31/8/11

τέλη Αυγούστου

Φοβάμαι ότι θα έρθει κάποτε η στιγμή που θα δω τυχαία κάπου -σε κάποια βιτρίνα, σε κάποια οθόνη, σε ένα έντυπο- μια στολή καταδύσεων ή μια μπουκάλα οξυγόνου και θα αναλυθώ σε λυγμούς.

Φοβόμουν για χρόνια τα μακροβούτια, κι ίσως, ως αντίδραση στο απαγορευτικό του φόβου, ο πόθος ήταν να πάρω μαθήματα καταδύσεων. Ποτέ δεν έχω φτάσει στο βυθό. Κι όσο περνάνε τα χρόνια τόσο εκμηδενίζονται οι πιθανότητες να πραγματώσω το εφηβικό μου όνειρο. Κι όσο με ξεφτιλίζουν, εμένα κι όλη μου τη γενιά, μειώνοντας τους μισθούς μας, τιμωρώντας μας για κάτι που δε φταίξαμε, τόσο η γνωριμία μου με τα κοράλια θα' ναι μια πολυτέλεια για την οποία δε θα μου επιτρέπεται καν να μιλήσω.

Τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, Δέσποινα, τις φαντάζομαι όπως το χώμα. Όπου φυτρώνουν και θεριεύουν οι νευρώσεις μας και το οποίο, συγχρόνως, μας υπενθυμίζει το θνητόν της ύπαρξής μας. Σ' αυτό το χώμα, πέφτουν, που λες, τα δάκρυά μας, και κάποτε ανθίζει ένα κομμάτι κείμενο ή μια συγκίνηση. Χωρίς αυτές τι θα'μαστε, Δέσποινα; Ένας υπάνθρωπος εστεμμένος με το λαμπερό χαμόγελο της επιτυχίας, ενδεδυμένος με ατσαλάκωτα υφάσματα, που αποπνέει ακριβό άρωμα και απονιά. Ξέρεις τι πάει να πει απονιά. Είναι από τις λέξεις που εξαφανίζονται. Όπως η λατέρνα και το φιλότιμο. Μόνο η φτώχεια επιστρέφει. Μέσα έξω. Αλλά εμείς έχουμε να καταβάλουμε πάλι τα τέλη Αυγούστου. Ένα καλοκαίρι πλουσιότεροι, ένα καλοκαίρι φτωχότεροι.

27/8/11

Ψευδωνυμία που διεγείρει

Η ψευδωνυμία στα blogs παρέχει μια ελευθερία έκφρασης πέρα από ταμπού, καθωσπρεπισμούς και στρογγυλεμένες πολιτικές θέσεις.

Συγχρόνως όμως, ως ιστογράφος, είσαι έκθετος και η ψευδωνυμία είναι το παλτό σου. Δεν είσαι συγγραφέας να σε προστατεύει η αίγλη ενός αντίτυπου με αντίτιμο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Δεν είσαι φτασμένος διανοούμενος ή καλλιτέχνης να σε προστατεύει η ισχύς της δημόσιας περσόνας σου. Δεν είσαι αρθρογράφος να θεωρείται καθήκον σου η κριτική στα κακώς κείμενα. Είσαι ένας ερασιτέχνης της γραφής, ένας ανώνυμος πολίτης.

Ο Τζακ Νίκολσον στο «Professione: Reporter» του Αντονιόνι οικειοποιείται την ταυτότητα ενός νεκρού εμπόρου όπλων και ζει μια δεύτερη εκδοχή του βίου του στο πεπερασμένο της ύπαρξής του. Είναι ελκυστική η ιδέα του μη μονοκόμματου βιώματος, της μη περιχαράκωσης σε συμβατικούς και όχι αντιφατικούς ρόλους. Να είσαι μητέρα αλλά και ερωτομανής, σαν ηρωίδα του Μπατάιγ, άριστος φοιτητής και επαναστατημένο πνεύμα, στην Αγανάκτηση του Φίλιπ Ροθ, αναρχικός και τραπεζίτης, όπως στο ομώνυμο διήγημα του Πεσόα, μικροαπατεωνίσκη και απλή νοικοκυρά του Ντάριο Φο, άθεος και παππούλης για τον Σεπούλβεδα, ομοφυλόφιλος και οικογενειάρχης γελαδάρης στο Brokeback Mountain, ταχυδρομικός υπάλληλος και περιθωριακός μέθυσος, μισάνθρωπος, τζογαδόρος, πορνόγερος στα αυτοβιογραφικά του Μπουκόφσκι.

Τώρα πια έχεις να διαλέξεις ρόλο και λόγο. Οι επιτροπές προληπτικής λογοκρισίας, στο πλαίσιο της μεγάλης καταστολής, θα σου επιβάλουν να υπογράφεις επωνύμως κείμενα που δεν θα διεγείρουν τα αντανακλαστικά μιας νεοσυντηρητικής κοινωνίας, συναινώντας -και έτσι- στο αίτημα της πολιτικής ορθότητας.

Η ψευδωνυμία στο Διαδίκτυο δεν είναι ταυτόσημη με τη σκανδαλοθηρική δημοσιογραφία, τη λάσπη και τις συκοφαντίες. Ο φόβος για όσους γράφουν με πάθος για τα προσωπικά τους πάθη δεν είναι η ποινική δίωξη (χωρίς πια να αποκλείεται). Η απειλή είναι η μήνις του αφεντικού, το πικραμένο βλέμμα του συγγενή σου, το κουτσομπολιό του παλιού συμμαθητή, το χολερικό σχόλιο του μικροαστού συναδέλφου σου. Δεν δικάζουν μόνο οι δικαστές.

Αδιανόητο να κυκλοφορείς μασκαρεμένος σαν τους Tiger Lillies ή με ψευδώνυμο σαν τον Αρκά, τη Μυρτιώτισσα, τον Νερούδα, τον Οργουελ και τον Banksy. Αδιανόητο.


(Ελευθεροτυπία, 27/08/2011)

21/8/11

in the net

Η ομήγυρη έχει μπλεχτεί στο δίχτυ μιας ανιαρής κουβέντας που ακούγεται πια στα αυτιά μου σαν το βουητό του κοχυλιού. Μιλάνε για οικονομικά. Ω, θεέ του Πελάγου. Καταφέρνω να ξεγλιστρίσω με έναν ελιγμό και βυθίζομαι στη σιωπή μου. Βγαίνω στον αφρό και κοιτάω γύρω μου. Η ματιά μου σκαλώνει στο παρακείμενο ζευγάρι.
Περίπου σαραντάρηδες. Κάθονται αντικριστά και πίνουν κοκτέιλ. Το χέρι και η παλάμη της μισός αμφορέας στηρίζει το κεφάλι της από το πηγούνι κι ως τη γνάθο. Τον κοιτάει υπνωτισμένη να μιλάει. Έχει ένα χαμόγελο αναγνωρίσιμο. Είναι της γλυκασμένης γυναίκας. Εκείνος κορδώνεται νομίζω, εκτός κι αν είναι έτσι η φτιαξιά του. Μιλάει, χειρονομεί, της ανταποδίδει τα χαμόγελα αλλά έχει έλεγχο του κόσμου έξω από το ενυδρείο τους. Έχει συναίσθηση πως είναι διαφανές. Εκείνης πάλι το όριο του κόσμου είναι το περίγραμμα του κορμιού του.
Το βλέμμα του πέφτει ξαφνικά πάνω μου. Παριστάνω την αδιάφορη και επιστρέφω στο κουβεντολόι για να θολώσω τα νερά. Αποστρέφει και κείνος το βλέμμα του. Τον κοιτάζω κλεφτά έπειτα. Το αρσενικό περισκόπιο διερευνά το περιβάλλον γύρω του. Κάνει νόημα στη γκαρσόνα. Παραγγέλνουν άλλα δυο ποτά, όπως φάνηκε αμέσως μετά. Απλώνεται προς το μέρος της παρτενέρ, παίρνει την παλάμη της στις δυο του χούφτες, της χαϊδεύει τα δάχτυλα, την κοιτάει βαθιά μέσα στα μάτια μ' ένα γοητευτικό υπομειδίαμα και κάποιο φιλήδονο βλέμμα, ακουμπάει την χούφτα της στο μάγουλό του, μισοκλείνει τα βλέφαρά του. Τώρα η γυάλα του έρωτά τους είναι θεοσκότεινη. Νομίζουν κανείς δε τους βλέπει. Κι έτσι έχω κολλήσει το μούτρο μου παρακολουθώντας σχεδόν με κομμένη την ανάσα.
Φτάνει το κορίτσι με τα ποτά. Εκείνος τραβιέται προς τα πίσω, αφήνει το χέρι που ως τώρα κρατούσε, αλλάζει ύφος, στρέφει όλο του το σώμα προς το μέρος της κοπέλας που σερβίρει. Κάτι της λέει και γελάνε. Τον κοιτάει με νάζι η όρθια. Η καθήμενη έχει ζαρώσει σε μια γωνιά. Το σώμα που έγερνε προς τα εκείνον τώρα έχει ακουμπήσει στη ράχη της καρέκλας. Η γκαρσόνα αποχωρώντας την κερνάει ένα κοκτέιλ, λίγο θρίαμβος, λίγο απαξίωση, και μια μεζούρα έλα τώρα, μη ζηλεύεις δουλειά μου είναι. Ανταποδίδει στο κοκτέιλ, σφίγγοντας τα χείλη της και ο ήχος από το σφίξιμο φτάνει στα δικά μου ύδατα. Αυτός την κοιτάει περιπαιχτικά και δρέπει τους καρπούς της ζήλειας της. Τους βαριέμαι.
Επιστρέφω στα λημέρια μου. Δε θα ξεμπλεχτούμε ποτέ από αυτό το δίχτυ, αναφωνώ. Γελάμε. Με είχαν ξεχάσει. Επιστρέφω στο ζευγάρι δίπλα μόνο όταν ο αρσενικός σηκώνεται από το τραπέζι. Προχωράει κατά το μπαρ. Το ψάρι μπάρμαν του δείχνει κάπου με το χέρι. Προβάλλει το ψάρι γκαρσόνα. Το ψάρι ασχημάνδρας κατευθύνεται προς το ψάρι γκαρσόνα σαν πεταλουδίτσα του νερού, αλαφροπατώντας με χαρωπά ερωτικά πηδηματάκια.
Τα ψάρια ποτέ δεν ακούγονται. Δεν είναι πως δε μιλάνε. Τα ψάρια πρέπει να είναι τα πιο φλύαρα ζώα του κόσμου γιατί η ζωή του βυθού είναι ανυπόφορα σαγηνευτική και αν δε μιλούσαν, ψου ψου ψου, τα ψάρια, θα πέθαιναν από ομορφιά. Και η ζωή στη στεριά είναι καμιά φορά συγκλονιστικά ωραία γι' αυτό ασχολούμαστε με οικονομικούς δείκτες και τιποτένια πράγματα. Για να την αντέξουμε.
Ο αρσενικός κάνει πως απομακρύνεται από τη σερβιτόρα αλλά ξαναγυρνάει στη γκαρσονόψαρο χαχανίζοντας. Το θηλυκό γοητευτικόψαρο, έχει αντιληφθεί αλλά προσπαθεί να παραστήσει το αδιάφορο. Περιστρέφει τη ματιά της στο χώρο και σκαλώνει πάνω μου, που περίμενα πώς και πώς να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας. Την κοιτάω: είδα, ξέρω, καταλαβαίνω. Ταράζεται, συνοφρυώνεται, κοιτάει πάλι κατά το μέρος του. Ο αρσενικός επιστρέφει στη γυάλα περιχαρής και καμαρωτός-καμαρωτός. Εκείνη καμώνεται πως δεν είδε. Βαδίζοντας έξω, εκείνος κάνει να την αγκαλιάσει από τη μέση, εκείνη τραβιέται και τυλίγει τα χέρια μπροστά στο στήθος, που μάλλον του δινόταν νωρίτερα, σε θέση οχυρού. Είναι κατηφής.
Χάνονται πια από το οπτικό μου πεδίο. Θα καυγάδισαν. Εκείνος θα την κατηγόρησε για ζηλοτυπία, που τον προσβάλλει γιατί δεν τον εμπιστεύεται, και εκείνη ότι φλερτάρει με άλλες, που την προσβάλλει γιατί δεν τη σέβεται. Και τα δυο ψάρια θα έχουν δίκιο. Είναι αγκιστρωμένα στο ίδιο δόλωμα: τα φθηνά κολπάκια των εραστών, τις ανασφάλειες των ερωτευμένων, το διαρκές παιχνίδι της κατάκτησης. Είναι αγκιστρωμένοι στον έρωτα μωρέ. Ερωτευμένα είναι. Ή έτσι νομίζουν. Όταν κοπάσει ο θυμός θα φιληθούν περιπαθώς και για κείνο το βράδυ, που ένα παρατηρόψαρο έπλεκε ιστορίες μες στην ανία του, θα τηρήσουν σιγή ιχθύος.
Όπως τη σιωπή που τηρούμε πια για τις ανθρώπινες και τις ερωτικές σχέσεις. Τα ύδατά μας είναι μολυσμένα από δηλητηριώδη απόβλητα μιας μίζερης οικονομικής γλώσσας. Ώσπου να διαλυθεί η ρυπαρή κηλίδα, θα έχουμε ξεχάσει να μιλάμε ο ένας για τον άλλο, να κοιταζόμαστε, να παρατηρούμε τους άλλους για να τους γνωρίσουμε, να αποκωδικοποιούμε τα αμίλητα, να λέμε σ΄αγαπάω, έτσι, ασυναίρετα. Θα κοιτάμε το ζευγαράκι δίπλα και θα μοιάζει ντοκιμαντέρ η γλώσσα του σώματός τους.

7/8/11

μια εποχή στη φύση

Πήγε να ζήσει στη φύση.
Παράτησε τη δουλειά της στο MS Office, ξενοίκιασε το Homepage.
Αλησμόνητη η στιγμή που έκλεινε μια για πάντα τα Windows XP και κλείδωνε την πόρτα πίσω της με τα keyboard.
Πήρε ένα κυνηγόσκυλο μαζί, τον Google. Έβρισκε ό,τι του ζητούσε.
Φύτεψε ένα δέντρο. Φώλιασαν πουλιά. Δε σταματούσαν να κάνουν tweet tweet.
Ακούμπησε στον κορμό του να διαβάσει ένα βιβλίο. Το Facebook.
Όταν κουράστηκε ξάπλωσε στη σκιά του και κοιτούσε τον skype.
Ξάφνου είδε οRAMα. Σκιάχτηκε.
Πήγε να ανάψει ένα κερί στο ξωκλήσι του iPhone, προσκύνησε τον iPad και έκανε τάμα στον IP.
Στο πανηγύρι των iTunes γνώρισε ένα android. Ερωτεύτηκαν.
Έζησαν ένα hotmail καλοκαίρι. Βρήκε το σημείο 3G της.
Μετά, πήγαιναν μαζί για ψάρεμα, μάζευαν το internet, άναβαν firewall στην παραλία και έψηναν τα bubble fish.
Άραζαν στην eBay, την τάιζε αφροδισιακά social media και αγνάντευαν τον ορίζοντα και τα thunderbirds στον ουρανό.
Ταίριαζαν. Διάβαζαν τα ίδια bookmarks, τους άρεσαν τα ίδια Photoshop.
Είχαν κοινό outlook στη ζωή.
Αποφάσισαν να συμβιώσουν.
Της πρότεινε για μήνα του μέλιτος να πάνε μαζί Safari 5.1.
Είχε πολλά χρήματα αυτός. Το κατάλαβε όταν είδε το blog επιταγών του.
Επιβεβαιώθηκε όταν άνοιξε το inbox με το μονόπετρο που της πρόσφερε.
Αγόρασε ένα παλιό tower σε άθλια κατάσταση: είχε mouse, web, wikileaks στα wall, δε δούλευε το statcounter.
To ανακαίνισαν όμως.
Έζησαν χρόνια μαζί και έκαναν δυο wikipedia.
Τα ανάθρεψαν με rss feeds, τα ταχτάριζαν στις laptop τους.
Είχαν κάποια προβλήματα με τη motherboard του, όλο command prompt τους έδινε.
Εκείνος είχε αρχίσει να τζογάρει. Από Windows Media Player είχε εξελιχθεί σε Real Player.
Kι ένα πρωί της είπε, θέλω myspace για τον εαυτό μου.
Παραδέχτηκαν και οι δυο πως τον τελευταίο καιρό είχαν άλλα favorites.
Η αλήθεια βέβαια ήταν πως αυτός είχε αρχίσει να βγαίνει με μια φλογερή αλεπού, μια firefox. Εκείνη όταν το ανακάλυψε, δε άντεξε το rapidshare.
Τον πυροβόλησε με τρία screenshots στo outbrain και κάπως ετσι εληξε μια εποχή στη φύση.

31/7/11

αδιάκοπα

Κάπου στην αρχή των διακοπών θα αναζητάς ραδιοφωνικούς σταθμούς και θα εκπέμπουν από Τουρκία οι περισσότεροι. Θα γελάσετε και θα γίνει το σλογκανάκι σας για τις επόμενες μέρες, όταν πέσετε σε τουρκική διαφήμιση που θα λέει κάτι που σας ακούστηκε "μπούζι κόκα κόλα". Και θα διασχίσετε αργότερα "τα έλατα, λύκων αγέλες παράπλευρα του δρόμου", όπως το γράφει ο Μπυκνέρ στους Κλέφτες της Ομορφιάς, για τα χιονισμένα γαλλικά όρεα, που΄ναι το ίδιο για το καλοκαιρινό νησιώτικο ελληνικό τοπίο, γιατί η ομορφιά πάντα είναι ικανή να σε κατασπαράξει, όπου θα ακούσετε στους 666 χιλιόκυκλους στα βραχέα, Δυνάμεις του Αιγαίου, Μικρές Περιπλανήσεις, Μούτση, Ξυδάκη, κι εγώ σε γυρεύω σα μοιραία λύση και σαν ανατολή, και σαν ανατολή, οπωσδήποτε από τη Βενετσάνου, θα έχει πάρει να σουρουπώνει και θα εντυπώνεται μια γλυκιά μελαγχολία στην ψυχή σας, τη μία ψυχή που έχετε πια με τα χρόνια, που θά' ναι τις μέρες αυτές χωρίς όρια, ανοιχτή σα γαλάζιος ορίζοντας.

Κάπου στην αρχή των διακοπών θα έχει καύσωνα αλλά εσείς θα ανηφορίσετε σοφά προς την Αγιάσο και θα τραγουδάς ακαπέλα, φυσικά, στο δρόμο "Θα με δικάσει", και θα έχει δροσιά η διάθεσή σας πριν ακόμα φτάσετε στον ορεινό προορισμό, όπου θα σε καθηλώσουν τα πλακόστρωτα μονοπάτια, το αμφιθεατρικά χτισμένο χωριό, τα κεραμίδια και η ντοπιολαλιά, το ούζο και ο πλάτανος. Και η κόρη σου θα θελήσει να της αγοράσετε μια φλογέρα και θα ακούγεται το φάλτσο σφύριγμα αδιάκοπα, και θα γελάς με το βοσκαρουδάκι σου που προπονείται στο πνευστό λες και το χειμώνα θα φυλάει πρόβατα στο χειμαδιό. Και θα ευφραίνεται με το ούζο και τον γεμιστό κολοκυθανθό ο ουρανίσκος σου.

Κάπου στο μέσο των διακοπών σου. Πέντε μέρες πίσω άλλες πέντε μπροστά. Στην αιχμή της πολυτέλειας, στο ανατολικό Αιγαίο. Πολυτέλεια σε ελεύθερο κάμπινγκ. Με μικρό παιδί. Η καλύτερή της. Πού είναι καλύτερα, θα τη ρωτήσεις, στη σκηνή θα απαντάει όσες πολυτέλειες του σπιτιού και αν επικαλεστείς. Το μικρό θηλαστικό ξέρει καλύτερα. Τη γλύκα που' χει το χώμα να το κοιμάσαι ολοζώντανος. Η αιώρα ανάμεσα στα δέντρα. Τη γλύκα που' χει το μετέωρο μέσα στα πεύκα με τη θάλασσα αντίκρυ.

Κάπου στο μέσο των διακοπών θα σε καβαλήσει, πάλι, κάποια αγωνία. Θα την πεις βαυκαλιζόμενη, υπαρξιακή, κάπως. Ξέρεις, η διακοπή της καθημερινότητας, η ομορφιά του κόσμου ολόσωμη, οι δυο κορυφές του τριγώνου, που λέτε οικογένεια, δίπλα σου αδιάκοπα, δυσβάσταχτα μεγέθη κάτω από τη σιγαλιά της νύχτας, τον έναστρο ουρανό. Θα ξεπηδήσουν μαγικά οι λέξεις, σα φασουλήδες και σα σπίθες, μέσα από τα σεντούκια σου. Έναστρος, σιγαλιά, αντίκρυ, σούρουπο. Θα στέκεσαι μπροστά στο άπειρο της ομορφιάς σκοπός. Να τη φυλάς. Και ο σκοπός θα ενσαρκώνεται.

Κάπου στο μέσο των διακοπών, θα μάθεις με γραπτό μήνυμα φίλης πως βρέθηκε νεκρή η Amy Winehouse. Άρα δεν ήταν attention-seeking όλο αυτό. Έτσι δεν είναι μαλακισμένα tabloids που διανείμεστε δωρεάν αλλά με τίμημα κάθε πρωί στο μετρό του Λονδίνου; Θα θυμηθείς τον τάφο του Jim Morrison στο Pere Lachaise στο Παρίσι και το επιτύμβιο "Κατά τον δαίμονα εαυτού", που θα' ταν ακριβέστερος όρος από το 27 Club. Δεν είναι ξενυχτάδικο ο θάνατος, δεν είναι λέσχη, δεν είναι.

Κάπου εκεί, θα ψάχνεις να βρεις στο USB που έχεις καρφώσει στην κονσόλα του Honda, θα ψάχνεις ανάμεσα στα χίλια τόσα mp3 τα τραγούδια της, θα παίξει το Back to black, μέρα μεσημέρι και θα μαυρίσει η ψυχή σου, θα δακρύσεις σα να έχασες δικό σου άνθρωπο. Θα θυμηθείς την αδερφή της γιαγιάς που πρόσφατα πέθανε, ηλικιωμένη πολύ, και που στην είδηση του θανάτου της δεν έτυχε να κυλήσει ένα δάκρυ από τα μάτια σου που ρουφάνε από παιδί αχόρταγα τον κόσμο και τους ανθρώπους και θα αναρωτηθείς για μια στιγμή αν συγγενής είναι όποιος σε συγκινεί. Αν η μια λέξη είναι παράγωγο της άλλης.

Και μετά, μια άλλη μέρα μπορεί, θα ακούσεις στο random τον Manu Chao και θα ρωτήσεις το ταίρι σου αν θυμάται σε ποιο venue τον είχατε δει live. Και θα παρατηρήσεις τι κρίμα που δεν έτυχε να δείτε live την Amy και μετά, στην λατρεία των μεγεθών πάλι, θα θυμηθείτε όλα τα live που είχατε δει στο Λονδίνο και στα φεστιβάλ τριγύρω και μετά θα σε κυριεύσει μια άλλη αγωνία, να πας σε όσες συναυλίες σε βαστάν τα πόδια σου και μετά θα απαριθμήσετε τα νησιά που έχετε ταξιδέψει και μετά τις χώρες της Ευρώπης και θα σε κυριεύσει μια ακόμη αγωνία να ταξιδέψεις όσο και όπου αντέχει το πορτοφόλι σου.

Και εκείνη τη στιγμή, περνώντας από τα Βασιλικά της Λέσβου, στα δεξιά σου, σε ένα σπίτι ασβεστωμένο, παλιό, με κληματαριά, θα δεις μια γρια γυναίκα στα μαύρα ντυμένη με τσεμπέρι στο κεφάλι να ρεμβάζει τη θέα στον κάμπο, την ίδια θέα χρόνια και χρόνια. Η ίδια ζωγραφιά, που αλλάζει o χρόνος με morphing από εποχή σε εποχή. Θα τη δεις να ρεμβάζει άλαλη και ατάραχη την ίδια πάντα εικόνα και στην αγωνία σου να ζήσεις όσο πιο πολύ, όσο πιο πολλά, θα φυτρώσει πια σαν ουρά ένα ερωτηματικό, διακόπτωντας την αγωνία σου για τα μεγέθη.

Μαζί με το άλλο ερωτηματικό που επιμένεις να σβήνεις από τον μαυροπίνακα, το απεχθές εκείνο, για την ύπαρξη του θεού. Που θα σταματήσεις στο ξακουστό μοναστήρι, των Ταξιαρχών, με τη μινιατούρα πολεμικού αεροσκάφους ορθωμένο πριν την πύλη, μπροστά στο δικέφαλο που ανεμίζει. Ένα καρέ που συνάδει με την αποστροφή σου για το θρησκεύεσθαι. Που θα σταματήσεις όπως σε μουσείο. Κι ακόμα χειρότερα. Γιατί το μουσείο είναι το αποτύπωμα κάποιου που έζησε. Είναι Ιστορία. Εδώ τι είναι; Τίποτα δεν είναι. Θα περπατάς με όλες σου τις αντιρρήσεις, αλλά το κελάρυσμα των νερών στο συντριβάνι, η αρχιτεκτονική του ναού, των κοιτώνων, ο φροντισμένος κήπος, θα σε υποβάλλουν. Λιγάκι. Και μετά θα μπεις να δεις τη διαβόητη αγιογραφία, το ανάγλυφο, που λέγεται πως φτιάχτηκε από χώμα και από αίμα, σα μουσειακό είδος, αφού στερείσαι πίστης.

Και τότε, σ' αυτό που εσύ επισκέπτεσαι σαν έκθεμα θα δεις έναν συνομίληκό σου άνδρα, χωρίς μαλλιά, χωρίς φρύδια, ντυμένο casual, έναν κανονικό άνθρωπο, έναν κανονικό 30άρη, έναν κανονικό καρκινοπαθή, με σφιχτά σφαλισμένα μάτια, γονυπετή, με σφιγμένο στα χέρια ένα τόσο δα βιβλιαράκι με προσευχές, ψαλμούς, ούτε πώς τα λένε δε θα ξέρεις, να ψιθυρίζει με ακουμπισμένο στην εικόνα με τα τάματα το κεφάλι που θέρισαν οι χημειοθεραπείες, να ψιθυρίζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του προσευχές. Και θα βγεις τρεκλίζοντας με την εικόνα του ικέτη στα μάτια σου μπροστά. Αλλά πίσω, στο βάθος, και ανάμεσα από τα ερωτηματικά, θα απλώνεται πυκνό το προστατευτικό πλέγμα του γέλιου, της ξεγνοιασιάς, του έρωτα, της αγάπης, του δέους, της συγκίνησης, της απόλαυσης, της ρέμβης, των αισθήσεων. Θα σ' αγκαλιάζει αδιάκοπα, όσο μπορείς ακόμα να κάνεις διακοπές σε καθετί.

12/7/11

αγάπη ρε μουνιά



Είναι δυο - τρεις φορές το χρόνο που έχω το ίδιο συναίσθημα. Όταν ο ήλιος αρχίζει να μοιάζει χαμογελαστός με τα γυαλιά ηλίου, όπως στις παιδικές ζωγραφιές. Ή όταν οι δρόμοι μοιάζουν με κάρτ ποστάλ σκανδιναβικών χωρών, έλκυθρα και χιονισμένα, ψηλά και πάμφωτα έλατα. Κάπου εκεί, που κλείνουν τα σχολεία, που μπαίνει μια άνω τελεία στην παραγωγή, την όποια παραγωγή τελοσπάντων, έρχεται και ξανάρχεται το ίδιο συναίσθημα.

Που εγώ, μαζί με τα καλοκαιρινά, μαζί με τις ομπρέλες και τις ψάθες, μαζί με τα εισιτήρια για το νησί, έχω μαζί, έχω πρώτο πληθυντικό. Που εγώ, μαζί με τα χριστουγεννιάτικα, μαζί με τα στολίδια, τα παλτά, τα γκι και τα πολύχρωμα φωτάκια, έχω μαζί, έχω πρώτο πληθυντικό. Και άλλοι δεν έχουνε.

Είθισται νά' ναι εποχιακή η συμπόνια. Το χειμώνα, μαζί με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, και όλα τα παραμύθια του Άντερσεν, μαζί με τη γέννηση του Χριστούλη, μαζί με τις κάρτες της Unicef,  τα συσσίτια της εκκλησίας, θα πετάξεις ένα κέρμα στον επαίτη.

Μα και το καλοκαίρι περισσεύει η μοναξιά. Απ΄ το μισάνοιχτο πατζούρι της χωρίς-εγγόνια-γιαγιάς στο κέντρο της πόλης. Απ΄το άδειο κάθισμα του συνοδηγού στο αυτοκίνητο του άσχημου νέου που έχει βγει για καμάκι. Απ΄ το συνοικιακό μαγαζάκι με τα είδη δώρων που δεν έχει πια πελάτες. Απ' τον ορό που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του γέροντα στο νοσοκομείο που δεν περιμένει επισκεπτήριο. Απ΄τον ορό τρέχει στάλα-στάλα η μοναξιά.

Αλλά εγώ είμαι ακόμα νέα. Εγώ. Έχω. Τρεις οικογένειες. Μια δική μου, μια εξ αίματος και μια εξ αγχιστείας. Αλλά εγώ είμαι ακόμα ερωτεύσιμη. Αλλά εγώ θα πάω διακοπές.

Διακοπές στη γραμμή της καλοπέρασής μου, της ασφάλειάς μου, της είμαι καλά εδώ, είμαι καλά, είναι εκείνο το συναίσθημα που έρχεται δυο και τρεις φορές το χρόνο να μου πει να ακούσω, εφτά φορές τη Μοσχολιού να τραγουδάει "Άνθρωποι Μονάχοι". Να το ακούσω ευλαβικά σαν "Κύριε ελέησον".

Κι έπειτα να βάλω στο πικ-απ του μυαλού μου τ' αγαπημένα του θυμωμένου Ντίνου Χριστιανόπουλου, το "Ενός λεπτού σιγή" και το "Τέλος" και να πω μαζί με όλους τους άλλους "Αγάπη ρε μουνιά" και να χαϊδεύω τις αδέσποτες γάτες χωρίς να φοβάμαι το τοξόπλασμα.




8/7/11

μού 'πες θα φύγω

Για να ξορκίσω το κακό, ήρθα στο σπίτι και έψαχνα καταφύγιο. Είπα στον εαυτό μου, το διχασμένο, "έλα να κάνουμε φωλίτσα". Όπως μου ζητάει συχνά το μικρό μου και κρυβόμαστε κάτω από τα σκεπάσματα σα θηλαστικά και χαχανίζουμε. Μας μάζεψα τους δυο μαζί, εμένα που έζησα στο Λονδίνο και το νοσταλγώ, πάσχοντας από northalgia, και εμένα που έζησα στο Λονδίνο και το απομυθοποίησα πάσχοντας επίσης από northalgia αλλά πιο ήπια. Κρυφτήκαμε κάτω από το σεντόνι της bella nostalgia.

Πυκνώνουν τελευταία οι φωνούλες της γενιάς μου. Θα φύγουνε, θα πάνε αλλού, λένε. Σα διαφημιστικό σποτάκι. Τόσο απλά. Θα πάνε λέει στο εξωτερικό να βρούνε δουλειά.

Περίπου μια δεκαετία πίσω. Χάραμα, με μια βαλίτσα παρά πόδας και ένα αγαπημένο σακίδιο στην πλάτη. Τελευταίες αγκαλιές. Eπιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο για αεροδρόμιο. Στην πλάτη με βαραίνει το βλέμμα της γιαγιάς. Που ήρθε εκείνες τις μέρες απ' το χωριό για να με αποχαιρετήσει. Δέκα περίπου χρόνια μετά, όταν επαναπατρίστηκα ξεκάρφωσα τη ματιά της απ΄τα νώτα μου, όταν μου ομολόγησε στο τηλέφωνο πως είχε πονέσει η ψυχή της που με έβλεπε να φεύγω. Αλλά στο μεταξύ διάστημα, δεν είπε τίποτα. Για να μη με βαραίνει η έγνοια της.

Μη παίξεις εμπειρία με τους γέρους. Δε πρόκειται να πάρεις παρτίδα. Δεν έχει περάσει τα σύνορα. Δεν έχει διαβάσει ένα βιβλίο. Δεν έχει δει μια θεατρική παράσταση. Δεν έχει κοιμηθεί με άλλον άντρα. Δεν μιλάει άλλη γλώσσα. Δεν ξέρει να ανοίξει τον Η/Υ. Δεν έχει πάνω από τρεις φίλες. Έχεις ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και σε 12 χώρες της Ευρώπης. Έχεις διαβάσει 324 βιβλία. Έχεις δει 52 θεατρικές παραστάσεις. Έχεις κοιμηθεί με 17 άνδρες. Έχεις μάθει 3 γλώσσες. Έχεις 8 accounts σε email και social media. Έχεις 648 friends, 812 followers και καμια 80αριά ακόμα επαφές σε msn και skype. Σε έχει κερδίσει.

Είμαστε σε ένα αδιάκοπο κυνήγι ποσοτήτων. Οι εμπειρίες μας πρέπει να είναι XXL. Και δε θα ντρέπεσαι να κάνεις show off. Να ανεβάζεις όπου μπορείς φωτογραφίες υποβρύχιες, φωτογραφίες από όλα τα μέρη όπου έχεις ταξιδέψει, φωτογραφίες που να δείχνεις πως διασκεδάζεις διονυσιακά, πως γελάς εκστασιασμένος, πως κάνεις αναρρίχηση, πως είσαι σε συναυλίες, σε κάμπιγκ, σε πολύ μεγάλες παρέες. Το άγχος του μεγέθους. Το άγχος μας να αποδείξουμε πως ζούμε. Αν έχεις ζωή, την κρατάς φυλαγμένη σα θησαυρό. Αν έχεις.

Αν ψάξεις στα πορνοσάιτ θα βρεις στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία γιγαντιαίων διαστάσεων παρτούζες. Στην Αμερική καλούν σε πολυπληθή πάρτυ μία πόρνη που κάνει σεξ με κάποιον νταγλαρά και γύρω της τραβάνε βιντεάκια διάφοροι πιτσιρικάδες φορώντας τζόκεϊ ανάποδα και πίνοντας μεγάλα κουτιά μπύρας. Δεν ερεθίζονται από το θέαμα. Βλέπουν κάποια θηλαστικά να το κάνουν και γελάνε. Είναι σε ζωολογικό κήπο. Στην Ιαπωνία, ήσυχα-ήσυχα, όπως ξέρουν αυτοί, συγκεντρώνονται μια εκατοστή ζευγάρια σε ένα κλειστό γυμναστήριο και κάνουν σεξ, ήσυχα-ήσυχα, όπως ξέρουν αυτοί. Στο Λονδίνο, αναβιώνουν τα ρωμαϊκά όργια, αλλά σε πιο μυστήριο και βέβαια posh στυλ- πληρώνεις αδρά για τη συμμετοχή στα δαιδαλώδη βικτωριανά κτίρια με το ρεσό και τις see through κουρτίνες. Στην Αυστρία του Dog Days, μια καταπληκτική ταινία που "αρέσει" μόλις σε 1.406 άτομα στο FB, εμού συμπεριλαμβανομένης, η μητέρα που είχε χάσει το παιδί της συμμετείχε σε τεράστιες παρτούζες, οργανωμένες με τρόπο που οι αυστριακοί ξέρουν.

Πού θα πας και θέλεις να μ' αφήσεις, πού θα πας σε μένα θα γυρίσεις; Πού θα πάτε μωρά μου; Σαν τη Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη, διασκεδαστές στην Αμέρικα, ντρίγκι-ντρίγκι και νοσταλγία. Ζευγάρι ήτανε αλλά δεν ήταν ο Τζώνυ Κας με την Τζουν. Πού θα πάτε και δεν έχει πια Ηλία Καζάν να σας κινηματογραφήσει. Να πάτε, μωρά μου.

Πριν τέσσερα καλοκαίρια, ίσα που είχε πάρει να νυχτώνει και εμείς απλώναμε τα ριχτάρια μας στο γρασίδι του Green Park. Τριγύρω, τσαμπιά παρέες που ήρθαν να δουν υπαίθριο σινεμά. Οι άλλοι, πιο προνοητικοί, είχαν φέρει καλάθια του πικνίκ, λευκό κρασί παγωμένο, σέλερυ, κάποια σως, ελίτσες. Παραδίπλα τα ποδήλατα. Είχε πάρει να νυχτώνει και μπροστά μας, στη μεγάλη οθόνη μέσα στο πάρκο, το απύθμενο μπλε με τα καλλιγραφικά A David Lynch film. Και η μουσική του Badalamenti να τρυπώνει ανάμεσα στα δέντρα και να καρφώνεται στην καρδιά. Μπροστά από το καρφωμένο μάτι της γιαγιάς.



Να φύγετε. Να δείτε και να γνωρίσετε τον κόσμο. Να γεμίσει εικόνες η ματιά σας. Εκείνης το βλέμμα, που δε πέρασε τα σύνορα ποτέ, που δε γέμισε εικόνες από τον κόσμο, γέμισε σιγά-σιγά αγάπη. Παιδί το παιδί, αγώνας τον αγώνα, σιωπή τη σιωπή, υπομονή την υπομονή. Αυτή έζησε στο εσωτερικό και την εσωτερικότητα. Εμείς το έσω το έχουμε χάσει. Μη χάσουμε και το έξω. Να φύγεις. Αλλά να ξέρεις ότι όταν επιστρέψεις ό,τι σε πονάει τώρα μια φορά τότε θα σε πονάει διπλά. Θα' σαι καρφωμένος μπρος -πίσω.

2/7/11

Μήπως εννοείτε...

Του πέταξα μια λέξη κλειδί και έτρεξε να μου τη βρει. Κυνηγόσκυλο ράτσας. Πιστό σκυλί μου. Του χάιδεψα το κεφάλι.
"Διανύουμε την πρώτη ΜΑΤαπολιτευτική περίοδο, Google" του είπα σα να καταλάβαινε.
Με κοίταξε κατάματα με τα πιξελένια μάτια του.
"Μήπως εννοείτε μεταπολίτευση;" ρώτησε.
Του φόρεσα την ερώτηση σε μαύρο κολλάρο.


(θολή φωτογραφία αρχών του αιώνα)

"Όχι, σοφό μου Google. Όχι", του απάντησα, εκσφενδονίζοντας ένα βιβλίο Ιστορίας στην άλλη άκρη του χώρου.
Έτρεξε να μου το φέρει αλλά ακόμα δε γύρισε. Το περιμένω να έρθει να με ρωτήσει "Μήπως εννοείτε ένα βιβλίο Υστερίας;" Κάτι δηλαδή που να θεραπεύεται.

30/6/11

χημεία

Στη Μεγάλη Κατάθλιψη να μας ψεκάζετε με Λαντόζ, Ζολόφτ, Σιπραλέξ και Ντουμυρόξ.



Όχι με δακρυγόνα, μαλάκες. Ήδη κλαίμε. Όχι με ασφυξιογόνα. Ήδη πνιγόμαστε. Εδώ που μας ρίξατε.

Η Μεγάλη Κατάθλιψη ξεκίνησε με οικονομική κρίση, κράτησε μια δεκαετία και έληξε με πόλεμο. Ψεκάστε και την Ιστορία με αντικαταθλιπτικά. Με αντικαταθλιπτικά μηνύματα.

δυο λωρίδες σελοτέιπ για την αξιοπρέπεια

Η επιστολή της Μυρσίνης Λοϊζου προς τον πρωθυπουργό, σχετικά με τη χρήση του "Καλημέρα Ήλιε" από το ΠΑΣΟΚ.



Μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων κάποιοι άνθρωποι γράφουν επιστολές σα μπουκάλια στο πέλαγος. Και υψώνουν στα μάτια μας την αξιοπρέπειά τους με δυο λωρίδες σελοτέιπ. Ας είναι οι συμβολισμοί και η αξιοπρέπεια τα τελευταία που θα χαθούν.

26/6/11

XV

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου,
και στη σάρκα σου
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

Του Αργύρη Χιόνη
«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει»

17/6/11

στα όρια

Κατάλαβες τώρα γιατί απαξιώνω την επικαιρότητα; Γιατί η μονοθεματικότητά της αγγίζει τα όρια του φασισμού. Γιατί εκτός από τον ανασχηματισμό -που σιγά τη σπουδαία λύση για το χάος στο οποίο έχουμε περιέλθει- δεν επιτρέπεται να μιλάς για τίποτα άλλο σήμερα. Ποιος τη χέζει τη ζωή σου όταν ο ΓΑΠ έβαλε τον Μπένι στο ΥΠΟ για να γίνει τσάρος;

Γίνονται τα πράγματα με όρους ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, ή όρους καρτούν. Βγαίνει η Βάσω Παπανδρέου και αδειάζει τον Γ. Παπ/νου, τη στιγμή που η αυλή του, ήταν η πρώην αυλή της. Μιλάμε για κάποιον ΓΑΠ, κάποιον Μπένι, κάποιον ξέρω 'γω, Αντωνάκη, κάποια Ντόρα. Αλλά ποιες είναι αυτές οι καρικατούρες για τις οποίες μιλάμε σα να είναι πιο ακίνδυνοι από τον Μπένι Χιλ και τον Τουίτυ; Ποια κινούμενα σχέδια περνάνε μπροστά από χιλιάδες κόσμου που τους γιουχάρει και δε δακρύζουν από ντροπή; Ποια καρτούν δε νιώθουν την απελπισία και την οργή του λαού που τους εξέλεξε; Ποια καρτούν δίνουν εντολή στα ΜΑΤ να την πέσουν με χημικά στον κόσμο που χορεύει στην πλατεία; Ποια καρτούν μέσα σε συνθήκες πολέμου, σχεδόν, είναι προσηλωμένα στην εξουσία και την κονόμα;

Ο άλλος ζητάει μια ευνομούμενη "σοβαρή" (sic) δημοκρατία. Και σοβαρός στη δική του συνείδηση, τη συνείδηση ενός όψιμου γενίτσαρου του -έτσι κι αλλιώς πια- φαληρισμένου american dream, είναι να σε μαστιγώνουν για κάτι που δεν έφταιξες και να μη διαμαρτύρεσαι. Γιατί ο σοβαρολάτρης για 22 μέρες σερί απαξίωνε μετά βδελυγμίας αυτό που συνέβαινε στις πλατείες και όταν την Τετάρτη στον κόσμο αυτόν που απαξίωνε κατέβασαν το φράχτη και ο κόσμος αυτός, δεν ήταν 100.000 Μαχάτμα Γκάντι, και κάποιοι αντέδρασαν -και δεν εννοώ τους σε εντεταλμένη υπηρεσία μπάχαλους- τότε ο σοβαρολάτρης έσπευσε να αποχαιρετήσει με δήθεν πίκρα τις ειρηνικές διαδηλώσεις. Αλλά αυτό δε μπορείς να το πεις προβοκατόρικο γιατί όλη αυτή τη φρασεολογία την έχει κατοχυρώσει το κουκουέ και είναι βίνταζ.

Και αν οι μέρες που βγήκαμε από τα γαμημένα τα κωλόσπιτά μας, τα υποθηκευμένα στις ληστρικές τράπεζες -στις ουρές της τράπεζας θέλω να φωνάξω "ληστεία" και να εννοώ την επιχείρηση- με τις ελεεινές τηλεοράσεις που ποτέ δε κλείνουν, που βουίζουν στα κουτιά αυτά που στεγάζουμε τις μαλακισμένες μας ζωές, τις ακοινώνητες, τις παλαβωμένες, που η κοινωνικότητά μας περιορίζεται σε like, RT, follow και μπουρδολογία σε τσάτ -ούτε καν πια συνομιλούμε με τις φωνές μας μέσω skype, ας πούμε, γιατί φοβόμαστε να ανοίξουμε το στόμα μας ρε, χωρίζουμε με sms- και αν αυτές οι μέρες που κατεβήκαμε και καθήσαμε κατάχαμα και ακουμπούσαν οι ώμοι μας και μαθαίναμε ένα άλλο ήθος και νιώθαμε πως μπορεί να μας μεταχειρίζονται σα σκατά αλλά έχουμε ο ένας τον άλλο, διάολε, και μαθαίναμε φτου κι από την αρχή τη συλλογικότητα, τη συνέλευση, το σεβασμό στην άλλη άποψη και αρχίσαμε κάπου να ελπίζουμε, αν αυτές οι μέρες κατέληξαν σε ένα γελοίο ανασχηματισμό, τότε φίλε, σε εισαγωγικά ή χωρίς, αυτό μη περιμένεις εγώ να το δω σαν επιτυχία. Που θα ορκίζεται η νέα κυβέρνηση από παπάδες λες και είμαστε το Ιράν των Βαλκανίων, μη περιμένεις να το δω σαν επιτυχία. Που τελικά άδραξαν όλο αυτό που συνέβη σα μια ευκαιρία να τοποθετήσουν έναν πιο ακραιφνή νεολιμπεράλο στο minfin, μη περιμένεις να το δω σαν επιτυχία. Είχαμε φτάσει στην επιτυχία πριν από αυτό το τσίρκο.

14/6/11

μισό αιώνα, μισό ζευγάρι, στην πλατεία

Κατηφόριζε προς την πλατεϊτσα του χωριού με προορισμό το καφενείο. Tην ίδια διαδρομή μισό αιώνα και βάλε. Την ίδια περίπου ώρα. Την ίδια ώρα που έπινε τον καφέ, την γκαζόζα ή την τσικουδιά του, εκείνη στο σπίτι.
Μισό αιώνα πριν εκείνος θα κουβέντιαζε στην πλατεία για τις εκλογές βίας και νοθείας και τα εξωφρενικά ποσοστά της ΕΡΕ. Μισό αιώνα πριν εκείνη θα τις βύζαινε και θα φοβόταν μη γίνει χούντα.
Σαράντα χρόνια πριν εκείνος θα κουβέντιαζε στην πλατεία για την κηδεία του Γιώργου Σεφέρη που εξελίχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες αντιδικτατορικές πορείες. Σαράντα χρόνια πριν εκείνη θα τους μάθαινε σταυροβελονιά και θα συγκινιόταν με το λαό στην Αθήνα που τραγουδούσαν όλοι μαζί, πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή.
Τριάντα χρόνια πριν εκείνος θα κουβέντιαζε στην πλατεία για την μεγάλη νίκη του ΠΑΣΟΚ, με ποσοστό 48%, στις βουλευτικές εκλογές. Τριάντα χρόνια πριν εκείνη θα τους έδινε από το τηλέφωνο τα μυστικά για τα σιροπιαστά της συνεπαρμένη από την ελπίδα της αλλαγής.
Είκοσι χρόνια πριν εκείνος θα κουβέντιαζε στην πλατεία για τις μαζικές καταλήψεις στα σχολεία και τη δολοφονία του συνδικαλιστή εκπαιδευτικού. Είκοσι χρόνια πριν εκείνη θα τις νουθετούσε πώς να μη βαρυγκομούν με όσα έχουν φορτωθεί στις πλάτες τους, αυτή είναι η μοίρα της γυναίκας, ενώ θα τις παρότρυνε να έχουν το νου τους στα παιδιά μη μπλέξουν με καταληψίες, ελπίζοντας βαθιά να μπλέξουν.
Δέκα χρόνια πριν εκείνος θα κουβέντιαζε στην πλατεία για την τρομοκρατική επίθεση στους δίδυμους πύργους και το μέλλον της ανθρωπότητας πια. Δέκα χρόνια πριν εκείνη θα περίμενε πώς και πώς να έρθει η ώρα να δει το καινούργιο επεισόδιο του Καλημέρα ζωή και της Λάμψης έπειτα, ενώ θα της φαίνονταν όλα μέσα από τη ζωή βγαλμένα.
Και χτες, μόλις χτες, εκείνος και εκείνη, θα έβλεπαν μαζί τα εγγόνια τους, άφυλα, απολίτικα, άναρχα, άνεργα με όλα τα στερητικά άλφα τους κατακτημένα και παραταγμένα, πλάι σε άλλα εγγόνια, πλάι σε άλλους γέροντες, πλάι στα παιδιά τους. Στην πλατεία. Να παίρνουν το λόγο στα μικρόφωνα. Να ψηφίζουν δι' ανάτασης χειρών. Να επικροτούν κουνώντας την παλάμη σα βεντάλια. Να αποδοκιμάζουν στρέφοντας τον αντίχειρα στη γη. Να σηματοδοτούν το τέλος του χρόνου του ομιλητή κινώντας τα δυο χέρια τους σα γρανάζια. Να σηματοδοτούν το τέλος μισού αιώνα. Σαν γρανάζια.
Θα τους έβλεπαν μαζί άλαλοι. Όπως όταν κοιτάς το ανεξήγητο. Αυτός θα ένιωθε πως απόψε ήθελε να την πάρει απόψε μαζί του στην πλατεία και εκείνη θα σκεφτόταν πώς γέρασε χωρίς τις πλατείες των πολιτικών συνειδήσεων. Αλλά μαζί. Οπωσδήποτε μαζί. Όπως την πάνω και την κάτω πλατεία αύριο.




...................................................................................................



Για το δι-ιστολογικό αφιέρωμα "Η δημοκρατία στις πλατείες"
Τα άλλα ιστολόγια:
1. Ψαροκόκαλο: Η δημοκρατία στις πλατείες....(;)
2. Αναγεννημένη: Για την πλατεία (και την κάθε πλατεία)
3. Krotkaya: επανοικειοποίηση της πλατείας
4. Κυνοκέφαλοι: Στην πλατεία αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
5. Ιχνηλασίες: Η δημοκρατία στις πλατείες
6. ο Βιβλιοθηκάριος: Η πλατεία Δημοκρατίας και τα αγάλματα
7. Εξεγερμένο το 2009: Πάμε πλατεία;
8. Rubies and Clouds: Πλατεία πλατιά
9. Κουπέπκια ατάκτως τυλιγμένα: Οι πλατείες κι οι πορείες

8/6/11

δε βρέχει, φτύνουνε

Έχωσε ηδονικά το δάκτυλο στο δεξί ρουθούνι. Το αριστερό το είχε καθαρίσει πριν από πέντε λεπτά. Ήταν πρωί ακόμα και έβγαζε κάτι κροκόδειλους, να! Το ξύσιμο ήταν το χόμπυ του. Γενικά. Έξυνε το κεφάλι του, το αυτί του, τη μύτη και ενίοτε τους όρχεις του, με σαφή προτίμηση στον αριστερό. Ήταν οικογενειακή παράδοση. Ο πρώτος του ξάδελφός ευφραινόταν πολύ να ξύνει συγχρόνως την κορυφή του -κατά πολύ πιο τριχωτού- κεφαλιού και την αιχμή του- κατά πολύ πιο προτεταμένου- πηγουνιού. Τον είχαν πει και τον ίδιο κάποτε χιμπατζή κάτι γκόμενες στην παραλία. Χρέωσε τότε την πιστωτική και έκανε λέιζερ. Οι τρίχες παρέμειναν στη θέση τους αλλά οι μηνιαίες άτοκες δόσεις έκαναν φτερά. Είχε κάνει κι άλλα έξοδα.

Τα πιο πεταμένα λεφτά πάντως ήταν ο αρραβώνας του. Τον είχαν ζαλίσει να την πάρει την κοπέλα. Και ζαλισμένος τι απόφαση να πάρεις, δέχτηκε. Και την πήρε. Και την απόφαση και την κοπέλα. Τη ζήτησε. Του την έδωσαν. Δε ζήτησε όμως λίγο καιρό μετά να εκδηλώσει σχιζοφρένεια ο αδελφός της. Του την έδωσε. Η μάνα του ήταν κάθετη: "Το νου σου πού πας να μπλέξεις. Τα παιδιά που θα σου κάνει θα΄ναι για το ψυχιατρείο. Αυτά τα πράματα είναι 100% κληρονομικά". Τι σημασία έχουν οι μελέτες, η κλινική εμπειρία, οι ανακοινώσεις στα συνέδρια και τα άρθρα στα επιστημονικά περιοδικά όταν υπάρχει η άποψη της μάνας;
Την παράτησε την κοπέλα. Σύντομα προέβη στις δικές του ανακοινώσεις: είχε ξεχρεώσει μαζί της. Αλλά ήταν χρεωμένος μέχρι τα ξυσμένα αυτιά. Γι' αυτό δούλευε μέχρι αργά. Δηλαδή καθόταν μπροστά σε έναν υπολογιστή και ξυνόταν. Αλλά ήταν καλός στη δουλειά του, έλεγε. Δηλαδή τα έξυνε με μαεστρία.

Μάλιστα κάποιοι συνάδελφοί του, εκτιμώντας πιθανόν το ταλέντο του, κάποτε του χάρισαν ένα χρήσιμο αξεσουάρ. Κάτι που θα έκανε το συγκεκριμένο χομπίστα να αγαλλιάσει. Σε έναν συλλέκτη γραμματοσήμων θα χάριζαν ένα δερματόδετο άλμπουμ. Σ' έναν ερασιτέχνη ψαρά τίποτε μπομπάρδες. Σ' εκείνον χάρισαν βαμβάκι και ιωδιούχο αντισηπτικό. Αν τυχόν μάτωνε από το ξύσιμο, να μη πάθει καμία μόλυνση ο άνθρωπος. Τον νοιάζονταν.

Κόλλησε τον κροκόδειλα που ψάρεψε από τα άδυτα της μύτης του, στην έσω και κάτω επιφάνεια του γραφείου, αν τον ψάχνετε, στη συλλογή με τα υπόλοιπα κακάδια, ως ψαράς και ως συλλέκτης μαζί, ενώ συνέχιζε να κοιτάει αποχαυνωμένος την οθόνη του υπολογιστή. Η αποχαύνωση δεν ήταν ωστόσο αποτέλεσμα παρατεταμένης χρήσης του Η/Υ. Δεν είχε ούτε μιάμιση ώρα δουλειάς. Η αποχαύνωση δεν ήταν επίκτητη, ήταν εγγενής. Στο γενετικό του κώδικα, εκεί δίπλα στην πληροφορία "είμαι γνήσιος απόγονος του Περικλέους" (και του Μινώταυρου θα προσθέταμε) την οποία ο ίδιος με συνοπτικές διαδικασίες είχε καταφέρει να αποκωδικοποιήσει, με το δικό του πειραγμένο σύστημα επεξεργασίας δεδομένων, υπήρχε άλλη μια καταγεγραμμένη πληροφορία. Είχε μια έμφυτη προδιάθεση στη βλακεία. Η ανεπιβεβαίωτη πληροφορία περί καταγωγής ήταν και η μόνη που θα γινόταν αποδεκτή από τον εργαζόμενο. Όλα τα άλλα ήταν κακοήθειες. Ως γνήσιος απόγονος του Σωκράτους έπαιζε το γνώθι σε αυτόν στα δάχτυλα.

Στα δάχτυλα έπαιζε όμως και ένα μικροσκοπικό πράσινο μπαλάκι. Ήταν λιγάκι κάπως από μύξα αλλά τι σημασία είχε. Ήταν πιο αποτελεσματικό για τα νεύρα του από τα stress balls που σου δίνουν οι ψυχίατροι πριν σου σπάσουν τελείως τα νεύρα. Το παιχνιδάκι του είχε φέρει σε απελπιστική κατάσταση την έγκυο συνάδελφό του, τη διαγωνίως καθήμενη και με οπτική επαφή στο θέαμα. "Ο εμετικός, ο εμετικός", είπε δυο φορές σαν ξόρκι και εκτόξευσε το πολτοποιημένο κρουασάν και το ρόφημα που είχε καταναλώσει πριν λίγο. Αηδίασε ο άνθρωπος. Τι ελεεινή να μη μπορεί να συγκρατηθεί. Ήξερε κι άλλες έγκυες που είχαν αναγούλες αλλά δεν έβγαζαν τα σωθικά τους μπροστά στον κόσμο. Τελοσπάντων, αυτός συνέχιζε να κάνει τη δουλειά του. Οι άλλοι οι άχρηστοι βρήκαν ευκαιρία με την αναμπουμπούλα να λασκάρουν. Μόνο αυτός από όλο το γραφείο δεν κουνήθηκε απ' τη θέση του. Αυτά έβλεπε το αφεντικό και τον κρατούσε τη στιγμή που γινόταν σφαγή στο γραφείο. Ο ένας μετά τον άλλο έπαιρναν πόδι.

Κάποιο μεσημέρι εκλήθη αιφνιδίως στο γραφείο του διευθυντή. Του ανακοινώθηκε χωρίς περιστροφές η απόλυσή του. Βγήκε έξω. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο τη σχισμή εκείνη του εγκεφάλου από όπου τρυπώνει και φωλιάζει το μίσος άφησε ανοιχτή. Κάποιος από τα λαμόγια στο γραφείο έβαλε ρουφιανιές στο διευθυντή. Θα τον βρει ποιος είναι και θα του γαμήσει ό,τι έχει και δεν έχει. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο τις εκκρεμότητες άφησε ανοιχτές. Θα τον βρει τον πούστη και θα τον σκίσει. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο το συρτάρι του γραφείου άφησε ανοιχτό όταν πια είχε μαζέψει και το τελευταίο πραγματάκι του. Κράτησε το στόμα του κλειστό. Μόνο την πόρτα άφησε ανοιχτή φεύγοντας. Και το στόμα των συναδέλφων του. Κι αυτό το άφησε ανοιχτό. Έτσι όπως έφυγε χωρίς ένα γεια.

Τις επόμενες μέρες το δικό του στόμα και τα στόματα εκείνων που νόμισε πως τον κατέδιδαν, που νόμισε πως τον λοιδορούσαν, που δε νόμισε αλλά τον χλεύαζαν, που δε νόμισε αλλά τον περιγελούσαν, το δικό του το στόμα το σφραγισμένο με μίσος και το δικά τους τα άναυδα στόματα, θα ενώνονταν σε ένα σύνθημα, ένα γιουχάισμα, ένα αίτημα. Στην πλατεία. Εκείνος πιο ψηλά, προς τη Βουλή. Εκείνοι πιο χαμηλά, προς τις συνελεύσεις. Εκείνου τα χέρια θα έδιναν πιο πολλές μούτζες. Εκείνων θα σηκώνονταν για πιο πολλές ψηφοφορίες. Στον ίδιο τόπο, εκεί, εκεί θα έφτυνε το προτεσταντικό work ethic αλά ελληνικά, που είχε καταπιεί αμάσητο. Εκεί θα έφτυναν τον εμπαιγμό και την ειρωνεία προς τον συνάδελφο. Και πάνω στο ολισθηρό έδαφος των φτυσμένων αντανακλαστικών, σε μια αρένα όπου κανείς δεν προϊσταται, θα πήγαιναν παραπέρα. Άγνωστο πού. Αλλά παραπέρα.

5/6/11

θέλω να πάω στη συνέλευση και να απαγγείλω ένα ποίημα

Ο παπαγάλος

Σαν έμαθε τη λέξη καλησπέρα
ο παπαγάλος, είπε ξαφνικά:
«Είμαι σοφός, γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι δω πέρα;»

Την πράσινη ζακέτα του φορεί
και στο συνέδριο των πουλιών πηγαίνει,
για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα,
και τους λέει: «καλησπέρα».

Ο λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τι διαβασμένος, λένε, ο παπαγάλος!
Θα ’ναι σοφός αυτός πολύ μεγάλος,
αφού μπορεί και ανθρώπινα μιλεί.
Απ’ τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του να ’χει φέρει,
με τι σοφούς εμίλησε, και πόσα
να ξέρει στων γραμματικών τη γλώσσα!
«Κυρ παπαγάλε, θα ’χομε την τύχη
ν’ ακούσωμε τι λες και πάρα πέρα;»

Ο παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει…
μα τι να πει; Ξανάπε: «καλησπέρα».


Ζαχαρίας Παπαντωνίου

4/6/11

τα δώρα που σπάνε

Τον ρώτησε αν ήθελε άλλο καφέ. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, ξύνοντάς το ελαφρά, παράλληλα. Έπειτα του σέρβιρε μισή κούπα. Δίστασε για μια στιγμή, μήπως διακόψει το συλλογισμό του. Τελικά όμως ρώτησε: "Θέλετε κάτι άλλο;" Εκείνος της απάντησε μηχανικά, πως όχι και την ευχαρίστησε χαμένος στις σκέψεις του. Η γραμματέας κράτησε στις εκκρεμότητες την ειδοποίηση από το ταχυδρομείο. Ας μην τον ενοχλούσε ξανά τώρα. Δεν ήταν κάτι επείγον. Ας περίμενε μέχρι να την ξαναφωνάξει.

Δεν άργησε να συμβεί. Ο Σύμβουλος έβηξε και άφησε το πέμπτο γράμμα του αλφάβητου να τραβηχτεί ως νοητός άξονας μεταξύ εκείνου και εκείνης. Στο σύντομο παράγγελμα εκτινάχθηκε από την καρέκλα της. "Βρε κορίτσι μου", να την αποκαλεί έτσι ήταν εύκολο, γιατί δε χρειαζόταν να ανακαλεί το όνομά της στη μνήμη του. Όχι περιττές νοητικές διεργασίες. "Θα μου φτιάξεις εκείνο το έγγραφο που πρέπει να στείλουμε στη διεύθυνση ψυχικής υγείας του 5ου τομέα;", τη ρώτησε ενώ το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο χειρόγραφο που έτεινε προς το μέρος της. "Με την ευκαιρία, μπορώ να σας παραδώσω αυτό το ειδοποιητήριο;" ρωτούσε η γραμματέας ενώ αντέτεινε προς τα κείνον το σχετικό χαρτάκι. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε, καθώς το βλέμμα του πέρασε από το ένα χαρτί στο άλλο."Πέρασε υποθέτω ο κούριερ όσο ήμαστε στη σύσκεψη και το άφησε κάτω από την πόρτα." του εξήγησε.

Διάβασε το όνομα του αποστολέα. "Είναι πάλι από κείνη απ' το νησί, που έβλεπα το παιδάκι της. Αυτό, που είχε τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Το θυμάσαι; Το είχαμε νοσηλεύσει πριν τρία χρόνια, όταν ήμουν ακόμα διευθυντής στην Κλινική" Η γραμματεύς έγνευσε καταφατικά. Τη θυμόταν.

Μια μητέρα που ερχόταν με το καράβι χειμωνιάτικα από το νησί της άγονης γραμμής όσο το παιδί της νοσηλευτόταν στην παιδοψυχιατρική κλινική κάποιου δημόσιου νοσοκομείου. Και καθώς είχε μια κάποια συνείδηση, μέσα στη γενικότερη κατάντια της -ελαφρώς καθυστερημένη, πνιγμένη στα χρέη, παρατημένη από τον άντρα της, με ένα παιδί άρρωστο, σε ένα νησί στο πουθενά, ξεχασμένη από το θεό της κοινωνικής πρόνοιας- όλους εκείνους τους μήνες που το παιδί νοσηλευόταν, επισκεπτόταν τακτικά εκείνο και βέβαια το διευθυντή και θεράποντά του, όμως μόνο μια φορά, όταν θα έπαιρναν το εξιτήριο έφερε μια κούτα σπιτικά γλυκά στους θεράποντες. Που από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και τη σιχασιά των παραληπτών πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Από τότε, αν και ο διευθυντής είχε παραιτηθεί πια για να γίνει Σύμβουλος στο Υπουργείο, δεχόταν τα δώρα της κάθε χρόνο περίπου στη γιορτή του. Κάποια γυαλικά από το τουριστικό κατάστημα που είχε στη Χώρα.

"Μα τι θέλει τώρα και με σκοτίζει; Δυο φορές μου έχει στείλει στη γιορτή μου τα γυαλικά και τις δυο φορές είχαν γίνει θρύψαλα. Δεν της έκοψε να τα τυλίξει με ένα πώς το λένε; Και πρέπει μετά να παίρνω να ευχαριστήσω. Και τι να της πω; Πως ήταν σπασμένα τα γυαλικά που μου έστειλε να με ξαναβάζει σε διαδικασία να τρέχω πάλι στα ταχυδρομεία; Δες τώρα μπελάς πάλι. Να πρέπει να πηγαίνω ο ίδιος να στήνομαι το απόγευμα στις ουρές στα ταχυδρομεία να παραλάβω πάλι τα θρύψαλα. Σπασμένα θα είναι. Δε θα της έκοψε να τα τυλίξει με κάτι. Και δε τα στέλνει στο Υπουργείο να μη τρέχω, παρά τα στέλνει στη διεύθυνση του σπιτιού μου να πρέπει να πηγαίνω στο ΕΛΤΑ της περιοχής. Αν είναι δυνατόν με την επιμονή κάποιων ανθρώπων. Βρε κορίτσι μου, αν σου δώσω την ταυτότητά μου και σου πληρώσω το ταξί θα πεταχτείς μέχρι το ταχυδρομείο που γράφει το ειδοποιητήριο; Δε ξέρω αν χρειάζεται εξουσιοδότηση. Ας ελπίζουμε πως δε θα χρειαστεί. Θα κάνεις έναν κόπο;"

Η γραμματέας τι να κάνει; Συμβασιούχος εκείνη. Σύμβουλος εκείνος. Από το ένα σύν στο άλλο, υπολόγισε την απόσταση. Εκείνη μία, εκείνος πολλοί. Από τον ενικό στον πληθυντικό, υπολόγισε το κόστος. Μάντεψε ποιοι κερδίζουν.

Σε μιάμιση ώρα ήταν πίσω η συμβασιούχος του ενικού αριθμού. Κίνηση στο δρόμο, αναμονή στην υπηρεσία, παραλαβή πακέτου, επιστροφή στο γραφείο, παράδοση του πακέτου στον παραλήπτη, άνοιγμα πακέτου.

(Αυτό;)
"Έλα βρε κορίτσι μου να δεις. Τρίτη φορά, το ίδιο πράγμα!" Κοίταξαν και οι δύο μέσα στην κούτα. Σπασμένα γυαλιά.

"Είναι τελείως καθυστερημένη η γυναίκα. Μα είναι δυνατόν να στέλνει δέμα τα γυαλικά τόση απόσταση και να μην έχει την πρόνοια να τα προφυλάξει κάπως; Δεν την είχα εκτιμήσει σωστά. Είναι πιο ηλίθια από όσο είχα καταλάβει. Πάρ'τα σε παρακαλώ και πέταξέ τα στα σκουπίδια. Κλείνεις λίγο την πόρτα πίσω σου; Ευχαριστώ. "

Έσκυψε πάλι στα χαρτιά του και άρπαξε το ακουστικό να κάνει τα σημαντικά τηλεφωνήματά του, να διευθετήσει τις σπουδαίες υποθέσεις του, να κλείσει τις επείγουσες εκκρεμότητές του. Το βράδυ κρεμούσε το σακάκι σε μια ντουλάπα που του έμοιαζε. Άδεια από ψυχή.

(ή το άλλο)
"Έλα βρε κορίτσι μου να δεις. Τρίτη φορά, το ίδιο πράγμα;" Κοίταξαν και οι δυο μέσα στην κούτα. Γυαλιά καρφιά.

Εύθραυστο. Απροστάτευτο. Παραδίδω στα χέρια σου. Δώρο. Ξανά και ξανά. Θρύψαλα. Ώστε; Η μητέρα, από το νησάκι της άγονης γραμμής είπε εκείνο που ήθελε, άθελά της. Παραδίδω στα χέρια σου. Τη ψυχή. Του παιδιού μου. Πολύτιμη. Απροστάτευτη. Εύθραυστη. Ξανά και ξανά. Στις χημείες. Στα φάρμακα. Στη θεραπεία. Το νου. Μπορεί. Να γίνει. Θρύψαλα.

Παραμέρισε τα έγγραφά του. Κατέβασε το ακουστικό του τηλεφώνου. Βούτηξε το χέρι στα θρυμματισμένα γυαλικά. Τα κοίταξε στη χούφτα του. Τα έσφιξε. Μάτωσε. Λιγάκι. Τα έριξε στη τσέπη του σακακιού.

Το βράδυ κρεμούσε το σακάκι σε μια ντουλάπα που του έμοιαζε. Που γέμιζε ψυχή.

30/5/11

vintage

Η μητέρα μου πέθανε,
η αγαπημένη μου έφυγε,
οι σύντροφοί μου με πρόδωσαν
τα χρόνια πέρασαν.
Τώρα μπορώ να κοιμάμαι ήσυχος.
Όλα
έγιναν.
Τάσος Λειβαδίτης



Δε μας αφήνουν, Ρόμπσον, να τραγουδάμε
Δε μας αφήνουν, καναρίνι,
πώχεις φτερά αετού
Μαύρε αδερφέ μου
δόντια που έχεις
μαργαριτάρια
Δε μας αφήνουν να ψηλώσουμε φωνή
Φοβούνται Ρόμπσον
Φοβούνται την αυγή
ν' ακούσουνε φοβούνται
και να αγγίξουν
φοβούνται να αγαπήσουν [...]
Ναζίμ Χικμέτ


"Είπαμε πολλά κείνη τη νύχτα, κατάφερε ο Μιχάλης και μας έκανε να ξεχάσουμε πως το πρωί θα τον ρίχνανε. Ήταν ατόφιος άνθρωπος, ζεστός, ίσως και να' ταν τυχερός που σκοτώθηκε τότε, τι να πω... Τα ξημερώματα, λίγο πριν έρθουν να τον πάρουν το ρίξαμε στο τραγούδι. Μπα, ούτε επαναστατικά, ουτε αντάρτικα. Είπαμε ένα τραγούδι του Τσιτσάνη, νομίζω, κείνο που λέει
Μπορεί να τό 'χουν πλανέψει
ακρογιαλιές, δειλινά
μα σκλαβωμένη για πάντα κρατούνε
τη δόλια καρδιά...
Έτσι πέθανε ο Μιχάλης. Λες κι ήξερε ο Χάρος και διάλεγε τους καλύτερους."(σελ.21)




Διάβασα κάπου πως σ΄ολόκληρο τον κόσμο, μέσα στα τόσα εκατομμύρια, δεν υπάρχουν δυο αγόρια και δυο κορίτσια όμοια σα δυο σταγόνες νερό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους επαναστάστες. Ο καθένας κουβαλάει στη συμμετοχή τα δικά του όνειρα, τις δικές του αγάπες, το δικό του εαυτό, το δικό του "μπορώ". Αλίμονο αν ήταν αλλιώς. Θα ήμασταν μηχανάκια ή αμοιβάδες. Και την Ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κουμμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας από αυτούς δε μπόρεσε να ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων, σε ένα μονάχα εικοσιτετράωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δε κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία... (σελ.85)

Χρόνης Μίσσιος "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς" (σελ.21).




Την ίδια ώρα μες στο Πολυτεχνείο επικρατούσε πανηγυριώτικος ενθουσιασμός. Κανονικά συνεργεία οργανώθηκαν. Κορίτσια ανέβηκαν στο κυλικείο και στρώθηκαν να βράσουν μακαρόνια και ρύζι, από τα αποθέματα που βρήκαν στην κουζίνα. Άλλη ομάδα έφτιαχνε καραβάνες καφέδες και τσάγια για τα ξαγρυπνισμένα παιδιά, αλλά κι όλα τ' άλλα πουκαταφτάνανε. Ένα αίσθημα μητρικής αλληλεγγύης κι αλληλοεξυπηρέτησης, δεν άφηνε κανέναν να πιει ένα ολόκληρο καφέ, ή να φάει τη φρυγανιά μόνος του. Τα μοιράζονταν όλα, όλοι. (σελ. 80)
Λιλή Ζωγράφου "17 Νοεμβρίου 1973: Πώς φτάσαμε στη νύχτα της μεγάλης σφαγής"



Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μία ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δώστε τη χούντα στό λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα νά βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου κλείναν την πόρτα
μην τυχὸν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα
τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τά σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμη περισσότερο.
Μανόλης Αναγνωστάκης

23/5/11

VIII. Ναι

Ι.
Άνοιξη του 2011. Τα κείμενα που γράφτηκαν γι' αυτήν την ξεπέρασαν σε ομορφιά. Τι ήθελε και ήρθε; Καλύτερα ο χειμώνας. Να βρέχει, να μην έχει μια αχτίδα ήλιο, να λες αυτό φταίει που δεν είμαι καλά. Σα δε ντρέπεται η άνοιξη. Έρχεται πανέμορφη, μυρωδάτη, μεγαλοπρεπής να σου επιδειχτεί. Άσε μας κυρά μου. Ούτε που ρώτησες για να' ρθεις. Παίρνω το ποδήλατο και βγαίνω στους δρόμους. Αυτή τη συμπαιγνία της φύσης ενάντια στον άνθρωπο που δε θέλει καμιά μυρωδιά από ανθισμένους κήπους να τρυπώνει στα ρουθούνια του. Κανένα πολύχρωμο παρτέρι να εισβάλλει στο οπτικό του πεδίο. Κανένα ανοιξιάτικο αεράκι να τον χαϊδεύει. Αυτή τη συμπαιγνία γιατί κανείς δε την καταγγέλλει;
ΙΙ.
"Αυτή η άνοιξη καθόλου δε μ' αγγίζει"... τραγουδούσε ένας που μετά έγινε καρικατούρα. Ένας που μας αρέσει να τον κοροϊδεύουμε και να λέμε, για κοίτα πόσο ξεφτίλα έγινε. Αυτό είναι το χόμπι μας. Να λέμε για κοίτα τον πώς κατάντησε. Τον άκουγε βλέπεις ο κουκουές θείος μας από τα μεγάφωνα σε κάθε διαδήλωση. "Τα αγροτικά". Και εμείς είμαστε άλλου τύπου αριστεροί. Δε μας αρέσουν τα μεγάφωνα. Είναι πολύ εκκωφαντικά. Θέλουμε ήπιους τόνους. Τα πλακάτ. Είναι πολύ ξεπερασμένη και η κόκκινη και η μαύρη μπογιά. Εμείς βλέπουμε αποχρώσεις. Τα συνθήματα. Είναι ανυπόφορο να ενώνεις τη φωνή σου στην ίδια φράση με χιλιάδες άλλους. Εμείς θέλουμε να λέμε ο καθένας τη δική του φράση. Οι αφίσες. Είναι σπατάλη χαρτιού. Κι εμείς αγαπάμε τα δέντρα. Και εμάς ποιος μπορεί να μας κατηγορήσει που δεν θελήσαμε να γίνουμε ίδιοι με τους γέρους μας;
ΙΙΙ.
Και θα πιάσουμε ένα-ένα όσες δημόσιες περσόνες συμβολίζουν τους γέρους μας και θα τους κανιβαλίσουμε. Persona non grata. Πώς τον λένε; Στέφανο Ληναίο ξέρω'γω; Ποιος; Αυτός που κατέβηκε με το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές; Μίκη Θεοδωράκη; Ποιος; Αυτός που έγινε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου με τη ΝΔ; Διονύση Σαββόπουλο; Ποιος; Αυτός που έβγαζε την Καλομοίρα από τις τούρτες και τόλμησε και είπε για τους μετανάστες σα φασίστας; Μελίνα Μερκούρη; Ποια; Αυτή που κατέβαινε με το ΠΑΣΟΚ; Κι έχουμε άδικο; Γιατί δεν αποκαθηλώσαμε το Βασίλη Διαμαντόπουλο; Γιατί όταν το '95 ήμαστε 18χρονα και το ΠΑΣΟΚ έκανε μαζικές συλλήψεις στα τότε γεγονότα του Πολυτεχνείου, εκείνος βγήκε στη τιβί να πει για το πανί του ράφτη, την ελληνική σημαία που έκαιγε τότε ένας σχεδόν συνομίληκός μας. Και του ασκήθηκε δίωξη για εγκωμιασμό αξιόποινων πράξεων.
ΙV.
Είμαστε μια γενιά μαμόθρεφτη. Γι' αυτό ο Κυνόδοντας θα είναι ταινία ορόσημο. Θα ακούμε μέχρι τα βαθιά γεράματα τη μάνα μας να μας λέει "στα' λεγα εγώ" και "πρόσεχε!". Θα ακούμε μέχρι τα βαθιά γεράματα την εκκωφαντική σιωπή και τα απεστραμμένα βλέμματα του πατέρα μας. Γι' αυτό ό,τι τους συμβολίζει θα γίνει κουρέλι. Θα το ξεσκίσουμε με τα ίδια μας τα χέρια. Αλλά η διαδικασία του απογαλακτισμού, που έχει φτάσει ως τα 30 και 40 μας, πού θα καταλήξει; Έχει παρατραβήξει αυτό το αστείο. Θα μας θυμούνται τα παιδιά μας σαν σε μια διαρκή υπόκωφη εφηβεία, σε μια διαρκή μανία ενηλικίωσης, χωρίς αποτέλεσμα.
V.
Είμαστε το παιδί του διευθυντή και του προϊστάμενου. Είμαστε όλοι ένας καθαρόαιμος οργανισμός. Αν είχαμε ανάμεσά μας τά παιδιά του εργάτη και του αγρότη θα ήταν παράταιρο. Μα τι λέω; Υπάρχουν εργάτες και αγρότες σήμερα; Σε λίγο θα μας περιγράψεις και φολκλορικά σκηνικά σαν αυτά που έδειχνε στην "εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων". Οι σταφίδες είναι τούρκικες, τα αχλάδια ιταλικά και τα πορτοκάλια ισπανικά. Εδώ παράγουμε μόνο δάνεια.
VI.
Η αισθητική μας θα είναι ομοιόμορφη. Άκου να σου πω. Δε θα μου χαλάς τη μέρα με τη γκρίνια σου. Αν έχεις νεύρα, μέτρα προβατάκια, πάρε βαθιές ανάσες, κάνε σεξ. Δε θα μου λες όμως πράγματα που να με δυσαρεστούν. Θα μας αρέσουν τα ίδια ρούχα, τα ίδια μπιχλιμπίδια, τα ίδια αστεία, η ίδια εκφορά λόγου, τα ίδια κουρέματα, τα ίδια τραγούδια, οι ίδιες ταινίες, τα ίδια iPhone apps, τα ίδια καφέ, οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια avatar. Θα σκέφτεσαι όπως σκέφτομαι και θα σκέφτομαι όπως σκέφτεσαι. Κανείς δε θα ξεφύγει από τη μεγάλη του γένους σχολή. Μια μέρα θα φορέσουμε όλοι μαζί μαύρα ρούχα και θα σταθούμε άλαλοι έξω απ΄την κλειστή Βουλή. Κάποιοι θα ρίχνουν φάσκελα. Αυτό είναι εντός του καταστατικού. Θα γεράσουμε μαζί. Το ακούς; Διάβασε το καταστατικό. Είναι γραμμένο παντού. Με σύμβολα.
VII.
Δε γράφουμε για να κάνουμε φίλους, αλλά για να χάσουμε κι αυτούς που έχουμε. Κάπως έτσι δε το είχε πει ο ποιητής που μετά εμείς βέβαια κανιβαλίσαμε; Μα δεν καταλαβαίνω την ειρωνεία σου σήμερα. Έχουμε μαλώσει με κάθε τι το ελληνικό. Πού είναι το κακό; Τα μισά θυμίζουν την -ευρύτερη- οικογενειακή μέγγενη και το ευνουχιστικό σχολείο, και τα υπόλοιπα τους χρυσαυγίτες. Εμείς μπορεί να έχουμε κάνει δυο ταξίδια στο εξωτερικό, ή και κανένα, αλλά όμως είμαστε πιο ευρωπαίοι από τους ευρωπαίους. Για δες γύρω σου. Είναι δυνατόν να βάζεις στίχους του Ρίτσου στην κουβέντα; Πού ζεις;
VIII.
Δε ζεις. Δε μυρίζεις. Οι οθόνες δεν αναδύουν ούτε μισή φερομόνη. Πώς να σε ερωτευτώ; Δε ζεις. Δε σκέφτεσαι. Το "ανήκειν" σου κλαδεύει τα πιο δροσερά κλαδιά της σκέψης σου. Πώς να αφομοιωθώ; Δε ζεις. Δε θα εξελιχθείς. Θα μείνεις προσκολλημένος σε έναν απογαλακτισμό, που μάλιστα δε θα ολοκληρώσεις ποτέ, ως το τέλος της ζωής σου. Δε θα αφήσεις τίποτα πίσω σου. Θα ψάχνει το παιδί ένα έρεισμα για να σε θαυμάσει, μια λαβή να εξοργιστεί και δε θα βρίσκει τίποτα.
IV.
Πάμε στις πλατείες. Πάμε να καθήσουμε χωρίς συνθήματα, χωρίς μεγάφωνα, χωρίς αφίσες, χωρίς πλακάτ, χωρίς ινστρούχτορες, χωρίς κομματικές γραμμές, χωρίς μπογιές. Πάμε χωρίς το τραγούδι που λέει η πλατεία είναι γεμάτη. Το είχε γράψει ο φασίστας. Ούτε που το ξέρεις; Πάμε να καθήσουμε όλοι μαζί και να κοιτάμε. Αν θες μπορούμε και να κοιταζόμαστε. Είναι εξτρημ, το ξέρω. Δε θέλω να σε πιέσω. Πάμε να κουβεντιάσουμε ήσυχα και απλά. Χωρίς τον ξύλινο λόγο τους. Χωρίς την κομματική πειθαρχία. Χωρίς καμιά μαρξιστική ή άλλη θεωρία. Να βγούμε έξω.
V.
Πάμε. Μόνο να περάσει η άνοιξη. Μη λες ΠΑΜΕ. Είναι πασσέ. Πάμε. Να φέρω και τηλεόραση μαζί; Για να έχεις κάτι να γράφεις μωρέ στο twitter. Να φέρω;
VI
Φέρε ό,τι θες μόνο άφησε την ειρωνεία σπίτι σου. Να φέρω διλήμματα; Όχι, θα τα φέρω εγώ. Ώστε έχουμε δυο επιλογές. Να καθήσουμε στα σπίτια μας ή να βγούμε στις πλατείες. Να μείνουμε κλεισμένοι στα τέσσερα ντουβάρια μιμούμενοι τους μικροαστούς γονείς μας που ο αντίλαλος του κάθε βλέμματός τους θα μας συνοδεύει ως το τέλος.
VII.
Να φέρω αντιρρήσεις; Φέρε. Τα διλήμματα, από οποιονδήποτε και αν τίθενται, είναι εξαιρετικά αντιπαθητικά. By default. Είτε άκουσες παλιότερα το Τζώρτζ Μπους Jr να απευθύνει στον πλανήτη το δίλημμα "όποιος δεν είναι με το μέρος μας είναι εχθρός μας" σε μια προσπάθεια να εντείνει την τρομοϋστερία. Είτε άκουσες έπειτα φαιδρότητες τύπου "Καραμανλής ή χάος". Είτε τώρα ακούω εσένα. Θα τα φέρεις τελικά; Θα τα φέρω.
VIII.
Ναι. Τι ναι; Θέλεις κάπου να καταλήξεις; Όχι. Ανήκω βλέπεις στη γενιά μου. Δε θέλω να καταλήξω πουθενά. Μα πώς μπορείς να μιλας για γενιά; Είμαστε ο καθένας μόνος του. Με αυστηρά ίδια αισθητική ωστόσο. Die Wielle. Με έναν αρχηγό φάντασμα. Θα το ποστάρεις αυτό; Ναι. Πιστεύεις θα καταλάβει κανείς αυτό το παραλήρημα; Ναι. Το ξέρεις πως θα εκτεθείς; Ναι. Πώς θα δυσαρεστήσεις κάποιους; Ναι. Πώς θα σε ειρωνευτούν; Ναι. Πώς θα χάσεις; Ναι. Πως έχει καταργηθεί το α' πληθυντικό το ξέρεις; Ναι. Πως μας νοιάζει η μορφή περισσότερο από το περιεχόμενο, το γνωρίζεις; Ναι. Και θα πατήσεις publish post; Ναι. Μα γιατί; Ναι είπαμε. Όλα ναι.