9/11/12

ΝΑΙ, θα εκτεθούμε στο εξωτερικό

Αποφασίσαμε να εκτεθούμε στο εξωτερικό. Μας ζητήθηκε να ετοιμάσουμε exhibition στο ΜοΜΑ, στη Νέα Υόρκη, με θέμα τη νέα εποχή που ανέτειλε για τον τόπο χάρη στο σθένος των 153 να υπερψηφίσουν το Μνημόνιο ΙΙΙ. Θα θέλαμε να σας εκθέσουμε το proposal που έχουμε καταθέσει στο Μουσείο με τίτλο "ΝΑΙ".

Στο κέντρο της αίθουσας θα υπάρχει ένα stand όπου θα δεσπόζει μία αντιασφυξιογόνα μάσκα στην οποία θα ακουμπά, γερμένο στο πλάι, ένα φιαλίδιο δακρυγόνου ενώ στο πάτωμα γύρω από το έκθεμα θα έχουν τοποθετηθεί ατάκτως ερριμένες πλαστικές σφαίρες σε ρινίσματα χρυσου, ώστε να έχουμε
και μιας εσάνς από Σκουριές, γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα. 

Εκατέρωθεν του stand θα τοποθετήσουμε δύο Doxiadis, ημίγυμνους. Ο μεν Αρίστος θα είναι δαφνοστεφανωμένος και θα κρατάει ένα μήλο δαγκωμένο και ένα βέλος (ταυτόχρονη αναφορά στην Apple, στους πρωτόπλαστους, τον Γουλιέλμο Τέλο και το Νεύτωνα). Ο δε Απόστολος θα φέρει ακάνθινο στεφάνι επί της κεφαλής, με κέτσαπ στο μέτωπο και θα κρατάει ένα μονόκλ και ένα γιαταγάνι, ενώ στο λαιμό θα έχει περασμένο ανάλαφρα έναν πύθωνα.

Στον τοίχο μπροστά από τα Doxiadis θα έχουμε ένα γιγαντιαίο patchwork από την αρθογραφία όλων των μεγάλων σύγχρονων Ελλήνων διανοητών, όπως τον Γεργελέ, τη Σώτη, τον Χωμενίδη, τον Τάκη Μίχα, τον Πετρουλάκη, τον Πρετεντέρη, τη Σπυράκη, τον Πάσχο, τον Παπαχελα, τον Μπάμπη τον Παπαδημητρίου, τον Πορτοσάλτε και βέβαια της Χριστίνας Ταχιάου.

Στον τοίχο όπισθεν του κύριου εκθέματος θα προβάλλεται έργο σεξ, με τον κο Στουρνάρα κεκλιμμένο επί γραφείου στα γυμνά οπίσθια του οποίου καταφέρει αλλεπάλληλα χαστούκια ο κος Σόιμπλε, μια επιρροή από την ταινία "Η Γραμματέας", ενώ τα πλαφ από τη χειροδικία θα ακούγονται στην αίθουσα.

Η μουσική επένδυση θα αποτελείται κατά βάση από κλασική μουσική, και ένα μιξάζ από τα αγγλικά του Ζιζέκ και ρεφρέν από Μπουγά και Φλωρινιώτη.

Από το ταβάνι θα κρέμεται με αλυσίδες εν είδει πολυελαίου Αιγύπτιος μετανάστης με μώλωπες, εκδορές και οιδήματα, ο οποίος κατά διαστήματα θα πετάει φέιγ βολάν διπλής όψεως: από τη μία θα γράφει χρυσαυγίτικα συνθήματα και από την άλλη την απόφαση του εισαγγελέα για τον βασανιστή φούρναρη.

Παράλληλα στην αίθουσα θα υπάρχει ζωντανό (διπλής ανάγνωσης) δρώμενο. Ο Θάνος Τζήμερος ντυμένος μπαλαρίνα θα εκτελεί πιρουέτες και σπαγγάτο συνδυάζοντας Δράση και Δημιουργία Ξανά.


Στην έξοδο της αίθουσας θα υπάρχει πάγκος όπου θα πουλιούνται CD με τα updates στην κουλτούρα της μεταπολίτευσης. 

Όλοι σε φωνάζαν χορηγό
κι ήξερες μονάχα να διατάζεις 
έτρεχα ξοπίσω σου κι εγώ 
για να μου τα στάζεις.    #ένα τραγουδάκι για το ανθρώπινο πρόσωπο των Τραπεζών και του ΟΠΑΠ

Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο
που ήξερε και έριχνε πολύ μπετόν  #για τον φίλο μας τον Babis τον Vovos

Πέρα στα πέρα campus (δις)
που είναι τα degrees #για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια 

5/11/12

Σπορτίγκα

Ακούς την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου από το στόμα του Μάλαμα, σε ένα κατάμεστο στάδιο από ανθρώπους που συνέρρευσαν για τη συναυλία αλληλεγγύης και οικονομικής ενίσχυσης των 15 συλληφθέντων της αντιφασιστικής μοτοπεριπολίας. Το κλειστό του Σπόρτιγκ γέμισε και οι ουρές απέξω φτάνανε μέχρι τον ΗΣΑΠ. Καμιά δεκαριά χιλιάδες άτομα τα υπολογίζουν.. Και δε σου λέω πως όλοι είχαν συνείδηση του σκοπού της συναυλίας. Κάποιοι πήγανε να ακούσουν Αγγελάκα, Μάλαμα, Ιωαννίδη και τους Illegal με μόνο 6 ευρώ. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Σημασία έχει που βρέθηκαν εκεί και φεύγοντας θα κατάλαβαν αυτά που καταλάβαμε όλοι: πως είμαστε πολλοί. Είμαστε ένα στάδιο κατάμεστο, ένα στάδιο πριν τη συνειδητοποίηση.

Όμως τα προηγούμενα χρόνια άκουσες την Μπαλάντα του κυρ Μέντιου, ξώφαλτσα έστω, από το στόμα του Νότη Σφακιανάκη σε πίστες. Από κάτω είχε μπράβους, ιδιοκτήτες μαφιόζους, κονσομασιόν, drugs. Κάτι μυστήριοι τύποι άνοιγαν φιάλες με ουίσκυ, οι παρκαδόροι αραδιάζανε τζιπάρες στη σειρά, οι λουλουδούδες έρραιναν μαδημένα γαρύφαλλα τον άρχοντα του κιτς, κάτι σκυλούδες χόρευαν τσιφτετέλια. Κι όλο αυτό θύμιζε τη σκηνή του πάρτυ στο Requiem for a dream. "Ass to ass" δίνει το παράγγελμα ένας από τους φραγκάτους και τα δυο call girls γίνονται αντικείμενο πλήρους εξευτελισμού.

Αργότερα, όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν, το
κατασκεύασμα της εγχώριας σόου μπιζ που ενσάρκωνε τον λαϊκό νεόμαγκα, που θέλει τη γυναίκα σκλάβα και κυρά, που αγαπάει με πάθος την πατρίδα του, που θρησκεύεται, που δηλώνει αναρχικός στις τηλεοράσεις και όταν τον ρωτάνε τη γνώμη του για τον Χριστόφορο Μαρίνο, ρωτάει με ντεμέκ μπλαζέ ύφος μασώντας την αιώνια τσίχλα "Ποιος είναι ο κύριος;" θα αποκαλύψει όλη τη φασιστική του σαβούρα. Αυτός και οι όμοιοί του. Και έχει λαϊκό έρεισμα γι' αυτό και οι πρωινατζούδες θα του δώσουν βήμα να εκφράσει τις φασιστικές του απόψεις, την απροκάλυπτη υποστήριξή του στη ΧΑ, η οποία μετατράπηκε από μπράβος των νυχτερινών κωλάδικων σε μπράβο κάθε λογής αφεντικού.

Κι όταν το όνειρο τελειώνει, όταν η Δεξιά μείνει ατάιστη, δε θα αρκεστεί ούτε σε ψήφο στη ΝΔ, ούτε σε ψήφο στην ακροδεξιά, αλλά στην εγκληματική οργάνωση της ΧΑ. Θα δράσει όπως έχει μάθει από τους γκεσταμπίτες, τους ρουφιάνους, τους δοσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, τους βασιλόφρονες, τους χουντικούς, τους βασανιστές, τους παρακρατικούς, τους τραμπούκους παππούδες της. Η Δεξιά απ' άκρη σ' άκρη καταλαβαίνει μόνο από μάσα.  Αν στερηθεί το μαμ, με ό,τι αυτό σημαίνει για το (υπ)ανθρώπινο είδος, θα μας κατασπαράξει. 

Ο εμφύλιος μαίνεται ακόμα και στο πολιτισμικό κεφάλαιο. Οι χρυσαυγίτες απλώνουν τη βρώμικη χερούκλα τους στην Μπαλάντα του κυρ Μέντιου και το ποίημα του Βάρναλη γίνεται το παιδί για το οποίο ερίζουν οι δυο γυναίκες και τη λύση δίνει ο Σολομώντας διατάσσοντας να το τεμαχίσουν στη μέση. Και τότε φαίνεται ποια είναι η πραγματική του μάνα. Εκχωρήσαμε οι φορείς του συγκεκριμένου πολιτισμικού κεφαλαίου το δικαίωμα να το μεταχειρίζονται οι σκυλάδες. Την ίδια ώρα όμως, η κακιά μητριά, αυτή που δεν της ανήκε το κεφάλαιο, επώαζε το αυγό του φιδιού. Κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά, την πρώτη μέρα, που λέει ένα άλλο τραγούδι, τόσο συνυφασμένο με την μεταπολίτευση, μια κουλτούρα που προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις στους μουτζαχεντίν του Μίλτον Φρίντμαν, τους νεοφιλελέδες, που ενισχύουν το  ιδεολογικό οπλοστάσιο τους μίσους στους νεοφασίστες.

Το μήνυμα είναι ένα και ισχυρό: το Σπόρτιγκ ήταν τίγκα. Είμαστε πάρα πολλοί και είναι λίγοι. Τους έχουμε. Να τους τσακίσουμε όπου τους πετύχουμε. Με όποιον τρόπο μπορούμε.


31/10/12

λοτταρία

Είχε διαβάσει κάπου ένα ποίημα που πήγαινε περίπου έτσι: I'll meet the one, near Christmas, around evening in some laundrette. Και τέλειωνε λέγοντας πως θα επλεναν μαζί ό,τι τους λέρωνε, να βγουνε έπειτα αγκαλιά στους στολισμένους δρόμους.
Έτριψε το βρώμικο τζην του στο γόνατο που ακουμπούσε στο στήθος του, έτσι όπως καθόταν στο τσιμεντένιο δάπεδο. Έτριψε ξανά το τζην ώσπου εμφανίστηκε ένα τζίνι. «Θέλω να με πας πίσω στο χρόνο». Μια mercedes έκανε όπισθεν καθώς αποχωρούσε με δυο πελάτες από το Savoy. Το τζίνι έτριψε λίγο το καραφλό κεφάλι του, τον κοίταξε με απορία σηκώνοντας τους ώμους και μετά, τσουπ, ξαναχωθηκε στο μαγικό ρουθούνι του.
Την επόμενη στιγμή ένα ακόμη λευκό σύννεφο ινδικής κάνναβης έβγαινε από τη μύτη του και σχημάτιζε συννεφάκια σκέψης που έγραφαν με κεφαλαία: Χιλιες και μία νύχτες. Ε;
Το έψιλον και το ερωτηματικό ήταν τυπογραφικό λάθος γιατί δεν είχε καμία ερωτηση κατά νου. Ήταν όλα κάπως απαντημένα. Ακόμα και το μεγάλο ερωτηματικό: ήταν αυτός ή κάποιος άλλος;
Το πολυκατάστημα πίσω του άρχισε να παίζει Brahms. Τα συννεφάκια της σκέψης τα έκαναν μαξιλάρι κάποια παχουλά γυμνά αγγελάκια που μετά έγιναν χερουβείμ του Ραφαέλο Σάντσιο, κι έπειτα τσάντες, κούπες, μπρελόκ, αυτοκόλλητα, ατζέντες και τετράδια.
Η ίδια μελωδία, με ίδια όργανα, όπως ακριβώς το νανούρισμα που ακολουθούσε το τράβηγμα ενός κορδονιού από την Μάμμυ. From organs to orphans. Τον εγκατέλειπε μέσα στις νότες. Κι  από την αγκαλιά της, τον παρέδιδε στην αγκαλιά του Μορφέα. Όμως αυτός θα πρέπει να ήταν ο πιο υπουλος molester στο Manchester. Όνειρα φριχτά.
Όπως αυτό το δίπατο κόκκινο αλλά ξεσκέπαστο λεωφορείο που κουβαλούσε τουρίστες από τη Leicester Square προς το Waterloo στην ονειρεμένη μητρόπολη του East End που η μπόχα του πάντα θα αναδίδεται από το ξεφύλλισμα της Ιστορίας.
Εκείνος καθόταν στο πεζοδρόμιο, με δυο πλαστικα κυπελλάκια. Το ένα για νομίσματα. Το αυτί μιας χαρτόκουτας έγραφε με μαρκαδόρο hunger απ' τη μια όψη, ενώ απ' την άλλη κάποιοι μεθυσμένοι πιτσιρικάδες χτες στον υπόγειο του έγραψαν με στυλό hungover.
Τράβηξε από την κωλότσεπη ένα δελτίο από τη χτεσινή λοτταρία και έφτυσε μια χλέπα.
Αυτό το τζην κάποτε το έβαλε μπουγάδα σε κοινόχρηστα πλυντήρια. Όταν το πήρε σπίτι βρήκε ένα φθαρμένο χαρτί στην τσέπη του παντελονιού. Το πέταξε. Θα πρέπει να είχαν περάσει χίλιες και μία νύχτες από τότε. Ήταν ένα λαχείο που' χε αγοράσει. Τους αριθμούς τους είχε καταπιεί ο κάδος της καθαριότητας. Δεν ήξερε: ήταν αυτός ή κάποιος άλλος; Αυτός ήταν ο υπερτυχερός εκείνου του τζακ ποτ, που ποτέ δε βρέθηκε. Καλύτερα. Στο άλλο κύπελο είχε ακόμα αχνιστό τσάι.




21/10/12

Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα

Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Πώς λέγονται οι γυναίκες που σιχαίνεσαι; Σιχαινόμουνα.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα, εκτός αν είχαν αλλάξει όνομα ή φύλο. Ή και τα δύο.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Γιατί όταν ήμουν παιδί είναι ένα τραγούδι που λέει ο Φραγκούλης που ερμηνεύει σα να παίζει σε τσόντα. Χωρίς συναίσθημα μόνο με επίδειξη αντοχής και προσόντων.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Είχα μια θειά που τη λέγανε Κυριακή και μια φορά, παιδί όταν ήμουνα, είχα βρει μια τρίχα στα μπιφτέκια, κοντή, χοντρή και σκουρόχρωμη, ίδια η θειά μου.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Είναι τραγούδι των Αφών Κατσιμίχα, και, avanti Mario: όταν ήμουν παιδί, είχα βρει μία τρίχα, όταν ήμουν παιδί, άκουγα Κατσιμίχα.
Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα. Δεν ξέρω αν σας το είπα.

16/10/12

η παρήχηση του "τ"


Τσιγγανάκι, τυφλό εκ γενετής. Πράσινα μάτια και ξανθά μακριά μαλλιά. Με προβλήματα, στην κίνηση, στην ομιλία. Λεπτό, ασθενικό, αμίλητο, με ασταθές περπάτημα. Σαν μικρή γοργόνα.
Δούλευα στην ψυχοθεραπευτική ομάδα. Είχα παει επίσκεψη στο σχολείο τυφλών, όπου παρακολουθούσε, μίλησα με όσους μπορούσα. Με τη διευθύντρια, τους εργοθεραπευτές, τις παιδαγωγούς, την μουσικό.
Πρόσθεσα πινελιές από το σχολείο στο ιατρικό ιστορικό. Που έμοιαζε γρίφος. Δύσκολο να υπερβούμε τις εσχατιές του πώς μάθαμε ώστε να καταλάβουμε τι λέει αυτή η γιαγιά που ήταν η αρχηγός της οικογένειας, οι δυο γονείς, οι σμπαραλιασμένοι από το πρόβλημα, από υπηρεσία υγείας σε υπηρεσία πρόνοιας και πάλι πίσω, κι ένα παιδάκι σχολικής ηλικίας που βύζαινε το δάχτυλό του.
Βρήκα το σχολείο, το μοναδικό για τυφλά παιδιά, νομίζω, υπό διάλυση. Περικοπές προσωπικού, επίσχεση εργασίας. Κι έβλεπες μπροστά στα μάτια σου να καταρρέει ό,τι είχαν φτιάξει με μεράκι. Και μπροστά στα μάτια σου έβλεπες τα μάτια των τυφλών παιδιών.
Περισσότερο κι από την αναπηρία της τυφλότητας, μου έπεφτε βαριά η διάλυση. Μα θα αφήσουν αυτόν τον οργανισμό να διαλυθεί; Ποιος υπογράφει τις καταδίκες; Δεν θα κριθεί ποτέ κανένας. Δεν φυλακίστηκαν ούτε καν οι βασανιστές της Χούντας, θα τιμωρηθούν όσοι έδωσαν εντολή να κλείσει το σχολείο των τυφλών παιδιών; Είναι οι σωτήρες μας. Μας γλιτώνουν από έξοδα. Μυρίζει πολύ Καιάδας. Χρυσαυγίτης και γκρεμός για τους αμέα.
Ρωτούσα λίγα, μου έλεγαν πολλά. Ανάμεσα στα άλλα, μου είπαν ότι το κοριτσάκι χόρευε εκπληκτικά και πως της άρεσε πολύ η μουσική. Αποτραβηγμένο καθώς ήταν, αυτό το στοιχείο μας ήταν χρησιμο για να το προσεγγίσουμε.
Την επόμενη μέρα θα του βάζαμε μουσική και θα βλέπαμε με τα μάτια μας πώς ένα παιδί τυφλό από πάντα ήξερε αλήθεια να λυγίζει τη μέση του και να κουνιέται στο ρυθμό του χορού της κοιλιας όπως μόνο οι ρομά μπορούν.
Αν είσαι τυφλός από μίσος, μπορείς και να επιβληθείς βρώμικα στο παιχνίδι με μπουνιές, κλωτσιές, βρισιές και μαχαιρώματα. Αν είσαι τυφλός, βλέποντας μόνο το κέρδος, μπορείς να γίνεις κυρίαρχος στο παιχνίδι, διαλύοντας με υπογραφές υγεία, πρόνοια, εκπαίδευση και περισσότερο ό,τι προσφέρεται στους ανήμπορους. Τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τόν τε νοῦν...
τά τ' ὄμματα εἶ....Το τσιγγανάκι γεννήθηκε τυφλό, αλλά είχε ομορφιά μέσα του. Ο Χάμεντ τυφλώθηκε από το ξύλο που του 'ρίξανε, αλλά είχε το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
Η επιδημία της τυφλότητας ξεπηδά μέσα από το βιβλίο του Σαραμάγκου και δες τι ωραία που απλώνεται. Εμείς εδώ γράφουμε πια με τυφλό σύστημα. Και μόνο γράφουμε και γράφουμε...

13/10/12

σάκος του (ιν)μποξ

Γυρνάει σπίτι του εξουθενωμένος. Κάνει log in στο Twitter. Είναι τυχερός. Στον πενταψήφιο αριθμό αυτών που ακολουθεί, μαίνεται κάποια μάχη. Συμμετέχει και κάποιο avatar που αντιπαθούσε από παλιά. Κάτι λέει που δεν του αρέσει. Του επιτίθεται. Ο άλλος αντεπιτίθεται. Ο καυγάς φουντώνει. Στα αυτιά της εκατέρωθεν συμμορίας ηχεί σα σφύριγμα το τελευταίο tweet. Χώνονται κι άλλοι. Γίνεται μπάχαλο. Κάποιοι γιουχάρουν τη συμπλοκή. Άλλοι πετάνε λεμονόκουπες, καγχάζουν. Οι δυο μονομάχοι αποσύρονται. Είναι έτοιμοι να αλληλομπλοκαριστούν. Να εξαλείψουν ο ένας το εχθρικό πρόσωπο  του άλλου. Όμως πριν από αυτό, ο  ένας μονομάχος γράφει στον άλλο με το  αντιπαθητικό avatar: «Δεν έχω κάτι προσωπικό μαζί σου. Συγνώμη αν φάνηκε έτσι». Ο άλλος απαντάει ψυχρά: ΟΚ. Και ο πρώτος συνεχίζει: «Mόλις είχα γυρίσει σπίτι από το μνημόσυνο της μητέρας μου».  Αποσιωπητικά. Ο άλλος το διάβασε ξανά και ξανά και ξανά. Τον συλληπήθηκε. Αντάλλαξαν μερικά μηνύματα ακόμη. Λίγη ώρα μετά εκλαιγαν μπροστά στις οθόνες τους και οι δυο. Ο καθένας για άλλους λόγους. Ένα δάκρυ του ενός έπεσε στο πληκτρολόγιο και ένα δάκρυ του άλλου στην οθόνη του iPad. Ταξίδεψαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εσμιξαν εκεί που το εικονικό μετουσιώνεται σε πραγματικό. Εκεί που γεννιέται κάτι που μπορείς να το πεις μετά και βίωμα.

Ο σάκος του μποξ είναι πάντα διαθέσιμος για όποιον πονάει. Αρκεί να κάνεις ένα log in, να βρεις κάτι που δε σου αρέσει και τόσο και που υπό άλλες συνθήκες θα το προσπερνούσες ή θα το συζητούσες νηφάλια. Αρκεί να βρεις κάτι που λίγο να διαφωνείς για να εκτονώσεις όλο το ζόρι που κουβαλάς από την πραγματική ζωή. Και τότε δεν θα σεβαστείς τους "φίλους" σου γιατί ζουν μόνο μέσα σε εισαγωγικά. Έξω από αυτά δεν υφίστανται. Όμως, αν έχετε μια φορά κοιταχτεί, αν εχετε ακούσει τη χροιά της φωνής ο ένας του άλλου, αν  έχετε τσουγκρίσει κάπου τα ποτήρια σας, αν έχετε κάποια στιγμή μοιραστεί στον έξω κόσμο, τότε οι φίλοι σου θα δείξουν κατανόηση. Και θα υπομείνουν τις μπουνιές. Τι κρίμα όμως που δεν θα μπορέσουν να σου χαϊδεψουν τα μαλλιά και να σε αγκαλιάσουν. Τι κρίμα τόση αναπηρία στην επαφή. Τι κρίμα τόσο μπλέξιμο στα δίκτυα. Τι κρίμα που δεν μπορούμε να ξεμπλέξουμε πια ούτε τα δάχτυλά μας από το net να πάρουμε ένα τηλέφωνο να ακούσουμε τη φωνή του άλλου...Δεν αφήνουμε τα "κρίμα" τώρα ρε μαλάκα να μου πεις τι σου συμβαίνει; Να μου πεις. Δε θέλω άλλη γραμματοσειρά. Φτάνει.


12/10/12

#Τι δεν καταλαβαίνεις;

Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. #Τι δεν καταλαβαίνεις; 
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί πέρα από τεχνητές οικονομικές κρίσεις, έχουμε στοκ και σιδερικά και πυραυλάκια και ερπύστριες να σε ξεκάνουμε;  #Τι δεν καταλαβαίνεις;
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί τους βλέπεις τους ψωριάρηδες τους μουσουλμάνους, τις θρησκευτικές φονταμεντάλες, πως είναι έτοιμοι να χύσουν το αίμα της λευκής φυλής στα χαρακώματα, ενώ εμείς, η νεοφιλελεύθερη Τζιχάντ, στο ρουφάμε με το καλαμάκι, σένιοι και κυριλέ; #Τι δεν καταλαβαίνεις;
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί τώρα από το αίμα σου το πολύ να χυθεί και καμιά στάλα στους ακάλυπτους που φουντάρει ο αυτόχειρας, αλλά δεν είναι η φτώχεια και ο ευτελισμός του, δεν είναι πως του γαμήσαμε την αξιοπρέπεια, αλλά τα "ψυχολογικά προβλήματά" του που τον οδήγησαν εκεί; #Τι δεν καταλαβαίνεις;
Πως σου λένε βούλωστο, γιατί τους βλέπεις τους ναζήδες στην Ελλάδα πως αλυχτάνε και πόσο όμορφα βουλή, αστυνομία, εισαγγελείς και μμε το κουκουλώνουν καθημερινά το θέμα για να διατηρηθεί η τάξις; #Τι δεν καταλαβαίνεις;
 Πως σου λένε βούλωστο και δούλευε να ξεπληρώσουμε τις τράπεζες, τι θες και τι ζητάς, όσο δεν ακούγεται οβίδα πάνω απ' το κεφάλι σου, θα σου στρίψουμε τη βίδα, ώσπου να σαλέψει τόσο το μυαλό σου που να μας είσαι ευγνώμων που ζεις σε μια ειρηνική χώρα στην ενωμένη Ευρώπη;  #Τι δεν καταλαβαίνεις;

8/10/12

"διαρκής αγώνας για την αξιοπρέπεια"

 Δε με νοιάζει σήμερα πώς το βλέπω αλλά πώς θα το κρίνω σε δέκα χρόνια, είχες πει σε ένα φιλικό σου πρόσωπο πριν λίγες μέρες συζητώντας για κάποιο εγχείρημα. Η επίγνωση της ιστορικότητας των στιγμών τροχίζεται κάθε μέρα τα τελευταία χρόνια. Κάθε μέρα. Και έτσι, όπως ξαφνικά βρέθηκαν όλοι να' ναι μέσα στο Πολυτεχνείο τη νύχτα της μεγάλης σφαγής, αργότερα θα ερίζουμε ποιος την είχε μεγαλύτερη την αγωνιστικότητα.

Ποιος πόσταρε περισσότερα links από ΜΜΕ και social media στο wall του Facebook; Ποιος παρακίνησε περισσότερο για διαδηλώσεις, απεργίες, συλλαλητήρια και αγανάκτηση; Ποιος είπε τα πιο ευφυή λογοπαίγνια της μνημονιακής περιόδου της νεότερης νεοελληνικής ιστορίας; Ποιος έγραψε τα πιο λάβρα κείμενα ενάντια στην τρόικα και τους ημεδαπούς βαστάζους της; Ποιος σατίρισε περισσότερο το ξεπούλημα της ΔΗΜΑΡ, την άνοδο της ΧΑ και την κυβέρνηση Σαμαρά με το παρελκόμενο ΠΑΣΟΚ; Και τελικά ποιος είναι ο μεγαλύτερος αντιφασίστας;

Είμαστε ανήμποροι μπροστά στις αποφάσεις που παίρνονται ερήμην μας. Εκατομμύρια ψυχές κι όμως είμαστε ένα τίποτα μπροστά σε μία καγκελάριο που με τη σειρά της είναι σχεδόν αχυράνθρωπος μπροστά στο κεφάλαιο και τις αγορές που της δίνουν το τέμπο.

Κι όμως. Ο αγώνας δεν είναι να κερδίσεις το παιχνίδι αλλά να διατηρήσεις την αξιοπρέπειά σου.

Ο αγώνας του Ζόρζ και της Αν Λοράν δεν είναι να νικήσουν τον θάνατο, στην "Αγάπη" του Μάικλ Χάνεκε, είναι να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Κι ο αγώνας τους είναι ένα μαρτύριο. Τότε, μέχρι και τα περιστέρια υποδύονται άψογα τον ρόλο τους. Να κυνηγάς ένα περιστέρι που εισέβαλλε στο σπίτι, μόνο για να χαϊδέψεις κάτι ζωντανό, όταν στο διπλανό δωμάτιο αποσυντίθεται το πτώμα του πιο αγαπημένου σου ανθρώπου...Κι όμως. Η αντίφαση είναι πάντα εδώ. Σε μια στιγμή παραφοράς, θα χαστουκίσεις την τετραπληγική γυναίκα σου, που αγαπάς τόσο, ώστε να μην την εγκαταλείψεις σε οίκους ευγηρίας ή στα χέρια μιας ανάλγητης αποκλειστικής νοσοκόμας και θα την βοηθήσεις τελικά στην εθελούσια έξοδο που είχε αποπειραθεί, όταν η ύπαρξή της έχει πια ευτελιστεί.

Και θα μου θυμίσει μια αληθινή ιστορία. Στις 24/9/07, ο Γάλλος φιλόσοφος André Gorz στα 84 του αυτοκτόνησε μαζί με τη σύντροφό του Dorine. Η Dorine, στα 83 της έπασχε από ανίατη ασθένεια και δεν είχε ελπίδες να ζήσει για πολύ ακόμη. Το ζευγάρι αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του, αφού ο ένας από τους δυο θα έφευγε από τη ζωή. Πριν από ένα χρόνο ο Gorz έγραφε για τη γυναίκα του "Μόλις έγινες 82. Κι όμως είσαι ακόμα όμορφη, σπλαχνική και επιθυμητή. Έχουμε ζήσει μαζί 58 χρόνια και σ'αγαπώ περισσότερο από ποτέ."

Στον ιδιωτικό βίο μπορείς να είσαι άνθρωπος, να έχεις βάθος, να έχεις αντιφάσεις, να αγαπάς. Στο δημόσιο βίο τίποτα από αυτά δε χωράει. Πρέπει να είσαι μονολιθικός, σαφής, αποφασισμένος,  αφοσιωμένος, αταλάντευτος, κι όλα αυτά τα ωραία.

Τα πιο ωραία συνθήματα στους τοίχους θα είναι πάντα μα πάντα αυτά που υπογράφονται με το αλφάδι και τα συνώνυμά του.


Σημασία, νομίζω, δεν έχει ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω, αλλά πώς πάω. Με επίγνωση κι αξιοπρέπεια. Τα ελάχιστα.



6/10/12

πλαστική σακούλα

Την ώρα που χτύπησε το τηλέφωνό της, πίναμε τα τελευταία ούζα του καλοκαιριού πού 'χα κάβα από τη Λέσβο και που τ' άνοιγα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Απόψε η φίλη μας γιορτάζε κάτι πολύ δικό της, κάποιο γονιμοποιημένο ωάριο που βρήκε τη θέση του στη φωλιά της, κάποιο φιλί από κάποιον που προσδοκούσε καιρό ή ότι τελικά βρέθηκαν τα χρήματα για κείνο το ταξίδι που λαχταρούσε. Κι εμείς τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας και εύχομασταν σε κείνη και στην υγεία μας πάνω από όλα.
Ώσπου κουδούνισε το τηλέφωνό της.  Αυτός. Βαριά ανάσα, κοφτές προτάσεις, λαχανιασμένη απόγνωση. Σε μισή ώρα χτυπούσε το κουδούνι. Πάλι αυτός. Χλωμός, με μάτια πρησμένα απ´ το κλάμα, βραχνιασμένος από τις κραυγές, τρέμουλο κι ιδρώτας στις παλάμες, βήμα αδέξιο.
Κάθησε. Να σου φτιάξω κάτι να τσιμπήσεις; Να βάλω να πιεις;
Ούτε να φάει, ούτε να πιει. Δεν είχε καπνίσει ποτέ στη ζωή του αλλά ζήτησε ένα τσιγάρο. Δεν του δώσαμε από τα βιομηχανικά. Του στρίψαμε ένα να το φχαριστηθεί.  Άφησε πλάι στην καρέκλα, μια πλαστική σακούλα που είχε μέσα μια οδοντόβουρτσα τυλιγμένη σε χαρτί κουζίνας, ένα σώβρακο, το παντελόνι της πιτζάμας, τον φορτιστή του κινητού, ένα κουκλάκι πάνινο της κόρης του και δυο μετάλλια. Το ένα αργυρό, το άλλο χάλκινο.
Τον έδιωξε απόψε η γυναίκα του από το σπίτι. Δεν είχε πού να πάει. Κι ούτε λεφτά για ξενοδοχείο. Τηλεφώνησε στην πρώην του, που κάτι γιόρταζε απόψε μαζί μας και τον υποδεχτήκαμε στο σπίτι. Κάπνιζε ρουφώντας ελαφρά τον καπνό. Χλώμιασε κι άλλο. Του έδωσα ένα ποτήρι νερό. Δεν μιλούσε. Και τι να πει; Τα ξέραμε όλα ήδη και ήξερε πως ξέραμε.
Πως δηλαδή πήγε και παντρεύτηκε μια γυναίκα που ποτέ δεν ερωτεύτηκε, πολλά χρόνια μεγαλύτερή του, δεσποτική, αδιάφορη γι' αυτόν και τον πρωταθλητισμό του, κλεισμένη σε ένα σπίτι- φρούριο των 95 τετραγωνικών, ψυχαναγκαστική με την καθαριότητα και τα ωράρια, που είχε την πρόνοια, πριν τα ωάριά της κατεβάσουν ρολά να μείνει έγκυος με τον αθλητή του άλματος επί κοντώ.
Όταν τον γνώρισε η φίλη μας, αυτός ήδη προπονούταν επαγγελματικά, ενώ εκείνη ήταν γυμνάστρια σε σχολείο. Είχαν συναντηθεί σε κάποιον σύλλογο και ενώ ήταν ήδη παντρεμένος, λίγους μήνες πριν, της την έπεσε στεγνά και λίγο καιρό μετά σχεδόν συζούσαν, ενώ η τροφός του περίμενε καρτερικά να τελειώσει το ειδύλλιο και να επιστρέψει σε κείνη. Ήξερε πως καμία γυναίκα δεν θα έπαιζε το ίδιο καλά το ρόλο της, να παρέχει στέγη (νεόδμητο σε καλή περιοχή), τροφή (μαγειρευτό της πεθεράς του στον κάτω όροφο), χαρτζιλίκι (ο πρωταθλητισμός είναι όλα ή τίποτα και προς το παρόν ήταν κοντά στο τίποτα από οικονομική άποψη) και όλη την ασφάλεια που ζητούσε ένας απένταρος αθλητής προκειμένου  από φέρελπις να μετατραπεί σε πρωταθλητή. Σε αντάλλαγμα θα της πρόσφερε το σπέρμα του και ένα στέρνο να κουρνιάζει το κεφάλι της τους χειμώνες.
Όμως αυτός κάθε μέρα έβλεπε γυμνασμένα μπούτια σε καυτά σορτσάκια, τουρλωτά κωλαράκια, γραμμωμένες κοιλιές που πρόβαλλαν γυμνές, στητά στήθη, ιδρωμένα κορμιά, ασθμαίνοντα στην εξάσκηση. Αλλά κυρίως έβλεπε το όμοιό του, σώματα που έδιναν μάχη με την αντοχή και είχαν προορισμό την υπέρβαση του ορίου τους. Όπως στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, όπου εκθειάζεται η ομοφυλοφιλία, που' ναι η αγάπη για το όμοιό μας: "Λένε βέβαια μερικοί γι΄αυτούς ότι είναι αναίσχυντοι, αλλά δεν το κάνουν αυτό από αναισχυντία, αλλά από θάρρος και ανδρεία και αρρενωπότητα, προτιμώντας το όμοιό τους".
Αυτός δεν ένιωθε ομοφυλόφιλος αλλά ομοψυχόφιλος. Ένιωθε πως με τις συναθλήτριές του κάτι τον έδενε, κάτι βαθύ. Κι έτσι το ένα αίσθημα έγινε δύο και ο μονοψήφιος αριθμός ερωμένων έγινε διψήφιος. Και όσο αυξανόταν η καταπίεση στο σπίτι, τόσο ξέδινε σε ξένα κορμιά, κι όσο ξέδινε, τόσο περισσότερο δεν κέρδιζε ούτε τα προς το ζην, κι όσο έμενε άφραγκος, τόσο μεγάλωνε η εξάρτησή του από την τροφό και τόσο θεωρούσε αδιανόητο είτε να χωρίσει, είτε να σταματήσει το σήριαλ φάκιν.
Ώσπου κάποτε έκανε κι αυτό που θεωρούσε ταμπού μέχρι τότε, να πηδήξει κάποια γκομενα στις τουαλέτες της προπόνησης. Για την ακρίβεια, με αυτή τη γυναίκα είχε διατηρηθεί η σχέση για καιρό, το σκέφτονταν κι οι δυο να ζήσουν μαζί, ήταν η πρώτη φορά που του περνούσε από το μυαλό να δραπετεύσει από την μέγγενη της οικογενειακής εστίας, που είχε μπει με τη θέλησή του - αλλά και τι είναι η βούληση όταν δεν έχεις άλλη επιλογή με κάτι γονείς που ποτέ δε μπόρεσαν να τον στηρίξουν  στα μεγάλα του όνειρα και μια φυσική προδιάθεση στην ανημποριά ο ίδιος.
Όμως αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτό από τον συναθλητή της ερωμένης του, έναν Χρυσαυγίτη, που δεν θα μάθουμε ποτέ αν έδρασε έτσι επειδή την ποθούσε, ή αν στο ταραγμένο του κεφάλι ήταν ηθικά κατακριτέο αυτό που έκανε ο παντρεμένος και όφειλε να τιμωρηθεί.
Έτσι ώστε όχι μόνο ανέβηκε στη λεκάνη και κατέγραψε στο κινητό του το ζευγάρι που έκανε σεξ, αλλά φρόντισε να ενημερώσει την απατημένη σύζυγο με το πιο κατάλληλο πειστήριο.
Τώρα μπροστά μας δεν ήταν πια ένας μπρατσωμένος άντρακλας, για τις σεξουαλικές επιδόσεις του οποίου είχαμε πληροφορηθεί παλιότερα από την φίλη μας που μάλιστα μεγάλη καρδιά εκείνη, μας άφηνε να τον ζαχαρώνουμε. Μπροστά μας ήταν ένα ερείπιο. Ένα υπέροχο εξωτικό πουλί που το είχαν διώξει απ΄το κλουβί και που φαινόταν πως δεν ηξερε να ζήσει εκτός φυλακής.
Καθώς γυρνούσα απ' την κουζίνα με μια ποικιλία ούζου για πάρτη του, την ακούμπησα μπροστά του κι έπειτα βρήκα την ευκαιρία να τον πλησιάσω απο πίσω, χούφτωσα τα δυο του μπράτσα, έσκυψα κοντά στο αυτί του, μύρισα θέλοντας και μη το άρωμά του ώστε να μου κοπούν τα γόνατα και του είπα:
Η Χρυσή Αυγή θα μας κλείσει και τα σπίτια.
Γέλασε αυθόρμητα και στράφηκε κατά το μέρος μου, έτσι ώστε η ανάσα του πέρασε από τα ρουθούνια μου καρφί στο σημείο του εγκεφάλου που εκκρίνει την ορμόνη του έρωτα. Κι εκείνος είδε στο δικό μου χαμόγελο ένα ακόμη φιλόξενο κλουβί διαθέσιμο για την σπάνια ομορφιά του.
Μια από τις επόμενες μέρες μια ομάδα νταγλαράδων, ομοϊδεατών του καταδότη, θα του έστηνε ενέδρα έξω από το στάδιο για να μετατρέψουν το παραδείσιο πτηνό σε κάτι που μόνο αποστροφή προκαλεί. Δεν είδε ποιοι τον χτύπησαν. Του έκαναν κεφαλοκλείδωμα, του πέρασαν πισώπλατα, πάντα πισώπλατα, στο κεφάλι μια πλαστική σακούλα σούπερμαρκετ ίδια με κείνη που' χε το πάνινο κουκλάκι της κόρης του και τον χτυπούσαν παντού. Παραγγελιά της γυναίκας του στον καταδότη. Μόνο που την κουκούλα, την πλαστική, τη φορούσε τώρα το θύμα όχι ο καταδότης.
Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μας παρέδωσαν τα υπάρχοντά του σε μια άλλη πλαστική σακούλα.
Δεν ήταν ο άντρας που θα έφερνε στο σπίτι πλαστικές σακούλες με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Ήταν αυτός που ήθελε να φέρει το χρυσό μετάλλιο αλλά έφερνε σακούλες ματωμένες, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο.

1/10/12

άρρεν αρτιμελές

Και τώρα, αν θέλεις πάλι τα ίδια να λέμε, πάλι ο κορμός του σεναρίου ίδιος με ελάχιστες παραλλαγές στην πλοκή και πάντα διαφορετικά προσωπεία κι ονόματα για να μην πλήττει το κοινό, τότε κλικ στο Χ και κλείνει η αυλαία πριν αρχίσει το έργο.
Γιατί τι να μου πουν και τι να σου πω κι εγώ, από δω ψηλά, από τον θρόνο της Μητρότητας, τα ονόματα που αποτελούν την επικαιρότητα. Ποιος ασχολείται με την επικαιρότητα όταν έχει γεύση αιωνιότητας στα χείλια...
Ξαφνικά, από τη μια μέρα στην άλλη, γίνεσαι ένα σώμα που σπαράζει από τον πόνο, που σκίζεται στα δυο φέρνοντας την ύπαρξη.
Ένας κόσμος φτιαγμένος από τον άνδρα για τον άνδρα με τον άνδρα. Ένας κόσμος που άγεται και αποθεώνει το ανικανοποίητο, που το χρημα δε μπορεί να εχει τέλος. Που διψά για ισχύ, για γραβατωμένη εκμετάλλευση και επιβολή.  Που νομιμοποιεί και υπηρετεί τη βία και τη λέει σώματα ασφαλείας. Κι επειτα κάποια γραβάτα προεδρεύουσα θα την κάνει την αρπαχτή αφαιμάσσοντας τα ταμεία που γέμισαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Κι έπειτα κάποια στολή θα δυσανασχετήσει με τον ανενεργό της οπλισμό που της χρηματοδότησαν αυτοί που ποτέ δε ρωτήθηκαν. Και το χρημα θα κάνει φτερά και η ερπύστρια μπορεί να κυλήσει παραέξω.
Μου λες, γιατί ποτέ δεν αναφέρω ονόματα σε όσα γράφω. Γιατί σιχαίνομαι. Γιατί αν λεκιάσω τον χώρο μου με το όνομα του καθενός από αυτούς, πώς έπειτα θα γράψω για τον Θέοφιλο, τον ζωγράφο που έζησε στον πλάτανο... Και για κάποιον άλλο στο πιθάρι, και κάποιον σε σπηλιά, και άλλον, ακόμα πιο άσημο, Νικόλας μπορεί σε κάποιο ψιλικατζίδικο μια σταλιά της Καλλιδρομίου. Ή ακόμα πιο άσημο, κάπου αποκομμένος από αυτόν τον κόσμο.
Χτυπάει το τηλέφωνο, είναι η γιαγιά μου. Από τα πιο γερά μυαλά που έχω γνωρίσει. Μόλις ακούω τη φωνή της σπάω, σπάει κι εκείνη, παριστάνουμε όπως πάντα, τις δυνατές. Που γέννησε τα τρία παιδιά της στο σπίτι. Που τη σκεφτόμουν όσο πονούσα. Ότι έτσι πρέπει να κάνουμε εμείς οι δυνατές γυναίκες. Έτσι πρέπει να γεννάμε, έτσι να ζούμε. Και θα μου μάθει και πώς πεθαίνουμε. Έτσι πρέπει να είμαστε. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Ούτε σκέτα μουνιά, ούτε σκέτη εικόνα, ούτε σκέτο σφουγγαροπανο, ούτε σκέτη παραγωγή, ούτε σκέτη αναπαραγωγή. Ολοκληρωμένες υπάρξεις. Τον κοιτώ με τόση προσήλωση που θα νιώθει κάποια θέρμη από το βλέμμα μου ακόμη και με τα μάτια του κλειστά. Ένα άρρεν αρτιμελές που λένε τα γραφειοκρατικά κατάστιχα. Και το όνομα αυτού Οδυσσέας.

16/9/12

ο παιδικός μας φίλος, ο φασίστας

Παιδικός φίλος του άντρα μου. Καλό παιδί. Τον γνώρισα πρόσφατα που πήρε μετάθεση εδώ. Είχε έρθει σπίτι να κουβεντιάσουν γιατί χώρισε με την κοπέλα του και ήθελε κάπου να τα πει. Με φώναξαν να τους πω τη γνώμη μου. Τον άκουσα προσεκτικά -και ξέρεις πώς οι ερωτευμένοι περιγράφουν γλαφυρά όλη την ιστορία τους, όπως ο άρρωστος άνθρωπος το ιστορικό του στο γιατρό - και κατάλαβα πως τα ζητήματά του είναι η ερωτική ζήλεια που ένιωθε ο ίδιος και η εμπιστοσύνη του που είχε κλονιστεί, μάλλον δίκαια, όπως νόμιζε. Του εξήγησα πώς η ζήλεια είναι κάτι που περνάει, πως την είχα βιώσει κι εγώ για δυο χρόνια περίπου με τον φίλο του και τώρα δεν υπάρχει ίχνος και όσο για την εμπιστοσύνη χτίζεται με τον χρόνο.

Το σημαντικό στις σχέσεις, εμπειρικά μιλώντας, είναι να τοποθετείσαι με όμοιο τρόπο με τον άνθρωπό σου απέναντι σε σημαντικά θέματα της ζωής -να έχεις όμοιο αξιακό σύστημα ήθελα να πω αλλά δεν ήθελα να αρχίσω τα πρυτανικά. Του εξήγησα πως εγώ και ο φίλος του είμαστε μαζί, παρ' όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν λόγω συμβίωσης επειδή στεκόμαστε με όμοιο τρόπο απέναντι στα βασικά: οικογένεια, θρησκεία, φίλοι, πατρίδα, ψυχαγωγία, κουλτούρα, καριέρα, λεφτά κλπ. Τον ρώτησα αν είχε σκεφτεί πώς τα πήγαιναν με την κοπέλα του σ΄αυτά τα θέματα. Κι εκεί άρχισε να ξεδιπλώνεται η παράνοια.

Το έχει ρίξει στο Χριστιανισμό, μας είπε αρχικά. Πως αποφάσισε να νηστεύει Δευτέρα και Τετάρτη και να πηγαίνει πιο τακτικά στην Εκκλησία. "Πάς καλά ρε;" ήταν η αναμενόμενη αντίδρασή μας, γελώντας. Και εκεί πια βρήκα την ευκαιρία να τον ρωτήσω τι ψήφισε στις εκλογές. Και όταν απάντησε "Χρυσή Αυγή", κι ενώ το περίμενα, χτύπησε δυνατά και γρήγορα η καρδιά μου όπως αν μου ανακοίνωνε ο εραστής μου πως με πρόδωσε κάνοντας έρωτα με άλλη γυναίκα. Και τότε έμελλε να γίνουμε μάρτυρες της πλήρους διαστρέβλωσης της Ιστορίας και της πραγματικότητας μέσα από τις θέσεις του χρυσαυγίτη φίλου μας. Πέρασε μιάμιση μέρα για να συνέλθω, να μπορώ να μιλήσω δηλαδή χωρίς να έχω ένα βαρύ ψυχοπλάκωμα και να γελάσω και λίγο να ξεχαστώ.

Ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να μας κηρύξουν πόλεμο πολύ σύντομα.
Μα δεν καταλαβαίνεις πως επειδή είσαι στρατιωτικός τα βλέπεις όλα αυτά κοντόφθαλμα, πως είναι κάτι σαν επαγγελματική διαστροφή να αναπαράγετε το μύθο ενός επικείμενου πολέμου; Είναι σαν ένας σχολαστικός φιλόλογος να ακούει να μιλάμε και να επισημαίνει τα λάθη μας, ένας ψυχίατρος να μας ακούει να μιλάμε και να αναγνωρίζει ψυχοπαθολογίες. Για να δικαιολογείτε το μισθό σας διαιωνίζετε την απειλή του οθωμανού εχθρού.

'Οτι το Αιγαίο είναι γεμάτο πετρέλαιο και πως αυτός δε θέλει να κατεβάσει τα βρακιά να μας τα πάρουν όλα οι Τούρκοι και προτιμά να σκοτωθεί στον πόλεμο προκειμένου να υπερασπιστεί την πατρίδα του.
Τα πετρέλαια είναι η πατρίδα σου; Τα πετρέλαια, όπως και τα χρυσωρυχεία, όπως και ό,τι αποφέρει πλούτο θα είναι του Νιάρχου, του Αλαφούζου, του Λάτση, του Βαρδινογιάννη, του Κόκκαλη κλπ και των πολυεθνικών. Στην τσέπη σου θα μπούνε ρε τα λεφτά που θα προκύψουν από την εξόρυξη πετρελαίου, αν υπάρχουν πράγματι κοιτάσματα, και δε σας τα λένε έτσι, εσάς των μισθοφόρων και δεν κουβαλάτε ένα άδειο κιβώτιο όπως το μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου; Κάπως έτσι του απαντήσαμε, με δικά του λόγια, με λόγια απλά και που να μην τον εξοργίζουν. Δεν θέλαμε να τσακωθούμε μαζί του αλλά να τον μεταπείσουμε.

Ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν υπήρξαν ουδεπώποτε ομοφυλόφιλοι.
Του θυμίζω στο Συμπόσιο του Πλάτωνος τη σκηνή που εισβάλλει τρεκλίζοντας στον χώρο ο Αλκιβιάδης, ο γκόμενος και μαθητής του Σωκράτη, και μεθυσμένος καθώς είναι κάνει σκηνή ζηλοτυπίας στο Σωκράτη, που τον είχε καλέσει σπίτι του, κοιμήθηκε δίπλα του και δεν κάνανε έρωτα και πόσο ταπεινωτικό ήταν αυτό για τον πανέμορφο νέο που ήταν ερωτευμένος μαζί του. Με αμφισβήτησε. Λες να θυμάμαι λάθος; Το διάβασα το '93. Κατεβάζω το βιβλίο, βρίσκω ένα τυχαίο απόσπασμα που είχα σημειωμένο. Του το διαβάζω μεταφρασμένο. Αμφισβητεί την μετάφραση, πως τάχα την έχει κάνει κάποιος "συριζαίος" που προσπαθεί να βγάλει πούστηδες τους προγόνους μας. Του διαβάζω το πρωτότυπο. Μέχρι και ο άντρας μου, που είναι των θετικών επιστημών, καταλαβαίνει τι λέει το αρχαίο κείμενο. Σημείωσε ο φίλος μας ο ψηφοφόρος της ΧΑ τον στίχο ώστε να τον πάει σε μια πανεπιστημιακό που παραδίδει αφιλοκερδώς - το κέρδος είναι να εκθρέψει εθνικιστές και να εκκολάψει χρυσαύγουλα, η παλιοκαριόλα, αλλά ούτε αυτό το είπα- φροντιστήρια αρχαιολοελληνικής γραμματείας, να του τον ερμηνεύσει.

Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να νομιμοποιήσει γάμους ομοφυλοφίλων και πώς θα μας φαινόταν το δικό μας το παιδί να πηγαίνει να παίξει στην παιδική χαρά και να βλέπει δυο άντρες να φιλιούνται;

Η απάντηση θα ήταν πως επιτέλους θα έβλεπε δυο ανθρώπους να φιλιούνται γιατί εμείς οι straight μικροαστοί γονείς φιλιόμαστε μόνο στα κρυφά για να αναπαράξουμε το είδος. Αλλά του είπε ο φίλος του πως έχουν δικαίωμα κι αυτοί να ζήσουν μαζί νορμάλ, να τύχουν των ευνοϊκών νομικών διατάξεων που έχουμε τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια κλπ.

Να κλείσουμε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ό,τι το διαφορετικό και να το εκτελέσουμε για να μη βρωμίζει η κοινωνία μας; Μου έρχονται σκηνές από την Εκλογή της Σόφι. Με αυτή την έννοια, αν στην παιδική χαρά έρθει ένα παιδάκι με ψυχική ασθένεια, και τρώει τα σκατά του, τι θα κάνει το δικό μου το παιδί, που είχε την τύχη να μην είναι διαταραγμένο το μυαλουδάκι του, θα μιμηθεί το άλλο και θα τρώει κι αυτό τα κακά του; Άρα να εκτελέσουμε και τους ψυχικά πάσχοντες μη μας κολλήσουν την τρέλα τους, μη τους βλέπουν τα παιδιά μας και πάθουν καμιά ζημιά.

Ότι οι υποθέσεις για τις οποίες κατηγορείται ο Κασιδιάρης είναι λάσπη αφού οι μάρτυρες κατηγορίας προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και πως οι Χρυσαυγίτες δεν έχουν μαχαιρώσει μετανάστες. Όλα αυτά είναι προβοκάτσια.
Και εδώ μέσα να σου φέρω έναν αναρχικό ή έναν μετανάστη με τα έντερα έξω και δίπλα τον μαχαιροβγάλτη, πάλι ο μαχαιροβγάλτης θα αρνηθεί πως είναι χρυσαυγίτης. Αυτό δεν κάνουν όλοι οι εγκληματίες; Πώς μπορείς να πειστείς; Δε σου αρκεί πως οι ίδιοι οι βουλευτές καταλύουν κάθε έννοια δημοκρατικού διαλόγου τραμπουκίζοντας και ρίχνοντας γροθιές σε γυναίκες on camera και κάθε έννοια κράτους δικαίου όταν κατεβαίνουν σε ρατσιστικά πογκρόμ στα παζάρια και τις λαϊκές πάλι παρουσία κάμερας; Τι παράδειγμα δίνουν έτσι σε εσάς τους ψηφοφόρους τους; Τι μήνυμα σας μεταδίδουν αν όχι της ωμής βίας, της αυτοδικίας κλπ;

Ότι το κακό με τους λαθρομετανάστες (sic) έχει παραγίνει και πως είδε κάποτε δυο Πακιστανούς να θέλουν να καθαρίσουν το παρμπρίζ μιας κοπέλας και επειδή αρνήθηκε έπιασαν να κουνάνε το αμάξι της.
Πόσους μετανάστες έχεις δει συνολικά στη ζωή σου στα φανάρια που περνάς; Για κάνε έναν υπολογισμό. Και πόσους έχεις δει να εκδικούνται επειδή ο οδηγός αρνήθηκε τις υπηρεσίες τους;

Ότι οι λαθρομετανάστες βιάζουν καθημερινά κοπέλες και μικρά παιδιά.
Και τι; Τυχαίνουν ασυλίας από τα ΜΜΕ και δεν τα μαθαίνουμε; Ή μήπως οι διάφοροι "δράκοι" των Σέιχ Σου και τα κυκλώματα παιδεραστίας δεν αποτελούνται από Έλληνες;

Ότι οι μικροπωλητές χωρίς άδεια καλώς εκδιώχθηκαν στη Ραφήνα και στο Μεσολόγγι.
Η οικονομία από αυτούς που πουλάνε αναπτήρες και αντικουνουπικές ρακέτες και μπρελόκ κατέρρρευσε. Είναι θρασύδειλοι, άνανδροι. Τους τσαμπουκάδες να πάνε να τους κάνουν αλλού, εκεί που' ναι το χρήμα, όχι σε κάτι ταλαίπωρους 50 κιλά ανθρωπάκια που κοιτάνε να επιβιώσουν πουλώντας μικροπράγματα.

Ότι το "εγέρθητι" καλώς ειπώθηκε γιατί είναι αρχή τους να σηκώνονται όρθιοι όταν εισέρχεται ο αρχηγός τους.
Ο αρχηγός σας. Δικός σας είναι. Δεν είναι των ρεπορτατζήδων που πήγαν να καλύψουν το ρεπορτάζ.

Ότι ας αποχωρούσαν όσοι δε σέβονταν τον κανόνα αυτόν.
Και κάπου εδώ η λογική σταματάει. Δε μπορείς να κάνεις διάλογο με τη μη-σκέψη.

Είπαμε κι άλλα. Τι σημασία έχει... Η φασιστική παράνοια, όταν κατακλύσει το κεφάλι σου, δεν έχει τέλος. Ο άνθρωπος αυτός δηλώνει ότι είναι κατά της βίας.

Στην αρχή της κουβέντας του έλεγα: "Σκέψου πού γεννήθηκε αυτός ο άνθρωπος, πώς ζούσε, πώς έφτασε ως εδώ και πώς ζει; Άνθρωπος είναι, όπως εμάς. Δεν τον λυπάσαι;" Έσκυβε το κεφάλι και παραδεχόταν πως τον λυπάται. Στο τέλος, καθώς έφευγε, έσκυψε να με φιλήσει στο μάγουλο, όπως πάντα. Άθελά μου, τραβήχτηκα προς τα πίσω. "Τι; Επειδή είμαι χρυσαυγίτης δε θα με αποχαιρετάτε τώρα;" ρώτησε με παράπονο. Ένιωσα τεράστια θλίψη. Θα προτιμούσα να ένιωθα οργή. Μ' αυτήν ξεμπερδεύεις πιο εύκολα.

Και τώρα θα γίνω αναγκαστικά δυσάρεστη με τους δικούς μας. Οι αριστεριτζήδες δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να εντείνουμε το εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Οι περισσότεροι ούτε που έχουν μιλήσει με χρυσαυγίτη, ούτε που ήξεραν τι είναι η ΧΑ μέχρι που μπήκε στη Βουλή. Κι όμως, σε αδρές γραμμές, η στάση μας είναι να κόβουμε την καλημέρα σε όσους ψήφισαν ΧΑ αδιακρίτως. Και αυτό είναι λάθος. Δεν εννοώ ότι θα πρέπει να βγούμε με το φανάρι του Διογένη να αναζητούμε έναν...υπάνθρωπο ώστε να του κάνουμε κατήχηση για το πόσο λάθος ήταν η εκλογή του, αλλά όταν, όπως στην περίπτωση που συζητάμε, ο άλλος δεν είναι οργανωμένος και δηλώνει πως διαφωνεί με τα μαχαιρώματα και έχει φάει μεν πλύση εγκεφάλου αλλά βλέπεις ότι υπάρχει ένα περιθώριο να αλλάξει μυαλά, τότε είναι η ελάχιστη υποχρέωσή μας να συνομιλήσουμε μαζί του. Διαφορετικά, απλώς νανουρίζουμε τη συνείδησή μας ότι είμαστε και γαμώ τους αντιφασίστες και επιδεικνύουμε ο ένας στον άλλο, με like και με share, πόσο αντιφά είμαστε, ενώ στην ουσία δεν εμποδίζουμε ούτε στο ελάχιστο την επέλαση του φασισμού σε καθημερινό επίπεδο. Η ελάχιστη υποχρέωσή μου είναι να βρω με ποιον τρόπο ο δικός μου άνθρωπος θα καταλάβει τι σημαίνει ψήφος ή έστω συμπάθεια ή έστω ανοχή προς τους ναζήδες και να τον εφαρμόσω. Το να γυρνάμε την πλάτη στο πρόβλημα δε το λύνει.


11/9/12

quite emotional now, not making sense

Και τι νομίζεις; Δε μου λείπει ο αδερφός μου; Δεν στεναχωριέμαι που δεν του μιλάω πια; Αλλά δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να μπει ένα όριο.
Κι αν αγαπάς τον άλλο τον οριοθετείς γιατί πρώτα πρώτα αγαπάς τον εαυτό σου και δε θες να υπερβαίνει τα εσκαμμένα σου, θες να σε σέβεται. Και δε με σεβάστηκες ως γυναίκα, αδερφέ, όταν δικαιώσες τα μπουκέτα του αρχιφασίστα στην άλλη, όσο και αν την σιχαίνεσαι (κι όχι πως εγώ τρέφω καμιά σημαντική εκτίμηση στο πρόσωπό της).
Και αν αγαπάς τον άλλο, κάτι προσπαθείς να του μάθεις, κάτι να μάθεις απ΄αυτόν. Και εγώ, αδερφέ, δεν έχω απολύτως τίποτα να διδαχτώ από το φασισμό και τους νεοναζήδες όταν λίγα χρόνια πριν κατέβουν τα χρυσαυγίτικα πογκρόμ στους δρόμους, ήδη είχα αποφασίσει πως το μερίδιό μου στις αντιπολεμικές ταινίες, για να σου πω το ελάχιστο, το έχω εξαντλήσει και πως δε χρειάζομαι να δω άλλες για να μου γίνει βίωμα τι πά' να πουν αυτά τα πράγματα.
Και αν αγαπάς τον άλλο, δεν θες να τον βλέπεις να τρώει τα μούτρα του. Κι εγώ, αδερφούλη, που έχω κάνει το ερωτηματικό φετίχ και την αμφιβολία δεύτερη φύση μου, τώρα όμως θα μου επιτρέψεις να έχω τη βεβαιότητα πως όποιος όχι υποστηρίζει, όχι δικαιολογεί αλλά έστω κι ανέχεται την ΧΑ σκάβει το λάκο τον δικό του και των παιδιών του, δε τρώει απλά τα μούτρα του.
Και αν αγαπάς τον άλλο παίρνεις τα ρίσκα σου για να τον σώσεις απ΄τον γκρεμό αν και μόνο αν είσαι απόλυτα πεπεισμένος πως για κει πορεύεται. Κι εγώ, αδερφέ, ξέρω πως αυτός είναι γκρεμός και για σένα και για μένα και για τα παιδιά μας. Και στην ανάγκη θα σε στερηθώ, αν είναι με αυτό τον τρόπο να καταλάβεις τι είπες εκείνη τη μέρα που σηκώθηκα να φύγω απ' το τραπέζι. Μέχρι να αναθεωρήσεις, εμένα ξέχασέ με από αδερφή σου.
Κι αν αυτό δεν είναι ένα γράμμα ιδιωτικό, είναι γιατί θέλω να πω πως πριν φτάσουμε στον εθνικό διχασμό και στον εμφύλιο έχουμε να αναλάβουμε ο καθένας την ευθύνη του απέναντι στον εαυτό του και στον δικό του άνθρωπο. Από κει ξεκινάει το αντιφασιστικό μέτωπο. Από το αίμα σου. Πριν χυθεί αίμα.






10/9/12

φοροδιαφεύγειν εντέχνως

Κι ότι τα πόπ άιντολς της εγχώριας μουσικής σκηνής είναι αληταριά από το μίνιμουμ, ότι δηλαδή εντελώς ενσυνείδητα παράγουν και πουλάνε σκουπίδια, δεν περιμέναμε να μας το επισημάνει κάποιος σοφός.

Ούτε το ότι όλος αυτός ο συρφετός μαφιοφάζει αγρίως, περιμέναμε να το αντιληφθούμε από τη δολοφονία του άντρα της τραγουδιάρας έξω από το σκυλάδικο.

Ούτε και η σύλληψη του μεγάλου βλαχοπόπ συνθέτη για υπέρβαση ορίων ταχύτητας(που έπρεπε να γίνει μείζον ειδησεογραφικό θέμα, λες και συνέλαβαν κανένα κοινωνικό αγωνιστή σε καιρό εμφυλίου) ήταν αυτό που περιμέναμε ώστε να μας υποδείξει την οδική συμπεριφορά των νούμερων με τα διθέσια κάμπριο.

Αντίστοιχα, η λίστα με τους επώνυμους τραγουδιστές που δημοσίευσαν "Τα Νέα" δε διέλυσαν κάποια αυταπάτη ότι όλα αυτά τα σούργελα κάνουν κάτι άλλο από το να φοροδιαφεύγουν όσο δεν πάει.





Το ενδιαφέρον της λίστας των αηδονιών της φοροδιαφυγής εστιάζεται καθαρά στους αυτοαποκαλούμενους "ποιοτικούς ερμηνευτές". Το γνωστό δηλαδή καλλιτεχνικό σινάφι, που θεώρησε υποχρέωσή του να έρθει σε εθνική συμφιλίωση με το εμπορικό, το λαϊκό, το ποπ, το άσμα, να μπουρδελέψει με λίγο αρμόνιο και μπιτάκι την έντεχνη κλάψα και να τραγουδήσει ντουέτα με τους Ρέμους αυτού του τόπου. Θα πρέπει να τους χρωστάμε εσαεί την ευγνωμοσύνη μας που μας λύτρωσαν από άλλον ένα βαθύ εθνικό διχασμό καθώς οι /ποιοτικοί" αποφάσισαν να τακιμιάσουν με τους εμπορικούς, τα αστέρια του κωστοπουλέικου λαϊκο-λαϊφσταϊλάδικου στερεώματος.

Και θα πρέπει να τους χρωστάμε και ευγνωμοσύνη που επέβαλλαν την αισθητική τους με όποιον τρόπο μπορούσαν ως μεγαλοπαράγοντες του ελληνικού τραγουδιού. Αφού άλωσαν διευθυντιλίκια από τις δισκογραφικές εταιρείες μέχρι τα μαγαζιά και τους Ολυμπιακούς του 2004, και αφού περιφέρθηκαν σε όποιο τηλεοπτικό γλέντι τους κάλεσαν, και αφού καπέλωσαν τα ραφιόφωνα με δημοσιοσχετίστικα και κλικαδόρικα κόλπα, οικειοποιούμενοι τον χώρο που οι ίδιοι βαυκαλίζονται να αποκαλούν "καλό ελληνικό τραγούδι", κατέβηκαν και στο Σύνταγμα ως "απλοί πολίτες" για να συμπαρασταθούν στους αγανακτισμένους ή για να δηλώσουν την αγανάκτησή τους ως... αδικημένοι φοροφυγάδες.
Και εύκολα κι ανέξοδα, επειδή πουλάει η αγωνιστικότητα -και δε φορολογείται- το έντεχνο σινάφι, θα πετάει και το λαϊκιστικο το πολιτικό το μήνυμα από μικροφώνου για να νιώθει και ο ακροατής δικαιωμένος για την επιλογή του να πληρώσει αντίτιμο στα φτωχαδάκια των 6.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα.

Περιμένουμε να πέσει η αυλαία της εγχώριας μπαναλαρίας με το συλλογικό δίσκο "φοροδιαφεύγειν εντέχνως". Ένα CD με τα αρχεία της εφορίας δηλαδή.

9/9/12

"μα συ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο"


60 λαθρομετανάστες πνίγηκαν κοντά στις τουρκικές ακτές


Ακόμα και παιδάκι πνιγμένο νά' σαι δε θα ξεκολλήσει από πάνω σου η βδέλλα του λαθραίου. Θα σου πίνει το παγωμένο αίμα, το αίμα με το κατώτερο DNA. Και μη μου λες έχεις δυο πόδια, δυο χέρια και όλα αυτά που λέγανε οι σοφιστές της αρχαιότητας για να δείξουν πως όλοι άνθρωποι είμαστε και όλοι ίσοι. Δεν μας έφτασαν 27 αιώνες να το συνειδητοποιήσουμε αυτό, να το κάνουμε κτήμα μας. Δεν έχουμε συνείδηση, μόνο κτήματα έχουμε. Τα κτήματά μας απειλούνται με την κρίση. Και η συνείδησή μας είναι σε υποθήκη. Θα μας την επιστρέψει η Τρόικα στην αποπληρωμή ως Ευρωχρέη πολίτες.

Λοιπόν, διάλεξε: ή θα σε σιχτιρίσουμε και νεκρό ακόμα, με τη σοφή μας λαϊκή ρήση "ήθελες τα και έπαθές τα", δικαιώνοντας όχι εσένα αλλά το θάνατό σου, ή θα σε κατευοδώσουμε με ένα "ο θεός να αναπαύσει την ψυχούλα σου", θα παραστήσουμε για λίγο τις χαροκαμένες χήρες, έτσι για τα μάτια του κόσμου, ωσάν αυτό που έπαθες να ήταν καμια θεομηνία.

Απολιτίκ κι ανέξοδα.

Ψυγεία πάνω απ΄όλα. Όσο έχουμε τα ψυγεία μας, δε φοβόμαστε τίποτα. Θα βουτάμε μέσα τους και μια μέρα θα λιώσουν οι πάγοι του καταψύκτη και θα μας πνίξουν. Κι εμάς.

Και καθώς πνιγόμαστε στην κλεισούρα του ιδιωτικού μας βίου, στα επιπλοδάνεια, τα απορρυπαντικά, τα ενσταντανέ του γάμου μας και τα εικονίσματα, οι φασίστες θα φαντασιώνονται να κακοποιήσουν πριν τελικά ξεκοιλιάσουν μωρά μεταναστών και των αριστερών...φονιάδων.


4/9/12

Carthago delenda est

9 μήνες πηγαινοέρχομαι στο δημόσιο μαιευτήριο. Δεύτερη εγκυμοσύνη, επιλέγω ξανά να γεννήσω στη βρωμερή αγκαλιά του ΕΣΥ. Όχι τόσο για οικονομικούς λόγους. Έχω βίτσια. Μ' αρέσει να συναγελάζομαι με τη βαθιά την πλέμπα, τους ρομά και τους μετανάστες πρώτης γενιάς. Να περνάω κάποια πρωινά, ταλαιπωρούμενη, μέσα σε ελεεινά κτίρια, αγενείς και γραφειοκράτες υπαλλήλους, λαμόγια γιατρούς, τσίτα νεύρα ολόγυρα, και ανθρώπους της αβύσσου. Παριστάνω τον Τζακ Λόντον έγκυο. Μισό πτυχίο ΑΕΙ να έχεις, μισό μισθό να παίρνεις ως λευκή ιθαγενής, θα προτιμήσεις να γεννήσεις στο ιδιωτικό μαιευτήριο. Γιατί; Το γνωστό τροπάρι: "Ήταν εκεί ο γιατρός μου..." Αλλά κι οι αλβανοί που έχουν πια κονομηθεί προτιμούν τα ιδιωτικά μαιευτήρια. Μη θαρρείς πως δε θα συναντήσεις αλλοδαπούς.

Τα μαιευτήρια τα ιδιωτικά με τα αρχαιοελληνικά ονόματα, με φρουφρού κι αρώματα, μπομπονιέρες, ανθοδέσμες, μπαλόνια ροζ ή σιέλ, γυαλισμένα παρκέ, δουλοπρεπείς χαμογελαστούς υπαλλήλους, δημοσιοσχετίστες μαιευτήρες και με πολύ ωραία τηλεφωνάκια που στην παραμικρή επιπλοκή θα καλέσουν τα ασθενοφόρα του ΕΣΥ, ίου-ίου-ίου, να τρέξουν την επίτοκο στο Αλέξανδρα, το Έλενα, το Αρεταίειο και όπου αλλού είναι εξοπλισμένοι με μηχανήματα και διαθέτουν καμιά μονάδα αιμοδοσίας, με αίμα αμφιβόλου εθνικότητος.

Αίμα, τιμή.

Η τιμή του φυσιολογικού τοκετού κοστολογείται πια από τα συγχωνευμένα ταμεία ως μηδενική, γι' αυτό κομμένο πια το σχετικό επίδομα. Ο μαιευτήρας όμως του δημοσίου νοσοκομείου, ζώντας σε ένα παράλληλο σύμπαν, θα σου δώσει ανερυθρίαστα την ταρίφα του: 1000 για φυσιολογικό τοκετό και μέχρι 1500 για καισαρική τομή. Είμαστε όλοι ρωμαίοι αυτοκράτορες. Καίσαρα, οι ετοιμόγεννες σε χαιρετούν. Carthago delenda est. Μας έμαθε κανένα λατινικό ο Τριπολίτης δια στόματος Μούτση, πριν ο τελευταίος αποσυρθεί στους πρόποδες του Protagon. Η Καρχηδόνα είναι το Δημόσιο, Δήμο μου.

Και όταν η γυναίκα σου επιλέξει να στείλει το τέκνο στη Γερμανική Σχολή, που λέει ο Τζιμάκος στο τραγούδι, θα συναινέσεις, τι να κάνεις; Για το καλό του παιδιού. Θα δουλεύουμε νυχθημερόν, δε θα βλέπουμε τα παιδιά μας παρά στον ύπνο μας, αν μας επιτρέψουν οι τύψεις και δε μας τα φέρνουν μαχαιρωμένα στο REM, ώστε να μισθώνουμε ένα στρατό ιδιώτες (νταντάδες, παιδαγωγούς, παιδίατρους) και να αγοράζουμε ένα σκασμό σκατολοϊδια και ιδιωτικές ασφαλίσεις. Ιδιώτη τη συνείδησή σου δε θα την εξαγοράσεις, idiot.

Και όταν η γυναίκα σου κυοφορήσει, όταν η έρμη, όπως η συντριπτική πλειοψηφία του γυναικείου πληθυσμού που πέρασε από τον πλανήτη, φουσκώσει και ταλαιπωρηθεί, ναι, και πρέπει να σπρώξει και να πονέσει για να φέρει στον κόσμο έναν άνθρωπο, τότε εσύ θα τη συμπονέσεις, ο άνδρας ο προορισμένος να μην πονέσεις έτσι, και καθώς αυτός που συμπονά, πονά πιο πολύ από όποιον πραγματικά πονά, γιατί έτσι είναι η αγάπη, βουρδουλιές, γιατί φαντάζεσαι ανύποφορες τις ωδίνες, αλλά τελικά υποφέρονται, ξέρεις, θα τα σκάσεις να πάει η αγαπούλα σου στον ιδιώτη τον γιατρό "της". "O γιατρός μου", το αμάξι μου, το σπίτι μου, η κρέμα νυχτός μου. Όλα δικά σου μάτια μου. Και θα συμβάλλουμε λίγο ακόμα στην ιατρικοποίηση της ζωής μας, θα αυξήσουμε λίγο ακόμα τα ποσοστά των καισαρικών τομών, και θα υποστηρίξουμε λίγο ακόμα το επιχειρείν στο χώρο της υγείας, ψηφίζοντας έπειτα αντιμνημονιακά κόμματα και γεμίζοντας το wall και το timeline με αγανάκτηση. Εικονική. Εικονική είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.

Δυσαρεστήθηκες τώρα; Προτιμούσες να ανταλλάσουμε like, share και φιλοφρονήσεις και να κριτικάρουμε τους εντελώς απέναντι, τον Φώτη, τον Άδωνη, τον Αντώνη και τον Πάσχο; Κι εγώ, μη θαρρείς. Άλλη όρεξη δεν είχα απ΄το να στέκομαι στο άλλο απέναντι που έχει και μοναξιά. Αλλά άλλη όρεξη δεν είχα από το να καταπίνω αμάσητες τις αντιφάσεις μας. Θα παραφράσω αναίσχυντα και τον ποιητή για σένα: Εμείς δε γράφουμε ποστάκια για να κάνουμε φίλους, αλλά για να χάσουμε και αυτούς που έχουμε.

1/9/12

το όνειρο

Δεν έβλεπε όνειρα συχνά. Έτσι έλεγε. Φυσικά και έβλεπε αλλά η μνήμη του τα απέβαλλε πριν ξυπνήσει, όπως η μήτρα το άρρωστο κύημα. Τα όνειρα δεν ήταν άρρωστα. Όμως φυλακισμένος καθώς ήταν στο βίο του, δεν χωρούσε η άλλη εκδοχή που πάντα φέρνει το REM.

Έβλεπε μόνο εφιάλτες. Έτσι έλεγε. Φυσικά και θυμόταν μόνο τους εφιάλτες του. Γιατί αυτούς μπορούσε να τους αντέξει. Μπορούσε να τους ανακαλέσει η μνήμη του, κλείνοντας το μάτι: για δες, υπάρχουν και χειρότερα από αυτό που ζεις. Και συνέχισε να ζει στο κελί του με μότο καλά είμαι εδώ.

Προχτές τα ξημερώματα ονειρεύτηκε μαχαιρώματα. Την αυγή, πίσω από κλειστά βλέφαρα, τον κυνηγούσαν χρυσαυγίτες με ανοιχτά στιλέτα. Έτρεχε να κρυφτεί. Αλλά τον έπιασαν. Ήταν πολλοί και ήταν ένας. Ήταν οπλισμένοι και ήταν άοπλος. Ήταν υπάνθρωποι και ήταν άνθρωπος. Τον έπιασαν όμηρο. Και τον βασάνιζαν. Και τότε ο εφιάλτης μετατράπηκε σε όνειρο. Τον έπιασε όμηρο το όνειρο.

Ξύπνησε πια με ένα όνειρο που τον βασάνιζε. Να σκοτώσει μια μέρα τον αρχηγό τους. Να βάψει τα λευκά ζυμαρένια αδούλευτα χέρια του με αίμα. Κι από την ψεύτικη φυλακή που τον έπνιγε να ζήσει σε μια αληθινή φυλακή για να αναπνεύσει. Να αναπνεύσει ελεύθερος από το πιο εφιαλτικό σενάριο της ζωής: το φασισμό, είτε έτσι, είτε αλλιώς.

29/8/12

το μπράβο της

Πόση ώρα μπορεί να ουρλιάζει ένας άνθρωπος χωρίς να πάθει φαρυγγίτιδα; Ακούω εδώ και κάποια ώρα μια γυναικεία φωνή μέσης ηλικίας από το μπαλκόνι κάποιας πολυκατοικίας στη γειτονιά. Λέει κάτι ακατάληπτα. Το ουρλιαχτό είναι ο εμετός της σκέψης, έτσι κι αλλιώς. Τα κύματα του ήχου με παρασέρνουν. Τεντώνω το αυτί προς τη γειτόνισσα που είναι σε έξαλλη κατάσταση. Είναι εξοργισμένη με κάποια που αποκαλεί "γύφτισα" ξανά και ξανά. Έχουμε ρομά στα βόρεια προάστια; Άσε μας ρε θείτσα. Εδώ, πριν λίγο καιρό ένας φίλος που μένει τριγύρω μου ' λεγε πως ούτε για δείγμα δεν έχουν τα παιδιά του αλλοδαπούς συμμαθητές.

Την ακούω να διαμαρτύρεται για κάποιαν στο διπλανό διαμέρισμα, που "κάνει το ίδιο πράγμα κάθε μεσημέρι". Την καταλαβαίνω. Είχα τύχει κι εγώ εφιαλτικούς γείτονες. Ένας ειρηνοποιός γείτονας πάντα βρίσκεται. Της φωνάζει να ηρεμήσει, εκνευρισμένος όμως και ο ίδιος με τις κραυγές της. Όμως εκείνη ουρλιάζει και ουρλιάζει. Χύνεται απ' το στόμα της η αναμενόμενη λέξη "αστυνομία". Βέβαια. Αστυνομία. Πώς δε το σκέφτηκες νωρίτερα; Αλλά αμέσως μετά, την ακούω να λέει πιο εμφατικά "θα την αναφέρω στη Χρυσή Αυγή". Οι χρυσαυγίτες, που έχουν εγγραφεί και νομιμοποιηθεί στη συνείδηση του κάθε κακομοίρη σαν ένα είδος άμισθης ιδιωτικής αστυνομίας. Σαν εθελοντές σεκιουριτάδες. Που θα σταθούν στο πλευρό του κάθε φιλήσυχου νοικοκυραίου εξοντώνοντας τα μιάσματα, είτε αυτά είναι μια γειτόνισσα που δε σέβεται τις ώρες κοινής ησυχίας, είτε ο εξ Ανατολών παρίας των φαναριών, είτε ο αντεξουσιαστής, είτε ο οποιοσδήποτε λεκιάζει την καθαρότητα του έθνους.

Ο ειρηνοποιός με τη γέρικη φωνή, στο άκουσμα της χρυσής αυγής, τη διαολοστέλνει λέγοντας της πολύ συγχυσμένος να μην τους ανακατεύει αυτούς και άμα τους θέλει να τους πάρει στο σπίτι της. Και την ξαναστέλνει στο διάολο. Χαμογελάω ανακουφισμένη εκεί που ένιωσα απελπισία. Φαίνεται πως το βρισίδι του ειρηνοποιού την καλμάρει. Κάνει ένα fade out και σε λίγο οπισθοχωρεί εντός των τοιχών του διαμερίσματός της. Πίσω στο κλουβί της ιδιωτικής ζωής. Εκεί που θα φαντασιώνεται τους χτιστούς με τα μαύρα σαν τον ιδιωτικό της Κέβιν Κοστνερ. Θα τη λένε Ρούλα. Ρούλα Βροχοπούλου που ωρύεται στα παράθυρα των καναλιών και στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών. Θα έβλεπε στα 90s Μπράβο Ρούλα και τώρα θέλει τον Μπράβο της. Θα' χει στο κρανίο της αυτό που λέγανε από παλιά, οι πιο έλλογες κραυγές "μέσα στο κεφάλι σας έχετε σκατά, τι να καταλάβετε από λευτεριά" αλλά πάντα θα βρίσκεται ένα γέρος να τη στέλνει στο διάολο. Και θα πηγαίνει ακριβώς εκεί: στα ντουβάρια του ιδιωτικού βίου που δε βρίσκει ώρες κοινής ησυχίας. Είμαστε ένα κοινό χωρίς τίποτα κοινό.





27/8/12

κλαψογέλια

Διακοπές στις Κυκλάδες το 2004 με τη Μαρ. Τις μέρες που οι Έλληνες σήκωναν την κούπα. Που κραύγαζαν για τη βαριά την πούτσα του τσολιά και για τον «αλβανέ-αλβανέ» που δε θα γίνει Έλληνας ποτέ. Εγώ ζούσα δεύτερο χρόνο στο εξωτερικό αλλά από πάντα εκτός Ελλάδας. Δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα, δεν ένιωθα τι παει να πει «είμαι Ελληνίδα». Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Ήμουν πασιχαρής που κανονίσαμε διακοπές τα δυο μας, εγώ και η φίλη μου η Μαρ. Ήταν απολύτως βέβαιο πως θα περνούσαμε τέλεια. Και έτσι έγινε.

Το χιούμορ μεταξύ των ανθρώπων κινείται στα όρια του μεταφυσικού. Αν για να ερωτευτούμε μεταξύ μας αρκούσε, ας πούμε, να ταιριάζουν οι φερομόνες μας, για τον κοινό κώδικα του γέλιου, για το να κρεμόμαστε ο ένας από το στόμα του αλλού και να γελάμε μέχρι δακρύων και ούρων, μέχρι να αποβάλλουμε από το σώμα μας με τον πιο υγρό και φανερό τρόπο τη χαρά που μας πλημμυρίζει, κάποιες βιοχημικές συνθήκες πρέπει να προϋπάρχουν, για να μη το χρεωσουμε στο μεταφυσικό, που ήδη είναι καταχρεωμένο ενώ θα 'πρέπε να έχουμε ξοφλήσει μαζί του.

Βλέπαμε τον τελικό σε μια γιγαντο-οθόνη σε μια καφετέρια γεμάτη κόσμο. Στην πραγματικότητα όμως παρατηρούσαμε τους γύρω μας και διακωμωδούσαμε τόσο την κατάσταση ώστε αν δεν υπήρχε τόση φασαρία από τους αγωνιώδεις τηλεθεατές, τα απροκάλυπτα και συγκαλυμμένα εθνίκια, θα μας είχαν διώξει από τα πολλά τα χάχανα. Εκείνο το βράδυ πρέπει να είχα γελάσει πιο πολύ από ποτέ. Κι αν ήξερα πως ούτε μια δεκαετία μετά η απόλυτη γελοιότητα του ελληναριού, οι βαμμένες γαλανόλευκες μάπες των οπαδών του Ρεχάγκελ, θα μετατρέπονταν σε νεοναζήδες και θα έμπαιναν στη Βουλη, μαχαιρώνοντας κόσμο, πάλι θα γελούσα; Πάλι.

Γιατί τα γέλια μας δεν ήταν γέλια χαράς, αλλά άμυνας. Εθνικής άμυνας. Δεν ήταν γιατί συμμετείχαμε στο ξεφτιλισμένο πανηγύρι του Γιούρο και στο ζύμωμα του σωβινισμού αλλά γιατί απείχαμε πλήρως από κάθε τέτοια συγκίνηση, γιατί σαρκάζαμε βαθιά ό,τι προαναγγελλόταν. Που καμία όμως απ' τις δυο δεν φανταζόταν πού θα έφτανε. Και που θα φτάσει ακόμα.

Δε μιλιόμαστε πια. Μαλώσαμε και πήγε στράφι η φιλία μας. Είπε η Μέριλυν Μονρό, που θα γύρευε κι αυτή μια κάποια ορμόνη, τη σεροτονίνη μπορεί, στο γέλιο, αντίδοτο στη μαυρίλα της κατάθλιψης, πως αν κάνεις ένα κορίτσι να γελάσει, μπορείς να το κάνεις ό,τι θες. Σα να έλεγε, πες το αστείο σου ρε μαλάκα, κάψε τη μάσκα που φοράς, και το κορμί που πόθησε όλος ο ντουνιάς θα γίνει δικό σου. Πες μου ένα αστείο να αποκοιμηθώ, Νικόλα.

Αλλά διαβάζοντας την ατάκα της Μονρό, ένας φίλος, απ' αυτούς που κερνάνε χιούμορ ασύστολα, γενναιόδωρα, παρατήρησε πως δε τα έλεγε καλά το σεξ σύμπολ. Γιατί αν τα έλεγε σωστά, τότε, πώς αυτή η φίλη του που σπαρταρούσε από τα γέλια με τα αστεία του, σήμερα δεν του μιλάει καν; Και τότε θυμήθηκα εμένα και την Μαρ. που κυκλοφορούσαμε σα τρολλ πάνω στα ποδήλατα στη Νάξο. Που επίσης δε μιλιόμαστε.

Οι άνθρωποι που γελάνε πολύ, που κλαίνε απ' τα γέλια είναι επικίνδυνοι. Γιατί υπερβαίνουν τα εσκαμμένα πού 'χει θέσει ο λαός. Ένας λαός που ενώ δεν είναι ασύμβατη στην κουλτούρα του η υπερβολή, π.χ. το να κυλιστεί κάτω από τα γέλια, όπως και οι Αφρικανοί που γνώρισα, βάζει όριο: μη μας βγουν ξινά τα γέλια.

"Σε καλό να μας βγει". Έχει τα σύνορά του ο λαός. Συρματοπλέγματα αγκαθωτά, αδιάβατος ο δρόμος για την ασύδοτη ευδαιμονία. Το Μεγάλο Φαγοπότι, οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας. Δεν μπορεί να πλεονάζει η ευημερία στα χαμηλά τα στρώματα. Ούτε το γέλιο μπορεί.

Ο εγκρατής ο άνθρωπος, ο με την ψυχή σε κορσέ, στο τέλος του γέλωτα θα αντιληφθεί πως διέπραξε ύβρη. Οι άλλοι, με τα γέλια να ρέουν από το στόμα τους ασυγκράτητα σαν σπασμοί σε οργασμό, δε μπορεί κάποτε παρά να μην έχουν συστολές. Δε μπορεί παρά να κυλήσουν σαν τα γάργαρα γέλια τους παρακάτω. Παρακάτω κι από μας ακόμα.

Το καλοκαίρι του 2012 πια, ανεβαίνοντας τη Μεσογείων πρώτα άκουσα τη φωνή του φασίστα κι έπειτα είδα ένα γαλανόλευκο λεφούσι με μαυροφορεμένους χτιστούς να τον χειροκροτούν. Δυο μέρες μετά που έριξε γροθιές στην άλλη, on camera. Οδηγούσα, ήμουν μόνη, δεν είχα πώς να αντιδράσω, ένιωσα παγιδευμένη μες στην καμπίνα του αυτοκινήτου. Άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Μιλούσε απέναντι από το Εθνικής Άμυνας.

Ούτε σάτιρα, ούτε δράμα πια. Ο κλαυσίγελος τελείωσε. Αλλά πες μου πως βρήκες για γέλια την εθνικιστική υστερία του 2004, πες μου πως έριξες ένα βρωμόκλαμα για τα μαχαιρώματα το 2012. Και μετά να συνεννοηθούμε πώς να τσακίσουμε το φασισμό. Μετά.

24/8/12

πω, ρε πούστη μου...

"Το κακό με εσάς τους gay είναι πως για μας είστε by default έρωτας χωρίς ανταπόκριση" σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το κείμενο ενός από δαύτους. Ενός αρσενοκοίτη, ενός κίναιδου, μιας αδερφής. Πουστράκια. 'Εχετε ένα τρόπο να μου παίρνετε το μυαλό. Να με κάνετε να κλαίω απ΄τα γέλια. Και ξέρεις, τι είχε πει το top sex symbol of all times, η Marilyn Monroe που λατρεύει σύσσωμο το αδερφάτο της υφηλίου: If you can make a girl laugh, you can make her do anything.

Ήμαστε στο γυμνάσιο. Με μια τάξη διαφορά. Τον είχα δει μέσα σε κάποιο μπουλούκι. Μπουλούκι θεατράλε, κανονικά, όπως τον όρο παλιά στους περιοδεύοντες θιάσους. Η μάσκα που φορούσαμε τότε στην πρώτη εφηβεία, φέροντες την ετερότητα ο ένας του άλλου, την αντανάκλαση της υπερβολής μας, αναζητώντας μια στοιχειώδη ταυτότητα, μας παραμόρφωνε τα πρόσωπα σε θεατρικά προσωπεία. Κι όμως. Αυτός που αναζητούσε με αγωνία τη σεξουαλική του ταυτότητα, δεν κρυβόταν επιμελώς κάτω από κάποια ψυχρή παραμόρφωση. Δεν ήταν ο κλασικός ο νέρντουλας, ο κλασικός σπασίκλας, ο κλασικός καραγκιόζης, ο κλασικός αρχηγός, ο κλασικός παιχταράς. Τον είδα ανάμεσα σε άλλους, κάπως αμήχανο, κάπως αφηρημένο, κάπως με αντίληψη, κάπως φευγάτο, κάπως ψυχούλα. Έπρεπε να τον γνωρίσω οπωσδήποτε. Σε λίγες μέρες θα ήμαστε ζευγαράκι. Με πήγαινε σινεμά, μου μιλούσε πολύ, με έκανε να γελάω, μου έγραφε ποιήματα και γράμματα. Αλλά όταν θέλησε να μου χαρίσει ένα ακριβό δαχτυλίδι, μικρά παιδιά τώρα, συνειδητοποίησα πως έχουμε άλλη μια τάξη διαφορά. Κοινωνική. Και τον άφησα.

Βρεθήκαμε ξανά μετά από αρκετά χρόνια. Αυτός πια συζούσε με έναν κούρο κάπου στην Ευρώπη. Εμείς οι άλλες μόλις είχαμε αποφοιτήσει απ' το σχολείο, είχαμε μετακομίσει στην Αθήνα, είχαμε ξεπαρθενιαστεί και επιστρέφαμε στα πάτρια εδάφη τα καλοκαίρια όλο και πιο γυναίκες. Ήταν στην παρέα μας. Τον ακούγαμε να μας διηγείται για τις ερωτικές τους συνερεύσεις. Γελούσαμε πάρα πολύ. Ίσως γιατί είχε συγκλονιστικό χιούμορ, ίσως από άμυνα. Εκείνο το βράδυ, είχαμε πάει σε κάποια παραλία όλοι μαζί να χαζέψουμε το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Εκείνος, λίγο πιο μεγάλος από μας, άνδρας και, είπαμε, μια τάξη παραπάνω, είχε όχημα. Μας επέστρεφε στα σπίτια μας. Είχαμε ξεμείνει εγώ, αυτός κι ακόμη μια καλή μας φίλη. Έτσι, χωρίς καν αφορμή με κοίταξε απ' το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, πρόφερε πολύ σοβαρά και τρυφερά το όνομά μου, και είπε "αν είχαμε μείνει μαζί από τότε, νομίζω θα ήμαστε πολύ ωραίο ζευγάρι". Θα πρέπει να του είχα απαντήσει κάτι, έλα, κόψε την πλάκα γιατί θυμάμαι να το επαναλαμβάνει πιο εμφατικά και πιο κάπως με παράπονο. Επιστρέψαμε σπίτι σχεδόν σιωπηλοί.

Ίσως να αστειευόταν απλώς, ίσως να πειραματιζόταν στη σκέψη μιας άλλης πορείας, ίσως κάτι άλλο. Αλλά εγώ το πίστεψα για μια στιγμή. Και για πρώτη φορά λίγο σα να κατάλαβα τι πάει να πει ανεκπλήρωτοι έρωτες. Πως με κάποιους ανθρώπους, όσο αδελφές ψυχές κι αν νιώσετε, δε θα μπορέσετε να είστε μαζί. Αργότερα θα το συνειδητοποιούσα σε όλη του την έκταση. Ήταν μια δύσκολη βραδιά. Ίσως έφταιγε όμως κι η πανσέληνος.