29/4/12

αγαπητέ δημοκράτη

Στις 6 Μάη οι πολίτες αυτής της χώρας θα ασκήσουν το ύψιστο συνταγματικά κατοχυρωμένο δημοκρατικό δικαίωμά τους, το δικαίωμα του εκλέγειν. Την ίδια στιγμή, που προσδοκούν ως άλλη ανάσταση νεκρών, Χριστιανοί γαρ, τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, οι χρήστες των social media επιδεικνύουν έναν ασυγκράτητο ζήλο να πείσουν -ή και να μεταπείσουν- το εκλογικό σώμα: α) να μην ψηφίσει λευκό ή άκυρο, β) να μην κάνει αποχή, γ) να μην ψηφίσει ένα από τα δυο -μάλλον πάλαι ποτέ- μεγάλα κόμματα, δ) να μην ψηφίσει ακροδεξιά κόμματα. Δια της εις άτοπον απαγωγής δηλαδή να ψηφίσει τους νεοφιλεύθερους ή Αριστερά, αφού αυτά τα δυο ρεύματα έχουν και την μεγαλύτερη επιρροή στα social media, χρησιμοποιώντας το μέσο ως μια εναλλακτική πλατφόρμα ανέξοδης προπαγάνδας και διαφήμισης. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Και το καλοκαίρι του 2007 τα ίδια συνέβαιναν κατά την προεκλογική περίοδο.

Φέτος, με το γνωστό ελληναράδικο χιούμορ, έχουν κυκλοφορήσει  π.χ. και κάτι αστειάκια τύπου κλειδώστε στο σπίτι τους γέρους που ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, που δεν είναι για γέλια. Γνωστό ότι και τα αστεία που επιλέγουμε να πούμε, κάτι προδίδουν απ' αυτό που είμαστε, ναι;  Και μια που θυμήθηκα το αλησμόνητο 2007 της ΝΔ, ας θυμίσω και το χιούμορ του Αλογοσκούφη, που διαμαρτυρήθηκε αστειευόμενος ότι η οθόνη δε δείχνει έναν άνθρωπο αλλά έναν...μαύρο. Τι ωραίο αστείο πραγματικά, διαχώριζε τον άνθρωπο από το νέγρο. Ομοίως τα προεκλογικά μας χωρατά κάτι δείχνουν για τα δημοκρατικά μας αντανακλαστικά. Ομοίως αυτή η φανατική αποστροφή από το δικαίωμα της αποχής από τις εκλογές ή την ψήφιση λευκού/(εσκεμμένου) άκυρου επίσης κάτι δηλώνει. Πέρα από τα ωραία αυτά αστεία, κυκλοφορεί σε πολλές ακόμα μορφές ένα συγκεκριμένο είδος προπαγάνδας με εκβιασικά διλήμματα, ίδια με αυτά που διδάσκουν οι πολιτικάντηδες που καλούμαστε να ανατρέψουμε με την ψήφο μας.

Δηλώνει, αγαπητέ μου δημοκράτη, ότι δε σέβεσαι την ελευθερία επιλογής του άλλου που, μάντεψε, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ζήλο σου να πείσεις το ακροατήριό σου να πάει να ψηφίσει. Και ακόμα, αν ας πούμε σε προηγούμενες εκλογές (κυρίως δημοτικές παρά βουλευτικές) κάποιοι κατηγορήθηκαν -από τη γνωστή μερίδα των ζηλωτών ψηφοφόρων στην οποία ανήκεις- πως έβρισκαν ευκαιρία να πάνε να φάνε φρέσκο ψάρι παραλιακά και να πιούνε ούζα αντί να ασκήσουν το ultimate δικαίωμα της ψήφου, τώρα, σ΄ αυτές εδώ τις εκλογές που έρχονται, και ο πιο απολιτίκ -αν δεχτούμε τέτοιους όρους- έχει αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης. Έτσι, αν αποφασίσει κάποιος πως προτιμά την αποχή ή το λευκό σημαίνει πως εκφράζει τη βαθιά του δυσαρέσκεια για το πολιτικό σύστημα, για το οποίο κάθε χαρακτηρισμός περισσεύει. Και την έκφραση της λαϊκής βούλησης, αν  υποτίθεσαι τη σέβεσαι συλλογικά, πρέπει να τη σέβεσαι και ατομικά, αγαπητέ δημοκράτη. Η συνειδητή αποχή, περισσότερο, τα εσκεμμένα άκυρα και τα λευκά, εκφράζουν κάτι το οποίο, αν μη τι άλλο, οφείλεις να το ακούσεις με μεγάλη προσοχή αντί να προσπαθήσεις να το χειραγωγήσεις. Δεν βίωσες εσύ πιο επώδυνα την κρίση και δεν είσαι εσύ πιο πολιτικοποιημένος από τον άλλο που αποφασίζει πως να μην ψηφίσει κάποιο πολιτικό κόμμα, αγαπητέ δημοκράτη...





22/4/12

κι έβγαλε τη χρυσή

Ίσως να ήταν η πρώτη συνεδρία που συμμετείχα. Σε άλλους τόπους αυτό μπορεί να το έλεγαν εισαγωγική περίοδο -μεταφρασμένο καθετί "καινοτόμο" από τα μητροπολιτικά, induction period- μπορεί να είχε γίνει πιο οργανωμένα, μπορεί να υπήρχε κάποιου είδους εποπτεία. Σε εμάς έγινε κάπως έτσι.
Ένας γιατρός, που είχε ξεκινήσει ειδικότητα λίγους μήνες πριν, φορτωμένος με ιατρικούς φακέλλους και με όλη την ευθύνη της διαχείρισής τους, πήρε την πρωτοβουλία να με προσκαλέσει να συμμετέχω σε μια δύσκολη λήψη ιστορικού: μητέρα έφηβου ζητάει συμβουλή πώς να χειριστεί τον γιο της που εμφανίζει ακραία αντικοινωνική συμπεριφορά. Παρένθεση: απόπειρα ανθρωποκτονίας. Τον ακολούθησα στο ανήλιαγο δωματιάκι, ένας προθάλαμος ανάμεσα στο WC και το αρχείο, καθήσαμε δυο λεπτά, μου εξήγησε προφορικά την περίπτωση, από όσα ήξερε μέχρι τώρα απ΄το referral, πήρε μια ανάσα και βγήκε να καλέσει τη μητέρα που περίμενε στην κατ' ευφημισμό αίθουσα αναμονής.
Αργότερα θα μάθαινα πως το σύνηθες είναι οι γονείς να αντιδρούν στην παρουσία δεύτερου ειδικού στις συνεδρίες. Άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο. Εκείνη η μητέρα άκουσε στωικά τον γιατρό να με συστήνει ως μέλος της θεραπευτικής ομάδας και καταλαβαίνοντας πως θα ήμουν το βουβό πρόσωπο στην τραγωδία, δεν έδειξε ίχνος αντίδρασης. Την ακούγαμε να μας αφηγείται απολύτως ανέκφραστη. Εύλογα θα τη ρωτούσε λίγο μετά ο ειδικευόμενος αν έχει διαγνωσθεί με κατάθλιψη και η θετική της απάντηση απλώς θα επιβεβαίωνε την εικασία του. Το ιστορικό ήταν όπως πολλών άλλων "προβληματικών" οικογενειών. Ένας πατέρας αλκοολικός που κακοποιεί γυναίκα και παιδιά, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, όπως τα λένε κομψά οι επιστήμονες, φτώχεια, ανεργία, χωρίς τη στήριξη των κοινωνικών δικτύων, κομψά, πολύ κομψά ότι δεν έχεις άνθρωπο να σε στηρίξει, ένα χέρι να πιαστείς, που είναι πια πασσέ να πεις, όπως ο Άκης Πάνου.
Όμως η μητέρα ήταν ξένη. Από πλούσια ευρωπαϊκή χώρα. Μην τρέξει ο νους σου στην πεπατημένη οδό, η πεπατημένη ζέχνει στερεοτυπίλα, μια μπόχα αποβλακωτική, μη πεις πως ήταν αλβανίδα, ρουμάνα, πολωνέζα, ουκρανή. Ήρθε στην Ελλάδα τα χρόνια πριν την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, ως τουρίστρια, γνωρίστηκε με τον έλληνα, έζησε μαζί του, του έκανε παιδιά. Το ένα της παιδί θα έμπλεκε με "κακές παρέες", το αγόρι, και θα γινόταν "ένα άλλο παιδί", κι από το αδύναμο μέλος της σχολικής κοινότητας, εκείνον που δέχεται τη σφαλιάρα, χάρη στις κακές παρέες θα έμπαινε στη συμμορία των ισχυρών. Και πια δεν θα έριχνε σφαλιάρα, αλλά θα έβγαζε μαχαίρι.
Η στρατολόγηση του πιτσιρικά στις τάξεις των χρυσαυγιτών είχε αρχίσει. Και ακολούθησαν όλα τα άλλα. Ξυρισμένα κεφάλια, στρατιωτική πειθαρχία στους "ανωτέρους" του, κατήχηση και καθοδήγηση, επισκέψεις στα γραφεία του κόμματος που έχει μια σχέση παράνομων εραστών με την Χ.Α.,  ξύλο και επιθέσεις σε αλλοδαπούς συμμαθητές, αποβολές από το σχολείο. Και μίσος προς τους ξένους, μίσος προς τους διαφορετικούς, μίσος προς όλους τους άλλους. Μίσος, μίσος, μίσος. Και η μάνα ήταν ξένη. Και η αδελφή ήταν διαφορετική. Και κάποτε θα έκανε απόπειρα να την πνίξει με σχοινί στο κρεβάτι της. Καταγραμμένο πουθενά στις στατιστικές της εγκληματικότητας.
Αλλά εμείς δε μπορέσαμε να βάλουμε διάγνωση. Τι διάγνωση να βάλεις; Άνοιξε τα ψυχιατρικά εγχειρίδια, που θέτουν τα πλαίσια των έγκυρων διαγνωστικών κριτηρίων διεθνώς, και πες μου αν βρήκες κάπου να περιγράφει την χαρακτηριστική συμπεριφορά του στρατευμένου νεοναζί, του φασίστα, του σωβινιστή. Και δε λέω να' χαμε, τι να' χαμε, άλλη μια ψυχ-ιατρικοποίηση της κοινωνικής απόκλισης.
Ήθελα να την αναλάβουμε αυτή την περίπτωση, να μην την παραπέμψουμε σε άλλη δομή ή στην εισαγγελία. Όμως άπειροι κι οι δυο, δειλοί ίσως, αλλά κι αβοήθητοι -πες το έλλειψη προσωπικού, πες το κακοδιαχείριση- εμείς που κάπως θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε, κατευθύναμε αλλού την μητέρα που είχε την τραγική μοίρα να γεννήσει αυγό του φιδιού. Κι αυτόν τον έφηβο, όσο και αν ένιωθα να μου κόβονται τα πόδια από την εξιστόρηση των πράξεών του, όχι από καμιά ξένη, από κανέναν εχθρό του, αλλά από τη μητέρα του, την ξένη, την εχθρό του, άλλο τόσο πίεσα μετά το συνάδελφο να δεχτεί να τους παρακολουθήσουμε, να πάω σπίτι τους, να πάω στο σχολείο του. Αλλά βρήκε έρεισμα στο φόβο μου: Πού να πας να μπλέξεις εκεί μέσα... Κι ίσως να είχε δίκιο. Τη στείλαμε αλλού. Από τότε, δε θυμάμαι εκείνος ο νέος γιατρός να παρατούσε εύκολα περιπτώσεις, όσο δύσκολες και αν ήταν. Ίσως όμως εκείνη η ιστορία να τον τρόμαξε.
Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια με έναν κακό γονιό, που μας βασάνιζε, άρρωστο,  με έναν ξένο γονιό, παραδομένο και ανήμπορο, άρρωστο, με έναν παιδί γεμάτο μίσος και βία, άρρωστο, και με κάποια θύματα, που κι υγιή να' ναι, θα αρρωστήσουν. Και την αρρώστια μας πάλι χρυσή τη λένε, όπως παλιά τον ίκτερο. Και δεν είναι η μόνη αρρώστια. Θα τη βγάλουμε τη χρυσή στο κοινοβούλιο, μόνο για να δηλώσει πιο εμφατικά την παθολογία ενός τόπου, που κι όσοι μπορούσαν να βοηθήσουν, δε βοήθησαν.

4/4/12

όχι, δεν θα πάνε όλα καλά

Έχω πάει σε ένα σχολείο να κάνω μία εκτίμηση για ένα πιτσιρίκι που κατά τους γονείς του παρουσιάζει προβλήματα συμπεριφοράς. Κι αφού έχω συλλέξει όσα δεδομένα θεωρούσα επαρκή για την πρώτη επίσκεψη, και είμαι έτοιμη να αποχωρήσω, η παιδαγωγός ζήτησε να μου πει κάτι ακόμη, άσχετο με την περίπτωση του μαθητή που πήγα να δω. Ήμουν όρθια πλάι στην έδρα της τρώγοντας μπουκίτσες από ένα κομμάτι ψωμί που με κέρασαν τα μικρά. Το πρωί η τάξη είχε ζυμώσει και η μυρωδιά του καρβελιού στο φούρνο είχε πλημμυρίσει τους διαδρόμους του κτιρίου. Ήμουν μάλλον χαρούμενη εκείνη την ώρα. Ίσως μου είχε φανεί πως η κατάσταση του παιδιού ήταν λιγότερο σοβαρή από κείνη που μας είχαν παρουσιάσει στην υπηρεσία οι γονείς. Ίσως να ένιωθα πώς ό,τι και αν είχε, εν πάσει περιπτώσει, μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Ίσως να είναι άλλη μια άμυνά μου για τους άλλους ανθρώπους, πως όλα θα πάνε καλά, ψελλίζοντάς το σα μάντρα, όλα θα πάνε καλά. Ίσως να είναι η αίσθηση παντοδυναμίας όσων εργαζόμαστε στον χώρο της υγείας, μια άμυνα για μας τους ίδιους, πως όλα θα πάνε καλά, πως θα καταφέρουμε να νικήσουμε την αρρώστεια και να αναβάλλουμε το θάνατο. Μασουλούσα το ψωμί και χαμογελούσα στα μικρά που μου έφερναν δώρο ζωγραφιές το ένα μετά το άλλο.

Με τράβηξε λιγάκι απ΄τον καρπό για να την πλησιάσω. Το βλέμμα της ήταν ακόμη πιο ανήσυχο. Μου ψιθύρισε στο αυτί πως θέλει να μου μιλήσει και για άλλο ένα παιδάκι. Κι έπειτα χωρίς περιστροφές μου είπε κάπως έτσι: αυτοκτόνησε πριν λίγο καιρό ο πατέρας ενός κοριτσιού και δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Ίσως εσείς θα μπορούσατε να βοηθήσετε. Για ποιο παιδάκι πρόκειται, θα ρώτησα εμβρόντητη. Και μου έδειξε με το βλέμμα, διακριτικά, ένα κοριτσάκι που έπαιζε μόνο του. Που στις ζωγραφιές του κυριαρχούσε το μαύρο. Τι άλλο. Που ο πατέρας του βούτηξε από το μπαλκόνι μπροστά στα μάτια των τριών παιδιών του, μου είπε η δασκάλα. Γιατί, θα πρέπει να ρώτησα ξέπνοη. Κάθε φορά που σε συγκλονίζει ο πόνος του διπλανού έχεις ανέβει ένα ολόκληρο βουνό. Για να δεις ξανά σ' όλη του την έκταση αυτό που είμαστε. Ξέπνοος. Αν δεν σε συγκλονίζει, άσε μας ήσυχους. Για οικονομικούς λόγους, είχε χρέη, ήταν άνεργος; Δεν ξέρω λεπτομέρειες, δεν έχω δει ποτέ τη μαμά. Η γιαγιά τα φέρνει στο σχολείο. Μου είπε.

Προσπαθούσα να' μαι διακριτική. Να μην είναι το βλέμμα μου στυλωμένο στο κορίτσι. Αρκετά θα κουβαλούσε από δω κι έπειτα στις πλατούλες της. Το βλέμμα μιας ξένης, που συστήθηκε ψευδώς σα δασκάλα για να μην διαταράξει το φυσικό περιβάλλον της σχολικής τάξης, το βλέμμα του οίκτου, θα΄ταν άλλο ένα φορτίο. Που περίσσευε. Αλλά και δευτερόλεπτα να είχα κοιτάξει αυτό το παιδί, η εικόνα του... Και στο φόντο μια άλλη εικόνα, που είναι να' σαι μικρούλι και να βλέπεις τον πατέρα σου να φουντάρει απ΄τον 4ο στον ακάλυπτο. Που δε βούτηξε κανένας στο κενό χωρίς κραυγή.

Ήταν η πρώτη φορά που θύμωσα με αυτοκτονία. Η πρώτη φορά που είπα μέσα μου, τι μαλάκας, τι μαλάκας. Δυο-τρεις φορές σα ξόρκι. Άφησε τρία ορφανά και ένα σωρό χρέη στη γυναίκα του. Και τι κατάλαβε τώρα; Τι μαλάκας. Λίγες ώρες μετά θα καταλάβαινα πως ήταν μια αντίδραση της στιγμής. Αυτή την άμυνα άλλοι την κάνουν στάση ζωής και κανένα βουνό δε χρειάζεται να ανέβουν. Κανένα τέτοιο μαντάτο δε θα ακούσουν καταπίνοντας σκέτη πίκρα τη μπουκιά το ζυμωτό ψωμί από παιδικά χεράκια. Κανένα μαντάτο δε θα τους ανεβάσει τόσο τις στροφές ώστε να θολώσουν όλα γύρω για μια στιγμή, να κάνει πως σε εγκαταλείπει η αναπνοή σου. Κανένα. Δε θα θυμώσουν με το νεκρό. Είναι απρεπές. Θα μείνουν ακλόνητοι, ασυγκλόνητοι μπροστά στο δράμα του διπλανού. Θα υπομειδιάσουν με το άκουσμα του όρου "διπλανός" δεν αναγνωρίζουν τέτοιους. Θα αμφισβητήσουν πως πρόκειται για δράμα. Εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους φοβάμαι γιατί η πνοή τους είναι ίδια με εκείνη την φοβερή ψύχρα που ένιωσα την μία και μοναδική φορά που κατέβηκα με κάποιους φίλους σε ένα σπήλαιο μέσα στη γη.

Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά, όταν υπάρχουν θύματα πολέμου και κάποιοι δεν αναγνωρίζουν καν τον πόλεμο μόνο και μόνο γιατί είναι ακήρυχτος. Έτσι είναι οι ταξικοί πόλεμοι: δε θα βγει ποτέ κανείς απ' αυτούς που τους αποφασίζουν να πει "και τώρα θα σφάξουμε αμάχους". Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά, όταν αυτοκτονούν δεκάδες άνθρωποι γιατί τους έχουν συνθλίψει, τους έχουν καταργήσει το δικαίωμα όχι στη ζωή, όχι στην εργασία, όχι στην αξιοπρεπή διαβίωση, όχι στην πρόνοια, όχι στην περίθαλψη αλλά και στον ίδιο το θάνατο. Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά όσο οι ίδιοι και οι ίδιοι απ΄τα συμβατικά μέσα δυναμιτίζουν το εμφυλιοπολεμικό κλίμα στο δημόσιο διάλογο, όσοι αντί να δουν το νεκρό στο Σύνταγμα, θα δουν το έλλειμμα αστυνόμευσης -πώς επέτρεψαν οι ένστολοι μια αυτοκτονία μπροστά στα μάτια των περαστικών- θα δουν αποκλειστικά ψυχική διαταραχή χωρίς κοινωνικό υπόβαθρο. Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά.

27/3/12

ρόμπα



Φοράς μια ρόμπα εμπριμέ με τέσσερα κουμπιά, γιακαδάκι και δυο πιέτες, το πολύ. Τραβάς και τα μισά μαλλιά πίσω. Λίγο κραγιόν, το πολύ. Βγαίνεις στο πάλκο με καθηλωμένο μικρόφωνο. Είναι οι άλλοι από πίσω με ένα λευκό πουκάμισο, ένα σακάκι, μπορεί, και μπριγιαντίνη στο μαλλί. Πέντε μπουζούκια ντρίγκι ντρίγκι. Άντε και μια κιθάρα. Και λέτε το τραγούδι.



Και τι λέει ο στίχος, ντρουμ, ντρουμ τα βραχιόλια της βροντούν, συννέφιασε συννέφιασε ψιλή βροχούλα έπιασε. Και τι λέει το πεντάγραμμο; Δυο συγχορδίες σε δυο έγχορδα. Στο ηχογραφούν σε ένα γραμμόφωνο χράτσα χρούτσα το 1946 και σε απαθανατίζουν με φωτογραφική μηχανή με φυσούνα. Σε τύπωσαν ασπρόμαυρη με κόκο και αυτό ήταν όλο. Και το τραγούδι σου θα ακούγεται εβδομήντα χρόνια μετά.



Και για να βγει μέχρι το περίπτερο έχει χτενίσει το μαλλί δυο ώρες για να δείχνει ατημέλητο. Σαμπουάν, κοντίσιονερ, κρέμα, και στάλες σιλικόνη και κεριά, σεσουάρ, φυσούνες, βούρτσες πρέσσα και λακ και από πριν ψαλίδια, χημικά, ανταύγειες. Και έχει μακιγιαριστεί μισή ώρα για να δείχνει φυσική, κονσίλερ, μέικ, πούδρα και ρουζ πάνω σε τρεις ενυδατικές και serum και μετά μάσκαρα άχρωμη και μάσκαρα με χρώμα και μολύβι και σκιες στα μάτια και μολύβι για περίγραμμα στα χείλη και λιπ γκλος και λεύκανση στα δόντια και αποτριχωμένο με brazilian wax το πράμα της. Και έχει κάνει facial spa και μάσκα και scrub στο σώμα με τα αφρόλουτρα και κρέμες σώματος και roll on στη μασχάλη και eau de toilet πίσω απ΄το αυτί. Κι εσώρουχα και ρούχα και γκατζέτια και τσάντες και μποτάκια και αξεσουάρ. Και πάλι με το photoshop θα σου κάνουνε ρετούς να βγεις πιο ψεύτικη ακόμα. Κι ούτε άντρας δε γλιτώνεις. Έχει πάει κομμωτήριο και βγάζει τα φρύδια του και κάνει αποτρίχωση στο στέρνο, μετροσέξουαλ, για να βγει να πει το βράδυ Καζαντζίδη με ένα λαρύγγι που έχει κάνει φωνητική σε πάλκο που έχει ηχολήπτη και έχει και άλλον για τα φώτα και μικρόφωνο σφήνα στα αυτί, να κινείσαι όπου θες. Και έχει και κρουστά και έγχορδα και πνευστά και τα σκηνικά άμα θέλει ανοίγουνε καταπακτές και πέφτεις και απ΄το ταβάνι και σε ηχογραφούν με κάτι ψηφιακά που πιάνουνε της μύγας το φτερό και κάτι κονσόλες που θα σβήσουν γομολάστιχα το φάλτσο σου. Και θα τα γράψεις τα τραγούδια σου με ενορχηστρώσεις και studio και στίχους από δω κι από κει, είτε εμπορικός είσαι είτε έντεχνος, ποια η διαφορά, δεν έχει διαφορά, και θα στα προωθούν τα ραδιόφωνα, οι μάνατζερ, τα περιοδικά, οι τηλεοράσεις, οι friends και οι followers σου και το τραγούδι σου δε θα αντέξει ούτε να βγάλει τη σαιζόν.

Και βγαίνει η άλλη με μια ρόμπα και ζει εβδομήντα χρόνια φρέσκο και δροσερό στα χείλη το τραγούδι. Εμείς είμαστε η ρόμπα.



Μας έχει κάνει ρόμπα η κρίση. Και ούτε που παίρνουμε χαμπάρι τι ρόμπες είμαστε. Ρόμπα ξεκούμπωτη. Να φαίνεται η ασχήμια και η ψευτιά μας.

21/3/12

θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό, στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου

Δημόσιο σχολείο στην πιο άσχημη πόλη του κόσμου. Χρόνια μετά που είχα αποδημήσει σ' άλλους τόπους. Κι ακόμα. Την ώρα που βραδιάζει. Γενεύη, χειμώνας 2005. Η αίσθηση πως περπατώ πάλι στους δρόμους της γενέτειρας. Χώθηκα στο στέρνο του αγαπημένου μου και γλίτωσα από βέβαιο πνιγμό. Στη στεριά.

Το όνομά μου μοιάζει του πελάγου. Αλλά κανείς δε με λέει έτσι. Συστήνομαι με το υποκοριστικό. Δίκαιο. Αφού πνίγομαι στη στεριά. Και η θάλασσα, όπως και η ομορφιά του κόσμου, με γονατίζουν.

Δεν πιστεύω στο Θεό. Η μάνα μου δεν μας πήγαινε ποτέ στην Εκκλησία. Το Πάσχα μόνο κι αυτό ως την εφηβεία. Δεν πίστευε ούτε εκείνη. Ούτε ο πατέρας μου. Τους χρωστάμε ευγνωμοσύνη για το πλούσιο κομμάτι ελευθερίας που μας χάρισαν, έτσι. Αλλά.

Όταν καμιά φορά έτυχε να βρεθώ σε Μοναστήρια, σφηνωμένα σε βράχια, κυκλωμένα από πυκνή βλάστηση, να ξεπροβάλλουν σε φροντισμένους μπαξέδες, να ευωδιάζουν γιασεμί, λιβάνι και γαλήνη. Όταν κάποτε έτυχε να βρεθώ σε καθεδρικούς ναούς στην Ευρώπη, στο φως που διαθλάται στα βιτρώ, τις αγαλμάτινες μαντόνες, τις αιχμές της γοτθικής στέγης. Τότε σεβόμουν μ' όλη μου την ψυχή το θρησκευτικό αίσθημα. Και ζήλευα καμιά φορά την πίστη σαν ορφανό που όμως δε γνώρισε γονέα.

Στην πρώτη τάξη του γυμνασίου έγραφα ήδη τρία χρόνια ποιήματα. Η μελαγχολία της εφηβείας αποτυπωμένη στιχουργικά σε ένα ωραίο τετράδιο. Η θεολόγος μας, εκεί γύρω στα Χριστούγεννα, είχε φέρει μαζί ένα σωρό βιβλία. Δέσποζαν το ίδιο επιβλητικά με εκείνη στην έδρα. Μας πρότεινε να τα αγοράσουμε. Ήταν η πρώτη της ποιητική συλλογή. Την αγόρασα. Και μου μίλησαν. Της εμπιστεύτηκα εκείνο το τετράδιο με τα ποιήματα κι όταν τα διάβασε μου το επέστρεψε με ένα γράμμα. Πριν λίγες μέρες τη θυμήθηκα. Αναζήτησα το όνομά της στο δίκτυο. Έχει μονάσει αλλά συνεχίζει να γράφει ποίηση.

Την προηγούμενη χρονιά, στην τελευταία τάξη του δημοτικού, ήμουν, φαίνεται, ακόμα πολύ χαρούμενο και εξωστρεφές κριαράκι. Κι έγραφα στίχους που μελοποιήσαμε με τους συμμαθητές. Η ποπ των 80s στα παιδικά μας στόματα. Ο δάσκαλος των καλλιτεχνικών -ήταν πειραματικό το σχολείο και κάθε μάθημα, άλλος δάσκαλος- σα νέος, σα δάσκαλος και σα καλλιτέχνης, μου είχε γράψει με τα καλλιγραφικά του γράμματα σε ένα χαρτάκι: Ν.Καββαδίας "Πούσι", "Μαραμπού". Το καλοκαίρι της μετάβασης στην εφηβεία έμαθα τον Καββαδία. Μετά όλους τους άλλους. Και συνέχιζα αυθάδικα να σκαρώνω ποιήματα. Ο δάσκαλος εκείνος κομήτης εμφανίστηκε ξανά στο κατώφλι του πατρικού σπιτιού μου όταν πια ήμουν 19 χρονών.

Δεν ξέρω τα κίνητρα των άλλων δύο συμμαθητριών αλλά εγώ ήμουν ερωτευμένη με τον Γ. Πολύ όμως. Πέρασαν πολλά χρόνια για να μην αναστατώνομαι κάθε φορά που τον βλέπω. Είχαμε τελειώσει το λύκειο, πια, περνούσαν τα χρόνια, εγώ ζούσα και ήμουν αλλού, εκείνος αλλού αλλά βρισκόμασταν ερωτικά.

Όμως εκείνο το πρωινό, είχαμε κανονίσει τις ώρες των "φιλολογικών" να μην κάνουμε μάθημα. Η φιλόλογος, μια νέα κοπέλα και με πάθος για το μάθημά της, είχε δεχτεί την πρότασή μας. Εγώ και δυο ακόμα συμμαθήτριες θα κάναμε ένα αφιέρωμα στον Καββαδία. Απαγγελίες του ποιητή σε ένα κασετόφωνο που φέραμε απ΄το σπίτι. Φιλοτεχνημένα ποιήματα σε χαρτί για διάκοσμο. Αφίσα με θέμα απ΄τον Τσαρούχη. Και ο Σταυρός του Νότου. Το Μαραμπού, το Πούσι, η Βάρδια μπροστά μας. Απαγγελία από τα χείλια δεκαπεντάχρονων κοριτσιών. Tα τραγούδια ενδιάμεσα. Δεν μίλησε κανείς. Στο κουδούνι για το διάλειμμα ατάραχοι. Δυο ώρες. Εκεί.

Οι φίλοι μας, οι συμμαθητές, υπερκινητικοί, που μισούσαν τους τοίχους του σχολείου, που την κοπάναγαν με τα μηχανάκια, που περίμεναν μ' αγωνία το κουδούνι να βγουν να καπνίσουν στο υπόστεγο, οι φίλοι μας που είχαν μάθει τα night club και τη σαπίλα της μουσικής των 90s, οι συμμαθητές μας που είχαν αλλεργία στην ποίηση, κάτι αγρίμια οι φίλοι μας. Οι φίλοι μας. Άχνα. Στο τέλος ήρθαν ένας-ένας και μας φίλησαν. Με δάκρυα στα μάτια. Κλαίγαμε όλοι μαζί. Αγκαλιά.

Αυτά είναι εμένα τα ιερά και τα όσια. Οι δάσκαλοί μου, οι φίλοι μου, οι άνδρες που ερωτεύτηκα, οι άνθρωποί μου, οι μνήμες μου. Και η ποίηση. Που δεν τη βρίσκω μόνο στα βιβλία. Που την αναζητώ στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο.

12/3/12

παπαγαλάκια

Απ' το παράθυρο του γραφείου της κοντά στο Μουσείο μια κοπέλα συχνά βλέπει εξωτικά παπαγαλάκια. Ρώτησε κάποιον με πιο πολλά χρόνια στη θέα του Πεδίου του Άρεως. Τα είχε κι εκείνος παρατηρήσει. Τριγυρνάνε χρόνια εκεί γύρω. Πόσα χρόνια ζει ένα παπαγαλάκι.
Κάπου δεκαπέντε χρόνια πριν, μια φίλη που διάβαζε και μου μάθαινε και μένα το Νετσάγιεφ, γιατί τον Μπακούνιν, τον Κροπότκιν και τον Μαλατέστα τους είχαμε ήδη διαβάσει μαζί με τη Βαβέλ, είχε έρθει στο σπίτι.
Στο διπλανό διαμέρισμα ζούσανε κάτι περίπου συνομίληκοι φίλοι που είχαν έρθει από τα ακριτικά της Ελλάδας να σπουδάσουν μουσική. Ο ένας τραγουδούσε σα το Νταλάρα και είναι αλήθεια πως του έμοιαζε. Ήθελε οπωσδήποτε να κάνει καριέρα. Μας έλεγε πως έβλεπε την αύρα του στον καθρέφτη. Λευκή βέβαια. Και τέτοια ωραία. Κάποτε βρέθηκε να σιγοντάρει κάποιον έντεχνο τροβαδούρο. Βοήθησε λίγο και μια ερωτική σχέση με διάσημη μεσήλικη κυρία που ήταν μέσα στα πράγματα. Ο άλλος όλη μέρα έστριβε μπάφους που μετά βέβαια τους έπινε. Είχαν και ένα κλουβί με δυο παπαγαλάκια, εξωτικά. Πράσινα φωσφοριζέ με κίτρινες ανταύγειες. Τόσο όμορφα.
Η φίλη, καθώς ερχόταν σε μένα, είδε κρεμασμένο το κλουβί έξω απ' το παράθυρο. Μύρισε και το καμμένο χόρτο. Ποιοι μένανε στο διπλανό διαμέρισμα, απαιτούσε να μάθει. Τους ήξερα; Τους ήξερα. Να τους φωνάξουμε να τους πούμε να ελευθερώσουν τα παπαγαλάκια. Δε θυμάμαι καν αν συμφώνησα ή αν διαφώνησα, αν συμμετείχα στο σχέδιο απόσπασης του κλουβιού απ' το γειτονικό διαμέρισμα και στην απελευθέρωση των πουλιών. Θυμάμαι μόνο μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα στον ακάλυπτο, μια λεμονιά οπωσδήποτε, μπαλκόνια που υψώνονταν σχηματίζοντας ένα πολυγωνικό σχήμα από όπου φαινόταν κάτι γαλάζιο, σαν ουρανός. Και παραπέρα κάποια ακόμα δέντρα στον ακάλυπτο. Θυμάμαι ένα ξύλινο πάτωμα, το στρώμα στο πάτωμα, το κλουβί στο πάτωμα, το βλέμμα της αγριεμένο, τα χέρια της να αγκαλιάζουν σφιχτά το κλουβί, τα παπαγαλάκια να τιτιβίζουν αλαφιασμένα και τον γείτονα, όχι τον μίμο του Νταλάρα, τον άλλο, να της ζητά σχεδόν ικετευτικά να μην τα απελευθερώσει γιατί το πιο πιθανό είναι να τα φάει καμιά γάτα, πως δε ξέρουν να ζήσουν μες στην πόλη. Μετά η πόρτα του κλουβιού άνοιξε κι εκείνα παραζαλισμένα, περπάτησαν λίγο στο μπαλκόνι με το μωσαϊκό, πέταξαν ίσαμε το κάγκελο όπου περπάτησαν μερικά βήματα και τελικά άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν προς τα δέντρα του ακάλυπτου της διπλανής πολυκατοικίας.
Ο μουσικός γύρισε στη μουσική του και η επαναστάτρια στην επανάστασή της. Κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι, εκεί στο φοιτητικό διαμέρισμα, πίσω απ΄το Μουσείο, αν θα κατάφερναν να φτάσουν έστω μέχρι το Πεδίο του Άρεως. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι να κλειδώσω μια για πάντα πίσω μου την πόρτα του φοιτητικού σπιτιού στην Κυψέλη, διασχίζοντας το πάρκο κοιτούσα ψηλά στα δέντρα μήπως και τα δω. Ποτέ δεν κατάφερα να απαντήσω αν η κοπέλα ή το αγόρι είχε το δίκιο με το μέρος του.
Όμως χτες βράδυ νομίζω τα ξανάδα στα μάτια της φίλης που τα κοιτάζει απ' το παράθυρο του γραφείου της στο Μουσείο κοντά.

13/2/12

η πολλή καθαριότητα βρωμάει

Η ταινία
Στη μία σκηνή είναι η Μέρυλ Στρηπ κουρεμένη γουλί. Φοράει ένα φουστάνι σα ρόμπα και γαλότσες. Περπατάει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τα πόδια της βουλιάζουν βαθιά στη λάσπη. Στην επόμενη σκηνή είναι το παιδικό δωμάτιο των δυο παιδιών του ναζί αξιωματούχου. Φορούν πεντακάθαρα ρούχα, ατσαλάκωτα. Τα μαλλιά τους είναι άψογα καλοχτενισμένα. Στο δωμάτιο επικρατεί η απόλυτη τάξη και καθαριότητα. Είναι η ταινία "Η εκλογή της Σόφι".

Το βιβλίο
Η απόλυτη τάξη είναι λένε επιθυμία θανάτου. Πολλή τάξη οι πεισιθάνατοι. Πολλά καλογυαλισμένα παρκέ οι απαρηγόρητοι. Τη θυμάμαι να συγυρίζει μανιωδώς. Υστερικές γυναίκες λέει ο δόκτωρ Χάπινες. Αδικαίωτες, θυμοί πνιγμένοι μέσα σε αποστειρωμένες μπανιέρες. Αν μπορούσαν να βράσουν τα μωρά τους, θα τα έβραζαν με χαρά. Αποστειρωμένο μωρό, καμιά μυρωδιά. Σαν ζωή όπως όπως. Γυναίκες. Κάθε φορά που επιθυμούν να σπάσουν κάτι, το γυαλίζουν. Όσο πληθαίνει η έσω αταξία τα σπίτια των ανθρώπων νεκροτομεία. [...]

Μαλβίνα Κάραλη, "Σαββατογεννημένη", Εκδόσεις 01

Το ποίημα
"και ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πώς το κατεβάζω έτσι
και πώς σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε"
Κατερίνα Γώγου στην ταινία "Παραγγελιά" για τον Κοεμτζή.


Η είδηση
Σιωπηλή διαμαρτυρία με κεριά οργανώνουν απόψε στις 8μμ πολίτες της Αθήνας έξω από τον κινηματογράφο «Αττικόν» στην οδό Σταδίου. Η συγκέντρωση οργανώνεται από τη συνεργασία ομάδων που δραστηριοποιούνται στο Facebook, αντιδρώντας στη βία και στον ευτελισμό της ζωής στην Αθήνα. Η συγκέντρωση είναι ειρηνική και έχει αποκλειστικό σκοπό να δώσει τη δυνατότητα σε πολίτες να εκφράσουν με τη φυσική παρουσία τους την αντίθεσή τους στη βία και στον ευτελισμό της ζωής στην Αθήνα απαιτώντας παράλληλα την απόδοση ευθυνών.

Η μπογιά

Το να πας να μπογιαντίσεις φιστικί έναν υπόγειο σταθμό του ΗΣΑΠ απαλείφοντας αυτό που κάποιος γκραφιτάς ή στενσιλάς εξέφρασε με το σπρέυ του είναι από μόνο του τσαμπουκάς. Όταν γράψω σε ένα παγκάκι με τον μαρκαδόρο μου"Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι" και έρθεις και μου το σβήσεις έχεις δηλώσει ήδη, απ΄τη μια, ότι θεωρείς πως έχει περισσότερη νομή στο παγκάκι από μένα και απ' την άλλη ότι το ένα και ενιαίο χρωματάκι της μπογιάς σου είναι πιο σημαντικό από τη δική μου δήλωση (ακόμη και αν αυτή ήταν "Σ' αγαπάω ρε, δε το βλέπεις;"). Η ομοιομορφία, η καθαρότητα, η τάξη που επιδιώκεις είναι τα χαρακτηριστικά των κινημάτων που ανέβασαν στην εξουσία τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι.

Το κερί

Το να πας την επομένη μίας παλλαϊκής διαδήλωσης που διεξήχθη μέσα σε συνθήκες χημικού πολέμου και κατάφωρης παραβίασης του Συντάγματος να θρηνήσεις απλώνοντας ρεσώ για τα ντουβάρια που πυρπολήθηκαν, από προβοκάτορες, χουλιγκάνια ή αντεξουσιαστές, τη στιγμή που εκατομμύρια ανθρώπων έχουν καταδικαστεί στην εξαθλίωση και την απόγνωση δείχνει ότι έχεις όμοιες προτεραιότητες στο αξιακό σου σύστημα με τον φανατικό της ελεύθερης αγοράς: ο άνθρωπος δεν είναι για σένα πρώτη αξία. Πρωταρχική αξία είναι η τάξις και η καθαριότης, ο αλέκιαστος από σπρέυ τοίχος και το άσπιλο από τσίχλες πεζοδρόμιο. Δεν βρήκες λόγο να βγεις να θρηνήσεις -αν βρίσκεις πιο σικ τον οδυρμό από την οργή, των αγώνα και την αντίσταση- για τους πένητες που κατακλύζουν το ιστορικό κέντρο της πόλης με την οποία ταυτίζεσαι ως γνήσιος τοπικιστής (που' ναι κι αυτό μια μορφή σωβινισμού, μια μάσκα για τον υφέρποντα ρατσισμό σου). Βγαίνεις και θρηνείς τα δέντρα στη Ζαχάρω, όταν ακόμη δεν είχες αυτοανακηρυχθεί σε κίνημα, και τα νεοκλασικά στην Ομόνοια. Δεν αγαπάς περισσότερο από μας, που δεν παριστάνουμε τις ψυχαναγκαστικές χήρες ώστε να καθαρίζουμε και να θρηνούμε, ούτε την φύση ούτε τον πολιτισμό. Η διαφορά μας είναι πως κάποιοι δεν έχουμε αναγάγει τον απολιτίκ ψυχαναγκασμό και πένθος σε lifestyle. Η διαφορά είναι πως για κάποιους πιο πάνω απ' τα δάση κι απ' τα κτίρια είναι ο άνθρωπος. H διαφορά είναι πως κάποιοι δεν κλαιγόμαστε σιωπηλά, διαδηλώνουμε, αντιστεκόμαστε, τρώμε σκατά παλεύοντας να επιβιώσουμε και να περισώσουμε την αξιοπρέπειά μας, να δηλώσουμε την αλληλεγγύη μας.

Η ατάκα
Yannis Androulidakis: "Εντάξει, κάηκαν και κάτι εκατομμύρια μισθοί και συντάξεις χθες, αλλά από όσο ξέρω, ευτυχώς, δεν ήταν νεοκλασικά..."

2/2/12

το κοπίδι

Με διασκεδάζει πολύ όταν ο άνθρωπος ανακαλύπτει σε χρόνο εξακολουθητικό τον τροχό. Με διασκεδάζει πολύ όταν προβάλλεται ως ρηξικέλευθη καινοτομία, ως η πρωτοβουλία που θα αλλάξει τον ρούν της Ιστορίας, κάτι που δεν είναι τίποτα άλλο από την εφαρμογή της προσφιλούς μας μεθόδου, του copy-paste.

Το παστώνεις το κοπίδι, λένε τώρα οι πιτσιρικάδες, έχοντας εντάξει ευφάνταστα στο γλωσσικό σύστημα μια οικεία, πια, τεχνική. Και παραδίδονται εργασίες τύπου patchwork για αξιολόγηση σε ακαδημαϊκούς, που με τη σειρά τους έμαθαν να παραβλέπουν την αντιγραφή και να αναγνωρίζουν την λογοκλοπή ως μέγα παράπτωμα. Πόσοι κατηγορήθηκαν για plagiarism? Ποιες εργασίες "κόπηκαν" γιατί ήταν μια συρραφή από προγενέστερες εργασίες, από το web, από σημειώσεις παραδόσεων και όποιες άλλες ανεπεξέργαστες πηγές.

Σε συνάντηση με προϊστάμενο υπουργείου για μία πρόταση που έχω συντάξει -και που αποσκοπεί στην χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ ενός προγράμματος παρέμβασης και έρευνας- τον άκουσα να προφέρει αυτολεξεί την έκφραση copy-paste, αγανακτώντας για το πλήθος των proposals που έχουν υποβληθεί ακριβώς με αυτή την μέθοδο. Πείσθηκε για την σκοπιμότητα του project όταν διαπίστωσε πως το δικό μας, μπορεί να είχε άλλα ελλείμματα -με κύριο το ότι δεν υποστηρίζεται από κάποιον ΠΑΣΟΚο διαπλεκόμενο πανεπιστημιακό- αλλά δεν αποτελούσε αντιγραφή. Αφορούσε πράγματι σε μία καινοτόμο δράση.

Το φαινόμενο copy-paste το είχα ανακαλύψει -ανακαλύπτοντας με τη σειρά μου τον τροχό- όταν στο διδακτορικό μου μελετούσα κάποια προγράμματα σε δημόσια σχολεία που ήταν τόσο εξώφθαλμα αντιγραφή από αντίστοιχα προγράμματα ξένων εκπαιδευτικών συστημάτων -και funded, εννοείται, από πηγές της Ε.Ε.- που λειτουργούσαν σαν ξένα σώματα μέσα στο πλαίσια του ελληνικού σχολείου.

Όμως πέρα από τις copy-paste ακαδημαϊκές εργασίες, που οδηγούν στη λήψη πτυχίου in plagiarism με ό,τι αυτό συνεπάγεται (ασέβεια στο έργο του άλλου που, τι να κάνουμε, μόχθησε για να το παράξει, για να έρθω εγώ ο ξύπνιος, ο ελληνάρας, να το αντιγράψω, απαξίωση της διαδικασίας σύνθεσης της γνώσης και εκχώρηση της ανάπτυξης κριτικής στην αναπαραγωγή της ανομίας, για την οποία μετά θα κατηγορήσουμε τους πολιτικούς και τους οικονομικούς παράγοντες, παραβλέποντας την αυτοκριτική για τα πεπραγμένα μας κ.λ.π.),
πέρα από τις copy-paste προτάσεις που κατατίθενται στα υπουργεία για την απορρόφηση των ΕΣΠΑ,
πέρα από τις copy-paste πολιτικές που εφαρμόζονται χρόνια τώρα στα πλαίσια του "εκσυχρονισμού" και των "μεταρρυθμίσεων"
υπάρχει και η αδυναμία μας όχι να παράξουμε κάτι καινούργιο, η αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε στον άλλο την ικανότητα να το κάνει, αλλά και τα αντανακλαστικά άμυνας και εχθρότητας που έχουμε αναπτύξει, και στρέφονται ενάντια σε όποιον τολμήσει να μας ψέξει ότι ανακαλύψαμε ξανά τον τροχό.

Κι ας κάνουμε ένα πείραμα για να διαπιστώσουμε πόσο γρήγορα η συμφωνία μετατρέπεται διαφωνία, πόσο γρήγορα γίνεσαι δυσάρεστος όταν η κριτική σου στρέφεται στα καθ' ημάς.

Ξεφύτρωσαν πρόσφατα σαν μανιτάρια, περιοδικά χωρίς πληρωμένες διαφημιστικές καταχωρήσεις. Όλα αυτά τα περιοδικά χωρίς διαφήμιση που οι φίλοι ωστόσο διαφημίζουν πιο κουραστικά από την ίδια την καταχώρηση δεν είναι ούτε καν καινοτόμα, όπως ευαγγελίζονται οι συντάκτες των περιοδικών. Σε χρόνο πριν η εναντίωση στα markets γίνει λάιφσταϊλ, προωθώντας βέβαια παράλληλα κάποιο προϊόν, κυκλοφορούσε το POST-MEDIA για το οποίο λίγος ντόρος έγινε. Το POST-MEDIA του Μανώλη Ανδριωτάκη, δεν κατάφερε να εκδώσει περισσότερα από τρία τεύχη, αν θυμάμαι καλά. Οι λόγοι που δεν ευδοκίμησε το εγχείρημα θα πρέπει να είναι αρκετοί, ως συνήθως. Σ' αυτούς συγκαταλέγεται ότι κατά κανόνα τις καινοτόμες πρωτοβουλίες συνήθως τις υποδέχεται μουδιασμένα το κοινό στο οποίο απευθύνονται λόγω μη πρότερης εξοικείωσης με το αντικείμενο. Στους λόγους όμως αυτούς συγκαταλέγεται ότι τα σοσιαλμηντιακά μέσα ήταν πιο περιορισμένα αρχές του 2009 για να χρησιμοποιηθούν ασύστολα σα διαφημιστικές πλατφόρμες του περιοδικού. Στους λόγους αυτούς συγκαταλέγεται ότι δεν περιέλαβε ο εκδότης κάποιο celebrity στην συντακτική ομάδα, που θα προκαλούσε τεχνητό θόρυβο για να δρέψει την προσοχή ενός πλήθους που υποτίθεται συνομιλεί φιλικά αλλά που τελικά δεν αποτελεί παρά ένα target group πελατών από το οποίο κάτι θέλουμε να κερδίσουμε.

17/1/12

01 corpora 001010001

***
Can you bite
one's byte?
Can you lick
one's click?
Can you smell
one's URL?
Can you hug
one's tag?
Can you spit
over one's tweet?
Can you taste
one's copy-paste?
Can you look into one's eye
can you wave goodbye
using your Wi-Fi?
Keep posting till
you won't really feel
and you may Rest In Peace
with just an abbreviation, sis.

***



Για τη Φίλη μου που ζει πέρα από τις Σοσιαλμηντιακές νήσους και την κουβέντα του Σαββάτου.

11/1/12

Τζιβαέρι

Όχι τα ραδιοκύματα αλλά κάποιοι συνειρμοί, μου θύμισαν το Τζιβαέρι. Και ποια ραδιοκύματα, που μόνο η ΕΡΑ τολμούσε να παραχωρεί ένα μεγάλο μέρος του προγράμματός της στην παραδοσιακή ελληνική μουσική. Μόνο η ΕΡΑ 2 θα μπορούσε να έχει έναν Πάνο Γεραμάνη να εκπέμπει λόγια και μουσικές που έγραψαν Ιστορία. Μόνο στο Τρίτο Πρόγραμμα άκουσα κρητικούς λαϊκούς ποιητές να απαγγέλλουν τις μαντινάδες τους, με σεβασμό και μέτρο, ανάμεσα σε άριες και σονάτες.

Όμως οι υπηρεσίες της ΕΡΤ απαξιώνονται χυδαία σε συνθήκες μάλιστα απεργίας της ΠΟΣΠΕΡΤ από τους γνωστούς φονταμενταλιστές νεολιμπεράλες. Η τζιχάντ του Μίλτον Φρίντμαν, που ξαναλέγαμε, που όχι απλά δεν αναγνωρίζει τη συμβολή της ελληνικής ραδιοτηλεόρασης στον πολιτισμό αλλά φαίνεται να φαντασιώνεται τον αφελληνισμό σε κάθε έκφανση του κοινωνικού βίου, έναν πολύ κακώς εννοούμενο ελληνισμό, ταυτόσημο με το ραγιαδισμό.

Και την ίδια ώρα, το αντίπαλο δέος, ένα συνονθύλευμα μεταμοντερνιστών, αριστεριτζήδων και αντεξουσιαστών, ευνούχοι όλοι εθνικής ταυτότητας, αν δεν αποποιείται μετά βδελυγμίας, στέκεται αμήχανο απέναντι σε καθετί το "ελληνικό".

Έτσι ώστε εκχωρήσαμε στους εθνικιστές, από τα κείμενα του Θουκυδίδη ως τα κλαρίνα του Σαλέα. Τα προηγούμενα χρόνια, απενοχοποίησε για χάρη μας την αρχαιότητα ένας Ρένος Αποστολίδης, ήρθε ένας ιρλανδός, ο Ross Daly, για να μας εξοικειώσει πάλι με τη λύρα, οι Δυνάμεις του Αιγαίου, για να ξαναπιάσουμε το Κόκκιν' αχείλι φίλησα στα χείλη, η Σαββίνα Γιαννάτου για την καλυμνιώτικη υποδοχή της καινούργιας μέρας, ο Τζιμάκος για να πούμε χωρίς συστολή ένα μικρασιάτικο της προσφυγιάς, και όσοι άλλοι, για να φτάσουμε στους Mode Plagal, τους βλαχοτζαζίστες που έλεγα χαριτολογώντας σε κάποια παλιά μου αγάπη για να διασκεδάσουμε την ανατριχίλα που μας προξενούσε από κοινού η Πικροδάφνη και την οποία συγκίνηση, ακόμη και στο πειραγμένο τραγούδι, με δυσκολία ομολογούσαμε.

Γι΄αυτό, το Τζιβαέρι, όσο ethnic και να το μετατρέψεις με όργανα και ενορχηστρώσεις, θα έχει πάντα τον ίδιο παράταιρο για την εποχή στίχο. Από τη μια, η μάνα δε δικαιούται να οδύρεται για τη στέρηση του παιδιού της. Οι γονείς μας είναι ταμπού και η αναφορά στη μάνα, είναι το ταμπού των ταμπού. Η ελληνίδα μάνα είναι πια μια καρικατούρα που κυκλοφορεί με FW σε θλιβερά ανέκδοτα με μορφή power point ή αποτυπώνεται, στην ακραία και άρα τραγική της μορφή, στον Κυνόδοντα. Από την άλλη, η ξενιτειά δεν υφίσταται ως όρος μέσα στον ορυμαγδό των social media και του web. Η μάνα σου θα σε δει στο skype, στο msn, θα σου στέλνει email, θα βλέπει τα νεογιλά δοντάκια του εγγονιού της στα άλμπουμ σου στο facebook. Η ξενιτειά δεν υφίσταται, θαρρείς, μέσα στην υπερπληθώρα αερογραμμών, με μια easyjet να σε πηγαινοφέρνει με μια εκατοστή ευρώ στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που πήγες να βρεις μια καλύτερη τύχη.

Κι ωστόσο το μεταναστευτικό κύμα θα θυμίζει τα 50s, όπως και η ξυλόσομπα στα διαμερίσματα, η πλημμύρα των πενήτων στους δρόμους της μητρόπολης. Όμως κανείς δε δικαιούται να ξανθοπουλίζει στο συναίσθημα, ο Καζαντζίδης το πολύ να παιχτεί στον Batman στο Νέο Κόσμο, βινύλιο με αέρα cult. Και το Τζιβαέρι ή μια Δόμνα Σαμίου μπορεί να το σηκώσει ή το Μέγαρο Μουσικής.

Να κλείσει η ΕΡΤ, να κλείσουν και οι στρόφιγγες της παράδοσης, να πάψουν οι κυκλωτικοί χοροί, να πάψουν και κάτι έθιμα σαν τα Ραγκουτσάρια. Γιατί γυρνώντας πίσω στην καθημερινότητα θα πρέπει να απολογηθείς που χόρεψες, που τραγουδούσες δυο μέρες σερί "τι΄θελα και σ' αγαπούσα και δεν κάθομαν καλά" που έπαιζαν ορχηστρικό τα χάλκινα των ρομά. Το ξεφάντωμα είναι πια κολάσιμη πράξη.

Δεν επιτρέπεται ούτε η διονυσιακή γιορτή ούτε ο σπαρακτικός θρήνος. Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, είναι θάνατος. Και αν αφαιρέσουμε και την χαρά, θάνατος και πάλι θάνατος. Νεκροζώντανοι, χωρίς παράδοση, χωρίς ταυτότητα, παραδομένοι στον φόβο και την μιζέρια και οπωσδήποτε την ενοχή.

23/12/11

Κυριακές γκραν γκινιόλ

Τις Κυριακές, στο κέντρο μιας πόλης κατάστικτης με τατού στα ντουβάρια, ή στις εξοχές και τις θάλασσες, αγοράζαμε εφημερίδες. Τυλιγμένες σε σελοφάν. Τις αδειάζαμε από τα περιττά, από διαφημιστικά φυλλάδια και σομόν οικονομικά ένθετα. Η ζωή κυλούσε χωρίς οικονομικούς δείκτες, χωρίς γραφήματα των τιμών του χρυσού και του πετρελαίου, χωρίς τους ολοσέλιδους πίνακες με τις τιμές των μετοχών. Κυλούσε χωρίς να λέμε: CDS, PSI, spreads, χρηματοπιστωτική κρίση, ύφεση, χρεωκοπία, περικοπές, στάση πληρωμών, εργασιακή εφεδρεία, επιτόκια δανεισμού. Κυλούσε χωρίς μνημόνιο, μεσοπρόθεσμο και πολυνομοσχέδιο. Χωρίς ΔΝΤ, Eurogroup και τρόικα. Οι φυλλάδες της οικονομίας αδιάβαστες προορίζονταν για ανακύκλωση ή για καθάρισμα τζαμαρίας.

Και μετά οι όροι ξεχύθηκαν από τις φυλλάδες, ανακυκλώνονταν στα χείλη μας, βρώμιζαν τα στόματά μας. Και μετά τα παράθυρα θόλωσαν. Πύκνωσαν οι ανάσες στα σπίτια μας. Μέναμε μέσα όλο και πιο συχνά. Ακούγαμε όλο και πιο αμίλητοι τις τηλεπερσόνες να μας κατακεραυνώνουν με μια γλώσσα αυταρχική, γεμάτη δυσνόητους οικονομικούς όρους, εκβιαστικά διλήμματα και φασίζοντα ορθολογισμό. Ζαρώναμε όλο και πιο φοβισμένοι στα καθιστικά. Βουλιάζαμε όλο και βαθύτερα στον ιδιωτικό βίο. Παραδίδαμε το συρρικνωμένο ελεύθερο χρόνο μας σε οθόνες, μιας ψευτοσυμμετοχής στα εν δήμω μέσα απ’ τα social media ή μιας παθητικής ενημέρωσης από μισθωμένα φερέφωνα. Ξεφυλλίζαμε πια με αγωνία τα οικονομικά ένθετα, σαν χρησμό.

Τους είδες. Μια οικογένεια με δυο παιδιά. Σταθμεύουν δωρεάν στο αχανές πάρκιν. Παίρνουν τσάμπα μια πελώρια τσάντα από χοντρό πλαστικό. Περιφέρονται χωρίς χρέωση στους ατέλειωτους διαδρόμους του σπιτάδικου. Χαζεύουν χωρίς αντίτιμο τα ανεξάντλητα εκθέματα του πολιτισμού. Φτάνουν στο ταμείο με τα ψώνια: κανένα αρωματικό ρεσώ, κανένα διακοσμητικό σκατολοϊδι, λίγη χρωματιστή άμμο, ας πούμε, κανένα αποξηραμένο φυτό. Ψιλοπράματα. Μετά θα φάνε ξέπνοοι χοτ ντογκ ή παγωτό μηχανής. Τίποτα δεν ήταν χωρίς κόστος. Η αγορά ήταν η εκδρομή τους.

Το Τοτέμ κείται ημιθανές μπροστά στα μάτια τους. Καμώνονται πως δε το βλέπουν. Το προσπερνούν. Ώστε δεν ήταν αθάνατο τελικά. Οι πιστοί πάντα εθελοτυφλούν. Συνεχίζουν να διασχίζουν τους διαδρόμους του μεγαθήριου, σαν αυτό να είναι πάντα εκεί: προσηνές, προσιτό και συγχρόνως μεγαλόπρεπο. Προσκυνούμε την άνεση, το γούστο, το φθηνό που δεν είναι ευτελές. Προσκυνήσαμε πολύ τα σπιτικά μας. Ώσπου έμοιασαν με σκηνικά νεανικής σαπουνόπερας. Χρωματιστοί τοίχοι, λαμπιόνια, φωτιστικά, στυλ, πολύ στυλ. Και τα ρούχα μας. Και τα μαλλιά μας. Στυλ πολύ στυλ. Και γυμνοί δε ξέραμε κατά πού να κάνουμε, πιο αμήχανοι από ποτέ. Και όταν μιλούσαμε δε ξέραμε τι να πούμε, πιο μπερδεμένοι από ποτέ. Και τα τραγούδια. Μια έντεχνη ποπ με ηλεκτρικές κιθάρες, βαρύ μέικ απ, πονηρούς image makers, ακριβά βίντεο κλιπ, άνευρο κι ασπόνδυλο στίχο. Μουσική δωματίου ΙΚΕΑ.

Το ταμπού είναι να πεις πως δεν έχει άλλο. Πως τελειώσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα. Μαζί να δούμε να αργοπεθαίνουν τα νεκροζώντανα, τα ζόμπι της μη-ζωής μας, η προκάτ αισθητική μιας σουηδικής (απ)οικίας, η ευδαιμονία του πολυγκατζετούχου, η new age βαλβίδα εκτόνωσης λαϊφστάιλ νευρώσεων, η μετακίνηση της κουζίνας από τα λαδερά στη ρόκα-παρμεζάνα με μπαλσάμικο, η μουσική υπόκρουση της επίπλαστης ευμάρειας, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μήντια, τα greeklish και τα ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο που έμοιασε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας.

Οι Κυριακές πια περνούν όπως φιλμάκι γκραν γκινιόλ. Κάνουμε ταμείο. Τι θάψαμε τη βδομάδα που πέρασε. Κάποια γηραιά ελευθερία, καμιά λατρευτή μας αξιοπρέπεια, ένα αδικοχαμένο δικαίωμα, ένα κομμάτι από τον χρόνια αγνοούμενο Λόγο. Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη. Εκεί που παραμένουμε μονάχα θεατές με καρδιές ρέπλικες. Ευειδείς μες στο ευ ζην που μας είπαν να πιστέψουμε κι εμείς το πιστέψαμε. Το Blade Runner ήταν πάντα εδώ. Εμείς είχαμε γυάλινα μάτια και δεν το βλέπαμε. Στο τέλος να θυμηθείς να μου κλείσεις τρυφερά τα βλέφαρα για να μπορέσω να ξαναδώ καμιά ικμάδα φωτός.


Νοέμβρης 2011

Για το Bahar τoυ Βυτίο και Radio_Sociale.

18/12/11

Belle epoque της Κυριακής

Μπροστά σε ασβεστωμένους πλίθους με κεραμίδια στη σκεπή ή μπροστά σε δίπατα αρχοντικά με μπρούτζινα οικόσημα. Τραπεζομάντηλο λευκό λινό ή μουσαμάς εμπριμέ. Τάβλα με σιδερένια ποδάρια ή επεκτεινόμενο τραπέζι από ακριβό ξύλο. Κληματαριά, πιθάρια φυτεμένα και βασιλικοί σε πλαστικούς κουβάδες ή τριανταφυλλιές και θάμνοι κουρεμένοι από χέρι κηπουρού. Ψητό στο φούρνο με πατάτες, κριθαράκι στη γάστρα ή ψητό στο φούρνο με πατάτες και κριθαράκι στη γάστρα. Το κοκκινέλι και το κοκκινέλι. Το αστικό τραπέζι με το τραπέζι της απώτερης επαρχίας τέμνονταν στον ουρανίσκο του κυρίως πιάτου και του κρασιού και ίσως διαφοροποιούταν πάλι στο επιδόρπιο. Μα όχι στον τούρκικο καφέ.

Μετά τα βλάχικα, με κάποιο πνευστό, τα λαϊκά και τα παραδοσιακά α καπέλα, τα ποπ σε κάποιο πικάπ μπορεί. Κάποιο σώμα που λικνίζεται κατά μόνας ή σε ζευγάρια, ή ένας κυκλωτικός χορός στις πλάκες. Η belle epoque της Κυριακής.

Που την κατέγραψαν τα μάτια μας, παιδιά, που την κατέγραψαν από τη Λυμπεράκη ως τον Ξανθούλη με λέξεις, κι από τον Ζιλ Ντασσέν ως τον Βούλγαρη με κάμερες. Ακόμα κι ακραία όπως τη Ζάχαρη στην άκρη της Φακίνου και τους Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας του Παναγιωτόπουλου.

Τι κόστιζε ένα γουρουνόπουλο, οι πατάτες και τα λαχανικά; Τι κόστιζε το χύμα κρασί; Τι κόστιζε ένα τραπέζι στην αυλή; Τι κόστιζε να πιάσεις να πεις δυο τραγούδια μετά; Τι κόστιζε να σηκωθείς να χορέψεις; Τι κόστιζε να παίζουν τα παιδιά ξέφρενα; Τι κόστιζε να ξαπλώσεις έπειτα στο ξένο σπίτι του δικού σου ανθρώπου, ξέπνοος, ταϊσμένος, μεθυσμένος; Τι κόστιζε η καλή ζωή;

Από το ορεινά χωριά της Κρήτης ως τα αρχοντικά της Καστοριάς και από τα πεδινά του Θεσσαλικού κάμπου ως τα νεοκλασσικά των Αθηνών το κυριακάτικο τραπέζι ήταν γιορτή.
Μετά διαλύθηκαν οι παρέες, κόπασαν τα κέφια και μαζί οι κουβέντες και οι παρεξηγήσεις της τάβλας, σιώπησαν οι παιδικοί αλλαλαγμοί, τα χάχανα μικρών και μεγάλων, σκούριασαν τα μουσικά όργανα, οι μελωδίες στις φωνητικές χορδές, πάγωσαν οι φούρνοι και εξατμίστηκαν οι μυρωδιές της κουζίνας.

Κοιτάς καμιά φορά τη λιακάδα, όπως πέφτει ξεδιάντροπα πάνω στα φυλλώματα, οσφραίνεσαι τις ευωδιές των μπαξέδων, όπως αναδίδεται δίχως συναίσθηση καμιά της θλίψης μας, και λες οι οικονομικοί δείκτες κάποτε θα ευπρεπιστούν (;), αλλά ο κουρνιαχτός από τη σύνθλιψη και την κατάθλιψη θα έχει επικαθίσει στις αυλές και τις καρδιές μας. Που τολμώ να μιλώ ακόμη για καρδιές. Ταμπού η αγάπη και η συντροφιά. Ας βγει να πει ακόμα ένας πως ήταν ψεύτικη ευημερία, μήπως και το πιστέψουμε. Μήπως τα ευτελή σύνεργα της ευημερίας μας πιστέψουμε πως ήταν δανεικά κι αυτά από τους τοκογλύφους.

3/12/11

VitaMini C

Τεμαχίζοντας στα δυο το εσπεριδοειδές, συνειδητοποίησα ξαφνικά, πως αρκετά διαδοχικά πρωινά του Σαββάτου στύβω πορτοκάλια προσφέροντας στην μικρή μου οικογένεια τους χυμούς τους. Με την μυρωδιά των πορτοκαλιών στη μύτη και τις φωνές του εργάτη στ' αυτιά, με την εικόνα μιας ήρεμης οικογενειακής στιγμής στα μάτια, καταλαβαίνω πως η ζωή μας πλαισιώνεται μέρα τη μέρα από πράξεις ρουτίνας, υγιεινής, φρέσκιας αλλά και τετριμμένης σαν φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, έτσι ώστε σε ένα ορίζοντα δέκα χρόνων να έχουμε αποκτήσει κι εμείς τις πολύτιμες αγκυλώσεις μας. Να έχουμε ανάγει το πρόγραμμα σε μια μικρή θεότητα που διαφεντεύει σοφά τις ζωές μας, μια προστάτιδα από την τρέλα. Η θεότητα όμως δέχεται κλυδωνισμούς. Κανείς δε ξέρει για το αύριο, κανείς ποτέ δεν ήξερε, αλλά πολύ περισσότερες οι αβεβαιότητες σωρεύονται στο σήμερα.

Έξω στο δρόμο οι εργάτες. Στο δρόμο όχι για να διαμαρτυρηθούν αλλά για να δουλέψουν. Πότε θεσπίστηκε το 8ωρο και το 5θήμερο, με όσο θόρυβο μπορεί να παράξει "το σίδερο και το αίμα", που έλεγε και ο Βίσμαρκ από διαμετρικά αντίθετη θέση, και πότε αθόρυβα καταργήθηκε. Έτσι ώστε να μη με ενοχλεί που τρεις άνδρες δουλεύουν στο δρόμο του σπιτιού μου, Σάββατο πρωί, αλλά να με ενοχλούν οι φωνές τους. Ο ένας βαστάει το ηλεκτρικό πριόνι και κλαδεύει τα δέντρα, ο άλλος δίνει ουρλιάζοντας εντολές και φορτώνει τα κλαδιά κι ο τρίτος, ο οδηγός, περιμένει στο φορτηγάκι. Θα με αναστατώνουν όσο ζω οι πολύ δυνατές ανδρικές φωνές, θα γίνω γιαγιά κι ακόμη θα ζαρώνω από φόβο στην τραχύτητά τους. Έχω συμφιλιωθεί όχι μ' αυτές αλλά με την αντίδραση που μου προκαλούν. Τα επιτεύγματα της ψυχανάλυσης. Στην πραγματικότητα τα εργατικά ντεσιμπέλ θα' ναι ένα τραύμα που με βοηθάει να πάω παρακάτω.

Βρίσκω παρηγοριά πια μόνο στην Ιστορία και τα ντοκιμαντέρ. Διαβάζω νεότερη ευρωπαϊκή Ιστορία και βλέπω ντοκιμαντέρ με εξεγέρσεις και έντομα. Στο ραδιόφωνο δεν ανέχομαι ούτε ειδησεογραφικές εκπομπές, ούτε την παθητικοεπιθετική εντεχνίλα, ούτε το απαρχαιωμένο ροκ. Ακούω Τρίτο Πρόγραμμα με τέτοια εξοικείωση σα να μεγάλωσα σε αστικό περιβάλλον που η κλασσική μουσική ήταν μέρος του ενδιαιτήματος. Στο σπίτι δεν ανέχομαι την τηλεόραση, μου προκαλεί ναυτία, όταν την παρακολουθώ για περισσότερο από μία εκπομπή, μου προκαλεί ταχυκαρδία, όταν την ακούω για αρκετή ώρα να είναι άσκοπα ανοιχτή. Κι ούτε που με νοιάζει αν νομίζεις πως γράφοντας αυτά κομπάζω.

Και παράλληλα μεγαλώνει ένα παιδί που βλέπει μόνο ένα-δύο παιδικά προγράμματα την ημέρα, έχει συνηθίσει το αυτάκι του στην καλή μουσική, ζωγραφίζει στα τρία της ανθρώπινες φιγούρες με μάτια που έχουν κόρες και βολβούς, αυτιά, μαλλιά, μύτη, στόμα, καπέλο και καμιά φορά μάγουλα. Έχουν κορμό και άκρα. Είναι ένα παιδάκι που έχει πλούσιο λεξιλόγιο, καθαρή άρθρωση, ξέρει απέξω ένα κάρο παιδικά και "μεγαλίστικα" τραγούδια. Είναι ένα παιδάκι που έχει φίλους, αγκαλιάζεται και φιλιέται κάθε πρωί με κάποιον που' ναι το ταίρι της στον παιδικό σταθμό. Είναι ένα ευφυές και χαρούμενο παιδάκι, όπως είχε παρατηρήσει ένας αυστηρός φίλος. Κι ούτε που με νοιάζει αν νομίζεις πως γράφοντάς αυτά κομπάζω.

Δεν κομπάζω. Δεν είναι αυτός ο σκοπός όσων γράφω σήμερα σαν ανοιχτό ημερολόγιο. Πάλι. Θέλω μονάχα να πω πως αν διέσχισα τη διαδρομή από την επαρχία στο εξωτερικό, κι από την εργατική-αγροτική καταγωγή στη μεσοαστική καθημερινότητα των βορείων προαστίων, χωρίς να απαρνηθώ μετά βδελυγμίας το πριν για να προσκυνήσω αμνήμων το μετά, είναι γιατί είχα την ευκαιρία. Είναι γιατί πρόφτασα να επιβιβαστώ στο όχημα της κοινωνικής κινητικότητας στις τελευταίες του διαδρομές. Τώρα, τις μέρες της οπισθοδρόμησης, θα με στοιχειώνουν όλο και περισσότερο οι Πατατοφάγοι του Βαν Γκογκ που' δα στο Μουσείο του στο Άμστερνταμ, γιατί είχα την ευκαιρία, όπως και τη ΜΟΜΑ φιλοξενούμενη στο Βερολίνο, όπως το αυστριακό μουσείο μοντέρνας τέχνης στη Βιέννη, το Κομμουνιστικό Μουσείο στην Πράγα, και τ' άλλα μουσεία στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μαδρίτη, το Δουβλίνο, την Ελβετία, κι όλα τα μέρη που ταξίδεψα. Γιατί είχα την ευκαιρία.

Όμως η τέχνη, τα ταξίδια, οι αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, γαμώτο, δεν είναι πολυτέλειες. Δεν έπρεπε να' ναι καν μια ευκαιρία που μπορεί να τύχει να αξιοποιηθεί, μπορεί και να χαθεί. Έπρεπε να είναι κοινό κτήμα όλων. Κι η έγκλιση που χρησιμοποιώ είναι βαθιά ανιστόρητη. Πότε ο αγρότης και ο εργάτης περιδιάβαινε ανάμεσα στα έργα τέχνης σα να' ταν το δικό του habitat για να το κάνει τώρα; Μα τώρα ο εργάτης που έχει δουλειά, ακόμη κι αν δουλεύει Σάββατα, αργίες, ακόμη κι αν δουλεύει ημιαπασχόληση ή απλήρωτες υπερωρίες είναι ευλογημένος. "Έχει δουλίτσα". Αυτή η υπόρρητη υπενθύμιση της υποταγής στις συνθήκες που σου διασφαλίζουν προς το παρόν, εντελώς προσωρινά, το δικαίωμα στην εργασία σε υποκοριστικό, αυτή σε συνδυασμό με την ανιστόρητη πραγματικά και πολιτικά αφελή ατάκα "καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται" συνοψίζει το θάνατο του εργατικού κινήματος, που την ώρα που το γράφω φαντάζει ήδη σαν ανέκδοτο. Οι αρχισυνδικαλιστές μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι να μεθοδεύουν την ανάδειξή τους σε βουλευτικά αξιώματα. Οι ευκαιρίες τελειώσανε. Το όχημα της κοινωνικής κινητικότητας φράκαρε και ξέμεινε από καύσιμα.

Όμως εμείς θα συνεχίσουμε να εξασκούμαστε στη χρήση μιας οικονομίστικης γλώσσας, με όρους δυσνόητους, σχεδόν ανόητους, όπως δείχνει η πράξη, θα συνεχίσουμε να ρουφάμε την υπερπληροφόρηση ακόρεστα, χωρίς να μπορούμε να την επεξεργαστούμε, την ώρα που θα εκχωρούμε άπραγοι την ιστορικότητα των ημερών στους σκιώδεις Άλλους. VitaMini C. Μικρή ζωή τρίτης κατηγορίας.

5/11/11

έχε το νου σου στο παιδί...

Παρακολουθούσα χτες την εναλλαγή φαιδρών, αγράμματων και επικίνδυνων εκλεγμένων αντιπροσώπων του "έθνους" στο βήμα της Βουλής.
Άκουγα άναυδη -αν και λαλίστατη τουηττερικά- τα πρόσωπα αυτά να διαβάζουν θλιβερές εκθέσεις εξατάξιου γυμνασίου, να διανθίζουν την ομιλία τους με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα εθνοσωτηριακού περιεχομένου, να παραθέτουν στον επίλογο συχνά κάποιο χωρίο από τον Μακρυγιάννη, τον Ελύτη ή κάποια ινδή συγγραφέα, προδίδοντας ανερυθρίαστα την μηδενική εξέλιξη του λόγου των ίδιων και των συμβουλατόρων τους, από τα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, την προσκόλληση σε ξεπερασμένες φόρμες που αποκαλύπτουν, ανάμεσά στα άλλα, την ένδεια του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Μόνο που αυτοί εδώ έχουν εκλεγεί να διαχειρίζονται τις τύχες μας, δε διαγωνίζονται στις πανελλαδικές.
Διέκρινα την αισθητική των εκπροσώπων, από τη ροζ μπομπονιέρα της κυρα-Ουρανίας, τα μπλε ελεκτρίκ σακάκια των βουλευτών, το ύφος bitch των Άννα& Άννα, ως τον λάβρο, έμπλεο μίσος λόγο των ακροδεξιών.
Παρατηρούσα το κατάμεστο άνδρο της αστικής δημοκρατίας να εμπαίζει έναν ολόκληρο λαό με παλινωδίες, εθνικιστικές κορώνες, υποκριτικά υστερικές αναγνώσεις εκβιαστικών διλημμάτων, πύρινων παραινέσεων και κατηγοριών.
Μετρούσα πόσες φορές άκουσα τις λέξεις λαός και σωτηρία, με τα παράγωγά τους, από τα χείλη ασεβών και ως προς τις δύο έννοιες.

Αίφνης τα εν οίκω μου διέλυσαν την ψευδαίσθηση του μέγα-πλαισίου της ιστορικότητας. Είδα με την άκρη του ματιού μου τον άνδρα μου να έχει φέρει κάτι να τσιμπήσει ενώ το λαίμαργο τρίχρονο, στην προσπάθειά του να αποσπάσει κάποιο μεζεδάκι από το πιάτο του πατέρα της, άρχισε να λέει μια προσευχή που έκλεινε με την ευχή "καλή μας όρεξη!"
Αμέσως θυμήθηκα πως πριν λίγες μέρες την άκουσα να λέει "Παναγία μου!" και να σκάει έπειτα στα γέλια.
Τότε συνειδητοποίησα, για πρώτη φορά, πως ο λόγος μας, εμάς των γονιών της, δεν περιέχει αναφορές σε μεσσίες, θεομήτορες και αγίους, πως αυτό το παιδί μεγαλώνει σε ένα σπίτι που δεν υπάρχει εικόνισμα, πως δεν του έχουμε μάθει να κάνει το σταυρό του.
Το σχολείο όμως θα φροντίσει να του εμφυσήσει το θρησκευτικό αίσθημα και τις αξίες του χριστιανισμού. Συγχρόνως, η περιουσία της Εκκλησίας όχι μόνο δε θα δημευθεί αλλά θα προστατευθεί στο ακέραιο με την εξαίρεση από το τέλος ακινήτων, ενώ η αναπαραγωγή δαπανηρών χριστιανορθόδοξων εθίμων δε θα έχει τέλος. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Την επόμενη μέρα θα διασχίσω κεντρικές λεωφόρους της πρωτεύουσας διερχόμενη πύλες στρατοπέδων. Θα δω συρματοπλέγματα στα τείχη, στρατιωτικά νοσοκομεία, άνδρες με χακί και κράνη, ζωσμένους με πυροβολικά, πληρωμένα αδρά από τις τσέπες μας. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Στη διαδρομή θα ακούσω στο ραδιόφωνο τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, σε ένα τραγούδι, ή εμβόλιμα στην απαγγελία του Ρίτσου και θα θυμηθώ πως ερήμην, με την ανοχή ή πιο συχνά με την συναίνεση των καλλιτεχνών το ΚΚΕ μέσα από τα φεστιβάλ της ΚΝΕ και παράλληλα το διαρκές καπέλωμα των λαϊκών κινημάτων, οικειοποιήθηκε ένα ολόκληρο χωράφι του ελληνικού πολιτισμού, αυτού που τώρα μυρίζει μπαγιατίλα στις γκουρμέ μύτες των πιστών των αγορών, των προσκυνητών ενός συστήματος που καταρρέει μπροστά στα σαστισμένα μάτια του δυτικού κόσμου. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Κι ωστόσο η αποστροφή των κεφαλών των μαθητών από τις εξέδρες των επισήμων και μια λωρίδα μαύρο ύφασμα σε θέση πένθιμου περιβραχιόνιου στα ανώριμα μπράτσα γυμνασιόπαιδων, σε αναγκάζει να παραδεχτείς πως δεν έσφαλλε κανένας από τον Αριστοτέλη μέχρι σήμερα που έβλεπε την ελπίδα στην πιτσιρικαρία και σ' αναγκάζει να θυμηθείς το στίχο του Σιδηρόπουλου, έχε το νου σου στο παιδί, και να συγκινηθείς παρά τον κίνδυνο να φανείς γραφικός σ' αυτούς που καθόλου και ποτέ δε πρόκειται να εκτιμήσεις.
Κι έπειτα, στο τέλος, να παραδεχτείς πως ακούγοντας την Ευδοκία να αναφωνεί "Παναγιά μου", στην βιασμένη άκρη του ζεϊμπέκικου του φαντάρου, τα σύμβολα που απεχθάνεσαι, που έχουν τεχνηέντως περισωθεί μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων, είναι αυτά που σε γαλούχησαν, είναι κομμάτι της κουλτούρας σου. Όμως αυτό δεν είναι επίκαιρο θέμα.
Έχε το νου σου στο παιδί, είναι δεν είναι επίκαιρο.

23/10/11

δε περνάμε τέλεια, περάσαμε στην υποτέλεια

Κι εκεί που οι διαχωριστικές γραμμές είχαν συμπτυχθεί στην εξής μία, αυτή που διακρίνει από τη μια τους υπερασπιστές της αδιαπραγμάτευτης υποταγής στις προσταγές της τρόικα ως μονόδρομο εθνικής σωτηρίας, όπου βέβαια το οξύμωρο, εθνική σωτηρία και εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας κρίνεται ως γραφικό και ανάξιο λόγου αντεπιχείρημα, ένα σινάφι από τα εγχώρια Chigago Boys, είτε κυβερνητικοί, είτε ακραιφνείς -επικροτητές- της- κυβερνητικής -πολιτικής- νεολιμπεράλες, κι από την άλλη μεριά τους επικριτές της κατάστασης, που' ναι ένα συνοθύλευμα του πιο επιφανούς σύγχρονου έλληνα διανοητή, του πιο απεγνωσμένου ανέργου αλλά και του απλού απλώς αγανακτισμένου, κινηματικού ή μη, πολίτη.

Εκεί που δεν χρειαζόταν να ανατρέξεις στην εξέγερση της Κροστάνδης, την αλληλογραφία Μπακούνιν και Μαρξ, το θάνατο του Ντουρούτι ή τη νύχτα στο Χημείο του '79 για να καταλάβεις πως ο στίχος του Τζιμάκου "στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτε ο κνίτης με φρικιά" έχει μια βάση, αλλά που σ' αυτή τη δεδομένη στιγμή προσδοκούσες, εύλογα αλλά αφελώς, πως οι διαφορές εξαλείφονται κάτω από τη βαριά σκια γεγονότων που τρέχουμε ασθμαίνοντας ξοπίσω τους, πάνω στη στιγμή που το ζητούμενο δεν ήταν ποιος την έχει μεγαλύτερη την αγωνιστικότητα, αλλά η συσπείρωση των δυνάμεων που αντίκεινται σε αυτό που πολύ ευφημιστικά θα αποκαλούσε κανείς ως "κυβερνητικές επιλογές", στη φάση που το προκείμενο είναι η αποτροπή της υπερψήφισης του πολυνομοσχεδίου, σε μια πρώτη φάση, στο ιστορικό σημείο του ενδεχομένου τρίτης αποτυχίας αναχαίτισης της πορείας στην κοινωνική γενοκτονία (social genocide, ο όρος από ντοκιμαντέρ του Fernando Solanas για την Αργεντινή), μετά το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο, οι μαύροι και οι κόκκινοι αποφασίζουν να πλακωθούν άσχημα.

Έχουν ήδη ειπωθεί πολλά. Τι νόημα έχει ένα post a posteriori; Τόσο νόημα όσο έχουν όλες οι προηγούμενες κουβέντες: το νόημα που είσαι έτοιμος να δεχτείς πως έχουν. Αναλωθήκαμε σε technicalities, που είναι πόσα καδρόνια κρατούσε και πόσα κράνη φορούσε το ΠΑΜΕ, πόσα μπουκάλια και πόσα μάρμαρα εκσφενδόνισαν οι άλλοι. Βιαστήκαμε να θεωρήσουμε εαυτούς αμερόληπτους κριτές των γεγονότων και αυταπατηθήκαμε ότι τα μάτια μας είναι κάμερες που καταγράφουν τις συμπλοκές αντικειμενικά, ψύχραιμα, αποστασιοποιημένα. Αλλά η γλώσσα πάντα θα μας προδίδει, τα scripta θα κείνται έκθετα. Και εκεί θα φανεί πόσο βιαστήκαμε να υιοθετήσουμε τον λόγο των συμβατικών μμε, να παπαγαλίσουμε τον όρο κουκουλοφόροι, να χρεώσουμε σύσσωμο τον αναρχικό χώρο με τα μπάχαλα και βέβαια να αποσύρουμε την όποια πρότερη συμπάθειά μας προς αυτό το χώρο, να σπεύσουμε να αποδώσουμε, ως άλλοι ιατροδικαστές, πριν καν το πρώτο ανακοινωθέν το θάνατο του ανθρώπου στις δολοφονικές επιθέσεις των κουκουλοφόρων και όχι βέβαια στα χημικά των ματατζήδων -που είναι το πιο εξοργιστικό από όλα τα εξαρτημένα αντανακλαστικά- και τέλος να θεωρήσουμε ως σημείο εκκίνησης του τσαμπουκά τους "Δε πληρώνω" ή τους μπάχαλους και όχι βέβαια την περιφρούρηση του ΠΑΜΕ που ζητούσε δημοσιογραφικές ταυτότητες για να σε αφήσει να περάσεις προς τη Βουλή... Ο τσαμπουκάς ξεκινάει από κει που ο άλλος αποφασίζει αυθαίρετα αλλά συνειδητά πως είναι το αφεντικό.

Δε συνηθίζω να γράφω πολιτικά κείμενα και να με συγχωρείς δηλαδή για το αποψινό μου ατόπημα. Μόνο που, αν θες και τη δική μου εκδοχή, πολιτική δεν είναι *μόνο* τι ψήφισες, πόσες απεργίες έκανες σε πόσες πορείες κατέβηκες, πόσα ασφυξιογόνα εισέπνευσες και πόσα tweets πόσταρες. Πολιτικά μετριέσαι από την ώρα που θα ξυπνήσεις και θα αφήσεις τη βρύση να τρέχει βουρτσίζοντας τα δόντια, μέχρι τα μεταλλαγμένα κόρν φλέικς που θα φας, το μέσο με το οποίο θα μετακινηθείς, τον τρόπο που οδηγείς, το βρακί που φοράς, το ραδιόφωνο που ακούς, τις ώρες τηλεθέασής σου, τις παραλίες που διάλεξες για τις διακοπές σου, το πού και πώς γέννησες το παιδί σου, το πώς μιλάς στη γκόμενά σου, που θα μου τσινίσεις που την είπα γκόμενα γιατί είναι υποτιμητικό, ενώ, ας πούμε, δεν είναι υποτιμητικός ο ευνουχισμός που θα της κάνεις με τρόπο αδιόρατο σχεδόν αλλά συστηματικό όταν την μέμφεσαι για ό,τι δε συνάδει με το πρότυπο της αγίας ελληνίδας μητέρας που θα ασπρίσουν τα μαλλιά σου κατηγορώντας της ως και μετά το θάνατό της για την ευνουχιστική αγάπη της, όπου αγάπη είναι να μη στη λέει ο δικός σου άνθρωπος. Ενώ αγάπη είναι ακριβώς αυτό. Δεν περνάμε τέλεια. Τελειώσανε τα τέλεια. Η επίπλαστη ευμάρεια και η συνοδευτική υποκριτική ελαφρότητα στην μεταξύ μας επικοινωνία, τα φληναφήματα, οι φιλοφρονήσεις και τα φθηνά αστεία, τελειώνουν κάτω από την επανεμφάνιση των επιπλέον διαχωριστικών γραμμών που η σύγκρουση, όπως πάντα, έρχεται να αναδείξει. Δε περνάμε τέλεια. Περάσαμε στην υποτέλεια. Σημασία δεν έχει πόσο μαύροι, πόσο κόκκινοι είμαστε. Σημασία έχει πως είμαστε υποτελείς. Σημασία έχει να καταλαβαίνεις πως όσο "στη λέω" τόσο σ' αγαπάω.

10/10/11

Να φύγουμε, Νίκο

Μιλάς σοβαρά ρε; Θα σηκωθείτε να πάτε στου διαόλου τη μάνα;

Αφηρημένη έγνευσα καταφατικά αλλά οπωσδήποτε δε με είδε. Έχουμε εξάλλου να ιδωθούμε περίπου ένα χρόνο και ας ζούμε σε γειτονικά προάστια. Για άλλη μια φορά τα λέγαμε από το τηλέφωνο. Επειδή είναι επαρχιωτάκι, λέει, το προτιμάει από το να τα λέμε από το ίντερνετ. Με τους λιγότερο επαρχιώτες μιλάμε κατά κανόνα σε chat, άλαλοι, με σκέτα ψηφία του δυαδικού συστήματος. Μόνο με τους αληθινούς σου φίλους περνάς μαζί τις Κυριακές και σας παίρνει το χάραμα κουβεντιάζοντας. Ακόμα και σήμερα; Ακόμα. Ώσπου να φτάσουμε σε επίπεδα ανάπτυξης πόλεων όπου δεν ακούγονται πια ομιλίες, παρά μόνο πλήκτρα στα 8ωρα που ξεχείλωσαν σε 10ωρα και 12ωρα, και τηλεοπτικός βόμβος στον ελεύθερο χρόνο ανελεύθερων.

Όσο τον άκουγα να αναρωτιέται για το αν η απόφασή μας να αναζητήσουμε δουλειές στην Αυστραλία είναι απόφαση έλλογων όντων, από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.

Η αίσθηση του οικείου είναι η ζεστή κουβέρτα που σε τυλίγει στον τόπο που έτυχε να κατοικήσεις, μου λέω. Η αίσθηση πως μιλάς την ίδια γλώσσα, πως έχεις όμοιες προσλαμβάνουσες, κοινές αναφορές, ίδια προβλήματα στην καθημερινότητα. Η ψευδαίσθηση του οικείου. H ψευδαίσθηση πως επειδή έχεις δώσει όνομα στα πράγματα, τα ορίζεις. Η ψευδαίσθηση πως καθώς έχεις κονσερβοποιήσει τις πληροφορίες, με ετικέτα στερεοτύπου, γνωρίζεις τον άλλον. Όπως: του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος κ.ο.κ. Όμως πέρα από τον γεωγραφικό προσδιορισμό, μια αυθαίρετη επινόηση, πώς αλλιώς ενώνονται οι ζωές μας, οι ετερόκλητες, ετερογενείς και ετερόδοξες. Ούτε ο αττικός ουρανός στεγάζει το ίδιο τις ζωές μας, αλλιώς μολύνεται, αλλού περισσεύει η συγκέντρωση του διοξειδίου του αζώτου, αλλού του οξυγόνου.

Η αίσθηση του οικείου που παραχαράζει την πραγματική εικόνα μιας άχαρης πόλης πουλώντας τη στα μάτια του προσκολλημένου ως ιδεατό τόπο κατοικίας. Το πρόσωπο της μάνας σου δεν ήταν το ωραιότερο γυναικείο πρόσωπο από καταβολής κόσμου. Ούτε το βυζί της ήταν το πιο θεσπέσιο έδεσμα που έχει ποτέ παρασκευαστεί επί Γης. Όμως αυτά γνώρισες, αυτά είναι ο κόσμος σου. Ο μικρόκοσμος του ορεσίβιου Κρητικού, απ' το μιτάτο στο σπίτι και από το σπίτι στα χωράφια και από τα χωράφια στα καφενεία. Μια ζωή περιγεγραμμένη στα σημεία. Ενώστε τις τελίτσες, παιδάκια, να δείτε τι εικόνα σχηματίζεται. Η εικόνα ενός λαού από πάντα ξεκομμένου από το γύρω του, ούτε Ανατολή, ούτε Βαλκάνια, ούτε Ευρώπη, ούτε Αφρική.

Αλλά ο παππούς ο Νίκος, πριν τον χτυπήσει προχτές το μηχανάκι έξω απ' το σπίτι του, πριν τον σκοτώσει στα 87 του, υγιή στα μυαλά και στο σώμα αλλά πιο πολύ ακόμα στην καλοσύνη του, πολλά χρόνια πριν έφυγε gasterbeiter στη Γερμανία. Και έζησε αξιοπρεπώς. Και σπούδασε το γιο του γιατρό και έφτιαξε ένα σπίτι και μια κάποια περιουσία και επέστρεψε στον τόπο που γεννήθηκε για να ζήσει αξιοπρεπώς. Και επέστρεψε. Και επέστρεψε, όπως ο εξ αίματος παππούς μου, πολιτισμένος άνθρωπος. Με το καπέλο του, την ολιγοφαγία του, τα μελίσσια του, το σκυλάκι του, τις μετρημένες του κουβέντες, και την γαλήνια και καλοσυνάτη του μορφή. Επέστρεψε, όπως ο παππούς μου, που ήταν άλλη ιστορία, αιχμάλωτος πολέμου και έπειτα όμηρος στη Τσεχία, όπως ο νονός μου στο Μόναχο, όμοια ιστορία. Τρεις άνδρες, τρεις ιστορίες, μία κοινή εικόνα: του ανθρώπου που έζησε, καλά ή άσχημα, μακριά από το βυζί της μαμάς πατρίδας. Δεν είναι όλων οι μανάδες αγίες. Η δικιά μας η μάνα είναι πουτάνα.

Μιλάμε ο ένας στον άλλο με απελπισία που κατακερματίζεται σε φθηνά αστεία. Σε φωτοσιοπιές με πολιτικούς, σε ανέκδοτα και ευφυολογήματα. Μιλάνε στα ραδιόφωνα για την επικαιρότητα λες και είναι τα βυζιά της Μπεζαντάκου. Χαριεντιζόμαστε περιμένοντας το θαύμα. Αλλά η Μεγαλόχαρη έχει συγχωνευθεί με τη Madonna και τη Mary και ο Messiah κάνει σεμινάρια στο entrepreneurship για να έρθει να μας χτίσει ωραία νοσοκομεία, με ανθοδέσμες στην υποδοχή και χαμογελαστούς υπαλλήλους και ωραία σχολεία με ατσαλάκωτες στολές και λογότυπα με λιοντάρια.

Θα του έλεγε άραγε κι εκείνη, πριν 50 τόσα χρόνια, πάμε να φύγουμε Νίκο, πάμε να φύγουμε; Θα ακούει το εγγόνι μου, 50 χρόνια μετά, πάμε να φύγουμε Νίκο, πάμε να φύγουμε; Θα πάψει ποτέ αυτή η πόρνη η μάνα μας να μας διώχνει; Του διάολου η μάνα είναι εδώ.

28/9/11

αιώνιοι πολιτικάντηδες

Πριν ακόμα αποφασίσω να δώσω εξετάσεις για υποτροφία ώστε να φύγω στο εξωτερικό για μεταπτυχιακά, με είχαν προετοιμάσει άλλοι που πήραν τον ίδιο δρόμο πριν από μένα: οι έλληνες είμαστε κατά κανόνα οι νεότεροι φοιτητές των μεταπτυχιακών στη Μεγάλη Βρετανία.

Και πράγματι. Στο Master ήμουν από τους νεότερους. Οι υπόλοιποι ήταν εργαζόμενοι (από την Αγγλία, την Ολλανδία, την Κένυα και τον Καναδά, για παράδειγμα), που αφού είχαν απορροφηθεί σε έναν τομέα, αποφάσισαν να εξειδικευθούν σ' αυτόν, όπως είναι το λογικό. Και είτε φοιτούσαν part time, παράλληλα με τη δουλειά τους, είτε ο εργοδότης τους ή κάποιος οργανισμός ή κάποιο charity τους σπονσόραρε το μεταπτυχιακό.

Στο διδακτορικό αργότερα, παρά τη θεωρητική και εμπειρική πια πρετοιμασία μου, δε μπόρεσα να μην εκπλαγώ όταν ανάμεσα στους βρετανούς συμφοιτητές μου ήταν ένας συνταξιούχος μαθηματικός, μία μεσήλικη φαρμακοποιός που εργαζόταν σε φαρμακευτική εταιρεία, ένας σαραντάρης δάσκαλος και μια γενική ιατρός κάπου στα σαράντα επίσης ενώ παρέμενα από τους νεότερους στην ομάδα.

Το ελληνόπουλο δεν έχει λόγο να εντρυφήσει στα ιδιαίτερα μαθήματα, αν έχει αποφοιτήσει από "καθηγητική" σχολή, στην αποκλειστική φροντίδα, αν έχει αποφοιτήσει από νοσηλευτική σχολή, στα γραμματειακά, αν έχει αποφοιτήσει από τμήμα κοινωνιολογίας, στην παράδοση γευμάτων κατ' οίκον, στην παραγωγή ροφημάτων και στο σερβίρισμα, αν έχει αποφοιτήσει από οποιοδήποτε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Και πώς να σπουδάσει στο εξωτερικό; Με φιλοδωρήματα της σερβιτόρας και του ντελιβερά;

Έτσι, ο φυσικός δρόμος είναι η ανεργία, η υποαπασχόληση σε ετεροαπασχόληση και η περιστασιακή ή καθόλου ενασχόληση με το αντικείμενό σου. Διαφορετικά, δανείζεσαι, επιχορηγείσαι από τους γονείς ή κάποιο από τα λιγοστά ιδρύματα υποτροφιών και πηγαίνεις στην Ευρώπη να μετεκπαιδευθείς σε ένα αντικείμενο για να κερδίσεις 200 μόρια για τον ΑΣΕΠ.

Ας μη γινόμαστε όμως μίζεροι. Υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. Μπορείς να κάνεις ένα μεταπτυχιακό στα οικονομικά, με μέγα χορηγό τον μπαμπά και την μαμά σου, να προσκολληθείς στο ΠΑΣΟΚ ή τη ΝΔ από τα φοιτητικά σου χρόνια, να σπρώχνει και όλο σου το σόι με ψηφαλάκια, να γλείφει, να τραπεζώνει και να συνάπτει κουμπαριές με τοπικούς παράγοντες, να έχει στην ατζέντα του τα κατάλληλα τηλέφωνα και να βρεθείς στον πλέον στενό δημόσιο τομέα, σε υπουργεία, σε οργανισμούς αλλά και σε κάποιες ΜΚΟ που δεν έχουν τίποτα να φοβούνται.

Ή μπορεί να έχεις αποφοιτήσει από τη Νομική, την Ιατρική ή το Πολυτεχνείο και αν το ατομικό συμφέρον, η κολακεία και η διαπλοκή είναι το φόρτε σου, δε χρειάζεσαι καν να ξενιτεύεσαι και να χάνεις τον καιρό σου με άχρηστα master ή ακόμα πιο άχρηστα διδακτορικά. Έχεις την πτυχιάρα σου. Άσχετα αν ως ΟΝΝΕΔίτης ή ΠΑΣΠίτης αποφοίτησες με τις ευλογίες πανεπιστημιακών ομοϊδεατών σου, με αντιγραφές και τα στραβά μάτια ΔΕΠιτών ομήρων στα εκλεκτορικά.

Το βιογραφικό σου θα γεμίσει από κάτι λίγα χρόνια επαγγελματικής προϋπηρεσίας, ίσα-ίσα για να κάνεις κάποιες γνωριμίες στο χώρο, κι έπειτα θα αρχίσεις να συνδικαλίζεσαι ασύστολα. Και δικηγορικοί σύλλογοι υπάρχουν, και ιατρικοί σύλλογοι και το ΤΕΕ και το ΠΑΣΟΚ έχει ανάγκη δημάρχους, περιφερειάρχες και η ΝΔ κάποιους πρέπει να κατεβάσει βουλευτές και κανείς καλός στην κομματική υποταγή, στη διαφθορά και την ψηφοθηρία δε χάνεται.

Έτσι λοιπόν όταν ένα χούφταλο 33 χρονών, η οποία κάνει διδακτορικό σ΄ αυτή την ηλικία -αν είναι δυνατόν!- πετάξει κανένα αυγό σε κανέναν όμοιό σου, θα έχεις κάθε λόγο να τη σαρκάσεις ως "αιώνια φοιτήτρια", και θα έχεις όλο το δίκιο με το μέρος σου. Το δίκιο ενός άξεστου αιώνιου πολιτικάντη. Ένα φαινόμενο που κανείς από το σινάφι σου δε θα θελήσει να πατάξει προάγοντας copy-paste μεταρρυθμίσεις, χαμογελώντας θατσερικά στο φακό.

13/9/11

εφεδρικό μίσος

Υπάρχουν εργαζόμενοι που θριαμβολογούν επειδή σύντομα 4.000 εργαζόμενοι θα απολυθούν. Υπάρχουν νοήμονες ενήλικες που μισούν το "Δημόσιο" σαν αυτό να ήταν μία ενιαία και αδιαίρετη οντότητα η ύπαρξη της οποίας είναι κάτι κατεξοχήν κακό.
Υπάρχουν πολίτες που στη λίστα των οργανισμών που μπαίνουν σε εργασιακή εφεδρεία επικεντρώνονται σε 2-3 οργανισμούς -φαινομενικά τουλάχιστον- άνευ αντικειμένου, παραβλέποντας παράλληλα ότι στη λίστα με τους 151 οργανισμούς οι 3 μεγάλες κατηγορίες που θίγονται και απαξιώνονται είναι η έρευνα, ο πολιτισμός και η ψυχική υγεία.

Πόσο βολικό είναι να μισείς, πόσο βολικό είναι να μη νοιάζεσαι, να μη συμπονάς, να αξιώνεις περισσότερο το χρήμα από τον άνθρωπο.

Ούτε αόρατη θέλω να γίνω για μια μέρα, ούτε Θεός, που λέγαμε παιδιά. Θέλω μια μέρα να σκέφτομαι και να νιώθω σαν αυτούς τους ανθρώπους.

Να γελάω σαρδόνια όταν ο υπάλληλος βγαίνει σε εργασιακή εφεδρεία χωρίς προοπτική να βρει δουλειά μέσα σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής ύφεσης, όταν κρύβεται από το διαχειριστή γιατί δεν έχει να πληρώσει τα κοινόχρηστα, όταν πέφτει μπρούμυτα βουλιάζοντας στο μαξιλάρι μέρα μεσημέρι με ντάλα κατάθλιψη. Τι ανάγκη έχει ο κόσμος τους ανάξιους;

Να πάρω όλα τα ΑΜΕΑ, με τα μπαστουνάκια των τυφλών, με τα ψυχοφάρμακα των αυτιστικών, τη νοηματική των κωφάλαλων, που εξυπηρετούνταν στις δομές ψυχικής υγείας και πρόνοιας, να τα φορτώσω στα καροτσάκια τους, στα πούλμαν με τα σπαστικά και να τα σπρώξω στον Καιάδα. Τι ανάγκη έχει ο κόσμος τους αναξιοπαθούντες;

Να σαρκάσω τον κάθε επιστήμονα, τον κάθε διδάκτορα, τον καθένα που διέθεσε τα νιάτα του σε σπουδές για να παράγει έρευνα στο φαληρισμένο Ελλαδιστάν καθώς θα τον βλέπω να κυκλώνει αγγελίες για ντελίβερυ και πλασιέ στη χρυσή ευκαιρία. Τι ανάγκη έχουμε τόσους επιστήμονες;

Να πετάξω αυγά στον κάθε φιλόμουσο, φιλότεχνο και καλλιτέχνη γιατί ήμαστε μια χώρα με υπερπαραγωγή τέχνης και πολιτισμού και τι στο διάολο χρειάζονται τόσα θέατρα, τόσα ποιήματα, τόση λογοτεχνία τη στιγμή που υπάρχει το Mall, τα Starbuck's και η τηλεόραση με το ψηφιακό σήμα;

Αλλά δε γίνεται. Δεν έχω μέσα μου τόσο εφεδρικό μίσος.
Γιατί στο δικό μου εργασιακό χώρο, μέρα τη μέρα, σφυρηλατείται η ανθρωπιά μας. Το τυφλό τσιγγανάκι, το ορφανό αγοράκι, το κακοποιημένο κοριτσάκι, οι γονείς με το βαρύ αυτιστικό, το αδελφάκι με τη λευχαιμία, το παιδί που δε θα γυρίσει ποτέ σπίτι του. Πάντα υπάρχει ένας λόγος να είσαι ανάλγητος. Εγώ δε ξέρω κανέναν.
Στη δική μου οικογένεια δεν έτυχε να με μεγαλώσουν με μίσος για τον γείτονα, γιατί είναι τεμπέλης, γιατί είναι κάφρος, γιατί είναι βολεμένος δημόσιος υπάλληλος. Πάντα υπάρχει ένας λόγος να μισείς. Εγώ δε ξέρω κανέναν.
Εγώ δεν ξέρω κανέναν σαν αυτούς τους ανθρώπους. Ξέρω πολλούς σαν εμένα. Ευτυχώς.

5/9/11

η μυρωδιά της απουσίας

Κυρίες και κύριοι,

είμαι η κυρία Λαμπροπούλου που είχα βγει στο Alter. Έχω το παιδάκι μου άρρωστο [...] Τρεις αναπτήρες, ένα ευρώ [...].

Η σχολική σεζόν ξεκινάει. Χωρίς βιβλία. Φωτοαντίγραφα σε φωτοτυπάδικα πλήρη ακτινοβολίας. Υπάλληλοι ημιαπασχολούμενοι συμβασιούχοι χωρίς επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Ανοίγουν καπάκια, ανοίγουν βιβλία, όπως οι πουτάνες ανοίγουν τα πόδια τους, μπρος- πίσω σκαννάρει το τζάμι της μηχανής, βγαίνουν οι Α4, όπως βγαίνει και πετιέται η χρησιμοποιημένη καπότα του πληρωμένου έρωτα. Οι φωτοτυπίες είναι μια ξεφτίλα που θα έπρεπε η ευτέλειά της να περιορίζεται σε ευτελή έγγραφα: δικόγραφα, τοπογραφικά, αστυνομικές ταυτότητες και φορολογικές δηλώσεις.

Τα βιβλία, κωθώνια των επιτροπών, έμμισθοι αυλοκόλακες, αγράμματοι συμβουλάτορες, επικίνδυνοι σφουγγοκωλάριοι, δε μπορούν να αντικατασταθούν με πατσαβουρόχαρτα.

Δεν υπάρχει διάβασμα από τις φωτοτυπίες. Όλα τα μαθήματα που μίσησα ήταν συρραμένες λευκές κόλλες φωτοτυπάδικου. Ό,τι θυμάμαι από το σχολείο ήταν η μυρωδιά του βιβλίου. Η λαχτάρα αλλά περισσότερο η αγωνία να τα βγάλεις πέρα μ' αυτό το τυπωμένο, εικονογραφημένο, τερατάκι με την κουκουβάγια.

Που άμα ήσουν από καμιά γειτονιά της επαρχίας και ο πατέρας σου ήταν λίγο αγρότης, λίγο εργάτης, και δεν ήταν ο πρώτος του χορού σε "μορφωτικό κεφάλαιο", που έλεγε ο γιος του ταχυδρόμου στην Αρμενία, ο Μπουρντιέ, μπορεί τα ίδια βιβλία να τα πετούσες στις φωτιές του Άη Γιάννη του Κλήδονα τέλος Ιούνη. Και να τα πήδαγες φλεγόμενα με ιαχές ζουλού, ξορκίζοντας μέσα από τη καύση τους το δαίμονα του θεσμού που κατάλαβες νωρίς, πως αργά ή γρήγορα θα σε λιώσει σα σκουληκάκι μεταφέροντας στο πέρασμά του το παιδί του ρετιρέ των δημοσίων υπαλλήλων, του άχρηστου κι ανάλγητου μέλους κάποιας επιτροπής, που στην αναμπουμπούλα χαίρεται σα λύκος, και τώρα προφασιζόμενος την κρίση αποφασίζει να σου στερήσει ακόμα και το σχολικό εγχειρίδιο.

Ώστε θα' ναι όλα ασπρόμαυρα. Στο μελάνι του φωτοτυπάδικου τα χρώματα κοστίζουν. Ώστε θα' ναι όλα ευτελή. Στη ξεφτιλισμένη χώρα όλα κοστίζουν για σένα που βύζαινες τη δωρεάν εκπαίδευση, τη δωρέαν περίθαλψη λες και το μητρικό γάλα δε θα'χε τέλος. Κι ούτε που ήταν δωρεάν. Την έχει πληρωμένη ο πατέρας σου ο ψηφοφόρος τους, ο φορολογούμενος, ο κάποτε φαντάρος, ο προσωρινά αγανακτισμένος, ο παντοτινά μαλάκας.

Κι εγώ που είμαι στο 6%, των παιδιών που μια μικρή κλωτσιά τους έριξε το apparatus, γιατί δε γινόταν αλλιώς, δε γινόταν να προχωράς χωρίς προέλευση, χωρίς ταξική συνείδηση, αλλά μετά συνέχισαν και συνεχίζουν, και μ' έλεγε η μάνα μου βιβλιοφάγο, και στις πανελλήνιες που έπεσε θέμα το βιβλίο έγραψα 18.25, και τ' αγάπησα για κάποιο λόγο τα βιβλία, και είναι η μόνη μου περιουσία, θα σου αγοράσω 3 αναπτήρες, 1 εύρω για να κάψεις μαζί με τις φωτοτυπίες κάθε αυταπάτη, πως αυτό το σχολείο, αυτού του κράτους, έχει μια θέση για σένα στο όχημα της κοινωνικής κινητικότητας, έχει μια στάλα παιδεία να σου προσφέρει. Άκου καλά. Τα εκπαιδευτήρια και τα κολλέγια ξεκίνησαν εγγραφές.

Στο απουσιολόγιο, αυτή την έντυπη ντροπή ενός σχολείου που επιβραβεύει τους άριστους χρήζοντάς τους παιδονόμους ομηλίκων, να σημειώσετε το κράτος. Δε το βρήκε η κυρία Λαμπροπούλου στη μυρωδιά του αντισηπτικού των νοσοκομείων και βγαίνει στα κανάλια και στη ζητιανιά. Δε το βρήκες κι εσύ στη μυρωδιά του βιβλίου και θα βγεις στα φωτοτυπάδικα. Θα το βρούμε στην μόνη μυρωδιά που θα το συμβολίζει: στα ασφυξιογόνα όσων μετράμε την απουσία του. Οι τρεις μυρωδιές του κράτους. Ξόφλησαν οι δυο σχεδόν χωρίς να πάρουμε μυρωδιά.