30/3/13

Vae victis

Ενας φίλος μού αφηγείται μια εξωφρενική περίπτωση αργομισθίας. Συμβαίνει να γνωρίζει κάποιο δημόσιο υπάλληλο που δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στη δουλειά του εδώ και χρόνια και βέβαια δεν τον έχουν αναζητήσει από τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Ο φίλος αναρωτιέται γιατί οι αριστεροί γραφιάδες δεν θίγουν τέτοιες περιπτώσεις. Και δεν έχει άδικο. 

EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ 
 EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ   


Τα τάγματα της βαρβαρότητας, από την άλλη, δεν διστάζουν να γενικεύουν ξεδιάντροπα ανάλογες περιπτώσεις προκειμένου να στραφούν λυσσαλέα ενάντια σε μία ολόκληρη επαγγελματική κατηγορία. Απροβλημάτιστα, με ισοπεδωτικές λογικές εξισώνουν τον υπερπτυχιούχο δημόσιο υπάλληλο που προσλήφθηκε με διαφανείς διαδικασίες και πασχίζει να φανεί παραγωγικός -για τον εαυτό του, για τη συνείδησή του, από μία διαστροφή μάλλον, αφού η μόνη ανταμοιβή θα 'ναι ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης ή μια καλή κουβέντα από τον άνθρωπο που εξυπηρετεί- με το κομματόσκυλο γραφειοκράτη που ανδρώθηκε στις πασοκικές νοοτροπίες της βαθιάς διαφθοράς.
Από τον αριστερό λόγο, όχι της κατ' επίφαση Αριστεράς, που εκπροσωπείται από το αδιανόητο πολιτικό μόρφωμα που συναινεί και συμπράττει στα ανοσιουργήματα μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης, κατά βάση απουσιάζουν οι παθολογίες του πολιτικού συστήματος που αποτυπώνονται και στη λειτουργία του δημόσιου τομέα, επιτρέποντας τελικά στους γραφιάδες της βαρβαρότητας να εμφανίζονται ως οι αποκλειστικοί επικριτές των σχετικών φαινομένων.
Σε γηπεδικές συνθήκες δημόσιου διαλόγου, η Αριστερά έχει στηθεί σε τείχος και της εκτελεί φάουλ το λεφούσι που αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερο, αν και μ' όλα τα μέσα ωθεί προς την προνεωτερικότητα. Γιατί, όπως έχω ξαναγράψει, με παράδειγμα τη διαβόητη «ανομία», η Αριστερά επέτρεψε «να κατηγορείται παραδόξως για το φαινόμενο της ανομίας -αν και άλλου τύπου- από το μνημονιακό μπλοκ, ενώ είναι γνωστό σε όλους πως το πελατειακό σύστημα που εξέθρεψε την πραγματική ανομία συντηρήθηκε με τη συμμετοχή πολιτευτών / στελεχών και ψηφοφόρων / υποστηρικτών των δυο μεγάλων κομμάτων, αποκλειστικά. Παραδοσιακά η Αριστερά στηλίτευε το πελατειακό σύστημα, το νεποτισμό, τη διαφθορά και όσα συναποτελούσαν την περιρρέουσα ανομία» (Αυγή, 23/12/2012).
Ο δημόσιος λόγος της Αριστεράς αναλώνεται μέσα σ' αυτές τις συνθήκες σε οπαδική, συνθηματολογική αντιπαράθεση με τους πολιτικούς της αντιπάλους -και εξαιρώ τους φασίστες, με αυτούς εξ ορισμού δεν μπορείς να συνομιλήσεις- και σε νεόκοπους θούριους που χαϊδεύουν τα αυτιά ημέτερων και που δεν αντέχουν σε ανάλυση γιατί είναι, κατά κανόνα, πολιτικά ανερμάτιστοι και συχνά εκπορεύονται απ' το κίνητρο του γράφοντος να αναδειχθεί ως η οργισμένη αλλά και ρομαντική φωνή του συλλογικού ασυνείδητου και βέβαια να αποκομίσει τιμές λαϊκού αγωνιστή.
Παράλληλα, βινιέτες έσχατης εξαθλίωσης κατακλύζουν κυρίως τα κοινωνικά μέσα αλλά και τα ΜΜΕ. Ομως, το ανοικονόμητο μελό του οικονομημένου, η ασύδοτη οιμωγή της αγοραίας αριστεροφροσύνης, παραπέμπουν περισσότερο σε κηρύγματα παπάδων από άμβωνος, συγχέοντας την αλληλεγγύη με την ελεημοσύνη, τον οικτιρμό με τον αγώνα, και τελικά λειτουργούν αντίστροφα ως προς τον υποτιθέμενο σκοπό τους. Δεν ευαισθητοποιούν πια, αλλά, χωρίς μάλιστα την απαιτούμενη συγγραφική δεξιοτεχνία, μας εθίζουν σε αναπαραστάσεις μιας φανερά μακρινής ως προς τον γράφοντα πραγματικότητας, που δεν παρέχουν περιθώριο ενεργοποίησης μηχανισμών ταύτισης με τους εξαθλιωμένους ήρωες των αφηγήσεων.
Δεν μιλώ για αυτολογοκρισία -πια πρέπει να διευκρινίζει κανείς και τα αυτονόητα-, μιλώ για φειδώ και για αιδώ. Μιλώ για λελογισμένη χρήση του ανθρώπινου δράματος του διπλανού μας. Μιλώ για ενσυναίσθηση, αναστοχασμό και διά ταύτα. Ο Τζακ Λόντον, για να γράψει τους «Ανθρώπους της αβύσσου» εγκατέλειψε έστω και προσωρινά τις ανέσεις του αστικού του βίου για να ζήσει τη ζοφερή πραγματικότητα της έσχατης φτώχειας στο East End του μητροπολιτικού Λονδίνου. Πουλάει όμως το μελό της ευκολίας, πουλάνε και τα επαναστατικά μανιφέστα του ποδαριού.
Η κρίση μας βρίσκεται σε κρίση. Σε συνθήκες πόλωσης είναι πια εξαιρετικά εύκολο να χαρακτηριστεί κανείς persona non grata, αν αποφασίσει να ασκήσει κριτική στο χώρο όπου ανήκει. Αλλά η δυνατότητά μας να ασκήσουμε κριτική κρίνεται από τη δυνατότητά μας για αυτοκριτική, και η αυτοκριτική είναι ό,τι μας σώζει από το να μετατραπούμε σε ένα μεγάλο «Κυνόδοντα». Και δεν σφυρίζει κανείς ένα ημίχρονο να δούμε πού βρισκόμαστε.

24/3/13

άθεες μαριονέτες

Σπαρασσόμενοι εραστές. Πριν και μετά. Εφήμερες ταξινομήσεις σε συλλαβές. Πόθος, ζήλεια, πάθος, χημεία. Και λοιπά. Στιβάζουν το αίσθημα σε βολικά λεκτικά κιβώτια. Περιφραστικά. Έχω κολλήσει, έχω σκαλώσει, έχω πάθει κοκομπλόκο. Αργκοναυτική εκστρατεία ενάντια στα ιερά και τα όσια.

Αναρωτιούνται γιατί δεν μπορούν να χωρίσουν, γιατί δε μπορούν να ξεκόψουν, γιατί δε μπορούν να το ξεπεράσουν, γιατί δε μπορούν να ξεχάσουν.

Μετά σμίγουν κάπου. Σε έναν άλλο χωρόχρονο. Εκεί που καταργείται η ύπαρξή τους με την έλευση  του πόθου ως αυθύπαρκτης οντότητας. Μετά, υπάρχουν προσχηματικά. Μόνο για να αποκτά υπόσταση μέσα από τα λόγια και τα σώματά τους αυτό που τους ορίζει. Αυτό που τους αποκαλύπτεται στον δικό του χωρόχρονο.

Μετά θα ντυθούν και θα αποχωριστούν με την ψευδαίσθηση πως ορίζουν την τύχη τους. Και θα βαυκαλίζονται τις άθεες οι μαριονέτες στα χέρια του Έρωτα.

21/3/13

θερμόμετρο

σ' ένα ΙΧ, ιδιωτική ζωή μιας χρήσης, παρκαρισμένο στο νοσοκομείο των
παιδιών, αναμονή, τριγύρω πυκνώνει η αγωνία, πολλές αγωνίες μαζί, πυκνώνει η αγωνία,
κάποιοι απόψε εξανθρωπίζονται, μπροστά τα φώτα που ζώνουν τη νύχτα το πεντελικό
όρος, κι ούτε που νοιάστηκα να μάθω τη γεωγραφία αυτού του τόπου,
επέστρεψα για να βουλιάζω στην αδιόρθωτη μυωπία του, στη βαλκανική πενίνσουλα, ο πιο τελευταίος "white trash" στο Λονδίνο είχε κάνει περισσότερα ταξίδια απ΄τον μέσο μικροαστό
εδώ στη βαθιά μυωπία, τι ήρθα να κάνω εδώ, τι δουλειά έχω εδώ, και μόλις ανέβει ο
υδράργυρος καταγράφει σεισμικές δονήσεις η ύπαρξή σου, η απολύτως και
πια παντοτινά συνδεδεμένη με τα πλασματάκια, που ξεπήδησαν με σάρκα από το
σώμα σου σε μια βραδιά έρωτα, κι ήδη νιώθεις
μακριά απ΄τη μάνα σου, ο λώρος δεν κόβεται, ο ομφάλιος λώρος είναι το σχοινί που θα κρεμαστούμε, και ποιος να σε συντρέξει λες, και δεν είσαι
και για κλάψες, άλλη φτιαξιά, και ζαλώνεσαι ένα μωρό κι ένα νήπιο για
το νοσοκομείο, και να έχεις δει το 39.5 βαθμούς δυο φορές, πριν και μετά το
παυσίπονο, κι ήδη να σου φαίνεται πολύ, πολύ μακριά να σου φαίνεται η
μάνα σου, κι έχεις κλάψει ήδη δυο φορές, κι έχουν περάσει όλες οι
κακές σκέψεις απ' το μυαλό, εγώ το άφησα ανεμβολίαστο, αν έχει
εισβάλλει πνευμονιόκοκκος στο κορμάκι του, εγώ το άφησα ανεμβολίαστο,
και σήμερα πλήρωνες μπέιμπι σίτερ, βενζίνες, πάρκιν μόνο για να πας να
σου πουν στο γκισέ του ταμείου που' σαι ασφαλισμένη, να σου πουν στο γκισέ
δεκαπέντε μέρες μετά από την προθεσμία που σου
έδωσαν πως θέλουν άλλον ένα μήνα για μια σφραγίδα, για μια γαμημένη
σφραγίδα,  και δε στο λέει καμιά καλτ μορφή φτηνής σάτιρας του δημοσίου, στο λένε κάτι
τριαντάρηδες που βάζεις στοίχημα πως έχουν δυο πτυχία για να είναι
πίσω από ένα γκισέ ξεδοντιασμένοι, να βουλιάζουν στη γραφειοκρατία,
και να είναι ανεμβολίαστο, και να λες ρε παιδιά ένα τηλ δώστε να πάρω να μην
έρχομαι τσάμπα και να σου λένε μας τα ξηλωσαν, να σου δείχνουν τα
 γραφεία άδεια από συσκευές, αλλά στην καμπίνα του αυτοκίνητου το βράδυ, 
έξω απ΄το νοσοκομείο, θα πέφτει ένα ψιλόβροχο και τα κίτρινα φώτα
και η μικρή θα βρεθεί στην μπροστά θέση για πρώτη φορά
 και θα βάλει τους μαρκαδόρους στη θήκη του συνοδηγού για το νερό
ή τον καφέ και πια ποτέ δε θα είναι ίδια η θήκη που γέμισε χρώματα,
και θα απλώσει χαρτιά στο ταμπλό, κι έτσι απερίσπαστοι, χωρίς τη βαβούρα του σπιτιού,
χωρίς την υπερπληροφόρηση, πώς να το πω, καμιά φορά στ' αρχίδια μου
όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα όταν έχει δείξει κοντά σαράντα το θερμόμετρο,
απερίσπαστοι από τα νέα του κόσμου, οι τέσσερις,
θα ακούτε μουσικές, ο μικρός θα είναι μόνιμα στην αγκαλιά, η αδερφούλα του θα
ζωγραφίζει και θα σε κάνει ευτυχισμένη, κι ο πυρετός θα υποχωρεί,
και ένας γιατρός στη βάρδια, κι εντάξει, τα κατάφεραν οι καριόληδες,
διαλύσανε το κράτος πρόνοιας και θα έρθουν οι
ξένοι επενδυτές να μας φτιάξουν ωραία νοσοκομεία, γυαλιστερά, με παρκέ, και παρκαδόρους, πολύ ωραία νοσοκομεία ρε, με μπάτλερ κι ανθοδέσμες στην είσοδο,
να μπορούμε κι εμείς να ψοφάμε στα γκαζόν τους. κι όμορφα να μας
σκεπάζει το χιόνι, όμορφα, σαν παραμύθι.

18/3/13

κόκκινο τριαντάφυλλο

Όταν ήταν παιδάκι, ήθελε στις Απόκριες να ντυθεί Χιονάτη. Αλλά αυτό δεν άρεσε στη μαμά. Μάλλον θα ήταν πολύ ακριβή η στολή. Και τελικά ντύθηκε κάτι άλλο. Όταν ήταν παιδάκι, έκανε κάτι ζωγραφιές μούρλια. Πολύ ζωηρά, χαρούμενα χρώματα, μπογιάντισμα προσεκτικό και φροντισμένα σχεδιαγράμματα. Αλλά ούτε αυτά άρεσαν στη μαμά. Μάλλον δεν της άρεσαν της μαμάς ούτε οι πριγκίπισες, ούτε οι νεράιδες, ούτε οι καρδούλες με φορέματα, ούτε τα λουλούδια με τις μεγάλες βλεφαρίδες και τα ροζ μάγουλα. Δεν της άρεσαν της μαμάς. Ούτε του μπαμπά. Καθόλου μα καθόλου.

Μετά, πήγαν σε ένα μεγάλο κτίριο. Εκεί, στο σαλονάκι που περίμεναν, είχε πολλά παιχνίδια. Αλλά είχε και μερικά σπασμένα. Κι έπαιζε με τα κουζινικά με τα άλλα κορίτσια. Αλλά αυτό δεν άρεσε στη μαμά. Δεν άρεσε καθόλου στη μαμά. Σε λίγο μπήκαν σε ένα γραφείο που ήταν ένας κύριος και μια κυρία. Ο κύριος ήταν πολύ χαμογελαστός και η κυρία πολύ σοβαρή. Ή το αντίθετο. Έδωσαν στο παιδάκι να ζωγραφίσει. Τους έκανε την καλύτερή του ζωγραφιά γιατί σκέφτηκε να βάλει μεγάλα στέμματα στις πριγκίπισσες στολισμένα με χρωματιστά πετράδια. Δεν ήταν πολύ καλή ιδέα, ε; Τους έβαλε και χρυσά ραβδιά. Στην πιο μικρή έβαλε μεγαλύτερο. Ο κύριος και η κυρία κούνησαν τα κεφάλια τους. Μάλλον ούτε σ' αυτούς άρεσε η ζωγραφιά. Έπειτα του έδωσαν ένα καλάθι γεμάτο παιχνίδια, πιστόλια, αυτοκινητάκια, ψεύτικα κραγιόν, πιατάκια, κούκλες και είπαν να διαλέξει. Διάλεξε να βάψει μια κουκλίτσα με κραγιόν, όσο η μαμά συμπλήρωνε κάτι χαρτιά.

Μετά από λίγο, ο κύριος και η κυρία, θα αποχαιρετούσαν το παιδάκι και τη μαμά, θα διάβαζαν τα συμπληρωμένα ερωτηματολόγια και θα συναποφάσιζαν τη διάγνωση: Διαταραχή φύλου. Την ίδια αρρώστια που είχε το Γώγος, ο Μάκης, ο Περικλής, ο Ντίνος, ο Ιωάννης. Και μετά πήγαιναν και ξαναπήγαιναν και ξαναπήγαιναν στο κτίριο και μιλούσαν εκεί με την κυρία πιο πολύ, τον κύριο δεν τον έβλεπε και τόσο πολύ πια. Και όλο να το ρωτάνε, και όλο να κουνάνε το κεφάλι τους, και όλο να ρωτάνε, και όλο να ρωτάνε. Και γιατί είναι κακό να ζωγραφίζεις πριγκίπισσες δεν κατάλαβε ποτέ.

Όταν μεγάλωσε το παιδάκι έγινε σαν τη μαμά κι ακόμη, κι ακόμη πιο ωραίο. Είχε κάτι μαλλιά ξανθά αλλά όχι και τόσο μακριά, όπως της Ραπουνζέλ, πιο λίγο μακριά, κι ωραία χείλη, βυσσινί σαν της Χιονάτης, και τις νύχτες περίμενε τον πρίγκιπα σαν τη Σταχτοπούτα αλλά με μίνι και ζαρτιέρες. Κι ο πρίγκιπας ερχόταν κάθε βράδυ με άλλο αυτοκίνητο και με άλλο πρόσωπο αλλά με τα ίδια χαρτονομίσματα. Πίπα, κώλο, ίδια τιμή για όλους. Μόνο ένας, μια φορά, στον γυρισμό, έτσι, πώς του ήρθε, της είπε να πάνε να πιούνε κανένα ποτό. Και ήρθε ένα γυφτάκι, με ένα μάτσο τριαντάφυλλα, και πάρτε καλέ κύριε, που είναι η μέρα της γυναίκας, του έλεγε. Και της αγόρασε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Την ημέρα της γυναίκας.


--------------------------------------------------------------------------------------------------

Για το διιστολογικό αφιέρωμα με αφορμή τη μέρα της γυναίκας.

http://motheringdays.blogspot.gr/2013/03/blog-post.html?spref=fb
 https://awysiwyg.wordpress.com/2013/03/18/women/
http://agrampelli.blogspot.gr/
http://rubycloud.blogspot.com
www.anagennimeni.wordpress.com
http://pollyannasdays.blogspot.gr/2013/03/1751-19102000.html
www.kidscloud.gr
http://jaquou.wordpress.com/
www.motheringdays.blogspot.com
http://esp0ir.wordpress.com

16/3/13

Unfriend

Όποιο όνομα σύγχρονου έλληνα λογοτέχνη κι αν μου έλεγες, θα σου απαντούσα με ερώτηση: ποιος είναι αυτός; Και να επιμένει, στην άλλη άκρη της γραμμής, πως πρέπει να βρω και να διαβάσω αυτή τη συγγραφέα, την ξανθιά, αυτήν μωρέ που έγραφε και στα Νέα, μα πώς τη λέγανε; Πού να ξέρω; Αλλά άμα σε έχουν χρίσει μεγάλο έρωτα, γιατί είσαι τόσο όμορφος και κάνεις αφισοκόλληση της εξωκοινοβουλευτικής τις νύχτες, η άλλη δέχεται υποδείξεις και για τα βιβλία και για τα μπαχάρια που θα ρίξει στο φαϊ και για το πώς θα σκέφτεται. Κι έτσι επέμενε, αυτός στη Χαϊδελβέργη, εγώ στο Βερολίνο, να βρω και να διαβάσω αυτή την πώς -τη- λένε, ρε γαμώτο;

Και έπεφταν τα κέρματα στον τηλεφωνικό θάλαμο να μιλάμε με τον άντρα της ζωής μου, για τα πάντα και το σύμπαν,  και να μην ξέρω λέξη γερμανικά, πώς λένε τη φωτιά να ζητήσω στα κορίτσια που περνάνε, να καπνίσω, και παπαγάλισα τη λέξη και άναψα απ΄τα κορίτσια που περνούσαν έξω από το χόστελ, μπροστά στον θάλαμο. Και να μη θυμάται το όνομα της συγγραφέως, ξενιτεμένος κι αυτός, εμείς δε περιμέναμε να γίνει -και- τρεντ η διασπορά για να φτιάξουμε βαλίτσες.  Εμένα με έδιωχνε απ΄την κούνια η πατρίδα, για την ακρίβεια κάθε πατρίδα, για την ακρίβεια πατρίδα τι πάει να πει δεν ξέρω, από τότε που μου ήρθε περίοδος, για να τραβήξουμε μια κόκκινη γραμμή στην  ενηλικίωση, ξέρω πως δεν είμαι Ελληνίδα, δεν ξέρω τι σημαίνει είμαι Έλληνας, δεν είναι στυλ, είναι νοητή απομαγνητοφώνηση όσων είπα και όσων δεν, τα τελευταία είκοσι χρόνια, δεν είχαμε γαλανόλευκες εκεί που μεγάλωσα, είναι νησί, το χωρίζουν απ΄την κεντρικη στερεά πολλά ναυτικά μίλια, το αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, δεν ξέρω, δεν το διάλεξα να μην είμαι Ελληνίδα, μόνο που το συνειδητοποίησα.

Μετά, έκανα παιδί, με άλλον άντρα, τον άντρα της πραγματικής μου ζωής, της ζωής που καταγράφεται και στην πλήξη του έγγαμου βίου, και στην ασύδοτη καύλα των πρώτων χρόνων, και στα έχουμε χωρίσει και δεν το ξέρουμε, και στα πόδια του που ψάχνω να ακουμπήσω για να παγώσουν τα δικά μου, να νιώθω λαρτζ που χαρίζω από τη θέρμη μου κι όταν ακόμα δεν τη ζητάει, κι όταν δεν την αντιλαμβάνεται συνειδητά, όταν οι ζεστές μου πατούσες μετατρέπονται στο REM του σε ένα ποτάμι που του καίει τους αστραγάλους, μετά έκανα παιδί και μου κόπηκαν τα πόδια. Έφυγα μόνη μου από την Ελλάδα και γύρισα πίσω με άλλους δύο. Έναν άνθρωπο στην κοιλιά, έναν στο πλάι μου.

Για είκοσι χρόνια δεν διάβαζα νεοελληνική λογοτεχνία. Τα μισά, ενώ ζούσα ακόμα στο εσωτερικό, τα υπόλοιπα ενώ είχα φύγει και ως φυσική παρουσία. Μα έγραφες σχόλια στο μπλογκ του Νίκου Δήμου. Ναι, γιατί; Ποιος είναι αυτός; Κι ακόμη χειρότερα. Πολύ χειρότερα. Δεν έχεις διαβάσει Βακαλόπουλο; Όχι. Δεν τον ήξερα. Αλλά είχα διαβάσει τέσσερα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, αφού έτσι μου συνέστησε ο μεγάλος έρωτας.

Τον ξαναβρήκα μετά από χρόνια. Πού; Όχι. Ούτε σε κάποιο κατάστρωμα φέριμποτ καλοκαίρι για τα νησιά. Ούτε σε κάποιο αρχαίο μπαράκι σ' ένα στενό του κέντρου της επαρχιακής μας πόλης με τα κίτρινα φώτα στη βροχή. Ούτε καν σε κάποιο αεροδρόμιο. Στο φέισμπουκ. Κάνε κινηματογράφο εσύ με αυτά τα υλικά. Κάνε τέχνη. Κάνε και ζωή. Τον ξαναβρήκα μετά από χρόνια. Και τον διέγραψα. Ανέβαζε μόνο λινκς από το πρόταγκον με τίτλους δικής του έμπνευσης: ΝΑ ΤΑ ΑΚΟΥΝΕ ΑΥΤΑ ΟΙ ΚΑΜΜΕΝΟΤΣΙΠΡΑΙΟΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΝ ΤΗ ΧΩΡΑ κλπ, ή ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ!!! κι από κάτω Μίχας και Τέλλογλου και Θεοδωράκης. Δεν ήξερα πως είχε τόση ασχήμια αυτός που η ομορφιά του με γονάτιζε. Έκαναν πολύ θόρυβο τα κέρματα στον θάλαμο. Και εγώ δε διάβαζα έλληνες.

10/3/13

«Γεια σου Λόλα. Όμορφη ακόμα και νεκρή...»



Το προφανές. Τον έβλεπα τόσο εκτυφλωτικά όμορφο που πίστευα ακράδαντα πως θα μπορούσε να έχει όποια γυναίκα της υφηλίου επιθυμεί. Ήμουν ερωτευμένη. Άρα τυφλή.
#Μερικά χρόνια μετά θα τον συναντούσα τυχαία κάπου και θα αναρωτιόμουν αν είχα προσέξει ποτέ πόσο κίτρινα είναι τα δόντια του ή πόσο κουμπότρυπες είναι τα μάτια του ή πόσο σουβλερή η μύτη του.

Τις Κυριακές ξυπνούσε από τα χαράματα για να λουστεί, να μπανιαριστεί, να χτενίσει τα μακριά μαλλιά και να φτιάξει τον κότσο της με επιμέλεια. Τα αρθριτικά εκείνη την ώρα δεν την δυσκόλευαν. Ωραία μου αυθυποβολή. Να βάλει τα καλά της ρούχα και τα σχολιανά της παπούτσια της και τσούκου-τσούκου με το μπαστούνι να περπατήσει νηστική ως την Εκκλησία ώσπου να γευτεί «το σώμα και το αίμα του Κυρίου» από το χέρι του δεσπότη σε ένα δίκτυο πίστης και ευλάβειας και να ζήσει, έτσι, στην τρίτη της ηλικία, τις ομορφότερες ώρες της εβδομάδας.
# Σας γαμώ τα λιβάνια, τον Χριστό, τα ράσα, την Παναγία και τα μανουάλια, θα πει ο άλλος που αποστρέφεται τον χριστιανισμό και τα τελετουργικά του.

Ακούω την εκπομπή του Χρήστου στο ραδιόφωνο. Μου προκαλεί ψυχική ανάταση. Οι μουσικές που παίζει, τα λόγια που εκφωνεί, οι σιωπές που παρεμβάλλονται. Όταν πέφτει το σήμα του τέλους έχει κάνει τον κόσμο μου λιγάκι πιο όμορφο.
#Ο χτιστός στο γυμναστήριο με το μαύρο εφαρμοστό
t-shirt, ο νεοναζής, θα άντεχε να σηκώσει 50 κιλά αλλά δε θα άντεχε να ακούσει τον Χρήστο  ούτε 50 δευτερόλεπτα.
Είχε κλείσει εισιτήρια εδώ και καιρό. Μία από αυτές τις μέρες θα πήγαινε να ακούσει την Κάρμεν στο θέατρο. Δεν έχει σημασία αν μεγάλωσε σε ένα αστικό περιβάλλον κι εξοικειώθηκε από νωρίς με την όπερα ή αν στην πορεία της ζωής της αγάπησε το είδος. Ακόμα και αν ήταν ένα αλητάκι, όπως τη Σκάρλετ Γιόχανσον στο Match Point, θα δάκρυζε βαθιά συγκινημένη από την ερμηνεία της σοπράνο.
# Η άρια από την Κάρμεν
L'amour est un oiseau rebelled  θα θύμιζε  «στα εστιατόρια που τρών’ τα συνεργεία» το λιμπρέτο της διαφήμισης:  To άζαξ ούλτρα καινοτομεί...Και στο Intouchables o Driss, ο μαύρος φροντιστής του ζαπλού τετραπληγικού, θ’ αμόλαγε χάχανα απ’ τον εξώστη στη θέα των επιλογών του βεστιάριου της όπερας.
Τις πιο όμορφες βραδιές τις είχαμε περάσει στου Τάσου στη Φορτέτσα. Xαμηλοτάβανο ασβεστωμένο κουτουκάκι, τσιμεντένιο πάτωμα, γεράνια στην αυλή και ρουστίκ βεραμάν πορτοπαράθυρα. Σάββατο βράδυ ζωντανή μουσική δυο φοιτητές απ' το Πανεπιστήμιο της επαρχιακής πόλης. Παλιά ρεμπέτικα, μεζεκλίκια, χύμα κόκκινο κρασί απ’ τα βαρέλια και στριφτά.
# Αηδία το σκηνικό για το νεοφιλελέ του διπλανού γραφείου. Εμετός για το μεταμοντέρνο χιπστεράκι των σόσιαλ μήντια. Ίσως πια και για μένα.
Ένα σκυλί δηλητηριασμένο, νεκρό, ξαπλωμένο σε μαύρη πλαστική σακούλα στα σκαλιά του Δημαρχείου Κατερίνης. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας από αυτούς που δεν τρώνε τη φόλα πως είμαστε πολλοί, πως περισσεύουμε, πως τ’ αδέσποτα αυτού του κόσμου θα πρέπει να θανατωθούν στην καλύτερη περίπτωση με ευθανασία. Ο SXY από το Jungle Report θα γράψει κάτω από τη φωτογραφία: «Γεια σου Λόλα. Όμορφη ακόμα και νεκρή..
# Δεν έχει.
Η ομορφιά του ενός η ασχήμια του άλλου, η αλήθεια του ενός το ψέμμα του άλλου, η αγάπη του ενός το μίσος του άλλου. Τίποτα δεν είναι χωριστό. Τίποτα δεν έχει μια όψη. Τίποτα δεν αντέχει χωρίς το αντίθετο. Η ομορφιά μονάχη της θα ήταν ένας φασισμός. Και μόνο αυτός είναι ολοκληρωτικά άσχημος. Γιατί είναι θάνατος.  Όλα τα άλλα, la vita è bella. Ακόμη και μες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Με το βλέμμα όμως ενός Ρομπέρτο Μπενίνι, του πιο όμορφου ασχημάντρα. Η ζωή όμως. Μόνο.

7/3/13

ταυτότητα

Για νά 'ρθει ως το σπίτι, που είχαμε μαζευτεί πέντε φίλοι, άφησε στο βενζινάδικο την ταυτότητά του γιατί δεν είχε να δώσει τα είκοσι ευρώ που έβαλε βενζίνα.

Πριν είκοσι τόσα χρόνια έφτιαχνα παζλ. Τώρα μαζεύω την καρδιά μου που γίνεται χίλια κομμάτια ξανά και ξανά και ξανά.

Έχω χάσει τον ύπνο μου. Όπως εκείνο το κομμάτι του παζλ που μου είχε κλέψει ο γάτος μου. Ώστε η εικόνα ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Κοιμάμαι τα ξημερώματα. Βλέπω εφιάλτες για την ταράτσα στη Μπουμπουλίνας και την Μακρόνησο. Βλέπω τανκς και ταγματασφαλίτες. Τα κομμάτια που λείπουν.

Μετά ξυπνάω και μαθαίνω πως ο νεοναζί είναι αθώος. Αθώος ο ναζισμός. Ακόμα και τα "αθώα" παιδικά σκίτσα του Ντίσνεϋ καταδικάστηκαν κάποτε. Η Δικαιοσύνη έρχεται από το μέλλον.

Χτες ονειρεύτηκα πως η ταυτότητα του φίλου έπαθε ανάφλεξη ανάμεσα στις τιμές του πετρελαίου.  Μας καταδίωκαν ναζήδες για την πυρπόλησή της και εισαγγελείς γιατί τους κάψαμε το μαγαζί. Μετά μάθαμε πως ήταν δικαστικό μέγαρο. Πως γέμιζε τα ρεζερβουάρ του ολοκληρωτισμού. Οι κάνουλες έσταζαν αίμα. Το βενζινάδικο ανατινάχτηκε, όπως το σπίτι του απόλυτου κακού στο Django, ο τιμωρός. Στο βάθος δυο σκιες φιλιούνται ακόμα.




2/3/13

Σκοτώνουν την ευθύνη όταν γεράσει

Είχε ξυπνήσει πάλι ξημερώματα. Σύνηθεια χρόνων πια. Η γη δαμάζεται πολύ πρωί, να σε περονιάζει το κρύο. Δεν είναι στίχοι του Γεράσιμου Μαρκορά, «ξημερώνει αυγή δροσάτη / με το πρώτο της πουλί / λες και κράζει τον εργάτη / στην φιλόπονη ζωή», έναμιση αιώνα πριν. Είναι σήμερα.

Πίνει τον καφέ της μπροστά στην τηλεόραση. Φοράει τσεμπέρι στα μαλλιά, τραβηγμένα πάντα κότσο. Από κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες και μνημόσυνα. Η Εκκλησία παρούσα σε κάθε έκφανση της ζωής. Γαλουχήθηκε μέσα στα κεριά, τα λιβάνια και τα εικονίσματα. Από τέχνη, οι σαπουνόπερες των ιδιωτικών καναλιών. Τα τούρκικα σίριαλ δεν τα βλέπει. Οχι από νεόκοπο σοβινισμό. Η γλώσσα της είναι διανθισμένη από λέξεις του αραβικού και του ενετικού κόσμου. Κι ας έζησε μια ζωή αταξίδευτη. Δεν τα παρακολουθεί, γιατί δεν προφταίνει να διαβάσει τους υπότιτλους. Είναι λειτουργικά αναλφάβητη. Από βιβλία, συναξάρια και την Αγία Γραφή. Πέρασε όλη την ενήλικη ζωή της ντυμένη στα σκούρα. Δεν έχει φορέσει παντελόνι. Δεν είναι σκίτσο στο ιρανικό «Persepolis». Είναι εδώ. Αθέατη.

Δουλεύει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Η παιδική εργασία δεν καταργήθηκε ποτέ στην ελληνική ύπαιθρο. Στο νοικοκυριό των μηδενικών κομφόρ, στα χωράφια των πρωτόγονων γεωργικών εργαλείων, στον αργαλειό, στο ζύμωμα, ώστε να λέει πως όλα περάσανε απ' τα χέρια της. Που τώρα έχουν αρθρίτιδα και τρέμουν. Μια σκεβρωμένη φιγούρα. Το είδωλό της αντικατοπτρίζεται στην οθόνη. Στην οθόνη προβάλλουν τηλεπερσόνες εκπάγλου καλλονής, τσιρίζουσες σε τέμπο αλέγκρο. Οι ίδιες που από ορεινά ξέρουν μόνο τα χιονοδρομικά των τζιπάτων με τις στολές του σκι και του φρέντο lifestyle, που κοιτάζοντάς τους αντιλαμβάνεσαι πως οι εξωγήινοι στον «Πόλεμο των κόσμων» του Χέρμπερτ θα είχαν περισσότερη συναίσθηση του πού βρισκόμαστε.
Φέρνει κούτσουρα και προσάναμμα να ανάψει την ξυλόσομπα. Δεν επέστρεψε στη σόμπα τώρα με την κρίση. Στην κρίση γεννήθηκε, μεγάλωσε, γέρασε και θα πεθάνει. Από το μαγκάλι στη σόμπα ήταν η διαδρομή της ζεστασιάς της. Μετά θα μαγειρέψει στο πετρογκάζι. Δεν ανάβει την ηλεκτρική κουζίνα, γιατί καίει πολύ ρεύμα, θα πει. Κι αργότερα θα σκουπίσει την αυλή απ' τα ξερόκλαδα και θα ξεχορταριάσει τις γλάστρες της. Από το δρόμο τη χωρίζει μια ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα. Κάποιος πλανόδιος μικροπωλητής, δήθεν για να της πουλήσει από το εμπόρευμά του, αποπειράται να τη χτυπήσει και να τη ληστέψει. Μπήγει τις φωνές, ξεπροβάλλουν όσα γεροντάκια απόμειναν ζωντανά, σπεύδοντας για βοήθεια. Με ό,τι μέσο τούς ήταν εύκαιρο: μπαστούνια και σκουπόξυλα. Ο κλέφτης το έβαλε στα πόδια.

Οχι, δεν θέλουμε περισσότερη αστυνόμευση. Περισσότερη δικαιοσύνη θέλουμε. Λιγότερους πένητες που θα γυαλίσει το μάτι τους στην ιδέα της καταχωνιασμένης ψωροσύνταξης κάτω απ' το στρώμα της γιαγιάς. Θέλουμε η γιαγιά που σακατεύτηκε δουλεύοντας από δέκα χρονώ να έχει τη δυνατότητα να πάρει ένα ορθοπεδικό στρώμα. Να μην κλαίει από τον πόνο γιατί δεν δικαιούται άλλες παυσίπονες ενέσεις. Κι όχι, δεν θέλουμε να φύγουν οι ξένοι. Δεν ήταν ξένος ο κλέφτης.
Οι «ξένοι» ρίζωσαν, έφτιαξαν σπίτια, γέννησαν παιδιά, έδωσαν ζωή στο χωριό. Η Τανούτα, η Πολωνέζα, ήταν η αποκλειστική που φρόντισε την κατάκοιτη ηλικιωμένη στο χωριό. Ο Σάκης, ο Αλβανός με το εξελληνισμένο όνομα, για πέντε ευρώ τούς ταχτοποίησε την αποθήκη, τους μετέφερε τα καυσόξυλα, τους συντρέχει. Ο αδερφός του Σάκη τούς ασβέστωσε όλο το σπίτι πέρυσι. Οι μετανάστες ήρθαν εργάτες στα χωράφια που ρήμαζαν, όταν τα παιδιά του παππού και της γιαγιάς είχαν μετοικήσει στις πόλεις, έτσι ώστε αργότερα τα απολιτίκ κι άφυλα χίπστερ εγγόνια να τους απαλείψουν πλήρως από τη μνήμη, τη γλώσσα, τις αναφορές τους. Δεν ξεμπερδεύεις με ένα delete, φίλε.

Την Τρίτη τέθηκαν σε προ ημερησίας διάταξης συζήτηση στη Βουλή «τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου». Η κυβέρνηση της «ευθύνης» έπεισε πως έχουμε ευθύνη να ασπαστούμε την κυνική, ανάλγητη και στρεψόδικη γλώσσα τους, τους ευφημισμούς που συγκαλύπτουν ανοσιουργήματα. Εχουμε ευθύνη να συνηθίσουμε «τα εγκλήματα του λευκού κολάρου», των οικονομικών σκανδάλων, των υπεξαιρέσεων, των off-shore, και να είμαστε απολύτως ικανοποιημένοι όταν από τη ληστοσυμμορία τους καταδικάζεται ένας κάθε δέκα χρόνια. Εχουμε ευθύνη να αποδεχτούμε τη μετατροπή του αγροτοσυνδικαλιστικού κινήματος σε εκκολαπτήριο τοπικών αρχόντων και βουλευτών, να αφήσουμε βορά τους ανθρώπους της υπαίθρου στα ψηφοθηρικά τεχνάσματα που εξασκούν χρόνια οι κυβερνώντες του πελατειακού συστήματος και πλέον βορά στη ρητορική του μίσους των νεοναζί. Εχουμε ευθύνη να εγκαταλείψουμε τους ηλικιωμένους στη μοίρα τους και να αποδεχτούμε τον αναλφαβητισμό, την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, την απώλεια των ασφαλιστικών εισφορών, τις συντάξεις πείνας, την απομόνωση, τη φτώχεια και τελικά την εξαθλίωση. Εχουμε ευθύνη να μην τους επιτρέψουμε να φύγουν από τη ζωή με αξιοπρέπεια. Τέτοια ευθύνη να μην αναλάβουμε.

27/2/13

Ρέκβιεμ




Η γρια γάτα γουργουρίζει κουλουριασμένη πάνω του. Το τρίχωμά της φωτίζεται από την σόμπα αλογόνου που καίει μπροστά από τον καναπέ, όπου είναι ξαπλωμένοι οι δυο τους κάτω από μια κουβέρτα. Οι εσωτερικές πόρτες είναι κλειστές. Κάθε δωμάτιο του σπιτιού, μια απομονωμένη Σιβηρία. Χαϊδεύει τη γάτα στη ράχη, καθώς διαβάζει ένα βιβλίο. Η ράχη του βιβλίου γράφει:  Έγκλημα και Τιμωρία. Έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό να αγοράζει νέες εκδόσεις. Ξαναδιαβάζει τα παλιά. Η Ιστορία ξαναγράφεται. Το κατοικίδιο αποκοιμιέται στα πόδια του.

Λίγο μετά θα κάνει ένα ντους και θα βγει έξω να ξοδέψει το χαρτζιλίκι που λένε σύνταξη στα υπερτιμημένα προϊόντα του σουπερμάρκετ. Μεταφέρει τη σόμπα στο μπάνιο. Η γάτα ακολουθεί υπνωτισμένη τη ζεστασιά. Κουλουριάζεται στα πλακάκια. Ο άνθρωπος φεύγει. Αφηρημένος, ξεχνάει να σβήσει τη σόμπα, κάποια πετσέτα θα γλιστρήσει πάνω στη φωτιά, ίσως κάποιο τίναγμα της γάτας. 

Επιστρέφοντας, θα τον υποδεχτούν καπνοί κάτω από τη σχισμή της πόρτας. Η γάτα έχει γίνει κάρβουνο. Με τα απανθρακωμένα πατουσάκια της να γράψει κάποιος το σύνθημα «Τρομοκρατία είναι η φτώχεια που έρχεται».

Το ρέκβιεμ είναι γραμμένο με γατίσια ουρλιαχτά, τις κραυγές των τριών παιδιών που κάηκαν στην Καβάλα προσπαθώντας να ζεσταθούν με αυτοσχέδια μέσα, τον ήχο της πυρκαγιάς στα αποκαϊδια, ενώ στο βάθος ακούγονται τα τερατώδη, γεμάτα μίσος λόγια του ναζιστικού προσηλυτισμού μικρών παιδιών στα γραφεία της Χρυσής Αυγής που πυρπολούν τις ψυχές ανήλικων ανθρώπων.



24/2/13

Οι πιο δικοί μας ξένοι

Το μήνυμα είναι πια σαφές. Θα πρέπει να στραφούμε στο εξωτερικό για να μάθουμε τι συμβαίνει στο εσωτερικό. Εδώ, δημοσιογράφοι των ανεξάρτητων μέσων και όσων δεν κινούνται από τα γνωστά εκδοτικά συμφέροντα διώκονται ή εκβιάζονται. Όχι πως είναι καινοφανές, αλλά πια γίνεται ξεδιάντροπα, προκλητικά, ρεβανσιστικά. Εδώ, η διανόηση, εκτός από λιγοστές αλλά φωτεινές εξαιρέσεις, που όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε, βυθίζεται στη σιωπή, αποσύρεται από τον δημόσιο λόγο, συνθηκολογεί, απογυμνώνεται.
Έρχεται μια διεθνής οργάνωση, οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα, για να επισημάνει το προφανές, πως η ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα περιστέλλεται δραματικά. Έρχεται ο Guardian να δημοσιοποιήσει τους βασανισμούς στη ΓΑΔΑ, και απειλείται με μήνυση από τον Δένδια. Κατατίθεται αγωγή κατά της Αυγής με δικηγόρο τον Βορίδη, ο Βαξεβάνης συλλαμβάνεται, ο Χαραλαμπόπουλος του Unfollow καταγγέλει ότι ο ίδιος και το περιοδικό δέχονται μαφιόζικες απειλές, το Jungle Report βλέπει ρεπορτάζ του να διαγράφεται από τη Google, μετά από σχετική αγωγή του Βαρδή Βαρδινογιάννη. Η επιχείρηση φίμωτρο έχει φτάσει πια ως το Λονδίνο και την Καλιφόρνια.
Παράλληλα, οι φωνές από το εξωτερικό πληθαίνουν. Πριν ένα χρόνο υπογράφεται έκκληση από 120 προσωπικότητες της Γερμανίας με τίτλο «Δημοκρατία αντί για δημοσιονομικό Σύμφωνο», ζητώντας να μην κυρωθεί το Σύμφωνο καθώς «ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα απειλεί ολόκληρη την Ευρώπη» και παραλληλίζουν τη σύγχρονη ιστορική συγκυρία με τη δεκαετία του 1930. Το Δεκέμβρη του 2012 μια διεθνής οργάνωση με έδρα το Παρίσι, το Ευρωπαϊκό Αντιρατσιστικό Κίνημα, συντάσσει ανοιχτή επιστολή κατά του νεοναζισμού, την οποία συνυπογράφουν προσωπικότητες παγκόσμιου κύρους, μεταξύ των οποίων ο Ντάριο Φο και ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβύ.
Πριν λίγες μέρες, ο Μαρκ Μαζάουερ, καθηγητής Ιστορίας στο Κολούμπια, έρχεται σε ανύποπτη στιγμή να βάλει τα πράγματα στη θέση τους: η θεωρία των άκρων, που με θέρμη επαναλαμβάνεται από συστημικούς δημοσιογράφους και ντόπιους ανθυποδιανοούμενους, έλκει την καταγωγή της από την ψυχροπολεμική θεωρία του ολοκληρωτισμού. Την ίδια περίοδο, επανέρχεται ο αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος Πωλ Κρούγκμαν να μιλήσει για «ανήθικο πείραμα σε ανθρώπους με παγκόσμια εμβέλεια» και να καταλογίσει «παράνοια» στη Γερμανία για τα μέτρα λιτότητας που επιβάλλει στην Ελλάδα. Περίπου στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται οι τοποθετήσεις του Σλάβοϊ Ζίζεκ λίγους μήνες νωρίτερα, ενώ ο Νόαμ Τσόμσκυ έχει δηλώσει σε συνέντευξη: «Η τρόικα θέλει να σας καταστρέψει».
Από τον κόμη Σανταρόζα, τον ιταλό επαναστάτη που σκοτώθηκε στην πτώση της Σφακτηρίας το 1825, ως τον γάλλο λογοτέχνη και περιηγητή Σατωμπριάν που συνέταξε τον ίδιο χρόνο το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» και το οποίο λειτούργησε ως επαναστατικό μανιφέστο, ως τον Λόρδο Βύρωνα και τον Βίκτορα Ουγκώ, οι επονομαζόμενοι φιλέλληνες, συμπαραστάθηκαν στον ξεσηκωμό των Ελλήνων ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Άραγε όσοι από τους κοτζαμπάσηδες πρότασσαν το προσωπικό συμφέρον πάνω από το κοινό καλό, θα έβλεπαν με συμπάθεια τους ξένους υπηκόους που υποστήριζαν την Επανάσταση, όταν διέβλεπαν πως η ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης θα επέφερε απώλεια των αξιωμάτων και των προνομίων τους;
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, μια σειρά επιφανών διανοητών, μεταξύ των οποίων ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Νερούντα, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Πωλ Ελυάρ και ο Ζαν Κοκτώ κινητοποιούνται προκειμένου να σωθεί από το εκτελεστικό απόσπασμα ο Νίκος Μπελογιάννης, ενώ η κυβέρνηση Πλαστήρα λαμβάνει δεκάδες χιλιάδες τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας απ’ όλο τον κόσμο. Αλλά από το παγκόσμιο κίνημα αλληλλεγύης δε θα σωθεί η ζωή του Μπελογιάννη, θα διασωθεί το σκίτσο του Πικάσο του ανθρώπου με το γαρύφαλλο. Τι ήξερε στο κάτω-κάτω, περισσότερο από την Εστία,ο κάθε Σαρλώ;
Κι αργότερα, στον αντιδικτατορικό αγώνα, θα συμβάλλουν και πάλι οι πιο δικοί μας ξένοι. Αρχές του ’69 ο Σαρτρ εκδίδει ειδικό τεύχος του περιοδικού Les temps modernes αφιέρωμα στην πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ώστε να στρέψει το ενδιαφέρον της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας, και όχι μόνο, στη Χούντα. Η Deutsche Welle παρέχει χώρο ελεύθερης έκφρασης στην ελληνική εκπομπή που μεταδιδόταν καθημερινά στα χρόνια της δικτατορίας. Ο Γκύντερ Γκρας διαβάζει τον πύρινο λόγο του κατά της δικτατορίας προσκεκλημένος στην Αθήνα την άνοιξη του ’72. Η Οριάνα Φαλάτσι προβάλλει διεθνώς τον Παναγούλη αλλά και το αντιδικτατορικό κίνημα, για να προσθέσω ακόμη μια περίπτωση σ’ αυτή την ενδεικτική σταχυολόγηση.
«Επί ενάμιση περίπου αιώνα, οι ξένες δυνάμεις, με την παρέμβασή τους ή με τη βοήθειά τους ήταν σχεδόν πάντα λίγο πολύ υπεύθυνες για τη γέννηση ή την επίλυση των κρίσεων που γνώρισε η Ελλάδα» γράφει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς προοικονομώντας ήδη από τις πρώτες σειρές του βιβλίου του την Ελληνική τραγωδία: από την απελευθέρωση ως τους συνταγματάρχες. Την ίδια στιγμή, οι άλλοι ξένοι, οι πιο δικοί μας ξένοι, διανοητές, οργανισμοί, δίκτυα, μμε και οι λαοί θα εμφανίζονται διαχρονικά ως deus ex machina. Κατανοούν, συναισθάνονται και στέκονται συμπαραστάτες, αρωγοί, εμπνευστές, αλληλέγγυοι. Και οι πιο ξένοι από τους δικούς μας, ακόμη πασχίζουν να μας πείσουν πως δεν πρόκειται για τραγωδία.

21/2/13

κατασταλτικός μιθριδατισμός

Πλήθος γυναικών συγκεντρωμένο μπροστά από το αστυνομικό τμήμα της Ιερισσού. Διαμαρτύρονται για την εξαφάνιση δύο συμπολιτών τους μετά από προσαγωγή. Διαμαρτύρονται για τον εκφοβισμό που υφίστανται ως κάτοικοι της περιοχής. Στο βίντεο που έφτιαξαν οι ίδιοι οι κάτοικοι ακούγονται να επαναλαμβάνουν τη λέξη "τρομοκρατία". Μα τι εννοούν όλες αυτές, ανυποψίαστε πολίτη μου; Έχασαν τα μυαλά τους;



Δεν χρειάζεται να είσαι Αριστερός από την κούνια σου. Μία Erin Brockovich να έχεις δει, σενάριο βασισμένο σε πραγματική ιστορία ήταν,  σταρ του Χόλιγουντ πρωταγωνιστούσε,  δεν δα ήταν καμιά indie παραγωγή, καταλαβαίνεις ότι εκεί που πάει να στηθεί μια εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση, μπορεί κάλλιστα να εξοντωθεί όχι μόνο το οικοσύστημα της περιοχής, αλλά και οι ίδιοι οι κάτοικοι, αν χρειαστεί. Τα ανθρώπινα εμπόδια μπορούν να αρθούν άμεσα με απαγωγές της αστυνομίας και εκφοβισμό της κοινότητας ή μακροπρόθεσμα με περιβαλλοντικές ασθένειες, όπως στην ταινία. Υπάρχει βέβαια πάντα και η εξαγορά συνειδήσεων αλλά εδώ δεν χρειάζεται τέτοιο μέσο. Έχουν αναλάβει πιο επιδραστικό ρόλο τα κανάλια με την προπαγάνδα υπέρ των μεταλλείων και την αποσιώπηση κάθε άβολης αλήθειας.

Προχτές, σε τηλεοπτικό πάνελ του MOUGA-για-την-μεγάλη-πορεία-στη-Θεσσαλονίκη, κάποιος έριξε την εμπρηστική δήλωση αλλά πέρασε στα ψιλά: οι Σκουριές Χαλκιδικής θα είναι το νέο Λιτόχωρο. Το Λιτόχωρο Πιερίας είναι ο τόπος από τον οποίο ξεκίνησε ο Εμφύλιος τον Μάρτη του '46.



Οι γυναίκες μιλούν για τρομοκρατία αλλά και οι καθεστωτικοί μιλούν για εμφύλιο.

Στη δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή (1973-1990) οι εξαφανίσεις αντικαθεστωτικών μαζί με τις εκτελέσεις έφτασαν στους 3.200 και τα θύματα βασανιστηρίων και παράνομων κρατήσεων στους 37.000.

Ναι, αλλά εδώ δεν είναι δικτατορία, θα μου πεις. Ναι, αλλά εδώ δεν έχουμε καμία εκτέλεση και οι εξαφανίσεις ήταν μόνο δύο και τελικά αναιρέθηκαν.

Για τους βασανισμούς, να θυμίσω τη δημοσίευση της Guardian για ΓΑΔΑ, την οποία Guardian ο Δένδιας απείλησε με μήνυση, επιχειρώντας να φιμώσει ακόμη και τα ξένα μμε. Για τους βασανισμούς, να θυμίσω την ξεδιάντροπη και προκλητική διάδοση των βασανισμών στο Βελβεντό με τη συνεργασία ΜΜΕ-ΕΛΑΣ.

Για τις εκτελέσεις, να θυμίσω,  ότι ο Βορίδης τάσσεται ανοιχτά υπέρ της επαναφοράς της θανατικής ποινής εκπροσωπώντας τον εσμό ακροδεξιών υπάνθρωπων σε μια κοινωνία που εκφασίζεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς.

Κι όσο για τις εξαφανίσεις, είναι δοκιμές κατασταλτικού μιθριδατισμού: ελεγχόμενες δόσεις κρατικής τρομοκρατίας στην αρχή, έτσι ώστε η κοινωνία να την συνηθίσει. Έτσι ώστε, όταν γενικευτεί το φαινόμενο της κρατικής τρομοκρατίας, σε συνεργασία με την λευκή τρομοκρατία των χρυσαυγιτών, η κοινωνία να έχει πέσει ήδη στη σχετική αφασία.


Να μη συνηθίσουμε.


16/2/13

Αδιανόητοι διανοητές

Κατηφορίζαμε τη Βασιλίσσης Σοφίας. Μια φαινομενικά συνηθισμένη μέρα. Που δεν ψηφιζόταν κανένα Μνημόνιο, κανένα Μεσοπρόθεσμο, κανένα νομοσχέδιο. Ομως οι περισσότερες λωρίδες της λεωφόρου ήταν κλειστές. Για να κυκλοφορήσουν ασφαλή και ανενόχλητα τα επιβατηγά με τα αλεξίσφαιρα φιμέ κρύσταλλα και τα δερμάτινα καθίσματα. Αυτά που μεταφέρουν το είδος του ανθρώπου που έρχεται από έναν άλλο κόσμο να υπαγορεύσει πολιτικές. Κάθετα, στο πλάι της Βουλής παρκαρισμένες δύο κλούβες της Αστυνομίας.

Θα θυμήθηκε και το φράχτη της ντροπής που στήθηκε στο Σύνταγμα την ημέρα της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου. Ενα παραπέτασμα από ατσάλι και πλεξιγκλάς, άθραυστο, κόστους 40.000 ευρώ, ύψους 2,20 μ. και μήκους 15 μ. Με παραθυράκια που ανοίγουν μόνο από την πλευρά των ΜΑΤ, για ρίψη χημικών. Θα θυμήθηκε και τα ασφυξιογόνα, τα δακρυγόνα, τις κλομπιές, τα κλοτσίδια των πανόπλων.

Κοίταξε κατά το σύμπλεγμα Κοινοβούλιο - ένστολοι - κλούβες - λιμουζίνες - κουστουμάτοι σαν να αντίκριζε πρώτη φορά το θέαμα και μουρμούρισε αφελώς: «Αν όλοι αυτοί έκαναν κάτι καλό, θα περπατούσαν ξυπόλυτοι ανάμεσά μας, όπως ο Γκάντι». Εκείνη τη στιγμή διέκρινα στο βλέμμα αυτού που τσουβαλιάζουν ως «μέσο άνθρωπο» την αθωότητα της ενήλικης άγνοιας, την επιστροφή στο θεμελιώδες, το μεγαλειώδες παιδιάστικο «γιατί».

Η στιγμή που ο υποψιασμένος άνθρωπος θα κοιτάξει ανυποψίαστος τον κόσμο και θα αναρωτηθεί για το αυτονόητο, απηχεί ίσως τη θέση του Feyerabend, ενός από τους πιο ριζοσπάστες φιλοσόφους της επιστήμης, που συνοψίζεται στο πρόσταγμα «όλα επιτρέπονται». Τα μεγάλα breakthrough στη γνώση δεν έγιναν αναμασώντας στο διηνεκές δείκτες και στατιστικές, δεν έγιναν προπαγανδίζοντας δόγματα, παπαγαλίζοντας «οικουμενικές αλήθειες», δεν έγιναν με την προσκόλληση στα ταμπού, δεν έγιναν χωρίς τη ρήξη με το αυτονόητο. Οι ουτοπίες του σήμερα είναι συχνά οι τόποι του αύριο. Και όχι, δεν χρωστάμε σε κανέναν να απαλείψουμε αυτό το βλέμμα.

Την πρώτη φορά που είδα τον Κισλόφσκι να μιλάει, ίσως σε μία συνέντευξη για το making of της Μπλε ταινίας, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το βλέμμα του. Εβλεπα τα μάτια ενός δεκάχρονου παιδιού στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο ενός ανθρώπου μέσης ηλικίας. Ενιωθα πως το βλέμμα του εξέπεμπε αθωότητα και καλοσύνη, πως στα μάτια του σπίθιζε η φλόγα του μικρού εξερευνητή και πως, όταν χαμογελούσε, το πρόσωπό του αποκτούσε μια σκανδαλιάρικη έκφραση. Ομοια αίσθηση είχα όταν διέκρινα στη Διδώ Σωτηρίου το φιζίκ ενός κοριτσόπουλου, που όμως δεν άφησε ανέπαφο ο χρόνος. Αλλά ίσως και η εικόνα που τους προσέδιδα δεν ήταν παρά αντανακλάσεις των δικών μου προκαταλήψεων υπέρ τους, δεν ήταν παρά αποκωδικοποιήσεις του έργου τους και αισθητικές αποτιμήσεις σε μορφή φυσικών χαρακτηριστικών. Ισως και όχι.

«Ομως οι περισσότεροι άνθρωποι κατά το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής τους, και οι περισσότερες κοινωνικές ομάδες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους, ζουν με προσδοκίες λιγότερο μεγαλόπνοες» γράφει ο Χομπσμπάουμ («Επαναστάτες», εκδόσεις Θεμέλιο). Αυτή η συνθήκη δεν είναι κατανοητή, απαραίτητα, για τον διανοούμενο. Ο Μπέρτραντ Ράσελ, ο Φρέιρε, ο Κροπότκιν, η Εμα Γκόλντμαν, ο Ντάριο Φο, για να προσθέσω ελάχιστα επιπλέον παραδείγματα -εσκεμμένα μόνο ξένων διανοητών-, διατήρησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους, μέχρι τα γεράματα, ένα αμετανόητα «επαναστατικό» βλέμμα. Ο υπέργηρος Τσόμσκι, που συνεχίζει να ενοχλεί και επιχειρούν να τον απαξιώσουν αποκαλώντας τον επαγγελματία επαναστάτη, θα μας προτρέψει κάπως έτσι: Ξεκινήστε να ρωτάτε τα αυτονόητα.

Η ένδεια της «ντόπιας διανόησης», που τραγουδούσε ο Βασίλης Νικολαΐδης, φανερώθηκε. Επιβεβαιώθηκε πως τον τίτλο του διανοούμενου που περιέφερε αλαζονικά η συντριπτική πλειονότητα μεταξύ αυτών, τον οικειοποιήθηκε καταχρηστικά με παραγοντισμό, κλίκες, κρατικοδίαιτο έργο, κομματικούς μηχανισμούς και κληρονομικώ δικαιώματι. Εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, δεν είναι πως γέρασαν και γι' αυτό στράφηκαν στη συντήρηση. Είναι πως ποτέ δεν υπήρξαν διανοητές. Και κάποτε οι συνθήκες αποκάλυψαν τη γύμνια τους, όπως το παιδί στα «Καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα». Δεν σιώπησαν, όπως ο άνθρωπος στο «Σώπα, μη μιλάς» το ποίημα του Αζίζ Νεσίν. Δεν επιχείρησε κανείς να τους κλείσει το στόμα, όπως στον «Εχθρό του λαού» του Ιψεν. Δεν μιλούν, γιατί δεν έχουν τίποτα να πουν. Η κρίση, ναι, είναι ευκαιρία. Για να διαλυθούν οι αυταπάτες μας για τους αδιανόητους διανοητές μας.


15/2/13

Ατσιού


Η πρώτη της ψυχαναλυτική συνεδρία. Σε όλη τη διάρκεια ο αναλυτής φταρνιζόταν. Στο τέλος του 45λεπτου της ζήτησε μια χάρη. Αν γίνεται να μην φοράει άρωμα όταν τον επισκέπτεται. Έπασχε από αλλεργική ρινίτιδα. Εκείνη θα πρέπει να ανασήκωσε το φρύδι ή να γούρλωσε τα μάτια ή να αναδεύτηκε στην καρέκλα της, γιατί ο αναλυτής έσπευσε να την καθησυχάσει. Το άρωμά της ήταν πολύ όμορφο, το απολάμβανε, ήταν πραγματικά αισθησιακό, αλλά ερέθιζε αυτή την αλλεργία που τον ταλαιπωρούσε.
 
Έπειτα σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό της, πέρασε την τσάντα της στον ώμο και του ανακοίνωσε την ερμηνεία της. Ο οργανισμός του αντιδρά όταν κάποιος του επιβάλλεται δια της οσμής στο προνομιακό του πεδίο και ακόμα χειρότερα όταν ο αναλυόμενος του επιβάλλεται επιχειρώντας να καλύψει την ουσία του με συνθετικά αρώματα. Ίσως, όπως ο Γκρενούιγ στο Άρωμα του Ζίσκιντ, να αναζητούσε την πεμπτουσία της αυτεπίγνωσης συλλέγοντας το βαθύτερο, το πιο σκοτεινό, το πιο μύχιο κι ανομολόγητο άρωμα που ανέδιδε η ύπαρξη των αναλυόμενων.
 
Κάθησε στο γραφείο του. Συμπλήρωσε τη χειρόγραφη απόδειξη και την έτεινε κατά το μέρος της. Εκείνη την πήρε στα χέρια, διάβασε τα στοιχεία, έψαξε το πορτοφόλι της. Εισέπραξε το αντίτιμο της συνεδρίας από τον αναλυτή. Έψαχνε να του δώσει ρέστα.  "Έδωσες ρέστα σήμερα", της είπε εύθυμα και αποχαιρετίστηκαν για πάντα.

12/2/13

τάγματα επί νοίκια

Στη γειτονιά σου, κύριε Γιώργο, δεν ψέκασαν. Ανθίζουν ακόμα τα οπωροφόρα. Δεν πέρασαν τα τάγματα του ορθολογισμού να σημαδέψουν την περιουσία σου με μαύρα Χ δηλώνοντας: εδώ είναι ιδιοκτησία. Εδώ είναι τέμενος. Εδώ προσκύνα. Εδώ ανήκει σε κάποιον. Εδώ κάποιος είναι κύριος και κάτοχος.
Ποιος είσαι εσύ, κύριε Γιώργο, που επαρκεί η σύνταξή σου για να ζεις και θέλεις να χαρίζεις νοίκια στους ξένους; Είναι ξένοι, αλλά είναι και αλλοδαποί; Μην την κάνεις λειψή την καλή πράξη και μας χαλάσεις το όνειρο, κύριε Γιώργο.
Είναι χειρόγραφη η επιστολή σου. Διπλωμένη σε φάκελο. Με γραμματόσημο και σφραγίδα ταχυδρομείου. Ακόμη κι αν στην πληκτρολόγησε το εγγόνι σου και την έστειλε με email στην εφημερίδα, η επιστολή σου μυρίζει λεβάντα. Είναι μπανάλ.
Τα μικρά παιδιά, κύριε Γιώργο, κάπως θα το νιώθουν πως οι γονείς τους δεν είχαν για το νοίκι. Πάντα όπως το λέει ο στίχος για το Λαύριο:  Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;/ Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα. Θα μάθουν άραγε για την καλοσύνη σου; Την καλοσύνη τη δική σου και του καθενός που δεν επιδιώκει να την εξαργυρώσει, να δρέψει δάφνες, την καλοσύνη που συνθλίβεται κάθε μέρα ανάμεσα στις εκδοχές της πραγματικότητας που συγκρούονται. Ούτε ηρωισμούς, ούτε αγιοσύνες, ούτε μανιφέστα. Να, μια δωρεάν παραχώρηση των διαμερισμάτων, στους ανθρώπους με τα μικρά παιδιά που δεν τα βγάζουν πέρα.  Για λίγο. Μόνο για να γλιτώσουνε την έξωση.  Μια φιλοξενία. 
Αλλά τα τάγματα των ζόμπι των ναζήδων θα σε ανακρίνουν, μη η καλοσύνη σου ωφελεί μετανάστες. Και τα τάγματα των ζόμπι των διαφωτιστών  θα σε ανακρίνουν, μη η καλοσύνη σου δε φέρνει έσοδα στο κράτος, την ίδια στιγμή που αποτάσσονται τη φορολογία από αποστροφή στην ιδέα πως η φορολογία μπορεί να διατίθεται προνοιακά, να αναπαράγει κύριους Γιώργους για ανήμπορους.

9/2/13

κάστα ντίβα



γραμμένο μαζί με τον Costinho


[...] σοκάρεσαι όταν ανακαλύπτεις ότι μέλη αυτής της συμμορίας δεν είναι οι απόκληροι της κοινωνίας, αλλά παιδιά αστικών, ίσως και μεγαλοαστικών, οικογενειών που είχαν εκλεκτή μόρφωση.
Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, βαρυσήμαντο σοκαριστικό άρθρο στο πρόταγκον που θα συζητηθεί -εδώ, από εμάς.

Δεν τα λέει στραβά λοιπόν ο Μιλτιάδης. Ούτε και οι προταγκονιστές κοντυλοφόροι που προσπερνώντας όλες τις γραμμές της τεκμηρίωσης του αδικήματος, στάθηκαν –πέρα κι από τον βαθύ αποτροπιασμό τους για την ίδια την πράξη- στην ταξική γενέτειρα των συλληφθέντων. Πράγματι πρέπει να σοκάρεσαι όταν ανακαλύπτεις ότι η επένδυση που έγινε στην εκλεκτή μόρφωση -η οποία πιθανώς να στοίχισε περιουσίες- όχι μόνο δεν ακολουθείται από πραγματικές πιθανότητες ανταποδοτικότητας, αλλά αντίθετα –και ακόμα πιο αχάριστα- διοχετεύεται σε κανάλια άρνησης του κόσμου που θεμελιώνεται στις νόρμες της ανταποδοτικότητας. Ίσως άγαρμπα, ίσως ρομαντικά, ίσως βάρβαρα, αλλά άρνησης. Και με κόστος, πάντως –όχι με καβάντζα την ασφάλεια της τάξης, εφ’όσον τα παιδιά αυτά έχουν ήδη αποσχιστεί από την τάξη της ασφάλειας. Σοκάρεσαι όταν ανακαλύπτεις ότι κι οι άλλες συμμορίες μοιάζουν με τη δική σου. Ότι φέρουν σχεδόν τα ίδια σημεία της ταξικής συνθήκης: εκλεκτή μόρφωση, μεγαλοαστικές οικογένειες, κληρωμένοι της κοινωνίας. Φτιαγμένοι. Χρεωμένοι στην τυχερή πλευρά της ζωής. Παλεύοντας για το περισσότερο, όχι για το αυτονόητο και ήδη κεκτημένο, όχι για το αβίαστα παρεχόμενο, το κατά συνθήκη· πλεονέκτες από επιλογή, όχι ρέκτες από ανάγκη –σύμφωνα πάντα με τους προτάγκονους. Γι’αυτό και το πρώτο ανάθεμα που θα πέσει πάνω τους κατά το ταξικό παραστράτημά τους είναι η υπενθύμιση της καταγωγής τους. Όλοι θα αναρωτηθούν δηκτικά: γιατί αυτή η εκλεκτή μόρφωση να βρίσκει έκφραση στα όπλα; Κανείς δεν θα αναρωτηθεί –κανείς δεν αναρωτήθηκε: γιατί αυτή η βολεμένη (ίσως και μεγαλοαστική, αλλά σίγουρα όχι απόκληρη) παρέα να ληστεύει μια τράπεζα;
Τι άραγε να ταράζει περισσότερο τη συνοχή των αστών; A class war or a war within a class? Στο πρώτο ενδεχόμενο, έχουν αριστεύσει κατά καιρούς, έχουν βρει τα εργαλεία, έχουν φτιάξει τα γκέμια, τα’χουν κουλαντρίσει. Το δεύτερο ανοίγει επικίνδυνες ρωγμές, επιβουλεύεται την άρρηκτη συνέχεια της κάστας. Ως θέσει όμοια, τα τέκνα των παροικούντων στις παρυφές της ευδαίμονος τάξης χαλάνε την πιάτσα. Η απόκλιση από την ενιαία αφήγηση –αυτή που βρίσκει ελευθερία μόνο στην κατανάλωση και την αποχαλίνωση των όρων ανταποδοτικότητας- απειλεί να διασαλεύσει το αρραγές: την τάξη της τάξης. Πέρα από την πιάτσα όμως, χαλάει και τη συμφωνία –την ομερτά των ταξικών κεκτημένων και έννομων επιδιώξεων. Η απόλαυση των προνομίων της κάστας στηρίζεται στον κατά γράμμα σεβασμό της νόρμας: τουμπεκί, μάσα, πρέφα και κομπόστα· και χαίρε πολιτεία ασάλευτη. Η δε περιφρόνηση των προνομίων ανεπίτρεπτη. Είναι πράγματι μια σκέψη που τρομοκρατεί.
Όλοι τους ξεχνούν βέβαια, μάλλον όχι τυχαία, ότι ταξικοί αποστάτες δεν ήταν μόνο οι δυο ήρωες στο Άλμπατρος, ο βαρονέτος Έντμουντ Μάθιουσελντ και ο μαρκήσιος Νέλσον Τζαίημς (που βέβαια μια δεκαετία μετά αναρωτιόμαστε αν η συγγραφέας του μυθιστορήματος είναι το ίδιο πρόσωπο με την αρθρογράφο στην άθενς βόης ή είναι κάτι σαν τους Luther Blissett αλλά μετά τη διάσπαση), αλλά και πολλοί άλλοι επιφανείς διανοητές. Ο Κροπότκιν ήταν γιος πρίγκιπα, ο Μπακούνιν ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, ο Λαφάργκ, ο Ένγκελς και ο Μαρξ προέρχονταν από εξαιρετικά εύπορες οικογένειες, για να παραθέσουμε ελάχιστα παραδείγματα. Ο Λένιν μάλιστα –άλλος ένας τιμημένος αποστάτης της τάξης του- πολύ εύστοχα θεωρούσε ότι η αστική διανόηση θα αναπληρώσει την αδυναμία των εργατών να διαμορφώσουν πολιτική ταξική συνείδηση καθώς δεν ήταν τυφλός στο να δει ότι φορείς και δημιουργοί της επαναστατικής θεωρίας δεν είναι οι εργάτες αλλά οι διανοούμενοι και μάλιστα οι πρωτοπόροι αστοί διανοούμενοι. Γράφει κάπου ο Ραφαηλίδης γι’αυτούς τους φωτισμένους αστούς αποστάτες, ότι κανείς δεν θα μπορούσε να τους υποπτευτεί για ιδιοτέλεια, γιατί είναι οι μόνοι που δεν αντιλαμβάνονται τον «καλύτερο κόσμο που είναι νάρθει» σα δυνατότητα αναρρίχησης στην εξουσία των πεινασμένων που ονειρεύονται να γίνουν αφεντικά, αντιστρέφοντας τους ρόλους του καταπιεστή και του καταπιεζόμενου. Το ίδιο ισχύει και για τον Δημήτρη Μπάτση, το σύντροφο και συναγωνιστή του Νίκου Μπελογιάννη που εκτελέστηκε μαζί του τον Μάρτιο του’52: γιος ναυάρχου, διαπρεπής οικονομολόγος και δικηγόρος, άνθρωπος με λαμπρή δράση στη διάρκεια της κατοχής, μέλος της «καλής κοινωνίας» του Κολωνακίου, άνθρωπος ευκατάστατος –και παρά ταύτα κομουνιστής. Ως τυπικός «αποστάτης της τάξης του» έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Με τον Μπάτση δίπλα στο Μπελογιάννη δείχνεις με τον πιο σαφή τρόπο πως η κομουνιστική διάβρωση είναι πολύ βαθιά, αφού το κομουνιστικό μικρόβιο μπορεί να προσβάλει ακόμα και άτομα υγιέστατα από ταξικής απόψεως και όχι μόνο αυτούς που «δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους».
Η εκλεκτή μόρφωση όμως θα μπορούσε να αποτρέψει τέτοιες μολύνσεις. Δεν είναι μόνο ο Βαρβιτσιώτης που αντιπροτείνει γαλλικά και πιάνο προκειμένου να μετουσιωθεί το αριστοτελικό «φιλοσι γὰρ γαν καμισοσιν γαν καὶ τἆλλα πάντα ὁμοίως» σε τσάι και συμπάθεια, και μάλιστα σε συνθήκες παγκόσμιου σπαραγμού. Από τα διάφορα speaker’s corner στα αχανή Hyde Park του φέησμπουκ εκφράστηκαν πανομοιότυπες ρήσεις από την «ντόπια διανόηση», όπως σε στίχο του Βασίλη Νικολαϊδη. Η κάστα των βαρβιτουρικών προταγκονιστών ξηγιέται αισθητική ούμπερ άλες, ως τη μακάρια ωτασπίδα που θα προστατεύσει την τάξη από τα άτακτα ερεθίσματα. Να τρελαθούμε στα φαγκότα, που λέει και ο Τζιμάκος, προκειμένου να καλλιεργηθεί η ψυχούλα μας, να μετατραπεί το μίσος που προκαλεί η κοινωνική αδικία -ανεξάρτητα αν είσαι εργάτης ή αστός- σε καλλιέπεια και καλλιέργεια και φιλευσπλαχνία και άλλα ζαχαρωτά.
Και πάλι ξεχνούν να προσμετρήσουν πως οι Γερμανοί ναζί ανάγκαζαν τους Εβραίους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης να ακούν Στράους και Βάγκνερ σκάβοντας με τα νύχια τάφους με τα χέρια τους για τα αδέρφια και τους γονείς τους που πέθαιναν από κακουχίες. Στο Μαουτχάουζεν το ολοκαύτωμα συντελέσθηκε με τις μουσικές που μας προτείνει η σύγχρονη ανθυποδιανόηση για anger management, έτσι απολίτικα, λάιτ και λάικ. Ο Παούλ Τσελάν, έχοντας ζήσει τη θηριωδία του Άουσβιτς και τους ναζήδες με τη ρομαντική μουσική, θα γράψει τη Φούγκα του θανάτου:
Mαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τ'απόγευμα
σε πίνουμε μεσημέρι και πρωί σε πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμ' ένα τάφο στους άνεμους εκεί δεν είναι στριμωχτά.
Η πολιτική ενάργεια της τάξης –και η ίδια η άλλως υψηλή αισθητική της τελικά- τελειώνουν στο nobility· αστική ευγένεια, και από μέσα ας ζέχνουν. Το έχει απαντήσει ήδη όμως ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι:
Τη σκέψη σας που ονείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας,
σάμπως ξυγκόφρεφτος λακές
σ'ένα ντιβάνι λιγδιασμένο
εγώ θα τη τσιγκλάω,
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός και αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
Εγώ δεν έχω ούτε μια άσπρη τρίχα στη ψυχή μου
και ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Πιο λιτά και λιγότερο ηρωικά, το έχει περιγράψει και η Γαλάτεια Καζαντζάκη: εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω. Εικόνα σου είμαι κοινωνία και τρομάζω, πετάγεται ξανά ο Τζιμάκος με την περιπαικτική του σκληράδα. Ένα στίχο πριν όμως, η Γαλάτεια έχει ήδη αποσαφηνίσει την τοπογραφία της απόγνωσης: όλη η ζωή μου του χαμού. Αλλά αυτό είναι που κάνει το τσιτάτο ασήκωτο. Γιατί δείχνει την κόλαση. Δείχνει ποιοι και με τι είναι –ή είμαστε- πραγματικά όμοιοι. Δείχνει ότι η ταξική νιρβάνα δεν έχει υπόκρουση Βάγκνερ και μεγαλείο ανθρώπων -όπως μαρτυρά κάθε μεγάλη μουσική- αλλά τους ήχους που φτάνουν από μακριά, τους τριγμούς από τα έγκατα του ζόφου, την ηχώ των σαπισμένων κορμιών, τις κραυγές στα κρατητήρια στις πέντε τα ξημερώματα, τις παραμορφώσεις στα πρόσωπα -απ'έξω κι από μέσα-, το αποτρόπαιο σύρσιμο που κάνει το καροτσάκι του άστεγου, ενώ κουβαλάει το βιος του και το βιος μας, πάνω στα πλακάκια της ανάπλασης κάποιου διαπλεκόμενου δημάρχου.
Αυτά τα κόκκινα σημάδια στο πρόσωπο των πιτσιρικάδων μπορεί να είναι κι από αίμα -για να συνεχίσουμε στο πνεύμα των ποιητών. Μπορεί όμως να είναι κι από ντροπή· την ατέλειωτη ντροπή που αντανακλάται πάνω τους, που φορτώνεται σαν αλάτι πάνω στις αμυχές τους· την ανυπόφορη ντροπή των αστών συγγενών τους που όχι καλάσνικοφ δεν τολμούν να φανταστούν ότι αγγίζουν, αλλά που πηγαίνουν στην τράπεζα καθημερινά, μόνο για να σφίξουν κι άλλο τη γραβάτα που μια μέρα θα τους πνίξει. Και που επειδή ντροπή δε νιώθουν για τίποτα, τη φοράνε όλη στα παιδιά τους.