7/8/12

ανοιχτά παράθυρα

Έχω όλα τα παράθυρα ανοιχτά. Περνάει η μέρα με έναν λίβα να μπαίνει από παντού στο σπίτι. Βάζω την Αρλέτα να μου πει, η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι, να ξεγελαστώ. Πως δεν σκάει με βία η ζέστη στα τσιμέντα. Πως θα ζήσω και χωρίς το μισητό air condition.

Και έτσι βραδιάζει.

Τα παράθυρα είναι πάντα ανοιχτά. Και μπαίνει το σκοτάδι κι ο καπνός απ' το τσιγάρο κάποιου. Έχει παρκάρει κάτω απ' το μπαλκόνι και καπνίζει μες στ' αυτοκίνητο, θα διαπιστώσω λίγα λεπτά μετά. Προς το παρόν μια αντρική φωνή θα μπει απ' τα ανοιχτά παράθυρα, θα μπει για να πει «όπως το καθαρμα τον Πακιστανο ρε στην Πάρο. Θάνατο ρε, θάνατο, θάνατο. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Θάνατο, ρε, θάνατο, θάνατο». Μιλάει στο κινητό του. Δε μιλάει: επαναλαμβάνει το θάνατο σα βουρδουλιά.

Έχω πεντέξι ανοιχτά παράθυρα. Στον "περιηγητή". Το ένα παράθυρο είναι στο συναθροιστή μας : "Καθαρές" μέθοδοι βασανιστηρίων. Τα υπόλοιπα στις φυλακές. Ο Στόχος θα ντύσει το αίτημα του περαστικού με όση παραχάραξη της Ιστορίας μπορεί να αντέξει ο κάθε κακομοίρης που ρέπει στο φασισμό, που τον βλέπεις, είναι τσίτα τα νεύρα του, που τρέχει μίσος απ' τους κυνόδοντές του, που φαντασιώνεται βασανιστήρια. Που δε του μάθανε τίποτα οι Χιροσίμες και ο Τσόμσκυ είναι στα τυφλωμένα ματια του ένα σάψαλο με παχυλό μισθό που λέει ασυναρτησίες και του πρήζει το παπάρι χωρίς να του προσφέρει λύσεις. Και η λύση είναι στο αίμα. Και στο σπέρμα. Το λένε τα ανώνυμα σχόλια στο Στόχο, το λέει ο άγνωστος κάτω στο δρόμο.

Ανοίγει ένα από τα παράθυρα του μυαλού μου. Στη βιβλιοθήκη. Μην πας μακριά.

"Έβλεπα τα πρόσωπα των αστυνομικών. Κόκκινα, εξαγριωμένα, παραμορφωμένα, με τα χείλια συσπασμένα, γεμάτα άσπρο αφρό, καθώς ανεβοκατέβαζαν τα μαστίγιά τους πάνω στα κουβαριασμένα σώματα που συσπειρώνονταν κατά γης. Τα μουγκρητά των αστυνομικών καθώς μαστίγωναν, σκέπαζαν τα συγκρατημένα (από περηφάνεια) βογγητά πόνου των φοιτητών. Και κατάλαβα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, αυτό που ισχυρίζεται η επιστήμη: Πως ο βασανιστής, εκσπερματώνει από ηδονή, βασανίζοντας." Λιλή Ζωγράφου, 17 Νοεμβρίου 1973: Πώς φτάσαμε στη νύχτα της μεγάλης σφαγής (εκδ. Λογοθέτης).

Ανοίγει παράθυρο της μνήμης. Είμαι στο αμφιθέατρο κάποιου πανεπιστημίου. Προβολή "Τα κορίτσια της βροχής". Τα έδρανα γεμάτα και στα σκαλιά και στα όρθια. Δίπλα μου η γυναίκα στο πρώτο πλάνο του ντοκιμαντέρ. Οι βασανιστές πάντα θα ψάχνουν ένα τέρας. Μπορεί να πάρει το πρόσωπο μιας γυναίκας πολιτικής κρατούμενης, ή κάποιου μετανάστη, εγκληματία ή μη. Αρκεί να βρεθεί τέρας να εκσπερματίσουν. Κάποια στιγμή παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ νιώθεις κι εσύ εξευτελισμένη, βιασμένη, κακοποιημένη. Αλλά θα είσαι τόσο τυχερή που δίπλα σου θα υπάρχει αυτή η γυναίκα, με σάρκα και οστά, ολοζώντανη στα 70 της, θα καταλάβει και θα σε χαϊδέψει παρηγορητικά το χέρι, θα μυρίζεις το άρωμά της και θα αναρωτιέσαι αν όλα όσα συμβαίνουν είναι αληθινά.



Έρχεται βαρύς χειμώνας, μέσα - έξω. Ακονίζονται μαχαίρια. Στήνονται αγχόνες. Τα παράθυρα θα κλείσουν ένα- ένα.

Και έτσι θα βραδιάσει.

2/8/12

χρώματα


Το μπλε, το δεξιά του ουρανού. Το μπλε του νου. Που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μένα και στο άπειρο. Που με εμποδίζει να δω μες στο φως το μηδέν μου, το ελάχιστο του κόσμου μου στο όλο. Που μπαίνει σύνορο και παραβάν και παραπέτασμα στη Γη και στη γειτονιά του σύμπαντος. Που παριστάνει το καταφύγιο στους νεκρούς μου. Που είναι οι τοίχοι στα ανάκτορα του παντοκράτορα, του πιο ψεύτη βασιλιά, του πιο ανίκητου. Που βάφει σημαίες εθνικές και κομματικές σημαίες και σωβρακοφανέλες. Το γαλάζιο αυτό το χαρίζω. Ήθελα τον ουρανό μου διάφανο. Και τη θάλασσα χωρίς μανδύα. Ήθελα απ' τον αφρό να βλέπω τον κοχλία στο βυθό. Και πριν τον βάλω στ' αυτί, να ξέρω τα μυστικά της θάλασσας και του σύμπαντος που θα καθρεφτίζεται στα ολόγυμνα νερά της.



Το κοκκινόχωμα. Αυτό το χώμα είναι μόνο δικό μας, ποιητή. Οι άλλοι να μην πατούν στις σκόνες, να μην πατούνε τα χαλίκια. Είναι δικά μας. Μην λεκιαστεί ο πολιτισμός που δεν κλείδωσαν στα σπίτια τους. Να πατούν τον πλαστικό χλοοτάπητα που παριστάνει το γκαζόν. Να ξεπλένονται σε τζακούζι. Να κοιμούνται σε μεζονέτες με όλα τα κομφόρ. Και να βουτούν στις μπανιέρες τις μεγάλες, με το μπλε πλακάκι και το 2.10μ βάθος για τα μπάνια τους. Να βγαίνουν και να μυρίζουνε χλώριο αντί αρμύρα. Κι εμείς θα γλείφουμε ο ένας τον άλλο με τον ιδρώτα από την πεζοπορία, το αίμα από την αμυχή στα βράχια, τις πληγές της ομορφιάς που ρέει ο κόσμος κι ο έρωτας. Που είναι κόκκινος κι αυτός. Δικός μας. Δικός μας και του κόσμου όλου.

Το πηχτό και θερμό κίτρινο που απλώνεται σα στάχυ στο χνούδι των γυμνών κορμιών των παραδομένων στη ζέστη του καλοκαιριού. Το κροκί, του ωοτόκου έρωτα, των ωοθηκών της που σπιθίζουν την ύπαρξη. Του ήλιου της μεσημεριάτικης καύλας. Το κίτρινο του Τύπου, της μόνης πορνογραφίας. Το κίτρινο του μίσους, ναι, για όποια τσόντα παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και τη ζωή μας. Πορνό δεν είναι η ώρα που μας θερίζει ο έρωτας στο βαθύ κίτρινο του δωματίου. Πορνό είναι η ανοιχτή τηλεόραση που ο βόμβος της δε σέβεται τις μέλισσες και τα τζιτζίκια και τ' αρρωστιάρικο κίτρινο, της χολέρας της που ξερνάει στα σπίτια μας. Αλλά που δε θα φτάσει ποτέ ως την κάμαρά μας. Εκεί που γίνεται η συγκομιδή του χρυσαφιού μας.


Το δαιμονοποιημένο μαύρο. Το μαύρο μου γατί που κάπου ή κάποτε θά 'φτυναν στον κόρφο τους στο πέρασμά του. Το μαύρο στερέωμα που μοιάζει να ξορκίζουν πυροτεχνήματα στην Πάρο και στην Ανδαλουσία, της Παναγίας, τον Αύγουστο. Το μαύρο ρούχο απλωμένο στις ταράτσες ανάμεσα σε δρόμους της επαρχίας που ανεμίζει πένθος. Η μαύρη σημαία στους δρόμους της διαμαρτυρίας. Η μαύρη σημαία στην κατάληψη. Το πρώτο φως πίσω απ' τα μόλις κλεισμένα βλέφαρα: το μαύρο φως. Το μαύρο, ο τόπος που σμίγουν όλα τα χρώματα. To μαύρο της πρώτης, της μόνης μας πατρίδας: της Μήτρας. Το μαύρο εγώ το θέλω. Χωρίς ό,τι του φόρτωσαν σκοτεινό. Το θέλω όπως αληθινά είναι: μαύρο.




Κι όταν πεθάνουμε, μη μας στερήσετε το μωβ. Μόνο που δε ξέρουμε από κορδέλες. Τις πετάξαμε απ' τα κεφαλιά μας νωρίς. Και τα δώρα που μας χαρίστηκαν δεν ήταν όλα με αμπαλάζ. (Κάποια ήταν τυλιγμένα ακόμη και σε φτήνια ανθρώπινη). Να μη μας στερήσετε το μωβ, που είναι του ουρανού και του αίματος ,της σκεπης πάνω απ' τα κεφάλια μας και του ιστού που μας θρέφει. Αλλά να μυρίζει θυμάρι. Οπωσδήποτε.

25/7/12

η τέχνη της πέτρινης φιλίας

"Ο φίλος που θα σε δει να πηγαίνεις στο γκρεμό και δε θα σε πιάσει από το γιακά να σου πει πού πας γαμώ το Χριστό σου και να σου ρίξει δυο χαστούκια και να σε γυρίσει πίσω, δεν είναι φίλος σου."

Μου' πε ο δάσκαλος, σκυμμένος πάνω από ένα πάγκο όπου είχε απλωμένο ένα ψηφιδωτό ενάμιση μέτρο μήκος, ένα τασάκι, μια κούπα καφέ, ένα πλαστικό ποτήρι για ρακές και σταφίδες με στραγάλια. Κρατούσε την πένσα κι έσπαγε την πέτρα, και ψηφίδα την ψηφίδα μετέφερε κάποια μάχη των ρωμαϊκών χρόνων στο υπόγειο εργαστήρι του.

Κατεβαίνοντας για πρώτη φορά τα σκαλιά του εργαστηρίου, περαστική κι αδιάβαστη, μόνο για να ρωτήσω για την εγγραφή γίναν τα λόγια χαλίκια στο στόμα μου μόλις αντίκρυσα έναν, ίδιος ο Άκης Πάνου. Προσηλωμένος στο έργο του, με μια λευκή φανέλα με τιράντες και ένα τζιν παντελόνι, όλος πασπαλισμένος σκόνη, δίχως μαλλιά και δίχως όρεξη για κουβέντες, με ένα μισοσβησμένο στριφτό στα χείλια, μου απαντούσε μονολεκτικά χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. Αργότερα θα μου έλεγε πως ήταν εξήντα χρονών και παλιός επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Φιλική υποδοχή δεν μου επεφύλαξε αλλά αυτός θα με έβαζε να δουλέψω τη φιλιά στο μυαλό μου για τα επόμενα δέκα χρόνια.

Αποφάσισα να ξεκίνησω να μαθαίνω την τέχνη πλάι του, και καταλαβαίνοντας πως δεν είχε λόγια το εργαστήρι, παρά μόνο μια πένσα στα χέρια, και ψηφίδες που έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο σχέδιο για να βρει τη θέση του το έργο έπειτα κάπου, είχα ενθουσιαστεί στην προοπτική να κάνω άσκηση σιωπής για τις τρεις ώρες από τρεις φορές τη βδομάδα που θα διαρκούσε η εξάσκησή μου.

Ήταν ο καιρός που είχα συναντήσει τον Ομ ντε μα Βι, έναν άνδρα που έλεγα τότε πως ήταν ό,τι ζητούσα και κάτι περισσότερο. Κι αυτό δεν υποφέρεται. Αν με ρωτούσες και αν ήμουν ειλικρινής θα σου' λεγα πως οπωσδήποτε ήθελα να ζήσω όλη μου τη ζωή μαζί του, να του γεννήσω εφτά παιδιά, να του κάνω ποδόλουτρο και να του σκουπίζω έπειτα τα πέλματα με τα μαλλιά σαν τη Μαρία Μαγδαληνή. Αντί γι' αυτό όμως του έκανα τη ζωή κόλαση, ώσπου μια από τις πολλές φορές που τον εγκατέλειψα δεν ξαναγύρισε. Ήτανε μια μαύρη περίοδος στη ζωή μου κι ο κόσμος όλος σε ένα αδιάκοπο σεισμό, για άλλους λόγους που πάντα τους χρεώνουμε στον έρωτα. Σ' αυτή την εποχή μας έτυχε να αγαπηθούμε και σ' αυτήν την εποχή να χωρίσουμε.

Η φίλη μου, που φύσει, θέσει κι ιδιότητα πατούσε γερά στα πόδια της θα έπρεπε να με προστατεύσει από την αυτοκαταστροφική μου πορεία. Θα' πρεπε να με ταρακουνήσει και να μου πει κοίτα τι πας να κάνεις. Δε θα'πρεπε να μ' αφήσει να διώχνω με όποιο τρόπο μπορούσα αυτόν τον άνδρα. Έτσι σκεφτόμουν.

Κι αντί να κάνω τρίωρες ασκήσεις σιωπής στην ψηφιδογραφία, όπως σχεδίαζα, βρισκόμουν τα απογεύματα να κουβεντιάζω ασταμάτητα, δουλεύοντας παράλληλα, μ' αυτόν που νόμισα αμίλητο και εχθρικό. Ο αμίλητος και εχθρικός μου 'λεγε για τη φιλία:

"Ο φίλος που θα σε δει να πηγαίνεις στο γκρεμό και δε θα σε πιάσει από το γιακά να σου πει πού πας γαμώ το Χριστό σου και να σου ρίξει δυο χαστούκια και να σε γυρίσει πίσω, δεν είναι φίλος σου."

Από τότε, πάνω από δέκα χρόνια μετά, έχω ανακαλέσει στη μνήμη μου πολλές φορές αυτή την ατάκα. Άλλοτε για να αντλήσω κουράγιο και να πιάσω κάποιον φίλο από το γιακά, άλλοτε για να δικάσω κάποιον που δεν με άρπαξε πριν γκρεμοτσακιστώ γι' άλλη μια φορά, κι άλλοτε για να μετατρέψω τα γαμωσταυρίδια που έφαγα, όταν έπρεπε, σε βαθιά συγκίνηση για το ρίσκο που πήρε ο φίλος μου να με χάσει οριστικά ερχόμενος σε ρήξη μαζί μου, προκειμένου να μη με αφήσει να φάω πάλι τα μούτρα μου.

Κι έμαθα πως το ζόρικο δεν είναι, δάσκαλε, να πάρεις το ρίσκο ν' αρπάξεις το φίλο από το γιακά και να τον ταρακουνήσεις πριν πέσει στο γκρεμό. Το δύσκολο είναι, δάσκαλε, να πεις τι είναι γκρεμός και τι δεν είναι. Αυτό που' ναι γκρεμός για μένα, για κείνον μπορεί να είναι ο δρόμος του, που θέλει και πρέπει να τον ζήσει. Αρχάρια στην τέχνη της πέτρινης φιλίας και ημιτελές το έργο, πρέπει βίωμα το βίωμα να το συνθέσω πια μόνη μου, ώσπου να ολοκληρωθεί, αν ολοκληρωθεί ποτέ, το ψηφιδωτό που αναπαριστά τι είναι να' σαι Φίλος.

22/7/12

valedictory



Σε ψηλό βουνό,
σε ριζιμιό χαράκι,
κάθεται έν' αϊτός.

Βρεμένος, χιονισμένος
ο καημένος και παρακαλεί.
Και παρακαλεί
τον ήλιο ν' ανατείλει.
Ήλιε ανάτειλε, ήλιε ανάτειλε.
Ήλιε λάμψε και δώσε
για να λιώσουνε
χιόνια από τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα
από τ' ακράνυχά μου.
Ήλιε ανάτειλε, ήλιε ανάτειλε.


Έτσι είναι φαίνεται κάποιοι μεγάλοι έρωτες. Να μη μπορείς να τους αντέξεις. Να μη μπορείς να σταθείς πλάι τους. Γιατί, όσο με συγκλονίζει η γεωγραφία της και ο πολιτισμός της, το κορμί και η ψυχή της δηλαδή, τόσο μόλις άνοιξα τα φτερά μου φεύγω και ξαναφεύγω μακριά της. Κι όταν μου δίνεται η ευκαιρία να γυρίσω, πάλι φεύγω.


Καλλιά 'χω εσέ με θάνατο παρ' άλλη με ζωή μου,
Για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου.


Ήμαστε σε ένα αυτοκίνητο εγώ κι άλλοι τέσσερις. Ο ένας από Ξάνθη, ο άλλος από Πειραιά, οι άλλοι δυο από Αθήνα κι εγώ από την Κρήτη. Κι ακούγαμε Χαϊνηδες οδηγώντας παράλληλα στον Τάμεση.


Ο έρωτας κι ο θάνατος ίδια σπαθιά βαστούνε
κι οι δυό με τρόπο ξαφνικό και ύπουλο χτυπούνε


Όσοι έχουνε μια στάλα ψυχή και την ξέρουνε και πατρίδα τους να μην είναι, καταλαβαίνουν. Εκτός κι αν έχουν πέσει σε βλαχοστιβαναράδες, σε μαφιόζους, σε κάφρους του κερατά. Μετάφραση. Αγράμματοι άνθρωποι, στη ρηγμαγμένη επαρχία, που εκμεταλλεύεται και διαιωνίζει την κατάσταση τους η ελίτ αλητεία με συντεκνιές και ό,τι βρωμιά βάζει ο νους σου. Μετάφραση. Victim blaming. Και το νου σου. Δεν είναι όλοι οι μαυροπουκαμισάδες τέτοιοι. Τα' χουμε πει: Το στερεότυπο είναι η γνώση του ηλίθιου για το άγνωστο άλλο. Ρώτα και τον Ιρλανδό.



Όπως το λέει ο φίλος μου ο Δημήτρης: Η Κρήτη είναι το τελευταίο καταφύγιο παλιών φρικιών.


Πέτε μου έναν άνθρωπο να τά 'χει λύσει όλα
γιατί εγώ δεν τά' λυσα μα δεν με γνοιάζει κιόλα


Αντίο. Πάλι. Λατρεία μου.


Έχω μια τίγρη μέσα μου
άγρια λιμασμένη

που όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ
τηνε μισώ και με μισεί θέλει να με σκοτώσει
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.


5/7/12

ο θεός είναι μπάρμαν

Μπανιαρίζεσαι, ντύνεσαι, μακιγιάρεσαι. Γίνεσαι όμορφη για κάποιον απόψε. Κατηφορίζετε τα ξύλινα μοκετένια σκαλοπάτια του βικτωριανού σπιτιού σας οι τρεις φίλες και συγκάτοικοι. Προχωράτε προς το σταθμό του υπόγειου αγκαζέ, και είστε σαν μια δέσμη από τριαντάφυλλα. Ούτε τριάντα ακόμα. Και βγαίνοντας στην επιφάνεια της γης θα συναντήσεις εκείνον. Και θα σου πει, ο τόσο φειδωλός στις φιλοφρονήσεις, πόσο ωραία είσαι απόψε που έδεσες πίσω τα μαλλιά σου και "φάνηκε όλη η ομορφιά του προσώπου σου" και θα εγγραφεί αυτό μαζί με τα άλλα που σε κάνουν να φαντάζεσαι τον εαυτό σου μαζί του για τα επόμενα χρόνια. Και θα έχεις κάνει λάθος.

Φτάνετε στο Notting Hill, περιμένετε στην ουρά, σας σφραγίζουν τα χέρια για να μπείτε στο κλαμπ. Έχετε έρθει στο underground να ακούσετε experimental από κάποιους γνωστούς γνωστών και κάπως το δίχτυ των ανθρώπων που μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν τις ίδιες αναφορές απλώνεται στο χώρο.

Βρίσκω τον φίλο που μας κάλεσε στο event, του συστήνω τις φίλες μου, μας συστήνει τρεις φίλους του. Εγώ είμαι απασχολημένη σε απόμερες γωνιές με κάποιον που νομίζαμε αγαπιόμαστε αλλά στην πραγματικότητα ταλαιπωρούσαμε ο ένας τον άλλο ή το αντίθετο. Ή και τα δυο μαζί. Ή τίποτα απ' τα δυο. Οι δυο φίλες μου κουβεντιάζουν και χαριεντίζονται, όπως επιτάσσουν οι συνθήκες, με τους άλλους τέσσερις. Και κάπως έτσι οι djs παίζουν πειραματική μουσική και περνάει η ώρα.

Και κάποτε κάτι γίνεται, πιθανόν πήγε και μίλησε σε κάποιους άλλους γνωστούς ή τον παράτησα γιατί είπε ή έκανε κάτι που με εκνεύρισε, ή είχε πάει να πάρει ποτό ή ποιος ξέρει, και βρήκα ευκαιρία να βρεθώ στο πηγαδάκι που είχαν στήσει τα κορίτσια που μαζί είχαμε έρθει και τα αγόρια που βρήκαμε εκεί και ο κοινός μας φίλος.

Και τότε τον πρόσεξα.

Στάθηκα μπροστά του προσοχή με όλη μου την προσοχή στραμμένη πάνω του. Και είπα μέσα μου: "θεέ μου, τι ομορφιά έχει αυτός ο άνθρωπος!" Και απ'έξω μου δεν είπα τίποτα.

Κι από τότε ήθελα να τον προσέχω.

Περίπου οχτώ χρόνια μετά θα με ρωτούσε η κόρη του πώς γνωρίστηκα με τον πατέρα της. Και θα ήταν αδιανόητο για το μικρό κοριτσάκι πώς δεν τον γνώριζα από πάντα. Πώς είναι δυνατόν να μας σύστησε κάποιος, πώς δεν ήταν στην κοιλιά μου από καταβολής κόσμου, πώς υπάρχει ζωή πριν οι γονείς μας σμίξουν για να μας φέρουν στη ζωή. Και κάπως τα κατάφερα να της εξηγήσω πώς συναντηθήκαμε, ερωτευτήκαμε, αγαπηθήκαμε και κάναμε τα παιδιά μας.

Αλλά όμως αν με ρωτήσει τι είναι ο θεός θα ξέρω να της πω πως ο θεός είναι μπάρμαν. Και έτσι όπως εντελώς σπάνια τον επικαλούμαι, μου απέδειξε την ύπαρξή του καθώς άκουσε που σκέφτηκα -δυνατά είναι η αλήθεια- για την ομορφιά του πατέρα της ώστε να μου τον κεράσει κιμπάρικα: Πάρ'τονα και κάντε και δυο παιδιά μαζί. Για να αστειεύομαι μαζί του τόσα χρόνια μετά, Καλά ρε θεέ, πώς κάνεις έτσι; Μια κουβέντα είπαμε...Και πού' σαι, πιάσε μερικά κοκτέιλ ακόμα. Ξέρεις εσύ, απ' αυτά που κανείς δεν θα μπορέσει να καταλάβει την ουσία τους.

1/7/12

βιβλική καταστροφή

Αγόραζε βιβλία, δανειζόταν βιβλία, δεχόταν ως δώρο βιβλία, έκλεβε βιβλία. Στα παιδικά του χρόνια τον αποκαλούσαν βιβλιοφάγο, τώρα πια βιβλιομανή. Και τόμο τον τόμο οι τοίχοι του σπιτιού του γέμιζαν από ένα πελώριο στρατό στοιχειοθετημένων σελίδων. Τοίχο τον τοίχο γύρω του ένα χάρτινο οχυρό. Ένιωθε ανάμεσά τους προστατευμένος, ασφαλής, σχεδόν δυνατός.
Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν στη ζωή εκεί έξω, βουτούσε ανάμεσα στις αράδες και κρυβόταν από την πραγματικότητα.
Κι όταν κάποτε ένιωθε πως βάλλεται από κάποιον, μια περιστροφή του ματιού του στους εκατοντάδες τίτλους που αναγράφονταν στις ράχες των βιβλίων τριγύρω του, αρκούσε για να αισθανθεί πως εξοπλίζεται με όσες αρετές απαιτούνται από έναν δεινό ρήτορα, έναν ικανό συνομίλητη, έναν ισχυρό αντίπαλο σε πνευματικές μάχες.
Άλλοτε πάλι, τον κατέκλυζε ένα αίσθημα πανικού, πως τάχα κάποια πυρκαγιά θα μπορούσε να μετατρέψει όλο το χάρτινο οχυρό του με τα στρατεύματα μαζί τα διευθετημένα με αλφαβητική και θεματική τάξη, σε στάχτη. Ο πλούτος των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, που είχε σωρεύσει με τα χρόνια, θα μπορούσε σε μια ώρα να γίνει παρανάλωμα του πυρός.
Έβλεπε συχνά στον ύπνο αυτόν τον εφιάλτη και προκειμένου να μην επαληθευθεί στην πραγματικότητα το κακό όνειρο, φρόντιζε να ελέγχει σχολαστικά ό,τι θα μπορούσε να προκαλέσει μια καταστροφική φωτιά. Ούτε αυτή η λύση μπορούσε όμως να καλμάρει την αγωνία του, μην όλο το πολιτισμικό κεφάλαιο που μέρα τη μέρα έχτιζε σε αέρα και χαρτί, γινόταν αποκαϊδια.
Έτσι, αποφάσισε να ασφαλίσει τη βιβλιοθήκη του σπιτιού του με όλο της το περιεχόμενο βέβαια. Το κόστος της ασφάλειας ήταν τελικά μεγαλύτερο από αυτό του συνόλου των βιβλίων, αλλά έκρινε πως άξιζε η επένδυση λόγω του πολύτιμου συναισθηματικού δεσμού του με κάθε τεμάχιο που είχε ακριβά ασφαλίσει.
Όμως αυτό που τελικά του συνέβη, δε θα μπορούσε ποτέ να το προβλέψει και ούτε και να έχει προνοήσει για την αποτροπή του.
Ένα πρωινό, καθώς έπινε τον καφέ του διαβάζοντας την εφημερίδα του, με το ύφος εκείνο το ατάραχο και περισπούδαστο πού' χε αποκτήσει με τα χρόνια ως άνθρωπος της διανόησης, ως ένας κάτοικος ενός απόρθητου κάστρου, καμωμένο από ό,τι πιο πανίσχυρο είχε παράξει η ανθρωπότητα: από ιδέες, ένα ύφος που δεν ήταν ικανή να διαταράξει ούτε η πιο φρικιαστική είδηση, έτυχε να πάρει το μάτι του μια ανθυποστήλη με τίτλο σε μικρή γραμματοσειρά: άρχισαν να διαγράφουν οι συγγραφείς. Παρακάτω, η εξήγηση ήταν σχεδόν τηλεγραφική και ακατανόητη. Μιλούσε για κάποιο κίνημα που ξεκίνησε από το διαδίκτυο και εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς σε όλο τον πλανήτη όπου δεκάδες χιλιάδες συγγραφείς διαγράφουν. Τι διαγράφουν; Πώς διαγράφουν; Το ρήμα παρέμενε ακλόνητα αμετάβατο.
Κάποια διαίσθηση, η λογική ίσως, τον οδήγησε στα ράφια της βιβλιοθήκης. Ακούμπησε τον δείκτη στην αιχμή που ενώνει τη ράχη ενός βιβλίου με τη δέσμη της κορυφής των σελίδων του, το έγειρε προς το μέρος του, το έσυρε έπειτα με δείκτη, μέσο και αντίχειρα απομονώνοντάς το από τη σειρά των υπόλοιπων παραταγμένων βιβλίων. Το ακούμπησε στην ανοιχτή παλάμη του άλλου του χεριού και το άνοιξε με τους δυο αντίχειρες.
Δεν πίστευε στα μάτια του με το θέαμα που αντίκρυσε. Με πολύ πιο γρήγορες κινήσεις πια το τοποθέτησε ξανά στη θέση του, κάπως άγαρμπα, ίσως πιο άγαρμπα από ποτέ. Με πολύ πιο γρήγορες κινήσεις άρπαξε ένα άλλο βιβλίο από άλλο ράφι, από άλλο ύψος, από άλλη βιβλιοθήκη, σε άλλο δωμάτιο. Το άνοιξε. Είδε το ίδιο πράγμα. Το έκλεισε. Το ξανάβαλε πλάι στα υπόλοιπα. Ένιωσε να ζαλίζεται. Πιάστηκε από το έπιπλο. Το έπιπλο που περιείχε αυτό που πάντα θεωρούσε ό,τι πιο πολύτιμο κατείχε. Ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε. Πήρε ένα ακόμα βιβλίο στα χέρια, το φυλλομέτρησε άτσαλα με χέρια τρεμάμενα, του έπεσε στο πάτωμα.
Μα καθώς ξεγλιστρούσε απ΄την παλάμη του, στα κλάσματα του δευτερολέπτου που μεσολάβησαν της πτώσης, άστραψε ακόμα μια φορά μπροστά στα μάτια το θέαμα που του έφερε σκοτοδίνη: οι λευκές, οι πάλλευκες σελίδες του βιβλίου, οι σελίδες από όπου οι λέξεις είχαν όλες διαγραφεί ώσπου όλα τα ράφια με τα παραφορτώμενα βιβλία δεν φιλοξενούσαν παρά άγραφα βιβλία. Ο κόσμος σκοτείνιαζε ενώ ένιωθε πως γύρω του απλωνόταν εφιαλτικά το λευκό των άγραφων σελίδων.
Λίγες μέρες μετά, τον βρήκαν νεκρό να κείται ανάσκελα με ένα βιβλίο στο πλάι. Ο επιθεωρητής άνοιξε το βιβλίο, το ξεφύλλισε προσεκτικά, δεν διέκρινε κάτι υποπτο και το ακούμπησε πάνω στα άλλα, στο πλησιέστερο ράφι. Σύντομα, τα ενδεχόμενα της δολοφονίας ή της αυτοκτονίας αποκλείστηκαν. Ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε με τη φράση "θάνατος από φυσικά αίτια". Όμως είχε γίνει λάθος. Πολλά χρόνια μετά, θα καταλάβαιναν πως έχασε τη ζωή του από κάποια βιβλική καταστροφή που συνέβη στην μόνη του περιουσία πραγματικά: το μυαλό του.

24/6/12

ο γύρος του κόσμου

Είχαμε αποφασίσει με το ταίρι μου πως αμέσως μόλις ξεμπερδεύαμε με τις σπουδές μας, θα ξεκινούσαμε το Round the World Trip και γι' αυτό ξεκίνησα την πρώτη part-time δουλειά που μου προσφέρθηκε.

Ταχτοποιούσαμε κατά μεγέθη τα πουκάμισα στις κρεμάστρες ενός θεόρατου ρουχάδικου στην Oxford Street. Κάθε Κυριακή, που στον τόπο μας είναι αδιανόητη ακόμη η ύπαρξη έστω ωραρίου των εμπορικών καταστημάτων, εκεί γίνεται κάτι σα διαδήλωση από τα πλήθη που ξοδεύουν το βδομαδιάτικο σε ψώνια. Για ποιον έγραφε ο Max Weber την προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού; Πάντως όχι για τις γκομενίτσες τις ξεκάλτσωτες χειμώνα-καλοκαίρι με τα πλαστικά αξεσουάρ που ζουν για να καταναλώνουν, που καταναλώνουν για να ζουν.

Δε θυμάμαι πια το όνομά του. Είχε πολύ όμορφο πρόσωπο, καταπληκτικό χαμόγελο και ράστα μαλλί. Ήμαστε περίπου συνομίληκοι. Μιλούσε σπαστά αγγλικά και σπούδαζε Λογιστικά. Ήταν από την Τανζανία και μου μάθαινε λίγα σουαχίλι. Τον ρωτούσα γιατί τα λένε γλώσσα του έρωτα. Γιατί ακόμα και το μη της προστακτικής και το όχι ακόμη, ήταν απαλά, μου εξηγούσε. Ήμαστε έκτακτο προσωπικό για τις άγιες καταναλωτικές μέρες των Χριστουγέννων. Εκείνος αγωνιούσε αν θα του ανανέωναν το συμβόλαιο. Εγώ πάλι, όχι.

Οι άλλοι, αγωνιούσαν επίσης. Μια Κινέζα που μου περιέγραφε την πολιτική για το ένα παιδί στην πατρίδα της όσο διπλώναμε t-shirts και δυσανασχετούσε γιατί ως μοναχοπαίδια επιφορτίζονταν αποκλειστικά με την φροντίδα των γονιών τους, όταν πια θα ήταν ηλικιωμένοι κι ανήμποροι. Κάποιοι αφρικανοί που λουφάραμε και κοροϊδεύαμε τους supervisors και μαζί τους πάντα γελούσα περισσότερο από όλους τους άλλους. Ένας από το Καζακστάν που όλο προβλήματα προκαλούσε σε μας και έγλειφε τους προϊσταμένους και που τον έλεγε μαφιόζο ο φίλος του ο Τούρκος, που με έλεγε sister και με φλέρταρε αιμομικτικά μάλλον. Μια πολωνέζα που πρέπει να ήταν η πιο εργατική από όλους μας όχι μόνο γιατί ταχτοποιούσε τα ρούχα με ένα τρόπο ψυχαναγκαστικό αλλά γιατί ήταν τυπική στα ωράριά της και εξυπηρετική με τους πελάτες. Ο Ινδός που γυρνούσαμε έπειτα με το ίδιο λεωφορείο και μου εξήγησε πως το όνομά του σημαίνει μέλι αλλά και το δικό μου σήμαινε κάτι -που ξέχασα τι- σε μια γλώσσα από τις πολλές που μιλούσαν στον τόπο του. Η Βραζιλιάνα που βρήκε δουλειά στο μαγαζί μέσω ενός γραφείου που νοίκιαζε εργαζόμενους, εργασιακούς νταβατζήδες δηλαδή. Ένας Πακιστανός που μουρμούριζε όσο αράδιαζε τα μάλλινα και μου εξήγησε ότι οι ψίθυροί του ήταν προσευχές, όταν τον ρώτησα, και που ούτε λίγο ούτε πολύ ήταν σύμφωνος με τη δολοφονία της Μπεναζίρ Μπούτο που συνέβη εκείνο τον καιρό. Τον Δεκέμβρη του 2007.

Λίγες μέρες μετά, όλοι όσοι για λίγες βδομάδες υπήρξαμε συνάδελφοι κατάφεραν να εξασφαλίσουν την ανανέωση της σύμβασης, εκτός από τη βραζιλιάνα, που κάτι ακούστηκε πως την είχαν παρατηρήσει από τις κάμερες να κάνει κάτι κακό, ας πούμε να παίρνει κάποια ανάσα, να μη χαμογελάει σαν ηλίθια σε κάποιον πελάτη, να μιλάει με την άλλη λατινοαμερικάνα της παρέας. Εγκληματικά πράγματα. Την είδα που βγήκε με κλάματα από το γραφείο του χοντρού και έσπευσαν να την αγκαλιάσουν οι άλλες. Εγώ δεν πρόλαβα. Έπρεπε να μπω στο γραφείο να μου ανακοινωθεί η ανανέωση της σύμβασης και μετά να τρέξω να προλάβω το δίπατο κόκκινο λεωφορείο που θα με πήγαινε στον καλό μου στην εβραϊκή γειτονιά που ζούσαμε στο βόρειο Λονδίνο.

Την επόμενη φορά που θα πήγαινα στη δουλειά, μετά από μερικές μέρες άδεια, θα ανακοίνωνα πως δε με ενδιέφερε να συνεχίσω να δουλεύω στο ρουχάδικο, γιατί ήμουν έγκυος. Και στη Γη που με περίμενε να την ταξιδέψω, θα της έλεγα σα μητέρα προς μητέρα πως θα πρέπει να περιμένει ακόμα πολύ, πως ίσως ποτέ να μην έκανα πια το γύρο του κόσμου. Κι αργότερα, τέσσερα χρόνια περίπου μετά, η είδηση πως η Ελλάδα ήταν η πιο άρρωστη οικονομικά χώρα θα έκανε το γύρο του κόσμου, αντί για μένα. Και τι παράξενο, εγώ απ' όλη την παρέα δε δούλευα για το προς το ζην στο κάτεργο των ρούχων αλλά για το ευ ζην.

12/6/12

καταδικάζουμε και την αλληλεγγύη από όπου και αν προέρχεται

Πήγε λοιπόν η κοπέλα να παρακολουθήσει μία συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου, αλλά αντί να ακούσει ανενόχλητη το "όσες και αν στήνουν φυλακές και αν ο κλοιός στενεύει" και να λικνιστεί παραδομένη στην μέθη του τραγουδιού, σιγοτραγουδώντας το, με το απαλό καλοκαιρινό αεράκι του Ιούνη να απλώνεται ολόγυρα και να της χαϊδεύει απαλά τις παρειές, κάποιοι πετούσαν εξτρεμιστικά φέιγ-βολάν και ο αναίσχυντος ποιητής-συνθέτης-ερμηνευτής-μουσικός παραγωγός-και δυστυχώς για τον ίδιο-αναρχικός έδωσε βήμα σε ανάγνωση μηνύματος αλληλεγγύης σε πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές! Έτσι η κοπέλα αποχώρησε από τον συναυλιακό χώρο με ποικίλλα αρνητικά συναισθήματα και ευτυχώς τουλάχιστον της επεστράφη το αντίτιμο του εισιτηρίου, όπως απαίτησε γιατί εξαπατήθηκε από το προϊόν, γεγονός όμως που πάλι δε στάθηκε ικανό να την εξευμενίσει. Την επόμενη μέρα θα κατήγγειλε στο παγκόσμιο βήμα της πλέμπας το περιστατικό.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον από το καταγγελτικό κείμενο είναι το πανηγύρι των σχολιαστών που στήθηκε κάτω από το κείμενο. Ακόμη και στις συναυλίες του Θανάση τέτοιον εκστασιασμό δεν θα βρεις. Αν έχεις διάθεση για γνωριμία με ψηφοφόρους Τζήμερου-Μάνου-ΝΔ να πας να αφήσεις σχόλιο και να κάνεις like σε όποιο άβαταρ σε φαίνεται πιο ελκυστικό. Οι επικριτές της κουλτούρας της μεταπολίτευσης, (αυτοί που ανατριχιάζουν -από αποστροφή, όχι συγκίνηση- ακούγοντας τα Μαλαματένια Λόγια, πφφ...), βρήκαν επιτέλους στο συγκεκριμένο αφήγημα την αφορμή να ξεσπαθώσουν κατά της Αριστερής υποκρισίας που τολμάει και να ζητάει αντίτιμο για τη συναυλία και παράλληλα να δίνει βήμα σε...εξτρεμιστές να δηλώσουν αλληλεγγύη σε φυλακισμένους. Προχτές μιλούσαν οι ίδιοι για την υποκρισία της Κανέλλη που είναι ΚΚΕ και ζει στην Εκάλη. Προσπαθώ να φανταστώ μια ζωή μέσα στην απόλυτη συνέπεια και βγαίνω έξω να πάρω αέρα.

Και επιτέλους, ποιος σας είπε πως οι κρατούμενοι έχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Ποιος σας είπε πως έχουν μερτικό στην αλληλεγγύη μας; Αυτά τα τσογλάνια δεν έφτιαχναν γιάφκες στα βόρεια πρόαστια και επεδίωκαν την φυσική εξόντωση στοχοποιημένων αξιωματούχων; Δεν καταδικάστηκαν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία; Τώρα τι θέλετε; Να σαπίσουν στη φυλακή οι αλήτες!

Και επιτέλους, κύριε Παπακωνσταντίνου να κάνετε συναυλίες αλληλεγγύης να μην πατάμε εμείς οι φιλήσυχοι και σώφρονες πολίτες ή αλλιώς να μη κάνετε πλάτες σε αντεξουσιαστικά υποκείμενα. Να διαχωρίσουμε την πολιτική από την τέχνη. Βλέπετε τα αμερικάνικα pop idols να ανακατεύονται στα πολιτικά; Ή και όταν ακόμα το κάνουν, είναι όμορφα οργανωμένες σαν τα Live Aid που θα τα υποστήριζε και η κα Βαρδινογιάννη ως φιλάνθρωπος.

(σημ.: για όσους δεν διαθέτουν FB, το κείμενο στο οποίο αναφέρομαι είναι αναρτημένο και εδώ)

1/6/12

οι νικητές

Ήταν το φεγγαρόμελόν μας, όπως το λέει στην Ψυχολογία Συριανού συζύγου ο Ροϊδης. Ποιος να μας τό 'λεγε. Εμείς οι δυο, που λιγότερο από ένα χρόνο πριν είχαμε αποφασίσει να αναχωρήσουμε για το Round the World Trip, θα φτάναμε να κάνουμε ταξίδι του μέλιτος καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα μακριά απ' το πατρικό. Αν το δεις αλλιώς, μετά την Ανδαλουσία και την Κορσική, δεν είναι άσχημος προορισμός η Κρήτη. Μόνο που αυτό που έχεις δε το εκτιμάς. Και αυτή η παραδοχή ανατρέπεται όταν αυτό που έχεις είναι ένα παιδί. Δεν περνάει μέρα που να μη το εκτιμάς.

Με την κοιλιά τότε στον όγδοο μήνα -ποιος εγώ που δεν ήθελα να κάνω παιδιά ποτέ, τόσο ανόητη- σε ακριβά bungalows -ποιοι εμείς που καταδεχόμαστε μόνο κάμπινγκ- με μια βέρα από λευκόχρυσο έκαστος -ποιοι εμείς που περιφρονούσαμε όσους περιέφεραν τα σύμβολα των δεσμών τους στα δάχτυλα- βουτούσαμε στην πισίνα από θαλασσινό νερό -ποιοι εμείς που περιγελούσαμε όσους προτιμούσαν τις πισίνες απ΄τη θάλασσα για τα μπάνια τους. Μας πλησίασαν δυο γεροντάκια κάποιο πρωινό.

Στο ξενοδοχείο των πέντε αστέρων έκαναν διακοπές αυτοί οι δυο άνθρωποι που πουλούσαν φρούτα και λαχανικά στη λαϊκή και που είχαν γίνει σχεδόν θετοί γονείς για τα τρία εγγόνια τους που άφησε ορφανά η κόρη τους, αφού τριάντα χρονών, σκοτώθηκε σε τροχαίο. Αργότερα, έχοντας καταφέρει να αλλάξουμε θέμα, έχοντας δείξει το θαυμασμό μου για τα κουράγια τους, το πιο απλό: να ξυπνάς μια ζωή τα χαράματα, άσε όλα τα άλλα, αυτό το γέρικο κορμί που έβλεπα να επιπλέει στα καλοπληρωμένα ύδατα, θα επανερχόταν "τι να το κάνεις, ας είχα εγώ την κορούλα μου..." Κι από κείνη τη στιγμή, έχοντας μια κόρη αγέννητη ακόμα, απέκτησα πιο αιχμηρή επίγνωση της πιο σκληρής μοίρας: να χάσεις το παιδί σου.

Το σούρουπο κάποιας από τις επόμενες μέρες, θα χάζευα με δέος τα πελώρια κύματα που έσπαζαν στα βράχια και τις φιγούρες απ' τους τουρίστες, στο βάθος, όρθιοι να παρατηρούν κι εκείνοι το ίδιο θέαμα. Και πώς μου είχαν φανεί τόσο μικρά και τόσο ανίσχυρα τα ανθρωπάκια μπροστά στη φύση, τι ψευτιές που είμαστε μπροστά στη δύναμή της. Αλλά μετά, μες στο σκοτάδι που απλωνόταν πηχτό, τον αέρα που σφύριζε όλο και πιο εφιαλτικά, τους γδούπους απ΄τα κύματα, είπα πως εμείς κυρά θάλασσα, όσο απέραντη και άγρια και αν γίνεσαι, σε έχουμε μετρημένη απ' άκρη σ' άκρη και σε πατάμε με τα πλεούμενά μας. Κι έτσι χαμογέλασα αυτάρεσκα. Όπως οι νικητές ενός άνισου αγώνα.

Πριν λίγες μέρες, το κοριτσάκι εκείνο που φώλιαζε τότε μέσα μου, ζήτησε να της πω πώς φτιάχνονται τα αυτοκίνητα. Οι γνώσεις μου ήταν ελλιπέστατες ακόμη και για τριών χρονών παιδί. Κι έτσι σκέφτηκα να καλύψω την αμάθειά μου, δείχνοντας της ένα βίντεο που θα ψάρευα στο web. Βρήκαμε ένα κλιπάκι από ντοκιμαντέρ σε αυτοκινητοβιομηχανία που έδειχνε κάποια θεόρατα μαύρα ρομπότ να τοποθετούν τα εξαρτήματα του αυτοκινήτου. Στο τέλος, ένα γεροντάκι με στολή μάστορα πλησιάζει με τον αργό βηματισμό ενός ηλικιωμένου το σκαρί του αυτοκινήτου που έχουν συναρμολογήσει οι μεταλλικοί γίγαντες με περισσή ευκολία και ακρίβεια, και επιθεωρεί. Μια κατατραπακιά να του έδινε με το ένα χέρι του το ρομπότ, το γεροντάκι θα βρισκόταν στα κυπαρρίσια. Και πάλι το ίδιο αυτάρεσκο χαμόγελο, όπως πριν τέσσερα χρόνια, με το κύμα: εμείς σας επινοήσαμε, εμείς σας κατασκευάσαμε, εμείς σας χρησιμοποιούμε, εμείς άμα θέλουμε σας πετάμε σε μια υψικάμινο και γίνεστε μεταλλικός χυλός. Εμείς είμαστε οι νικητές.

Ποτέ δεν πίστευα πως η απλή ανάγνωση μιας είδησης θα μου προκαλούσε κυριολεκτικά εμετό. Το πρωί, διάβαζα για έναν κανίβαλο στο Σικάγο που έπεσε πάνω σε έναν άλλο άνδρα στο δρόμο κοινή θέα, γυμνοί κι οι δυο, μάλλον από ναρκωτικό που σε κάνει να νιώθεις πως φλέγεσαι μες στα ρούχα σου, και τα ξεσκίζεις, και του έτρωγε το πρόσωπο. Η περιγραφή για το θύμα απ΄τους γιατρούς ήταν γλαφυρή. Διαβάζοντας πως στο μέτωπό του δεν υπήρχε πια κρέας και πως ήταν φαγωμένος ως το λαιμό, έτρεξα στη λεκάνη και ξέρασα τον καφέ. Κι έφτασε κάτω απ' τη γη η αποστροφή μου για την ανθρώπινη φύση. Κι έπειτα θυμήθηκα το κύμα και το ρομπότ. Η μηχανή και η φύση ποτέ δε θα μου προκαλούσαν εμετό. Μόνο ο άνθρωπος . Αλλά και τον κανίβαλο, που λένε τα μμε, κάποια μάνα τον έχασε μετά από τόσους πυροβολισμούς απ΄την αστυνομία...

31/5/12

Φαντάστηκα

Φαντάστηκα τον σκατόψυχο τον Σόιμπλε να σηκώνεται απ' το αναπηρικό και να χορεύει συρτάκι σαν τον Αλέξη Ζορμπά.



Φαντάστηκα την Αντζελίνα Τζολί σε ταβέρνα να τρώει ολόκληρη τη μερίδα το μουσακά και ψωμί.

Φαντάστηκα τον Τόνι Μπλέρ πολύ αντρουά να παίζει σε γουέστερν αλά Τζόν Γουέιν.

Φαντάστηκα τον Πάσχο κακό Santa Claus τύπου South Park να ανακρίνει τα παιδάκια για το πόθεν έσχες των δώρων που πήραν πρωτοχρονιάτικα.




Φαντάστηκα το Σταύρο Θεοδωράκη, ντυμένο σαν τη Τούτσι να μου χτυπάει την πόρτα για τον Έρανο της αγάπης.



Φαντάστηκα το Βενιζέλο να κάνει wind surfing στην Αυστραλία και να τον τρώει ο καρχαρίας.

Φαντάστηκα τον Τζήμερο μπαλαρίνα στα Μπολσόι.

Φαντάστηκα τον Ψαριανό με το γνωστό γιλέκο πολεμικό ανταποκριτή στο Κουβέιτ να 'χει κατουρημένα τα μπατζάκια του λινού παντελονιού.

Φαντάστηκα τον Κώστα και τη Δάφνη Σημίτη χίπυς σε συναυλία στο Γούντστοκ και μετά να κάνουνε bed-in σαν τον Τζον Λέννον με τη Γιόκο Ονο.



Φαντάστηκα τη Ντόρα βαμπ γκόμενα να ζει σε κοινόβιο τύπου ταινία του Νικολαϊδη.



Φαντάστηκα τον Κυριάκο Μητσοτάκη στα φανάρια να πουλάει χαρτομάντηλα "ίμε ορφανό, έχο 12 αδερφιά να θρέψω και πατέρα βρικόλακα.πίνει αίμα".

Φαντάστηκα τον Παύλο Μπακογιάννη να βγαίνει αίφνης σε διπλανό τηλεοπτικό παράθυρο με τη χήρα και να της λέει βούλωστο επιτέλους.

Φαντάστηκα τον Φώτη Κουβέλη να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο "la cage aux folles", με feather boa, διχτυωτό καλσόν κλπ.



Φαντάστηκα το Στέφανο Μάνο gay ταυρομάχο στην Ισπανία.

Φαντάστηκα τον Τράγκα με ξυρισμενο κεφάλι και ράσο μονάχου απ' το Θιβέτ να έχει φτάσει σε νιρβάνα.



Φαντάστηκα το Μιχαλολιάκo ευνούχο γελωτοποιό στην αυλή του Πρίγκιπα της Ζαμούντα.



Φαντάστηκα τον Παπαδήμο, το ΑΤΜ, να κάνει παθιασμένο, άγριο, σαδομαζό σεξ στην ενότητα mature amateur ενός πορνοσάιτ.

Φαντάστηκα το iPhone καβαλάρη πάνω σ' άλογο να σκοτώνει με το δόρυ του ένα δράκο.

Φαντάστηκα τον Κανέλο πως σε κάποια πορεία σηκώνεται στα δυο πόδια, βγάζει τη στολή του σκύλου και είναι ο Κομμαντάντε Μάρκο των Ζαπατίστας!

29/5/12

μία σημείωση για τη συνέπεια

Τυχαίνει να μιλήσω πριν λίγες μέρες με έναν παλιό φίλο, κοντά σαράντα, επιστήμονα -με πολύ καλές σπουδές στην Ελλάδα και στην Ευρώπη- ο οποίος από ό,τι θυμόμουν δραστηριοποιούταν, έντονα μάλιστα, στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Ο φίλος αυτός τώρα πια υποστηρίζει το νεοφιλελευθερισμό. Μάλιστα υποστήριζε ένθερμα τη διαφαινόμενη συνεργασία της Μπακογιάννη με τον Στέφανο Μάνο, πριν ακόμα η πρώτη συμπράξει με τον Σαμαρά και ο τελευταίος με το DiXan.

Πια δε μου κάνει εντύπωση η δεξιά στροφή ακόμα και παλιών αριστερών, ειδικά μάλιστα όταν έχουν τα χαρακτηριστικά του φίλου μας. Υπάρχουν δηλαδή ψηφοφόροι που προέρχονται από τα μεσαία στρώματα, έχουν αποκτήσει δύο και τρεις τίτλους σπουδών, έχουν ζήσει στο εξωτερικό και έχουν υποφέρει επαγγελματικά -αλλά και σε επίπεδο καθημερινής συναλλαγής- στο εσωτερικό καθώς γίνονται αυτόπτες μάρτυρες -και μάρτυρες με την έννοια τη θρησκευτική κάποιοι- των παθολογιών του πολιτικού συστήματος (π.χ. νεποτισμός, ευνοιοκρατία, πελατειακό σύστημα, αδιαφάνεια διαδικασιών κλπ). Τέλος, οι ίδιοι δέχονται κατά ριπάς πια την προπαγάνδα των νεοφιλελεύθερων από τα πιο ισχυρά συμβατικά ΜΜΕ, π.χ. Καθημερινή, ΣΚΑΪ, protagon κλπ. Αν προστεθεί μάλιστα σε όλα αυτά η ιστορική πορεία ενός "σοσιαλιστικού" κόμματος, η πολιτική του δηλαδή χρεωκοπία, και ο ρόλος του στην παραγωγή και αναπαραγωγή των πιο νοσηρών πολιτικών φαινομένων με τις παράλληλες αγκύλωσεις του ΚΚΕ και την μέχρι τώρα απουσία εφικτής εναλλακτικής πρότασης από την Αριστερά, μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί οι δεξιόστροφες αντιλήψεις έχουν επεκταθεί τόσο σε αυτή την κατηγορία ψηφοφόρων.

Παρατηρώντας και βιώνοντας δηλαδή ένα ΠΑΣΟΚ να χαράσει μια μνημειωδώς ασυνεπή πορεία και μια Αριστερά σε κατάσταση μόνιμου εμφύλιου σπαραγμού, οι φίλοι μας οι όψιμοι νεοφιλελεύθεροι αναγνωρίζουν στον Μητσοτάκη ιδεολογική συνέπεια...ανά τους αιώνας σχεδόν. Να το δούμε.

O Μητσοτάκης, το Τοτέμ της νεοφιλελεύθερης σκέψης, υποπίπτει συστηματικά σε δύο αντιφάσεις:

α) Συνήπτε κατ' εξακολούθηση συντεκνιές και κουμπαριές με την βαθιά πλέμπα, τύπου ορεσίβιοι αγράμματοι κτηνοτρόφοι της Κρήτης, προκειμένου να διασφαλίζει εκλογική υποστήριξη, ενώ εξακολουθητικά διατυπώνει τις πλέον ελιτίστικες στα όρια του απολυταρχισμού απόψεις. Ένα ελάχιστο παράδειγμα στο τελευταίο άρθρο του στην Καθημερινή όπου στην τελευταία παράγραφο ζητεί Συνταγματική αναθεώρηση προκειμένου να εξαντλείται υποχρεωτικά η 4ετία!
β) Προκειμένου η κόρη του να μη χάσει την ευκαιρία του υπουργικού θώκου δέχτηκε να κάνει την πιο επονείδιστη κωλοτούμπα ever συμπράττοντας με το ακροδεξιό μόρφωμα της σημερινής ΝΔ υπο την ηγεσία μάλιστα του πρώην αποστάτη του. Όποιος θεωρήσει αυτή την κωλοτούμπα ως ένδειξη μεγαλοθυμίας και διάθεση συγχώρεσης και βέβαια σύμπραξης προκειμένου για την πιπίλα της εθνικής σωτηρίας, είναι τουλάχιστον αφελής.

Κατά τα άλλα, όσο και να είναι κατανοητό, με βάση τα παραπάνω, δε παύει να είναι τουλάχιστον θλιβερό νέοι άνθρωποι, ταξιδεμένοι και επιστήμονες, όπως η περίπτωση που ανέφερα ενδεικτικά, να εθελοτυφλούν μπροστά σε αυτές τις προφανείς παραδοξότητες. Όσο και αν είναι γνωστό ότι στο πλαίσιο νεοσυντηρητισμού που συνήθως συμβαδίζει με βαθιές οικονομικές υφέσεις θα εντείνονται οι δεξιές αντιλήψεις, ωστόσο δε παύει να σηματοδοτεί και το έλλειμμα στιβαρού πολιτικού αντίβαρου.

13/5/12

fine print

Τυπώνω ένα άρθρο. Τόσα χρόνια στις οθόνες desktop που συρρικνώνονταν σε όλο και πιο κομψά laptop ώσπου έγιναν iPhone, και ακόμα τυπώνω όταν πρέπει να διαβάσω κάτι προσεκτικά. Ένα -ακόμα- αμερικάνικο επιστημονικό περιοδικό -για άλλη μια φορά- μου ζητάει να αξιολογήσω μια εργασία που υποβλήθηκε για δημοσίευση. Δεν αμείβομαι γι' αυτή τη δουλειά, προφανώς. Θα μου χαρίσει όμως 30 μέρες ελεύθερης πρόσβασης σε πλήρη κείμενα επιστημονικών άρθρων, που τόσο χρειάζομαι για τη βιβλιογραφική ανασκόπηση των δικών μου δημοσιεύσεων, που από τότε που έκανα το τραγικό λάθος να επιστρέψω στην Ελλάδα, έχουν πάρει τον κατήφορο. Μελαγχολώ που νιώθω πως σε κάποιο σημείο του πλανήτη φαίνεται πως συνεχίζουν να παράγουν γνώση, να μην ανησυχούν και τόσο ότι οι ευκολίες τους, οι μικρές, λεπτεπίλεπτες οθόνες αφής μπορεί να επιστρέψουν σε κυρτά και ελάχιστα μετακινούμενα τέρατα γραφείου. Θα ήθελα να διακτινιζόμουν σε μια ερευνητική ομάδα στην άλλη άκρη του πλανήτη όπου θα δούλευα με χαρά και Κυριακές και 12ωρα. Έτσι είναι: η δουλειά είναι μία από τις ηδονές για όλους. Αν σου δοθεί ποτέ η ευκαιρία να εξασκήσεις αυτό που σε καυλώνει.

Ένας φίλος ακαδημαϊκός μου μιλούσε πριν μέρες για μία συνάδελφό του, επίκουρο καθηγήτρια, που έχει υποβάλει υποψηφιότητα για εξέλιξη σε ανώτερη βαθμίδα. Μία μεσήλικη κυρία, με μία, -ή μήπως καμία;- ξενόγλωσση δημοσίευση σε διεθνή περιοδικά, που λόγω seniority, όπως οι καραβανάδες στο στρατό, έχει την αξίωση να εξελιχθεί σε αναπληρώτρια σε ελληνικό Α.Ε.Ι. Η ίδια κυρία όχι review σε journal δεν έχει κάνει ποτέ αλλά ο impact factor θα της ακούγεται σαν μάρκα σαμπουάν. Και έτσι εμφανίστηκαν κάποιοι συνυποψήφιοι με πολύ περισσότερα προσόντα να διεκδικούν την ίδια θέση με εκείνη. Κι αυτό που θα γίνει, αν όλα βαδίσουν κατά το αξιοκρατικό πρόσταγμα, η παλιά καραβάνα θα μείνει καθηλωμένη στην ίδια βαθμίδα και κάποιος άλλος, που τα προσόντα του αντιστοιχούν στη θέση αυτή, θα την προκηρυσσόμενη θέση. Όμως μάντεψε, πόσο πιθανό είναι αυτό, μέσα σε συνθήκες αυτοδιοίκητου που αβαντάρει τους δικούς του. Όμως ανάμεσα στην Αριστερά και τους νεοφιλελεύθερους, μάντεψε ποιοι κόπτονται για τέτοια θέματα. Κι από την άλλη, μάντεψε ποιος νοιάζεται για τέτοιες λεπτομέρειες τώρα.

Όμως αν έχω να αναγνωρίσω κάτι στο Στέφανο Μάνο είναι ότι αποφεύγει το λαϊκισμό. Εξάλλου απευθύνεται στους απόφοιτους του Μωραϊτη και των άπω βορείων προαστίων ή του Κολωνακίου, όπου ο λαϊκισμός φέρνει δυσθυμία. Οι άνθρωποι της αβύσσου δεν είναι πια μόνο ένα τίτλος βιβλίου του Τζακ Λόντον στη βιβλιοθήκη μου. Είναι εκεί, την ώρα που βγαίνεις απ΄το θέατρο Άλμα, που έχεις πάει να δεις τον Χορό του θανάτου στην Ομόνοια, ακριβώς όπως το περιγράφει ο Τζακ Λόντον με τις παρφουμαρισμένες κυρίες που εξέρχονται των θεάτρων και διασχίζουν με άμαξες την εξαθλιωμένη πλέμπα στη Λέστερ Σκουέαρ. Εμείς με γιαπωνέζικο ΙΧ στην Αχαρνών. Κι ανάμεσα στους δυο κόσμους που σπαράσσονται και που θα αλληλοσπαραχθούν, αργά ή γρήγορα, θέλοντας και μη βλέπεις τις πραγματικότητες και ακούς τις αλήθειες και των δυο συγκρουόμενων πολιτικών φιλοσοφιών, αν δεν σε έχει τυφλώσει και δε σε έχει κουφάνει ήδη ο φανατισμός.

Η προπαγάνδα κάποιων από τους υπαλλήλους του Αλαφούζου δεν κατάφερε να δρέψει κάτι περισσότερο από το 1.8%, κάτι για το οποίο μόνο για τις επόμενες δυο μέρες φάνηκαν μουδιασμένοι στα ραδιόφωνα, στα social media κλπ. Μετά, πάλι πόλωση, πάλι εκβιαστικά διλήμματα, πάλι νέου τύπου τρομολαγνεία, πάλι απαξίωση του λαού, πάλι ανέλαβαν την εργολαβία του Ορθού Λόγου στο δημόσιο λόγο. Που αναρωτιέμαι αν ο τόσος ορθολογισμός τους έχει οδηγήσει σε διανοητικό πριαπισμό. Την ίδια στιγμή οι ίδιοι που αντιμάχονται μετά βδελυγμίας το λεγόμενο πελατειακό σύστημα, επειδή δε τους βγαίνουν τα κουκιά θα πάνε να συνεργαστούν με τη Ντόρα, μία από τις πιο γνήσιες και πιστές εκπροσώπους αυτού που αντιμάχονται. Ή μήπως ξαφνικά ξέχασε τι σημαίνει συντεκνιές, ρουσφέτια, συγκάλυψη και λοιπά;

Τσάμπα το χαρτί, η μελάνη του εκτυπωτή και ο κόπος μου. Κανένα ελληνικό εκλεκτορικό δεν ενδιαφέρεται αν έχεις μπει ποτέ σε διαδικασία αξιολόγησης και γνωμοδότησης για επιστημονική εργασία. Πιο σοφή κίνηση θα ήταν να αναζητούσα ήδη κάποιον βουλευτή, νονό για το αγοράκι που μεγαλώνει στην κοιλιά μου. Όμως και η σκέψη ακόμα μιας τέτοιας χυδαιότητας, βρίσκω πως είναι πιο βλαβερή κι από το να κάπνιζα τρία πακέτα τσιγάρα σε όλη την εγκυμοσύνη, τόσο για το μικρό και τη μαμά του που γιορτάζει σήμερα. Το καλοκαίρι θα έρθει έτσι κι αλλιώς και η ομορφιά του θα τα νικήσει όλα.

"Πόσην ώρα μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα νά'ρχεται και να φεύγει, χωρίς να θυμηθεί, όπως καθένας σε μια θαλασσινή ρέμβη, ότι η ζωή, όπως σε όλους, του είχε δοθεί έτσι, τυχαία, συμπτωματικά, άπαξ και δια παντός και για κανέναν γνωστό -ή γνώσιμο- λόγο;"

Φίλιπ Ροθ, «Καθένας»


29/4/12

αγαπητέ δημοκράτη

Στις 6 Μάη οι πολίτες αυτής της χώρας θα ασκήσουν το ύψιστο συνταγματικά κατοχυρωμένο δημοκρατικό δικαίωμά τους, το δικαίωμα του εκλέγειν. Την ίδια στιγμή, που προσδοκούν ως άλλη ανάσταση νεκρών, Χριστιανοί γαρ, τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, οι χρήστες των social media επιδεικνύουν έναν ασυγκράτητο ζήλο να πείσουν -ή και να μεταπείσουν- το εκλογικό σώμα: α) να μην ψηφίσει λευκό ή άκυρο, β) να μην κάνει αποχή, γ) να μην ψηφίσει ένα από τα δυο -μάλλον πάλαι ποτέ- μεγάλα κόμματα, δ) να μην ψηφίσει ακροδεξιά κόμματα. Δια της εις άτοπον απαγωγής δηλαδή να ψηφίσει τους νεοφιλεύθερους ή Αριστερά, αφού αυτά τα δυο ρεύματα έχουν και την μεγαλύτερη επιρροή στα social media, χρησιμοποιώντας το μέσο ως μια εναλλακτική πλατφόρμα ανέξοδης προπαγάνδας και διαφήμισης. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Και το καλοκαίρι του 2007 τα ίδια συνέβαιναν κατά την προεκλογική περίοδο.

Φέτος, με το γνωστό ελληναράδικο χιούμορ, έχουν κυκλοφορήσει  π.χ. και κάτι αστειάκια τύπου κλειδώστε στο σπίτι τους γέρους που ψηφίζουν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, που δεν είναι για γέλια. Γνωστό ότι και τα αστεία που επιλέγουμε να πούμε, κάτι προδίδουν απ' αυτό που είμαστε, ναι;  Και μια που θυμήθηκα το αλησμόνητο 2007 της ΝΔ, ας θυμίσω και το χιούμορ του Αλογοσκούφη, που διαμαρτυρήθηκε αστειευόμενος ότι η οθόνη δε δείχνει έναν άνθρωπο αλλά έναν...μαύρο. Τι ωραίο αστείο πραγματικά, διαχώριζε τον άνθρωπο από το νέγρο. Ομοίως τα προεκλογικά μας χωρατά κάτι δείχνουν για τα δημοκρατικά μας αντανακλαστικά. Ομοίως αυτή η φανατική αποστροφή από το δικαίωμα της αποχής από τις εκλογές ή την ψήφιση λευκού/(εσκεμμένου) άκυρου επίσης κάτι δηλώνει. Πέρα από τα ωραία αυτά αστεία, κυκλοφορεί σε πολλές ακόμα μορφές ένα συγκεκριμένο είδος προπαγάνδας με εκβιασικά διλήμματα, ίδια με αυτά που διδάσκουν οι πολιτικάντηδες που καλούμαστε να ανατρέψουμε με την ψήφο μας.

Δηλώνει, αγαπητέ μου δημοκράτη, ότι δε σέβεσαι την ελευθερία επιλογής του άλλου που, μάντεψε, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ζήλο σου να πείσεις το ακροατήριό σου να πάει να ψηφίσει. Και ακόμα, αν ας πούμε σε προηγούμενες εκλογές (κυρίως δημοτικές παρά βουλευτικές) κάποιοι κατηγορήθηκαν -από τη γνωστή μερίδα των ζηλωτών ψηφοφόρων στην οποία ανήκεις- πως έβρισκαν ευκαιρία να πάνε να φάνε φρέσκο ψάρι παραλιακά και να πιούνε ούζα αντί να ασκήσουν το ultimate δικαίωμα της ψήφου, τώρα, σ΄ αυτές εδώ τις εκλογές που έρχονται, και ο πιο απολιτίκ -αν δεχτούμε τέτοιους όρους- έχει αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης. Έτσι, αν αποφασίσει κάποιος πως προτιμά την αποχή ή το λευκό σημαίνει πως εκφράζει τη βαθιά του δυσαρέσκεια για το πολιτικό σύστημα, για το οποίο κάθε χαρακτηρισμός περισσεύει. Και την έκφραση της λαϊκής βούλησης, αν  υποτίθεσαι τη σέβεσαι συλλογικά, πρέπει να τη σέβεσαι και ατομικά, αγαπητέ δημοκράτη. Η συνειδητή αποχή, περισσότερο, τα εσκεμμένα άκυρα και τα λευκά, εκφράζουν κάτι το οποίο, αν μη τι άλλο, οφείλεις να το ακούσεις με μεγάλη προσοχή αντί να προσπαθήσεις να το χειραγωγήσεις. Δεν βίωσες εσύ πιο επώδυνα την κρίση και δεν είσαι εσύ πιο πολιτικοποιημένος από τον άλλο που αποφασίζει πως να μην ψηφίσει κάποιο πολιτικό κόμμα, αγαπητέ δημοκράτη...





22/4/12

κι έβγαλε τη χρυσή

Ίσως να ήταν η πρώτη συνεδρία που συμμετείχα. Σε άλλους τόπους αυτό μπορεί να το έλεγαν εισαγωγική περίοδο -μεταφρασμένο καθετί "καινοτόμο" από τα μητροπολιτικά, induction period- μπορεί να είχε γίνει πιο οργανωμένα, μπορεί να υπήρχε κάποιου είδους εποπτεία. Σε εμάς έγινε κάπως έτσι.
Ένας γιατρός, που είχε ξεκινήσει ειδικότητα λίγους μήνες πριν, φορτωμένος με ιατρικούς φακέλλους και με όλη την ευθύνη της διαχείρισής τους, πήρε την πρωτοβουλία να με προσκαλέσει να συμμετέχω σε μια δύσκολη λήψη ιστορικού: μητέρα έφηβου ζητάει συμβουλή πώς να χειριστεί τον γιο της που εμφανίζει ακραία αντικοινωνική συμπεριφορά. Παρένθεση: απόπειρα ανθρωποκτονίας. Τον ακολούθησα στο ανήλιαγο δωματιάκι, ένας προθάλαμος ανάμεσα στο WC και το αρχείο, καθήσαμε δυο λεπτά, μου εξήγησε προφορικά την περίπτωση, από όσα ήξερε μέχρι τώρα απ΄το referral, πήρε μια ανάσα και βγήκε να καλέσει τη μητέρα που περίμενε στην κατ' ευφημισμό αίθουσα αναμονής.
Αργότερα θα μάθαινα πως το σύνηθες είναι οι γονείς να αντιδρούν στην παρουσία δεύτερου ειδικού στις συνεδρίες. Άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο. Εκείνη η μητέρα άκουσε στωικά τον γιατρό να με συστήνει ως μέλος της θεραπευτικής ομάδας και καταλαβαίνοντας πως θα ήμουν το βουβό πρόσωπο στην τραγωδία, δεν έδειξε ίχνος αντίδρασης. Την ακούγαμε να μας αφηγείται απολύτως ανέκφραστη. Εύλογα θα τη ρωτούσε λίγο μετά ο ειδικευόμενος αν έχει διαγνωσθεί με κατάθλιψη και η θετική της απάντηση απλώς θα επιβεβαίωνε την εικασία του. Το ιστορικό ήταν όπως πολλών άλλων "προβληματικών" οικογενειών. Ένας πατέρας αλκοολικός που κακοποιεί γυναίκα και παιδιά, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, όπως τα λένε κομψά οι επιστήμονες, φτώχεια, ανεργία, χωρίς τη στήριξη των κοινωνικών δικτύων, κομψά, πολύ κομψά ότι δεν έχεις άνθρωπο να σε στηρίξει, ένα χέρι να πιαστείς, που είναι πια πασσέ να πεις, όπως ο Άκης Πάνου.
Όμως η μητέρα ήταν ξένη. Από πλούσια ευρωπαϊκή χώρα. Μην τρέξει ο νους σου στην πεπατημένη οδό, η πεπατημένη ζέχνει στερεοτυπίλα, μια μπόχα αποβλακωτική, μη πεις πως ήταν αλβανίδα, ρουμάνα, πολωνέζα, ουκρανή. Ήρθε στην Ελλάδα τα χρόνια πριν την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, ως τουρίστρια, γνωρίστηκε με τον έλληνα, έζησε μαζί του, του έκανε παιδιά. Το ένα της παιδί θα έμπλεκε με "κακές παρέες", το αγόρι, και θα γινόταν "ένα άλλο παιδί", κι από το αδύναμο μέλος της σχολικής κοινότητας, εκείνον που δέχεται τη σφαλιάρα, χάρη στις κακές παρέες θα έμπαινε στη συμμορία των ισχυρών. Και πια δεν θα έριχνε σφαλιάρα, αλλά θα έβγαζε μαχαίρι.
Η στρατολόγηση του πιτσιρικά στις τάξεις των χρυσαυγιτών είχε αρχίσει. Και ακολούθησαν όλα τα άλλα. Ξυρισμένα κεφάλια, στρατιωτική πειθαρχία στους "ανωτέρους" του, κατήχηση και καθοδήγηση, επισκέψεις στα γραφεία του κόμματος που έχει μια σχέση παράνομων εραστών με την Χ.Α.,  ξύλο και επιθέσεις σε αλλοδαπούς συμμαθητές, αποβολές από το σχολείο. Και μίσος προς τους ξένους, μίσος προς τους διαφορετικούς, μίσος προς όλους τους άλλους. Μίσος, μίσος, μίσος. Και η μάνα ήταν ξένη. Και η αδελφή ήταν διαφορετική. Και κάποτε θα έκανε απόπειρα να την πνίξει με σχοινί στο κρεβάτι της. Καταγραμμένο πουθενά στις στατιστικές της εγκληματικότητας.
Αλλά εμείς δε μπορέσαμε να βάλουμε διάγνωση. Τι διάγνωση να βάλεις; Άνοιξε τα ψυχιατρικά εγχειρίδια, που θέτουν τα πλαίσια των έγκυρων διαγνωστικών κριτηρίων διεθνώς, και πες μου αν βρήκες κάπου να περιγράφει την χαρακτηριστική συμπεριφορά του στρατευμένου νεοναζί, του φασίστα, του σωβινιστή. Και δε λέω να' χαμε, τι να' χαμε, άλλη μια ψυχ-ιατρικοποίηση της κοινωνικής απόκλισης.
Ήθελα να την αναλάβουμε αυτή την περίπτωση, να μην την παραπέμψουμε σε άλλη δομή ή στην εισαγγελία. Όμως άπειροι κι οι δυο, δειλοί ίσως, αλλά κι αβοήθητοι -πες το έλλειψη προσωπικού, πες το κακοδιαχείριση- εμείς που κάπως θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε, κατευθύναμε αλλού την μητέρα που είχε την τραγική μοίρα να γεννήσει αυγό του φιδιού. Κι αυτόν τον έφηβο, όσο και αν ένιωθα να μου κόβονται τα πόδια από την εξιστόρηση των πράξεών του, όχι από καμιά ξένη, από κανέναν εχθρό του, αλλά από τη μητέρα του, την ξένη, την εχθρό του, άλλο τόσο πίεσα μετά το συνάδελφο να δεχτεί να τους παρακολουθήσουμε, να πάω σπίτι τους, να πάω στο σχολείο του. Αλλά βρήκε έρεισμα στο φόβο μου: Πού να πας να μπλέξεις εκεί μέσα... Κι ίσως να είχε δίκιο. Τη στείλαμε αλλού. Από τότε, δε θυμάμαι εκείνος ο νέος γιατρός να παρατούσε εύκολα περιπτώσεις, όσο δύσκολες και αν ήταν. Ίσως όμως εκείνη η ιστορία να τον τρόμαξε.
Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια με έναν κακό γονιό, που μας βασάνιζε, άρρωστο,  με έναν ξένο γονιό, παραδομένο και ανήμπορο, άρρωστο, με έναν παιδί γεμάτο μίσος και βία, άρρωστο, και με κάποια θύματα, που κι υγιή να' ναι, θα αρρωστήσουν. Και την αρρώστια μας πάλι χρυσή τη λένε, όπως παλιά τον ίκτερο. Και δεν είναι η μόνη αρρώστια. Θα τη βγάλουμε τη χρυσή στο κοινοβούλιο, μόνο για να δηλώσει πιο εμφατικά την παθολογία ενός τόπου, που κι όσοι μπορούσαν να βοηθήσουν, δε βοήθησαν.

4/4/12

όχι, δεν θα πάνε όλα καλά

Έχω πάει σε ένα σχολείο να κάνω μία εκτίμηση για ένα πιτσιρίκι που κατά τους γονείς του παρουσιάζει προβλήματα συμπεριφοράς. Κι αφού έχω συλλέξει όσα δεδομένα θεωρούσα επαρκή για την πρώτη επίσκεψη, και είμαι έτοιμη να αποχωρήσω, η παιδαγωγός ζήτησε να μου πει κάτι ακόμη, άσχετο με την περίπτωση του μαθητή που πήγα να δω. Ήμουν όρθια πλάι στην έδρα της τρώγοντας μπουκίτσες από ένα κομμάτι ψωμί που με κέρασαν τα μικρά. Το πρωί η τάξη είχε ζυμώσει και η μυρωδιά του καρβελιού στο φούρνο είχε πλημμυρίσει τους διαδρόμους του κτιρίου. Ήμουν μάλλον χαρούμενη εκείνη την ώρα. Ίσως μου είχε φανεί πως η κατάσταση του παιδιού ήταν λιγότερο σοβαρή από κείνη που μας είχαν παρουσιάσει στην υπηρεσία οι γονείς. Ίσως να ένιωθα πώς ό,τι και αν είχε, εν πάσει περιπτώσει, μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Ίσως να είναι άλλη μια άμυνά μου για τους άλλους ανθρώπους, πως όλα θα πάνε καλά, ψελλίζοντάς το σα μάντρα, όλα θα πάνε καλά. Ίσως να είναι η αίσθηση παντοδυναμίας όσων εργαζόμαστε στον χώρο της υγείας, μια άμυνα για μας τους ίδιους, πως όλα θα πάνε καλά, πως θα καταφέρουμε να νικήσουμε την αρρώστεια και να αναβάλλουμε το θάνατο. Μασουλούσα το ψωμί και χαμογελούσα στα μικρά που μου έφερναν δώρο ζωγραφιές το ένα μετά το άλλο.

Με τράβηξε λιγάκι απ΄τον καρπό για να την πλησιάσω. Το βλέμμα της ήταν ακόμη πιο ανήσυχο. Μου ψιθύρισε στο αυτί πως θέλει να μου μιλήσει και για άλλο ένα παιδάκι. Κι έπειτα χωρίς περιστροφές μου είπε κάπως έτσι: αυτοκτόνησε πριν λίγο καιρό ο πατέρας ενός κοριτσιού και δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Ίσως εσείς θα μπορούσατε να βοηθήσετε. Για ποιο παιδάκι πρόκειται, θα ρώτησα εμβρόντητη. Και μου έδειξε με το βλέμμα, διακριτικά, ένα κοριτσάκι που έπαιζε μόνο του. Που στις ζωγραφιές του κυριαρχούσε το μαύρο. Τι άλλο. Που ο πατέρας του βούτηξε από το μπαλκόνι μπροστά στα μάτια των τριών παιδιών του, μου είπε η δασκάλα. Γιατί, θα πρέπει να ρώτησα ξέπνοη. Κάθε φορά που σε συγκλονίζει ο πόνος του διπλανού έχεις ανέβει ένα ολόκληρο βουνό. Για να δεις ξανά σ' όλη του την έκταση αυτό που είμαστε. Ξέπνοος. Αν δεν σε συγκλονίζει, άσε μας ήσυχους. Για οικονομικούς λόγους, είχε χρέη, ήταν άνεργος; Δεν ξέρω λεπτομέρειες, δεν έχω δει ποτέ τη μαμά. Η γιαγιά τα φέρνει στο σχολείο. Μου είπε.

Προσπαθούσα να' μαι διακριτική. Να μην είναι το βλέμμα μου στυλωμένο στο κορίτσι. Αρκετά θα κουβαλούσε από δω κι έπειτα στις πλατούλες της. Το βλέμμα μιας ξένης, που συστήθηκε ψευδώς σα δασκάλα για να μην διαταράξει το φυσικό περιβάλλον της σχολικής τάξης, το βλέμμα του οίκτου, θα΄ταν άλλο ένα φορτίο. Που περίσσευε. Αλλά και δευτερόλεπτα να είχα κοιτάξει αυτό το παιδί, η εικόνα του... Και στο φόντο μια άλλη εικόνα, που είναι να' σαι μικρούλι και να βλέπεις τον πατέρα σου να φουντάρει απ΄τον 4ο στον ακάλυπτο. Που δε βούτηξε κανένας στο κενό χωρίς κραυγή.

Ήταν η πρώτη φορά που θύμωσα με αυτοκτονία. Η πρώτη φορά που είπα μέσα μου, τι μαλάκας, τι μαλάκας. Δυο-τρεις φορές σα ξόρκι. Άφησε τρία ορφανά και ένα σωρό χρέη στη γυναίκα του. Και τι κατάλαβε τώρα; Τι μαλάκας. Λίγες ώρες μετά θα καταλάβαινα πως ήταν μια αντίδραση της στιγμής. Αυτή την άμυνα άλλοι την κάνουν στάση ζωής και κανένα βουνό δε χρειάζεται να ανέβουν. Κανένα τέτοιο μαντάτο δε θα ακούσουν καταπίνοντας σκέτη πίκρα τη μπουκιά το ζυμωτό ψωμί από παιδικά χεράκια. Κανένα μαντάτο δε θα τους ανεβάσει τόσο τις στροφές ώστε να θολώσουν όλα γύρω για μια στιγμή, να κάνει πως σε εγκαταλείπει η αναπνοή σου. Κανένα. Δε θα θυμώσουν με το νεκρό. Είναι απρεπές. Θα μείνουν ακλόνητοι, ασυγκλόνητοι μπροστά στο δράμα του διπλανού. Θα υπομειδιάσουν με το άκουσμα του όρου "διπλανός" δεν αναγνωρίζουν τέτοιους. Θα αμφισβητήσουν πως πρόκειται για δράμα. Εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους φοβάμαι γιατί η πνοή τους είναι ίδια με εκείνη την φοβερή ψύχρα που ένιωσα την μία και μοναδική φορά που κατέβηκα με κάποιους φίλους σε ένα σπήλαιο μέσα στη γη.

Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά, όταν υπάρχουν θύματα πολέμου και κάποιοι δεν αναγνωρίζουν καν τον πόλεμο μόνο και μόνο γιατί είναι ακήρυχτος. Έτσι είναι οι ταξικοί πόλεμοι: δε θα βγει ποτέ κανείς απ' αυτούς που τους αποφασίζουν να πει "και τώρα θα σφάξουμε αμάχους". Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά, όταν αυτοκτονούν δεκάδες άνθρωποι γιατί τους έχουν συνθλίψει, τους έχουν καταργήσει το δικαίωμα όχι στη ζωή, όχι στην εργασία, όχι στην αξιοπρεπή διαβίωση, όχι στην πρόνοια, όχι στην περίθαλψη αλλά και στον ίδιο το θάνατο. Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά όσο οι ίδιοι και οι ίδιοι απ΄τα συμβατικά μέσα δυναμιτίζουν το εμφυλιοπολεμικό κλίμα στο δημόσιο διάλογο, όσοι αντί να δουν το νεκρό στο Σύνταγμα, θα δουν το έλλειμμα αστυνόμευσης -πώς επέτρεψαν οι ένστολοι μια αυτοκτονία μπροστά στα μάτια των περαστικών- θα δουν αποκλειστικά ψυχική διαταραχή χωρίς κοινωνικό υπόβαθρο. Όχι, δεν θα πάνε όλα καλά.

27/3/12

ρόμπα



Φοράς μια ρόμπα εμπριμέ με τέσσερα κουμπιά, γιακαδάκι και δυο πιέτες, το πολύ. Τραβάς και τα μισά μαλλιά πίσω. Λίγο κραγιόν, το πολύ. Βγαίνεις στο πάλκο με καθηλωμένο μικρόφωνο. Είναι οι άλλοι από πίσω με ένα λευκό πουκάμισο, ένα σακάκι, μπορεί, και μπριγιαντίνη στο μαλλί. Πέντε μπουζούκια ντρίγκι ντρίγκι. Άντε και μια κιθάρα. Και λέτε το τραγούδι.



Και τι λέει ο στίχος, ντρουμ, ντρουμ τα βραχιόλια της βροντούν, συννέφιασε συννέφιασε ψιλή βροχούλα έπιασε. Και τι λέει το πεντάγραμμο; Δυο συγχορδίες σε δυο έγχορδα. Στο ηχογραφούν σε ένα γραμμόφωνο χράτσα χρούτσα το 1946 και σε απαθανατίζουν με φωτογραφική μηχανή με φυσούνα. Σε τύπωσαν ασπρόμαυρη με κόκο και αυτό ήταν όλο. Και το τραγούδι σου θα ακούγεται εβδομήντα χρόνια μετά.



Και για να βγει μέχρι το περίπτερο έχει χτενίσει το μαλλί δυο ώρες για να δείχνει ατημέλητο. Σαμπουάν, κοντίσιονερ, κρέμα, και στάλες σιλικόνη και κεριά, σεσουάρ, φυσούνες, βούρτσες πρέσσα και λακ και από πριν ψαλίδια, χημικά, ανταύγειες. Και έχει μακιγιαριστεί μισή ώρα για να δείχνει φυσική, κονσίλερ, μέικ, πούδρα και ρουζ πάνω σε τρεις ενυδατικές και serum και μετά μάσκαρα άχρωμη και μάσκαρα με χρώμα και μολύβι και σκιες στα μάτια και μολύβι για περίγραμμα στα χείλη και λιπ γκλος και λεύκανση στα δόντια και αποτριχωμένο με brazilian wax το πράμα της. Και έχει κάνει facial spa και μάσκα και scrub στο σώμα με τα αφρόλουτρα και κρέμες σώματος και roll on στη μασχάλη και eau de toilet πίσω απ΄το αυτί. Κι εσώρουχα και ρούχα και γκατζέτια και τσάντες και μποτάκια και αξεσουάρ. Και πάλι με το photoshop θα σου κάνουνε ρετούς να βγεις πιο ψεύτικη ακόμα. Κι ούτε άντρας δε γλιτώνεις. Έχει πάει κομμωτήριο και βγάζει τα φρύδια του και κάνει αποτρίχωση στο στέρνο, μετροσέξουαλ, για να βγει να πει το βράδυ Καζαντζίδη με ένα λαρύγγι που έχει κάνει φωνητική σε πάλκο που έχει ηχολήπτη και έχει και άλλον για τα φώτα και μικρόφωνο σφήνα στα αυτί, να κινείσαι όπου θες. Και έχει και κρουστά και έγχορδα και πνευστά και τα σκηνικά άμα θέλει ανοίγουνε καταπακτές και πέφτεις και απ΄το ταβάνι και σε ηχογραφούν με κάτι ψηφιακά που πιάνουνε της μύγας το φτερό και κάτι κονσόλες που θα σβήσουν γομολάστιχα το φάλτσο σου. Και θα τα γράψεις τα τραγούδια σου με ενορχηστρώσεις και studio και στίχους από δω κι από κει, είτε εμπορικός είσαι είτε έντεχνος, ποια η διαφορά, δεν έχει διαφορά, και θα στα προωθούν τα ραδιόφωνα, οι μάνατζερ, τα περιοδικά, οι τηλεοράσεις, οι friends και οι followers σου και το τραγούδι σου δε θα αντέξει ούτε να βγάλει τη σαιζόν.

Και βγαίνει η άλλη με μια ρόμπα και ζει εβδομήντα χρόνια φρέσκο και δροσερό στα χείλη το τραγούδι. Εμείς είμαστε η ρόμπα.



Μας έχει κάνει ρόμπα η κρίση. Και ούτε που παίρνουμε χαμπάρι τι ρόμπες είμαστε. Ρόμπα ξεκούμπωτη. Να φαίνεται η ασχήμια και η ψευτιά μας.

21/3/12

θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό, στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου

Δημόσιο σχολείο στην πιο άσχημη πόλη του κόσμου. Χρόνια μετά που είχα αποδημήσει σ' άλλους τόπους. Κι ακόμα. Την ώρα που βραδιάζει. Γενεύη, χειμώνας 2005. Η αίσθηση πως περπατώ πάλι στους δρόμους της γενέτειρας. Χώθηκα στο στέρνο του αγαπημένου μου και γλίτωσα από βέβαιο πνιγμό. Στη στεριά.

Το όνομά μου μοιάζει του πελάγου. Αλλά κανείς δε με λέει έτσι. Συστήνομαι με το υποκοριστικό. Δίκαιο. Αφού πνίγομαι στη στεριά. Και η θάλασσα, όπως και η ομορφιά του κόσμου, με γονατίζουν.

Δεν πιστεύω στο Θεό. Η μάνα μου δεν μας πήγαινε ποτέ στην Εκκλησία. Το Πάσχα μόνο κι αυτό ως την εφηβεία. Δεν πίστευε ούτε εκείνη. Ούτε ο πατέρας μου. Τους χρωστάμε ευγνωμοσύνη για το πλούσιο κομμάτι ελευθερίας που μας χάρισαν, έτσι. Αλλά.

Όταν καμιά φορά έτυχε να βρεθώ σε Μοναστήρια, σφηνωμένα σε βράχια, κυκλωμένα από πυκνή βλάστηση, να ξεπροβάλλουν σε φροντισμένους μπαξέδες, να ευωδιάζουν γιασεμί, λιβάνι και γαλήνη. Όταν κάποτε έτυχε να βρεθώ σε καθεδρικούς ναούς στην Ευρώπη, στο φως που διαθλάται στα βιτρώ, τις αγαλμάτινες μαντόνες, τις αιχμές της γοτθικής στέγης. Τότε σεβόμουν μ' όλη μου την ψυχή το θρησκευτικό αίσθημα. Και ζήλευα καμιά φορά την πίστη σαν ορφανό που όμως δε γνώρισε γονέα.

Στην πρώτη τάξη του γυμνασίου έγραφα ήδη τρία χρόνια ποιήματα. Η μελαγχολία της εφηβείας αποτυπωμένη στιχουργικά σε ένα ωραίο τετράδιο. Η θεολόγος μας, εκεί γύρω στα Χριστούγεννα, είχε φέρει μαζί ένα σωρό βιβλία. Δέσποζαν το ίδιο επιβλητικά με εκείνη στην έδρα. Μας πρότεινε να τα αγοράσουμε. Ήταν η πρώτη της ποιητική συλλογή. Την αγόρασα. Και μου μίλησαν. Της εμπιστεύτηκα εκείνο το τετράδιο με τα ποιήματα κι όταν τα διάβασε μου το επέστρεψε με ένα γράμμα. Πριν λίγες μέρες τη θυμήθηκα. Αναζήτησα το όνομά της στο δίκτυο. Έχει μονάσει αλλά συνεχίζει να γράφει ποίηση.

Την προηγούμενη χρονιά, στην τελευταία τάξη του δημοτικού, ήμουν, φαίνεται, ακόμα πολύ χαρούμενο και εξωστρεφές κριαράκι. Κι έγραφα στίχους που μελοποιήσαμε με τους συμμαθητές. Η ποπ των 80s στα παιδικά μας στόματα. Ο δάσκαλος των καλλιτεχνικών -ήταν πειραματικό το σχολείο και κάθε μάθημα, άλλος δάσκαλος- σα νέος, σα δάσκαλος και σα καλλιτέχνης, μου είχε γράψει με τα καλλιγραφικά του γράμματα σε ένα χαρτάκι: Ν.Καββαδίας "Πούσι", "Μαραμπού". Το καλοκαίρι της μετάβασης στην εφηβεία έμαθα τον Καββαδία. Μετά όλους τους άλλους. Και συνέχιζα αυθάδικα να σκαρώνω ποιήματα. Ο δάσκαλος εκείνος κομήτης εμφανίστηκε ξανά στο κατώφλι του πατρικού σπιτιού μου όταν πια ήμουν 19 χρονών.

Δεν ξέρω τα κίνητρα των άλλων δύο συμμαθητριών αλλά εγώ ήμουν ερωτευμένη με τον Γ. Πολύ όμως. Πέρασαν πολλά χρόνια για να μην αναστατώνομαι κάθε φορά που τον βλέπω. Είχαμε τελειώσει το λύκειο, πια, περνούσαν τα χρόνια, εγώ ζούσα και ήμουν αλλού, εκείνος αλλού αλλά βρισκόμασταν ερωτικά.

Όμως εκείνο το πρωινό, είχαμε κανονίσει τις ώρες των "φιλολογικών" να μην κάνουμε μάθημα. Η φιλόλογος, μια νέα κοπέλα και με πάθος για το μάθημά της, είχε δεχτεί την πρότασή μας. Εγώ και δυο ακόμα συμμαθήτριες θα κάναμε ένα αφιέρωμα στον Καββαδία. Απαγγελίες του ποιητή σε ένα κασετόφωνο που φέραμε απ΄το σπίτι. Φιλοτεχνημένα ποιήματα σε χαρτί για διάκοσμο. Αφίσα με θέμα απ΄τον Τσαρούχη. Και ο Σταυρός του Νότου. Το Μαραμπού, το Πούσι, η Βάρδια μπροστά μας. Απαγγελία από τα χείλια δεκαπεντάχρονων κοριτσιών. Tα τραγούδια ενδιάμεσα. Δεν μίλησε κανείς. Στο κουδούνι για το διάλειμμα ατάραχοι. Δυο ώρες. Εκεί.

Οι φίλοι μας, οι συμμαθητές, υπερκινητικοί, που μισούσαν τους τοίχους του σχολείου, που την κοπάναγαν με τα μηχανάκια, που περίμεναν μ' αγωνία το κουδούνι να βγουν να καπνίσουν στο υπόστεγο, οι φίλοι μας που είχαν μάθει τα night club και τη σαπίλα της μουσικής των 90s, οι συμμαθητές μας που είχαν αλλεργία στην ποίηση, κάτι αγρίμια οι φίλοι μας. Οι φίλοι μας. Άχνα. Στο τέλος ήρθαν ένας-ένας και μας φίλησαν. Με δάκρυα στα μάτια. Κλαίγαμε όλοι μαζί. Αγκαλιά.

Αυτά είναι εμένα τα ιερά και τα όσια. Οι δάσκαλοί μου, οι φίλοι μου, οι άνδρες που ερωτεύτηκα, οι άνθρωποί μου, οι μνήμες μου. Και η ποίηση. Που δεν τη βρίσκω μόνο στα βιβλία. Που την αναζητώ στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο.

12/3/12

παπαγαλάκια

Απ' το παράθυρο του γραφείου της κοντά στο Μουσείο μια κοπέλα συχνά βλέπει εξωτικά παπαγαλάκια. Ρώτησε κάποιον με πιο πολλά χρόνια στη θέα του Πεδίου του Άρεως. Τα είχε κι εκείνος παρατηρήσει. Τριγυρνάνε χρόνια εκεί γύρω. Πόσα χρόνια ζει ένα παπαγαλάκι.
Κάπου δεκαπέντε χρόνια πριν, μια φίλη που διάβαζε και μου μάθαινε και μένα το Νετσάγιεφ, γιατί τον Μπακούνιν, τον Κροπότκιν και τον Μαλατέστα τους είχαμε ήδη διαβάσει μαζί με τη Βαβέλ, είχε έρθει στο σπίτι.
Στο διπλανό διαμέρισμα ζούσανε κάτι περίπου συνομίληκοι φίλοι που είχαν έρθει από τα ακριτικά της Ελλάδας να σπουδάσουν μουσική. Ο ένας τραγουδούσε σα το Νταλάρα και είναι αλήθεια πως του έμοιαζε. Ήθελε οπωσδήποτε να κάνει καριέρα. Μας έλεγε πως έβλεπε την αύρα του στον καθρέφτη. Λευκή βέβαια. Και τέτοια ωραία. Κάποτε βρέθηκε να σιγοντάρει κάποιον έντεχνο τροβαδούρο. Βοήθησε λίγο και μια ερωτική σχέση με διάσημη μεσήλικη κυρία που ήταν μέσα στα πράγματα. Ο άλλος όλη μέρα έστριβε μπάφους που μετά βέβαια τους έπινε. Είχαν και ένα κλουβί με δυο παπαγαλάκια, εξωτικά. Πράσινα φωσφοριζέ με κίτρινες ανταύγειες. Τόσο όμορφα.
Η φίλη, καθώς ερχόταν σε μένα, είδε κρεμασμένο το κλουβί έξω απ' το παράθυρο. Μύρισε και το καμμένο χόρτο. Ποιοι μένανε στο διπλανό διαμέρισμα, απαιτούσε να μάθει. Τους ήξερα; Τους ήξερα. Να τους φωνάξουμε να τους πούμε να ελευθερώσουν τα παπαγαλάκια. Δε θυμάμαι καν αν συμφώνησα ή αν διαφώνησα, αν συμμετείχα στο σχέδιο απόσπασης του κλουβιού απ' το γειτονικό διαμέρισμα και στην απελευθέρωση των πουλιών. Θυμάμαι μόνο μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα στον ακάλυπτο, μια λεμονιά οπωσδήποτε, μπαλκόνια που υψώνονταν σχηματίζοντας ένα πολυγωνικό σχήμα από όπου φαινόταν κάτι γαλάζιο, σαν ουρανός. Και παραπέρα κάποια ακόμα δέντρα στον ακάλυπτο. Θυμάμαι ένα ξύλινο πάτωμα, το στρώμα στο πάτωμα, το κλουβί στο πάτωμα, το βλέμμα της αγριεμένο, τα χέρια της να αγκαλιάζουν σφιχτά το κλουβί, τα παπαγαλάκια να τιτιβίζουν αλαφιασμένα και τον γείτονα, όχι τον μίμο του Νταλάρα, τον άλλο, να της ζητά σχεδόν ικετευτικά να μην τα απελευθερώσει γιατί το πιο πιθανό είναι να τα φάει καμιά γάτα, πως δε ξέρουν να ζήσουν μες στην πόλη. Μετά η πόρτα του κλουβιού άνοιξε κι εκείνα παραζαλισμένα, περπάτησαν λίγο στο μπαλκόνι με το μωσαϊκό, πέταξαν ίσαμε το κάγκελο όπου περπάτησαν μερικά βήματα και τελικά άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν προς τα δέντρα του ακάλυπτου της διπλανής πολυκατοικίας.
Ο μουσικός γύρισε στη μουσική του και η επαναστάτρια στην επανάστασή της. Κι εγώ έμεινα να σκέφτομαι, εκεί στο φοιτητικό διαμέρισμα, πίσω απ΄το Μουσείο, αν θα κατάφερναν να φτάσουν έστω μέχρι το Πεδίο του Άρεως. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι να κλειδώσω μια για πάντα πίσω μου την πόρτα του φοιτητικού σπιτιού στην Κυψέλη, διασχίζοντας το πάρκο κοιτούσα ψηλά στα δέντρα μήπως και τα δω. Ποτέ δεν κατάφερα να απαντήσω αν η κοπέλα ή το αγόρι είχε το δίκιο με το μέρος του.
Όμως χτες βράδυ νομίζω τα ξανάδα στα μάτια της φίλης που τα κοιτάζει απ' το παράθυρο του γραφείου της στο Μουσείο κοντά.

13/2/12

η πολλή καθαριότητα βρωμάει

Η ταινία
Στη μία σκηνή είναι η Μέρυλ Στρηπ κουρεμένη γουλί. Φοράει ένα φουστάνι σα ρόμπα και γαλότσες. Περπατάει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τα πόδια της βουλιάζουν βαθιά στη λάσπη. Στην επόμενη σκηνή είναι το παιδικό δωμάτιο των δυο παιδιών του ναζί αξιωματούχου. Φορούν πεντακάθαρα ρούχα, ατσαλάκωτα. Τα μαλλιά τους είναι άψογα καλοχτενισμένα. Στο δωμάτιο επικρατεί η απόλυτη τάξη και καθαριότητα. Είναι η ταινία "Η εκλογή της Σόφι".

Το βιβλίο
Η απόλυτη τάξη είναι λένε επιθυμία θανάτου. Πολλή τάξη οι πεισιθάνατοι. Πολλά καλογυαλισμένα παρκέ οι απαρηγόρητοι. Τη θυμάμαι να συγυρίζει μανιωδώς. Υστερικές γυναίκες λέει ο δόκτωρ Χάπινες. Αδικαίωτες, θυμοί πνιγμένοι μέσα σε αποστειρωμένες μπανιέρες. Αν μπορούσαν να βράσουν τα μωρά τους, θα τα έβραζαν με χαρά. Αποστειρωμένο μωρό, καμιά μυρωδιά. Σαν ζωή όπως όπως. Γυναίκες. Κάθε φορά που επιθυμούν να σπάσουν κάτι, το γυαλίζουν. Όσο πληθαίνει η έσω αταξία τα σπίτια των ανθρώπων νεκροτομεία. [...]

Μαλβίνα Κάραλη, "Σαββατογεννημένη", Εκδόσεις 01

Το ποίημα
"και ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πώς το κατεβάζω έτσι
και πώς σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε"
Κατερίνα Γώγου στην ταινία "Παραγγελιά" για τον Κοεμτζή.


Η είδηση
Σιωπηλή διαμαρτυρία με κεριά οργανώνουν απόψε στις 8μμ πολίτες της Αθήνας έξω από τον κινηματογράφο «Αττικόν» στην οδό Σταδίου. Η συγκέντρωση οργανώνεται από τη συνεργασία ομάδων που δραστηριοποιούνται στο Facebook, αντιδρώντας στη βία και στον ευτελισμό της ζωής στην Αθήνα. Η συγκέντρωση είναι ειρηνική και έχει αποκλειστικό σκοπό να δώσει τη δυνατότητα σε πολίτες να εκφράσουν με τη φυσική παρουσία τους την αντίθεσή τους στη βία και στον ευτελισμό της ζωής στην Αθήνα απαιτώντας παράλληλα την απόδοση ευθυνών.

Η μπογιά

Το να πας να μπογιαντίσεις φιστικί έναν υπόγειο σταθμό του ΗΣΑΠ απαλείφοντας αυτό που κάποιος γκραφιτάς ή στενσιλάς εξέφρασε με το σπρέυ του είναι από μόνο του τσαμπουκάς. Όταν γράψω σε ένα παγκάκι με τον μαρκαδόρο μου"Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι" και έρθεις και μου το σβήσεις έχεις δηλώσει ήδη, απ΄τη μια, ότι θεωρείς πως έχει περισσότερη νομή στο παγκάκι από μένα και απ' την άλλη ότι το ένα και ενιαίο χρωματάκι της μπογιάς σου είναι πιο σημαντικό από τη δική μου δήλωση (ακόμη και αν αυτή ήταν "Σ' αγαπάω ρε, δε το βλέπεις;"). Η ομοιομορφία, η καθαρότητα, η τάξη που επιδιώκεις είναι τα χαρακτηριστικά των κινημάτων που ανέβασαν στην εξουσία τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι.

Το κερί

Το να πας την επομένη μίας παλλαϊκής διαδήλωσης που διεξήχθη μέσα σε συνθήκες χημικού πολέμου και κατάφωρης παραβίασης του Συντάγματος να θρηνήσεις απλώνοντας ρεσώ για τα ντουβάρια που πυρπολήθηκαν, από προβοκάτορες, χουλιγκάνια ή αντεξουσιαστές, τη στιγμή που εκατομμύρια ανθρώπων έχουν καταδικαστεί στην εξαθλίωση και την απόγνωση δείχνει ότι έχεις όμοιες προτεραιότητες στο αξιακό σου σύστημα με τον φανατικό της ελεύθερης αγοράς: ο άνθρωπος δεν είναι για σένα πρώτη αξία. Πρωταρχική αξία είναι η τάξις και η καθαριότης, ο αλέκιαστος από σπρέυ τοίχος και το άσπιλο από τσίχλες πεζοδρόμιο. Δεν βρήκες λόγο να βγεις να θρηνήσεις -αν βρίσκεις πιο σικ τον οδυρμό από την οργή, των αγώνα και την αντίσταση- για τους πένητες που κατακλύζουν το ιστορικό κέντρο της πόλης με την οποία ταυτίζεσαι ως γνήσιος τοπικιστής (που' ναι κι αυτό μια μορφή σωβινισμού, μια μάσκα για τον υφέρποντα ρατσισμό σου). Βγαίνεις και θρηνείς τα δέντρα στη Ζαχάρω, όταν ακόμη δεν είχες αυτοανακηρυχθεί σε κίνημα, και τα νεοκλασικά στην Ομόνοια. Δεν αγαπάς περισσότερο από μας, που δεν παριστάνουμε τις ψυχαναγκαστικές χήρες ώστε να καθαρίζουμε και να θρηνούμε, ούτε την φύση ούτε τον πολιτισμό. Η διαφορά μας είναι πως κάποιοι δεν έχουμε αναγάγει τον απολιτίκ ψυχαναγκασμό και πένθος σε lifestyle. Η διαφορά είναι πως για κάποιους πιο πάνω απ' τα δάση κι απ' τα κτίρια είναι ο άνθρωπος. H διαφορά είναι πως κάποιοι δεν κλαιγόμαστε σιωπηλά, διαδηλώνουμε, αντιστεκόμαστε, τρώμε σκατά παλεύοντας να επιβιώσουμε και να περισώσουμε την αξιοπρέπειά μας, να δηλώσουμε την αλληλεγγύη μας.

Η ατάκα
Yannis Androulidakis: "Εντάξει, κάηκαν και κάτι εκατομμύρια μισθοί και συντάξεις χθες, αλλά από όσο ξέρω, ευτυχώς, δεν ήταν νεοκλασικά..."

2/2/12

το κοπίδι

Με διασκεδάζει πολύ όταν ο άνθρωπος ανακαλύπτει σε χρόνο εξακολουθητικό τον τροχό. Με διασκεδάζει πολύ όταν προβάλλεται ως ρηξικέλευθη καινοτομία, ως η πρωτοβουλία που θα αλλάξει τον ρούν της Ιστορίας, κάτι που δεν είναι τίποτα άλλο από την εφαρμογή της προσφιλούς μας μεθόδου, του copy-paste.

Το παστώνεις το κοπίδι, λένε τώρα οι πιτσιρικάδες, έχοντας εντάξει ευφάνταστα στο γλωσσικό σύστημα μια οικεία, πια, τεχνική. Και παραδίδονται εργασίες τύπου patchwork για αξιολόγηση σε ακαδημαϊκούς, που με τη σειρά τους έμαθαν να παραβλέπουν την αντιγραφή και να αναγνωρίζουν την λογοκλοπή ως μέγα παράπτωμα. Πόσοι κατηγορήθηκαν για plagiarism? Ποιες εργασίες "κόπηκαν" γιατί ήταν μια συρραφή από προγενέστερες εργασίες, από το web, από σημειώσεις παραδόσεων και όποιες άλλες ανεπεξέργαστες πηγές.

Σε συνάντηση με προϊστάμενο υπουργείου για μία πρόταση που έχω συντάξει -και που αποσκοπεί στην χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ ενός προγράμματος παρέμβασης και έρευνας- τον άκουσα να προφέρει αυτολεξεί την έκφραση copy-paste, αγανακτώντας για το πλήθος των proposals που έχουν υποβληθεί ακριβώς με αυτή την μέθοδο. Πείσθηκε για την σκοπιμότητα του project όταν διαπίστωσε πως το δικό μας, μπορεί να είχε άλλα ελλείμματα -με κύριο το ότι δεν υποστηρίζεται από κάποιον ΠΑΣΟΚο διαπλεκόμενο πανεπιστημιακό- αλλά δεν αποτελούσε αντιγραφή. Αφορούσε πράγματι σε μία καινοτόμο δράση.

Το φαινόμενο copy-paste το είχα ανακαλύψει -ανακαλύπτοντας με τη σειρά μου τον τροχό- όταν στο διδακτορικό μου μελετούσα κάποια προγράμματα σε δημόσια σχολεία που ήταν τόσο εξώφθαλμα αντιγραφή από αντίστοιχα προγράμματα ξένων εκπαιδευτικών συστημάτων -και funded, εννοείται, από πηγές της Ε.Ε.- που λειτουργούσαν σαν ξένα σώματα μέσα στο πλαίσια του ελληνικού σχολείου.

Όμως πέρα από τις copy-paste ακαδημαϊκές εργασίες, που οδηγούν στη λήψη πτυχίου in plagiarism με ό,τι αυτό συνεπάγεται (ασέβεια στο έργο του άλλου που, τι να κάνουμε, μόχθησε για να το παράξει, για να έρθω εγώ ο ξύπνιος, ο ελληνάρας, να το αντιγράψω, απαξίωση της διαδικασίας σύνθεσης της γνώσης και εκχώρηση της ανάπτυξης κριτικής στην αναπαραγωγή της ανομίας, για την οποία μετά θα κατηγορήσουμε τους πολιτικούς και τους οικονομικούς παράγοντες, παραβλέποντας την αυτοκριτική για τα πεπραγμένα μας κ.λ.π.),
πέρα από τις copy-paste προτάσεις που κατατίθενται στα υπουργεία για την απορρόφηση των ΕΣΠΑ,
πέρα από τις copy-paste πολιτικές που εφαρμόζονται χρόνια τώρα στα πλαίσια του "εκσυχρονισμού" και των "μεταρρυθμίσεων"
υπάρχει και η αδυναμία μας όχι να παράξουμε κάτι καινούργιο, η αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε στον άλλο την ικανότητα να το κάνει, αλλά και τα αντανακλαστικά άμυνας και εχθρότητας που έχουμε αναπτύξει, και στρέφονται ενάντια σε όποιον τολμήσει να μας ψέξει ότι ανακαλύψαμε ξανά τον τροχό.

Κι ας κάνουμε ένα πείραμα για να διαπιστώσουμε πόσο γρήγορα η συμφωνία μετατρέπεται διαφωνία, πόσο γρήγορα γίνεσαι δυσάρεστος όταν η κριτική σου στρέφεται στα καθ' ημάς.

Ξεφύτρωσαν πρόσφατα σαν μανιτάρια, περιοδικά χωρίς πληρωμένες διαφημιστικές καταχωρήσεις. Όλα αυτά τα περιοδικά χωρίς διαφήμιση που οι φίλοι ωστόσο διαφημίζουν πιο κουραστικά από την ίδια την καταχώρηση δεν είναι ούτε καν καινοτόμα, όπως ευαγγελίζονται οι συντάκτες των περιοδικών. Σε χρόνο πριν η εναντίωση στα markets γίνει λάιφσταϊλ, προωθώντας βέβαια παράλληλα κάποιο προϊόν, κυκλοφορούσε το POST-MEDIA για το οποίο λίγος ντόρος έγινε. Το POST-MEDIA του Μανώλη Ανδριωτάκη, δεν κατάφερε να εκδώσει περισσότερα από τρία τεύχη, αν θυμάμαι καλά. Οι λόγοι που δεν ευδοκίμησε το εγχείρημα θα πρέπει να είναι αρκετοί, ως συνήθως. Σ' αυτούς συγκαταλέγεται ότι κατά κανόνα τις καινοτόμες πρωτοβουλίες συνήθως τις υποδέχεται μουδιασμένα το κοινό στο οποίο απευθύνονται λόγω μη πρότερης εξοικείωσης με το αντικείμενο. Στους λόγους όμως αυτούς συγκαταλέγεται ότι τα σοσιαλμηντιακά μέσα ήταν πιο περιορισμένα αρχές του 2009 για να χρησιμοποιηθούν ασύστολα σα διαφημιστικές πλατφόρμες του περιοδικού. Στους λόγους αυτούς συγκαταλέγεται ότι δεν περιέλαβε ο εκδότης κάποιο celebrity στην συντακτική ομάδα, που θα προκαλούσε τεχνητό θόρυβο για να δρέψει την προσοχή ενός πλήθους που υποτίθεται συνομιλεί φιλικά αλλά που τελικά δεν αποτελεί παρά ένα target group πελατών από το οποίο κάτι θέλουμε να κερδίσουμε.