είχε κλείσει. Το μήνυμα ήταν σαφές. Να μάθεις να μη παρκάρεις όπου νά' ναι. Τι να έκανα; Να αρχίσω να κορνάρω παραήταν αγενές, δεδομένου ότι είχα ήδη εισβάλλει σε ένα χώρο που δεν είχα δικαίωμα να σταθμεύω. Δεν υπήρχε ψυχή ζώσα τριγύρω να ρωτήσω. Κυριολεκτικά.
Βλέπω στο πλάι του αυτοκινήτου μια απαίσια γκρί σιδερένια πόρτα ανοιχτή. Όρμησα μέσα ελπίζοντας κάποιον να βρω να του ζητήσω βοήθεια. Ήταν ενα μεγάλο άδειο δωμάτιο, σκοτεινό, με φθαρμένο ψιλό μωσαϊκό. Στη μέση περίπου του δωματίου, δέσποζε διαγώνια ένας ατσάλινος πάγκος που έμοιαζε και με κρεβάτι με ρόδες. Ένα κρεβάτι όπως εκείνο που χρησιμοποιούν ως εξεταστήριο στα ιατρεία. Χωρίς στρώμα. Που κάποιος φαινόταν να το έχει χρησιμοποιήσει και το είχε σπρώξει έπειτα βιαστικά. Η επιφάνειά του είχε αίμα. Η όραση αποδείχτηκε πιο αργή στην επεξεργασία πληροφορίας από την όσφρηση. Αμέσως μετά το θέαμα μια φριχτή μυρωδιά έγδαρε τα τοιχώματα της μύτης μου και με ειδοποίησε να κάνω πίσω. Βγήκα έξω αμέσως. Τότε διάβασα μια χειρόγραφη ταμπέλα στην πόρτα που έγραφε με ψιλό μαρκαδόρο νεκροτομείο. Έγραφε κι άλλα πράγματα αλλά δεν άντεξα να τα διαβάσω.
Έτρεξα κατά τις σκάλες, σε μια άλλη γκρι πόρτα. Ήταν κλειδωμένη. Χτύπησα ένα κουδούνι. Μου άνοιξαν. Μια γραμματέας προσπάθησε να με επιπλήξει που πάρκαρα στον ιδιωτικό χώρο. Αλλά δεν το έκανε με θέρμη. Μάλλον θα πρόσεξε πως ήμουν κάτωχρη και μιλούσα όπως άνθρωπος που έχει υποστεί σοκ. Ποιο αυτοκίνητο σας εμποδίζει; Ένα Χιουντάι Άξεντ πράσινο. Μισό λεπτό να δω σε ποιον ανήκει. Πήρε κάποια τηλέφωνα. Στέκομαι στην πόρτα. Ακουμπώ στο κούφωμα να μην καταρρεύσω. Περνάει ένας κύριος με κουστούμι. Οπωσδήποτε γιατρός. Ιατροδικαστής μάλλον. Με κοιτάει από την κορυφή ως τα νύχια. Μου χαμογελάει συγκρατημένα. Δεν μπορώ να ανταποδώσω.
Εμφανίστηκε ο κάτοχος του αυτοκινήτου. Προχωράει μπροστά. Τον ακολουθώ σαν κατάδικος. Με βήμα βαρύ, σοκαρισμένη, απελπισμένη. Δε βγαίνει απ' το μυαλό μου η εικόνα του κρεβατιού με το αίμα. Περνώντας ξανά μπροστά από την ανοιχτή πόρτα νιώθω πως αναδύεται πιο έντονα η οσμή της φορμόλης, του πτώματος, του αίματος, των εντόσθιων. Κάτι με τραβάει να ξανακοιτάξω, αν όχι να ξαναμπώ στο νεκροτομείο. Γυρνάω και βλέπω έναν κάδο ξεχειλισμένο μέχρι ψηλά με σακούλες σκουπιδιών. Η ματιά μου εστιάζει, άθελά μου, στην κορυφή του βουνού από σκουπίδια: Τούφες μαύρα μαλλιά με ξεραμένο αίμα σε κομμάτια δέρματος κρανίου.
Το αντανακλαστικό του εμετού ενεργοποιείται. Πιάνομαι από το αυτοκίνητό μου. Νιώθω το βλέμμα και την παρουσία του άλλου πίσω μου. Δεν έχει μπει ακόμα στο χιουντάι. Μάλλον περιμένει να δει αν ξεράσω ή αν λιποθυμήσω. Συνεχίζει να βγαίνει εκείνος ο ήχος, ουγκ, σα να θέλει το στομάχι μου να αδειάσει το περιεχόμενο που αηδίασε το μυαλό μου. Γυρνάω και κοιτάω τον οδηγό του αυτοκινήτου που με έχει κλείσει. Χαμογελάει ειρωνικά. Ζαλίζομαι. Ξανά ουγκ, θα ξεράσω. Τελικά όχι. Κάποιο ένστικτο με βάζει στη θέση του οδηγού. Οδηγώ μηχανικά.
Δε φεύγει από τη μύτη μου η μπόχα του νεκροτομείου, δε φεύγουν από τα μάτια μου τα μαλλιά του. Μόνο οι άνθρωποι φεύγουν. Κατακρεουργημένοι σε ατσάλινα κρεβάτια. Κατακρεουργημένοι σε κάδους απορριμάτων. Όλα φεύγουν. Η μνήμη των αισθήσεων φεύγει με το χρόνο. Σε λίγο καιρό δε θα νιώθω τη σημερινή κραυγή των αισθήσεών μου. Όλα φεύγουν. Η αξιοπρέπεια του σώματος φεύγει μαζί με τον θάνατο. Πώς να μη σύρουν το άψυχο σώμα, που γεννήθηκε, που κολύμπησε, που χόρεψε, που έκανε έρωτα, που χαϊδεύτηκε, που ταξίδεψε, που φιλήθηκε, που ρίγησε, πώς να μη σύρουν το άψυχο σώμα σε ατσάλινα κρεβάτια, σε μαχαίρια, σε έναν υπάλληλο που σε κόβει με λιγότερο πόνο από εκείνον που κόβει ένα λουλούδι απ' το χώμα, που σε κομματιάζει χωρίς να αναλογιστεί πως αυτό το σώμα μπορεί να γεννήθηκε, να κολύμπησε, να έκανε έρωτα, να χαϊδεύτηκε, να ταξίδεψε, να φιλήθηκε, να ρίγησε; Και πώς να ζήσεις πια γνωρίζοντας πως κομμάτια απ' το κρανίο σου ίσως βρεθούν στην κορυφή μιας στίβας σκουπιδιών.
Είμαι κομμάτια. Τον φαντάζομαι. Ήταν άνδρας. Ήταν κοντές οι τούφες. Ήταν νέος. Είχε μαλλιά και τα μαλλιά αυτά δεν ήταν γκρίζα. Πέθανε με βίαιο τρόπο. Έγινε το νεκρό του σώμα αντικείμενο ιατροδικαστικής μελέτης. Είναι ένας ακόμη άνδρας που γνώρισα. Πλησιάζω στο σπίτι. Προσπαθώ να πιαστώ από την ομορφιά. Έχει ωραίο ουρανό μετά το πρωινό ψιλόβροχο. Έχει έρθει η άνοιξη. Έχει ωραίες μουσικές το ραδιόφωνο. Μάταια. Η μπόχα και η εικόνα με έχουν βιάσει. Αποφασίζω να πάρω νωρίτερα την κόρη μου από τον παιδικό σταθμό. Την αγκαλιάζω, τη μυρίζω, τη φιλάω, της μιλάω. Ούτε αυτό. Η μπόχα και η εικόνα με έχουν βιάσει. Ερχόμαστε σπίτι. Να βάλουμε να φάμε. Η κόρη μου τρώει με όρεξη. Μια μπουκιά από το χτες νοστιμότατο πατσίστιο μου φέρνει αναγούλα. Ο κιμάς. Κρέας. Το scalp. Κόβω σαλάτα. Τι όμορφη που'ναι η ντομάτα και το αγγουράκι ακόμα κι όταν τα κομματιάζεις. Ενώ ο άνθρωπος, είτε είναι κομμάτια το σώμα του, είτε η ψυχή του, είναι αποκρουστικός. Γι' αυτό δε θα δίνω πια κομμάτια σε κάτι που έχει ομορφιά μόνο ολόκληρο. Γι' αυτό σου λέω, να ζήσουμε στο ακέραιο.
Έψαχνα πάρκιν το πρωί. Μετά από πόσες βόλτες στα τετράγωνα τριγύρω από τα νοσοκομεία παίδων, αποφάσισα να τρυπώσω σε έναν χώρο στάθμευσης που δεν είχε μεν μπάρα και θυρωρό αλλά που φανερά ανήκε σε κάποιο ίδρυμα. Υπέθεσα πως ήταν η πίσω αυλή της οδοντιατρικής σχολής. Πάρκαρα γνωρίζοντας ότι αυτό που έκανα δεν ήταν σωστό αλλά είχε πολλές ελεύθερες θέσεις πάρκιν, κι ήταν πειρασμός, ήμουν στα όρια της απελπισίας που δεν έβρισκα μια θέση, ήμουν αγχωμένη να μην καθυστερήσω άλλο στη δουλειά και τέλος μου αρέσει να κάνω σκανταλιές. Μα πρέπει να πω τόσες δικαιολογίες για να αποδείξω ότι δεν είμαι ο τυπικός έλληνας κάφρος οδηγός που παρκάρει όπου βρει; Ή μήπως θα πρέπει να δικαιολογηθώ που δε πήρα σήμερα συγκοινωνίες για να κατέβω στο κέντρο;
Στο σχόλασμα δε θυμόμουν σε ποιο δρόμο έχω παρκάρει. Θυμήθηκα αίφνης πως έχω τρυπώσει στον χώρο του πανεπιστημίου. Χαμογέλασα πονηρά για τη σκανταλιά αλλά ενστικτωδώς ένιωσα πως κάτι δε θα πάει καλά. Ή θα βρω την πύλη κλειστή, ή θα μου έχει κόψει κλήση η τροχαία, ή θα μου έχει πάρει το αμάξι γερανός και άλλα καταστροφολογικά. Όμως αυτό που συνέβη δε θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ.
Ένα πράσινο σκούρο αυτοκίνητο, σαράβαλο, που του κρεμόταν η μάσκα μπροστά και την οποία κρατούσαν κάτι χοντρές ταινίες, με είχε κλείσει. Έκανα κάποιες μανούβρες προσπαθώντας να ξεπαρκάρω αλλά ενώ το είχα φέρει ορθή γωνία δεν είχα περιθώριο να περάσω από δίπλα του γιατί υπήρχαν κάποια κολονάκια. Μα πρέπει να πω τόσες δικαιολογίες για αποδείξω πως δεν είμαι η αδέξια γυναίκα οδηγός; Μα γιατί πρέπει διαρκώς να απολογούμαστε ο ένας στον άλλο; Έτσι θα ξοδεύουμε τις ζωές μας;
Θύμωσα με τον άλλο που τόσο προκλητικά με είχε κλείσει. Το μήνυμα ήταν σαφές. Να μάθεις να μη παρκάρεις όπου νά' ναι. Τι να έκανα; Να αρχίσω να κορνάρω παραήταν αγενές, δεδομένου ότι είχα ήδη εισβάλλει σε ένα χώρο που δεν είχα δικαίωμα να σταθμεύω. Δεν υπήρχε ψυχή ζώσα τριγύρω να ρωτήσω. Κυριολεκτικά.
Βλέπω στο πλάι του αυτοκινήτου μια απαίσια γκρί σιδερένια πόρτα ανοιχτή. Όρμησα μέσα ελπίζοντας κάποιον να βρω να του ζητήσω βοήθεια. Ήταν ενα μεγάλο άδειο δωμάτιο, σκοτεινό, με φθαρμένο ψιλό μωσαϊκό. Στη μέση περίπου του δωματίου, δέσποζε διαγώνια ένας ατσάλινος πάγκος που έμοιαζε και με κρεβάτι με ρόδες. Ένα κρεβάτι όπως εκείνο που χρησιμοποιούν ως εξεταστήριο στα ιατρεία. Χωρίς στρώμα. Που κάποιος φαινόταν να το έχει χρησιμοποιήσει και το είχε σπρώξει έπειτα βιαστικά. Η επιφάνειά του είχε αίμα. Η όραση αποδείχτηκε πιο αργή στην επεξεργασία πληροφορίας από την όσφρηση. Αμέσως μετά το θέαμα μια φριχτή μυρωδιά έγδαρε τα τοιχώματα της μύτης μου και με ειδοποίησε να κάνω πίσω. Βγήκα έξω αμέσως. Τότε διάβασα μια χειρόγραφη ταμπέλα στην πόρτα που έγραφε με ψιλό μαρκαδόρο νεκροτομείο. Έγραφε κι άλλα πράγματα αλλά δεν άντεξα να τα διαβάσω.
Έτρεξα κατά τις σκάλες, σε μια άλλη γκρι πόρτα. Ήταν κλειδωμένη. Χτύπησα ένα κουδούνι. Μου άνοιξαν. Μια γραμματέας προσπάθησε να με επιπλήξει που πάρκαρα στον ιδιωτικό χώρο. Αλλά δεν το έκανε με θέρμη. Μάλλον θα πρόσεξε πως ήμουν κάτωχρη και μιλούσα όπως άνθρωπος που έχει υποστεί σοκ. Ποιο αυτοκίνητο σας εμποδίζει; Ένα Χιουντάι Άξεντ πράσινο. Μισό λεπτό να δω σε ποιον ανήκει. Πήρε κάποια τηλέφωνα. Στέκομαι στην πόρτα. Ακουμπώ στο κούφωμα να μην καταρρεύσω. Περνάει ένας κύριος με κουστούμι. Οπωσδήποτε γιατρός. Ιατροδικαστής μάλλον. Με κοιτάει από την κορυφή ως τα νύχια. Μου χαμογελάει συγκρατημένα. Δεν μπορώ να ανταποδώσω.
Εμφανίστηκε ο κάτοχος του αυτοκινήτου. Προχωράει μπροστά. Τον ακολουθώ σαν κατάδικος. Με βήμα βαρύ, σοκαρισμένη, απελπισμένη. Δε βγαίνει απ' το μυαλό μου η εικόνα του κρεβατιού με το αίμα. Περνώντας ξανά μπροστά από την ανοιχτή πόρτα νιώθω πως αναδύεται πιο έντονα η οσμή της φορμόλης, του πτώματος, του αίματος, των εντόσθιων. Κάτι με τραβάει να ξανακοιτάξω, αν όχι να ξαναμπώ στο νεκροτομείο. Γυρνάω και βλέπω έναν κάδο ξεχειλισμένο μέχρι ψηλά με σακούλες σκουπιδιών. Η ματιά μου εστιάζει, άθελά μου, στην κορυφή του βουνού από σκουπίδια: Τούφες μαύρα μαλλιά με ξεραμένο αίμα σε κομμάτια δέρματος κρανίου.
Το αντανακλαστικό του εμετού ενεργοποιείται. Πιάνομαι από το αυτοκίνητό μου. Νιώθω το βλέμμα και την παρουσία του άλλου πίσω μου. Δεν έχει μπει ακόμα στο χιουντάι. Μάλλον περιμένει να δει αν ξεράσω ή αν λιποθυμήσω. Συνεχίζει να βγαίνει εκείνος ο ήχος, ουγκ, σα να θέλει το στομάχι μου να αδειάσει το περιεχόμενο που αηδίασε το μυαλό μου. Γυρνάω και κοιτάω τον οδηγό του αυτοκινήτου που με έχει κλείσει. Χαμογελάει ειρωνικά. Ζαλίζομαι. Ξανά ουγκ, θα ξεράσω. Τελικά όχι. Κάποιο ένστικτο με βάζει στη θέση του οδηγού. Οδηγώ μηχανικά.
Δε φεύγει από τη μύτη μου η μπόχα του νεκροτομείου, δε φεύγουν από τα μάτια μου τα μαλλιά του. Μόνο οι άνθρωποι φεύγουν. Κατακρεουργημένοι σε ατσάλινα κρεβάτια. Κατακρεουργημένοι σε κάδους απορριμάτων. Όλα φεύγουν. Η μνήμη των αισθήσεων φεύγει με το χρόνο. Σε λίγο καιρό δε θα νιώθω τη σημερινή κραυγή των αισθήσεών μου. Όλα φεύγουν. Η αξιοπρέπεια του σώματος φεύγει μαζί με τον θάνατο. Πώς να μη σύρουν το άψυχο σώμα, που γεννήθηκε, που κολύμπησε, που χόρεψε, που έκανε έρωτα, που χαϊδεύτηκε, που ταξίδεψε, που φιλήθηκε, που ρίγησε, πώς να μη σύρουν το άψυχο σώμα σε ατσάλινα κρεβάτια, σε μαχαίρια, σε έναν υπάλληλο που σε κόβει με λιγότερο πόνο από εκείνον που κόβει ένα λουλούδι απ' το χώμα, που σε κομματιάζει χωρίς να αναλογιστεί πως αυτό το σώμα μπορεί να γεννήθηκε, να κολύμπησε, να έκανε έρωτα, να χαϊδεύτηκε, να ταξίδεψε, να φιλήθηκε, να ρίγησε; Και πώς να ζήσεις πια γνωρίζοντας πως κομμάτια απ' το κρανίο σου ίσως βρεθούν στην κορυφή μιας στίβας σκουπιδιών.
Είμαι κομμάτια. Τον φαντάζομαι. Ήταν άνδρας. Ήταν κοντές οι τούφες. Ήταν νέος. Είχε μαλλιά και τα μαλλιά αυτά δεν ήταν γκρίζα. Πέθανε με βίαιο τρόπο. Έγινε το νεκρό του σώμα αντικείμενο ιατροδικαστικής μελέτης. Είναι ένας ακόμη άνδρας που γνώρισα. Πλησιάζω στο σπίτι. Προσπαθώ να πιαστώ από την ομορφιά. Έχει ωραίο ουρανό μετά το πρωινό ψιλόβροχο. Έχει έρθει η άνοιξη. Έχει ωραίες μουσικές το ραδιόφωνο. Μάταια. Η μπόχα και η εικόνα με έχουν βιάσει. Αποφασίζω να πάρω νωρίτερα την κόρη μου από τον παιδικό σταθμό. Την αγκαλιάζω, τη μυρίζω, τη φιλάω, της μιλάω. Ούτε αυτό. Η μπόχα και η εικόνα με έχουν βιάσει. Ερχόμαστε σπίτι. Να βάλουμε να φάμε. Η κόρη μου τρώει με όρεξη. Μια μπουκιά από το χτες νοστιμότατο πατσίστιο μου φέρνει αναγούλα. Ο κιμάς. Κρέας. Το scalp. Κόβω σαλάτα. Τι όμορφη που'ναι η ντομάτα και το αγγουράκι ακόμα κι όταν τα κομματιάζεις. Ενώ ο άνθρωπος, είτε είναι κομμάτια το σώμα του, είτε η ψυχή του, είναι αποκρουστικός. Γι' αυτό δε θα δίνω πια κομμάτια σε κάτι που έχει ομορφιά μόνο ολόκληρο. Γι' αυτό σου λέω, να ζήσουμε στο ακέραιο.
6/4/11
το χαλίκι
Κλικ-κλακ. Περπατώντας στο ξύλινο δάπεδο διαπιστώνει ότι ο ήχος από το χαλίκι που καρφώθηκε στους αρμούς των παπουτσιών είναι πιο ενοχλητικός από ό,τι περπατώντας στα τσιμέντα. Καιρός να ξεφορτωθεί τον ξενιστή που παρασιτοζωεί στο σώμα του ορειβατικού ημίμποτου. Κάθεται αναπαυτικά στον καναπέ του σπιτιού, ακουμπάει τον αστράγαλο του ενός ποδιού στο γόνατο του άλλου, στρέφει το πέλμα προς το πρόσωπό της και αφαιρεί από τη σόλα με τα δυο δάχτυλά της το χαλίκι.
Σηκώνεται να το πετάξει στον κάδο απορριμάτων. Το κοιτάει για μια στιγμή, κρατώντας το με το δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού χεριού. Το τοποθετεί στην αριστερή παλάμη της. Τότε η αριστερή της παλάμη μπαλαντζάρει πάνω-κάτω λες και το ζυγίζει στο δίσκο κάποιας παλιάς μπρούτζινης και μαντεμένιας ζυγαριάς. Το ξανασκέφτεται.
Φοράει το συγκεκριμένο ζευγάρι παπουτσιών πάνω από ένα χρόνο και ποτέ δεν έχει πατήσει άλλο χαλίκι. Ή κι αν έχει συμβεί, κανένα χαλίκι δεν έχει ως τώρα σφηνωθεί στη σόλα τους. Ούτε όμως και στα άλλα παπούτσια της θυμάται πρόσφατα να έχει παρεισφρύσει καμιά πετρούλα. Και βέβαια είναι λογικό: αφού οι γόβες και οι μπότες της έχουν επίπεδες σόλες και δεν αφήνουν περιθώρια να τρυπώσουν χαλίκια.
Αποφάσισε να μην το πετάξει. Του χαμογέλασε τρυφερά. Μάλιστα για να το τιμήσει που γλίτωσε ηρωικά τον ατιμωτικό θάνατο και την ταφή σε χωματερή, το τοποθέτησε ανάμεσα στη συλλογή με τα κοράλια, τους αστερίες, τα κοχύλια, τα στρείδια και βέβαια τα βότσαλα που είχε κατά καιρούς συλλέξει από τις καλοκαιρινές της διακοπές σε τόπους παραθαλάσσιους.
Το σκούρο γκρίζο μικροσκοπικό χαλίκι είχε βρει τη θέση του ανάμεσα σε γυαλιστερά, ημιδιάφανα, χρωματιστά, ιριδίζοντα και βέβαια εντυπωσιακά βότσαλα στην επιφάνεια κάποιου επίπλου ενός διαμερίσματος μέσα στην πόλη. Το κοίταξε με εκείνο το ανάμικτο συναίσθημα συμπόνοιας και περηφάνειας που νιώθει ο άνθρωπος, από θέση ισχύος πάντα, όταν προσφέρει κάτι στον αδύναμο, είτε αυτός είναι σκύλος, είτε άνθρωπος, είτε χαλίκι.
Την ώρα εκείνη, που το βλέμμα της εξέπεμπε αγαλλίαση για την καλή της πράξη, για την ποιητική αυτή ενέργεια, να δει το χαλίκι σα συνοδοιπόρο που την ακολούθησε ως το σπίτι της και που εκείνη του πρόσφερε φιλοξενία ανάμεσα σε σουβενίρ εκλεκτά, μπήκε αιφνιδιαστικά στο χώρο μια μύγα, μια κρεατόμυγα. Ήταν απ' αυτές που εμφανίζονται καταμεσής του καλοκαιριού. Βζζζ...
Κάτι μεσημέρια στην ύπαιθρο, που σου έχει σερβιριστεί το καρπούζι σαν επιδόρπιο και που καλοφαγωμένος και ευχαριστημένος σα βασιλιάς, δεν μπορείς να το φας όλο. Αλλά τα απομεινάρια του, η μυρωδιά του και η ζάχαρή του, καλούν άλλους συνδαιτημόνες να το γευτούν. Είναι τότε που κάποια από τα τέσσερις χιλιάδες ομματίδια της μύγας έχουν αντιληφθεί τη λιχουδιά και καταφθάνει στο τραπέζι, βουτάει τα ποδάρια και την προβοσκίδα της με λαιμαργία στο φρούτο που απέμεινε στο πιάτο, ενώ κάποια από τα χιλιάδες μάτια της είναι σε εγρήγορση για το χτύπημα που ξέρει πως θα της καταφέρεις.
Όμως σήμερα, έχουμε ακόμα άνοιξη και το έντομο, η εντομάρα, είναι παραζαλισμένο. Αρπάζει την εφημερίδα που είχε ακουμπήσει στο τραπεζάκι και με μια αστραπιαία κίνηση, χράαπ, την λιώνει. Φέρνει αμέσως μια χαρτοπετσέτα και μαζεύει το διαμελισμένο πτώμα της παχιάς μύγας που βρίσκεται κολλημένο στον τοίχο. Έπειτα ένα ελαφρώς μουσκεμένο σφουγγάρι θα αφαιρέσει τα ίχνη του φονικού.
Το χαλίκι κοίταξε μια τα βότσαλα δίπλα του και μια το λεκέ του πτώματος της μύγας πιο ψηλά. Και τα δυο τους θύμιζαν καλοκαίρι. Μόνο η σωτήρας του θύμιζε άνθρωπο. Αργότερα έμαθε και το όνομά της. Την έλεγαν Αντίφαση.
Σηκώνεται να το πετάξει στον κάδο απορριμάτων. Το κοιτάει για μια στιγμή, κρατώντας το με το δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού χεριού. Το τοποθετεί στην αριστερή παλάμη της. Τότε η αριστερή της παλάμη μπαλαντζάρει πάνω-κάτω λες και το ζυγίζει στο δίσκο κάποιας παλιάς μπρούτζινης και μαντεμένιας ζυγαριάς. Το ξανασκέφτεται.
Φοράει το συγκεκριμένο ζευγάρι παπουτσιών πάνω από ένα χρόνο και ποτέ δεν έχει πατήσει άλλο χαλίκι. Ή κι αν έχει συμβεί, κανένα χαλίκι δεν έχει ως τώρα σφηνωθεί στη σόλα τους. Ούτε όμως και στα άλλα παπούτσια της θυμάται πρόσφατα να έχει παρεισφρύσει καμιά πετρούλα. Και βέβαια είναι λογικό: αφού οι γόβες και οι μπότες της έχουν επίπεδες σόλες και δεν αφήνουν περιθώρια να τρυπώσουν χαλίκια.
Αποφάσισε να μην το πετάξει. Του χαμογέλασε τρυφερά. Μάλιστα για να το τιμήσει που γλίτωσε ηρωικά τον ατιμωτικό θάνατο και την ταφή σε χωματερή, το τοποθέτησε ανάμεσα στη συλλογή με τα κοράλια, τους αστερίες, τα κοχύλια, τα στρείδια και βέβαια τα βότσαλα που είχε κατά καιρούς συλλέξει από τις καλοκαιρινές της διακοπές σε τόπους παραθαλάσσιους.
Το σκούρο γκρίζο μικροσκοπικό χαλίκι είχε βρει τη θέση του ανάμεσα σε γυαλιστερά, ημιδιάφανα, χρωματιστά, ιριδίζοντα και βέβαια εντυπωσιακά βότσαλα στην επιφάνεια κάποιου επίπλου ενός διαμερίσματος μέσα στην πόλη. Το κοίταξε με εκείνο το ανάμικτο συναίσθημα συμπόνοιας και περηφάνειας που νιώθει ο άνθρωπος, από θέση ισχύος πάντα, όταν προσφέρει κάτι στον αδύναμο, είτε αυτός είναι σκύλος, είτε άνθρωπος, είτε χαλίκι.
Την ώρα εκείνη, που το βλέμμα της εξέπεμπε αγαλλίαση για την καλή της πράξη, για την ποιητική αυτή ενέργεια, να δει το χαλίκι σα συνοδοιπόρο που την ακολούθησε ως το σπίτι της και που εκείνη του πρόσφερε φιλοξενία ανάμεσα σε σουβενίρ εκλεκτά, μπήκε αιφνιδιαστικά στο χώρο μια μύγα, μια κρεατόμυγα. Ήταν απ' αυτές που εμφανίζονται καταμεσής του καλοκαιριού. Βζζζ...
Κάτι μεσημέρια στην ύπαιθρο, που σου έχει σερβιριστεί το καρπούζι σαν επιδόρπιο και που καλοφαγωμένος και ευχαριστημένος σα βασιλιάς, δεν μπορείς να το φας όλο. Αλλά τα απομεινάρια του, η μυρωδιά του και η ζάχαρή του, καλούν άλλους συνδαιτημόνες να το γευτούν. Είναι τότε που κάποια από τα τέσσερις χιλιάδες ομματίδια της μύγας έχουν αντιληφθεί τη λιχουδιά και καταφθάνει στο τραπέζι, βουτάει τα ποδάρια και την προβοσκίδα της με λαιμαργία στο φρούτο που απέμεινε στο πιάτο, ενώ κάποια από τα χιλιάδες μάτια της είναι σε εγρήγορση για το χτύπημα που ξέρει πως θα της καταφέρεις.
Όμως σήμερα, έχουμε ακόμα άνοιξη και το έντομο, η εντομάρα, είναι παραζαλισμένο. Αρπάζει την εφημερίδα που είχε ακουμπήσει στο τραπεζάκι και με μια αστραπιαία κίνηση, χράαπ, την λιώνει. Φέρνει αμέσως μια χαρτοπετσέτα και μαζεύει το διαμελισμένο πτώμα της παχιάς μύγας που βρίσκεται κολλημένο στον τοίχο. Έπειτα ένα ελαφρώς μουσκεμένο σφουγγάρι θα αφαιρέσει τα ίχνη του φονικού.
Το χαλίκι κοίταξε μια τα βότσαλα δίπλα του και μια το λεκέ του πτώματος της μύγας πιο ψηλά. Και τα δυο τους θύμιζαν καλοκαίρι. Μόνο η σωτήρας του θύμιζε άνθρωπο. Αργότερα έμαθε και το όνομά της. Την έλεγαν Αντίφαση.
23/3/11
τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα
Η πιο δυνατή στιγμή στην κοινή μας ζωή, και για μένα και για εκείνη, τη λιγοστή ζωή που έχουμε ως τώρα ζήσει μαζί, αλλά που είναι οι πιο συγκλονιστικοί τριάντα μήνες της ζωής μου, οι τριάντα πιο καθοριστικοί μήνες της δικής της ζωής, είναι όταν τη γέννησα, την είδα, την αγκάλιασα, τη θήλασα. Που όλα μαζί λογαριάζονται ως τη μία ενιαία και αδιαίρετη ευτυχία της μητρότητας.
Η επόμενη πιο δυνατή στιγμή στη ζωή μας, για μένα, ήταν μια νύχτα του περσινού καλοκαιριού. Μια νύχτα στα παράλια της νότιας Κρήτης. Είχαμε στήσει τη σκηνή μας. Πιο δίπλα είχαν ανάψει μια μικρή φωτιά. Εγώ κι εκείνη πιο παράμερα. Την πήρα αγκαλιά και ξαπλώσαμε σ' ένα ψαθάκι παράλληλα με την ακτογραμμή. Εγώ με την πλάτη στην άμμο. Εκείνη με την πλάτη στην κοιλιά μου. Έτσι είναι και έτσι πρέπει να' ναι η σχέση μας: η μαμά πιο κοντά στο χώμα, στο θάνατο, το παιδί πιο κοντά στη μήτρα, στη ζωή. Κοιτούσαμε μια τα αστέρια εκεί ψηλά, μια το βουνό στα δεξιά μας, μια τη θάλασσα στ' αριστερά μας. Της έδειχνα τον ουράνιο θόλο τη νύχτα, την κορυφογραμμή της γης, το κύμα της θάλασσας στα βράχια. Που όλα μαζί λογαριάζονται ως τη μία, ενιαία και αδιαίρετη ομορφιά του κόσμου.
Ανασηκώθηκα. Την έβαλα να καθήσει ανάμεσα στα πόδια μου και τα τύλιξα γύρω απ' το κορμάκι της. Η πλάτη μου στους αγαπημένους, η πλάτη της στην αγαπημένη της. Πίσω απ' τη πλάτη μας πρέπει να βρίσκεται αγάπη. Με τα βλέμματά μας στραμμένα κατά τον ορίζοντα. Γύρισα το κεφάλι μου, αναζητώντας στο σκοτάδι που έσπαγαν οι φλόγες, το πρόσωπο του αδελφού μου. Θυμάσαι ρε όταν ήμαστε μικρά που μας έλεγαν οι γέροι πως φαίνεται η Λιβύη από 'δω; Το θυμόταν. Κοιτούσα λαίμαργα το απέραντο μαύρο προσπαθώντας να διακρίνω τα φωτάκια μιας άλλης ηπείρου. Τα είδαμε ποτέ τα φώτα της Λιβύης; Η μνήμη δεν βοηθούσε. Τα είδαμε ποτέ; Ο καιρός δε βοηθούσε. Τα είδαμε ποτέ; Θα μπορούσαν να φαίνονται; Τα είδαμε ποτέ; Μπορεί τα φωτάκια να μη φαίνονταν έτσι κι αλλιώς. Μπορεί να φαίνονταν μόνο αν είχε απανεμιά και καθαρό ουρανό. Μπορεί να τα είδες και να μη τα θυμάσαι. Μπορεί και να μην τα είδες. Τι σημασία είχε; Η λογική βοηθούσε λίγο. Το συναίσθημα τελικά βοήθησε περισσότερο.
Κάπου εκεί απέναντι, στο βάθος του ορίζοντα ζούσαν κάποιοι ξένοι. Από άλλη χώρα, άλλη ήπειρο, με άλλο θεό, με άλλη γλώσσα, με άλλο χρώμα, με άλλο πολίτευμα, με άλλα προβλήματα. Όλα αλλιώς. Κάποιοι αλλιώτικοι, τη στιγμή που εσύ ανακαλείς στη μνήμη αυτό που προσκυνούσες, τον κόσμο και την ομορφιά του, τη ζωή και τον άνθρωπο, που είναι ενιαία και αδιαίρετα ως μια δύναμη, τη μόνη άξια να προσκυνήσεις, κάποιοι, γείτονες, μια θάλασσα ανάμεσα, σφάζονται. Κάποια μητέρα απ' τη Λιβύη, έναν πολιτισμό μακριά και μια θάλασσα κοντά, έρχεται ως αντικατοπτρισμός. Θα κρατάει κι εκείνη κάποιο παιδί στην αγκαλιά, θα ψάχνει κάποιον αδελφό μες στο σκοτάδι. Η πλάτη του παιδιού της δε πρέπει να είναι στο χώμα ποτέ. Πίσω απ' τη πλάτη δε πρέπει να' ναι μαχαίρια ποτέ. Έρχεται σαν ανώτερος αντικατοπτρισμός, όπως οι Δροσουλίτες, μπροστά στα μάτια σου. Εκεί στα νότια παράλια του νησιού, αναπαρίσταται μπροστά στα μάτια σου ο πόλεμος των πιο κοντινών σου ξένων. Και τα φώτα ξαφνικά φαίνονται. Ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί πρέπει οπωσδήποτε να φαίνονται. Γιατί πρέπει το παιδί μου να τα βλέπει. Και τα φωτάκια της Λιβύης και του κόσμου όλου. Για να' ναι ο κόσμος, ο άνθρωπος και η Ιστορία ένα, ενιαίο και αδιαίρετο.
Η επόμενη πιο δυνατή στιγμή στη ζωή μας, για μένα, ήταν μια νύχτα του περσινού καλοκαιριού. Μια νύχτα στα παράλια της νότιας Κρήτης. Είχαμε στήσει τη σκηνή μας. Πιο δίπλα είχαν ανάψει μια μικρή φωτιά. Εγώ κι εκείνη πιο παράμερα. Την πήρα αγκαλιά και ξαπλώσαμε σ' ένα ψαθάκι παράλληλα με την ακτογραμμή. Εγώ με την πλάτη στην άμμο. Εκείνη με την πλάτη στην κοιλιά μου. Έτσι είναι και έτσι πρέπει να' ναι η σχέση μας: η μαμά πιο κοντά στο χώμα, στο θάνατο, το παιδί πιο κοντά στη μήτρα, στη ζωή. Κοιτούσαμε μια τα αστέρια εκεί ψηλά, μια το βουνό στα δεξιά μας, μια τη θάλασσα στ' αριστερά μας. Της έδειχνα τον ουράνιο θόλο τη νύχτα, την κορυφογραμμή της γης, το κύμα της θάλασσας στα βράχια. Που όλα μαζί λογαριάζονται ως τη μία, ενιαία και αδιαίρετη ομορφιά του κόσμου.
Ανασηκώθηκα. Την έβαλα να καθήσει ανάμεσα στα πόδια μου και τα τύλιξα γύρω απ' το κορμάκι της. Η πλάτη μου στους αγαπημένους, η πλάτη της στην αγαπημένη της. Πίσω απ' τη πλάτη μας πρέπει να βρίσκεται αγάπη. Με τα βλέμματά μας στραμμένα κατά τον ορίζοντα. Γύρισα το κεφάλι μου, αναζητώντας στο σκοτάδι που έσπαγαν οι φλόγες, το πρόσωπο του αδελφού μου. Θυμάσαι ρε όταν ήμαστε μικρά που μας έλεγαν οι γέροι πως φαίνεται η Λιβύη από 'δω; Το θυμόταν. Κοιτούσα λαίμαργα το απέραντο μαύρο προσπαθώντας να διακρίνω τα φωτάκια μιας άλλης ηπείρου. Τα είδαμε ποτέ τα φώτα της Λιβύης; Η μνήμη δεν βοηθούσε. Τα είδαμε ποτέ; Ο καιρός δε βοηθούσε. Τα είδαμε ποτέ; Θα μπορούσαν να φαίνονται; Τα είδαμε ποτέ; Μπορεί τα φωτάκια να μη φαίνονταν έτσι κι αλλιώς. Μπορεί να φαίνονταν μόνο αν είχε απανεμιά και καθαρό ουρανό. Μπορεί να τα είδες και να μη τα θυμάσαι. Μπορεί και να μην τα είδες. Τι σημασία είχε; Η λογική βοηθούσε λίγο. Το συναίσθημα τελικά βοήθησε περισσότερο.
Κάπου εκεί απέναντι, στο βάθος του ορίζοντα ζούσαν κάποιοι ξένοι. Από άλλη χώρα, άλλη ήπειρο, με άλλο θεό, με άλλη γλώσσα, με άλλο χρώμα, με άλλο πολίτευμα, με άλλα προβλήματα. Όλα αλλιώς. Κάποιοι αλλιώτικοι, τη στιγμή που εσύ ανακαλείς στη μνήμη αυτό που προσκυνούσες, τον κόσμο και την ομορφιά του, τη ζωή και τον άνθρωπο, που είναι ενιαία και αδιαίρετα ως μια δύναμη, τη μόνη άξια να προσκυνήσεις, κάποιοι, γείτονες, μια θάλασσα ανάμεσα, σφάζονται. Κάποια μητέρα απ' τη Λιβύη, έναν πολιτισμό μακριά και μια θάλασσα κοντά, έρχεται ως αντικατοπτρισμός. Θα κρατάει κι εκείνη κάποιο παιδί στην αγκαλιά, θα ψάχνει κάποιον αδελφό μες στο σκοτάδι. Η πλάτη του παιδιού της δε πρέπει να είναι στο χώμα ποτέ. Πίσω απ' τη πλάτη δε πρέπει να' ναι μαχαίρια ποτέ. Έρχεται σαν ανώτερος αντικατοπτρισμός, όπως οι Δροσουλίτες, μπροστά στα μάτια σου. Εκεί στα νότια παράλια του νησιού, αναπαρίσταται μπροστά στα μάτια σου ο πόλεμος των πιο κοντινών σου ξένων. Και τα φώτα ξαφνικά φαίνονται. Ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί πρέπει οπωσδήποτε να φαίνονται. Γιατί πρέπει το παιδί μου να τα βλέπει. Και τα φωτάκια της Λιβύης και του κόσμου όλου. Για να' ναι ο κόσμος, ο άνθρωπος και η Ιστορία ένα, ενιαίο και αδιαίρετο.
19/3/11
διασταύρωση
"Θα πρέπει να σας επιστρέψω την εργασία που μου δανείσατε" της πρότεινα. Συμφώνησε γιατί θα πρέπει να τοποθετήσει το αντίγραφο της εργασίας στο αρχείο της. Απορρίψαμε αρκετούς από τους συμβατικούς τρόπους επιστροφής ενός εγγράφου εκατό πενήντα σελίδων. Να το στείλω με ταχυδρομείο; Κρίμα να ξοδέψω χρόνο και χρήμα σε μια υπηρεσία που δε ξέρεις ποτέ αν θα έχει επιτυχή έκβαση. Να το στείλω με κούριερ; Κρίμα να ξοδέψω χρήμα σε μια υπηρεσία που είναι δυσανάλογα ακριβή για το έργο της και για την αξία του μεταφερόμενου δέματος. Να συναντηθούμε κάπου στα μισά της διαδρομής για να της το παραδώσω η ίδια; Δεν είχε χρόνο. Να της το παρέδιδα η ίδια στο γραφείο της στην άλλη άκρη της πόλης; Δεν είχα χρόνο.
Βρήκε τη λύση. Ο άνδρας, της που είναι στρατιωτικός, έχει πολύ χρόνο. Τα πρωινά του είναι ελεύθερα. Θα μπορούσαμε να συναντηθούμε κάπου να του δώσω την εργασία, πρότεινε. Και τα απογεύματα ήταν διαθέσιμος, αν με εξυπηρετούσε καλύτερα. Συνταξιούχος πριν πατήσει τα πενήντα. Τα πρωινά κατεβαίνει βόλτα στο κέντρο. Πηγαίνει για ψώνια. Κρέας και ψάρι απ' τη Βαρβάκειο, φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή. Τα υπόλοιπα από το σούπερ μάρκετ, τα πρωινά που είναι ήσυχα. Πληρώνει λογαριασμούς, στη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, την ΕΥΔΑΠ. Ένας άνδρας ούτε πενήντα χρόνων τριγυρνά άεργος εισπράττοντας ωστόσο μια κιμπάρικη σύνταξη από το χρεωμένο μέχρι τα μπούνια ελληνικό κράτος. Ώστε τελικά, δεν είναι πλάσματα που υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Σε κάποιους περισσεύει ο χρόνος και το χρήμα, στ' αλήθεια. Στο ασανσέρ πρόβαρα το πιο μπλαζέ μου προσωπείο. Όταν συναντηθούμε δε θα πρέπει να καταλάβει πως τον θεωρώ μυθικό πλάσμα. Δε πρέπει να αντιληφθεί ότι τον κοιτάζω με περισσότερο δέος από το λιοντάρι στο ζωολογικό κήπο του Άμστερνταμ.
Βγαίνω έξω. Μια γυναίκα με κακό σουλούπι, γύρω στα 30, αλλά ιδιαίτερα ταλαιπωρημένη, με πλησιάζει πάρα πολύ. Με ενοχλεί αυτό. Με κοιτάει μες στα μάτια. Έχει ωραία ρετσινί μάτια. Είναι δακρυσμένα. Μιλάει σπαστά ελληνικά. Τη λένε Ιρίνα και είναι απ' την Ουκρανία. Έχει τρία παιδιά. Μου ζητάει δουλειά. Να μου καθαρίζει το σπίτι. Μα δεν έχω τη δυνατότητα να φέρνω καθαρίστρια προσπαθώ να της εξηγήσω. Με πιάνει απ' το χέρι, λίγο πιο πάνω από τον καρπό. "Σε παρακαλώ", μου λέει. Ανεβαίνουμε μαζί στο σπίτι. Της το δείχνω. Τη ρωτάω πόσο θα ήθελε την ώρα. Εξευτελιστικά χαμηλή τιμή. Μου ζητάει αν έχω τώρα να της δώσω κάποια προκαταβολή. Με ενοχλεί κι αυτό. Μήπως θα μπορούσα τότε να της δώσω κάτι να πάει στα παιδιά της; Δεν έχουν να φάνε μου λέει. Της δίνω κάτι ρύζια, κάτι μακαρόνια, κάτι όσπρια. Την καλώ από το κινητό μου στο δικό της για να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Επαφή καταχωρήθηκε.
Κατεβαίνουμε μαζί έξω. Σχεδόν τα έχουμε συμφωνήσει. Να την πάρω στο τηλέφωνο. Πηγαίνω να συναντήσω τον συνταξιούχο στρατιωτικό. Φτάνω στο κέντρο, στο καφέ που μου είπε. Ωραίο μέρος. Ήσυχο, γουστόζικο, με ενδιαφέρουσα μελωδία. Αυτός πρέπει να είναι. Φοράει ένα γκρίζο πουλόβερ με καρώ πουκάμισο από μέσα. Κοτλέ παντελόνι σκούρο μπλε. Και ωραία παπούτσια. Τον βρήκα να διαβάζει ένα βιβλίο. Το ακουμπάει με αργές, ήρεμες κινήσεις πλάι στον καπουτσίνο του, όταν έσκυψα πάνω απ' το κεφάλι του για να επιβεβαιώσω ότι είναι αυτός. Μου προτείνει να με κεράσει κάτι μετακινώντας συγχρόνως το παλτό του από τη διπλανή, και μοναδική εξάλλου, καρέκλα στο τραπεζάκι. Εχει μια μειλίχια και ευγενική φυσιογνωμία. Μια γλυκιά φωνή. Αρνούμαι δανειζόμενη από την ευγένειά του. Του άφησα τελικά την εργασία. Αποχώρησα χωρίς να καταλαβαίνω.
Μια βδομάδα μετά, ενώ συνέχιζε να μη μου περισσεύει το χρήμα, αλλά πολύ περισσότερο ο χρόνος, αποφασίζω να καλέσω την γυναίκα να με βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού επ' αμοιβή.΄Εχει φραγή εισερχομένων κλήσεων. Ξαναδοκίμασα μερικές μέρες μετά. Φραγή εισερχομένων κλήσεων. Δεν της έδωσα τελικά την εργασία που μου ζήτησε.' Εκλεισα τηλέφωνο χωρίς να καταλαβαίνω.
Μήνες μετά σταμάτησα με το όχημα στα φανάρια. Σε κάποια διασταύρωση. Είχε κόκκινο για τους πεζούς. Διέκρινα από μακριά δυο γνωστές φιγούρες. Από τη μια μεριά μου φάνηκε πως είδα τον μεσήλικα αλλά γοητευτικό συνταξιούχο να στέκεται άεργος και από την άλλη μεριά τη νέα αλλά ταλαιπωρημένη μετανάστρια να στέκεται άνεργη. Κανείς δε τριγυρνάει. Στέκονται σαν αγάλματα. Σα μνημεία της εποχής μας. Ώσπου να φτάσω είχε ανάψει πράσινο για τους πεζούς. Κοίταξα δεξιά-αριστερά για να επιβεβαιώσω ότι αυτοί οι δυο άνθρωποι διασχίζουν το δρόμο, αλλά δεν υπήρχε κανείς απ' τους δυο. Άναψε το πράσινο για τα οχήματα και κόκκινο για τους πεζούς. Πάτησα το γκάζι για να ξεκινήσω. Κοίταξα δεξιά και αριστερά. Ο ένας στεκόταν απ΄τη μεριά και η άλλη από την άλλη. Όταν άναβε πράσινο για τους πεζούς θα εξαφανίζονταν. Και όταν άναβε κόκκινο θα επανεμφανίζονταν. Η αεργία απ'την ανεργία απέχει ένα Ν. Κοιτάζω στο πίσω παρμπρίζ του μπροστινού οχήματος και το βλέπω κολλημένο κόκκινο και κεφαλαίο.
Βρήκε τη λύση. Ο άνδρας, της που είναι στρατιωτικός, έχει πολύ χρόνο. Τα πρωινά του είναι ελεύθερα. Θα μπορούσαμε να συναντηθούμε κάπου να του δώσω την εργασία, πρότεινε. Και τα απογεύματα ήταν διαθέσιμος, αν με εξυπηρετούσε καλύτερα. Συνταξιούχος πριν πατήσει τα πενήντα. Τα πρωινά κατεβαίνει βόλτα στο κέντρο. Πηγαίνει για ψώνια. Κρέας και ψάρι απ' τη Βαρβάκειο, φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή. Τα υπόλοιπα από το σούπερ μάρκετ, τα πρωινά που είναι ήσυχα. Πληρώνει λογαριασμούς, στη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, την ΕΥΔΑΠ. Ένας άνδρας ούτε πενήντα χρόνων τριγυρνά άεργος εισπράττοντας ωστόσο μια κιμπάρικη σύνταξη από το χρεωμένο μέχρι τα μπούνια ελληνικό κράτος. Ώστε τελικά, δεν είναι πλάσματα που υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Σε κάποιους περισσεύει ο χρόνος και το χρήμα, στ' αλήθεια. Στο ασανσέρ πρόβαρα το πιο μπλαζέ μου προσωπείο. Όταν συναντηθούμε δε θα πρέπει να καταλάβει πως τον θεωρώ μυθικό πλάσμα. Δε πρέπει να αντιληφθεί ότι τον κοιτάζω με περισσότερο δέος από το λιοντάρι στο ζωολογικό κήπο του Άμστερνταμ.
Βγαίνω έξω. Μια γυναίκα με κακό σουλούπι, γύρω στα 30, αλλά ιδιαίτερα ταλαιπωρημένη, με πλησιάζει πάρα πολύ. Με ενοχλεί αυτό. Με κοιτάει μες στα μάτια. Έχει ωραία ρετσινί μάτια. Είναι δακρυσμένα. Μιλάει σπαστά ελληνικά. Τη λένε Ιρίνα και είναι απ' την Ουκρανία. Έχει τρία παιδιά. Μου ζητάει δουλειά. Να μου καθαρίζει το σπίτι. Μα δεν έχω τη δυνατότητα να φέρνω καθαρίστρια προσπαθώ να της εξηγήσω. Με πιάνει απ' το χέρι, λίγο πιο πάνω από τον καρπό. "Σε παρακαλώ", μου λέει. Ανεβαίνουμε μαζί στο σπίτι. Της το δείχνω. Τη ρωτάω πόσο θα ήθελε την ώρα. Εξευτελιστικά χαμηλή τιμή. Μου ζητάει αν έχω τώρα να της δώσω κάποια προκαταβολή. Με ενοχλεί κι αυτό. Μήπως θα μπορούσα τότε να της δώσω κάτι να πάει στα παιδιά της; Δεν έχουν να φάνε μου λέει. Της δίνω κάτι ρύζια, κάτι μακαρόνια, κάτι όσπρια. Την καλώ από το κινητό μου στο δικό της για να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Επαφή καταχωρήθηκε.
Κατεβαίνουμε μαζί έξω. Σχεδόν τα έχουμε συμφωνήσει. Να την πάρω στο τηλέφωνο. Πηγαίνω να συναντήσω τον συνταξιούχο στρατιωτικό. Φτάνω στο κέντρο, στο καφέ που μου είπε. Ωραίο μέρος. Ήσυχο, γουστόζικο, με ενδιαφέρουσα μελωδία. Αυτός πρέπει να είναι. Φοράει ένα γκρίζο πουλόβερ με καρώ πουκάμισο από μέσα. Κοτλέ παντελόνι σκούρο μπλε. Και ωραία παπούτσια. Τον βρήκα να διαβάζει ένα βιβλίο. Το ακουμπάει με αργές, ήρεμες κινήσεις πλάι στον καπουτσίνο του, όταν έσκυψα πάνω απ' το κεφάλι του για να επιβεβαιώσω ότι είναι αυτός. Μου προτείνει να με κεράσει κάτι μετακινώντας συγχρόνως το παλτό του από τη διπλανή, και μοναδική εξάλλου, καρέκλα στο τραπεζάκι. Εχει μια μειλίχια και ευγενική φυσιογνωμία. Μια γλυκιά φωνή. Αρνούμαι δανειζόμενη από την ευγένειά του. Του άφησα τελικά την εργασία. Αποχώρησα χωρίς να καταλαβαίνω.
Μια βδομάδα μετά, ενώ συνέχιζε να μη μου περισσεύει το χρήμα, αλλά πολύ περισσότερο ο χρόνος, αποφασίζω να καλέσω την γυναίκα να με βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού επ' αμοιβή.΄Εχει φραγή εισερχομένων κλήσεων. Ξαναδοκίμασα μερικές μέρες μετά. Φραγή εισερχομένων κλήσεων. Δεν της έδωσα τελικά την εργασία που μου ζήτησε.' Εκλεισα τηλέφωνο χωρίς να καταλαβαίνω.
Μήνες μετά σταμάτησα με το όχημα στα φανάρια. Σε κάποια διασταύρωση. Είχε κόκκινο για τους πεζούς. Διέκρινα από μακριά δυο γνωστές φιγούρες. Από τη μια μεριά μου φάνηκε πως είδα τον μεσήλικα αλλά γοητευτικό συνταξιούχο να στέκεται άεργος και από την άλλη μεριά τη νέα αλλά ταλαιπωρημένη μετανάστρια να στέκεται άνεργη. Κανείς δε τριγυρνάει. Στέκονται σαν αγάλματα. Σα μνημεία της εποχής μας. Ώσπου να φτάσω είχε ανάψει πράσινο για τους πεζούς. Κοίταξα δεξιά-αριστερά για να επιβεβαιώσω ότι αυτοί οι δυο άνθρωποι διασχίζουν το δρόμο, αλλά δεν υπήρχε κανείς απ' τους δυο. Άναψε το πράσινο για τα οχήματα και κόκκινο για τους πεζούς. Πάτησα το γκάζι για να ξεκινήσω. Κοίταξα δεξιά και αριστερά. Ο ένας στεκόταν απ΄τη μεριά και η άλλη από την άλλη. Όταν άναβε πράσινο για τους πεζούς θα εξαφανίζονταν. Και όταν άναβε κόκκινο θα επανεμφανίζονταν. Η αεργία απ'την ανεργία απέχει ένα Ν. Κοιτάζω στο πίσω παρμπρίζ του μπροστινού οχήματος και το βλέπω κολλημένο κόκκινο και κεφαλαίο.
17/3/11
the monsters
«Πού τριγυρνάτε, παιδιά;» μας ρώτησε ο παλαιότερος και ως εκ τούτου υψηλοβαθμότερος με την ευρεία έννοια συνάδελφος, συναντώντας μας στο διάδρομο του νοσοκομείου. Εκείνος όδευε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς τον προαυλισμό του, με σκοπό παράλληλα να συνεισφέρει έμπρακτα στην καπνοβιομηχανία που περνά δύσκολες μέρες, όσο νά 'ναι, μετά την απαγόρευση του καπνίσματος στα μεταμοντέρνα στρατόπεδα συγκέντρωσης μη καπνιστών.
Δε χρειαζόταν καν να κοιταχτούμε εγώ κι ο συνάδελφός μου, με την στενότερη έννοια, πριν απαντήσουμε. Τα συνομίληκα , ισοχαμηλόβαθμα, και πρώην συμφοιτώντα «παιδιά», τα νεούδια δηλαδή, όπου υπάρχει ιεραρχία βασισμένη στο seniority προπαντός, έχουμε φτάσει πια σε προχωρημένα επίπεδα μη λεκτικής επικοινωνίας. Δε χρειαζόταν καν να κοιταχτούμε για να γεμίσει το κοινό συννεφάκι της σκέψης «θέλει να μας ψαρώσει». Δε χρειαζόταν καν να κοιταχτούμε για να του απαντήσουμε εν χορώ, αλλά με διαφορετικά λόγια (μια δραματουργική καινοτομία πραγματικά), το ίδιο πράγμα: ότι για κάποια δουλειά τρέχουμε. Αλλά εκείνος, μη έχοντας ακούσει, επιλεκτικά ή αντικειμενικά, τις απαντήσεις μας προτίμησε να μας υπενθυμίσει χαμογελώντας συνωμοτικά και αυστηρά συγχρόνως (μια στιγμή υψηλής υποκριτικής τέχνης πραγματικά), την τρόικα. «Αν ερχόταν τώρα η τρόικα και σας έβλεπε να τριγυρνάτε στους διαδρόμους, τι θα έλεγε;»
Εκείνη τη στιγμή μου γεννήθηκε η επιθυμία να αποκτήσω ένα μαντρόσκυλο που θα το ονομάσω Τρόικα. Το φάντασμα ενός μυθικού σκυλιού που αλυχτά με λύσσα, φυλάσσοντας τις πύλες του ΑδηΜοσίου (ξέρω, έχω κάνει και καλύτερα λογοπαίγνια, μωρό μου), από τον έξω κόσμο, πλανάται πια ανάμεσά μας. Συνήθως γίνεται ορατό σε νομοταγείς, σε νέοπες, σε παρανοϊκούς, σε όσους δεν είναι τυφλοί στα κεκτημένα τους που χάνονται και σε όσους έχουν κάπως λερωμένη τη φωλιά τους αλλά δεν έχουν -πια- πρόσβαση σε κάποιο συνεργείο καθαρισμού διαθφοράς. Ο κύριος, που ψαρωτικά αλλά και χαριεντιζόμενος, μας υπενθύμισε τον φάλτσο αντικατοπτρισμό του τέρατος στα βαλτωμένα ύδατα του δημόσιου τομέα, θα πρέπει να ανήκει στους νομοταγείς, σε όσους δεν έπαψαν να ελπίζουν πως θα έρθει η Τρόικα ως Τίσις μετά από μια ιστορική πορεία ύβρεως. Όμως η τρόικα δεν ήρθε για να σώσει κανέναν. Κι ούτε να τιμωρήσει ήρθε. Ούτε καν να ελέγξει.
Η τρόικα είναι το μυθικό τέρας που ποτέ δε θα δει τη φιγούρα του η αθλία καθαρίστρια του αδημοσίου που κάθεται και αναπαύεται 5 ώρες τη μέρα, γιατί τόσο διαρκεί το 8ωρο για κείνη. Το τρομακτικό πλάσμα της φανταστικής μας πραγματικότητας δε θα το δει η αθλία που εμμέσως πλην σαφώς πληρώνεται από τους γονείς για να διατηρεί καθαρό έναν χώρο που επισκέπτονται τα άρρωστα, κατά βάση, παιδάκια τους. Δε θα δει καμία τρόικα, παρά μόνο εμένα, περνώντας έξω από το δωματιάκι που έχει οικειοποιηθεί κάτι ως cleaner's station, και για το οποίο θα συμφωνούσα αναφανδόν να της έχει διατεθεί, αν είχαμε και οι υπόλοιποι ένα γραφείο να καθήσουμε. Δε θα δει καμια τρόικα, παρά διερχόμενους εργαζομένους για να χαφιεδίσει στους διευθυντάδες για το τι κάνουμε και τι δεν, όπως είναι γνωστό. Τη τρόικα δε θα τη δει αλλά κι ούτε εμένα θα δει να παίρνω βαθιά ανάσα και να περνώ σαν μακροβούτι έξω απ' την ανοιχτή πόρτα της. Δε θα με δει να κλείνω την αναπνοή μου για να μη μυρίσω την τρομερή μπόχα που αναδύεται από το χώρο μιας...καθαρίστριας. Τη τρόικα δε θα τη δει γιατί παρεμβάλλονται μπροστά της τέσσερις γίγαντες που την προστατεύουν.
Ο βουλευτής, όχι ως πρόσωπο αλλά ως σύμβολο ενός διεφθαρμένου πελατειακού πολιτικού συστήματος, που τη διόρισε για ψηφοθηρικούς λόγους. Το διεθυντικό στέλεχος, όχι ως πρόσωπο αλλά ως διεφθαρμένη διοίκηση -επιλογή ενός διεφθαρμένου πελατειακού πολιτικού συστήματος, που έχει ανάγκη έναν χαφιέ. Το ηγετικό συνδικαλιστικό στέλεχος, όχι ως πρόσωπο αλλά ως διεφθαρμένο θεσμό που λειτουργεί πια ως βαστάζος της διεφθαρμένης διοίκησης που είναι επιλογή ενός διεφθαρμένου πελατειακού πολιτικού συστήματος, και ως ως εκκολαπτήριο βουλευτών για το διεφθαρμένο πελατειακό πολιτικό σύστημα, που χρειάζεται τη στήριξη των πιο αποκτηνωμένων και άρα πιο ισχυρών μελών του. Και τέλος θα την προστατεύσει το γιγάντιο αγκυλωμένο αριστερό reflex που θα υπερασπίζεται μια τέτοια εργαζόμενη, μόνο γιατί ανήκει στην εργατική τάξη, στη κατατρεγμένη πλέμπα. Την τρόικα δε θα τη δει ποτέ η καθαρίστρια. Κι ούτε η τρόικα θα τη δει. Το τερατώδες μαντρόσκυλο με τον τερατώδη κοπρίτη δε θα συναντηθούν. Εμείς οι άλλοι θα τα βλέπουμε και θα τα βλέπουμε και θα κοιτάμε, θα κοιτάμε. Ανήμποροι να διώξουμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
Δε χρειαζόταν καν να κοιταχτούμε εγώ κι ο συνάδελφός μου, με την στενότερη έννοια, πριν απαντήσουμε. Τα συνομίληκα , ισοχαμηλόβαθμα, και πρώην συμφοιτώντα «παιδιά», τα νεούδια δηλαδή, όπου υπάρχει ιεραρχία βασισμένη στο seniority προπαντός, έχουμε φτάσει πια σε προχωρημένα επίπεδα μη λεκτικής επικοινωνίας. Δε χρειαζόταν καν να κοιταχτούμε για να γεμίσει το κοινό συννεφάκι της σκέψης «θέλει να μας ψαρώσει». Δε χρειαζόταν καν να κοιταχτούμε για να του απαντήσουμε εν χορώ, αλλά με διαφορετικά λόγια (μια δραματουργική καινοτομία πραγματικά), το ίδιο πράγμα: ότι για κάποια δουλειά τρέχουμε. Αλλά εκείνος, μη έχοντας ακούσει, επιλεκτικά ή αντικειμενικά, τις απαντήσεις μας προτίμησε να μας υπενθυμίσει χαμογελώντας συνωμοτικά και αυστηρά συγχρόνως (μια στιγμή υψηλής υποκριτικής τέχνης πραγματικά), την τρόικα. «Αν ερχόταν τώρα η τρόικα και σας έβλεπε να τριγυρνάτε στους διαδρόμους, τι θα έλεγε;»
Εκείνη τη στιγμή μου γεννήθηκε η επιθυμία να αποκτήσω ένα μαντρόσκυλο που θα το ονομάσω Τρόικα. Το φάντασμα ενός μυθικού σκυλιού που αλυχτά με λύσσα, φυλάσσοντας τις πύλες του ΑδηΜοσίου (ξέρω, έχω κάνει και καλύτερα λογοπαίγνια, μωρό μου), από τον έξω κόσμο, πλανάται πια ανάμεσά μας. Συνήθως γίνεται ορατό σε νομοταγείς, σε νέοπες, σε παρανοϊκούς, σε όσους δεν είναι τυφλοί στα κεκτημένα τους που χάνονται και σε όσους έχουν κάπως λερωμένη τη φωλιά τους αλλά δεν έχουν -πια- πρόσβαση σε κάποιο συνεργείο καθαρισμού διαθφοράς. Ο κύριος, που ψαρωτικά αλλά και χαριεντιζόμενος, μας υπενθύμισε τον φάλτσο αντικατοπτρισμό του τέρατος στα βαλτωμένα ύδατα του δημόσιου τομέα, θα πρέπει να ανήκει στους νομοταγείς, σε όσους δεν έπαψαν να ελπίζουν πως θα έρθει η Τρόικα ως Τίσις μετά από μια ιστορική πορεία ύβρεως. Όμως η τρόικα δεν ήρθε για να σώσει κανέναν. Κι ούτε να τιμωρήσει ήρθε. Ούτε καν να ελέγξει.
Η τρόικα είναι το μυθικό τέρας που ποτέ δε θα δει τη φιγούρα του η αθλία καθαρίστρια του αδημοσίου που κάθεται και αναπαύεται 5 ώρες τη μέρα, γιατί τόσο διαρκεί το 8ωρο για κείνη. Το τρομακτικό πλάσμα της φανταστικής μας πραγματικότητας δε θα το δει η αθλία που εμμέσως πλην σαφώς πληρώνεται από τους γονείς για να διατηρεί καθαρό έναν χώρο που επισκέπτονται τα άρρωστα, κατά βάση, παιδάκια τους. Δε θα δει καμία τρόικα, παρά μόνο εμένα, περνώντας έξω από το δωματιάκι που έχει οικειοποιηθεί κάτι ως cleaner's station, και για το οποίο θα συμφωνούσα αναφανδόν να της έχει διατεθεί, αν είχαμε και οι υπόλοιποι ένα γραφείο να καθήσουμε. Δε θα δει καμια τρόικα, παρά διερχόμενους εργαζομένους για να χαφιεδίσει στους διευθυντάδες για το τι κάνουμε και τι δεν, όπως είναι γνωστό. Τη τρόικα δε θα τη δει αλλά κι ούτε εμένα θα δει να παίρνω βαθιά ανάσα και να περνώ σαν μακροβούτι έξω απ' την ανοιχτή πόρτα της. Δε θα με δει να κλείνω την αναπνοή μου για να μη μυρίσω την τρομερή μπόχα που αναδύεται από το χώρο μιας...καθαρίστριας. Τη τρόικα δε θα τη δει γιατί παρεμβάλλονται μπροστά της τέσσερις γίγαντες που την προστατεύουν.
Ο βουλευτής, όχι ως πρόσωπο αλλά ως σύμβολο ενός διεφθαρμένου πελατειακού πολιτικού συστήματος, που τη διόρισε για ψηφοθηρικούς λόγους. Το διεθυντικό στέλεχος, όχι ως πρόσωπο αλλά ως διεφθαρμένη διοίκηση -επιλογή ενός διεφθαρμένου πελατειακού πολιτικού συστήματος, που έχει ανάγκη έναν χαφιέ. Το ηγετικό συνδικαλιστικό στέλεχος, όχι ως πρόσωπο αλλά ως διεφθαρμένο θεσμό που λειτουργεί πια ως βαστάζος της διεφθαρμένης διοίκησης που είναι επιλογή ενός διεφθαρμένου πελατειακού πολιτικού συστήματος, και ως ως εκκολαπτήριο βουλευτών για το διεφθαρμένο πελατειακό πολιτικό σύστημα, που χρειάζεται τη στήριξη των πιο αποκτηνωμένων και άρα πιο ισχυρών μελών του. Και τέλος θα την προστατεύσει το γιγάντιο αγκυλωμένο αριστερό reflex που θα υπερασπίζεται μια τέτοια εργαζόμενη, μόνο γιατί ανήκει στην εργατική τάξη, στη κατατρεγμένη πλέμπα. Την τρόικα δε θα τη δει ποτέ η καθαρίστρια. Κι ούτε η τρόικα θα τη δει. Το τερατώδες μαντρόσκυλο με τον τερατώδη κοπρίτη δε θα συναντηθούν. Εμείς οι άλλοι θα τα βλέπουμε και θα τα βλέπουμε και θα κοιτάμε, θα κοιτάμε. Ανήμποροι να διώξουμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
15/3/11
adieu II
Μεσημέρι. Κάτι γράφω. Έχει ξυπνήσει νωρίτερα από το αναμενόμενο το ανθρωπάκι των 30 μηνών. Πηγαινοέρχεται βαριεστημένο. Περιμένει να τελειώσω ό,τι κάνω. Στέκεται δίπλα μου. Το κεφάλι της είναι πια στο ίδιο ύψος με την επιφάνεια του γραφείου. Με την άκρη του ματιού την βλέπω που με κοιτάει στην κοιλιά.
-Θα το κάνεις εσύ το παιδί σου, μαμά;
-Τι εννοείς;
-Το παιδί που έχεις στη κοιλιά σου. Θα το κάνεις;
-Μα δεν είπαμε πως έφυγε το μωρό αυτό;
-Και πού πήγε;
-Στον ουρανό δεν είπαμε πως πήγε;
-Και δε μπορούμε να το ψάξουμε;
-Δε μπορούμε.
-Μπορούμε με το αεροπλάνο. Και με το καράβι μπορούμε;
Χαμογέλασα. Πικρά. Πικρά για την υπενθύμιση της απώλειας. Αλλά χαμογέλασα. Σα να μου έδωσε μια ελπίδα πως η γενιά της θα βλέπει τους ουρανούς σαν αυτό που είναι. Πάντως όχι σαν την ανεξερεύνητη κατοικία κάποιου Θεού που έχει γύρω του παιδιά που δε γεννήθηκαν ποτέ.
-Θα το κάνεις εσύ το παιδί σου, μαμά;
-Τι εννοείς;
-Το παιδί που έχεις στη κοιλιά σου. Θα το κάνεις;
-Μα δεν είπαμε πως έφυγε το μωρό αυτό;
-Και πού πήγε;
-Στον ουρανό δεν είπαμε πως πήγε;
-Και δε μπορούμε να το ψάξουμε;
-Δε μπορούμε.
-Μπορούμε με το αεροπλάνο. Και με το καράβι μπορούμε;
Χαμογέλασα. Πικρά. Πικρά για την υπενθύμιση της απώλειας. Αλλά χαμογέλασα. Σα να μου έδωσε μια ελπίδα πως η γενιά της θα βλέπει τους ουρανούς σαν αυτό που είναι. Πάντως όχι σαν την ανεξερεύνητη κατοικία κάποιου Θεού που έχει γύρω του παιδιά που δε γεννήθηκαν ποτέ.
10/3/11
adieu
Κοιμάται δίπλα μου. Ανάμεσα σε μένα και τον πατέρα της. Έχει μια κάποια δυσκολία στον ύπνο. Σ' όλα τα άλλα έχει μια ευκολία. Στο να μιλάει, να αντιλαμβάνεται, να θυμάται, να τρώει, να γελάει, να τραγουδάει, να παίζει, να κάνει αστεία. Κάθε μέρα μου δίνει χαρά. Κάθε μα κάθε μέρα. Κι ευτυχία. Αλλά φοβάμαι να το ομολογήσω. Γι' αυτό, τις νύχτες που με εξοντώνει ώσπου να την κοιμίσω, που ξυπνάει μες στον ύπνο της και κλαίει, που απαιτεί με τον τρόπο της να χωθεί ανάμεσα στο ζευγάρι, χαίρομαι. Ακόμα και τότε χαίρομαι. Γιατί με ταλαιπωρεί επιτέλους. Για να μη σκάσω από ευτυχία. Για την ισορροπία.
Ξυπνάω δίπλα της και τη μυρίζω στο λαιμουδάκι. Της φιλάω το στρουμπουλό μάγουλο. Ξανατρυπώνω τη μύτη μου στο προγουλάκι ανάμεσα και στο στέρνο της, στη σχισμή που φυλάσσει την μοναδική μυρωδιά του μωρού. Όλα μπορεί κανένας να τα περιγράψει. Τη μυρωδιά των μωρών, ούτε ο Ζίσκιντ στο Άρωμα. Η απερίγραπτη μυρωδιά τους σε παραλύει. Όμως πρέπει να πάρω τα πόδια μου τα παραλυμένα και να σηκωθώ.
Ετοιμάζομαι για τη δουλειά. Φτάνω στο νοσοκομείο των παιδιών. Περπατώ βιαστική στους δαιδαλώδεις διαδρόμους. Κοιτάζω κάπου-κάπου το είδωλό μου σε όσο καθρέφτισμα μου επιτρέπουν οι τζαμαρίες. Για να ελέγξω το μακιγιάζ, το μαλλί, ή από φιλαρέσκεια. Ποιος ξέρει.
Και τότε, η ματιά μου διαπερνά την αντανάκλασή μου σε κάποιο παράθυρο και καρφώνεται εκεί. Στη νεκροφόρα που περιμένει μ' ανοιχτή την πόρτα, 8 το πρωί, τον επιβάτη της. Ένα παιδί χτες ξεψύχησε στο χώρο που εγώ εργάζομαι. Εγώ εκεί εργάζομαι. Εκεί που χτες ξεψύχησε ένα παιδί. Ένα μωρό. Ποιος ξέρει. Κι αν ήταν στην εντατική, θα το άφησαν να σβήσει νύχτα. Χτες τη νύχτα. Τα παιδιά στα νοσοκομεία τους δεν τ' αφήνουν να πεθάνουν μέρα. Για να μη δημιουργείται αναστάτωση σε εμάς τους ζωντανούς. Έσκυψα πιο κοντά στο παράθυρο. Ήμουν τρεις ορόφους πιο ψηλά. Αλλά ένιωσα πως το μυρίζω. Αντίο παιδάκι. Κι αν βρεις το Θεό, πες του πως είναι μεγάλος μαλάκας.
Ξυπνάω δίπλα της και τη μυρίζω στο λαιμουδάκι. Της φιλάω το στρουμπουλό μάγουλο. Ξανατρυπώνω τη μύτη μου στο προγουλάκι ανάμεσα και στο στέρνο της, στη σχισμή που φυλάσσει την μοναδική μυρωδιά του μωρού. Όλα μπορεί κανένας να τα περιγράψει. Τη μυρωδιά των μωρών, ούτε ο Ζίσκιντ στο Άρωμα. Η απερίγραπτη μυρωδιά τους σε παραλύει. Όμως πρέπει να πάρω τα πόδια μου τα παραλυμένα και να σηκωθώ.
Ετοιμάζομαι για τη δουλειά. Φτάνω στο νοσοκομείο των παιδιών. Περπατώ βιαστική στους δαιδαλώδεις διαδρόμους. Κοιτάζω κάπου-κάπου το είδωλό μου σε όσο καθρέφτισμα μου επιτρέπουν οι τζαμαρίες. Για να ελέγξω το μακιγιάζ, το μαλλί, ή από φιλαρέσκεια. Ποιος ξέρει.
Και τότε, η ματιά μου διαπερνά την αντανάκλασή μου σε κάποιο παράθυρο και καρφώνεται εκεί. Στη νεκροφόρα που περιμένει μ' ανοιχτή την πόρτα, 8 το πρωί, τον επιβάτη της. Ένα παιδί χτες ξεψύχησε στο χώρο που εγώ εργάζομαι. Εγώ εκεί εργάζομαι. Εκεί που χτες ξεψύχησε ένα παιδί. Ένα μωρό. Ποιος ξέρει. Κι αν ήταν στην εντατική, θα το άφησαν να σβήσει νύχτα. Χτες τη νύχτα. Τα παιδιά στα νοσοκομεία τους δεν τ' αφήνουν να πεθάνουν μέρα. Για να μη δημιουργείται αναστάτωση σε εμάς τους ζωντανούς. Έσκυψα πιο κοντά στο παράθυρο. Ήμουν τρεις ορόφους πιο ψηλά. Αλλά ένιωσα πως το μυρίζω. Αντίο παιδάκι. Κι αν βρεις το Θεό, πες του πως είναι μεγάλος μαλάκας.
8/3/11
to be a woman
12:30. Ανησυχούσε πως όταν μείνει έγκυος θα πάρει πολλά κιλά και δε θα καταφέρει έπειτα να τα χάσει. Συχνά παραπονιόταν πως εκείνη καταβρόχθιζε τον άμπακα. Κι όμως δήλωνε ερωτευμένος. Κι όμως εκείνος ήταν που ήθελε παιδί πριν ακόμα τη γνωρίσει. Κι όμως εκείνος ήταν ο παχουλός. Το μέγα θαύμα της ζωής και το μέγα αίσθημα του έρωτα σε μια ζυγαριά. Κι εκείνη μονίμως σε μέτρηση. Μέσα- έξω.
14.50. Μεγάλωσε χωρίς να την ερωτευτεί κανένας. Βέβαια, παντρεύτηκε, έκανε δυο παιδιά. Αλλά δεν την πόθησε κανένας πιο πολύ κι απ' τη ζωή του, δεν τη φαντασιώθηκε σκορπώντας το γενετικό του υλικό στο χώμα για πάρτη της. Ήταν άσχημη. Η μητέρα της την μεγάλωσε σαν άσχημη. Και εκείνη το πίστεψε. Μια γυναίκα φτυστή εκείνη, η αδελφή που δεν είχε, με ίδια παράξενα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, όμοια σωματοδομή, κάθεται σε ένα μπαρ και καπνίζει αυτάρεσκα, ενώ κάθε της κύτταρο φλερτάρει τον άντρα πλάι της. Λίγο μετά θα φιληθούν κι ο κόσμος θα έχει χαθεί στα άκρα των χειλιών τους. Για κείνον είναι ωραία, για την ίδια είναι ωραία και για εμάς τον κόσμο που δεν υφίσταται πέρα απ΄το φιλί τους είναι ωραία. Κι όμως είναι τόσο ίδιες. Τόσο ίδιες.
18.25. Εργαζόταν σε κάποια εφημερίδα ώσπου να βρει καποια πιο μόνιμη δουλειά. Ίσως γιατί ήταν περαστική και δε θα χρειαζόταν να δείξει υπερβάλλοντα ζήλο στην εκπλήρωση των καθηκόντων της, ίσως γιατί δε χρειαζόταν να επενδύσει χρόνο και ενέργεια στο χτίσιμο της συνεργασίας με τους συναδέλφους της, είχε έναν αέρα ελαφρότητας, έναν αέρα ταξιδιάρικο. Και πράγματι σκόπευε να μετοικήσει σε πιο βόρεια κλίματα. Γι' αυτό, ίσως, αλλά και επειδή ήταν νέα και κάπως χαριτωμένη, είχε γίνει το αντίκειμενο του πόθου για πολλούς. Οι αρχισυντάκτες, του πολιτικού και του αθλητικού ρεπρτάζ, τη φλέρταραν, ο καθένας με τον τρόπο του. Αλλά δεν ενέδωσε σε κανέναν απ´ τους δύο. Μια λεσβία δακτυλογράφος της αφιέρωνε ποιήματα και της είχε χαρίσει κι ένα σετάκι εσώρουχα. Αλλά δεν ενέδωσε. Ένας γκαίη γραφίστας, από καλός φίλος ξαφνικά θέλησε να γίνει εραστής της, καθώς της ρίχτηκε αγριως ένα βράδυ στο πάρκιν της εφημερίδας. Αλλά δεν ενέδωσε. Κι ένας επιμελητής κειμένων, από επίδοξος εραστής έγινε φίλος όταν αντιλήφθηκε πως δεν θα ενέδιδε, οπότε και της ομολόγησε, καιρό μετά το πέρασμα στη φιλία, πως του είχε συμβεί το εξής εκπληκτικό μαζί της. Καθόταν δίπλα του, της είπε, μιλούσαν για άσχετα θέματα κι όμως εκείνος είχε στύση. Η κοπέλα ερωτεύτηκε τελικά κάποιον ρεπόρτερ, έκαναν σχέση αλλά ούτε μαζί του κατάφερε να ξεπεράσει το σεξουαλικό της πρόβλημα. Το αντικείμενο του πόθου ήταν ανοργασμικό. Και αυτό ούτε το γνώριζε, ούτε μπορούσε να το φανταστεί, και πολύ περισσότερο να το φαντασιωθεί κανένας και καμία από όσους την επιθύμησαν. Ίσως τελικά να έγινε ηθοποιός, έχοντας εκπαιδευτεί χρόνια στο να προσποιείται οργασμούς. Ίσως να βρήκε στην υποκριτική την πιο μόνιμη δουλειά που αναζητούσε.
20.45. Ήθελε πολύ να κάνει ένα παιδί. Όμως λίγο το άγχος της δουλειάς, λίγο οι κακές σχέσεις με το οικογενειακό περιβάλλον, λίγο η ιδιοσυγκρασία της, την εμπόδιζαν να μείνει έγκυος. Η κοπέλα ήταν φρικιό. Control freak. Ερχόταν σε επαφή με το σύντροφό της απαραιτήτως και αποκλειστικά στις γόνιμες μέρες. Η επαφή έπρεπε να συντελεστεί ανεξαρτήτως επιθυμίας, στρες, κούρασης και λοιπών παραγόντων. Όμως όταν ήταν να συνερευθεί το ζευγάρι, μόνο που δεν έπλενε με betadine το σύζυγό της, όπως οι γυναίκες τους πελάτες στα παλιά μπουρδέλα του λιμανιού. Κάποτε, ο Θεός, στον οποίο πίστευε απαρέγκλιττα, της χάρισε ένα παιδάκι. Πριν το παιδάκι όμως έρθει στον κόσμο, η βουλή του Κυρίου ήταν να τη δοκιμάσει ακόμη μια φορά. Έπαθε αποκόλληση πλακούντα, κινδύνεψε να χάσει το κύημα. Ο μαιευτήρας της όμως την έσωσε. Της χορήγησε προγεστερόνη για κάποιους μήνες και απέφυγε την αποβολή που ετοίμαζε ο οργανισμός της. Λίγα χρόνια αργότερα η μητέρα, εξουθενωμένη από την ανατροφή ενός παιδιού με πολλά προβλήματα συμπεριφοράς και απόδοσης στο σχολείο, αλλά και κάποια δυσμορφία, κατέφυγε στους ειδικούς. Κάποιος από την επιστημονική ομάδα στο κέντρο που προσήλθε για παρακολούθηση έκανε έρευνα για τη συσχέτιση της λήψης τεχνητής προγεστερόνης κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης με τις μαθησιακές δυσκολίες και κάποια σύνδρομα των παιδιών. Η μητέρα του παιδιού δέχτηκε να συμμετάσχει με αντίτιμο μια μικρή παράκαμψη μιας γιγάντιας λίστας αναμονής. Αναζητούσε εξάλλου κάποια αιτία σε αυτό που συνέβαινε στην κόρη της. Κι αυτός ο ερευνητής της ενέπνεε μια σιγουριά. Πως θα τη βοηθήσει να μάθει γιατί έτυχε αυτό στην κόρη της. Αυτό το γιατί που χάσκει λιμασμένο πάνω απ' τα κεφάλια όσων έχουν πονέσει, το λιμασμένο γιατί που περιμένει να το ταϊσουν για να μη τους πεθάνει από μαράζι, για να μη τους τρελάνει. Αυτό το "γιατί σε μένα" που φαντάζει ακόμα πιο πελώριο όταν γίνεται "γιατί στο παιδί μου"; Ο επιστήμονας κάποτε, θέλοντας να κατευνάσει την αγωνία της για μιαν απάντηση, της πρόσφερε την εκδοχή του. Ίσως δε θα έπρεπε να είχε παρέμβει τότε που ο οργανισμός της είχε ξεκινήσει τη διαδικασία να αποβάλλει ένα μη φυσιολογικό κύημα. Δηλαδή; Ίσως ήταν λάθος να κρατήσει το παιδί γιατί ήταν να γεννηθεί με πρόβλημα. Πώς διασταυρώθηκαν τότε όλα, το θέλημα του Θεού, η εντολή του γιατρού, η δική της απόφαση τότε, η εκδοχή του επιστήμονα, και η δική της η εξάντληση τώρα. Όρμησε πάνω του να τον λιντσάρει. Γλίτωσε με εκδορές και μώλωπες. Ήταν γνωστός στην πιάτσα την επιστημονική. Όρμησαν πάνω του τα δελτία των οχτώ και μισή. Αυτός δε γλίτωσε τη διαπόμπευση και εκείνη τα ψυχοφάρμακα. Όμως η διαπόμπευση έγινε σκόνη με μερικά συνέδρια και τιμητικές διακρίσεις για κείνον αλλά οι σκόνες δεν έγιναν ποτέ έπαινος για εκείνη.
23.10 Έπεφτε για ύπνο όταν πια καταλάβαινε πως η σπονδυλική της στήλη θα σκίζονταν στα δυο σαν κούτσουρο που το χτυπάει κάποιος με το τσεκούρι. Είχε δουλέψει οχτάωρο και είχε μείνει άλλη μιαν ώρα απλήρωτη για να μη χάσει τη δουλειά της που βρήκε μετά από πολύ καιρό στο ψάξιμο, έτρεχε στο σπίτι, στην άλλη άκρη της πόλης, αλλάζοντας δυο συγκοινωνίες, πάντοτε όρθια, για να παραλάβει τα μικρά απ' τα σχολεία, να τα ταϊσει, να κοιμίσει το ένα, να διαβάσει το άλλο, να μην τα αφήσει σε μια τηλεόραση να ζαβλακωθούν, να τα πάει για ποδήλατο και κούνιες, να περάσει απ' το μανάβικο και τον κρεοπώλη, να επιστρέψει να μαγειρέψει, να βάλει πλυντήριο, να σιδερώσει, να απλώσει τη μπουγάδα, να σερβίρει στον άνδρα της, να ετοιμάσει για αύριο μια παρουσίαση του αφεντικού, να συμμαζέψει, να κάνει μπάνιο τα παιδιά, να διαβάσει παραμύθι στο μικρό, να μπανιαριστεί, να φτιάξει τα μαλλιά της, να κάνει σεξ με τον άνδρα της ώστε τελικά από την κούραση να ξεχάσει το όνομά της. Κάποιοι την είπαν για πλάκα Μαίρη Παναγιωταρά. Αλλά δεν είναι. Είμαστε όλες συνονώματες. Χωρίς πλάκα.
1.58. Υπέφερε από αϋπνίες. Χρόνια τώρα είχε μια δυσκολία με τον ύπνο της. Όμως τελευταία το πρόβλημα είχε επιταθεί. Είχε φτάσει σκαλί-σκαλί ως την ανώτατη βαθμίδα. Πρόσφατα είχε ανακυρηχθεί Καθηγήτρια. Κι όμως, παρ'όλο τον κάματο της ακαδημαϊκής καριέρας στα κύτταρά της, θα έπρεπε να είναι το ίδιο παραγωγική και το ίδιο διατεθειμένη να αξιολογηθεί για το έργο της όπως δυο δεκαετίες πριν. Τα πρωινά έφθανε πάντοτε στην ώρα της στο Πανεπιστήμιο. Άυπνη και διαλυμένη ερχόταν να διδάξει νεαρά αρυτίδιαστα, κυρίως γυναικεία, πρόσωπα Παιδαγωγική. "You look tired" παρατήρησε κάποτε μία αλλοεθνής φοιτήτρια με όλη της την κινέζικη ευγένεια, θέλοντας να δείξει την έγνοια της για την προφεσσόρισα που θαύμαζε και σεβόταν μέχρι θέωσης. Όμως δεν γνώριζε πως το να πεις σε κάποιον εργαζόμενο πως δείχνει κουρασμένος πρωινιάτικα ισοδυναμεί με βρισιά. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να εργάζεται κάποιος σε μια προηγμένη καπιταλιστική κοινωνία και να μην έχει φροντίσει να έχει κοιμηθεί σα πουλάκι ώστε να ξυπνήσει φρέσκος και αλλέγρος να πάει στη δουλειά του. Πώς θα μπορούσε ένα κουρασμένο και μουρτζούφλικο πρόσωπο να προσβάλλει το ιερό πρόσωπο της Εργασίας; Έτσι η Καθηγήτρια, χάνοντας κάθε ίχνος στωικότητας και ψυχραιμίας, δυο από τα πιο χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, αναλύθηκε σε κλάματα και σε αυτοανάλυση στα μάτια των μελλοντικών δασκάλων. Εκείνη τη στιγμή έπαιρναν εκείνη κι εκείνοι το πιο δυνατό τους μάθημα. Το βράδυ που γύρισε σπίτι δεν την περίμενε όπως πάντα κανείς. Αλλά ένιωθε πως απόψε είχε κάποια παρέα.
7.45. Έφτιαξε καφέ για εκείνη και για εκείνον. Έφτιαξε πρωινό για τα παιδιά. Έφτιαξε το κέφι της. Κοιτάχτηκε στα μάτια του. Δεν ήταν πια η κοπέλα που ερωτεύτηκε. Κοιτάχτηκε στα μάτια τους. Δεν ήταν πια η θεά-μητέρα-τροφός που ερωτεύτηκαν. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Και ήταν πια αυτή. Μια γυναίκα που έζησε ό,τι έζησε. Που έζησε όσο έζησε. Που ζούσε. Έφτιαξε λίγο το σουτιέν που δυσκολευόταν να συνηθίσει μετά τη μαστεκτομή. Άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Είχε κατέβει όσο πιο χαμηλά χρειαζόταν για να πει ένα μεγάλο ευχαριστώ στη ζωή. Ένιωθε πολύ τυχερή, παρόλαυτα.
14.50. Μεγάλωσε χωρίς να την ερωτευτεί κανένας. Βέβαια, παντρεύτηκε, έκανε δυο παιδιά. Αλλά δεν την πόθησε κανένας πιο πολύ κι απ' τη ζωή του, δεν τη φαντασιώθηκε σκορπώντας το γενετικό του υλικό στο χώμα για πάρτη της. Ήταν άσχημη. Η μητέρα της την μεγάλωσε σαν άσχημη. Και εκείνη το πίστεψε. Μια γυναίκα φτυστή εκείνη, η αδελφή που δεν είχε, με ίδια παράξενα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, όμοια σωματοδομή, κάθεται σε ένα μπαρ και καπνίζει αυτάρεσκα, ενώ κάθε της κύτταρο φλερτάρει τον άντρα πλάι της. Λίγο μετά θα φιληθούν κι ο κόσμος θα έχει χαθεί στα άκρα των χειλιών τους. Για κείνον είναι ωραία, για την ίδια είναι ωραία και για εμάς τον κόσμο που δεν υφίσταται πέρα απ΄το φιλί τους είναι ωραία. Κι όμως είναι τόσο ίδιες. Τόσο ίδιες.
18.25. Εργαζόταν σε κάποια εφημερίδα ώσπου να βρει καποια πιο μόνιμη δουλειά. Ίσως γιατί ήταν περαστική και δε θα χρειαζόταν να δείξει υπερβάλλοντα ζήλο στην εκπλήρωση των καθηκόντων της, ίσως γιατί δε χρειαζόταν να επενδύσει χρόνο και ενέργεια στο χτίσιμο της συνεργασίας με τους συναδέλφους της, είχε έναν αέρα ελαφρότητας, έναν αέρα ταξιδιάρικο. Και πράγματι σκόπευε να μετοικήσει σε πιο βόρεια κλίματα. Γι' αυτό, ίσως, αλλά και επειδή ήταν νέα και κάπως χαριτωμένη, είχε γίνει το αντίκειμενο του πόθου για πολλούς. Οι αρχισυντάκτες, του πολιτικού και του αθλητικού ρεπρτάζ, τη φλέρταραν, ο καθένας με τον τρόπο του. Αλλά δεν ενέδωσε σε κανέναν απ´ τους δύο. Μια λεσβία δακτυλογράφος της αφιέρωνε ποιήματα και της είχε χαρίσει κι ένα σετάκι εσώρουχα. Αλλά δεν ενέδωσε. Ένας γκαίη γραφίστας, από καλός φίλος ξαφνικά θέλησε να γίνει εραστής της, καθώς της ρίχτηκε αγριως ένα βράδυ στο πάρκιν της εφημερίδας. Αλλά δεν ενέδωσε. Κι ένας επιμελητής κειμένων, από επίδοξος εραστής έγινε φίλος όταν αντιλήφθηκε πως δεν θα ενέδιδε, οπότε και της ομολόγησε, καιρό μετά το πέρασμα στη φιλία, πως του είχε συμβεί το εξής εκπληκτικό μαζί της. Καθόταν δίπλα του, της είπε, μιλούσαν για άσχετα θέματα κι όμως εκείνος είχε στύση. Η κοπέλα ερωτεύτηκε τελικά κάποιον ρεπόρτερ, έκαναν σχέση αλλά ούτε μαζί του κατάφερε να ξεπεράσει το σεξουαλικό της πρόβλημα. Το αντικείμενο του πόθου ήταν ανοργασμικό. Και αυτό ούτε το γνώριζε, ούτε μπορούσε να το φανταστεί, και πολύ περισσότερο να το φαντασιωθεί κανένας και καμία από όσους την επιθύμησαν. Ίσως τελικά να έγινε ηθοποιός, έχοντας εκπαιδευτεί χρόνια στο να προσποιείται οργασμούς. Ίσως να βρήκε στην υποκριτική την πιο μόνιμη δουλειά που αναζητούσε.
20.45. Ήθελε πολύ να κάνει ένα παιδί. Όμως λίγο το άγχος της δουλειάς, λίγο οι κακές σχέσεις με το οικογενειακό περιβάλλον, λίγο η ιδιοσυγκρασία της, την εμπόδιζαν να μείνει έγκυος. Η κοπέλα ήταν φρικιό. Control freak. Ερχόταν σε επαφή με το σύντροφό της απαραιτήτως και αποκλειστικά στις γόνιμες μέρες. Η επαφή έπρεπε να συντελεστεί ανεξαρτήτως επιθυμίας, στρες, κούρασης και λοιπών παραγόντων. Όμως όταν ήταν να συνερευθεί το ζευγάρι, μόνο που δεν έπλενε με betadine το σύζυγό της, όπως οι γυναίκες τους πελάτες στα παλιά μπουρδέλα του λιμανιού. Κάποτε, ο Θεός, στον οποίο πίστευε απαρέγκλιττα, της χάρισε ένα παιδάκι. Πριν το παιδάκι όμως έρθει στον κόσμο, η βουλή του Κυρίου ήταν να τη δοκιμάσει ακόμη μια φορά. Έπαθε αποκόλληση πλακούντα, κινδύνεψε να χάσει το κύημα. Ο μαιευτήρας της όμως την έσωσε. Της χορήγησε προγεστερόνη για κάποιους μήνες και απέφυγε την αποβολή που ετοίμαζε ο οργανισμός της. Λίγα χρόνια αργότερα η μητέρα, εξουθενωμένη από την ανατροφή ενός παιδιού με πολλά προβλήματα συμπεριφοράς και απόδοσης στο σχολείο, αλλά και κάποια δυσμορφία, κατέφυγε στους ειδικούς. Κάποιος από την επιστημονική ομάδα στο κέντρο που προσήλθε για παρακολούθηση έκανε έρευνα για τη συσχέτιση της λήψης τεχνητής προγεστερόνης κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης με τις μαθησιακές δυσκολίες και κάποια σύνδρομα των παιδιών. Η μητέρα του παιδιού δέχτηκε να συμμετάσχει με αντίτιμο μια μικρή παράκαμψη μιας γιγάντιας λίστας αναμονής. Αναζητούσε εξάλλου κάποια αιτία σε αυτό που συνέβαινε στην κόρη της. Κι αυτός ο ερευνητής της ενέπνεε μια σιγουριά. Πως θα τη βοηθήσει να μάθει γιατί έτυχε αυτό στην κόρη της. Αυτό το γιατί που χάσκει λιμασμένο πάνω απ' τα κεφάλια όσων έχουν πονέσει, το λιμασμένο γιατί που περιμένει να το ταϊσουν για να μη τους πεθάνει από μαράζι, για να μη τους τρελάνει. Αυτό το "γιατί σε μένα" που φαντάζει ακόμα πιο πελώριο όταν γίνεται "γιατί στο παιδί μου"; Ο επιστήμονας κάποτε, θέλοντας να κατευνάσει την αγωνία της για μιαν απάντηση, της πρόσφερε την εκδοχή του. Ίσως δε θα έπρεπε να είχε παρέμβει τότε που ο οργανισμός της είχε ξεκινήσει τη διαδικασία να αποβάλλει ένα μη φυσιολογικό κύημα. Δηλαδή; Ίσως ήταν λάθος να κρατήσει το παιδί γιατί ήταν να γεννηθεί με πρόβλημα. Πώς διασταυρώθηκαν τότε όλα, το θέλημα του Θεού, η εντολή του γιατρού, η δική της απόφαση τότε, η εκδοχή του επιστήμονα, και η δική της η εξάντληση τώρα. Όρμησε πάνω του να τον λιντσάρει. Γλίτωσε με εκδορές και μώλωπες. Ήταν γνωστός στην πιάτσα την επιστημονική. Όρμησαν πάνω του τα δελτία των οχτώ και μισή. Αυτός δε γλίτωσε τη διαπόμπευση και εκείνη τα ψυχοφάρμακα. Όμως η διαπόμπευση έγινε σκόνη με μερικά συνέδρια και τιμητικές διακρίσεις για κείνον αλλά οι σκόνες δεν έγιναν ποτέ έπαινος για εκείνη.
23.10 Έπεφτε για ύπνο όταν πια καταλάβαινε πως η σπονδυλική της στήλη θα σκίζονταν στα δυο σαν κούτσουρο που το χτυπάει κάποιος με το τσεκούρι. Είχε δουλέψει οχτάωρο και είχε μείνει άλλη μιαν ώρα απλήρωτη για να μη χάσει τη δουλειά της που βρήκε μετά από πολύ καιρό στο ψάξιμο, έτρεχε στο σπίτι, στην άλλη άκρη της πόλης, αλλάζοντας δυο συγκοινωνίες, πάντοτε όρθια, για να παραλάβει τα μικρά απ' τα σχολεία, να τα ταϊσει, να κοιμίσει το ένα, να διαβάσει το άλλο, να μην τα αφήσει σε μια τηλεόραση να ζαβλακωθούν, να τα πάει για ποδήλατο και κούνιες, να περάσει απ' το μανάβικο και τον κρεοπώλη, να επιστρέψει να μαγειρέψει, να βάλει πλυντήριο, να σιδερώσει, να απλώσει τη μπουγάδα, να σερβίρει στον άνδρα της, να ετοιμάσει για αύριο μια παρουσίαση του αφεντικού, να συμμαζέψει, να κάνει μπάνιο τα παιδιά, να διαβάσει παραμύθι στο μικρό, να μπανιαριστεί, να φτιάξει τα μαλλιά της, να κάνει σεξ με τον άνδρα της ώστε τελικά από την κούραση να ξεχάσει το όνομά της. Κάποιοι την είπαν για πλάκα Μαίρη Παναγιωταρά. Αλλά δεν είναι. Είμαστε όλες συνονώματες. Χωρίς πλάκα.
1.58. Υπέφερε από αϋπνίες. Χρόνια τώρα είχε μια δυσκολία με τον ύπνο της. Όμως τελευταία το πρόβλημα είχε επιταθεί. Είχε φτάσει σκαλί-σκαλί ως την ανώτατη βαθμίδα. Πρόσφατα είχε ανακυρηχθεί Καθηγήτρια. Κι όμως, παρ'όλο τον κάματο της ακαδημαϊκής καριέρας στα κύτταρά της, θα έπρεπε να είναι το ίδιο παραγωγική και το ίδιο διατεθειμένη να αξιολογηθεί για το έργο της όπως δυο δεκαετίες πριν. Τα πρωινά έφθανε πάντοτε στην ώρα της στο Πανεπιστήμιο. Άυπνη και διαλυμένη ερχόταν να διδάξει νεαρά αρυτίδιαστα, κυρίως γυναικεία, πρόσωπα Παιδαγωγική. "You look tired" παρατήρησε κάποτε μία αλλοεθνής φοιτήτρια με όλη της την κινέζικη ευγένεια, θέλοντας να δείξει την έγνοια της για την προφεσσόρισα που θαύμαζε και σεβόταν μέχρι θέωσης. Όμως δεν γνώριζε πως το να πεις σε κάποιον εργαζόμενο πως δείχνει κουρασμένος πρωινιάτικα ισοδυναμεί με βρισιά. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να εργάζεται κάποιος σε μια προηγμένη καπιταλιστική κοινωνία και να μην έχει φροντίσει να έχει κοιμηθεί σα πουλάκι ώστε να ξυπνήσει φρέσκος και αλλέγρος να πάει στη δουλειά του. Πώς θα μπορούσε ένα κουρασμένο και μουρτζούφλικο πρόσωπο να προσβάλλει το ιερό πρόσωπο της Εργασίας; Έτσι η Καθηγήτρια, χάνοντας κάθε ίχνος στωικότητας και ψυχραιμίας, δυο από τα πιο χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, αναλύθηκε σε κλάματα και σε αυτοανάλυση στα μάτια των μελλοντικών δασκάλων. Εκείνη τη στιγμή έπαιρναν εκείνη κι εκείνοι το πιο δυνατό τους μάθημα. Το βράδυ που γύρισε σπίτι δεν την περίμενε όπως πάντα κανείς. Αλλά ένιωθε πως απόψε είχε κάποια παρέα.
7.45. Έφτιαξε καφέ για εκείνη και για εκείνον. Έφτιαξε πρωινό για τα παιδιά. Έφτιαξε το κέφι της. Κοιτάχτηκε στα μάτια του. Δεν ήταν πια η κοπέλα που ερωτεύτηκε. Κοιτάχτηκε στα μάτια τους. Δεν ήταν πια η θεά-μητέρα-τροφός που ερωτεύτηκαν. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Και ήταν πια αυτή. Μια γυναίκα που έζησε ό,τι έζησε. Που έζησε όσο έζησε. Που ζούσε. Έφτιαξε λίγο το σουτιέν που δυσκολευόταν να συνηθίσει μετά τη μαστεκτομή. Άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Είχε κατέβει όσο πιο χαμηλά χρειαζόταν για να πει ένα μεγάλο ευχαριστώ στη ζωή. Ένιωθε πολύ τυχερή, παρόλαυτα.
6/3/11
χωρίς χορό
Είχα ξυπνήσει νωρίς. Να ψωνίσω από το μανάβικο τα πιο νόστιμα λαχανικά. Μάταια. Τα λαχανικά στο Λονδίνο είναι άοσμα. Και σχεδόν άγευστα. Όσο organic και να σου μοστράρονται, όσες λίρες και να τους διαθέσεις, η ντομάτα ποτέ δε θα θα έχει τη γεύση και τη μυρωδιά που πρέπει, ώστε να λογαριάζεται ως ντομάτα. Και δε σαπίζει ποτέ. Όπως οι κακοί άνθρωποι μετά θάνατον, κατά την προκατάληψη της ελληνικής υπαίθρου. Η εν πολλαίς αμαρτιαίς περισούσα ντομάτα.
Είχα συγκεντρώσει όλα τα υλικά για το γεύμα. Θα καλούσα το μεσημέρι κάποιους φίλους με αφορμή την επάνοδό μας στο Λονδίνο. Ευκαιρία να ξανανταμώσουμε. Είχα αποφασίσει να φτιάξω μεξικάνικο μενού. Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο. Δεν ήμουν εξοικειωμένη με καμία από τις συνταγές, εκτός από το τσίλι κον κάρνε. Όμως τα καταφέραμε. Εγώ, το μωρό και ο μπαμπάς της. Η μικρή πρόβαλε εκείνη τη μέρα τις λιγότερες δυνατές απαιτήσεις. Ο πατέρας της έφτιαξε ωραία κοκτέιλ , γκουακαμόλε και τσίπς τορτίγιας. Κι εγώ όλα τα άλλα.
Είχα ετοιμάσει τα φαγητά, τα ποτά, το σπίτι, το μωρό, εμένα και όταν όλα ήταν έτοιμα, πανέτοιμα άρχισαν να έρχονται ένας-ένας. Ήρθαν όλοι. Περάσαμε πολύ όμορφα. Ή έτσι νομίζαμε.
Λίγες βδομάδες μετά, η γιαγιά της μικρής μας επισκέφθηκε στο Λονδίνο. Έτυχε να αναφερθούμε σ' εκείνο το τραπέζι. Της λέγαμε ότι περάσαμε πολύ όμορφα. Ότι ήρθαν οι φίλοι μας, φάγαμε, ήπιαμε, κουβεντιάσαμε, γελάσαμε. Μας ρώτησε αν μετά βάλαμε μουσική να χορέψουμε. Κοιταχτήκαμε το ζευγάρι των οικοδεσποτών εκείνου του γεύματος. Αμήχανα. Σαν η μητέρα μας, αυτός ο κατά τα άλλα πολύ λογικός άνθρωπος, να είχε ξεστομίσει την πιο αναπάντεχη, την πιο παράταιρη, την πιο παλαβή ερώτηση. Μετά, της απάντησα, όπως απαντάς σε τρελό, νηφάλια και με συγκαλυμμένο το σοκ, πως όχι δε χορέψαμε, ενώ ο εξ αγχιστείας γιος της προτίμησε να την πειράξει λιγάκι για την κοτσάνα που εκτόξευσε.
Κι όμως οι γονείς μας, όλης μου της γενιάς οι γονείς, έχουν φωτογραφίες στα άλμπουμ τους που χορεύουν. Είναι γιατροί, είναι εκπαιδευτικοί, είναι νοικοκυρές κι εργάτες. Δεν έχει σημασία. Χορεύουν μπροστά σε κάτι παραπήγματα στην εξοχή της Πρωτομαγιάς, χορεύουν στο χώμα το νωπό στην ύπαιθρο της Καθαρής Δευτέρας, σε κάτι συρματοπλέγματα μπροστά σε ένα χωράφι της Ανάστασης, σε κάποια αρμυρίκια του Δεκαπενταύγουστου, σε κάποια σαλοτραπεζαρία της Πρωτοχρονιάς, σε κάποιο χορό εργαζομένων της Απόκριας. Είναι όλοι τους ερωτικοί, είναι όλοι όμορφοι, έχουν ωραία κορμιά, έχουν και παιδιά, δυο παιδιά τουλάχιστον κάθε οικογένεια, γελάνε διάπλατα, έχουν μάγουλα ροδαλά απ' το πιοτό, είναι ευχαριστημένοι από το φαγητό, έχουν τραπέζια στρωμένα στο πουθενά. Και χορεύουν. Κάθε σπίτι έχει μια μάνα που στη δεκαετία του '70 και του '80, χορεύει παραδοσιακούς χορούς και τσιφτετέλια. Η μάνα μας είναι cult με την καμμένη περμανάντ και την πουκαμίσα με τις βάτες, αλλά χόρεψε.
Σήμερα περπατούσα στον Τύρναβο. Μεσημέρι. Η πόλη σείονταν. Εκκωφαντικές μουσικές απ΄τα μεγάφωνα. Όλα προετοιμάζονταν για το αποκριάτικο καρναβάλι. Έβλεπα στους πάγκους όλα αυτά τα γλειφιτζούρια- φαλλούς και αναρωτιόμουν αν αυτό είναι που μας λείπει. Αν μας λείπει λίγο διονυσιακό πνεύμα. Αύριο, Καθαρή Δευτέρα, αν το επιτρέψει ο καιρός, μόνο οι μετανάστες ίσως χορέψουν κάπου υπαίθρια. Και οι γύφτοι. Στους καταυλισμούς. Εμείς που τα έχουμε όλα, όλα όμως υποθηκευμένα, θα κοιτάμε μόνο. Σαν σε ντοκιμαντέρ. Και θα σκουριάσουν τα σώματά μας αχόρευτα. Ήθελα σήμερα να ξεχυθώ στους αποκριάτικους δρόμους χορεύοντας. Αλλά έμεινα στο "θα ήθελα". Γιατί στη γενιά μου, ανήκω. Γιατί η δική μου η γενιά έχει μάθει μόνο να τη χορεύουν σε κάρβουνα αναμμένα.
Είχα συγκεντρώσει όλα τα υλικά για το γεύμα. Θα καλούσα το μεσημέρι κάποιους φίλους με αφορμή την επάνοδό μας στο Λονδίνο. Ευκαιρία να ξανανταμώσουμε. Είχα αποφασίσει να φτιάξω μεξικάνικο μενού. Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο. Δεν ήμουν εξοικειωμένη με καμία από τις συνταγές, εκτός από το τσίλι κον κάρνε. Όμως τα καταφέραμε. Εγώ, το μωρό και ο μπαμπάς της. Η μικρή πρόβαλε εκείνη τη μέρα τις λιγότερες δυνατές απαιτήσεις. Ο πατέρας της έφτιαξε ωραία κοκτέιλ , γκουακαμόλε και τσίπς τορτίγιας. Κι εγώ όλα τα άλλα.
Είχα ετοιμάσει τα φαγητά, τα ποτά, το σπίτι, το μωρό, εμένα και όταν όλα ήταν έτοιμα, πανέτοιμα άρχισαν να έρχονται ένας-ένας. Ήρθαν όλοι. Περάσαμε πολύ όμορφα. Ή έτσι νομίζαμε.
Λίγες βδομάδες μετά, η γιαγιά της μικρής μας επισκέφθηκε στο Λονδίνο. Έτυχε να αναφερθούμε σ' εκείνο το τραπέζι. Της λέγαμε ότι περάσαμε πολύ όμορφα. Ότι ήρθαν οι φίλοι μας, φάγαμε, ήπιαμε, κουβεντιάσαμε, γελάσαμε. Μας ρώτησε αν μετά βάλαμε μουσική να χορέψουμε. Κοιταχτήκαμε το ζευγάρι των οικοδεσποτών εκείνου του γεύματος. Αμήχανα. Σαν η μητέρα μας, αυτός ο κατά τα άλλα πολύ λογικός άνθρωπος, να είχε ξεστομίσει την πιο αναπάντεχη, την πιο παράταιρη, την πιο παλαβή ερώτηση. Μετά, της απάντησα, όπως απαντάς σε τρελό, νηφάλια και με συγκαλυμμένο το σοκ, πως όχι δε χορέψαμε, ενώ ο εξ αγχιστείας γιος της προτίμησε να την πειράξει λιγάκι για την κοτσάνα που εκτόξευσε.
Κι όμως οι γονείς μας, όλης μου της γενιάς οι γονείς, έχουν φωτογραφίες στα άλμπουμ τους που χορεύουν. Είναι γιατροί, είναι εκπαιδευτικοί, είναι νοικοκυρές κι εργάτες. Δεν έχει σημασία. Χορεύουν μπροστά σε κάτι παραπήγματα στην εξοχή της Πρωτομαγιάς, χορεύουν στο χώμα το νωπό στην ύπαιθρο της Καθαρής Δευτέρας, σε κάτι συρματοπλέγματα μπροστά σε ένα χωράφι της Ανάστασης, σε κάποια αρμυρίκια του Δεκαπενταύγουστου, σε κάποια σαλοτραπεζαρία της Πρωτοχρονιάς, σε κάποιο χορό εργαζομένων της Απόκριας. Είναι όλοι τους ερωτικοί, είναι όλοι όμορφοι, έχουν ωραία κορμιά, έχουν και παιδιά, δυο παιδιά τουλάχιστον κάθε οικογένεια, γελάνε διάπλατα, έχουν μάγουλα ροδαλά απ' το πιοτό, είναι ευχαριστημένοι από το φαγητό, έχουν τραπέζια στρωμένα στο πουθενά. Και χορεύουν. Κάθε σπίτι έχει μια μάνα που στη δεκαετία του '70 και του '80, χορεύει παραδοσιακούς χορούς και τσιφτετέλια. Η μάνα μας είναι cult με την καμμένη περμανάντ και την πουκαμίσα με τις βάτες, αλλά χόρεψε.
Σήμερα περπατούσα στον Τύρναβο. Μεσημέρι. Η πόλη σείονταν. Εκκωφαντικές μουσικές απ΄τα μεγάφωνα. Όλα προετοιμάζονταν για το αποκριάτικο καρναβάλι. Έβλεπα στους πάγκους όλα αυτά τα γλειφιτζούρια- φαλλούς και αναρωτιόμουν αν αυτό είναι που μας λείπει. Αν μας λείπει λίγο διονυσιακό πνεύμα. Αύριο, Καθαρή Δευτέρα, αν το επιτρέψει ο καιρός, μόνο οι μετανάστες ίσως χορέψουν κάπου υπαίθρια. Και οι γύφτοι. Στους καταυλισμούς. Εμείς που τα έχουμε όλα, όλα όμως υποθηκευμένα, θα κοιτάμε μόνο. Σαν σε ντοκιμαντέρ. Και θα σκουριάσουν τα σώματά μας αχόρευτα. Ήθελα σήμερα να ξεχυθώ στους αποκριάτικους δρόμους χορεύοντας. Αλλά έμεινα στο "θα ήθελα". Γιατί στη γενιά μου, ανήκω. Γιατί η δική μου η γενιά έχει μάθει μόνο να τη χορεύουν σε κάρβουνα αναμμένα.
26/2/11
Ψ
Ήταν άρρωστος. Έσκυβε το κεφάλι του πολύ. Ο άτλας, εκείνος που στήριζε την υδρόγειο σφαίρα του, για να περιστρέφεται και να μαθαίνει τη ζωή, για να κοιτάει μπροστά και να μαθαίνει τον χρόνο, για να κοιτάει ψηλά και να μαθαίνει το παν και το σύμπαν, τον είχε εγκατελείψει στη τύχη του. Η τύχη του σ' αυτή τη ζωή, τη μοναδική που του έλαχε, ήταν να νοσήσει ψυχικά. Και έτσι το κρανίο του, όταν πήρε πια το σχήμα του ενήλικα, έσκυβε μόνιμα προς το χώμα.
Ο συνομίληκός μου, εκείνος που δεν στρέφει το βλέμμα του στον άλλο, στον κόσμο ή στον ουρανό, που μοιάζει να μην αποζητά τον άνθρωπο και την αγάπη του, τη φύση και την ομορφιά της, το θεό και την παρηγοριά του, περπατάει σκυφτός. Κοιτώντας τη γη που εμείς, όλοι εμείς που αυτό που μας διακρίνει από εκείνον είναι το πού μπορούμε να στρέψουμε το κεφάλι μας και να τα βγάλουμε πέρα μ' όλα αυτά, εμείς που τα βγάζουμε πέρα και έχει γίνει αυτοσκοπός μας το να τα βγάζουμε πέρα, εμείς οι άλλοι ξεχνάμε το χώμα που κοιτά.
Τον κοιτώ ίσια στα μάτια. Προσπαθώ. Αλλά μου τα αποστρέφει. Είμαι μια σκιά. Μια φιγούρα χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ψυχή. Δε με βλέπει. Προσπαθώ να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας. Μάταια. Εκείνος έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια. Κάθε προσπάθεια. Που εμείς, οι άλλοι, οι άλλοι για τους άλλους και για μας εγώ και για εκείνον ο κανένας, δε μπορούμε, δε πρέπει, δε θέλουμε να την εγκαταλείψουμε. The show must go on...against all odds. Θα πέφτεις με τα μούτρα στο χώμα, θα σε έχουν προδώσει οι άνθρωποι που αγαπάς, θα σε έχουν ξεχάσει οι ουρανοί που πίστεψες, αλλά εσύ θα πρέπει να κοιτάξεις μπροστά, ποτέ το χώμα.
Δε μιλάει. Δε θα μου μιλήσει. Ποτέ δε θα μου μιλήσει, όπως θα' θελα. Με τον μόνο τροπο που έχω μάθει. Τον τρόπο αυτό που μιλάς πολύ και δε λες τίποτα. Που μιλάς, μιλάς και λες για τούτο και για κείνο, και αναλύσεις, και επιχειρήματα, και θεωρίες, και όρους, και δείκτες, και κόντρα επιχειρήματα, και ρητορικά σχήματα, και νύξεις, και επιθέσεις, και κολακείες, και μάλιστα και ναι και τίποτα ουσιαστικό. Και δεν κοπάζει ο θόρυβος. Δε σταματούν οι μηχανές, οι συσκευές, η φενάκη μας. Έχει χαθεί η σιωπή και τα λόγια μας πέφτουν άψυχα στο χώμα.
Θα τον προσπεράσω. Θα τον έχω συναντήσει σε κάποιο σταθμό, σε κάποια ουρά, σε κάποια αίθουσα αναμονής και θα τον προσπεράσω. Θα κοιτάξω το ρολόι, θα βιαστώ να φτάσω σε κάποιο προορισμό, θα έχω κάτι μπροστά που με καλεί. Μια συνάντηση με ένα φίλο, μια εκδρομή, μια δουλειά, μια υποχρέωση. Θα ανοίξω την τσάντα μου. Θα έχω πορτοφόλι με χρήματα που κερδίζω, χάρη στο ότι είμαι λειτουργική και χρήσιμη. Θα έχω κινητό τηλέφωνο, με τόσες και τόσες επαφές, χάρη στο ότι είμαι κοινωνική. Θα έχω κλειδιά για το σπιτικό μου, που άνοιξα χάρη στο ότι είμαι νορμάλ και κάποιος άλλος νορμάλ άνθρωπος βρέθηκε να ζήσει μαζί μου. Θα έχω στη τσάντα μου όμως πάντοτε αυτό. Να κοιτώ καμιά φορά, παρ΄όλη την βιασύνη, παρ' όλες τις καβάτζες, παρ΄όλη την αγάπη, παρ΄όλη τη βοή, παρ΄όλα αυτά, το χώμα. Και τότε να με ρωτώ τι ώρα είναι.
Ο συνομίληκός μου, εκείνος που δεν στρέφει το βλέμμα του στον άλλο, στον κόσμο ή στον ουρανό, που μοιάζει να μην αποζητά τον άνθρωπο και την αγάπη του, τη φύση και την ομορφιά της, το θεό και την παρηγοριά του, περπατάει σκυφτός. Κοιτώντας τη γη που εμείς, όλοι εμείς που αυτό που μας διακρίνει από εκείνον είναι το πού μπορούμε να στρέψουμε το κεφάλι μας και να τα βγάλουμε πέρα μ' όλα αυτά, εμείς που τα βγάζουμε πέρα και έχει γίνει αυτοσκοπός μας το να τα βγάζουμε πέρα, εμείς οι άλλοι ξεχνάμε το χώμα που κοιτά.
Τον κοιτώ ίσια στα μάτια. Προσπαθώ. Αλλά μου τα αποστρέφει. Είμαι μια σκιά. Μια φιγούρα χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ψυχή. Δε με βλέπει. Προσπαθώ να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας. Μάταια. Εκείνος έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια. Κάθε προσπάθεια. Που εμείς, οι άλλοι, οι άλλοι για τους άλλους και για μας εγώ και για εκείνον ο κανένας, δε μπορούμε, δε πρέπει, δε θέλουμε να την εγκαταλείψουμε. The show must go on...against all odds. Θα πέφτεις με τα μούτρα στο χώμα, θα σε έχουν προδώσει οι άνθρωποι που αγαπάς, θα σε έχουν ξεχάσει οι ουρανοί που πίστεψες, αλλά εσύ θα πρέπει να κοιτάξεις μπροστά, ποτέ το χώμα.
Δε μιλάει. Δε θα μου μιλήσει. Ποτέ δε θα μου μιλήσει, όπως θα' θελα. Με τον μόνο τροπο που έχω μάθει. Τον τρόπο αυτό που μιλάς πολύ και δε λες τίποτα. Που μιλάς, μιλάς και λες για τούτο και για κείνο, και αναλύσεις, και επιχειρήματα, και θεωρίες, και όρους, και δείκτες, και κόντρα επιχειρήματα, και ρητορικά σχήματα, και νύξεις, και επιθέσεις, και κολακείες, και μάλιστα και ναι και τίποτα ουσιαστικό. Και δεν κοπάζει ο θόρυβος. Δε σταματούν οι μηχανές, οι συσκευές, η φενάκη μας. Έχει χαθεί η σιωπή και τα λόγια μας πέφτουν άψυχα στο χώμα.
Θα τον προσπεράσω. Θα τον έχω συναντήσει σε κάποιο σταθμό, σε κάποια ουρά, σε κάποια αίθουσα αναμονής και θα τον προσπεράσω. Θα κοιτάξω το ρολόι, θα βιαστώ να φτάσω σε κάποιο προορισμό, θα έχω κάτι μπροστά που με καλεί. Μια συνάντηση με ένα φίλο, μια εκδρομή, μια δουλειά, μια υποχρέωση. Θα ανοίξω την τσάντα μου. Θα έχω πορτοφόλι με χρήματα που κερδίζω, χάρη στο ότι είμαι λειτουργική και χρήσιμη. Θα έχω κινητό τηλέφωνο, με τόσες και τόσες επαφές, χάρη στο ότι είμαι κοινωνική. Θα έχω κλειδιά για το σπιτικό μου, που άνοιξα χάρη στο ότι είμαι νορμάλ και κάποιος άλλος νορμάλ άνθρωπος βρέθηκε να ζήσει μαζί μου. Θα έχω στη τσάντα μου όμως πάντοτε αυτό. Να κοιτώ καμιά φορά, παρ΄όλη την βιασύνη, παρ' όλες τις καβάτζες, παρ΄όλη την αγάπη, παρ΄όλη τη βοή, παρ΄όλα αυτά, το χώμα. Και τότε να με ρωτώ τι ώρα είναι.
26/1/11
Τριτοκοσμικές εικόνες
Κατεβαίνω την Πανεπιστημίου. Που (δε) τη λένε και Ελευθερίου Βενιζέλου. Όπως την Πατησίων που (δε) τη λένε και 28ης Οκτωβρίου. Όπως την Πειραιώς που (δε) τη λένε και Τσαλδαρη. Όταν τα τιμώμενα πρόσωπα ή ιστορικά γεγονότα είναι ασήμαντα μπορούν και να συγχρωτίζονται σε ονομασίες δρόμων. Αν είσαι η Βασίλισσα Σοφία, ή η Αμαλία ή ο Κωνσταντίνος, κανείς δε θα πει αλλιώς τη λεωφόρο σου. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Δείχνει πως κι εμείς ειχαμε κάποτε την τιμή να θρέφουμε μια βασιλική οικογένεια.
Κατεβαίνω την Πανεπιστημίου με το καινούργιο γιαπωνέζικο όχημά μου. Έχει ένα κουμπάκι στην πόρτα του οδηγού που κλειδώνει αυτόματα όλες τις πόρτες εσωτερικά. Είναι Τρίτη βράδυ αλλά έχουμε πήξει στην κίνηση. Ανάμεσα στα φρακαρισμένα οχήματα, κάποια υποθηκευμενα στις τράπεζες κι άλλα, όπως το παραπλήσιο διθέσιο με την ξανθιά μπροστά και το κανίς πίσω, χρυσοπληρωμενα και εξοφλημένα. Ασφαλώς. Ανάμεσα στα ΙΧ κινείται ένας άντρας στο φυζίκ του Τζεφιρελικού Χριστού, σε αναπηρικό καρότσι. Μας πλησιάζει. Ο άντρας μου, που έχει ένα ιεροποστολικό φυζίκ, πατάει το αυτόματο κλείδωμα. Δεν τον κατηγορώ. Όχι μόνο γιατί τον αγαπώ αλλά γιατί κι εγώ έτσι θα εκανα. Ίσως. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Να κλειδωνεσαι κι απ' τους ανήμπορους ακόμα. Προπάντων αυτούς. Γιατί αργούν οι Ιάπωνες να κατασκευάσουν ένα εσωτερικό αυτόματο κλείδωμα για τις ψυχές μας; Αργούν γιατί ξέρουν πως δε θα πουλήσει. Τα καταφέρνουμε καλά και μόνοι μας.
Παρκάρουμε στην Τοσίτσα. Μπροστά σε ένα κωλόμπαρο. Θα μας φυλάνε το όχημα οι συναγερμοί και τα κυριολεκτικά άγρυπνα βλέμματα των θαμώνων. Κάτι κοιλαράδων που ξερογλείφονται μπροστά στην αλλοδαπή μπαργούμαν. Εμείς δεν είμαστε τριτοκοσμικοί να έχουμε πεντέξι γυναίκες. Είμαστε μονογαμικά τζάνκια του ξενοπηδάν. Πιο κάτω, στον ίδιο δρόμο, ανάμεσα στο Μουσείο και το Πολυτεχνείο, ανάμεσα στο τότε και το αύριο, τρία τζάνκια έχουν ήδη ετοιμάσει τη ζουζού. Ο ψηλός σαρανταφεύγα καθησμένος στο διάζωμα με το μπρατσο γυμνό, γροθιά την παλάμη λέει με μια φωνή που θυμίζει σκληρό πορνό «τώρα, αχ, τώρα μπαίνω, αχ». Γυρνάω και κοιτάω. Έχει καρφωσει τη σύριγγα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Εδώ τα καλά πρεζόνια.
Φτάνω Πατησίων διασχίζοντας ένα μπουλουκι μεταναστών. Αυτο δεν ειναι τρικοσμικό. Ανάπτυξη χωρίς φθηνά εργατικά χέρια δεν υφίσταται. Είμαι στο φουαγιέ του Θεάτρου Άλφα. Διαβάζω αποκόμματα εφημερίδων που χρονολογούνται στη Χούντα. Καταγγελίες και συλλήψεις για τους θιάσους του Στέφανου Ληναίου και Έλλης Φωτίου. Αν άφηναν τη δικτατορία να κάνει τη δουλειά της, θα είχαμε κι εμείς ένα οικονομικό θαύμα να διηγούμαστε, εκτός από της Μεγαλοχαρης, τα αμφιλεγόμενα. Βγαίνω έξω. Κοιτάζω την πύλη του Πολυτεχνείου. Να πεθαίνεις για μια ιδέα. Αυτό κι αν είναι τριτοκοσμικό. Να σε λιώνουν οι αλυσίδες του τανκ. Αίματα, ουρλιαχτά, κακό. Κάθομαι στην πρώτη σειρά. Γελάω με την καρδιά μου με τη Φωτίου. Βγαίνει στη σκηνή ο Ληναιος. Δακρύζω με αιτία. Όχι σαν τη Μεγαλόχαρη. Μετά θα πω σε φίλο εκστασιασμένη για την παράσταση και θα βρει μπανάλ το δίδυμο των μεγάλων ηθοποιών. Ό,τι παλιώνει είναι για πέταμα. Δε φοράς τα ίδια παπούτσια τρίτη σαιζόν. Είναι τριτοκοσμικό. Γιατί να συνεχιζεις να βλέπεις το Ληναίο; Είναι τόσο πασσέ. Γελάω, παρακαλάω να μην τελειώσει η παράσταση που τη βλέπω θολά μ' αυτό το αγενές δάκρυ που ήρθε και κάθησε μπροστά μου. Είμαι ευτυχισμένη. Καθόλου κουλ. Αυτό είναι τριτοκοσμικό.
Την επόμενη μέρα θα κατέβω από το μετρό στους Αμπελοκήπους, μια εξαιρετικά επιτυχή ονομασία της περιοχής, όπου μόνο με τρελή δόση ηρωίνης μπορείς να δεις κήπους κι αμπελώνες. Θα κατευθυνθώ προς το νοσοκομείο των γυναικών. Θα διασχίσω δυο διαδοχικά μπουλουκια ολοστρόγγυλων καλογριών που μου προτάσσουν κομποσκοίνια μες στα μούτρα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Είναι μπαζάρ πίστης από μαζορέτες της δισκοποτηρούχου εκκλησίας. Θα μπω στο Δημόσιο νοσοκομείο και θα ξέρω πως κάθε μαιευτήρας εδώ μέσα πληρώνεται απ' τον φόρο μου αλλά έχει εξτρα ταρίφα για κάθε περίπτωση. 1000 ο φυσιολογικός τοκετός, 1500 η καισαρική. Αν δε θες να πληρώσεις, μπορείς. Απλώς θα σε μεταχειριστουν like a piece of shit. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Έχεις ελευθερία επιλογής. Λεφτά δεν έχεις. Αλλά ελευθερία έχεις.
Μετά θα μπω σε κάτι άθλια εξεταστήρια, με έπιπλα του '50, εξοπλισμό αρχαίο. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Τριτοκοσμικό είναι να πεις στο γιατρό πως είναι αλήτης του κερατά. Να βρίσεις τις κλώσσες πίσω από το γκισέ που σε έχουν κάνει μπαλάκι του τένις επειδή είναι άσχετες και δε δίνουν δεκάρα για σένα που τις συντηρείς. Να ρίξεις κανένα μπινελίκι στις καλόγριες που σου πουλάνε πίστη. Να κλαις για τά πρεζόνια, τον ανάπηρο, είναι τριτοσκομικό. Να συγκίνεισαι με τον παλιό ηθοποιό, είναι. Να μη πληρώνεις εισιτήριο στο μετρό από προχτές που έγινε κίνημα και το παίζουμε στο YouTube, στο Twitter, στο Wordpress και στο facebook, δεν είναι πια τριτοκοσμικό.
Τριτοκοσμική είναι η εικόνα των μεταναστών που νομικά είναι λαθραίοι, λες και είναι κανένας άνθρωπος λαθραιος στη Γη, λες και δεν είμαστε όλοι λαθραίοι στη ζωή. Που κατέλαβαν το κτίριο το οποίο στεγάζει το στολίδι απασών των επιστημών. Τη Νομική με τα υπέροχα κτίρια που λαμποκοπούν από καθαριότητα, με τους αγνούς ιδεολόγους στις κομματικές παρατάξεις, με τους εξαίρετους επιστήμονες αμέμπτου ηθικής στις πανεπιστημιακές έδρες, τις σύγχρονες βιβλιοθήκες και προγράμματα σπουδών και βέβαια τους φερέλπιδες απόφοιτους που θα σταδιοδρομήσουν διδάσκοντας αγωγή του πολίτη σε κανένα νυχτερινό Λύκειο με παιδαγωγική κατάρτιση εξπρές και διαγωνισμούς ΑΣΕΠ πολλές φορές. Εκεί που ενώνεται ο τρίτος κόσμος με το νομικό πολιτισμό γράφονται τα καλύτερα ποιήματα. Όμως δεν είναι τόσο γελοίο, τόσο μπανάλ, τόσο τριτοκοσμικό να μιλάμε για ποίηση οταν υπάρχουν όροι όπως η αναδιάρθρωση του χρέους, το μνημόνιο, η τρόικα, τα spreads, οι συγχωνεύσεις κι οι περικοπές; Η οικονομική κρίση θα περάσει. Η κρίση μας, αυτή που στρεβλώθηκε για τα καλά, βλέποντας τον εχθρό για όνειρο, και τον ανήμπορο για εχθρό, δε θα περάσει. Το όνειρό μας για τη μεζονέτα και το χλιδάτο αμάξι είναι ο εχθρός· δεν ήταν και δε θα' ναι ο καταληψίας της Νομικής, ο παραλής της λεωφόρου, το τζανκι του παράδρομου. Αυτός ίσως να μη μπορεί, ίσως και να μην θέλει να μας κλέψει. Ο άλλος όμως; Αυτός που σαν κρίση θα περάσει και σαν εχθρός θα μείνει, ήδη μας έχει κλέψει τις ζωές, το χρόνο και την αξιοπρέπειά μας. Σε εποχές που είναι πασσέ η ποίηση λογαριάζέ τα όλα κλεμμένα. Και πες με τριτοκοσμική.
Κατεβαίνω την Πανεπιστημίου με το καινούργιο γιαπωνέζικο όχημά μου. Έχει ένα κουμπάκι στην πόρτα του οδηγού που κλειδώνει αυτόματα όλες τις πόρτες εσωτερικά. Είναι Τρίτη βράδυ αλλά έχουμε πήξει στην κίνηση. Ανάμεσα στα φρακαρισμένα οχήματα, κάποια υποθηκευμενα στις τράπεζες κι άλλα, όπως το παραπλήσιο διθέσιο με την ξανθιά μπροστά και το κανίς πίσω, χρυσοπληρωμενα και εξοφλημένα. Ασφαλώς. Ανάμεσα στα ΙΧ κινείται ένας άντρας στο φυζίκ του Τζεφιρελικού Χριστού, σε αναπηρικό καρότσι. Μας πλησιάζει. Ο άντρας μου, που έχει ένα ιεροποστολικό φυζίκ, πατάει το αυτόματο κλείδωμα. Δεν τον κατηγορώ. Όχι μόνο γιατί τον αγαπώ αλλά γιατί κι εγώ έτσι θα εκανα. Ίσως. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Να κλειδωνεσαι κι απ' τους ανήμπορους ακόμα. Προπάντων αυτούς. Γιατί αργούν οι Ιάπωνες να κατασκευάσουν ένα εσωτερικό αυτόματο κλείδωμα για τις ψυχές μας; Αργούν γιατί ξέρουν πως δε θα πουλήσει. Τα καταφέρνουμε καλά και μόνοι μας.
Παρκάρουμε στην Τοσίτσα. Μπροστά σε ένα κωλόμπαρο. Θα μας φυλάνε το όχημα οι συναγερμοί και τα κυριολεκτικά άγρυπνα βλέμματα των θαμώνων. Κάτι κοιλαράδων που ξερογλείφονται μπροστά στην αλλοδαπή μπαργούμαν. Εμείς δεν είμαστε τριτοκοσμικοί να έχουμε πεντέξι γυναίκες. Είμαστε μονογαμικά τζάνκια του ξενοπηδάν. Πιο κάτω, στον ίδιο δρόμο, ανάμεσα στο Μουσείο και το Πολυτεχνείο, ανάμεσα στο τότε και το αύριο, τρία τζάνκια έχουν ήδη ετοιμάσει τη ζουζού. Ο ψηλός σαρανταφεύγα καθησμένος στο διάζωμα με το μπρατσο γυμνό, γροθιά την παλάμη λέει με μια φωνή που θυμίζει σκληρό πορνό «τώρα, αχ, τώρα μπαίνω, αχ». Γυρνάω και κοιτάω. Έχει καρφωσει τη σύριγγα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Εδώ τα καλά πρεζόνια.
Φτάνω Πατησίων διασχίζοντας ένα μπουλουκι μεταναστών. Αυτο δεν ειναι τρικοσμικό. Ανάπτυξη χωρίς φθηνά εργατικά χέρια δεν υφίσταται. Είμαι στο φουαγιέ του Θεάτρου Άλφα. Διαβάζω αποκόμματα εφημερίδων που χρονολογούνται στη Χούντα. Καταγγελίες και συλλήψεις για τους θιάσους του Στέφανου Ληναίου και Έλλης Φωτίου. Αν άφηναν τη δικτατορία να κάνει τη δουλειά της, θα είχαμε κι εμείς ένα οικονομικό θαύμα να διηγούμαστε, εκτός από της Μεγαλοχαρης, τα αμφιλεγόμενα. Βγαίνω έξω. Κοιτάζω την πύλη του Πολυτεχνείου. Να πεθαίνεις για μια ιδέα. Αυτό κι αν είναι τριτοκοσμικό. Να σε λιώνουν οι αλυσίδες του τανκ. Αίματα, ουρλιαχτά, κακό. Κάθομαι στην πρώτη σειρά. Γελάω με την καρδιά μου με τη Φωτίου. Βγαίνει στη σκηνή ο Ληναιος. Δακρύζω με αιτία. Όχι σαν τη Μεγαλόχαρη. Μετά θα πω σε φίλο εκστασιασμένη για την παράσταση και θα βρει μπανάλ το δίδυμο των μεγάλων ηθοποιών. Ό,τι παλιώνει είναι για πέταμα. Δε φοράς τα ίδια παπούτσια τρίτη σαιζόν. Είναι τριτοκοσμικό. Γιατί να συνεχιζεις να βλέπεις το Ληναίο; Είναι τόσο πασσέ. Γελάω, παρακαλάω να μην τελειώσει η παράσταση που τη βλέπω θολά μ' αυτό το αγενές δάκρυ που ήρθε και κάθησε μπροστά μου. Είμαι ευτυχισμένη. Καθόλου κουλ. Αυτό είναι τριτοκοσμικό.
Την επόμενη μέρα θα κατέβω από το μετρό στους Αμπελοκήπους, μια εξαιρετικά επιτυχή ονομασία της περιοχής, όπου μόνο με τρελή δόση ηρωίνης μπορείς να δεις κήπους κι αμπελώνες. Θα κατευθυνθώ προς το νοσοκομείο των γυναικών. Θα διασχίσω δυο διαδοχικά μπουλουκια ολοστρόγγυλων καλογριών που μου προτάσσουν κομποσκοίνια μες στα μούτρα. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Είναι μπαζάρ πίστης από μαζορέτες της δισκοποτηρούχου εκκλησίας. Θα μπω στο Δημόσιο νοσοκομείο και θα ξέρω πως κάθε μαιευτήρας εδώ μέσα πληρώνεται απ' τον φόρο μου αλλά έχει εξτρα ταρίφα για κάθε περίπτωση. 1000 ο φυσιολογικός τοκετός, 1500 η καισαρική. Αν δε θες να πληρώσεις, μπορείς. Απλώς θα σε μεταχειριστουν like a piece of shit. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Έχεις ελευθερία επιλογής. Λεφτά δεν έχεις. Αλλά ελευθερία έχεις.
Μετά θα μπω σε κάτι άθλια εξεταστήρια, με έπιπλα του '50, εξοπλισμό αρχαίο. Αυτό δεν είναι τριτοκοσμικό. Τριτοκοσμικό είναι να πεις στο γιατρό πως είναι αλήτης του κερατά. Να βρίσεις τις κλώσσες πίσω από το γκισέ που σε έχουν κάνει μπαλάκι του τένις επειδή είναι άσχετες και δε δίνουν δεκάρα για σένα που τις συντηρείς. Να ρίξεις κανένα μπινελίκι στις καλόγριες που σου πουλάνε πίστη. Να κλαις για τά πρεζόνια, τον ανάπηρο, είναι τριτοσκομικό. Να συγκίνεισαι με τον παλιό ηθοποιό, είναι. Να μη πληρώνεις εισιτήριο στο μετρό από προχτές που έγινε κίνημα και το παίζουμε στο YouTube, στο Twitter, στο Wordpress και στο facebook, δεν είναι πια τριτοκοσμικό.
Τριτοκοσμική είναι η εικόνα των μεταναστών που νομικά είναι λαθραίοι, λες και είναι κανένας άνθρωπος λαθραιος στη Γη, λες και δεν είμαστε όλοι λαθραίοι στη ζωή. Που κατέλαβαν το κτίριο το οποίο στεγάζει το στολίδι απασών των επιστημών. Τη Νομική με τα υπέροχα κτίρια που λαμποκοπούν από καθαριότητα, με τους αγνούς ιδεολόγους στις κομματικές παρατάξεις, με τους εξαίρετους επιστήμονες αμέμπτου ηθικής στις πανεπιστημιακές έδρες, τις σύγχρονες βιβλιοθήκες και προγράμματα σπουδών και βέβαια τους φερέλπιδες απόφοιτους που θα σταδιοδρομήσουν διδάσκοντας αγωγή του πολίτη σε κανένα νυχτερινό Λύκειο με παιδαγωγική κατάρτιση εξπρές και διαγωνισμούς ΑΣΕΠ πολλές φορές. Εκεί που ενώνεται ο τρίτος κόσμος με το νομικό πολιτισμό γράφονται τα καλύτερα ποιήματα. Όμως δεν είναι τόσο γελοίο, τόσο μπανάλ, τόσο τριτοκοσμικό να μιλάμε για ποίηση οταν υπάρχουν όροι όπως η αναδιάρθρωση του χρέους, το μνημόνιο, η τρόικα, τα spreads, οι συγχωνεύσεις κι οι περικοπές; Η οικονομική κρίση θα περάσει. Η κρίση μας, αυτή που στρεβλώθηκε για τα καλά, βλέποντας τον εχθρό για όνειρο, και τον ανήμπορο για εχθρό, δε θα περάσει. Το όνειρό μας για τη μεζονέτα και το χλιδάτο αμάξι είναι ο εχθρός· δεν ήταν και δε θα' ναι ο καταληψίας της Νομικής, ο παραλής της λεωφόρου, το τζανκι του παράδρομου. Αυτός ίσως να μη μπορεί, ίσως και να μην θέλει να μας κλέψει. Ο άλλος όμως; Αυτός που σαν κρίση θα περάσει και σαν εχθρός θα μείνει, ήδη μας έχει κλέψει τις ζωές, το χρόνο και την αξιοπρέπειά μας. Σε εποχές που είναι πασσέ η ποίηση λογαριάζέ τα όλα κλεμμένα. Και πες με τριτοκοσμική.
9/10/10
προσελήνωση
Εδώ είναι η μαμά. Ψωνίζει σε ένα μανάβικο. Είναι Παρασκευή απόγευμα. Έχουμε βγει οι τρεις μας μια βόλτα στην καινούργια μας γειτονιά. Είχα ξεμείνει από σέληνο, για τη συνταγή με το χοιρινό, κι είπα να κάνουμε μια στάση. Εσύ φαίνεσαι στο βάθος με τον μπαμπά. Είστε έξω, στο πεζοδρόμιο. Φοράς την κουκούλα του μπουφάν σου και γαντάκια γιατί έχει αρχίσει να χειμωνιάζει. Συμφωνώ, φαίνεται σαν η πολλή η πρασινάδα στον πάγκο να είναι το κεντρικό θέμα της εικόνας. Δεν ήξερα πόσο ακριβώς χρειάζομαι. Η κοπέλα πολύ εξυπηρετική, αυτή με το αμάνικο μπουφάν και τα αθλητικά ρούχα, με ρώτησε για τι φαγητό το θέλω κι έπειτα πήρε τηλέφωνο την πεθερά της, που της μιλούσε μάλιστα στον πληθυντικό- ευγενέστατη, για να μου πει ποια είναι η αναλογία χοιρινού-σέληνου. 1 κιλό χορτάρι, 1/2 κιλό κρέας, για να ξέρεις. Οι άλλες σακούλες, πάντα χάρτινες, ε, ελπίζω να το πρόσεξες, έχουν φασολάκια, καρότα και μπανάνες για σένα. Ο γέρος που καπνίζει πίσω από το ταμείο δε ξέρω ποιος είναι και πώς σχετίζεται με την κοπέλα. Φαντάστηκα πως είναι ο ιδιοκτήτης του μανάβικου αλλά από τα λεγόμενά τους δεν πρέπει να είναι. Ο ψηλός κύριος, με τα γκρίζα μαλλιά και τα σκούρα ρούχα είναι ένας άνεργος οικοδόμος. Έτσι μας συστήθηκε. Μπήκε στο μανάβικο, στάθηκε μακριά από τα ταμείο, μην τον πάρουν και για ληστή, αφού για πελάτης δε προοριζόταν, και ζήτησε από την κοπέλα και το γέρο πίσω από τον πάγκο με μια ευγενική φωνή, όχι ψεύτικη σαν πωλητής, αν μπορούν να του δώσουν κάτι. Είμαι άνεργος οικοδόμος, είπε, μήπως έχετε κάτι να μου δώσετε. Δε μπήκα να κλέψω. Έχω παιδιά... Ούτε πουλούσε χαρτομάντηλα, να κλάψει κανένας, ούτε αναπτήρες, να βάλει φωτιά στο γαμημένο κόσμο μας. Ούτε είχε κρεμάσει καμιά ταμπέλα να λέει πως είναι αόμματος, πως έχει επιληψία, πως έχει 12 παιδιά να θρέψει. Ήταν άνεργος οικοδόμος. Δεν ήταν ένας γραφικός ζητιάνος. Ένας κανονικός άνθρωπος ήταν. Ένας άνεργος οικοδόμος. Ένας άνεργος οικοδόμος. Η κοπέλα του εξήγησε πως δουλεύει σ' αυτό το μαγαζί, δεν είναι δικό της και δε τα έχει πληρώσει εκείνη για να μπορεί να του δώσει. Μήπως μπορούσε τότε να του δώσει πενήντα λεπτά, να πάρει ένα γάλα, κάτι; Του έδωσε πενήντα λεπτά πολύ βιαστικά. Ο άνθρωπος έκανε μεταβολή κι έφυγε, ψελλίζοντας ένα ευχαριστώ. Ο γέρος αποσβολωμένος, όπως κι εγώ, κοιτούσε μόνο. Μετά η κοπέλα πηγαίνοντας για την αποθήκη για να μου φέρει έξτρα σέληνο, που ήταν πολύ πιο φρέσκο από τα μαραμένα που ήδη βρίσκονταν στη ζυγαριά και που θα αγόραζα σε λίγο, στάθηκε στο παραπέτασμα πριν την αποθήκη λέγοντάς μου ειρωνικά, δε μπορεί να πάει να δουλέψει ο κύριος...Κι εγώ μετακινήθηκα από τη θλίψη στο θυμό. Άνεργος είναι μωρή. Ανεργία, you know? Πού ζεις; Στη σελήνη; Φέρ'τα σέληνα να τελειώνουμε. Όχι, τελικά δε τα παίρνω όλα. Πολλά είναι. Θα βάλω μέσα και πράσσα, δε μου χρειάζεται τόσο κωλοσέληνο. Δε με νοιάζει η συνταγή της πεθεράς σου που της μιλάς και στον πληθυντικό, μη χέσω. Παράτα με σου λέω. Δε θέλω άλλο σέληνο. Μην επιμένεις, γιατί θα παρατήσω όλες τις σακούλες εδώ πάνω και θα φύγω. Ναι, σοκαρίστηκα από τον κυνισμό σου. Όχι, πιο πολύ σοκαρίστηκα από τον άνθρωπο, τον κανονικό άνθρωπο, όχι το σκεβρωμένο τζάνκι, όχι τον επαγγελματία ζήτουλα, που ήρθε και ζητούσε λαχανικά ή πενήντα cents έστω. Έλα, τελείωνε. Τα ρέστα μου. Τι μου φταις κι εσύ να σε βρίζω από μέσα μου; Πωλήτρια σε μανάβικο είσαι, δεν είσαι και ο Στρος Καν. Αλλά μη λες να πάει να δουλέψει. Δε τα λέμε αυτά, κορίτσι μου. Πώς να στο πω; Έχεις κακή άμυνα. Η δική μου είναι καλύτερη. Γίνομαι χάλια μέσα μου. Δε μιλιέμαι, καταπίνω πικρό σάλιο. Θυμώνω και μ' όσους δε θλίβονται με την αδικία, τη φτώχεια, το να γυρνά ένας άντρας άνεργος στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Μη ρωτάς γιατί. Πες πως ξέρω τι πάει να πει αυτό. Πες πως κι ο δικός μου ο πατέρας, όταν αυτή η λουμπίνα ο Μητσοτάκης και η αλητοπαρέα του αποφάσισαν να κάνουν την Ελλάδα Αργεντινή και βάλανε λουκέτο στις προβληματικές επιχειρήσεις, ήταν απ' αυτούς που βρέθηκαν στο δρόμο. Και πες πως υπάρχουν ομορφότερες εμπειρίες στον κόσμο από το να δεις τον πατέρα σου να κλαίει και να είναι σε απόγνωση. Ναι, μπόρεσε να ξαναβρεί δουλειά μετά από μήνες που έμοιασαν αιώνες, μετά από χρόνια που δούλευε ημιαπασχόληση, δούλεψε οχτάωρο. Δε βγήκε να ζητάει μελιτζάνες και πατάτες γιατί είχαμε ένα σπίτι δικό μας, κάποια εισοδήματα από χωράφια, δούλεψε η μαμά. Τα καταφέραμε τελικά. Ανοίξαμε μαγαζί με τα λεφτά της αποζημίωσης, πήραμε οικόπεδα μετά. Τα αδέρφια μου πρόκοψαν. Ο μεγάλος μου αδελφός, δουλεύει ως και στον ύπνο του. Αλλά εντάξει έχει ακριβό αυτοκίνητο, μεζονέτα, iphone και blackberry. Εγώ σπούδασα, έκανα μεταπτυχιακό και διδακτορικό σε καλό πανεπιστήμιο στο εξωτερικό, με υποτροφία, πώς αλλιώς, τα λεφτά ποτέ δε περίσσευαν, γνώρισα πολλούς ευκατάστατους γκόμενους στο εξωτερικό αλλά με συγκίνησε ο πιο καλόκαρδος, τον παντρεύτηκα και ζούμε με την κόρη μας στα βόρεια προάστια της Αθήνας. Αλλά αυτό δε πάει να πει πως αυτά τα χοντρόπετσα γουρούνια οι νεοφιλελεύθεροι, που θα τους κάνουμε λουκάνικα να τα πετάμε στα αδέσποτα στην παγκόσμια επανάσταση, έχουν τα δίκια τους. Η κρίση δε δημιουργεί ευκαιρίες. Δεν υπάρχει ύφεση, υπάρχει ένας άντρας που γυρνάει σπίτι μ' άδεια χέρια. Αυτό μόνο.
23/9/10
Les quatres saisons de ma femme, ma femme des autres
Στην εποχή που υποσχόταν την άνοιξή του ο ανθός της νιότης της, άγουρος ακόμα αλλά ευαγγελιζόμενος την ομορφιά, ήθελες να την έχεις απέναντι σου και να την καμαρώνεις. Μόνον αυτό. Αυτό μόνον. Μη μου άπτου της ωραιότητός της το ανέγγιχτο, παρθένο άνθος, στις παρειές και τα ακροχείλια με τα σφραγισμένα λόγια και φιλιά. Ω, Θεέ των κορασίδων της πρώτης νιότης, σμίλεψε πιο στρογγυλά τα στήθη και τα γοφιά της και παγίδεψέ μας για πάντα στην καμπυλωτή Εδέμ, τον παράδεισο των σαρκικών συναρτήσεων, των ονειρεμένων συναντήσεων. Εκεί που στέκει ανήμπορος ο άνδρας, ο νεαρός ασύμμετρος φαλλοφόρος, αδέξιος στα γιγαντωμένα νέα χαρακτηριστικά του φύλου, που'ρθαν έξαφνα να τραχύνουν τα βαμβακερά παιδικάτα σε μια ανεπίδεκτη κατευνασμού δια μέσω της αμοιβαίας ηδονής στύση και έναν στεναγμό με βράχινο ηχόχρωμα. Αχ, μπουμπούκι επτασφράγιστο κι αμύριστο, πόσο σε επιθύμησα.
Κι έπειτα ήλθε κι όπως πάντα θα'ρχεται, όσο τον εξυμνούμε κι οσο δεν, ο ήλιος κι η καλοκαιριά κι εγδυσε τα κορμιά απ' το κάθε τους περίβλημα, του ρούχου και της
συστολής. Κι άνθισε ο κήπος, και φρούτεψε το δέντρο κι αφράτεψε ο καρπός ο ζουμερός, ο ευφραντής, ο της λαχτάρας θρέμμα. Κι ήθελες να πιεις απ´ άκρη σ' άκρη του χυμούς της μ' όλα τα χρώματά τους και τις γεύσεις στης κοιλίας τα λαγκάδια και στων γονάτων τις κορφές και των στηθιών τα εξωκκλήσια και στα σπαρμένα της μαλλιά και στου αυτιού της τη σπηλιά και του λαιμού τις ρεματιές και των μηρών χαράδρες. Να πέσεις και να μη σε βρει παπάς για να σε θάψει μέρα καταμεσήμερο και ολοπαραδομένον. Και πέρασαν οι τρυγητές κι έδρεψαν τον καρπό της, και πέρασαν τα άροτρα και όργωσαν το εντός της και εσπειραν και πολύ βαθιά άλλοι και τη σπορά τους. Κι ας ήτανε ανάδρομο της Δήμητρος φεγγάρι κι έτυχε και δεν είδε, κι ας ήτανε η μαμή τυφλή κι έτυχε και δεν είδε· μα τα παιδιά τα ασύλληπτα λίπασμα των ερώτων. Λουλούδι μου ολάνθιστο, βαθύχρωμο και βαριομύριστο πόσο σε επιθύμησα κι ενώ ποτέ δε σε είχα.
Πρώτη βροχή, πρώτη κι αρχή του φθίνω της οπώρας κι όπως πατούν τα στράφυλα στραγγίζουν το ζουμί τους, κι όπως μεθούν χαράματα ξερνούνε το κρασί τους. Χτυπούν καμπάνες για χαρά, χτυπά η καρδιά μου λύπη, έκοψε το λουλούδι μου άλλος, κι εμέ μου λείπει. Ντύθηκε στα λευκά κι εγώ φορώ πένθος μες στη ψυχή μου, ανέβαινε στην Εκκλησιά κι εγώ στον Αδη κάτω και χόρεψε υπόσχεση και χήρεψα τη σχέση. Τη σχέση που ως ανάξιος ποτέ δεν αξιώθην και κλαίγω και οι σταλαματιές είναι η βροχή η άλλη. Μία βροχή που κίνησε από τη Γη να βρει κάτι το θείο, κάτι στα σύννεφα να βρει, ή κάτι εις τους αιθέρες κι αν πάλι ανάξια σταθεί, να πέσει και να τσακιστεί στη θάλασσα, στις βέρες. Χρυσό κλαρί και μάλαμα τα φύλλα σου καλή μου κι εμένα που δεν ευωδιάς, θα σ' αλμυροποτίσω όσο να αδειάσουν απ' εμέ οι αδενες του κορμιού μου, το σπέρμα και το κλάμα μου, ο ιδρώτας και το αίμα. Άνθος και δέσμη αλλονού, πόσο σε επιθύμησα κι αλλού στολίζεις τόνε.
Πυκνώσανε τα σύννεφα, γκριζώσαν οι κροτάφοι, κι οι ουρανοί εγκρίζαραν, ανοίχτηκαν και τάφοι. Τάφοι οικογενειακοί, καλοί-κακοί together, together and forever. Μοχλάει τα κουτσουρα εντός του άθου του ανθού της, τα κουτσούρα που γέννησε και που τα περιβάλλει. Είχε το τζάκι αναφτό, πετρόχτιστο κι ωραίον. Και προπαντός ξεχρέωτον και καλοπληρωμένον. Κι απέμενε ο σπαραγμός της φλόγας στην εστία, της φλόγας που εφώτιζεν ρωγμές από τους χρόνους και κρέατα που κρέμασαν αφού έφεραν γόνους. Κι η κάμαρη που αντήχησε των οργασμών το μέλλος και μέλι από αμάλαγη γύρη εις τα δυο σκέλη, που κόνεψε στρατιές ανδρών, σκιές κλειστών βλεφαρων, που άναβαν και χάνονταν όπως τα φώτα φάρων, θά' πρέπε οι τοίχοι οι άτυχοι της κάμαρης ετούτης, αν είχαν κάποια τσίπα, στο λέω και το είπα, να σωριαστούνε καταής και κονιορτός να γίνουν, σκόνη και αύρα και μηδέν να μετουσιωθούνε παρά να αντικρύζουνε το θέαμα ετουτο: μια σιδερώστρα τσίγκινη και πρέσα ατμοσιδέρου καταμεσής να στέκονται με ύφος και με στόμφο και πλάι τα ασιδέρωτα , στεγνά μπουγαδιασμένα να ευωδιάζουν χημικά σα ρόδα και σα μήλα και να γελούν, να περιγελουν εμένα, μόνο εμένα. Όπως με περιγέλασε εκείνη που τα έστησε στητά στη κάμαρά της, όταν της ομολόγησα πως δε μπορώ μακριά της. Και τώρα στέκω ενεός, ανήμπορος για βήμα, και ενώ το θέλω διακαώς να φύγω από το μνήμα. Αχου, dixan και skip και συ soflan και ατμοσίδερο βαρύ πολυπυρακτωμένο πόσοι την επιθύμησαν κι όμως εσείς μονάχα τη βλέπετε να γδύνεται όπως κανείς δε θα'θελε να ιδεί.
Κι έπειτα ήλθε κι όπως πάντα θα'ρχεται, όσο τον εξυμνούμε κι οσο δεν, ο ήλιος κι η καλοκαιριά κι εγδυσε τα κορμιά απ' το κάθε τους περίβλημα, του ρούχου και της
συστολής. Κι άνθισε ο κήπος, και φρούτεψε το δέντρο κι αφράτεψε ο καρπός ο ζουμερός, ο ευφραντής, ο της λαχτάρας θρέμμα. Κι ήθελες να πιεις απ´ άκρη σ' άκρη του χυμούς της μ' όλα τα χρώματά τους και τις γεύσεις στης κοιλίας τα λαγκάδια και στων γονάτων τις κορφές και των στηθιών τα εξωκκλήσια και στα σπαρμένα της μαλλιά και στου αυτιού της τη σπηλιά και του λαιμού τις ρεματιές και των μηρών χαράδρες. Να πέσεις και να μη σε βρει παπάς για να σε θάψει μέρα καταμεσήμερο και ολοπαραδομένον. Και πέρασαν οι τρυγητές κι έδρεψαν τον καρπό της, και πέρασαν τα άροτρα και όργωσαν το εντός της και εσπειραν και πολύ βαθιά άλλοι και τη σπορά τους. Κι ας ήτανε ανάδρομο της Δήμητρος φεγγάρι κι έτυχε και δεν είδε, κι ας ήτανε η μαμή τυφλή κι έτυχε και δεν είδε· μα τα παιδιά τα ασύλληπτα λίπασμα των ερώτων. Λουλούδι μου ολάνθιστο, βαθύχρωμο και βαριομύριστο πόσο σε επιθύμησα κι ενώ ποτέ δε σε είχα.
Πρώτη βροχή, πρώτη κι αρχή του φθίνω της οπώρας κι όπως πατούν τα στράφυλα στραγγίζουν το ζουμί τους, κι όπως μεθούν χαράματα ξερνούνε το κρασί τους. Χτυπούν καμπάνες για χαρά, χτυπά η καρδιά μου λύπη, έκοψε το λουλούδι μου άλλος, κι εμέ μου λείπει. Ντύθηκε στα λευκά κι εγώ φορώ πένθος μες στη ψυχή μου, ανέβαινε στην Εκκλησιά κι εγώ στον Αδη κάτω και χόρεψε υπόσχεση και χήρεψα τη σχέση. Τη σχέση που ως ανάξιος ποτέ δεν αξιώθην και κλαίγω και οι σταλαματιές είναι η βροχή η άλλη. Μία βροχή που κίνησε από τη Γη να βρει κάτι το θείο, κάτι στα σύννεφα να βρει, ή κάτι εις τους αιθέρες κι αν πάλι ανάξια σταθεί, να πέσει και να τσακιστεί στη θάλασσα, στις βέρες. Χρυσό κλαρί και μάλαμα τα φύλλα σου καλή μου κι εμένα που δεν ευωδιάς, θα σ' αλμυροποτίσω όσο να αδειάσουν απ' εμέ οι αδενες του κορμιού μου, το σπέρμα και το κλάμα μου, ο ιδρώτας και το αίμα. Άνθος και δέσμη αλλονού, πόσο σε επιθύμησα κι αλλού στολίζεις τόνε.
Πυκνώσανε τα σύννεφα, γκριζώσαν οι κροτάφοι, κι οι ουρανοί εγκρίζαραν, ανοίχτηκαν και τάφοι. Τάφοι οικογενειακοί, καλοί-κακοί together, together and forever. Μοχλάει τα κουτσουρα εντός του άθου του ανθού της, τα κουτσούρα που γέννησε και που τα περιβάλλει. Είχε το τζάκι αναφτό, πετρόχτιστο κι ωραίον. Και προπαντός ξεχρέωτον και καλοπληρωμένον. Κι απέμενε ο σπαραγμός της φλόγας στην εστία, της φλόγας που εφώτιζεν ρωγμές από τους χρόνους και κρέατα που κρέμασαν αφού έφεραν γόνους. Κι η κάμαρη που αντήχησε των οργασμών το μέλλος και μέλι από αμάλαγη γύρη εις τα δυο σκέλη, που κόνεψε στρατιές ανδρών, σκιές κλειστών βλεφαρων, που άναβαν και χάνονταν όπως τα φώτα φάρων, θά' πρέπε οι τοίχοι οι άτυχοι της κάμαρης ετούτης, αν είχαν κάποια τσίπα, στο λέω και το είπα, να σωριαστούνε καταής και κονιορτός να γίνουν, σκόνη και αύρα και μηδέν να μετουσιωθούνε παρά να αντικρύζουνε το θέαμα ετουτο: μια σιδερώστρα τσίγκινη και πρέσα ατμοσιδέρου καταμεσής να στέκονται με ύφος και με στόμφο και πλάι τα ασιδέρωτα , στεγνά μπουγαδιασμένα να ευωδιάζουν χημικά σα ρόδα και σα μήλα και να γελούν, να περιγελουν εμένα, μόνο εμένα. Όπως με περιγέλασε εκείνη που τα έστησε στητά στη κάμαρά της, όταν της ομολόγησα πως δε μπορώ μακριά της. Και τώρα στέκω ενεός, ανήμπορος για βήμα, και ενώ το θέλω διακαώς να φύγω από το μνήμα. Αχου, dixan και skip και συ soflan και ατμοσίδερο βαρύ πολυπυρακτωμένο πόσοι την επιθύμησαν κι όμως εσείς μονάχα τη βλέπετε να γδύνεται όπως κανείς δε θα'θελε να ιδεί.
23/8/10
επικήδειος αντίλογος
Έκαιγε ο ήλιος την πέτρα, την ταφόπετρα. Κι εμείς κλαίγαμε. Τα δάκρυά μας πέφτανε καυτά και γι' αυτό, ανάμεσα στα άλλα, δεν ωφελούσαν. Στη λάβα των δακρύων κινούσε να ενωθεί κι ο ιδρώτας από τις ρεματιές του σώματος. Του σώματος με τα σκούρα ρούχα, τα περιστασιακά, που κυμάτιζαν, όσες πτυχές τους δεν είχαν κολλήσει κατάσαρκά μας, πάνω από το άψυχο σώμα με την ύστατη φορεσιά. Κολλούσε πάνω μας η πένθιμη ενδυμασία, κολλούσε κι ο παπα-Παναγιώτης σε κάθε λέξη σχεδόν. Σχεδον κεκές και σχεδον κουκουές. Παπάς ανέκδοτο.
Κι αυτά τα κυπαρίσσια είναι τα πιο άχρηστα δέντρα απο άποψη ίσκιου. Πού να συγκριθούν με τα γέρικα πλατάνια, που να' ναι αεισκιερά. Όμως, αν θάβαμε τους ανθρώπους κάτω από πλάτανους με τον παχύ, τον χορταστικό ίσκιο, στο τέλος θα καταλήγαμε να πίνουμε ούζα αντί κονιάκ, και θα ευχόμαστε γνήσια περιχαρείς στην υγειά μας αντί δήθεν-καμιά φορά- περίλυποι θεοσχωρέστον.
Έκλαιγε αυτός και ρουφούσε τις μύξες σαν αγροίκος. Όπως τότε που έβγαινε από τη θάλασσα, λες κι έβγαινε απ' το σπίτι του. Κρατούσε μια ψαρούκλα, το ίδιο ανεπιτήδευτα όπως κρατά κανένας μια αρμαθιά κλειδιά. Ένας άντρακλας με πλατάρες και μπρατσα να! Η ψαρούκλα, που βρήκε το θάνατο από το ψαροτούφεκό του, φαινόταν ασήμαντο λιθρίνι στις χερούκλες του. Να θες να σε ξαπλώσει στην άμμο και να δεις τα κουκουνάρια ανάποδα. Τότε, στην πρώτη μας νεότητα πολλές εκφράσεις τις χρησιμοποιούσαμε επαναλαμβανόμενα, με έμφαση αλλα λανθασμένα. Σήμερα, καθώς έβλεπα μέσα από τα υγρά ματιά μου την μάνα του καταλάβαινα καλύτερα το νόημα της έκφρασης που μεταχειριζόμασταν με λάθος τρόπο. Το σωστό ήταν να πω πως ήθελα να με ξαπλώσει κάτω και να πω το Δεσπότη Παναγιώτη.
Νυν απολύεις τη δούλη σου, Δέσποτα.
Έκλαιγε και ρουφούσε τις μύξες του ξεδιάντροπα. Ντρεπόταν και για λογαριασμό του η κοντή από δίπλα, η οποία ωστόσο μυξόκλαιγε. Έκλαιγε δηλαδή τόσο συγκρατημένα που οι δυο σταγόνες που αμόλησαν οι δακρυικοί της πόροι κυλούσαν πιο αργά από τις ουρές των εκδρομέων του δεκαπενταύγουστου μπροστά στη μπουκαπόρτα του καραβιού που θα τους πάει στα νησά. Η ψηλομύτα, που η μύτη της δε μυρίστηκε απ΄τα κάστρα τα ψηλά πως ήταν σε κηδεία να αφήσει ένα ρυάκι συγκίνησης να τρέξει ίσαμε το άνω χείλος, που με τα τρεχαματα της τελετής και τα ύστερα της πεθεράς είχε ξεχάσει να αποτριχώσει, ως συνήθως. Κοντή, ψηλομύτα και μουστακαλού.Μοιάζαμε τρομερά.
Όταν μας την παρουσίασε πρώτη φορά στην παρέα, παρά το ότι είχα τυφλωθεί από ζήλια, αναγκάστηκα να συμφωνήσω με τους υπόλοιπους, μάλλον κακεντρεχείς, ως προς το οφθαλμοφανές: μοιάζαμε σαν αδελφές. Και πράγματι υπήρξαμε τόσο αδελφωμενες όσο ο Κάιν και ο Άβελ. Ήταν η εποχή που άνδρες, γυναίκες και παιδιά κουρεύονταν καπελάκι· εμένα ήταν φυσικό ίσιο το μαλλί, εκείνη το ίσιωνε. Ήξερε τον ίσιο δρόμο γενικά. Εγώ, το καπελάκι μου και σε άλλη παραλία, ειδικά.
Εγώ όμως, στη σημερινή περίσταση, αντίθετα με την αδελφή του ελέους, έριχνα το κλάμα της ζωής μου. Σπάραζα, όπως η ψαρούκλα τότε στην χερούκλα του· ή όπως η πάλαι ποτέ σωσίας μου -γιατι δε μπορεί να κοιμάσαι με αυτόν τον άντρα χωρίς σπαραγμό, όσο ξενέρωτη κι αν είσαι- στην αγκαλιά του. Θα πρέπει να έδειχνα πολύ χάλια, με μια μύτη κόκκινη από το πολύ το σφούγγισμα και τα ματιά πρησμένα γιατί ήταν η πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε που δε με κοιτούσε σα να είμαι φρέσκο ψάρι στα κάρβουνα που ήθελε να ξεκοκαλίσει με τις χειλάρες του.
Κοιτούσα προφίλ τη "συγχωρεμένη". Σε τίποτα δεν της έμοιαζε. Αυτή ήταν σα σκίτσο με στυλό κι αυτός σαν πίνακας με παχύρευστη τέμπερα. Λεπτή μύτη καμπουριαστή με μακρόστενα ρουθούνια, στουμπωμένα τώρα με βαμβάκι, αυτή. Φαρδιά, ευθυτενή μύτη με στρογγυλά ρουθούνια τίγκα τώρα στη μύξα, αυτός. Όταν έβγαινε από τη θάλασσα, εγώ τον επιθυμούσα τόσο ώστε φαντασιωνόμουν να του γλείψω την διάφανη βλέννα που ´χε κολλήσει στα πυκνά του γένια. Τι αγριάνθρωπος Θεέ μου. Κι όταν χαμογελούσε, όπως το λέει ο ποιητής «όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσα απ' τ' άγρια γενιά τους». Ήθελε πάντοτε να ανοίξει τα φτερά του για άλλους τόπους. Χελιδόνι, ναυτικός, κάτι τέτοιο.
Όταν οι περισσότεροι έμπαιναν στο ναυτικό με τα κόλπα του πελατειακού πολιτικού συστήματος για να μη κακοπεράσουν, αυτός κατατασσόταν λες κι εκπληρώνε το όνειρο της ζωής του. Κι ας βρήκαν κάποιοι, ανάμεσα στους οποίους η ψόφια όρκα που δε πρόλαβα να της τα ψάλλω πριν τον παπά-Παναή, αφορμή να μουρμουρίσουν κάποια μισόλογα για το ναυτικό και τις αδελφές. Εγώ όμως που ήμουν δηλωμένη πια όταν μετά τις πολλές αναβολές αποφάσισα να εκτίσω τη θητεία μου, πήγα χωρίς πολλά πολλά στο στρατό ξηράς. Και βρήκα πολλά κραγμένα γκεόλια εκεί μέσα, που μπροστά τους φαινόμουν καραστρέιτ. Άρα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια από τις πιέσεις, μαζί με την αρτηριακή της, που ασκούσε η πεθαμένη για να του τσακίσει τον όποιο τσαμπουκά, όταν στα 18 του-βλέπεις δεν ανήκε ποτέ στη φοιτητιωσα νεολαία, και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αυτός ο γκαύλακας, ωστε να παίρνει αναβολές- υπηρέτησε στο ναυτικό.
Μια από κείνες τις ατέλειωτες βραδιές, που μετά τα νυχτερινά μακροβούτια, τις φωτιές στην αμμουδιά, τις παγωμένες μπύρες και τις κάφτρες από τα τσιγάρα να φωτίζουν τα πρόσωπά μας και προπάντων τις καστανοπράσινες ματάρες του, καταλήξαμε να το ξενυχτάμε οι δυο μας, κοιτώντας τον ουρανό που μακριά από τα ηλίθια φώτα του πολιτισμού ξεδιπλώνει πάντα τον έναστρο μανδύα του. Μιλήσαμε για τα πάντα, για τα σύμπαντα, εκτός από μας τους δυο. Κολυμπήσαμε γυμνοί, μετά από δική του προτροπή, και ξαπλώσαμε πλάι-πλάι, ενώ οι ώμοι μας ακουμπούσαν τόσο όσο εγώ να έχω λιποθυμησει σχεδόν από πόθο κι αυτός να ξεροκαταπίνει και να μην τολμά να γυρίσει να με κοιτάξει, σα να διαπράττει το έγκλημα της ζωής του. Που τί έγκλημα να διαπράξει αυτός ο αγαθός γίγαντας, που όσο αγριάνθρωπος είναι απέξω, τόσο ψυχούλα είναι από μέσα ενώ η γέφυρα ανάμεσα στους δυο πόλους είναι η ομορφιά του μέσα-έξω.
Αντίθετα, αυτό το ψοφίμι, πριν και μετά το θάνατο της, άσχημη μέσα-έξω, μόλυνε συστηματικά τη ζωή του μοναχογιού της με ασχήμια και θανατίλα. Όπως άλλες πλέκουν την προίκα της κόρης, αυτή του επλεκε το εφιαλτικό σενάριο της ζωής του. Μιας ζωής κόντρα στις επιθυμίες του. Όπως άλλες κεντούσαν τα προικιά της θυγατέρας, αυτή του τρυπούσε τα μυαλά με το δηλητήριό της. Ενας μπαμπούλας παραμόνευε να τον καυασπαράξει σε κάθε θέλω του. Έτσι κατάφερε η απαίσια σκρόφα να τον μετατρέψει σε ένα τέλεια δυστυχισμένο άνθρωπο που γευμάτιζε ωστόσο κάθε Κυριακή μαζί της και της σέρβιρε, αυτό που τράβαγε η όρεξη της, ένα εγγόνι. Μόνος στο τραπέζι με τρεις γυναίκες.
Ο πατέρας του σοφός άνθρωπος. Έφτιαξε μετά τη σύνταξη έναν μπαχτσέ στο χωριό, πολλά χιλιόμετρα και στριφογυριστά τα περισσότερα, μακριά από την αποδημήσασα, ακρίβυνε η βενζίνη πού να πηγαινοέρχεται, κατσικώθηκε στο κατσικοχώρι του, στην αυτοεξορία του. Και άφησε τη σκύλλα να λυσσάει μόνη της ώσπου την πήρε ο μόνος αρσενικός που θα μπορούσε να την κουλαντρίσει. Με ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα ο Χάρος την έκανε δική του. Κεραυνοβόλος θάνατος. Που αν ήξερε με ποια είχε να κάνει, μπορεί και κείνος να το ανέβαλλε για αργότερα, όπως έκανε άλλωστε με όλα τα σκατόψυχα γερόντια που κυκλοφορούν χωλωμένα ως τα βαθιά γεράματα ενώ πετσοκόβει στο άνθος τους κάτι ψυχούλες σαν τον κολλητό του τεθλιμμένου γιου, έναν ημίθεο που κάποτε τον ζήλευα κι εκείνον.
Αυτονού όμως η μάνα, όπως κι η δικιά μου, δεν ήταν της Εκκλησίας, όπως η ασυγχώρητη που παριστάνει τώρα την συγχωρεμένη και η συμπεθέρα της, η μάνα της κοντής. Εμείς και οι μανάδες μας ήμαστε απολωλότα πρόβατα. Οι συμπεθέρες θεοσεβάμενες. Αυτή, την αμφιβόλου υπάρξεως οντότητα, το Θεό, τη σεβόντουσαν. Εμείς, που'χαμε σάρκα και οστά, δεν αξίζαμε το σεβασμό τους. Ούτε και ως νεκροί. Γι' αυτό, όταν σκοτώθηκε ο κολλητός του λεγάμενου, που οσο ζουσε ηταν ο «κακεσπαρεες», δικαίως η ανεγκέφαλη, που σύντομα θά' ναι τέτοια κυριολεκτικά, έκρινε πως αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα, εννοώντας πως αν οι γονείς του ήταν ανθρωποι θρησκευάμενοι αντί για γλεντζέδες, και το παιδί δε θα το τράκαρε ο άλλος ο μεθυσμένος στον παλιό Εθνικό. Όμως και το σκοτωμένο, αν ειχε τα μυαλά του μες στο κεφάλι του, δε θα σκορπίζονταν τελικά στην άσφαλτο να τα μαζεύει το εκαβ. Βέβαια, αν σκοτωνόταν σε τροχαίο γιος του έθνους των προσκυνούντων θα αλλάζανε τροπάριο, λέγοντας πως ο Θεος τους καλούς τους παίρνει γρήγορα κοντά του. Αλλά τέτοιοι υπήρξαν οι εθνικοί μας οδοί, τετοια και τα φονταμεντάλ χριστιανοφασοστόνια που αποτελούν το έθνος μας.
Κινδύνευα λέμε να σκάσω απ' το κλάμα. Από όλες τις μοιρολογίστρες μόνο εγώ κι ο γιος της απομείναμε να κλαίμε. Πως είχα εκτίμηση, αγάπη, λατρεία μη σου πω στην τεζαρισμένη, όλη η Ενορία θα το παραδεχτεί μια απο τις προσεχείς μέρες. Εκτός κι αν κάποια φαρμακόγλωσσα, που είναι, όσο να πεις, ενδημικό είδος στις τάξεις των σταυροκοπούντων, πετάξει με τακτική κόμπρας το δηλητήριο «την έκλαψε πολύ τη μακαρίτισσα η νύφη της». Μια άλλη θα απορήσει. Και δικαίως, αφού η κοντή με το ζόρι έχυσε δυο δάκρυα. Και τότε η φαρμακόγλωσσα θα λάβει την πάσα που περίμενε: «όχι καλέ η καθηγήτρια», θα διευκρινίζε εννοώντας την ωρομίσθια αδιόριστη εκπαιδευτικό, «την άλλη, την Ιταλίδα», εννοώντας εμένα που ζούσα εδώ και χρόνια στη Φλωρεντία.
Κόντευε να τελειώσει η κηδεία που το βαρύ εγκεφαλικό του ιερωμένου και η συνεπακολουθη ανήκεστος βλάβη στην άρθρωση του λόγου, του λόγου του Θεού εν προκειμένω, την επιμήκυνε τόσο ώστε μες στο καταμεσήμερο να δυσφορήσουν -συγκρατημένα μεν- μέχρι και οι συθρησκόληπτες της πεθαμένης, που ' ναι μαθημένες σε τέτοια ιβέντς. Δεν άντεχα άλλο να κλαίω για τον άνδρα που λάτρεψα όσο κανέναν και τον λάτρεψα όσο κανείς. Βαλάντωσα να τον βλέπω πλάι σε μια ημιθανή κλώσσα, ανήμπορο να δραπετεύσει από το δίχτυ της δυστυχίας που του ύφανε μαζί με τη μάνα της και την τρισκατάρατη τη μάνα του, που στον αγύριστο να πάει η σιχαμένη, να τον βλέπω δυστυχή και εγκλωβισμένο στην επαρχία των αθλίων όπου άρχισε πια να γίνεται γνωστό πως κάποιες νύχτες έβγαινε και ψωνιζόταν στη πιάτσα, πίσω από το νεκροταφείο. Αυτός που θα μπορούσε να' ναι ο άντρας μου.
Κι αυτά τα κυπαρίσσια είναι τα πιο άχρηστα δέντρα απο άποψη ίσκιου. Πού να συγκριθούν με τα γέρικα πλατάνια, που να' ναι αεισκιερά. Όμως, αν θάβαμε τους ανθρώπους κάτω από πλάτανους με τον παχύ, τον χορταστικό ίσκιο, στο τέλος θα καταλήγαμε να πίνουμε ούζα αντί κονιάκ, και θα ευχόμαστε γνήσια περιχαρείς στην υγειά μας αντί δήθεν-καμιά φορά- περίλυποι θεοσχωρέστον.
Έκλαιγε αυτός και ρουφούσε τις μύξες σαν αγροίκος. Όπως τότε που έβγαινε από τη θάλασσα, λες κι έβγαινε απ' το σπίτι του. Κρατούσε μια ψαρούκλα, το ίδιο ανεπιτήδευτα όπως κρατά κανένας μια αρμαθιά κλειδιά. Ένας άντρακλας με πλατάρες και μπρατσα να! Η ψαρούκλα, που βρήκε το θάνατο από το ψαροτούφεκό του, φαινόταν ασήμαντο λιθρίνι στις χερούκλες του. Να θες να σε ξαπλώσει στην άμμο και να δεις τα κουκουνάρια ανάποδα. Τότε, στην πρώτη μας νεότητα πολλές εκφράσεις τις χρησιμοποιούσαμε επαναλαμβανόμενα, με έμφαση αλλα λανθασμένα. Σήμερα, καθώς έβλεπα μέσα από τα υγρά ματιά μου την μάνα του καταλάβαινα καλύτερα το νόημα της έκφρασης που μεταχειριζόμασταν με λάθος τρόπο. Το σωστό ήταν να πω πως ήθελα να με ξαπλώσει κάτω και να πω το Δεσπότη Παναγιώτη.
Νυν απολύεις τη δούλη σου, Δέσποτα.
Έκλαιγε και ρουφούσε τις μύξες του ξεδιάντροπα. Ντρεπόταν και για λογαριασμό του η κοντή από δίπλα, η οποία ωστόσο μυξόκλαιγε. Έκλαιγε δηλαδή τόσο συγκρατημένα που οι δυο σταγόνες που αμόλησαν οι δακρυικοί της πόροι κυλούσαν πιο αργά από τις ουρές των εκδρομέων του δεκαπενταύγουστου μπροστά στη μπουκαπόρτα του καραβιού που θα τους πάει στα νησά. Η ψηλομύτα, που η μύτη της δε μυρίστηκε απ΄τα κάστρα τα ψηλά πως ήταν σε κηδεία να αφήσει ένα ρυάκι συγκίνησης να τρέξει ίσαμε το άνω χείλος, που με τα τρεχαματα της τελετής και τα ύστερα της πεθεράς είχε ξεχάσει να αποτριχώσει, ως συνήθως. Κοντή, ψηλομύτα και μουστακαλού.Μοιάζαμε τρομερά.
Όταν μας την παρουσίασε πρώτη φορά στην παρέα, παρά το ότι είχα τυφλωθεί από ζήλια, αναγκάστηκα να συμφωνήσω με τους υπόλοιπους, μάλλον κακεντρεχείς, ως προς το οφθαλμοφανές: μοιάζαμε σαν αδελφές. Και πράγματι υπήρξαμε τόσο αδελφωμενες όσο ο Κάιν και ο Άβελ. Ήταν η εποχή που άνδρες, γυναίκες και παιδιά κουρεύονταν καπελάκι· εμένα ήταν φυσικό ίσιο το μαλλί, εκείνη το ίσιωνε. Ήξερε τον ίσιο δρόμο γενικά. Εγώ, το καπελάκι μου και σε άλλη παραλία, ειδικά.
Εγώ όμως, στη σημερινή περίσταση, αντίθετα με την αδελφή του ελέους, έριχνα το κλάμα της ζωής μου. Σπάραζα, όπως η ψαρούκλα τότε στην χερούκλα του· ή όπως η πάλαι ποτέ σωσίας μου -γιατι δε μπορεί να κοιμάσαι με αυτόν τον άντρα χωρίς σπαραγμό, όσο ξενέρωτη κι αν είσαι- στην αγκαλιά του. Θα πρέπει να έδειχνα πολύ χάλια, με μια μύτη κόκκινη από το πολύ το σφούγγισμα και τα ματιά πρησμένα γιατί ήταν η πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε που δε με κοιτούσε σα να είμαι φρέσκο ψάρι στα κάρβουνα που ήθελε να ξεκοκαλίσει με τις χειλάρες του.
Κοιτούσα προφίλ τη "συγχωρεμένη". Σε τίποτα δεν της έμοιαζε. Αυτή ήταν σα σκίτσο με στυλό κι αυτός σαν πίνακας με παχύρευστη τέμπερα. Λεπτή μύτη καμπουριαστή με μακρόστενα ρουθούνια, στουμπωμένα τώρα με βαμβάκι, αυτή. Φαρδιά, ευθυτενή μύτη με στρογγυλά ρουθούνια τίγκα τώρα στη μύξα, αυτός. Όταν έβγαινε από τη θάλασσα, εγώ τον επιθυμούσα τόσο ώστε φαντασιωνόμουν να του γλείψω την διάφανη βλέννα που ´χε κολλήσει στα πυκνά του γένια. Τι αγριάνθρωπος Θεέ μου. Κι όταν χαμογελούσε, όπως το λέει ο ποιητής «όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσα απ' τ' άγρια γενιά τους». Ήθελε πάντοτε να ανοίξει τα φτερά του για άλλους τόπους. Χελιδόνι, ναυτικός, κάτι τέτοιο.
Όταν οι περισσότεροι έμπαιναν στο ναυτικό με τα κόλπα του πελατειακού πολιτικού συστήματος για να μη κακοπεράσουν, αυτός κατατασσόταν λες κι εκπληρώνε το όνειρο της ζωής του. Κι ας βρήκαν κάποιοι, ανάμεσα στους οποίους η ψόφια όρκα που δε πρόλαβα να της τα ψάλλω πριν τον παπά-Παναή, αφορμή να μουρμουρίσουν κάποια μισόλογα για το ναυτικό και τις αδελφές. Εγώ όμως που ήμουν δηλωμένη πια όταν μετά τις πολλές αναβολές αποφάσισα να εκτίσω τη θητεία μου, πήγα χωρίς πολλά πολλά στο στρατό ξηράς. Και βρήκα πολλά κραγμένα γκεόλια εκεί μέσα, που μπροστά τους φαινόμουν καραστρέιτ. Άρα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια από τις πιέσεις, μαζί με την αρτηριακή της, που ασκούσε η πεθαμένη για να του τσακίσει τον όποιο τσαμπουκά, όταν στα 18 του-βλέπεις δεν ανήκε ποτέ στη φοιτητιωσα νεολαία, και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αυτός ο γκαύλακας, ωστε να παίρνει αναβολές- υπηρέτησε στο ναυτικό.
Μια από κείνες τις ατέλειωτες βραδιές, που μετά τα νυχτερινά μακροβούτια, τις φωτιές στην αμμουδιά, τις παγωμένες μπύρες και τις κάφτρες από τα τσιγάρα να φωτίζουν τα πρόσωπά μας και προπάντων τις καστανοπράσινες ματάρες του, καταλήξαμε να το ξενυχτάμε οι δυο μας, κοιτώντας τον ουρανό που μακριά από τα ηλίθια φώτα του πολιτισμού ξεδιπλώνει πάντα τον έναστρο μανδύα του. Μιλήσαμε για τα πάντα, για τα σύμπαντα, εκτός από μας τους δυο. Κολυμπήσαμε γυμνοί, μετά από δική του προτροπή, και ξαπλώσαμε πλάι-πλάι, ενώ οι ώμοι μας ακουμπούσαν τόσο όσο εγώ να έχω λιποθυμησει σχεδόν από πόθο κι αυτός να ξεροκαταπίνει και να μην τολμά να γυρίσει να με κοιτάξει, σα να διαπράττει το έγκλημα της ζωής του. Που τί έγκλημα να διαπράξει αυτός ο αγαθός γίγαντας, που όσο αγριάνθρωπος είναι απέξω, τόσο ψυχούλα είναι από μέσα ενώ η γέφυρα ανάμεσα στους δυο πόλους είναι η ομορφιά του μέσα-έξω.
Αντίθετα, αυτό το ψοφίμι, πριν και μετά το θάνατο της, άσχημη μέσα-έξω, μόλυνε συστηματικά τη ζωή του μοναχογιού της με ασχήμια και θανατίλα. Όπως άλλες πλέκουν την προίκα της κόρης, αυτή του επλεκε το εφιαλτικό σενάριο της ζωής του. Μιας ζωής κόντρα στις επιθυμίες του. Όπως άλλες κεντούσαν τα προικιά της θυγατέρας, αυτή του τρυπούσε τα μυαλά με το δηλητήριό της. Ενας μπαμπούλας παραμόνευε να τον καυασπαράξει σε κάθε θέλω του. Έτσι κατάφερε η απαίσια σκρόφα να τον μετατρέψει σε ένα τέλεια δυστυχισμένο άνθρωπο που γευμάτιζε ωστόσο κάθε Κυριακή μαζί της και της σέρβιρε, αυτό που τράβαγε η όρεξη της, ένα εγγόνι. Μόνος στο τραπέζι με τρεις γυναίκες.
Ο πατέρας του σοφός άνθρωπος. Έφτιαξε μετά τη σύνταξη έναν μπαχτσέ στο χωριό, πολλά χιλιόμετρα και στριφογυριστά τα περισσότερα, μακριά από την αποδημήσασα, ακρίβυνε η βενζίνη πού να πηγαινοέρχεται, κατσικώθηκε στο κατσικοχώρι του, στην αυτοεξορία του. Και άφησε τη σκύλλα να λυσσάει μόνη της ώσπου την πήρε ο μόνος αρσενικός που θα μπορούσε να την κουλαντρίσει. Με ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα ο Χάρος την έκανε δική του. Κεραυνοβόλος θάνατος. Που αν ήξερε με ποια είχε να κάνει, μπορεί και κείνος να το ανέβαλλε για αργότερα, όπως έκανε άλλωστε με όλα τα σκατόψυχα γερόντια που κυκλοφορούν χωλωμένα ως τα βαθιά γεράματα ενώ πετσοκόβει στο άνθος τους κάτι ψυχούλες σαν τον κολλητό του τεθλιμμένου γιου, έναν ημίθεο που κάποτε τον ζήλευα κι εκείνον.
Αυτονού όμως η μάνα, όπως κι η δικιά μου, δεν ήταν της Εκκλησίας, όπως η ασυγχώρητη που παριστάνει τώρα την συγχωρεμένη και η συμπεθέρα της, η μάνα της κοντής. Εμείς και οι μανάδες μας ήμαστε απολωλότα πρόβατα. Οι συμπεθέρες θεοσεβάμενες. Αυτή, την αμφιβόλου υπάρξεως οντότητα, το Θεό, τη σεβόντουσαν. Εμείς, που'χαμε σάρκα και οστά, δεν αξίζαμε το σεβασμό τους. Ούτε και ως νεκροί. Γι' αυτό, όταν σκοτώθηκε ο κολλητός του λεγάμενου, που οσο ζουσε ηταν ο «κακεσπαρεες», δικαίως η ανεγκέφαλη, που σύντομα θά' ναι τέτοια κυριολεκτικά, έκρινε πως αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα, εννοώντας πως αν οι γονείς του ήταν ανθρωποι θρησκευάμενοι αντί για γλεντζέδες, και το παιδί δε θα το τράκαρε ο άλλος ο μεθυσμένος στον παλιό Εθνικό. Όμως και το σκοτωμένο, αν ειχε τα μυαλά του μες στο κεφάλι του, δε θα σκορπίζονταν τελικά στην άσφαλτο να τα μαζεύει το εκαβ. Βέβαια, αν σκοτωνόταν σε τροχαίο γιος του έθνους των προσκυνούντων θα αλλάζανε τροπάριο, λέγοντας πως ο Θεος τους καλούς τους παίρνει γρήγορα κοντά του. Αλλά τέτοιοι υπήρξαν οι εθνικοί μας οδοί, τετοια και τα φονταμεντάλ χριστιανοφασοστόνια που αποτελούν το έθνος μας.
Κινδύνευα λέμε να σκάσω απ' το κλάμα. Από όλες τις μοιρολογίστρες μόνο εγώ κι ο γιος της απομείναμε να κλαίμε. Πως είχα εκτίμηση, αγάπη, λατρεία μη σου πω στην τεζαρισμένη, όλη η Ενορία θα το παραδεχτεί μια απο τις προσεχείς μέρες. Εκτός κι αν κάποια φαρμακόγλωσσα, που είναι, όσο να πεις, ενδημικό είδος στις τάξεις των σταυροκοπούντων, πετάξει με τακτική κόμπρας το δηλητήριο «την έκλαψε πολύ τη μακαρίτισσα η νύφη της». Μια άλλη θα απορήσει. Και δικαίως, αφού η κοντή με το ζόρι έχυσε δυο δάκρυα. Και τότε η φαρμακόγλωσσα θα λάβει την πάσα που περίμενε: «όχι καλέ η καθηγήτρια», θα διευκρινίζε εννοώντας την ωρομίσθια αδιόριστη εκπαιδευτικό, «την άλλη, την Ιταλίδα», εννοώντας εμένα που ζούσα εδώ και χρόνια στη Φλωρεντία.
Κόντευε να τελειώσει η κηδεία που το βαρύ εγκεφαλικό του ιερωμένου και η συνεπακολουθη ανήκεστος βλάβη στην άρθρωση του λόγου, του λόγου του Θεού εν προκειμένω, την επιμήκυνε τόσο ώστε μες στο καταμεσήμερο να δυσφορήσουν -συγκρατημένα μεν- μέχρι και οι συθρησκόληπτες της πεθαμένης, που ' ναι μαθημένες σε τέτοια ιβέντς. Δεν άντεχα άλλο να κλαίω για τον άνδρα που λάτρεψα όσο κανέναν και τον λάτρεψα όσο κανείς. Βαλάντωσα να τον βλέπω πλάι σε μια ημιθανή κλώσσα, ανήμπορο να δραπετεύσει από το δίχτυ της δυστυχίας που του ύφανε μαζί με τη μάνα της και την τρισκατάρατη τη μάνα του, που στον αγύριστο να πάει η σιχαμένη, να τον βλέπω δυστυχή και εγκλωβισμένο στην επαρχία των αθλίων όπου άρχισε πια να γίνεται γνωστό πως κάποιες νύχτες έβγαινε και ψωνιζόταν στη πιάτσα, πίσω από το νεκροταφείο. Αυτός που θα μπορούσε να' ναι ο άντρας μου.
23/8/09
Blue Plaque...Blue Plague
"Ο Άκης ο μπατζανάκης του θείου του κουμπάρου μου είναι πλακατζής. Ε, ρε πλάκες που κάνανε με τον θείο κάθε καλοκαίρι που πηγαίνανε κάμπιγκ στα νησιά και τις έλεγε μετά ο θείος στον αδελφό του και τ' άκουγε ο κουμπάρος μας που'ταν τότε παιδί. Μετά έφτιαξε με τα χίλια ζόρια ο Άκης ένα εξοχικό στον Πόρο και κάπως τα χωρίσαν τα τζανάκια τους τα μπατζανάκια και ο πατέρας του κουμπάρου μου ως εκ τούτου. Καλό παιδί ο Άκης. Αλλά να μη τους καλέσει μια φορά στο εξοχικό; Πόση ώρα είναι μωρέ ο Αργοσαρωνικός από Αθήνα; Τέλοσπαντων.
Έχει και τρία παιδιά ο Άκης. Ο μεγάλος του γιος είναι γραφίστας σε μια διαφημιστική. Τέντες, τζάκια, τζακούσια, καναπέδες, μπιντέδες, καρεκλόπανα, τραπεζομάχαιρα μέχρι οδοντογλυφίδες που λέει ο λόγος διαφημίζουν. Έχει κι αυτός δυο παιδιά. Δίδυμα. Δεν κάνανε παιδιά και από ό,τι ψιθυρίζεται μάλλον είναι από εξωσωματική. Και να πεις πως έχει προλάβει να τα χαρεί; Νύχτα φεύγει απ'τη δουλειά. Σαββατοκύριακα, αργίες δεν έχει. Παίρνει καλά λεφτά αλλά ίσα που φτάνουν για το δάνειο. Έχει χτίσει μια φανταστική μεζονέτα κάπου έξω απ' την Αθήνα. Πόσο να άντεχε και ο άνθρωπος με την οικογένειά του μες στο κέντρο; Αν και τώρα ούτε το σπίτι, ούτε την οικογένεια προφταίνει να φχαριστηθεί. Τέλοσπαντων.
Ο άλλος του γιος σπουδάζει πολιτικός υπομηχανικός. Είχε τελειώσει και μια άλλη σχολή στο ΤΕΙ. Γεωπονίας νομίζω. Κάτι τέτοιο. Αλλά ξανάδωσε εξετάσεις να μπει στο Δομικών Έργων γιατί τον έψησε ο κουνιάδος του να ασχοληθεί με τις οικοδομές που είναι τώρα "χρυσωρυχείο". Τώρα βέβαια που τελειώνει τα βρίσκει σκούρα με πτυχιακή, πρακτική και ένα σωρό μαθήματα που του έχουν μείνει και σιχτιρίζει την ώρα και τη στιγμή που πίστεψε το κουνιάδο. Τις προάλλες λίγο έλειψε να τα τσουγκρίσουνε για τα καλά. Κάτι μισόλογα του πέταξε η αδελφή του πως ο άντρας της, ο κουνιάδος του μικρού γιου του Άκη, ο μεγαλοεργολάβος ντε, και να τελειώσει το ΤΕΙ δε θα τον χρειαστεί στη δουλειά. Η κρίση λέει και κουραφέξαλα. Τρελάθηκε ο μικρός γιος του Άκη. Εμ, τον έβαλε να σκοτωθεί άλλα 4 χρόνια να σπουδάζει, εμ, τώρα πάει να του τη φέρει; Ευτυχώς που έχει και το φυτώριο ο μικρός δηλαδή αλλιώς αν περίμενε από το λαμόγιο τον κουνιάδο του θα ψόφαγε στη ψάθα. Μη νομίζεις, ούτε και το φυτώριο δεν έχει πολύ χρήμα. Αν δεν ήταν και η κομπίνα με τα δέντρα τα Χριστούγεννα, θα σου' λεγα εγώ....Τέλοσπαντων.
Η κόρη του Άκη δε θυμάμαι να σπούδασε τίποτα. Αλλά την έχει βολέψει. Είναι διορισμένη μόνιμη διοικητική υπάλληλος στη Δημοτική Αστυνομία στην Κόρινθο. Έχει βέβαια να πατήσει στη δουλειά κάτι χρόνια. Από όταν διορίστηκε κάνει το ένα παιδί μετά το άλλο. Τρία έχει τώρα, ζωή να'χουνε και πάει για το τέταρτο. Αλλά τι ανάγκη έχουν αυτοί; Της έχει φτιάξει ο άντρας της ένα σπίτι-παλάτι. Αφού όταν είχαμε πάει μια φορά από κει για τη βάφτιση του μεσαίου της παιδιού, της είπαμε να τυπώσει χάρτη να μη χαθούμε μες στο ανάκτορο. Δε μου φάνηκε πως της πολυάρεσε το αστείο. Πολύ την έχει ψωνίσει κι εκείνη μου φαίνεται. 'Εχει βάλει να της βαφτίσουν τα παιδιά όλοι οι βουλευτάδες της Πελοποννήσου και κάτι έγινε νομίζει. Ψιθυρίζονται πολλά και διάφορα για τον άντρα της, πως τάχα τα έχει κάνει πλακάκια με την αστυνομία και τους πολιτικούς και είναι μεγάλος οικοπεδοφάγος. Μόνο να φανταστείς πως πέρυσι είχε καταφέρει να έχει στημένα δυο πυροσβεστικά στο χωριό των δικών του, που δεν έπιασε φωτιά, ενώ αλλού καίγονταν άνθρωποι και περιουσίες. Τέλοσπαντων.
Τι στα λέω τώρα όλα αυτά; Ο Άκης ο πλακατζής, οι γιοι του, η κόρη του, ο άντρας της και αυτοί με τους οποίους τα΄χει κάνει πλακάκια κάψανε τα δάση. Κι ούτε θα τους συλλάβουν, ούτε φυλακή θα πάνε, ούτε τίποτα. Αλλά μια μέρα θα τους αφιερώσουν και τιμητική πλακέτα για ευεργέτες. Χωρίς πλάκα."
Έχει και τρία παιδιά ο Άκης. Ο μεγάλος του γιος είναι γραφίστας σε μια διαφημιστική. Τέντες, τζάκια, τζακούσια, καναπέδες, μπιντέδες, καρεκλόπανα, τραπεζομάχαιρα μέχρι οδοντογλυφίδες που λέει ο λόγος διαφημίζουν. Έχει κι αυτός δυο παιδιά. Δίδυμα. Δεν κάνανε παιδιά και από ό,τι ψιθυρίζεται μάλλον είναι από εξωσωματική. Και να πεις πως έχει προλάβει να τα χαρεί; Νύχτα φεύγει απ'τη δουλειά. Σαββατοκύριακα, αργίες δεν έχει. Παίρνει καλά λεφτά αλλά ίσα που φτάνουν για το δάνειο. Έχει χτίσει μια φανταστική μεζονέτα κάπου έξω απ' την Αθήνα. Πόσο να άντεχε και ο άνθρωπος με την οικογένειά του μες στο κέντρο; Αν και τώρα ούτε το σπίτι, ούτε την οικογένεια προφταίνει να φχαριστηθεί. Τέλοσπαντων.
Ο άλλος του γιος σπουδάζει πολιτικός υπομηχανικός. Είχε τελειώσει και μια άλλη σχολή στο ΤΕΙ. Γεωπονίας νομίζω. Κάτι τέτοιο. Αλλά ξανάδωσε εξετάσεις να μπει στο Δομικών Έργων γιατί τον έψησε ο κουνιάδος του να ασχοληθεί με τις οικοδομές που είναι τώρα "χρυσωρυχείο". Τώρα βέβαια που τελειώνει τα βρίσκει σκούρα με πτυχιακή, πρακτική και ένα σωρό μαθήματα που του έχουν μείνει και σιχτιρίζει την ώρα και τη στιγμή που πίστεψε το κουνιάδο. Τις προάλλες λίγο έλειψε να τα τσουγκρίσουνε για τα καλά. Κάτι μισόλογα του πέταξε η αδελφή του πως ο άντρας της, ο κουνιάδος του μικρού γιου του Άκη, ο μεγαλοεργολάβος ντε, και να τελειώσει το ΤΕΙ δε θα τον χρειαστεί στη δουλειά. Η κρίση λέει και κουραφέξαλα. Τρελάθηκε ο μικρός γιος του Άκη. Εμ, τον έβαλε να σκοτωθεί άλλα 4 χρόνια να σπουδάζει, εμ, τώρα πάει να του τη φέρει; Ευτυχώς που έχει και το φυτώριο ο μικρός δηλαδή αλλιώς αν περίμενε από το λαμόγιο τον κουνιάδο του θα ψόφαγε στη ψάθα. Μη νομίζεις, ούτε και το φυτώριο δεν έχει πολύ χρήμα. Αν δεν ήταν και η κομπίνα με τα δέντρα τα Χριστούγεννα, θα σου' λεγα εγώ....Τέλοσπαντων.
Η κόρη του Άκη δε θυμάμαι να σπούδασε τίποτα. Αλλά την έχει βολέψει. Είναι διορισμένη μόνιμη διοικητική υπάλληλος στη Δημοτική Αστυνομία στην Κόρινθο. Έχει βέβαια να πατήσει στη δουλειά κάτι χρόνια. Από όταν διορίστηκε κάνει το ένα παιδί μετά το άλλο. Τρία έχει τώρα, ζωή να'χουνε και πάει για το τέταρτο. Αλλά τι ανάγκη έχουν αυτοί; Της έχει φτιάξει ο άντρας της ένα σπίτι-παλάτι. Αφού όταν είχαμε πάει μια φορά από κει για τη βάφτιση του μεσαίου της παιδιού, της είπαμε να τυπώσει χάρτη να μη χαθούμε μες στο ανάκτορο. Δε μου φάνηκε πως της πολυάρεσε το αστείο. Πολύ την έχει ψωνίσει κι εκείνη μου φαίνεται. 'Εχει βάλει να της βαφτίσουν τα παιδιά όλοι οι βουλευτάδες της Πελοποννήσου και κάτι έγινε νομίζει. Ψιθυρίζονται πολλά και διάφορα για τον άντρα της, πως τάχα τα έχει κάνει πλακάκια με την αστυνομία και τους πολιτικούς και είναι μεγάλος οικοπεδοφάγος. Μόνο να φανταστείς πως πέρυσι είχε καταφέρει να έχει στημένα δυο πυροσβεστικά στο χωριό των δικών του, που δεν έπιασε φωτιά, ενώ αλλού καίγονταν άνθρωποι και περιουσίες. Τέλοσπαντων.
Τι στα λέω τώρα όλα αυτά; Ο Άκης ο πλακατζής, οι γιοι του, η κόρη του, ο άντρας της και αυτοί με τους οποίους τα΄χει κάνει πλακάκια κάψανε τα δάση. Κι ούτε θα τους συλλάβουν, ούτε φυλακή θα πάνε, ούτε τίποτα. Αλλά μια μέρα θα τους αφιερώσουν και τιμητική πλακέτα για ευεργέτες. Χωρίς πλάκα."
21/6/09
ban motherfucker ban
Ανήκω στη σπάνια κατηγορία των social smokers. Καπνίζω δηλαδή 2-3 τσιγάρα σε φάση που έχω βγει, έχω πιει, είμαι σε μια σχετικά νταλκαδιάρικη κατάσταση και καπνίζουν και οι άλλοι νταλκαδιάρηδες της παρέας. Σπάνια κατηγορία για τα ελληναράδικα δεδομένα που καπνιστής θα πει καπνίζω σε άσχετες φάσεις, συ-νέ-χει-α και δεμαπασχολεί το θέμα ο παθητικός καπνιστής δίπλα μου. Το πόσο γουρούνια είναι (είμαστε) οι καπνιστές και οι καπνίστριες (γιατί το στερεότυπο συνήθως σε πάει σε άνδρα κάφρο) το διαπίστωσα όταν έμεινα έγκυος.
Καλοκαίρι του 2008. Είμαι με μια κοιλιά ως το ταβάνι ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο της πεντικιουρίστας σε ένα δωματιάκι 3Χ3. Στο κελί της ομορφιάς εισέρχεται μια θείτσα 50άρα με το τσιγάρο αναμμένο και ξαπλώνει στο διπλανό κρεβάτι. Ο καπνός από το τσιγάρο της εννοείται ότι μποχίζει όλο το δωμάτιο. Οι νυχούδες δεν της κάνουν καμία παρατήρηση: είναι κι αυτές καπνίστριες. Την καρφώνω: με το βλέμμα και στον μπάτσο εντός μου. Επιτέλους σηκώνει τα μάτια απ' το περιοδικό, που΄ναι η κάθε τελευταία μοντελοπαρουσιάστρα με τσιγαράκι στο χέρι με το τέλειο μανικιούρ και ποζάρει στα σοκάκια της Μυκόνου. Την κοιτάω με βλέμμα "εσύ σκότωσες το σκίουρο, μωρή;" το οποίο δεν αποκωδικοποιεί ο εγκέφαλός της άμεσα ώστε αναγκάζομαι να της το πω με λογάκια "συγνώμη, μπορείτε να σβήσετε το τσιγάρο σας γιατί..." δείχνοντας την κοιλιά μου. Από μέσα μου σιχτιρίζω εμένα, το σερβις, τον Καρέλια και όλη τη νεοελληνική χοντροπετσιά του κόσμου.
Μετά, πατάω το pause και με πάω πίσω στο Δουβλίνο. Χριστούγεννα του 2005. Έχει εφαρμοστεί ήδη το smoking ban. Με βλέπω να καπνίζω το ένα και μοναδικό τσιγάρο της βραδιάς, είμαι στη γνώριμη νταλκαδιάρικη στιγμή μου αλλά απόβλητη. Είμαι έξω απ' την ιρλανδέζικη παμπ ενώ ήθελα να' μαι μέσα να βλέπω κάτι γέρους να έχουν στήσει λάιβ απ' το πουθενά και να τζαμάρουν με φλάουτα. Είμαι έξω, κάνει κρύο, ψιλοβρέχει, είναι και κάτι άλλοι τριγύρω, απόβλητοι. Μιζέρια. Βρίσκω τη λύση: να χωριστούν οι παμπ σε καπνιστών και μη, να χωριστούμε οι ροζ και μαύροι πνεύμονες, να τελειώνει αυτή η ιστορία. Μετά, πετάω τη γόπα στο μεγάλο σταχτοδοχείο, που λέμε όλα τα γουρούνια, και επιστρέφω λίγο περισσότερο και λίγο λιγότερο μερακλεντέν στην ακάπνιστη pub.
Δείτε (αλά Ιός της "Ε"): Thank you for smoking
Καλοκαίρι του 2008. Είμαι με μια κοιλιά ως το ταβάνι ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο της πεντικιουρίστας σε ένα δωματιάκι 3Χ3. Στο κελί της ομορφιάς εισέρχεται μια θείτσα 50άρα με το τσιγάρο αναμμένο και ξαπλώνει στο διπλανό κρεβάτι. Ο καπνός από το τσιγάρο της εννοείται ότι μποχίζει όλο το δωμάτιο. Οι νυχούδες δεν της κάνουν καμία παρατήρηση: είναι κι αυτές καπνίστριες. Την καρφώνω: με το βλέμμα και στον μπάτσο εντός μου. Επιτέλους σηκώνει τα μάτια απ' το περιοδικό, που΄ναι η κάθε τελευταία μοντελοπαρουσιάστρα με τσιγαράκι στο χέρι με το τέλειο μανικιούρ και ποζάρει στα σοκάκια της Μυκόνου. Την κοιτάω με βλέμμα "εσύ σκότωσες το σκίουρο, μωρή;" το οποίο δεν αποκωδικοποιεί ο εγκέφαλός της άμεσα ώστε αναγκάζομαι να της το πω με λογάκια "συγνώμη, μπορείτε να σβήσετε το τσιγάρο σας γιατί..." δείχνοντας την κοιλιά μου. Από μέσα μου σιχτιρίζω εμένα, το σερβις, τον Καρέλια και όλη τη νεοελληνική χοντροπετσιά του κόσμου.
Μετά, πατάω το pause και με πάω πίσω στο Δουβλίνο. Χριστούγεννα του 2005. Έχει εφαρμοστεί ήδη το smoking ban. Με βλέπω να καπνίζω το ένα και μοναδικό τσιγάρο της βραδιάς, είμαι στη γνώριμη νταλκαδιάρικη στιγμή μου αλλά απόβλητη. Είμαι έξω απ' την ιρλανδέζικη παμπ ενώ ήθελα να' μαι μέσα να βλέπω κάτι γέρους να έχουν στήσει λάιβ απ' το πουθενά και να τζαμάρουν με φλάουτα. Είμαι έξω, κάνει κρύο, ψιλοβρέχει, είναι και κάτι άλλοι τριγύρω, απόβλητοι. Μιζέρια. Βρίσκω τη λύση: να χωριστούν οι παμπ σε καπνιστών και μη, να χωριστούμε οι ροζ και μαύροι πνεύμονες, να τελειώνει αυτή η ιστορία. Μετά, πετάω τη γόπα στο μεγάλο σταχτοδοχείο, που λέμε όλα τα γουρούνια, και επιστρέφω λίγο περισσότερο και λίγο λιγότερο μερακλεντέν στην ακάπνιστη pub.
Δείτε (αλά Ιός της "Ε"): Thank you for smoking
2/6/09
11/3/09
γλύπτης των ανθρώπων
Σήμερα γίνεται 62 χρονών. Πώς στην ευχή πέρασαν τα χρόνια; Με ευχές. Πες- πες χρόνια πολλά, καβάτζαρε τα εξηνταφεύγα. Δεν του φαίνεται όμως. Έχει μια φυσική αρχοντιά -είναι βλέπεις και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια. Είναι λεπτός -τρώει ελαφρά και υγιεινά. Είναι και αυτό που λένε γυμνασμένος- αφού περπατάει πολύ καθημερινά και είναι χειμερινός κολυμβητής. Κρύβει και η γενειάδα θαρραλέα ρυτίδες και χαλάρωση.
Σήμερα, θες η επιρροή των γενεθλίων, θες το αστροποβρόντι που του αναστάτωσε τον ύπνο, ένιωθε μια κάποια κούραση, μια αδιόρατη μελαγχολία. Αφού έκανε το πρωινό του μπάνιο στις 7, έσκυψε και παρατήρησε το σώμα του."Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος". Θυμήθηκε και ψιθύρισε στον εαυτό του το στίχο του Ελύτη. Μετά, σκέφθηκε πως είναι συνάδελφος με τον χρόνο και χαμογέλασε κατεργάρικα. Ο Διογένης είναι γλύπτης. Με υλικό το ξύλο, εργαλεία τα σκαρπέλα, τη ματσόλα και σφυριά, και μοντέλα όμορφες κοπέλες κατασκευάζει τα ιδιόμορφα γλυπτά του. Ιδιόμορφα για τους κάτοικους του ακριτικού νησιού όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Για τον υπόλοιπο κόσμο, τουρίστες, μοντέλα, αγοραστές και φρικιά τα έργα του ήταν ιδιοφυή. Το ίδιον παρέμενε ίδιο.
Σήμερα, δεν είχε κέφι για δουλειά. Έβαλε να ψήνεται ένας τούρκικος καφές και έπιασε να ξεσκονίζει τον πάγκο της ξυλογλυπτικής που είχε στήσει κάτω από το μεγάλο δέντρο. Χαμόγελασε πάλι καθώς σκέφθηκε "κάθε κατεργάρης στον πάγκο του" και φαντάστηκε τον εαυτό του στον ένα πάγκο και τον συνάδελφό του, τον χρόνο, στον άλλο. Ακούμπησε τον καφέ στο ξύλινο τραπεζάκι και κάθισε στην πολυθρόνα που είχε μόνος του κατασκευάσει και την οποία ένας Ρώσος επέμενε να αγοράσει όσο-όσο πέρυσι το καλοκαίρι. Απ' αυτή τη θέση του άρεσε κάθε πρωί να αγναντεύει το πέλαγος και να μη σκέφτεται τίποτα.
Σήμερα, όφειλε ένα δώρο στον εαυτό του. Έβαλε το κασκόλ και την τραγιάσκα και κατέβηκε στην πόλη περπατώντας. Σήμερα, μετά τη χθεσινοβράδινη καταιγίδα, το μουσκεμένο χώμα ανέδυε την άνοιξη. Ο ουρανός καταγάλανος και ένα ουράνιο τόξο απ' άκρη σ' άκρη. Τι άλλο δώρο να θελήσω, αναρωτήθηκε και ένιωσε μια κάποια αγαλλίαση. Το γουργουρητό της γάτας, το γνωστό, που ένιωθε πολλές φορές. Ήταν βέβαια και το γουργουρητό της πείνας, που' χε πιει σκέτο καφέ.
"Που' σαι ρε Διογένη;" ακούστηκε η φωνή του καφετζή που έκοψε απότομα την αφηρημάδα του καλλιτέχνη μας. "Πότε θα' ρθεις ρε να μου κάνεις το μερεμέτι πού μού 'ταξες στο μαγαζί;Ε; " εξακολούθησε ο καφετζής σε πιο επιτακτικό τόνο. "Πότε θέλεις;" αντιρώτησε ο Διογένης. "Α, ρε! Εγώ πότε θέλω για εσύ που με κοροϊδεύεις ένα μήνα τώρα; Ρε σου λέω, έχω μείνει από πιατοθήκη τόσο καιρό. Παρακάλια δηλαδή θες να' ρθεις να μου τη φτιάξεις;" Ο Διογένης κούνησε αόριστα το κεφάλι. "Θα' ρθείς τη Κυριακή το πρωί που' χω κλειστά;" ξαναρώτησε ο καφετζής. "Θα' ρθώ", απάντησε ο Διογένης και απομακρύνθηκε απ' το καφενείο. Ευτυχώς. Διαφορετικά θα άκουγε τη γκρίνια της καφετζούς που κατηγορούσε τον άντρα της πως τάχα ήταν χαζομάρα να αφήσουν τον "ξυπόλητο" στο μαγαζί να μαστορεύει, ενώ εκείνοι θα βρίσκονταν οικογενειακώς στην Εκκλησία. Όμως ο καφετζής, αν και δε διαφωνούσε πως ο Διογένης ήτανε ένα λέσι και μισό, του είχε εμπιστοσύνη. Τόσα χρόνια στο νησί δεν είχε ακουστεί το παραμικρό.
Στάθηκε στο δρόμο να κάνει ένα τσιγάρο. Ο Μάρτης είναι μήνας παλαβός, παρατήρησε ο Διογένης, καθώς ο μέχρι πριν δυο λεπτά καταγάλανος ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα με λυμένο το ζωνάρι για καυγά. Ωστόσο δεν ήταν της βροχής ψιχάλες αυτό που του΄ σταζε στο πέτο αλλά η κυρα-Νίτσα που σφουγγάριζε το μπαλκόνι από πάνω του. "Α, εκεί στέκεσαι κυρ- Διογένη; Με συγχωρείς, δε σ' είδα" είπε και συνέχιζε να ρίχνει άτσαλα νερά και να τον καταβρέχει. "Καλέ, θα βρέξει αφού. Τι παιδεύεσαι με τα μπαλκόνια;" της είπε γελώντας με πειραχτικό ύφος ο Διογένης αλλά η κυρα Νίτσα έκανε πως δεν άκουσε και τρύπωσε στο σπίτι. Πέταξε κι εκείνος το σβησμένο από τα απόνερα τσιγάρο στον υπόνομο και προχώρησε κατά το βιβλιοπωλείο.
Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε στο μαγαζί, εκτός από μια γάτα εφτάψυχη που είχε χουχουλιάσει δίπλα στη ταμειακή μηχανή. "Πού' σαι συ κουκλίτσα μου;" τη χαιρέτισε ο Διογένης και έσκυψε να την χαϊδέψει. Εκείνη την ώρα βγήκε απ' το WC ο Τάκης ο βιβλιοπώλης που μη μπορώντας να συγκρατήσει τις υποψίες και το θυμό του φώναξε "Τι κάνεις εκεί ρε;" Ο Διογένης τον κοίταξε εμβρόντητος και ίσα που ψέλλισε κάτι "τη γάτα..." Ο Τάκης όμως δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Έπρεπε μια και καλή να κόψει παρτίδες με τον Διογένη. Εντάξει, καλός άνθρωπος, καλλιτέχνης, σύντροφος, αν και της εξωκοινοβουλευτικής, αλλά δε μπορούσε να το παίζει και φιλανθρωπική οργάνωση για να σπονσοράρει εφ' όρου ζωής τις αναγνωστικές ορέξεις του Διογένη. Του χρωστούσε πληρωμές για καμιά δεκαριά βιβλία. Και μετά, καλός χρυσός αλλά το μόνο μπάνιο που έκανε ήταν στη θάλασσα. Το βιβλιοπωλείο μια στάλα. Αν βρίσκονταν πάνω από πέντε άτομα εκεί μέσα, κουτουλούσε ο ένας τον άλλο. Του είχανε παραπονεθεί κάποιες πελάτισσες πως...μύριζε. Κομμένα τα πολλά-πολλά. Άσε που πλησίαζαν οι εκλογές και έκανε το κορόιδο. Δε ξεκαθάριζε ότι θα τον ψηφίσει. Από τον ορυμαγδό των θυμωμένων σκέψεων του Τάκη, ευτυχώς δεν ακούστηκε τίποτα. Παρά μόνο η ερώτηση "Τι θες;"
"Σήμερα, είπα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου." απάντησε ο Διογένης αν και με κάποια συστολή.
"Να σου κάνω δώρο εννοείς", αντέταξε ο Τάκης τονίζοντας το σου.
Ο Διογένης σα να μη κατάλαβε τον κοίταξε με απορία.
"Καλά, τελοσπάντων", συνέχισε ο βιβλιοπώλης, "και προς τι η αυτο-επιβράβευση σήμερα ειδικά;"
"Γενέθλια, φίλε μου", απάντησε σχεδόν κοκκινίζοντας ο Διογένης.
"Α,μπα. Χρόνια πολλά" είπε κάπως σαν πιο μαλακωμένος ο βιβλιοπώλης. "Και τι σου μύρισε δηλαδή σήμερα; Τι τραβάει η όρεξή σου;" συνέχισε με προφανή ειρωνία.
"Είναι ένας στίχος του Ελύτη... Αν μπορούμε να βρούμε σε ποια συλλογή είναι..."
"Για πες τον να δούμε" πρότεινε ο βιβλιοπώλης που είχε αρχίσει ήδη να κορδώνεται.
"Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος".
"Μαρίνα των βράχων" απάντησε όλος αυτοπεποίθηση ο υποψήφιος βουλευτής και ιδιοκτήτης του μοναδικού βιβλιοπωλείου του νησιού και έστειλε το Διογένη στο σχετικό ράφι.
Το εντόπισε και επέστρεψε στο ταμείο. Ο Τάκης περίμενε να δει τι δικαιολογία θα του βρει για να πάρει πάλι το βιβλίο χωρίς να πληρώσει. Ο Διογένης έβγαλε απ΄την τσέπη μια θήκη για αναπτήρα σκαλισμένη απ' τον ίδιο. Παρίστανε ένα ξωτικό που έπαιζε φλογέρα.
"Λοιπόν, κράτα αυτό ενέχειρο, φίλε μου, και την Κυριακή που θα κάνω μια δουλειά στον καφετζή, θα πάρω προκαταβολή. Από Δευτέρα θα σου δώσω τα λεφτά που σου χρωστάω."
Ο Τάκης πήρε τη ξυλόγλυπτη θήκη και κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
Στην επιστροφή για το σπίτι, δέχθηκε άλλο ένα δώρο. Η μικρούλα που ερωτεύτηκε σφόδρα πέρυσι το καλοκαίρι θυμήθηκε τα γενέθλιά του. "Δι(ο)γένη Ακρίτα, σου εύχομαι να χαράζεται όλο και πιο βαθιά το Νόημα στον κορμό της ύπαρξής σου. Σε φιλώ, Μ." Ξαφνικά η οθόνη του κινητού ανταγωνιζόταν σε κάλλος το προηγούμενο δώρο, το ουράνιο τόξο. Ήταν διπλά χαρούμενος. Τον είχε θυμηθεί και επιτέλους είχε κόψει τον πληθυντικό! Της απάντησε: "Σ' ευχαριστώ για όλα". Του απάντησε: "Όλα;" Της έγραψε: "Που με θυμήθηκες, που μου ευχήθηκες και που μου μιλάς στον ενικό!" Του απάντησε: :)
Λίγες ώρες αργότερα, ξαπλωμένος στα στρωσίδια του, της ξανάστειλε μήνυμα "Μαρίνα, από τότε που μου μίλησες στον ενικό, νιώθω πολύ έντονη στύση..." Σε λίγα λεπτά έλαβε απάντηση "Λυπάμαι πολύ για το θράσος σου. Σε παρακαλώ μην επικοινωνήσεις ξανά μαζί μου."
Ο Διογένης ένιωσε ξαφνικά τη σπηλιά να τον πλακώνει. Έσειρε την αυτοσχέδια πόρτα και βγήκε έξω. Έβρεχε πάλι και φυσούσε άγρια ο αέρας. Τράβηξε τον μουσαμά που χρησιμοποιούσε σαν υπόστεγο. Στάθηκε όρθιος αντίκρυ στη θάλασσα. Άνοιξε το βιβλίο, εντόπισε το στίχο και τον διάβασε χαμηλόφωνα.
Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Κρύωνε. Είχε πάρει να βραδιάζει και τίποτα δε θα έδινε τη θέση του στη νύχτα. Μπήκε μέσα και άναψε το φαναράκι του. Για μια στιγμή ήθελε να μη ζει σε σπηλιά, να μη νυχτώνει, να μην τον λένε Διογενή, να είναι κυνικός, να μην είναι γλύπτης κι ο χρόνος να μην είναι γλύπτης των ανθρώπων παράφορος. Αλλά τίποτα πια δε μπορούσε να αλλάξει. Γιατί έτσι τον δημιούργησα.
Σήμερα, θες η επιρροή των γενεθλίων, θες το αστροποβρόντι που του αναστάτωσε τον ύπνο, ένιωθε μια κάποια κούραση, μια αδιόρατη μελαγχολία. Αφού έκανε το πρωινό του μπάνιο στις 7, έσκυψε και παρατήρησε το σώμα του."Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος". Θυμήθηκε και ψιθύρισε στον εαυτό του το στίχο του Ελύτη. Μετά, σκέφθηκε πως είναι συνάδελφος με τον χρόνο και χαμογέλασε κατεργάρικα. Ο Διογένης είναι γλύπτης. Με υλικό το ξύλο, εργαλεία τα σκαρπέλα, τη ματσόλα και σφυριά, και μοντέλα όμορφες κοπέλες κατασκευάζει τα ιδιόμορφα γλυπτά του. Ιδιόμορφα για τους κάτοικους του ακριτικού νησιού όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Για τον υπόλοιπο κόσμο, τουρίστες, μοντέλα, αγοραστές και φρικιά τα έργα του ήταν ιδιοφυή. Το ίδιον παρέμενε ίδιο.
Σήμερα, δεν είχε κέφι για δουλειά. Έβαλε να ψήνεται ένας τούρκικος καφές και έπιασε να ξεσκονίζει τον πάγκο της ξυλογλυπτικής που είχε στήσει κάτω από το μεγάλο δέντρο. Χαμόγελασε πάλι καθώς σκέφθηκε "κάθε κατεργάρης στον πάγκο του" και φαντάστηκε τον εαυτό του στον ένα πάγκο και τον συνάδελφό του, τον χρόνο, στον άλλο. Ακούμπησε τον καφέ στο ξύλινο τραπεζάκι και κάθισε στην πολυθρόνα που είχε μόνος του κατασκευάσει και την οποία ένας Ρώσος επέμενε να αγοράσει όσο-όσο πέρυσι το καλοκαίρι. Απ' αυτή τη θέση του άρεσε κάθε πρωί να αγναντεύει το πέλαγος και να μη σκέφτεται τίποτα.
Σήμερα, όφειλε ένα δώρο στον εαυτό του. Έβαλε το κασκόλ και την τραγιάσκα και κατέβηκε στην πόλη περπατώντας. Σήμερα, μετά τη χθεσινοβράδινη καταιγίδα, το μουσκεμένο χώμα ανέδυε την άνοιξη. Ο ουρανός καταγάλανος και ένα ουράνιο τόξο απ' άκρη σ' άκρη. Τι άλλο δώρο να θελήσω, αναρωτήθηκε και ένιωσε μια κάποια αγαλλίαση. Το γουργουρητό της γάτας, το γνωστό, που ένιωθε πολλές φορές. Ήταν βέβαια και το γουργουρητό της πείνας, που' χε πιει σκέτο καφέ.
"Που' σαι ρε Διογένη;" ακούστηκε η φωνή του καφετζή που έκοψε απότομα την αφηρημάδα του καλλιτέχνη μας. "Πότε θα' ρθεις ρε να μου κάνεις το μερεμέτι πού μού 'ταξες στο μαγαζί;Ε; " εξακολούθησε ο καφετζής σε πιο επιτακτικό τόνο. "Πότε θέλεις;" αντιρώτησε ο Διογένης. "Α, ρε! Εγώ πότε θέλω για εσύ που με κοροϊδεύεις ένα μήνα τώρα; Ρε σου λέω, έχω μείνει από πιατοθήκη τόσο καιρό. Παρακάλια δηλαδή θες να' ρθεις να μου τη φτιάξεις;" Ο Διογένης κούνησε αόριστα το κεφάλι. "Θα' ρθείς τη Κυριακή το πρωί που' χω κλειστά;" ξαναρώτησε ο καφετζής. "Θα' ρθώ", απάντησε ο Διογένης και απομακρύνθηκε απ' το καφενείο. Ευτυχώς. Διαφορετικά θα άκουγε τη γκρίνια της καφετζούς που κατηγορούσε τον άντρα της πως τάχα ήταν χαζομάρα να αφήσουν τον "ξυπόλητο" στο μαγαζί να μαστορεύει, ενώ εκείνοι θα βρίσκονταν οικογενειακώς στην Εκκλησία. Όμως ο καφετζής, αν και δε διαφωνούσε πως ο Διογένης ήτανε ένα λέσι και μισό, του είχε εμπιστοσύνη. Τόσα χρόνια στο νησί δεν είχε ακουστεί το παραμικρό.
Στάθηκε στο δρόμο να κάνει ένα τσιγάρο. Ο Μάρτης είναι μήνας παλαβός, παρατήρησε ο Διογένης, καθώς ο μέχρι πριν δυο λεπτά καταγάλανος ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα με λυμένο το ζωνάρι για καυγά. Ωστόσο δεν ήταν της βροχής ψιχάλες αυτό που του΄ σταζε στο πέτο αλλά η κυρα-Νίτσα που σφουγγάριζε το μπαλκόνι από πάνω του. "Α, εκεί στέκεσαι κυρ- Διογένη; Με συγχωρείς, δε σ' είδα" είπε και συνέχιζε να ρίχνει άτσαλα νερά και να τον καταβρέχει. "Καλέ, θα βρέξει αφού. Τι παιδεύεσαι με τα μπαλκόνια;" της είπε γελώντας με πειραχτικό ύφος ο Διογένης αλλά η κυρα Νίτσα έκανε πως δεν άκουσε και τρύπωσε στο σπίτι. Πέταξε κι εκείνος το σβησμένο από τα απόνερα τσιγάρο στον υπόνομο και προχώρησε κατά το βιβλιοπωλείο.
Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε στο μαγαζί, εκτός από μια γάτα εφτάψυχη που είχε χουχουλιάσει δίπλα στη ταμειακή μηχανή. "Πού' σαι συ κουκλίτσα μου;" τη χαιρέτισε ο Διογένης και έσκυψε να την χαϊδέψει. Εκείνη την ώρα βγήκε απ' το WC ο Τάκης ο βιβλιοπώλης που μη μπορώντας να συγκρατήσει τις υποψίες και το θυμό του φώναξε "Τι κάνεις εκεί ρε;" Ο Διογένης τον κοίταξε εμβρόντητος και ίσα που ψέλλισε κάτι "τη γάτα..." Ο Τάκης όμως δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Έπρεπε μια και καλή να κόψει παρτίδες με τον Διογένη. Εντάξει, καλός άνθρωπος, καλλιτέχνης, σύντροφος, αν και της εξωκοινοβουλευτικής, αλλά δε μπορούσε να το παίζει και φιλανθρωπική οργάνωση για να σπονσοράρει εφ' όρου ζωής τις αναγνωστικές ορέξεις του Διογένη. Του χρωστούσε πληρωμές για καμιά δεκαριά βιβλία. Και μετά, καλός χρυσός αλλά το μόνο μπάνιο που έκανε ήταν στη θάλασσα. Το βιβλιοπωλείο μια στάλα. Αν βρίσκονταν πάνω από πέντε άτομα εκεί μέσα, κουτουλούσε ο ένας τον άλλο. Του είχανε παραπονεθεί κάποιες πελάτισσες πως...μύριζε. Κομμένα τα πολλά-πολλά. Άσε που πλησίαζαν οι εκλογές και έκανε το κορόιδο. Δε ξεκαθάριζε ότι θα τον ψηφίσει. Από τον ορυμαγδό των θυμωμένων σκέψεων του Τάκη, ευτυχώς δεν ακούστηκε τίποτα. Παρά μόνο η ερώτηση "Τι θες;"
"Σήμερα, είπα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου." απάντησε ο Διογένης αν και με κάποια συστολή.
"Να σου κάνω δώρο εννοείς", αντέταξε ο Τάκης τονίζοντας το σου.
Ο Διογένης σα να μη κατάλαβε τον κοίταξε με απορία.
"Καλά, τελοσπάντων", συνέχισε ο βιβλιοπώλης, "και προς τι η αυτο-επιβράβευση σήμερα ειδικά;"
"Γενέθλια, φίλε μου", απάντησε σχεδόν κοκκινίζοντας ο Διογένης.
"Α,μπα. Χρόνια πολλά" είπε κάπως σαν πιο μαλακωμένος ο βιβλιοπώλης. "Και τι σου μύρισε δηλαδή σήμερα; Τι τραβάει η όρεξή σου;" συνέχισε με προφανή ειρωνία.
"Είναι ένας στίχος του Ελύτη... Αν μπορούμε να βρούμε σε ποια συλλογή είναι..."
"Για πες τον να δούμε" πρότεινε ο βιβλιοπώλης που είχε αρχίσει ήδη να κορδώνεται.
"Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος".
"Μαρίνα των βράχων" απάντησε όλος αυτοπεποίθηση ο υποψήφιος βουλευτής και ιδιοκτήτης του μοναδικού βιβλιοπωλείου του νησιού και έστειλε το Διογένη στο σχετικό ράφι.
Το εντόπισε και επέστρεψε στο ταμείο. Ο Τάκης περίμενε να δει τι δικαιολογία θα του βρει για να πάρει πάλι το βιβλίο χωρίς να πληρώσει. Ο Διογένης έβγαλε απ΄την τσέπη μια θήκη για αναπτήρα σκαλισμένη απ' τον ίδιο. Παρίστανε ένα ξωτικό που έπαιζε φλογέρα.
"Λοιπόν, κράτα αυτό ενέχειρο, φίλε μου, και την Κυριακή που θα κάνω μια δουλειά στον καφετζή, θα πάρω προκαταβολή. Από Δευτέρα θα σου δώσω τα λεφτά που σου χρωστάω."
Ο Τάκης πήρε τη ξυλόγλυπτη θήκη και κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
Στην επιστροφή για το σπίτι, δέχθηκε άλλο ένα δώρο. Η μικρούλα που ερωτεύτηκε σφόδρα πέρυσι το καλοκαίρι θυμήθηκε τα γενέθλιά του. "Δι(ο)γένη Ακρίτα, σου εύχομαι να χαράζεται όλο και πιο βαθιά το Νόημα στον κορμό της ύπαρξής σου. Σε φιλώ, Μ." Ξαφνικά η οθόνη του κινητού ανταγωνιζόταν σε κάλλος το προηγούμενο δώρο, το ουράνιο τόξο. Ήταν διπλά χαρούμενος. Τον είχε θυμηθεί και επιτέλους είχε κόψει τον πληθυντικό! Της απάντησε: "Σ' ευχαριστώ για όλα". Του απάντησε: "Όλα;" Της έγραψε: "Που με θυμήθηκες, που μου ευχήθηκες και που μου μιλάς στον ενικό!" Του απάντησε: :)
Λίγες ώρες αργότερα, ξαπλωμένος στα στρωσίδια του, της ξανάστειλε μήνυμα "Μαρίνα, από τότε που μου μίλησες στον ενικό, νιώθω πολύ έντονη στύση..." Σε λίγα λεπτά έλαβε απάντηση "Λυπάμαι πολύ για το θράσος σου. Σε παρακαλώ μην επικοινωνήσεις ξανά μαζί μου."
Ο Διογένης ένιωσε ξαφνικά τη σπηλιά να τον πλακώνει. Έσειρε την αυτοσχέδια πόρτα και βγήκε έξω. Έβρεχε πάλι και φυσούσε άγρια ο αέρας. Τράβηξε τον μουσαμά που χρησιμοποιούσε σαν υπόστεγο. Στάθηκε όρθιος αντίκρυ στη θάλασσα. Άνοιξε το βιβλίο, εντόπισε το στίχο και τον διάβασε χαμηλόφωνα.
Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Κρύωνε. Είχε πάρει να βραδιάζει και τίποτα δε θα έδινε τη θέση του στη νύχτα. Μπήκε μέσα και άναψε το φαναράκι του. Για μια στιγμή ήθελε να μη ζει σε σπηλιά, να μη νυχτώνει, να μην τον λένε Διογενή, να είναι κυνικός, να μην είναι γλύπτης κι ο χρόνος να μην είναι γλύπτης των ανθρώπων παράφορος. Αλλά τίποτα πια δε μπορούσε να αλλάξει. Γιατί έτσι τον δημιούργησα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)