7/5/13

Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου



Γονυπετής και σκυμμένη καταγής μπροστά στην αγιογραφία του Άη Γιώργη του Καβαλάρη. Εξόρκιζε με παθιασμένες αλλά ψιθυριστές προσευχές την αμαρτία της. Και δώστου να κινείται ο κορμός της σαν εκκρεμές ώστε το καθαρό της κούτελο, που σπίλωσε χτες, να ακουμπήσει στο πάτωμα ταπεινωμένο μετανοώντας. Και δώστου του η δεξιά παλάμη με ένωμένα τα δάχτυλα στο σημείο του σταυρού, πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά να ξεπλένει από πάνω της σα σφουγγάρι τη ντροπή. Δεν  τολμούσε να υψώσει τα μάτια στον Άγιο. Πώς να τον προσκυνήσει σήμερα, με τι στόμα; Του άναψε το κερί, έβαλε και γενναιόδωρο μπαξίσι στο παγκάρι κι έπεσε στα μαύρα τα μωσαϊκά. 

Από κείνη τη μέρα μπήκε μέσα της ο σατανάς...Από κείνη την μαύρη και σκοτεινή μέρα που είδε την φωτογραφία του διαβόλου στο περιοδικό. Η κουνιάδα της ήταν ο σατανάς ο ίδιος που έδινε λεφτά να αγοράζει τέτοια πράματα. Πού να φανταστεί; Καφέ πήγε να πιει στο σπίτι της- θου-Κύριε, με άσπρα καλλιγραφικά έγραφε απέξω Αρμονία. Πού να φανταστεί; Ένα ζευγάρι αγαπημένο είχε για εξώφυλλο. Ντυμένους. Πού να φανταστεί; Δώσε μου Θε’ μου δύναμη να μην ξαναμαρτήσω. Άη Γιώργη μου, όπως σκότωσες το θεριό, σκότωσέ μου απ΄το μυαλό τις εικόνες που είδα στο περιοδικό του εξαποδώ. 

Στο προσκέφαλό της ήταν κορνιζωμένος σε καφετί ξύλο με αετοκέφαλες κορυφές ο Εσταυρωμένος, κεντημένος όλος από τα χεράκια της. Όλη μέρα φαϊ και κρασοπότι ανήμερα της Λαμπρής, να μην πουν πως χαλάει την παρέα, έβλεπε χαρούμενο και τον άντρα της, αποπαιδιωμένη πια (τα δυο μεγάλα ούτε ήρθανε στο τραπέζι, ο μικρός δεν είχε πια και την ανάγκη της) δε θέλει πολύ, το έριξε μια φορά κι αυτή έξω. Και βάλε μετά και χωνευτικές ρακές, δε θέλει πολύ, έγινε το κακό. 

Όταν πλάγιασε, πώς της φάνηκε απόψε έτσι λιγωτικός, σαν όταν όταν τον πρωτόδε πριν από είκοσι χρόνια. Ακούμπησε το κεφάλι στο στέρνο του και αυτός κατάλαβε. Την γύρισε ανάσκελα και της ανέβασε το νυχτικό. Αλλά είχε μπει μέσα της ο σατανάς. Γελοχαχάρισαν βλέπεις κι οι άλλες με την απορία της αν θα βγάλει άφθες στο στόμα. Τον αιφνιδίασε. Σηκώθηκε στα γόνατα, του τον έπιασε και τον έχωσε στο στόμα της. Κόντεψε να κάνει εμετό η καημένη. Αλλά λίγο ο αναστεναγμός του που όμοιό του δεν είχε ακούσει, λίγο που εκείνος ξάπλωσε αστραπιαία και της έσπρωχνε μπρος πίσω το κεφάλι, εξακολούθησε θέλοντας και μη. Κι ο Εσταυρωμένος με το ακάνθινο στεφάνι από πάνω τους.

Με τι στόμα τώρα να προσκυνήσει τον άγιο, με τι στόμα να μεταλάβει που δεν έφευγε η στυφή γεύση από τα ζουμιά του αντρός της, ό,τι γαργάρες κι αν έκανε. Με τι μάτια να κοιτάξει τον Άγιο που δεν έφευγε από το νου της η επιθυμία να του το ξανακάνει κι απόψε, να του το κάνει όσο πιο συχνά μπορούσε. Και πού να εξομολογηθεί την αμαρτία της και ποιος να καταλάβει; Μόνο η ζωντοχήρα, η κομμώτρια, θα την ένιωθε γιατί εδώ και χρόνια της άρεσαν κι εκείνης τα ίδια ακριβώς υγρά, του ίδιου ακριβώς παρασκευαστή. Αλλά με τι στόμα να το πουν η μια στην άλλη; 

3/5/13

Which side are you on?

«Οσοι χορεύουνε στη θράκα, στη Θράκη ή στην Ινδία ή οπουδήποτε αλλού, με μουσικές και προσευχές κι ένα θεό μέσα τους, δεν ξέρουν τι θα πει να κάθεσαι, μες στη σιωπή, σε αναμμένα κάρβουνα και να μην έχεις μέσα σου θεό» Αργύρης Χιόνης, «Εσωτικά Τοπία» (εκδόσεις «Νεφέλη»). 

  Το σμήνος των ελληνόφωνων αποδημητικών πουλιών βρίσκαμε πια μπανάλ να ταξιδεύουμε πίσω στα πάτρια εδάφη για Χριστούγεννα και Πάσχα. Ετσι, οργανώναμε αναστάσιμα τσιμπούσια στα σπίτια μας, αυτά τα βικτοριανού στιλ με το κόκκινο τούβλο, κεραμίδια και πίσω κήπο. Ανάβαμε τη θράκα για τα παϊδάκια, κόβαμε χωριάτικες σαλάτες με φέτα, από το μπακάλικο του Κούρδου στη γωνία, και βάζαμε πατάτες στο φούρνο. Κι αν δεν μας τα χάλαγε ο πιο κυκλοθυμικός καιρός της Ευρώπης, ο φίλος μας έβγαζε τα ηχεία έξω στο γρασίδι κι από τα λάπτοπ έκανε πρόγραμμα: από άμπιεντ σε τριπ χοπ για να περάσουμε σε ίντι ροκ και ρέγκε ώσπου να βγει ο Μάλαμας και η Βιτάλη και να καταλήξουμε σε Μοσχολιού και Πάνο Γαβαλά με τσίπουρα και ρακές.
Την επόμενη χρονιά όμως, το 2005, έτυχε να συμπίπτει ημερολογιακά το ορθόδοξο Πάσχα με την Εργατική Πρωτομαγιά. Και κάποιος είπε ας μη τη βγάλουμε στο σπίτι, ας μη σουβλίσουμε φέτος, ας μην τσουγκρίσουμε αβγά. Ας πάμε στην ποδηλατοπορία που θα ξεκινήσει από το Angel και θα καταλήξει στην Trafalgar Square. Μετά, ας κάνουμε πικνίκ στο πάρκο, ας πιούμε μπίρες ή σανγκρία σε πλαστικά κυπελλάκια, μωρέ. Αλλά, τότε ακόμη, έμοιαζε πολύ κνίτικο ή πολύ χίπικο ή πολύ πανκ, σίγουρα πάντως κάτι πολύ ντεμοντέ και γραφικό το να διαλέξεις αυτή την εκδοχή. Και κάπως έτσι, οι φίλοι μας, οι κάπως σαν αριστεροί, κάπως σαν άθεοι, διάλεξαν να τιμήσουν τα έθιμα της Λαμπρής, και μια αισχρή μειοψηφία, ένα ζευγάρι δηλαδή, διάλεξε το δρόμο με τα ποδήλατα.
Αρκετά χρόνια αργότερα, οι παρέες που διασπάστηκαν θα ενωθούν στις μέρες της μεγάλης κατάθλιψης, σε μια εβδομάδα των παθών που θα διαρκούσε χρόνια και που προοπτική ανάστασης δεν θα διακρινόταν στον ορίζοντα. Θα συγχρωτίζονταν κάτω από λάικ για τις αντίφα μοτοπορίες, θα συνωστίζονταν στα ριτουίτ των καλεσμάτων διαμαρτυρίας, θα συναγελάζονταν μπορεί και σε καμιά διαδήλωση, θα πρόσφεραν από κοινού τους πνεύμονές τους στα χημικά, τα μάτια τους στα δακρυγόνα, τα λαρύγγια τους στα συνθήματα.
Και θα βαφτίσουν τα παιδιά τους, λες και μια πολιτική ονοματοδοσία δεν αρκεί, κι ας μην περισσεύουν τα λεφτά πια για μπομπονιέρες, χρυσά σταυρουδάκια και φανφάρες. Θα παντρευτούν στην εκκλησία, κι ας είναι πεταμένα λεφτά και κιτσαριό τα νυφικά και η τελετή. Και κάποιοι, όπως η Ρέα Φραντζή στη γραμμή του ορίζοντος, θα δουν «τη μικρή ξεκάρφωτη εκκλησία» και δεν θα κάνουν το σταυρό τους γιατί θα ντρέπονται. Και όλοι θα είναι μία παρέα, με εσωτερικές, εσώτατες αντιφάσεις.
Ενα από τα μεγάλα θαύματα στα χρόνια της κρίσης είναι πώς καταφέρνει η Εκκλησία να μην κρίνεται. Στο φάσμα των αποκαλούμενων μεταρρυθμίσεων, ο διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους παραμένει στα αζήτητα. Στον ορυμαγδό των ανελέητων οικονομικών μέτρων, η εκκλησιαστική περιουσία παραμένει αφορολόγητη. Και στην άνοδο του νεοναζισμού, οι διακηρύττοντες την αγάπη στον πλησίον δεν βγήκαν επίσημα, βροντερά και απερίφραστα να καταδικάσουν τα πογκρόμ και τα μαχαιρώματα των νεοναζί, τις ρατσιστικές διακρίσεις στο οξύμωρο φιλανθρωπικό έργο της Χρυσής Αυγής, αλλά αντίθετα συμπορεύονται με τη συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση σε περιπτώσεις όπως το «Χυτήριο».
Και δεν αυταπατάται κανείς πως η Εκκλησία θα παραμένει στο απυρόβλητο όσο έχουμε πρωθυπουργό κάποιον που επικαλείται δημόσια τη βοήθεια της Παναγίας προκειμένου να «κερδίσει τη μάχη» ενάντια στην κρίση. Αντί για την Παναγία όμως, τον συντρέχει η τρικομματική κυβέρνηση στο... θεάρεστο έργο του, στο να πετύχει βαθύτερη κοινωνική αδικία, πιο ισχυρό κατασταλτικό μηχανισμό, πιο απροκάλυπτη λογοκρισία και σκαιό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.
Μεταξύ της Ανάστασης και των νεκρών εργατών στην εξέγερση στο Σικάγο του 1886, which side are you on?, όπως έγραφε το 1931 η Florence Reece, η γυναίκα του αρχισυνδικαλιστή, για τη μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων στο Κεντάκι των ΗΠΑ πάνω σε μια μελωδία από... ύμνο των Βαπτιστών; Σε κοινωνίες όπως η δική μας δεν κινδυνεύουν οι χριστιανοί να περάσουν σχεδόν στην παρανομία, όπως στο «Αστείο» του Κούντερα. Αλλά και η άκριτη σύμπλευση Αριστεράς και Εκκλησίας δεν είναι... ευλογημένη. Η αντιγνώση είναι τα δεκανίκια του καπιταλισμού. Δεν τα έγραφε έτσι, στον αέρα, η Λιλή Ζωγράφου.

25/4/13

Λέων Τρολστόι



Είσαι μικρό και καθώς ακούς την Εύη Δεμίρη στο δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ-1 να εκφωνεί τη φράση «ηλιόλουστα τα Θεοφάνεια σήμερα» με τέρμα τα μπάσα και τον στόμφο, ανακαλύπτεις πως μιμείσαι φωνές. Κι από ‘κει και πέρα θα μιμείσαι από τη φωνή του πατέρα σου, μέχρι σελέμπριτυς, δασκάλους και γκόμενους , ώσπου η ασυδοσία θα φτάσει ως την ένρινη ομιλία της κόρης σου που μάλλον χρειάζεται αφαίρεση αμυγδαλών.
Μετά, την ώρα του «Εμείς κι ο κόσμος» ο δάσκαλος θα σε εμπνεύσει να φτιάξεις την πρώτη σου καρικατούρα. Και θα συνεχίσεις να φτιάχνεις σκίτσα τις φάτσες και τα σουλούπια των ανθρώπων που σε περιβάλλουν, μέχρι που δεν θα υπάρχουν πια μολύβια και στυλό, και θα τους φαντάζεσαι μόνο, με τον αόρατο παραμορφωτικό φακό που ’ χεις στα μάτια. Περίπου την ίδια περίοδο, θα ανακαλύψειςτη μαγεία της τηλεφωνικής φάρσας και ακόμα χειρότερα, δεν θα απομαγευτείς ποτέ πια. Θα είσαι τριανταπέντε χρονών και θα προσπαθείς να ψήσεις και τους άλλους να πάρετε καμιά φάρσα και ας έχετε ξενερώσει με την αναγνώριση κλήσεων και όλο το χαφιεδιλίκι.
Έχετε κάνει κοπάνα απ’ τα αγγλικά ή έχετε πετάξει βρωμερή αμπούλα στην τάξη για να μην κάνετε μάθημα και παίρνετε τους δρόμους. Κάτι καινούργια καραμελάκια στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς θα σας προκαλούν να τα σουφρώσετε, ενώ τα κουδούνια των σπιτιών θα είναι επίσης ένα πειρασμός που σας καλεί να τον αγγίξετε και μετά να αρχίσετε να τρέχετε μη σας πετύχει η σπιτονοικοκυρά, κωλόπαιδα. Το ίδιο και τα μούσμουλα στις αυλές των μονοκατοικιών. Ανέβαινε ένας από την παρέα να κόψει μούσμουλα (δέσπολα τα λέμε στην Κρήτη), έκανες πως φυλάς τσίλιες μαζί με τους άλλους. Μετά φωνάζατε οι από κάτω «θεία τα μούσμουλα!!!» για να βγει έξαλλη η θεία και να βρει τη μαϊμού στα κλαριά και τις τσέπες του γεμάτες. Και θα λιώνετε κάτι κασέτες του Χάρυ Κλυνν και βιντεοκασσέτες με τον Διαβολάκο του Μπενίνι, την Τούτσι με Ντάστιν Χόφμαν και Στάθη Ψάλτη.
Αργότερα, οι άντρες με αλωπεκία θα ήταν σαφώς ο αγαπημένος στόχος για να τους ρίξετε βρεγμένες χαρτοπετσέτες (παστάκια) από τα μπαλκόνια και φλαπ να προσγειωθούν στη γυαλιστερή καράφλα τους. Στο γυμνάσιο, οι καθηγητές θα κλειδώνουν το σύστημα να μην τρέχει νερό από τις βρύσες γιατί το είχατε ξεσκίσει στα μπουγέλα, κι έτσι θα αναγκαστείτε να μπουγελώνεστε με ό,τι σας βρίσκεται. Το μίλκο ήταν τελικά το πιο ελεεινό μπουγέλο. Θα ανακαλύψετε επίσης ότι το σκονάκι δεν είναι ανάγκη, είναι τέχνη και θα επιδοθείτε σ’ αυτήν, αν και άριστοι μαθητές και θα εισπράξετε ωριαίες αποβολές από τα γέλια, γενικά.
Τα καλοκαίρια, θα πηγαίνετε σε συναυλίες ροκ –βασίλης παπακωνσταντίνου, αλλά ντρεπόμαστε να το πούμε- και θα κάνετε «σύννεφο» και «σχιζοφρένεια» .Τα ίδια θα κάνετε και λίγα χρόνια μετά όταν θα ανακαλύψετε το πανκ και θα πάτε σε κανένα live των Panx Romana αργότερα, τα ίδια και στο Reading Festival πολλά καλοκαίρια μετά.
Από τις γιορτές της χριστιανοσύνης η πιο αγαπημένη σου θα είναι οι Απόκριες και γι’ αυτό, όταν θα βγαίνεις ντυμένη και μακιγιριασμένη για πρώτη φορά και ενώ θα’ ναι την πρωτοχρονιά, θα ρωτάς τους άλλους στο δρόμο «εσείς τι έχετε ντυθεί;» ενώ κάποια στιγμή θα δοκιμάσετε να παίξετε «πιστολιά» σε κάποιο μπαρ, όπου θα φύγετε με τρόπο ο ένας μετά τον άλλο χωρίς να πληρώσετε. Μετά θα ξεκολλάτε από τις πολυκατοικίες επαγγελματικές πινακίδες που σας γυάλισαν, με σαφή προτίμηση σε αυτές που αναγράφουν ψυχιάτρους. Και οι πινακίδες οδών δε θα λείψουν από την ιδιότυπη αυτή συλλογή σας.
Φοιτητές, αργότερα, θα ακούτε Πουλικάκο και Πιλαλί στο ΑΝ, θα παίζετε δηλωτή και στο τέλος τα αυγά που σας έστειλε δέμα η γιαγιά, θα έχουν σπάσει στα κεφάλια όλων ενώ για μέρες μετά θα βρωμάει αυγουλίλα όχι μόνο το δυαράκι αλλά όλος ο όροφος της πολυκατοικίας. Κάπου εκεί θα σας έχουν επισκεφτεί κάμποσες φορές και οι μπάτσοι για σύσταση, διατάραξη κοινής ησυχίας κλπ. Κάποτε, θα βρεθείς και εσύ στο ρόλο του θύματος όταν εξαντλημένη από τις ολονυχτίες στα φοιτητόσπιτα θα τολμήσεις να πας να κοιμηθείς και θα βρεθείς με το μισό στρώμα στο μπαλκόνι και φωτιά γύρω-γύρω, γιατί ναι, κάποιο μαλακισμένο είχε πάει στρατό και είχε μάθει πιο προηγμένα κόλπα.
Μετά, θα ανακαλύψεις τα social media, θα σε έχουν μπανάρει από τρία φόρουμ, για εντελώς προφανείς λόγους, αλλά δε θα σταματήσεις ποτέ να βγάζεις παρατσούκλια στους φίλους σου, να τρυπώνει στη γλώσσα η αργκό του χαβαλέ, να μιμείσαι φωνές, να κάνεις λογοπαίγνια της πλάκας, να διαβάζεις παλιές Βαβέλ, να λατρεύεις τον Μποστ και το Λένο Χρηστίδη, να ακούς ανελέητα Τζιμάκο και Αποστόλη από Ελληνοφρένεια, να ανακαλύπτεις όποια φάρσα υπάρχει και δεν υπάρχει στο youtube ενώ θα αποστηθίσεις «to poulas to moulari?”, θα προσκυνάς κυριολεκτικά επί των Τόπων Μύστες,  θα πεθαίνεις για Remi Gaillaird, Monty Python, Groucho Marx και δεν θα απορείς καθόλου που θα κλαις από τα γέλια με τα βιντεάκια της Calypso Larah και τα tweets του kanekos69 κανιβαλίζοντας το κομ ιλ φο της ατσαλάκωτης εικονίτσας μας, το πετί μπουρζουά της ζωούλας μας, ώσπου να μεγαλώσεις και να γίνεις full-time τρολ και συγγραφέας, να γίνεις Τρολστόι. Μάλιστα θα κάνεις και εγχείρηση αλλαγής ζωδίου, θα γίνεις Λέων. Λέων Τρολστόι.


20/4/13

"Σαν απόκληρος γυρίζω"

Γαιοκτήμονες και επιστάτες πυροβολούν καμιά διακοσαριά μετανάστες εργάτες γιατί ζητούν τα μεροκάματα που τους χρωστάνε έξι μήνες. Στο «Τζάνγκο, ο τιμωρός», την τελευταία ταινία του Ταραντίνο, επιβεβαιώνεται για άλλη μία φορά πως οι κολαούζοι είναι συχνά πιο ανελέητοι από τα διεφθαρμένα αφεντικά τους. Και έτσι, οι υποτακτικοί εξασκούν τη βαναυσότητά τους στον πιο αδύναμο αποβλέποντας στην εύνοια του ισχυρού, είτε πρόκειται για μια κυβέρνηση απέναντι σε μια τρόικα είτε για δημοσιογράφο απέναντι σε καναλάρχη είτε για προϊστάμενο απέναντι σε εργοδότη.
Ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, ζουν σε πιο άθλιες συνθήκες από εκείνες που περιγράφουν οι Μπουρνόβα και Προγουλάκης για τον αγροτικό κόσμο στην Ελλάδα του 1830-1871: «Τα σπίτια των φτωχών χωρικών αποτελούνταν από ένα δωμάτιο που φωτιζόταν από ένα ή δύο παράθυρα, χωρίς τζάμια. Ο μισός χώρος καταλαμβανόταν από την οικογένεια και ο υπόλοιπος από τα ζώα». Πολλοί από τους μετανάστες ζουν στο ύπαιθρο της Μανωλάδας.
Ζωντανεύει μια φωτογραφία του J. Α. Riis που είδα πριν από αρκετούς μήνες στο περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη»: Ελληνες εργάτες, μετανάστες, πάμφτωχοι, στοιβαγμένοι σε κουκέτες σε μια τρώγλη στο Μανχάταν του 1898. Στο ίδιο δωμάτιο, μια σόμπα, κατσαρολικά και τεράστιοι μπόγοι από σεντόνια με τα χρειαζούμενα του ξενιτεμένου. Ομοιο σκηνικό με τα σύγχρονα διαμερίσματα μεταναστών στη Σοφοκλέους. Δεκαπέντε άτομα σε πενήντα τετραγωνικά.
Είναι όλοι ξένοι. Και οι δικοί μας και οι αλλοδαποί. Δεν υπάρχει «ο τόπος μου» γι' αυτόν που έχει μόνο τα δυο του χέρια. Υπάρχει μόνο δυστοπία. Ακόμη και τα δυο του χέρια περισσεύουν. Γι' αυτό στην Ινδία, στο «Slumdog Millionaire» του Ντάνι Μπόιλ, κάποιος στήνει μια επικερδή μπίζνα: συγκεντρώνει ορφανά και απροστάτευτα παιδάκια από τους δρόμους της Βομβάης με την πρόφαση ότι θα τους παρέχει στέγη, τροφή και εκπαίδευση στην ιδιωτική του Αμυγδαλέζα. Στη συνέχεια τα ακρωτηριάζει ή τα τυφλώνει και τα αμολάει πάλι στους δρόμους ως επαγγελματίες επαίτες πια. Μετά, έξω απ' τα κινηματογραφικά πλατό, δυο παλάμες χωρίς δάχτυλα κρατούν με δυσκολία ένα πακέτο χαρτομάντιλα πλάι στο παράθυρο του οδηγού. Εκείνος θα ψελλίσει κάποια βρισιά, θα κάνει μια χειρονομία άρνησης ή θα στρέψει αλλού το βλέμμα του. Δεν θα αγοράσει τα χαρτομάντιλα που του προσφέρει ο Πακιστανός γιατί ξέρει για τα κυκλώματα σύγχρονης δουλείας που μεταφέρουν σε βάρκες σκυλοπνίχτες ανάπηρους πένητες για να ζητιανεύουν στα φανάρια. Θα πατήσει γκάζι και θα τον προσπεράσει με τη συνείδησή του ήσυχη. Το παρακλητικό βλέμμα και το χαμόγελο με τα χαλασμένα δόντια του ανθρώπου θα συντριβούν το επόμενο λεπτό κάτω απ' τους τροχούς της βεβαιότητας.
Η Ευρώπη ξυπνάει δήθεν αλαφιασμένη από τους πυροβολισμούς, καταφεύγοντας στον ανέξοδο χειρισμό της «διεθνούς κατακραυγής» για το μεταναστευτικό. Αν ήταν κυβέρνηση σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και πραγματοποιούσε την εξαγγελία του για παραχώρηση ταξιδιωτικών εγγράφων για τους μετανάστες που θέλουν να αποχωρήσουν από τα ελληνικά εδάφη για πιο πλούσιες χώρες της Ε.Ε., πώς θα αντιδρούσε άραγε η πεφωτισμένη Δύση;
 Ωστόσο, από το φαντασιακό του αναπτυγμένου κόσμου έρχεται κι αυτή η είδηση που διάβαζα δυο μήνες πριν: «Οι εργαζόμενοι στις αποθήκες της γνωστής βρετανικής αλυσίδας σουπερμάρκετ Tesco πρέπει να φορούν ψηφιακές συσκευές στο χέρι τους που θα μετρούν τις επιδόσεις τους. [...] Οι εργάτες στο κέντρο διανομής, που φορούν υποχρεωτικά από τη διοίκηση της εταιρείας τη συγκεκριμένη συσκευή μέτρησης, "βαθμολογήθηκαν" χαμηλά, επειδή έκαναν διάλειμμα ή πήγαν στην τουαλέτα». Δεν πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Δεν πρόκειται καν για προβολή από το μέλλον. Είναι ήδη παρελθόν. Χάι τεκ προνεωτερικότητα.
Στο ένα κανάλι προβάλλεται σίριαλ όπου οι φραγκάτοι πίνουν σαμπάνια με συνοδεία φράουλας πλάι στην πισίνα, στο άλλο παίζει διαφημιστικό σποτάκι με σαρκώδη γυναικεία χείλη να δαγκώνουν ηδονικά μια φράουλα, και στο τρίτο ζαχαροπλαστική για τσιζκέικ φράουλας. Το φρούτο που μποϊκοτάρουμε συνοψίζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την πιο χαρακτηριστική σεκάνς της εποχής: σύγχρονοι δούλοι συλλέγουν τον καρπό που θα ευφράνει τους απαιτητικούς ουρανίσκους των νεο-ευγενών. Ανοίγω πάλι το πρώτο βιβλίο που διάβασα, την «Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά». Και δεν μου μοιάζει πια ούτε τόσο μακρινό στο χρόνο ούτε τόσο μακρινό στο χώρο.

14/4/13

μια σημείωση για τη σάτιρα στη ΧΑ



A joke is a very serious thing, είπε κάποιος που δεν είχε καθόλου πλάκα. Πριν το ξεσάλωμα στα σόσιαλ μήντια, όταν ακόμα ήταν στα φόρτε τους τα πανάθλια FW, την ώρα που οι αμερικάνοι σφάζανε τον μισό αραβικό κόσμο, κάποιοι έφτιαχναν χιουμοριστικά δήθεν φώτοσοπ που εμφάνιζαν τον Μπους σαν μαϊμού και άλλα τέτοια φτηνά καλαμπουράκια.
Τώρα έχει επεκταθεί ο γυμνασιακός χαβαλές, χωρίς όμως την αθωότητα του νεανικού και την σπιρτάδα του χαβαλέ, στους χρυσαυγίτες. Για να είναι πετυχημένη η σάτιρα στους νεοναζί, θα πρέπει να μη μπορούν να γελάσουν μ’ αυτή. 
Κι έτσι, κάποιες κακότεχνες φωτοσοπιές που κάνουν κατά καιρούς σουξέ στα σόσιαλ μήντια, είναι διπλά αποτυχημένες. Γιατί αισθητικά είναι φρικαλέες και θλιβερές όσο και τα αστεία αυτών τους οποίους σατιρίζουν και γιατί πολιτικά αφαιρούν το πιο βασικό συστατικό της ΧΑ, την κτηνωδία.
Κι όταν πάλι το χιουμοράκι που δήθεν στρέφεται κατά των νεοναζί, τους εμφανίζει σχεδόν συμπαθητικούς, όταν εξανθρωπίζει τα τέρατα, δεν έχει απλώς αποτύχει, έχει παίξει το παιχνίδι τους, τους έχει κάνει ποπ. Και δεν είναι ποπ, δεν είναι καλτ φυσιογνωμίες της trash TV, δεν έχουμε να κάνουμε με καμία Μιχαλονάκου, με καμία Πέπη Τσεσμελή και με τον Λεωτσάκο. Έχουμε να κάνουμε με εγκληματίες.
Η σάτιρα στους χρυσαυγίτες πρέπει να πονάει, να είναι σκληρή και ανελέητη. Ή να μη γίνεται καθόλου.

2/4/13

Ο Μικρός Προφήτης στη Μέκκα του Τρόμου

041200 england_0179a-1
Φωτογραφία: Θοδωρής Κοτταρίδης

Σκηνικό: Η Μέκκα της τρομολαγνείας. Το φουκωικό Πανοπτικό και το ουργουελιανό 1984 είναι τα αξιοθέατα που θα απολαύσετε σε όλη την μητροπολιτική πρωτεύουσα.
Καλοκαίρι 2004. Περιμένω στην ουρά του ταχυδρομείου, απέναντι από τον σταθμό του Stockwell, εκεί όπου ένα χρόνο αργότερα, η βρετανική αστυνομία έμελλε να εκτελέσει σε βαγόνι του μετρό τον Ζαν Τσαρλ ντε Μενέζες, έναν βραζιλιάνο μετανάστη 27 χρονών. Μια μέρα πριν τη δολοφονία, τα μέσα μαζικής μεταφοράς δέχονταν, σε ώρα αιχμής, συντονισμένες βομβιστικές επιθέσεις από φονταμενταλιστές ισλαμιστές ως αντίποινα για τον πόλεμο στο Ιράκ. Από τα λαγούμια των συρμών ανασύρθηκαν 54 νεκροί και περίπου 700 τραυματίες.
Η βρετανική αστυνομία εξαπολύει λυσσαλέο ανθρωποκυνηγητό. Ένας άνθρωπος πηγαίνει στη δουλειά του. Μοιάζει ύποπτος. Τον ρίχνουν στο πάτωμα και τον πυροβολούν με εφτά σφαίρες στο κεφάλι. Κι όμως ήταν αθώος. Η Metropolitan Police αργότερα θα παραδεχτεί ότι έκανε λάθος. Τον έλεγαν Ζαν Τσαρλς.
Τις επόμενες μέρες τα μέτρα ασφάλειας κατακλύζουν το Λονδίνο. Αστυνομικοί, CCTV, και τρομοϋστερία από τα μμε. Αυτοκόλλητα, φυλλάδια και γιγαντιαίες αφίσσες στους σταθμούς του μετρό. Η φωτογραφία στην αφίσα: Μια γυναίκα κάθεται στο μετρό και κοιτάει καχύποπτα ένα σακίδιο αφημένο δίπλα της. Η πηχυαία λεζάντα την προτρέπει να καταδώσει. Η ρουφιανιά είναι αρετή. Κάμερες σφηνωμένες ψηλά στα δοκάρια και στις γωνίες εποπτεύουν τους έγκλειστους στο σύγχρονο «Νησί των καταραμένων» του Σκορσέζε.
Την ίδια περίοδο, το ζέπελιν περιπολεί τον αττικό ουρανό. Όμως θα φαινόταν κανείς μίζερος αν κοιτώντας τότε τον ουρανό των Ολυμπιακών αγώνων έβλεπε όχι πυροτεχνήματα και φανφάρες αλλά σημεία της πανοπτικής επιτήρησης. Η βιομηχανία της ασφάλειας είχε ξεκινήσει ήδη να κάνει τζίρο.
Καθώς περιμένω στο ταχυδρομείο, απέναντι απ’ το σταθμό του Stockwell, μία μαμά προσπαθεί να περιορίσει τις ζωηρές κινήσεις του μικρού της τραβώντας το από το χέρι και μαλώνοντάς το. Το πιτσιρίκι κινείται ασταμάτητα. Κλείνει τα μάτια του, τα αυτιά του. Δείχνει σα να βασανίζεται από κάτι. Παρά τη διακριτικότητα –live and let others live ή die- που χαρακτηρίζει τους άγγλους, όλο και περισσότερα βλέμματα στρέφονται με περιέργεια στο παιδί. Μία γυναίκα ρωτάει τελικά τηn μητέρα τι του συμβαίνει: «Φοβάται τις κάμερες» θα απαντήσει εκείνη. H συνομιλήτριά της θα απορήσει. Δεν έχει ξανακούσει τον όρο. H μήτερα, είναι λευκή βρετανίδα, εργατική τάξη, μπορεί και να ζει με επιδόματα. Επιμένει με βαριά κόκνεϋ προφορά: Το διάβασε σε κάποιο περιοδικό. White trash. Αλλά έσερνε από το χέρι έναν μικρό προφήτη.

30/3/13

Vae victis

Ενας φίλος μού αφηγείται μια εξωφρενική περίπτωση αργομισθίας. Συμβαίνει να γνωρίζει κάποιο δημόσιο υπάλληλο που δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στη δουλειά του εδώ και χρόνια και βέβαια δεν τον έχουν αναζητήσει από τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Ο φίλος αναρωτιέται γιατί οι αριστεροί γραφιάδες δεν θίγουν τέτοιες περιπτώσεις. Και δεν έχει άδικο. 

EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ 
 EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ   


Τα τάγματα της βαρβαρότητας, από την άλλη, δεν διστάζουν να γενικεύουν ξεδιάντροπα ανάλογες περιπτώσεις προκειμένου να στραφούν λυσσαλέα ενάντια σε μία ολόκληρη επαγγελματική κατηγορία. Απροβλημάτιστα, με ισοπεδωτικές λογικές εξισώνουν τον υπερπτυχιούχο δημόσιο υπάλληλο που προσλήφθηκε με διαφανείς διαδικασίες και πασχίζει να φανεί παραγωγικός -για τον εαυτό του, για τη συνείδησή του, από μία διαστροφή μάλλον, αφού η μόνη ανταμοιβή θα 'ναι ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης ή μια καλή κουβέντα από τον άνθρωπο που εξυπηρετεί- με το κομματόσκυλο γραφειοκράτη που ανδρώθηκε στις πασοκικές νοοτροπίες της βαθιάς διαφθοράς.
Από τον αριστερό λόγο, όχι της κατ' επίφαση Αριστεράς, που εκπροσωπείται από το αδιανόητο πολιτικό μόρφωμα που συναινεί και συμπράττει στα ανοσιουργήματα μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης, κατά βάση απουσιάζουν οι παθολογίες του πολιτικού συστήματος που αποτυπώνονται και στη λειτουργία του δημόσιου τομέα, επιτρέποντας τελικά στους γραφιάδες της βαρβαρότητας να εμφανίζονται ως οι αποκλειστικοί επικριτές των σχετικών φαινομένων.
Σε γηπεδικές συνθήκες δημόσιου διαλόγου, η Αριστερά έχει στηθεί σε τείχος και της εκτελεί φάουλ το λεφούσι που αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερο, αν και μ' όλα τα μέσα ωθεί προς την προνεωτερικότητα. Γιατί, όπως έχω ξαναγράψει, με παράδειγμα τη διαβόητη «ανομία», η Αριστερά επέτρεψε «να κατηγορείται παραδόξως για το φαινόμενο της ανομίας -αν και άλλου τύπου- από το μνημονιακό μπλοκ, ενώ είναι γνωστό σε όλους πως το πελατειακό σύστημα που εξέθρεψε την πραγματική ανομία συντηρήθηκε με τη συμμετοχή πολιτευτών / στελεχών και ψηφοφόρων / υποστηρικτών των δυο μεγάλων κομμάτων, αποκλειστικά. Παραδοσιακά η Αριστερά στηλίτευε το πελατειακό σύστημα, το νεποτισμό, τη διαφθορά και όσα συναποτελούσαν την περιρρέουσα ανομία» (Αυγή, 23/12/2012).
Ο δημόσιος λόγος της Αριστεράς αναλώνεται μέσα σ' αυτές τις συνθήκες σε οπαδική, συνθηματολογική αντιπαράθεση με τους πολιτικούς της αντιπάλους -και εξαιρώ τους φασίστες, με αυτούς εξ ορισμού δεν μπορείς να συνομιλήσεις- και σε νεόκοπους θούριους που χαϊδεύουν τα αυτιά ημέτερων και που δεν αντέχουν σε ανάλυση γιατί είναι, κατά κανόνα, πολιτικά ανερμάτιστοι και συχνά εκπορεύονται απ' το κίνητρο του γράφοντος να αναδειχθεί ως η οργισμένη αλλά και ρομαντική φωνή του συλλογικού ασυνείδητου και βέβαια να αποκομίσει τιμές λαϊκού αγωνιστή.
Παράλληλα, βινιέτες έσχατης εξαθλίωσης κατακλύζουν κυρίως τα κοινωνικά μέσα αλλά και τα ΜΜΕ. Ομως, το ανοικονόμητο μελό του οικονομημένου, η ασύδοτη οιμωγή της αγοραίας αριστεροφροσύνης, παραπέμπουν περισσότερο σε κηρύγματα παπάδων από άμβωνος, συγχέοντας την αλληλεγγύη με την ελεημοσύνη, τον οικτιρμό με τον αγώνα, και τελικά λειτουργούν αντίστροφα ως προς τον υποτιθέμενο σκοπό τους. Δεν ευαισθητοποιούν πια, αλλά, χωρίς μάλιστα την απαιτούμενη συγγραφική δεξιοτεχνία, μας εθίζουν σε αναπαραστάσεις μιας φανερά μακρινής ως προς τον γράφοντα πραγματικότητας, που δεν παρέχουν περιθώριο ενεργοποίησης μηχανισμών ταύτισης με τους εξαθλιωμένους ήρωες των αφηγήσεων.
Δεν μιλώ για αυτολογοκρισία -πια πρέπει να διευκρινίζει κανείς και τα αυτονόητα-, μιλώ για φειδώ και για αιδώ. Μιλώ για λελογισμένη χρήση του ανθρώπινου δράματος του διπλανού μας. Μιλώ για ενσυναίσθηση, αναστοχασμό και διά ταύτα. Ο Τζακ Λόντον, για να γράψει τους «Ανθρώπους της αβύσσου» εγκατέλειψε έστω και προσωρινά τις ανέσεις του αστικού του βίου για να ζήσει τη ζοφερή πραγματικότητα της έσχατης φτώχειας στο East End του μητροπολιτικού Λονδίνου. Πουλάει όμως το μελό της ευκολίας, πουλάνε και τα επαναστατικά μανιφέστα του ποδαριού.
Η κρίση μας βρίσκεται σε κρίση. Σε συνθήκες πόλωσης είναι πια εξαιρετικά εύκολο να χαρακτηριστεί κανείς persona non grata, αν αποφασίσει να ασκήσει κριτική στο χώρο όπου ανήκει. Αλλά η δυνατότητά μας να ασκήσουμε κριτική κρίνεται από τη δυνατότητά μας για αυτοκριτική, και η αυτοκριτική είναι ό,τι μας σώζει από το να μετατραπούμε σε ένα μεγάλο «Κυνόδοντα». Και δεν σφυρίζει κανείς ένα ημίχρονο να δούμε πού βρισκόμαστε.

24/3/13

άθεες μαριονέτες

Σπαρασσόμενοι εραστές. Πριν και μετά. Εφήμερες ταξινομήσεις σε συλλαβές. Πόθος, ζήλεια, πάθος, χημεία. Και λοιπά. Στιβάζουν το αίσθημα σε βολικά λεκτικά κιβώτια. Περιφραστικά. Έχω κολλήσει, έχω σκαλώσει, έχω πάθει κοκομπλόκο. Αργκοναυτική εκστρατεία ενάντια στα ιερά και τα όσια.

Αναρωτιούνται γιατί δεν μπορούν να χωρίσουν, γιατί δε μπορούν να ξεκόψουν, γιατί δε μπορούν να το ξεπεράσουν, γιατί δε μπορούν να ξεχάσουν.

Μετά σμίγουν κάπου. Σε έναν άλλο χωρόχρονο. Εκεί που καταργείται η ύπαρξή τους με την έλευση  του πόθου ως αυθύπαρκτης οντότητας. Μετά, υπάρχουν προσχηματικά. Μόνο για να αποκτά υπόσταση μέσα από τα λόγια και τα σώματά τους αυτό που τους ορίζει. Αυτό που τους αποκαλύπτεται στον δικό του χωρόχρονο.

Μετά θα ντυθούν και θα αποχωριστούν με την ψευδαίσθηση πως ορίζουν την τύχη τους. Και θα βαυκαλίζονται τις άθεες οι μαριονέτες στα χέρια του Έρωτα.

21/3/13

θερμόμετρο

σ' ένα ΙΧ, ιδιωτική ζωή μιας χρήσης, παρκαρισμένο στο νοσοκομείο των
παιδιών, αναμονή, τριγύρω πυκνώνει η αγωνία, πολλές αγωνίες μαζί, πυκνώνει η αγωνία,
κάποιοι απόψε εξανθρωπίζονται, μπροστά τα φώτα που ζώνουν τη νύχτα το πεντελικό
όρος, κι ούτε που νοιάστηκα να μάθω τη γεωγραφία αυτού του τόπου,
επέστρεψα για να βουλιάζω στην αδιόρθωτη μυωπία του, στη βαλκανική πενίνσουλα, ο πιο τελευταίος "white trash" στο Λονδίνο είχε κάνει περισσότερα ταξίδια απ΄τον μέσο μικροαστό
εδώ στη βαθιά μυωπία, τι ήρθα να κάνω εδώ, τι δουλειά έχω εδώ, και μόλις ανέβει ο
υδράργυρος καταγράφει σεισμικές δονήσεις η ύπαρξή σου, η απολύτως και
πια παντοτινά συνδεδεμένη με τα πλασματάκια, που ξεπήδησαν με σάρκα από το
σώμα σου σε μια βραδιά έρωτα, κι ήδη νιώθεις
μακριά απ΄τη μάνα σου, ο λώρος δεν κόβεται, ο ομφάλιος λώρος είναι το σχοινί που θα κρεμαστούμε, και ποιος να σε συντρέξει λες, και δεν είσαι
και για κλάψες, άλλη φτιαξιά, και ζαλώνεσαι ένα μωρό κι ένα νήπιο για
το νοσοκομείο, και να έχεις δει το 39.5 βαθμούς δυο φορές, πριν και μετά το
παυσίπονο, κι ήδη να σου φαίνεται πολύ, πολύ μακριά να σου φαίνεται η
μάνα σου, κι έχεις κλάψει ήδη δυο φορές, κι έχουν περάσει όλες οι
κακές σκέψεις απ' το μυαλό, εγώ το άφησα ανεμβολίαστο, αν έχει
εισβάλλει πνευμονιόκοκκος στο κορμάκι του, εγώ το άφησα ανεμβολίαστο,
και σήμερα πλήρωνες μπέιμπι σίτερ, βενζίνες, πάρκιν μόνο για να πας να
σου πουν στο γκισέ του ταμείου που' σαι ασφαλισμένη, να σου πουν στο γκισέ
δεκαπέντε μέρες μετά από την προθεσμία που σου
έδωσαν πως θέλουν άλλον ένα μήνα για μια σφραγίδα, για μια γαμημένη
σφραγίδα,  και δε στο λέει καμιά καλτ μορφή φτηνής σάτιρας του δημοσίου, στο λένε κάτι
τριαντάρηδες που βάζεις στοίχημα πως έχουν δυο πτυχία για να είναι
πίσω από ένα γκισέ ξεδοντιασμένοι, να βουλιάζουν στη γραφειοκρατία,
και να είναι ανεμβολίαστο, και να λες ρε παιδιά ένα τηλ δώστε να πάρω να μην
έρχομαι τσάμπα και να σου λένε μας τα ξηλωσαν, να σου δείχνουν τα
 γραφεία άδεια από συσκευές, αλλά στην καμπίνα του αυτοκίνητου το βράδυ, 
έξω απ΄το νοσοκομείο, θα πέφτει ένα ψιλόβροχο και τα κίτρινα φώτα
και η μικρή θα βρεθεί στην μπροστά θέση για πρώτη φορά
 και θα βάλει τους μαρκαδόρους στη θήκη του συνοδηγού για το νερό
ή τον καφέ και πια ποτέ δε θα είναι ίδια η θήκη που γέμισε χρώματα,
και θα απλώσει χαρτιά στο ταμπλό, κι έτσι απερίσπαστοι, χωρίς τη βαβούρα του σπιτιού,
χωρίς την υπερπληροφόρηση, πώς να το πω, καμιά φορά στ' αρχίδια μου
όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα όταν έχει δείξει κοντά σαράντα το θερμόμετρο,
απερίσπαστοι από τα νέα του κόσμου, οι τέσσερις,
θα ακούτε μουσικές, ο μικρός θα είναι μόνιμα στην αγκαλιά, η αδερφούλα του θα
ζωγραφίζει και θα σε κάνει ευτυχισμένη, κι ο πυρετός θα υποχωρεί,
και ένας γιατρός στη βάρδια, κι εντάξει, τα κατάφεραν οι καριόληδες,
διαλύσανε το κράτος πρόνοιας και θα έρθουν οι
ξένοι επενδυτές να μας φτιάξουν ωραία νοσοκομεία, γυαλιστερά, με παρκέ, και παρκαδόρους, πολύ ωραία νοσοκομεία ρε, με μπάτλερ κι ανθοδέσμες στην είσοδο,
να μπορούμε κι εμείς να ψοφάμε στα γκαζόν τους. κι όμορφα να μας
σκεπάζει το χιόνι, όμορφα, σαν παραμύθι.

18/3/13

κόκκινο τριαντάφυλλο

Όταν ήταν παιδάκι, ήθελε στις Απόκριες να ντυθεί Χιονάτη. Αλλά αυτό δεν άρεσε στη μαμά. Μάλλον θα ήταν πολύ ακριβή η στολή. Και τελικά ντύθηκε κάτι άλλο. Όταν ήταν παιδάκι, έκανε κάτι ζωγραφιές μούρλια. Πολύ ζωηρά, χαρούμενα χρώματα, μπογιάντισμα προσεκτικό και φροντισμένα σχεδιαγράμματα. Αλλά ούτε αυτά άρεσαν στη μαμά. Μάλλον δεν της άρεσαν της μαμάς ούτε οι πριγκίπισες, ούτε οι νεράιδες, ούτε οι καρδούλες με φορέματα, ούτε τα λουλούδια με τις μεγάλες βλεφαρίδες και τα ροζ μάγουλα. Δεν της άρεσαν της μαμάς. Ούτε του μπαμπά. Καθόλου μα καθόλου.

Μετά, πήγαν σε ένα μεγάλο κτίριο. Εκεί, στο σαλονάκι που περίμεναν, είχε πολλά παιχνίδια. Αλλά είχε και μερικά σπασμένα. Κι έπαιζε με τα κουζινικά με τα άλλα κορίτσια. Αλλά αυτό δεν άρεσε στη μαμά. Δεν άρεσε καθόλου στη μαμά. Σε λίγο μπήκαν σε ένα γραφείο που ήταν ένας κύριος και μια κυρία. Ο κύριος ήταν πολύ χαμογελαστός και η κυρία πολύ σοβαρή. Ή το αντίθετο. Έδωσαν στο παιδάκι να ζωγραφίσει. Τους έκανε την καλύτερή του ζωγραφιά γιατί σκέφτηκε να βάλει μεγάλα στέμματα στις πριγκίπισσες στολισμένα με χρωματιστά πετράδια. Δεν ήταν πολύ καλή ιδέα, ε; Τους έβαλε και χρυσά ραβδιά. Στην πιο μικρή έβαλε μεγαλύτερο. Ο κύριος και η κυρία κούνησαν τα κεφάλια τους. Μάλλον ούτε σ' αυτούς άρεσε η ζωγραφιά. Έπειτα του έδωσαν ένα καλάθι γεμάτο παιχνίδια, πιστόλια, αυτοκινητάκια, ψεύτικα κραγιόν, πιατάκια, κούκλες και είπαν να διαλέξει. Διάλεξε να βάψει μια κουκλίτσα με κραγιόν, όσο η μαμά συμπλήρωνε κάτι χαρτιά.

Μετά από λίγο, ο κύριος και η κυρία, θα αποχαιρετούσαν το παιδάκι και τη μαμά, θα διάβαζαν τα συμπληρωμένα ερωτηματολόγια και θα συναποφάσιζαν τη διάγνωση: Διαταραχή φύλου. Την ίδια αρρώστια που είχε το Γώγος, ο Μάκης, ο Περικλής, ο Ντίνος, ο Ιωάννης. Και μετά πήγαιναν και ξαναπήγαιναν και ξαναπήγαιναν στο κτίριο και μιλούσαν εκεί με την κυρία πιο πολύ, τον κύριο δεν τον έβλεπε και τόσο πολύ πια. Και όλο να το ρωτάνε, και όλο να κουνάνε το κεφάλι τους, και όλο να ρωτάνε, και όλο να ρωτάνε. Και γιατί είναι κακό να ζωγραφίζεις πριγκίπισσες δεν κατάλαβε ποτέ.

Όταν μεγάλωσε το παιδάκι έγινε σαν τη μαμά κι ακόμη, κι ακόμη πιο ωραίο. Είχε κάτι μαλλιά ξανθά αλλά όχι και τόσο μακριά, όπως της Ραπουνζέλ, πιο λίγο μακριά, κι ωραία χείλη, βυσσινί σαν της Χιονάτης, και τις νύχτες περίμενε τον πρίγκιπα σαν τη Σταχτοπούτα αλλά με μίνι και ζαρτιέρες. Κι ο πρίγκιπας ερχόταν κάθε βράδυ με άλλο αυτοκίνητο και με άλλο πρόσωπο αλλά με τα ίδια χαρτονομίσματα. Πίπα, κώλο, ίδια τιμή για όλους. Μόνο ένας, μια φορά, στον γυρισμό, έτσι, πώς του ήρθε, της είπε να πάνε να πιούνε κανένα ποτό. Και ήρθε ένα γυφτάκι, με ένα μάτσο τριαντάφυλλα, και πάρτε καλέ κύριε, που είναι η μέρα της γυναίκας, του έλεγε. Και της αγόρασε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Την ημέρα της γυναίκας.


--------------------------------------------------------------------------------------------------

Για το διιστολογικό αφιέρωμα με αφορμή τη μέρα της γυναίκας.

http://motheringdays.blogspot.gr/2013/03/blog-post.html?spref=fb
 https://awysiwyg.wordpress.com/2013/03/18/women/
http://agrampelli.blogspot.gr/
http://rubycloud.blogspot.com
www.anagennimeni.wordpress.com
http://pollyannasdays.blogspot.gr/2013/03/1751-19102000.html
www.kidscloud.gr
http://jaquou.wordpress.com/
www.motheringdays.blogspot.com
http://esp0ir.wordpress.com

16/3/13

Unfriend

Όποιο όνομα σύγχρονου έλληνα λογοτέχνη κι αν μου έλεγες, θα σου απαντούσα με ερώτηση: ποιος είναι αυτός; Και να επιμένει, στην άλλη άκρη της γραμμής, πως πρέπει να βρω και να διαβάσω αυτή τη συγγραφέα, την ξανθιά, αυτήν μωρέ που έγραφε και στα Νέα, μα πώς τη λέγανε; Πού να ξέρω; Αλλά άμα σε έχουν χρίσει μεγάλο έρωτα, γιατί είσαι τόσο όμορφος και κάνεις αφισοκόλληση της εξωκοινοβουλευτικής τις νύχτες, η άλλη δέχεται υποδείξεις και για τα βιβλία και για τα μπαχάρια που θα ρίξει στο φαϊ και για το πώς θα σκέφτεται. Κι έτσι επέμενε, αυτός στη Χαϊδελβέργη, εγώ στο Βερολίνο, να βρω και να διαβάσω αυτή την πώς -τη- λένε, ρε γαμώτο;

Και έπεφταν τα κέρματα στον τηλεφωνικό θάλαμο να μιλάμε με τον άντρα της ζωής μου, για τα πάντα και το σύμπαν,  και να μην ξέρω λέξη γερμανικά, πώς λένε τη φωτιά να ζητήσω στα κορίτσια που περνάνε, να καπνίσω, και παπαγάλισα τη λέξη και άναψα απ΄τα κορίτσια που περνούσαν έξω από το χόστελ, μπροστά στον θάλαμο. Και να μη θυμάται το όνομα της συγγραφέως, ξενιτεμένος κι αυτός, εμείς δε περιμέναμε να γίνει -και- τρεντ η διασπορά για να φτιάξουμε βαλίτσες.  Εμένα με έδιωχνε απ΄την κούνια η πατρίδα, για την ακρίβεια κάθε πατρίδα, για την ακρίβεια πατρίδα τι πάει να πει δεν ξέρω, από τότε που μου ήρθε περίοδος, για να τραβήξουμε μια κόκκινη γραμμή στην  ενηλικίωση, ξέρω πως δεν είμαι Ελληνίδα, δεν ξέρω τι σημαίνει είμαι Έλληνας, δεν είναι στυλ, είναι νοητή απομαγνητοφώνηση όσων είπα και όσων δεν, τα τελευταία είκοσι χρόνια, δεν είχαμε γαλανόλευκες εκεί που μεγάλωσα, είναι νησί, το χωρίζουν απ΄την κεντρικη στερεά πολλά ναυτικά μίλια, το αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, δεν ξέρω, δεν το διάλεξα να μην είμαι Ελληνίδα, μόνο που το συνειδητοποίησα.

Μετά, έκανα παιδί, με άλλον άντρα, τον άντρα της πραγματικής μου ζωής, της ζωής που καταγράφεται και στην πλήξη του έγγαμου βίου, και στην ασύδοτη καύλα των πρώτων χρόνων, και στα έχουμε χωρίσει και δεν το ξέρουμε, και στα πόδια του που ψάχνω να ακουμπήσω για να παγώσουν τα δικά μου, να νιώθω λαρτζ που χαρίζω από τη θέρμη μου κι όταν ακόμα δεν τη ζητάει, κι όταν δεν την αντιλαμβάνεται συνειδητά, όταν οι ζεστές μου πατούσες μετατρέπονται στο REM του σε ένα ποτάμι που του καίει τους αστραγάλους, μετά έκανα παιδί και μου κόπηκαν τα πόδια. Έφυγα μόνη μου από την Ελλάδα και γύρισα πίσω με άλλους δύο. Έναν άνθρωπο στην κοιλιά, έναν στο πλάι μου.

Για είκοσι χρόνια δεν διάβαζα νεοελληνική λογοτεχνία. Τα μισά, ενώ ζούσα ακόμα στο εσωτερικό, τα υπόλοιπα ενώ είχα φύγει και ως φυσική παρουσία. Μα έγραφες σχόλια στο μπλογκ του Νίκου Δήμου. Ναι, γιατί; Ποιος είναι αυτός; Κι ακόμη χειρότερα. Πολύ χειρότερα. Δεν έχεις διαβάσει Βακαλόπουλο; Όχι. Δεν τον ήξερα. Αλλά είχα διαβάσει τέσσερα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, αφού έτσι μου συνέστησε ο μεγάλος έρωτας.

Τον ξαναβρήκα μετά από χρόνια. Πού; Όχι. Ούτε σε κάποιο κατάστρωμα φέριμποτ καλοκαίρι για τα νησιά. Ούτε σε κάποιο αρχαίο μπαράκι σ' ένα στενό του κέντρου της επαρχιακής μας πόλης με τα κίτρινα φώτα στη βροχή. Ούτε καν σε κάποιο αεροδρόμιο. Στο φέισμπουκ. Κάνε κινηματογράφο εσύ με αυτά τα υλικά. Κάνε τέχνη. Κάνε και ζωή. Τον ξαναβρήκα μετά από χρόνια. Και τον διέγραψα. Ανέβαζε μόνο λινκς από το πρόταγκον με τίτλους δικής του έμπνευσης: ΝΑ ΤΑ ΑΚΟΥΝΕ ΑΥΤΑ ΟΙ ΚΑΜΜΕΝΟΤΣΙΠΡΑΙΟΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΝ ΤΗ ΧΩΡΑ κλπ, ή ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ!!! κι από κάτω Μίχας και Τέλλογλου και Θεοδωράκης. Δεν ήξερα πως είχε τόση ασχήμια αυτός που η ομορφιά του με γονάτιζε. Έκαναν πολύ θόρυβο τα κέρματα στον θάλαμο. Και εγώ δε διάβαζα έλληνες.

10/3/13

«Γεια σου Λόλα. Όμορφη ακόμα και νεκρή...»



Το προφανές. Τον έβλεπα τόσο εκτυφλωτικά όμορφο που πίστευα ακράδαντα πως θα μπορούσε να έχει όποια γυναίκα της υφηλίου επιθυμεί. Ήμουν ερωτευμένη. Άρα τυφλή.
#Μερικά χρόνια μετά θα τον συναντούσα τυχαία κάπου και θα αναρωτιόμουν αν είχα προσέξει ποτέ πόσο κίτρινα είναι τα δόντια του ή πόσο κουμπότρυπες είναι τα μάτια του ή πόσο σουβλερή η μύτη του.

Τις Κυριακές ξυπνούσε από τα χαράματα για να λουστεί, να μπανιαριστεί, να χτενίσει τα μακριά μαλλιά και να φτιάξει τον κότσο της με επιμέλεια. Τα αρθριτικά εκείνη την ώρα δεν την δυσκόλευαν. Ωραία μου αυθυποβολή. Να βάλει τα καλά της ρούχα και τα σχολιανά της παπούτσια της και τσούκου-τσούκου με το μπαστούνι να περπατήσει νηστική ως την Εκκλησία ώσπου να γευτεί «το σώμα και το αίμα του Κυρίου» από το χέρι του δεσπότη σε ένα δίκτυο πίστης και ευλάβειας και να ζήσει, έτσι, στην τρίτη της ηλικία, τις ομορφότερες ώρες της εβδομάδας.
# Σας γαμώ τα λιβάνια, τον Χριστό, τα ράσα, την Παναγία και τα μανουάλια, θα πει ο άλλος που αποστρέφεται τον χριστιανισμό και τα τελετουργικά του.

Ακούω την εκπομπή του Χρήστου στο ραδιόφωνο. Μου προκαλεί ψυχική ανάταση. Οι μουσικές που παίζει, τα λόγια που εκφωνεί, οι σιωπές που παρεμβάλλονται. Όταν πέφτει το σήμα του τέλους έχει κάνει τον κόσμο μου λιγάκι πιο όμορφο.
#Ο χτιστός στο γυμναστήριο με το μαύρο εφαρμοστό
t-shirt, ο νεοναζής, θα άντεχε να σηκώσει 50 κιλά αλλά δε θα άντεχε να ακούσει τον Χρήστο  ούτε 50 δευτερόλεπτα.
Είχε κλείσει εισιτήρια εδώ και καιρό. Μία από αυτές τις μέρες θα πήγαινε να ακούσει την Κάρμεν στο θέατρο. Δεν έχει σημασία αν μεγάλωσε σε ένα αστικό περιβάλλον κι εξοικειώθηκε από νωρίς με την όπερα ή αν στην πορεία της ζωής της αγάπησε το είδος. Ακόμα και αν ήταν ένα αλητάκι, όπως τη Σκάρλετ Γιόχανσον στο Match Point, θα δάκρυζε βαθιά συγκινημένη από την ερμηνεία της σοπράνο.
# Η άρια από την Κάρμεν
L'amour est un oiseau rebelled  θα θύμιζε  «στα εστιατόρια που τρών’ τα συνεργεία» το λιμπρέτο της διαφήμισης:  To άζαξ ούλτρα καινοτομεί...Και στο Intouchables o Driss, ο μαύρος φροντιστής του ζαπλού τετραπληγικού, θ’ αμόλαγε χάχανα απ’ τον εξώστη στη θέα των επιλογών του βεστιάριου της όπερας.
Τις πιο όμορφες βραδιές τις είχαμε περάσει στου Τάσου στη Φορτέτσα. Xαμηλοτάβανο ασβεστωμένο κουτουκάκι, τσιμεντένιο πάτωμα, γεράνια στην αυλή και ρουστίκ βεραμάν πορτοπαράθυρα. Σάββατο βράδυ ζωντανή μουσική δυο φοιτητές απ' το Πανεπιστήμιο της επαρχιακής πόλης. Παλιά ρεμπέτικα, μεζεκλίκια, χύμα κόκκινο κρασί απ’ τα βαρέλια και στριφτά.
# Αηδία το σκηνικό για το νεοφιλελέ του διπλανού γραφείου. Εμετός για το μεταμοντέρνο χιπστεράκι των σόσιαλ μήντια. Ίσως πια και για μένα.
Ένα σκυλί δηλητηριασμένο, νεκρό, ξαπλωμένο σε μαύρη πλαστική σακούλα στα σκαλιά του Δημαρχείου Κατερίνης. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας από αυτούς που δεν τρώνε τη φόλα πως είμαστε πολλοί, πως περισσεύουμε, πως τ’ αδέσποτα αυτού του κόσμου θα πρέπει να θανατωθούν στην καλύτερη περίπτωση με ευθανασία. Ο SXY από το Jungle Report θα γράψει κάτω από τη φωτογραφία: «Γεια σου Λόλα. Όμορφη ακόμα και νεκρή...»
# Δεν έχει.
Η ομορφιά του ενός η ασχήμια του άλλου, η αλήθεια του ενός το ψέμμα του άλλου, η αγάπη του ενός το μίσος του άλλου. Τίποτα δεν είναι χωριστό. Τίποτα δεν έχει μια όψη. Τίποτα δεν αντέχει χωρίς το αντίθετο. Η ομορφιά μονάχη της θα ήταν ένας φασισμός. Και μόνο αυτός είναι ολοκληρωτικά άσχημος. Γιατί είναι θάνατος.  Όλα τα άλλα, la vita è bella. Ακόμη και μες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Με το βλέμμα όμως ενός Ρομπέρτο Μπενίνι, του πιο όμορφου ασχημάντρα. Η ζωή όμως. Μόνο.

7/3/13

ταυτότητα

Για νά 'ρθει ως το σπίτι, που είχαμε μαζευτεί πέντε φίλοι, άφησε στο βενζινάδικο την ταυτότητά του γιατί δεν είχε να δώσει τα είκοσι ευρώ που έβαλε βενζίνα.

Πριν είκοσι τόσα χρόνια έφτιαχνα παζλ. Τώρα μαζεύω την καρδιά μου που γίνεται χίλια κομμάτια ξανά και ξανά και ξανά.

Έχω χάσει τον ύπνο μου. Όπως εκείνο το κομμάτι του παζλ που μου είχε κλέψει ο γάτος μου. Ώστε η εικόνα ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Κοιμάμαι τα ξημερώματα. Βλέπω εφιάλτες για την ταράτσα στη Μπουμπουλίνας και την Μακρόνησο. Βλέπω τανκς και ταγματασφαλίτες. Τα κομμάτια που λείπουν.

Μετά ξυπνάω και μαθαίνω πως ο νεοναζί είναι αθώος. Αθώος ο ναζισμός. Ακόμα και τα "αθώα" παιδικά σκίτσα του Ντίσνεϋ καταδικάστηκαν κάποτε. Η Δικαιοσύνη έρχεται από το μέλλον.

Χτες ονειρεύτηκα πως η ταυτότητα του φίλου έπαθε ανάφλεξη ανάμεσα στις τιμές του πετρελαίου.  Μας καταδίωκαν ναζήδες για την πυρπόλησή της και εισαγγελείς γιατί τους κάψαμε το μαγαζί. Μετά μάθαμε πως ήταν δικαστικό μέγαρο. Πως γέμιζε τα ρεζερβουάρ του ολοκληρωτισμού. Οι κάνουλες έσταζαν αίμα. Το βενζινάδικο ανατινάχτηκε, όπως το σπίτι του απόλυτου κακού στο Django, ο τιμωρός. Στο βάθος δυο σκιες φιλιούνται ακόμα.




2/3/13

Σκοτώνουν την ευθύνη όταν γεράσει

Είχε ξυπνήσει πάλι ξημερώματα. Σύνηθεια χρόνων πια. Η γη δαμάζεται πολύ πρωί, να σε περονιάζει το κρύο. Δεν είναι στίχοι του Γεράσιμου Μαρκορά, «ξημερώνει αυγή δροσάτη / με το πρώτο της πουλί / λες και κράζει τον εργάτη / στην φιλόπονη ζωή», έναμιση αιώνα πριν. Είναι σήμερα.

Πίνει τον καφέ της μπροστά στην τηλεόραση. Φοράει τσεμπέρι στα μαλλιά, τραβηγμένα πάντα κότσο. Από κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες και μνημόσυνα. Η Εκκλησία παρούσα σε κάθε έκφανση της ζωής. Γαλουχήθηκε μέσα στα κεριά, τα λιβάνια και τα εικονίσματα. Από τέχνη, οι σαπουνόπερες των ιδιωτικών καναλιών. Τα τούρκικα σίριαλ δεν τα βλέπει. Οχι από νεόκοπο σοβινισμό. Η γλώσσα της είναι διανθισμένη από λέξεις του αραβικού και του ενετικού κόσμου. Κι ας έζησε μια ζωή αταξίδευτη. Δεν τα παρακολουθεί, γιατί δεν προφταίνει να διαβάσει τους υπότιτλους. Είναι λειτουργικά αναλφάβητη. Από βιβλία, συναξάρια και την Αγία Γραφή. Πέρασε όλη την ενήλικη ζωή της ντυμένη στα σκούρα. Δεν έχει φορέσει παντελόνι. Δεν είναι σκίτσο στο ιρανικό «Persepolis». Είναι εδώ. Αθέατη.

Δουλεύει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Η παιδική εργασία δεν καταργήθηκε ποτέ στην ελληνική ύπαιθρο. Στο νοικοκυριό των μηδενικών κομφόρ, στα χωράφια των πρωτόγονων γεωργικών εργαλείων, στον αργαλειό, στο ζύμωμα, ώστε να λέει πως όλα περάσανε απ' τα χέρια της. Που τώρα έχουν αρθρίτιδα και τρέμουν. Μια σκεβρωμένη φιγούρα. Το είδωλό της αντικατοπτρίζεται στην οθόνη. Στην οθόνη προβάλλουν τηλεπερσόνες εκπάγλου καλλονής, τσιρίζουσες σε τέμπο αλέγκρο. Οι ίδιες που από ορεινά ξέρουν μόνο τα χιονοδρομικά των τζιπάτων με τις στολές του σκι και του φρέντο lifestyle, που κοιτάζοντάς τους αντιλαμβάνεσαι πως οι εξωγήινοι στον «Πόλεμο των κόσμων» του Χέρμπερτ θα είχαν περισσότερη συναίσθηση του πού βρισκόμαστε.
Φέρνει κούτσουρα και προσάναμμα να ανάψει την ξυλόσομπα. Δεν επέστρεψε στη σόμπα τώρα με την κρίση. Στην κρίση γεννήθηκε, μεγάλωσε, γέρασε και θα πεθάνει. Από το μαγκάλι στη σόμπα ήταν η διαδρομή της ζεστασιάς της. Μετά θα μαγειρέψει στο πετρογκάζι. Δεν ανάβει την ηλεκτρική κουζίνα, γιατί καίει πολύ ρεύμα, θα πει. Κι αργότερα θα σκουπίσει την αυλή απ' τα ξερόκλαδα και θα ξεχορταριάσει τις γλάστρες της. Από το δρόμο τη χωρίζει μια ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα. Κάποιος πλανόδιος μικροπωλητής, δήθεν για να της πουλήσει από το εμπόρευμά του, αποπειράται να τη χτυπήσει και να τη ληστέψει. Μπήγει τις φωνές, ξεπροβάλλουν όσα γεροντάκια απόμειναν ζωντανά, σπεύδοντας για βοήθεια. Με ό,τι μέσο τούς ήταν εύκαιρο: μπαστούνια και σκουπόξυλα. Ο κλέφτης το έβαλε στα πόδια.

Οχι, δεν θέλουμε περισσότερη αστυνόμευση. Περισσότερη δικαιοσύνη θέλουμε. Λιγότερους πένητες που θα γυαλίσει το μάτι τους στην ιδέα της καταχωνιασμένης ψωροσύνταξης κάτω απ' το στρώμα της γιαγιάς. Θέλουμε η γιαγιά που σακατεύτηκε δουλεύοντας από δέκα χρονώ να έχει τη δυνατότητα να πάρει ένα ορθοπεδικό στρώμα. Να μην κλαίει από τον πόνο γιατί δεν δικαιούται άλλες παυσίπονες ενέσεις. Κι όχι, δεν θέλουμε να φύγουν οι ξένοι. Δεν ήταν ξένος ο κλέφτης.
Οι «ξένοι» ρίζωσαν, έφτιαξαν σπίτια, γέννησαν παιδιά, έδωσαν ζωή στο χωριό. Η Τανούτα, η Πολωνέζα, ήταν η αποκλειστική που φρόντισε την κατάκοιτη ηλικιωμένη στο χωριό. Ο Σάκης, ο Αλβανός με το εξελληνισμένο όνομα, για πέντε ευρώ τούς ταχτοποίησε την αποθήκη, τους μετέφερε τα καυσόξυλα, τους συντρέχει. Ο αδερφός του Σάκη τούς ασβέστωσε όλο το σπίτι πέρυσι. Οι μετανάστες ήρθαν εργάτες στα χωράφια που ρήμαζαν, όταν τα παιδιά του παππού και της γιαγιάς είχαν μετοικήσει στις πόλεις, έτσι ώστε αργότερα τα απολιτίκ κι άφυλα χίπστερ εγγόνια να τους απαλείψουν πλήρως από τη μνήμη, τη γλώσσα, τις αναφορές τους. Δεν ξεμπερδεύεις με ένα delete, φίλε.

Την Τρίτη τέθηκαν σε προ ημερησίας διάταξης συζήτηση στη Βουλή «τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου». Η κυβέρνηση της «ευθύνης» έπεισε πως έχουμε ευθύνη να ασπαστούμε την κυνική, ανάλγητη και στρεψόδικη γλώσσα τους, τους ευφημισμούς που συγκαλύπτουν ανοσιουργήματα. Εχουμε ευθύνη να συνηθίσουμε «τα εγκλήματα του λευκού κολάρου», των οικονομικών σκανδάλων, των υπεξαιρέσεων, των off-shore, και να είμαστε απολύτως ικανοποιημένοι όταν από τη ληστοσυμμορία τους καταδικάζεται ένας κάθε δέκα χρόνια. Εχουμε ευθύνη να αποδεχτούμε τη μετατροπή του αγροτοσυνδικαλιστικού κινήματος σε εκκολαπτήριο τοπικών αρχόντων και βουλευτών, να αφήσουμε βορά τους ανθρώπους της υπαίθρου στα ψηφοθηρικά τεχνάσματα που εξασκούν χρόνια οι κυβερνώντες του πελατειακού συστήματος και πλέον βορά στη ρητορική του μίσους των νεοναζί. Εχουμε ευθύνη να εγκαταλείψουμε τους ηλικιωμένους στη μοίρα τους και να αποδεχτούμε τον αναλφαβητισμό, την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, την απώλεια των ασφαλιστικών εισφορών, τις συντάξεις πείνας, την απομόνωση, τη φτώχεια και τελικά την εξαθλίωση. Εχουμε ευθύνη να μην τους επιτρέψουμε να φύγουν από τη ζωή με αξιοπρέπεια. Τέτοια ευθύνη να μην αναλάβουμε.