Μιλάς σοβαρά ρε; Θα σηκωθείτε να πάτε στου διαόλου τη μάνα;
Αφηρημένη έγνευσα καταφατικά αλλά οπωσδήποτε δε με είδε. Έχουμε εξάλλου να ιδωθούμε περίπου ένα χρόνο και ας ζούμε σε γειτονικά προάστια. Για άλλη μια φορά τα λέγαμε από το τηλέφωνο. Επειδή είναι επαρχιωτάκι, λέει, το προτιμάει από το να τα λέμε από το ίντερνετ. Με τους λιγότερο επαρχιώτες μιλάμε κατά κανόνα σε chat, άλαλοι, με σκέτα ψηφία του δυαδικού συστήματος. Μόνο με τους αληθινούς σου φίλους περνάς μαζί τις Κυριακές και σας παίρνει το χάραμα κουβεντιάζοντας. Ακόμα και σήμερα; Ακόμα. Ώσπου να φτάσουμε σε επίπεδα ανάπτυξης πόλεων όπου δεν ακούγονται πια ομιλίες, παρά μόνο πλήκτρα στα 8ωρα που ξεχείλωσαν σε 10ωρα και 12ωρα, και τηλεοπτικός βόμβος στον ελεύθερο χρόνο ανελεύθερων.
Όσο τον άκουγα να αναρωτιέται για το αν η απόφασή μας να αναζητήσουμε δουλειές στην Αυστραλία είναι απόφαση έλλογων όντων, από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.
Η αίσθηση του οικείου είναι η ζεστή κουβέρτα που σε τυλίγει στον τόπο που έτυχε να κατοικήσεις, μου λέω. Η αίσθηση πως μιλάς την ίδια γλώσσα, πως έχεις όμοιες προσλαμβάνουσες, κοινές αναφορές, ίδια προβλήματα στην καθημερινότητα. Η ψευδαίσθηση του οικείου. H ψευδαίσθηση πως επειδή έχεις δώσει όνομα στα πράγματα, τα ορίζεις. Η ψευδαίσθηση πως καθώς έχεις κονσερβοποιήσει τις πληροφορίες, με ετικέτα στερεοτύπου, γνωρίζεις τον άλλον. Όπως: του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος κ.ο.κ. Όμως πέρα από τον γεωγραφικό προσδιορισμό, μια αυθαίρετη επινόηση, πώς αλλιώς ενώνονται οι ζωές μας, οι ετερόκλητες, ετερογενείς και ετερόδοξες. Ούτε ο αττικός ουρανός στεγάζει το ίδιο τις ζωές μας, αλλιώς μολύνεται, αλλού περισσεύει η συγκέντρωση του διοξειδίου του αζώτου, αλλού του οξυγόνου.
Η αίσθηση του οικείου που παραχαράζει την πραγματική εικόνα μιας άχαρης πόλης πουλώντας τη στα μάτια του προσκολλημένου ως ιδεατό τόπο κατοικίας. Το πρόσωπο της μάνας σου δεν ήταν το ωραιότερο γυναικείο πρόσωπο από καταβολής κόσμου. Ούτε το βυζί της ήταν το πιο θεσπέσιο έδεσμα που έχει ποτέ παρασκευαστεί επί Γης. Όμως αυτά γνώρισες, αυτά είναι ο κόσμος σου. Ο μικρόκοσμος του ορεσίβιου Κρητικού, απ' το μιτάτο στο σπίτι και από το σπίτι στα χωράφια και από τα χωράφια στα καφενεία. Μια ζωή περιγεγραμμένη στα σημεία. Ενώστε τις τελίτσες, παιδάκια, να δείτε τι εικόνα σχηματίζεται. Η εικόνα ενός λαού από πάντα ξεκομμένου από το γύρω του, ούτε Ανατολή, ούτε Βαλκάνια, ούτε Ευρώπη, ούτε Αφρική.
Αλλά ο παππούς ο Νίκος, πριν τον χτυπήσει προχτές το μηχανάκι έξω απ' το σπίτι του, πριν τον σκοτώσει στα 87 του, υγιή στα μυαλά και στο σώμα αλλά πιο πολύ ακόμα στην καλοσύνη του, πολλά χρόνια πριν έφυγε gasterbeiter στη Γερμανία. Και έζησε αξιοπρεπώς. Και σπούδασε το γιο του γιατρό και έφτιαξε ένα σπίτι και μια κάποια περιουσία και επέστρεψε στον τόπο που γεννήθηκε για να ζήσει αξιοπρεπώς. Και επέστρεψε. Και επέστρεψε, όπως ο εξ αίματος παππούς μου, πολιτισμένος άνθρωπος. Με το καπέλο του, την ολιγοφαγία του, τα μελίσσια του, το σκυλάκι του, τις μετρημένες του κουβέντες, και την γαλήνια και καλοσυνάτη του μορφή. Επέστρεψε, όπως ο παππούς μου, που ήταν άλλη ιστορία, αιχμάλωτος πολέμου και έπειτα όμηρος στη Τσεχία, όπως ο νονός μου στο Μόναχο, όμοια ιστορία. Τρεις άνδρες, τρεις ιστορίες, μία κοινή εικόνα: του ανθρώπου που έζησε, καλά ή άσχημα, μακριά από το βυζί της μαμάς πατρίδας. Δεν είναι όλων οι μανάδες αγίες. Η δικιά μας η μάνα είναι πουτάνα.
Μιλάμε ο ένας στον άλλο με απελπισία που κατακερματίζεται σε φθηνά αστεία. Σε φωτοσιοπιές με πολιτικούς, σε ανέκδοτα και ευφυολογήματα. Μιλάνε στα ραδιόφωνα για την επικαιρότητα λες και είναι τα βυζιά της Μπεζαντάκου. Χαριεντιζόμαστε περιμένοντας το θαύμα. Αλλά η Μεγαλόχαρη έχει συγχωνευθεί με τη Madonna και τη Mary και ο Messiah κάνει σεμινάρια στο entrepreneurship για να έρθει να μας χτίσει ωραία νοσοκομεία, με ανθοδέσμες στην υποδοχή και χαμογελαστούς υπαλλήλους και ωραία σχολεία με ατσαλάκωτες στολές και λογότυπα με λιοντάρια.
Θα του έλεγε άραγε κι εκείνη, πριν 50 τόσα χρόνια, πάμε να φύγουμε Νίκο, πάμε να φύγουμε; Θα ακούει το εγγόνι μου, 50 χρόνια μετά, πάμε να φύγουμε Νίκο, πάμε να φύγουμε; Θα πάψει ποτέ αυτή η πόρνη η μάνα μας να μας διώχνει; Του διάολου η μάνα είναι εδώ.