28/10/10

ΟΧΙ άλλες ευκαιρίες χαμένες

Επειδή είμαι φιλόζωη, θέλω να βοηθήσω τα νεοφιλελεύθερα υπανθρωποειδή θηλαστικά στην εξέλιξη του είδους. Κρίμα να μένουν στάσιμα αναμασώντας εδώ και χρόνια την ίδια ατάκα "αν δεν είχε πέσει ο Μητσοτάκης το '93 τώρα δε θα είχαμε φτάσει στην κρίση". Θα μπορούσαν να επεκτείνουν τη λογική τους ως εξής: "Αν το '40 είχαμε επιτρέψει ως έθνος να μπει να κάνει τη δουλειά του ο Άξονας, τώρα δε θα είχαμε φτάσει στη βαθιά οικονομική κρίση". ΟΧΙ άλλες χαμένες ευκαιρίες για οικονομική ανάπτυξη. Λεφτά-λεφτά-λεφτά να ταϊσουμε τα νεολίμπεραλ malakus-malakus και ανέργους κοψίδια στα κάρβουνα.

13/10/10

όχι άλλο βασιλόπουλο

Όχι άλλα άχρηστα ψώνια από τον Βασιλόπουλο και το κάθε σούπερ μάρκετ.


Όχι άλλες ψωνάρες που περιμένουν το βασιλόπουλο και τον κάθε βλάκα με λεφτά.



Όχι άλλο ψώνιο με τη μπάλα και τον κάθε Βασιλόπουλο για μία κούπα αδειανή, μια Εθνική.




Ήλιε μου, ήλιε μου βασιλιά μου...

Ήλιε θεέ, πάρε την ΠΑΕ, πάρε και τη γκόμενα, πάρε και πατέ.


9/10/10

προσελήνωση

Εδώ είναι η μαμά. Ψωνίζει σε ένα μανάβικο. Είναι Παρασκευή απόγευμα. Έχουμε βγει οι τρεις μας μια βόλτα στην καινούργια μας γειτονιά. Είχα ξεμείνει από σέληνο, για τη συνταγή με το χοιρινό, κι είπα να κάνουμε μια στάση. Εσύ φαίνεσαι στο βάθος με τον μπαμπά. Είστε έξω, στο πεζοδρόμιο. Φοράς την κουκούλα του μπουφάν σου και γαντάκια γιατί έχει αρχίσει να χειμωνιάζει. Συμφωνώ, φαίνεται σαν η πολλή η πρασινάδα στον πάγκο να είναι το κεντρικό θέμα της εικόνας. Δεν ήξερα πόσο ακριβώς χρειάζομαι. Η κοπέλα πολύ εξυπηρετική, αυτή με το αμάνικο μπουφάν και τα αθλητικά ρούχα, με ρώτησε για τι φαγητό το θέλω κι έπειτα πήρε τηλέφωνο την πεθερά της, που της μιλούσε μάλιστα στον πληθυντικό- ευγενέστατη, για να μου πει ποια είναι η αναλογία χοιρινού-σέληνου. 1 κιλό χορτάρι, 1/2 κιλό κρέας, για να ξέρεις. Οι άλλες σακούλες, πάντα χάρτινες, ε, ελπίζω να το πρόσεξες, έχουν φασολάκια, καρότα και μπανάνες για σένα. Ο γέρος που καπνίζει πίσω από το ταμείο δε ξέρω ποιος είναι και πώς σχετίζεται με την κοπέλα. Φαντάστηκα πως είναι ο ιδιοκτήτης του μανάβικου αλλά από τα λεγόμενά τους δεν πρέπει να είναι. Ο ψηλός κύριος, με τα γκρίζα μαλλιά και τα σκούρα ρούχα είναι ένας άνεργος οικοδόμος. Έτσι μας συστήθηκε. Μπήκε στο μανάβικο, στάθηκε μακριά από τα ταμείο, μην τον πάρουν και για ληστή, αφού για πελάτης δε προοριζόταν, και ζήτησε από την κοπέλα και το γέρο πίσω από τον πάγκο με μια ευγενική φωνή, όχι ψεύτικη σαν πωλητής, αν μπορούν να του δώσουν κάτι. Είμαι άνεργος οικοδόμος, είπε, μήπως έχετε κάτι να μου δώσετε. Δε μπήκα να κλέψω. Έχω παιδιά... Ούτε πουλούσε χαρτομάντηλα, να κλάψει κανένας, ούτε αναπτήρες, να βάλει φωτιά στο γαμημένο κόσμο μας. Ούτε είχε κρεμάσει καμιά ταμπέλα να λέει πως είναι αόμματος, πως έχει επιληψία, πως έχει 12 παιδιά να θρέψει. Ήταν άνεργος οικοδόμος. Δεν ήταν ένας γραφικός ζητιάνος. Ένας κανονικός άνθρωπος ήταν. Ένας άνεργος οικοδόμος. Ένας άνεργος οικοδόμος. Η κοπέλα του εξήγησε πως δουλεύει σ' αυτό το μαγαζί, δεν είναι δικό της και δε τα έχει πληρώσει εκείνη για να μπορεί να του δώσει. Μήπως μπορούσε τότε να του δώσει πενήντα λεπτά, να πάρει ένα γάλα, κάτι; Του έδωσε πενήντα λεπτά πολύ βιαστικά. Ο άνθρωπος έκανε μεταβολή κι έφυγε, ψελλίζοντας ένα ευχαριστώ. Ο γέρος αποσβολωμένος, όπως κι εγώ, κοιτούσε μόνο. Μετά η κοπέλα πηγαίνοντας για την αποθήκη για να μου φέρει έξτρα σέληνο, που ήταν πολύ πιο φρέσκο από τα μαραμένα που ήδη βρίσκονταν στη ζυγαριά και που θα αγόραζα σε λίγο, στάθηκε στο παραπέτασμα πριν την αποθήκη λέγοντάς μου ειρωνικά, δε μπορεί να πάει να δουλέψει ο κύριος...Κι εγώ μετακινήθηκα από τη θλίψη στο θυμό. Άνεργος είναι μωρή. Ανεργία, you know? Πού ζεις; Στη σελήνη; Φέρ'τα σέληνα να τελειώνουμε. Όχι, τελικά δε τα παίρνω όλα. Πολλά είναι. Θα βάλω μέσα και πράσσα, δε μου χρειάζεται τόσο κωλοσέληνο. Δε με νοιάζει η συνταγή της πεθεράς σου που της μιλάς και στον πληθυντικό, μη χέσω. Παράτα με σου λέω. Δε θέλω άλλο σέληνο. Μην επιμένεις, γιατί θα παρατήσω όλες τις σακούλες εδώ πάνω και θα φύγω. Ναι, σοκαρίστηκα από τον κυνισμό σου. Όχι, πιο πολύ σοκαρίστηκα από τον άνθρωπο, τον κανονικό άνθρωπο, όχι το σκεβρωμένο τζάνκι, όχι τον επαγγελματία ζήτουλα, που ήρθε και ζητούσε λαχανικά ή πενήντα cents έστω. Έλα, τελείωνε. Τα ρέστα μου. Τι μου φταις κι εσύ να σε βρίζω από μέσα μου; Πωλήτρια σε μανάβικο είσαι, δεν είσαι και ο Στρος Καν. Αλλά μη λες να πάει να δουλέψει. Δε τα λέμε αυτά, κορίτσι μου. Πώς να στο πω; Έχεις κακή άμυνα. Η δική μου είναι καλύτερη. Γίνομαι χάλια μέσα μου. Δε μιλιέμαι, καταπίνω πικρό σάλιο. Θυμώνω και μ' όσους δε θλίβονται με την αδικία, τη φτώχεια, το να γυρνά ένας άντρας άνεργος στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Μη ρωτάς γιατί. Πες πως ξέρω τι πάει να πει αυτό. Πες πως κι ο δικός μου ο πατέρας, όταν αυτή η λουμπίνα ο Μητσοτάκης και η αλητοπαρέα του αποφάσισαν να κάνουν την Ελλάδα Αργεντινή και βάλανε λουκέτο στις προβληματικές επιχειρήσεις, ήταν απ' αυτούς που βρέθηκαν στο δρόμο. Και πες πως υπάρχουν ομορφότερες εμπειρίες στον κόσμο από το να δεις τον πατέρα σου να κλαίει και να είναι σε απόγνωση. Ναι, μπόρεσε να ξαναβρεί δουλειά μετά από μήνες που έμοιασαν αιώνες, μετά από χρόνια που δούλευε ημιαπασχόληση, δούλεψε οχτάωρο. Δε βγήκε να ζητάει μελιτζάνες και πατάτες γιατί είχαμε ένα σπίτι δικό μας, κάποια εισοδήματα από χωράφια, δούλεψε η μαμά. Τα καταφέραμε τελικά. Ανοίξαμε μαγαζί με τα λεφτά της αποζημίωσης, πήραμε οικόπεδα μετά. Τα αδέρφια μου πρόκοψαν. Ο μεγάλος μου αδελφός, δουλεύει ως και στον ύπνο του. Αλλά εντάξει έχει ακριβό αυτοκίνητο, μεζονέτα, iphone και blackberry. Εγώ σπούδασα, έκανα μεταπτυχιακό και διδακτορικό σε καλό πανεπιστήμιο στο εξωτερικό, με υποτροφία, πώς αλλιώς, τα λεφτά ποτέ δε περίσσευαν, γνώρισα πολλούς ευκατάστατους γκόμενους στο εξωτερικό αλλά με συγκίνησε ο πιο καλόκαρδος, τον παντρεύτηκα και ζούμε με την κόρη μας στα βόρεια προάστια της Αθήνας. Αλλά αυτό δε πάει να πει πως αυτά τα χοντρόπετσα γουρούνια οι νεοφιλελεύθεροι, που θα τους κάνουμε λουκάνικα να τα πετάμε στα αδέσποτα στην παγκόσμια επανάσταση, έχουν τα δίκια τους. Η κρίση δε δημιουργεί ευκαιρίες. Δεν υπάρχει ύφεση, υπάρχει ένας άντρας που γυρνάει σπίτι μ' άδεια χέρια. Αυτό μόνο.


6/10/10

στάση facebook

Αν είστε γλειφτρόνι αλλά σας αρέσει όμως και να σας γλείφουν κάντε 69 φίλους στο Facebook.

Αν είστε γλύφτες και σας αρέσει να στήνετε ανδριάντες, γίνετε φίλοι κάποιου ματαιόδοξου πεινασμένου για αποθέωση βαμπίρ-celebrity στο Facebook.

Αν πιστεύετε πως κόλακας κολάκου μάτι δε βγάζει, είστε ήδη εγγεγραμμένοι χρήστες του Facebook.

Αν αντί να πείτε "τι μαλακίες λες, ρε φίλε;" ή "πώς είσαι έτσι μωρή;" σας έρχεται να κάνετε thumb up, ή like, ή ++ ή respect ή wow, τότε είστε τζάνκια του FB.


Αν συμφωνείτε πως η συναίνεση είναι μια ένεση συμφωνίας με την ηλιθιότητα τότε είστε bloggers και φαίνεστε.



2/10/10

ένα λευκό γιατί

Είχα μια γάτα μια φορά που μου' κανε πέντε γατιά. Ωραίο. Κάνει και ρίμα. Είχαμε μια αποθηκούλα πίσω στην αυλή που είχαμε υπόψη πως είχε υπόψη της. Είχαμε και εμείς υπόψη τον τοκετό, στρώσαμε μια κούτα, ένα παλιό ρούχο και περιμέναμε. Κι ενώ περίμενα άλλα πράγματα, 23 χρονών κοπέλα, έγινα πολύτεκνη γιαγιά. Γατογιαγιά. Η κορούλα μου, που όποιος είχε λίγο ανοιχτά τα μάτια του έβλεπε καθαρά πως είχαμε ίδιο βλέμμα, και όποιος δε φρέναρε το στόμα του (κάτι παλαβιάρηδες φίλοι) μου το΄λεγε κιόλας πως μοιάζουμε για να φουντώνει πιο πολύ εντός μου η μητρότητα για το τετράποδο αιλουροειδές. Η μοναχοκόρη μου, που την υιοθέτησα μωρό το τελευταίο έτος που σπούδαζα στην Αθήνα και την κατέβασα σουβενίρ των φοιτητικών χρόνων, μαζί με το πτυχίο, στα πάτρια εδάφη. Όταν γέννησε τα πέντε της γατιά, το ένα ήταν μαύρο, το άλλο άσπρο και τα τρία ήτανε ριγέ σαν εκείνη. Ριγέ με φουντωτή ουρά, καθώς είχε πατέρα Πέρση, και άσπρο κεφαλάκι. Και βλέμμα, άσε μη τα ρωτάς. Ήταν και λίγο κουτσομπόλα. Όποτε πιάναμε την κουβέντα στο πίτσι πίτσι, στηνόταν καμαρωτή και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον, γυρνώντας πάντα το κεφάλι κατά τον ομιλητή. Τελικά, όταν γέννησε τα μούλικα, τέκνα κάποιου αλητάμπουρα ασφαλώς, τα φύλαξε κάπου μες στην αποθήκη, εκτός από ένα. Το άσπρο. Το βούταγε από το σβέρκο με τις δονταρίνες της και το πήγαινε στα πόδια του πατέρα μου. Μετά το ξαναπήγαινε πίσω με τα άλλα. Μετά του το ξαναέφερνε. Καινούργιο μου καλάθι και πού να σε κρεμάσω. Τα άλλα τέσσερα τα είχε ελαφρώς παραμελημένα. Τότε δεν ηταν χωμένες βιντεοκάμερες στα κινητά, κι ούτε κυκλοφορούσαν οι ντίτζινταλ οι φωτογραφικές σαν τσιχλόφουσκες για να βιντεοσκοπούσαμε το φαινόμενο, κι έτσι απέμεινε μόνο αυτή η μνήμη: η γάτα μας που είχε ξεχωρίσει το άσπρο της γατάκι και το περιέφερε σαν τρόπαιο απιθώνοντάς το στα πόδια του αρχηγού της οικογενείας, ή τελοσπάντων του ογκωδέστερου ανθρώπου από όλους όσους ζούσαν στο σπίτι που την φιλοξενούσε.

Χτες κατέληξα με νεύρωση στομάχου στο γιατρό, αφού μου είχε πέσει η πίεση υπό του μηδενός, είχα γίνει κάτωχρη σαν την κουρτίνα του παθολόγου -για να δανειστώ την παρομοίωσή του-, αφού είχε τουμπανιάσει η κοιλιά μου και πονούσα έξι ώρες σερί. Ήταν μια μέρα πριν πάει η μικρή μου στον παιδικό σταθμό γα πρώτη φορά. Δεν έχω άλλο παιδάκι εγώ, κυρά γάτα. Ένα όλο κι όλο. Αλλά το βλέπω και εγώ σαν το ασπράκι σου. Είναι το καλύτερό μου, συγκρινόμενο με το άπειρο. Όμως, πρέπει κι εγώ να το αφήσω κάπου για να βγω στη γύρα για την τροφή μας. Μόνο που εσύ στη φιγούρα του πατέρα μου βρήκες τον προστάτη του εκλεκτού τέκνου σου, ενώ εγώ, επιστρέφοντας στην πόλη που γνωριστήκαμε, γατούλα μου, δεν έχω κανέναν να εναποθέσω τις ελπίδες μου για "προστασία". Ούτε θεό, ούτε κράτος, ούτε επαγγελματίες, ούτε οικογένεια, ούτε τα κοινωνικά μου δίκτυα. Είμαι λίγο σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα, μόνο που έχω και ένα κοριτσάκι μαζί. Βλέπεις, ο άντρας σου εσένα μπορεί να μην έδινε δεκάρα για τα μωρά σας, αλλά ο δικός μου δίνει. Και μάλιστα για να δίνει πιο πολλές δεκάρες θα δουλεύει σα σύγχρονο μισθωτό σκλαβάκι 9 με 9 αλλά όμως δε θα πειράζει γιατί έτσι κάνουν όλοι στον ιδιωτικό τομέα. Και θα το μεγαλώσω κι εγώ κάπως μόνη μου το ασπράκι, σαν εσένα αγαπημένη μου. Και θα το παραδώσω σε κάποιους επαγγελματίες, κάποια νταντά, κάποια βρεφοκόμο, να μου το μεγαλώνουν όσο εγώ θα είμαι στη γύρα για να ταϊζω αυτές που είναι στη θέση μου όσο εγώ είμαι στη γύρα για να τις ταϊζω. Ρε γατούλα μου, μήπως έχουμε χάσει εντελώς το νόημα; Εσύ που ψάχνεις στα σκουπίδια, άμα το βρεις, θα μας το φέρεις; Ξέρεις, σαν θήραμα, στα πόδια μας μπροστά. Σ' αγαπώ και σε θυμάμαι αν και σίγουρα δε ζεις πια. Κι έτσι το νόημα θα μείνει για πάντοτε χαμένο.



30/9/10

Παιχταρά μου

Όπως την έβλεπα πάντοτε να μού 'ρχεται με φόρα, με το Ο της το ολοστρόγγυλο, την κλωτσούσα γερά. Μετά μάθαινα πως ήταν μια Opportunity. Κι όμως. Kαι την επόμενη φορά που μου ερχόταν πάλι με φόρα ένιωθα πάντοτε την ίδια λαχτάρα να τη λακτίσω με φόρα προς το τέρμα. Τέρμα τα αστεία. Life is an opportunity and I'm a great football player. Είμαι ο Ροδρίγο Ντ' Οπορτουνίστα.

23/9/10

Les quatres saisons de ma femme, ma femme des autres

Στην εποχή που υποσχόταν την άνοιξή του ο ανθός της νιότης της, άγουρος ακόμα αλλά ευαγγελιζόμενος την ομορφιά, ήθελες να την έχεις απέναντι σου και να την καμαρώνεις. Μόνον αυτό. Αυτό μόνον. Μη μου άπτου της ωραιότητός της το ανέγγιχτο, παρθένο άνθος, στις παρειές και τα ακροχείλια με τα σφραγισμένα λόγια και φιλιά. Ω, Θεέ των κορασίδων της πρώτης νιότης, σμίλεψε πιο στρογγυλά τα στήθη και τα γοφιά της και παγίδεψέ μας για πάντα στην καμπυλωτή Εδέμ, τον παράδεισο των σαρκικών συναρτήσεων, των ονειρεμένων συναντήσεων. Εκεί που στέκει ανήμπορος ο άνδρας, ο νεαρός ασύμμετρος φαλλοφόρος, αδέξιος στα γιγαντωμένα νέα χαρακτηριστικά του φύλου, που'ρθαν έξαφνα να τραχύνουν τα βαμβακερά παιδικάτα σε μια ανεπίδεκτη κατευνασμού δια μέσω της αμοιβαίας ηδονής στύση και έναν στεναγμό με βράχινο ηχόχρωμα. Αχ, μπουμπούκι επτασφράγιστο κι αμύριστο, πόσο σε επιθύμησα.
Κι έπειτα ήλθε κι όπως πάντα θα'ρχεται, όσο τον εξυμνούμε κι οσο δεν, ο ήλιος κι η καλοκαιριά κι εγδυσε τα κορμιά απ' το κάθε τους περίβλημα, του ρούχου και της
συστολής. Κι άνθισε ο κήπος, και φρούτεψε το δέντρο κι αφράτεψε ο καρπός ο ζουμερός, ο ευφραντής, ο της λαχτάρας θρέμμα. Κι ήθελες να πιεις απ´ άκρη σ' άκρη του χυμούς της μ' όλα τα χρώματά τους και τις γεύσεις στης κοιλίας τα λαγκάδια και στων γονάτων τις κορφές και των στηθιών τα εξωκκλήσια και στα σπαρμένα της μαλλιά και στου αυτιού της τη σπηλιά και του λαιμού τις ρεματιές και των μηρών χαράδρες. Να πέσεις και να μη σε βρει παπάς για να σε θάψει μέρα καταμεσήμερο και ολοπαραδομένον. Και πέρασαν οι τρυγητές κι έδρεψαν τον καρπό της, και πέρασαν τα άροτρα και όργωσαν το εντός της και εσπειραν και πολύ βαθιά άλλοι και τη σπορά τους. Κι ας ήτανε ανάδρομο της Δήμητρος φεγγάρι κι έτυχε και δεν είδε, κι ας ήτανε η μαμή τυφλή κι έτυχε και δεν είδε· μα τα παιδιά τα ασύλληπτα λίπασμα των ερώτων. Λουλούδι μου ολάνθιστο, βαθύχρωμο και βαριομύριστο πόσο σε επιθύμησα κι ενώ ποτέ δε σε είχα.
Πρώτη βροχή, πρώτη κι αρχή του φθίνω της οπώρας κι όπως πατούν τα στράφυλα στραγγίζουν το ζουμί τους, κι όπως μεθούν χαράματα ξερνούνε το κρασί τους. Χτυπούν καμπάνες για χαρά, χτυπά η καρδιά μου λύπη, έκοψε το λουλούδι μου άλλος, κι εμέ μου λείπει. Ντύθηκε στα λευκά κι εγώ φορώ πένθος μες στη ψυχή μου, ανέβαινε στην Εκκλησιά κι εγώ στον Αδη κάτω και χόρεψε υπόσχεση και χήρεψα τη σχέση. Τη σχέση που ως ανάξιος ποτέ δεν αξιώθην και κλαίγω και οι σταλαματιές είναι η βροχή η άλλη. Μία βροχή που κίνησε από τη Γη να βρει κάτι το θείο, κάτι στα σύννεφα να βρει, ή κάτι εις τους αιθέρες κι αν πάλι ανάξια σταθεί, να πέσει και να τσακιστεί στη θάλασσα, στις βέρες. Χρυσό κλαρί και μάλαμα τα φύλλα σου καλή μου κι εμένα που δεν ευωδιάς, θα σ' αλμυροποτίσω όσο να αδειάσουν απ' εμέ οι αδενες του κορμιού μου, το σπέρμα και το κλάμα μου, ο ιδρώτας και το αίμα. Άνθος και δέσμη αλλονού, πόσο σε επιθύμησα κι αλλού στολίζεις τόνε.
Πυκνώσανε τα σύννεφα, γκριζώσαν οι κροτάφοι, κι οι ουρανοί εγκρίζαραν, ανοίχτηκαν και τάφοι. Τάφοι οικογενειακοί, καλοί-κακοί together, together and forever. Μοχλάει τα κουτσουρα εντός του άθου του ανθού της, τα κουτσούρα που γέννησε και που τα περιβάλλει. Είχε το τζάκι αναφτό, πετρόχτιστο κι ωραίον. Και προπαντός ξεχρέωτον και καλοπληρωμένον. Κι απέμενε ο σπαραγμός της φλόγας στην εστία, της φλόγας που εφώτιζεν ρωγμές από τους χρόνους και κρέατα που κρέμασαν αφού έφεραν γόνους. Κι η κάμαρη που αντήχησε των οργασμών το μέλλος και μέλι από αμάλαγη γύρη εις τα δυο σκέλη, που κόνεψε στρατιές ανδρών, σκιές κλειστών βλεφαρων, που άναβαν και χάνονταν όπως τα φώτα φάρων, θά' πρέπε οι τοίχοι οι άτυχοι της κάμαρης ετούτης, αν είχαν κάποια τσίπα, στο λέω και το είπα, να σωριαστούνε καταής και κονιορτός να γίνουν, σκόνη και αύρα και μηδέν να μετουσιωθούνε παρά να αντικρύζουνε το θέαμα ετουτο: μια σιδερώστρα τσίγκινη και πρέσα ατμοσιδέρου καταμεσής να στέκονται με ύφος και με στόμφο και πλάι τα ασιδέρωτα , στεγνά μπουγαδιασμένα να ευωδιάζουν χημικά σα ρόδα και σα μήλα και να γελούν, να περιγελουν εμένα, μόνο εμένα. Όπως με περιγέλασε εκείνη που τα έστησε στητά στη κάμαρά της, όταν της ομολόγησα πως δε μπορώ μακριά της. Και τώρα στέκω ενεός, ανήμπορος για βήμα, και ενώ το θέλω διακαώς να φύγω από το μνήμα. Αχου, dixan και skip και συ soflan και ατμοσίδερο βαρύ πολυπυρακτωμένο πόσοι την επιθύμησαν κι όμως εσείς μονάχα τη βλέπετε να γδύνεται όπως κανείς δε θα'θελε να ιδεί.

10/9/10

πακέτο


Η μετακόμιση είναι πακέτο.
Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Αλλά και μεταφορικά να το πεις
πάλι κυριολεκτικά είναι.






Πές τα βρε Λιτσάκι πάλι, που είσαι και συ της Φιλοσοφικής.

9/9/10

ρε λες;

Φροντίζω ανελλιπώς για κείνη και ανηλεώς για μένα τη θυγατέρα
γράφω εκτενές ερευνητικό πρωτόκολλο στα αγγλικά
καταθέτω ακαδημαϊκό άρθρο σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό
φτιάχνω παστίτσιο μούρλια
τρίβω με σαπουνάδα τα πλακάκια στο κανούργιο σπίτι
ετοιμάζω μετακόμιση
τσατώνομαι με τους φίλους μου
ψιλοδιαβάζω τα νέα online
διορθώνω πτυχιακές
και μέσα σ' όλα
το φιλοσοφώ:
Ρε λες να μην υπάρχω;
Λες;



6/9/10

IQ

Ο έξυπνος:
του μαθαίνεις ένα
καταλαβαίνει πέντε
και παράγει δέκα.
Ο βλάκας:
του μαθαίνεις δέκα
καταλαβαίνει πέντε
και παράγει ένα.
Άλλη μέτρηση ευφυϊας δεν υπάρχει. Καταργούνται όλες. Τέλος.

3/9/10

home sweet home

Κι όταν ο slug δεν άντεχε άλλο πια το βαρύ ζητούμενο της ιδιοκτησίας να τον γονατίζει, τι να τον γονατίζει, να του κόβει τα πόδια, τι να του κόβει τα πόδια, να τον έχει κάνει να σέρνεται, αποφάσισε να πάρει ένα στεγαστικό δάνειο. Το έψαξε αρκετά. Κάποτε, βρήκε σχεδόν κρυμμένο ένα με χαμηλό σταθερό επιτόκιο και το πήρε μαζί του. Κάθε μέρα το δάνειο του χτυπούσε το κεφάλι, εφόσον δεν είχε ακόμα σπίτι, και πολύ περισσότερο πόρτα να του χτυπήσει και του ζητούσε να του δώσει φαϊ. Ο slug το κοιτούσε με συμπάθεια, με κείνο το χαμηλό του επιτοκιάκι που φορούσε στραβά στο κεφάλι του το δάνειο και με την ελπίδα που ανέδυε - μια φθηνή κολώνια που πουλιέται σε όλα τα παζάρια-, και του έδινε από το φαγητό του. Όσο το τάιζε τόσο εκείνο μεγάλωνε και όσο μεγάλωνε, τόσο αγρίευε. Και μια μέρα το επιτόκιο που φορούσε στην κεφάλα του ψήλωσε και έγινε και κυμαινόμενο άμα λάχει. Το χτυπούσαν, βλέπεις, όχι βλέπεις, ακούς, όχι ακούς, διαβάζεις, τα κύματα της οικονομίας και βολόδερνε μια στα ψηλά και μια στα ακόμα ψηλότερα. Ήταν τελικά από φελλό και δεν υπήρχε περίπτωση να βουλιάξει. Σέρφερ το επιτόκιο. Μια φορά μάλιστα, μια άλλη slug που ήταν και λίγο slut, μεταξύ μας, το είδε, μα το Δία, με τα κυάλια εις τον ουρανό λόγω των μποφόρ. Κάποτε, ο μίστερ σλάγκ που επιθυμούσε κατοικία ιδιόκτητη, να ριζώσει κι αυτός κάπου, να αποκτήσει πατρίδα, θεό και πλυντήριο πιάτων, αλλά δεν, του ήρθε να τα πάρει στο κρανίο με τούτα και με κείνα. Ενώ όμως του ερχόταν τώρα αυτό το συναίσθημα διαπίστωσε πως κρανίο δεν υπάρχει. Εξάλλου και να τα έπαιρνε, δε θα του έβγαινε σε καλό εφόσον ό,τι παίρνεις το πληρώνεις. Για δες τι έγινε με το στεγαστικό το δάνειο, που στον υπόκοσμο τον ανεπτυγμένο του κολλήσαν το παρατσούκλι mortgage. Ο μόργκας, όπως έγινε με τον καιρό το παρατσούκλι -πώς ας πούμε ο Ορέστης στις τάξεις των ρεμπετών έγινε Ρέστης- απειλούσε το slug πως αν δε του δώσει φαϊ τόσο όσα να χορτάσει θα στείλει bailiffs να του πάρουν τις κεραίες. Και άσε που θα το καρφώσει στην tv license να το ανακρίνουν πόθεν έσχες κεραίες χωρίς τηλεόραση. Να έχεις τηλεόραση χωρίς πληρωμένη κεραία, γίνεται και τρως ωραίο πρόστιμο 1000 λίρες, αλλά το ανάποδο, δυο κεραίες χωρίς τιβί, αυτό θα προκαλέσει νομικό αδιέξοδο και για πρόσεχε. Τελικά, ο slug αποφάσισε να συρθεί μέχρι το Σούνιο και να πέσει από τα βράχια σαν τον Αιγέα, την αίγα, την ανορθόγραφη, που έγινε τράγος,τραβεστί ανάποδο δηλαδή, και γι' αυτόν τον λέμε τραγικό. Γιατί εφόσον δεν έχεις μια ζωή υποφερτή ας έχεις έναν ποιητικό θάνατο, είπε και τραβήχτηκε σιγά -σιγά από την γηραιά αλβιόνα στον χαλκολιμνιόνα και από κει στο φέρρυ μπόατ του αγούδημου και μετά πήρε την παραλιακή, πέρασε μπροστά από όλους τους σκυλλάδες και κάποτε έφτασε στο Ναό του Κοσειδώνα, που τον λέει η κόρη μου από τότε που πήγαμε να δούμε την αυγουστιάτικη πανσέληνο από κει ψηλά γιατί το διασκεδάζουμε με τα λαϊκά. Τα λαϊκα προσκυνήματα, εννοούμε, στη σελήνη, στα αρχαία, στους ναούς και γενικά. Έτσι, αφού έφτασε στον πιο ψηλό αρχαίο βράχο, πήρε μια ανάσα, άναψε ένα τσιγάρο, γιατί ωστόσο έγινε και καπνιστής, fuck smoking ban, σκέφθηκε και ατένισε το πέλαγο. Ξαφνικά, ένιωσε ένα ξύσιμο στην πλάτη. Γυρνάει και τι να δει; Ήτανε back home. Ο slug ήταν τελικά έλλην, όπως και κάθε λευκό σκουλήκι στον μάταιο τούτο κόσμο. Από τότε ο slug άλλαξε όνομα. Τον λένε Άρη Σαλιγκάρη και περιφέρει το καβούκι του όπου σταθεί κι όπου βρεθεί. Που δηλαδή στέκεται πάντα και βρίσκεται μέσα στην πατρίδα του εφόσον είναι πάντοτε και θα' ναι πάντοτε back home. Γι΄αυτό κι εγώ αγαπώ πολύ τους χοχλιούς τους μπουμπουριστούς με το ξύδι και το δεντρολίβανο, που στην Κρήτη το λέμε αρισμαρύ, δηλαδή rosemary -για να μη πεις τίποτα βλαχαδερό. Μ' αρέσουν γιατί νιώθω συγχρόνως μια σιχασιά και μια νοσταλγία για το home sweet home.

30/8/10

ο μεγάλος κανίβαλος

Και τώρα που επέστρεψες στην πόλη, για πες μας: Τα καλοκαίρια των παιδικών σου χρόνων θυμάσαι να ακρωτηρίαζες μυρμήγκια και τζιτζίκια; Για πες, τους έκοβες τα κεφάλια, τα φτερά, τα πόδια, τις κεραίες, ό,τι περίσσευε; Για λέγε, βρε μικρέ κανίβαλε, πόσα έντομα κακοποίησες μέχρι θανάτου μέχρι να γίνεις άνθρωπος; Εγώ πάντως αμέτρητα. Η ηδονή του να παρακολουθώ πρώτα και μετά να γραπώνω, αιχμαλωτίζω, βασανίζω και τελικά να σκοτώνω τα ζωύφια ήταν μεγαλύτερη από την ηδονή της ηθικής. Εξάλλου τέτοια δεν υπάρχει. Γι΄αυτό, αν υπάρχει Θεούλης, τον καταλαβαίνω. Πρέπει να είναι μεγάλος σαδιστής, διαταραγμένος, ανώριμος μαλάκας για να τυραννάει και να σκοτώνει παιδάκια. Μια βόλτα στα Παίδων, στις Ογκολογικές, για όποιον αμφιβάλλει ακόμα για την ύπαρξη κάποιου μεγάλου κανίβαλου που δε θα γίνει άνθρωπος ποτέ.

27/8/10

το μπλογκ της μαμάς

Χτες, κάτι κοιτούσα στο blog μου, που πια έχω αφήσει να μαραθεί σχεδόν. Πού' ναι ο καιρός που ασχολιόμουν με μεράκι με τον κήπο μου...Του κανενός τον κήπο που είχε πει κάποιος αγαπημένος. Αλλά να, χτες την είχα στην ποδιά μου και σκαλίζαμε κάτι. Και εκείνη ήθελε να της βάλω το ακαντού, το μπιγκ γουόλ και το καμάον-καμάον αλλά της ζήτησα να κάνει υπομονή ώσπου να βρω κάτι. Και πώς μου ήρθε και της είπα κάποια στιγμή "αυτό είναι το μπλογκ της μαμάς", 23 μηνών νιάνιαρο. Μετά περιηγήθηκα λίγο ακόμα στον κήπο μου και έκλεισα το tab, γιατί δεν αντέχω να το βλέπω πολύ, πια.
Σήμερα το ξανάνοιξα και εκείνη δεν ήταν στην αγκαλιά μου. Αλλά το κεφαλάκι της που φτάνει ως την επιφάνεια του τραπεζιού είδε πως είχα μπει εδώ χάμω. Και ούτε καν στην κεντρική σελίδα αλλά στα σχόλια. Και μου λέει: "το μπλογκ της μαμάς είναι αυτό". Αυτό.

23/8/10

επικήδειος αντίλογος

Έκαιγε ο ήλιος την πέτρα, την ταφόπετρα. Κι εμείς κλαίγαμε. Τα δάκρυά μας πέφτανε καυτά και γι' αυτό, ανάμεσα στα άλλα, δεν ωφελούσαν. Στη λάβα των δακρύων κινούσε να ενωθεί κι ο ιδρώτας από τις ρεματιές του σώματος. Του σώματος με τα σκούρα ρούχα, τα περιστασιακά, που κυμάτιζαν, όσες πτυχές τους δεν είχαν κολλήσει κατάσαρκά μας, πάνω από το άψυχο σώμα με την ύστατη φορεσιά. Κολλούσε πάνω μας η πένθιμη ενδυμασία, κολλούσε κι ο παπα-Παναγιώτης σε κάθε λέξη σχεδόν. Σχεδον κεκές και σχεδον κουκουές. Παπάς ανέκδοτο.

Κι αυτά τα κυπαρίσσια είναι τα πιο άχρηστα δέντρα απο άποψη ίσκιου. Πού να συγκριθούν με τα γέρικα πλατάνια, που να' ναι αεισκιερά. Όμως, αν θάβαμε τους ανθρώπους κάτω από πλάτανους με τον παχύ, τον χορταστικό ίσκιο, στο τέλος θα καταλήγαμε να πίνουμε ούζα αντί κονιάκ, και θα ευχόμαστε γνήσια περιχαρείς στην υγειά μας αντί δήθεν-καμιά φορά- περίλυποι θεοσχωρέστον.

Έκλαιγε αυτός και ρουφούσε τις μύξες σαν αγροίκος. Όπως τότε που έβγαινε από τη θάλασσα, λες κι έβγαινε απ' το σπίτι του. Κρατούσε μια ψαρούκλα, το ίδιο ανεπιτήδευτα όπως κρατά κανένας μια αρμαθιά κλειδιά. Ένας άντρακλας με πλατάρες και μπρατσα να! Η ψαρούκλα, που βρήκε το θάνατο από το ψαροτούφεκό του, φαινόταν ασήμαντο λιθρίνι στις χερούκλες του. Να θες να σε ξαπλώσει στην άμμο και να δεις τα κουκουνάρια ανάποδα. Τότε, στην πρώτη μας νεότητα πολλές εκφράσεις τις χρησιμοποιούσαμε επαναλαμβανόμενα, με έμφαση αλλα λανθασμένα. Σήμερα, καθώς έβλεπα μέσα από τα υγρά ματιά μου την μάνα του καταλάβαινα καλύτερα το νόημα της έκφρασης που μεταχειριζόμασταν με λάθος τρόπο. Το σωστό ήταν να πω πως ήθελα να με ξαπλώσει κάτω και να πω το Δεσπότη Παναγιώτη.
Νυν απολύεις τη δούλη σου, Δέσποτα.

Έκλαιγε και ρουφούσε τις μύξες του ξεδιάντροπα. Ντρεπόταν και για λογαριασμό του η κοντή από δίπλα, η οποία ωστόσο μυξόκλαιγε. Έκλαιγε δηλαδή τόσο συγκρατημένα που οι δυο σταγόνες που αμόλησαν οι δακρυικοί της πόροι κυλούσαν πιο αργά από τις ουρές των εκδρομέων του δεκαπενταύγουστου μπροστά στη μπουκαπόρτα του καραβιού που θα τους πάει στα νησά. Η ψηλομύτα, που η μύτη της δε μυρίστηκε απ΄τα κάστρα τα ψηλά πως ήταν σε κηδεία να αφήσει ένα ρυάκι συγκίνησης να τρέξει ίσαμε το άνω χείλος, που με τα τρεχαματα της τελετής και τα ύστερα της πεθεράς είχε ξεχάσει να αποτριχώσει, ως συνήθως. Κοντή, ψηλομύτα και μουστακαλού.Μοιάζαμε τρομερά.

Όταν μας την παρουσίασε πρώτη φορά στην παρέα, παρά το ότι είχα τυφλωθεί από ζήλια, αναγκάστηκα να συμφωνήσω με τους υπόλοιπους, μάλλον κακεντρεχείς, ως προς το οφθαλμοφανές: μοιάζαμε σαν αδελφές. Και πράγματι υπήρξαμε τόσο αδελφωμενες όσο ο Κάιν και ο Άβελ. Ήταν η εποχή που άνδρες, γυναίκες και παιδιά κουρεύονταν καπελάκι· εμένα ήταν φυσικό ίσιο το μαλλί, εκείνη το ίσιωνε. Ήξερε τον ίσιο δρόμο γενικά. Εγώ, το καπελάκι μου και σε άλλη παραλία, ειδικά.

Εγώ όμως, στη σημερινή περίσταση, αντίθετα με την αδελφή του ελέους, έριχνα το κλάμα της ζωής μου. Σπάραζα, όπως η ψαρούκλα τότε στην χερούκλα του· ή όπως η πάλαι ποτέ σωσίας μου -γιατι δε μπορεί να κοιμάσαι με αυτόν τον άντρα χωρίς σπαραγμό, όσο ξενέρωτη κι αν είσαι- στην αγκαλιά του. Θα πρέπει να έδειχνα πολύ χάλια, με μια μύτη κόκκινη από το πολύ το σφούγγισμα και τα ματιά πρησμένα γιατί ήταν η πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε που δε με κοιτούσε σα να είμαι φρέσκο ψάρι στα κάρβουνα που ήθελε να ξεκοκαλίσει με τις χειλάρες του.

Κοιτούσα προφίλ τη "συγχωρεμένη". Σε τίποτα δεν της έμοιαζε. Αυτή ήταν σα σκίτσο με στυλό κι αυτός σαν πίνακας με παχύρευστη τέμπερα. Λεπτή μύτη καμπουριαστή με μακρόστενα ρουθούνια, στουμπωμένα τώρα με βαμβάκι, αυτή. Φαρδιά, ευθυτενή μύτη με στρογγυλά ρουθούνια τίγκα τώρα στη μύξα, αυτός. Όταν έβγαινε από τη θάλασσα, εγώ τον επιθυμούσα τόσο ώστε φαντασιωνόμουν να του γλείψω την διάφανη βλέννα που ´χε κολλήσει στα πυκνά του γένια. Τι αγριάνθρωπος Θεέ μου. Κι όταν χαμογελούσε, όπως το λέει ο ποιητής «όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσα απ' τ' άγρια γενιά τους». Ήθελε πάντοτε να ανοίξει τα φτερά του για άλλους τόπους. Χελιδόνι, ναυτικός, κάτι τέτοιο.

Όταν οι περισσότεροι έμπαιναν στο ναυτικό με τα κόλπα του πελατειακού πολιτικού συστήματος για να μη κακοπεράσουν, αυτός κατατασσόταν λες κι εκπληρώνε το όνειρο της ζωής του. Κι ας βρήκαν κάποιοι, ανάμεσα στους οποίους η ψόφια όρκα που δε πρόλαβα να της τα ψάλλω πριν τον παπά-Παναή, αφορμή να μουρμουρίσουν κάποια μισόλογα για το ναυτικό και τις αδελφές. Εγώ όμως που ήμουν δηλωμένη πια όταν μετά τις πολλές αναβολές αποφάσισα να εκτίσω τη θητεία μου, πήγα χωρίς πολλά πολλά στο στρατό ξηράς. Και βρήκα πολλά κραγμένα γκεόλια εκεί μέσα, που μπροστά τους φαινόμουν καραστρέιτ. Άρα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια από τις πιέσεις, μαζί με την αρτηριακή της, που ασκούσε η πεθαμένη για να του τσακίσει τον όποιο τσαμπουκά, όταν στα 18 του-βλέπεις δεν ανήκε ποτέ στη φοιτητιωσα νεολαία, και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αυτός ο γκαύλακας, ωστε να παίρνει αναβολές- υπηρέτησε στο ναυτικό.

Μια από κείνες τις ατέλειωτες βραδιές, που μετά τα νυχτερινά μακροβούτια, τις φωτιές στην αμμουδιά, τις παγωμένες μπύρες και τις κάφτρες από τα τσιγάρα να φωτίζουν τα πρόσωπά μας και προπάντων τις καστανοπράσινες ματάρες του, καταλήξαμε να το ξενυχτάμε οι δυο μας, κοιτώντας τον ουρανό που μακριά από τα ηλίθια φώτα του πολιτισμού ξεδιπλώνει πάντα τον έναστρο μανδύα του. Μιλήσαμε για τα πάντα, για τα σύμπαντα, εκτός από μας τους δυο. Κολυμπήσαμε γυμνοί, μετά από δική του προτροπή, και ξαπλώσαμε πλάι-πλάι, ενώ οι ώμοι μας ακουμπούσαν τόσο όσο εγώ να έχω λιποθυμησει σχεδόν από πόθο κι αυτός να ξεροκαταπίνει και να μην τολμά να γυρίσει να με κοιτάξει, σα να διαπράττει το έγκλημα της ζωής του. Που τί έγκλημα να διαπράξει αυτός ο αγαθός γίγαντας, που όσο αγριάνθρωπος είναι απέξω, τόσο ψυχούλα είναι από μέσα ενώ η γέφυρα ανάμεσα στους δυο πόλους είναι η ομορφιά του μέσα-έξω.

Αντίθετα, αυτό το ψοφίμι, πριν και μετά το θάνατο της, άσχημη μέσα-έξω, μόλυνε συστηματικά τη ζωή του μοναχογιού της με ασχήμια και θανατίλα. Όπως άλλες πλέκουν την προίκα της κόρης, αυτή του επλεκε το εφιαλτικό σενάριο της ζωής του. Μιας ζωής κόντρα στις επιθυμίες του. Όπως άλλες κεντούσαν τα προικιά της θυγατέρας, αυτή του τρυπούσε τα μυαλά με το δηλητήριό της. Ενας μπαμπούλας παραμόνευε να τον καυασπαράξει σε κάθε θέλω του. Έτσι κατάφερε η απαίσια σκρόφα να τον μετατρέψει σε ένα τέλεια δυστυχισμένο άνθρωπο που γευμάτιζε ωστόσο κάθε Κυριακή μαζί της και της σέρβιρε, αυτό που τράβαγε η όρεξη της, ένα εγγόνι. Μόνος στο τραπέζι με τρεις γυναίκες.

Ο πατέρας του σοφός άνθρωπος. Έφτιαξε μετά τη σύνταξη έναν μπαχτσέ στο χωριό, πολλά χιλιόμετρα και στριφογυριστά τα περισσότερα, μακριά από την αποδημήσασα, ακρίβυνε η βενζίνη πού να πηγαινοέρχεται, κατσικώθηκε στο κατσικοχώρι του, στην αυτοεξορία του. Και άφησε τη σκύλλα να λυσσάει μόνη της ώσπου την πήρε ο μόνος αρσενικός που θα μπορούσε να την κουλαντρίσει. Με ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα ο Χάρος την έκανε δική του. Κεραυνοβόλος θάνατος. Που αν ήξερε με ποια είχε να κάνει, μπορεί και κείνος να το ανέβαλλε για αργότερα, όπως έκανε άλλωστε με όλα τα σκατόψυχα γερόντια που κυκλοφορούν χωλωμένα ως τα βαθιά γεράματα ενώ πετσοκόβει στο άνθος τους κάτι ψυχούλες σαν τον κολλητό του τεθλιμμένου γιου, έναν ημίθεο που κάποτε τον ζήλευα κι εκείνον.

Αυτονού όμως η μάνα, όπως κι η δικιά μου, δεν ήταν της Εκκλησίας, όπως η ασυγχώρητη που παριστάνει τώρα την συγχωρεμένη και η συμπεθέρα της, η μάνα της κοντής. Εμείς και οι μανάδες μας ήμαστε απολωλότα πρόβατα. Οι συμπεθέρες θεοσεβάμενες. Αυτή, την αμφιβόλου υπάρξεως οντότητα, το Θεό, τη σεβόντουσαν. Εμείς, που'χαμε σάρκα και οστά, δεν αξίζαμε το σεβασμό τους. Ούτε και ως νεκροί. Γι' αυτό, όταν σκοτώθηκε ο κολλητός του λεγάμενου, που οσο ζουσε ηταν ο «κακεσπαρεες», δικαίως η ανεγκέφαλη, που σύντομα θά' ναι τέτοια κυριολεκτικά, έκρινε πως αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα, εννοώντας πως αν οι γονείς του ήταν ανθρωποι θρησκευάμενοι αντί για γλεντζέδες, και το παιδί δε θα το τράκαρε ο άλλος ο μεθυσμένος στον παλιό Εθνικό. Όμως και το σκοτωμένο, αν ειχε τα μυαλά του μες στο κεφάλι του, δε θα σκορπίζονταν τελικά στην άσφαλτο να τα μαζεύει το εκαβ. Βέβαια, αν σκοτωνόταν σε τροχαίο γιος του έθνους των προσκυνούντων θα αλλάζανε τροπάριο, λέγοντας πως ο Θεος τους καλούς τους παίρνει γρήγορα κοντά του. Αλλά τέτοιοι υπήρξαν οι εθνικοί μας οδοί, τετοια και τα φονταμεντάλ χριστιανοφασοστόνια που αποτελούν το έθνος μας.

Κινδύνευα λέμε να σκάσω απ' το κλάμα. Από όλες τις μοιρολογίστρες μόνο εγώ κι ο γιος της απομείναμε να κλαίμε. Πως είχα εκτίμηση, αγάπη, λατρεία μη σου πω στην τεζαρισμένη, όλη η Ενορία θα το παραδεχτεί μια απο τις προσεχείς μέρες. Εκτός κι αν κάποια φαρμακόγλωσσα, που είναι, όσο να πεις, ενδημικό είδος στις τάξεις των σταυροκοπούντων, πετάξει με τακτική κόμπρας το δηλητήριο «την έκλαψε πολύ τη μακαρίτισσα η νύφη της». Μια άλλη θα απορήσει. Και δικαίως, αφού η κοντή με το ζόρι έχυσε δυο δάκρυα. Και τότε η φαρμακόγλωσσα θα λάβει την πάσα που περίμενε: «όχι καλέ η καθηγήτρια», θα διευκρινίζε εννοώντας την ωρομίσθια αδιόριστη εκπαιδευτικό, «την άλλη, την Ιταλίδα», εννοώντας εμένα που ζούσα εδώ και χρόνια στη Φλωρεντία.

Κόντευε να τελειώσει η κηδεία που το βαρύ εγκεφαλικό του ιερωμένου και η συνεπακολουθη ανήκεστος βλάβη στην άρθρωση του λόγου, του λόγου του Θεού εν προκειμένω, την επιμήκυνε τόσο ώστε μες στο καταμεσήμερο να δυσφορήσουν -συγκρατημένα μεν- μέχρι και οι συθρησκόληπτες της πεθαμένης, που ' ναι μαθημένες σε τέτοια ιβέντς. Δεν άντεχα άλλο να κλαίω για τον άνδρα που λάτρεψα όσο κανέναν και τον λάτρεψα όσο κανείς. Βαλάντωσα να τον βλέπω πλάι σε μια ημιθανή κλώσσα, ανήμπορο να δραπετεύσει από το δίχτυ της δυστυχίας που του ύφανε μαζί με τη μάνα της και την τρισκατάρατη τη μάνα του, που στον αγύριστο να πάει η σιχαμένη, να τον βλέπω δυστυχή και εγκλωβισμένο στην επαρχία των αθλίων όπου άρχισε πια να γίνεται γνωστό πως κάποιες νύχτες έβγαινε και ψωνιζόταν στη πιάτσα, πίσω από το νεκροταφείο. Αυτός που θα μπορούσε να' ναι ο άντρας μου.

15/8/10

Καθένας

Πόσην ώρα μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα νά'ρχεται και να φεύγει, χωρίς να θυμηθεί, όπως καθένας σε μια θαλασσινή ρέμβη, ότι η ζωή, όπως σε όλους, του είχε δοθεί έτσι, τυχαία, συμπτωματικά, άπαξ και δια παντός και για κανέναν γνωστό -ή γνώσιμο- λόγο; 

Φίλιπ Ροθ, «Καθένας»

18/7/10

Ένα χαστούκι είναι λίγο

Ένα χαστούκι
είναι λίγο πολύ λίγο
δύο χαστούκια
είναι λίγα τι να πω
τρία χαστούκια
είναι λίγα πολύ λίγα
δώσε μου τέσσερα
να φάμε τον Χριστό.

Δώσμου κλωτσιές μπουνιές
αμέτρητες πολλές
αφού είσαι άντρας μου
βρωμιάρη ελληναρά μου
μη τσιγκουνεύεσαι
πάντα να σκεφτεσαι
πως μια ξυλιά
ειν' η καλύτερη δουλειά.
Ρίξε βρωμόξυλο
με το σκουπόξυλο
κι εγώ στεφάνι μου
θα σ' έχω βασιλιά μου
μη τσιγκουνεύεσαι
πάντα να σκέφτεσαι
πως μια ξυλιά
ειν' η καλύτερη δουλειά.

17/7/10

αγάπη είναι...



Τσάρλς Μπουκόφσκι: "Μπορείς να αγαπήσεις κάποιον μόνον αν δεν τον ξέρεις καλά".
Νιμαντσγόζε:"Έτσι είναι, πατερούλη. Μάλιστα, εγώ που είμαι 3 μέτρα παρατηρητικός άνθρωπος κι έχω 210 κιλά κρίση, γίγαντας δηλαδή στο να μαθαίνω τσακ πάτ τους ανθρώπους, μπορώ στο τσακ-πατ να ξε-αγαπήσω κάποιον. Όμως ξέρεις τι παθαίνω τελευταία; Κεραυνοβόλα φιλία. Μου συνέβη μια-δυο φορές. Είναι καλή φάση. Τον βλέπεις και από την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις πως αυτός ο άνθρωπος μπορεί να γίνει φίλος σου. Κι είναι ακόμα καλύτερη φάση από τον έρωτα. Γιατί δε περνάει εύκολα. Αλλά αγάπη; Τι είναι αγάπη, πατερούλη; Να αφήνεις τον άλλο να σε φωτογραφίζει τόπλες ενώ δεν έχεις βυζιά; Η αγάπη είναι μια φθηνή καρικατούρα που νομίζει πως είναι έργο τέχνης ανεκτίμητης αξίας."
Τσαρλς: "'Αλλο Τσαρλς κι άλλο τσαρλατάνος."

2/7/10

καλοτάξιδο

Μου λέει "καλορίζικο" ο ένας, "καλοτάξιδο" η άλλη και εγώ συγκινούμαι.

Όταν μου ευχήθηκε η μάνα μου από το τηλέφωνο συγκινήθηκα γιατί ήμουν το κοριτσάκι της, όπως είναι για μένα σήμερα αυτό το τυπάκι που σουλατσάρει στο σπίτι ξυπόλητο, αλλά μεγάλωσε το κοριτσάκι της και απέκτησε το πρώτο του όχημα, όπως μια μέρα θα μεγαλώσει και η τοσοδούλα μου και θα οδηγεί και θα είναι μεγάλη σαν εμένα, κι αυτό με γονατίζει από συγκίνηση προκαταβολικά. Γιατί, αυτά που συνιστούν τα μικροαστικά μας όνειρα είναι φτιαγμένα από ορόσημα όπως αγορά πρώτης κατοικίας, αγορά ΙΧ, γάμος, γέννηση παιδιού, αγορά μωρουδιακών κλπ. Δε συγκινούμαι δηλαδή ιδιαίτερα όταν τη σκέφτομαι να μη φοράει ούτε καν την πάνα της και να κάνει γυμνισμό στη νότια Κρήτη, όταν θα καπνίζει το πρώτο της τσιγάρο ή θα έχει το πρώτο της γερό μεθύσι. Πού υπήρξαν καταστάσεις μακράν πιο συγκινητικές στη δική μου τη ζωή, παρά που πήρα καινούργιο αυτοκινήτο. Αλλά τα ορόσημα του μικροαστικού ονείρου παίζονται σε κάθε περίσταση, τόσο συχνά που προκαλούν εθισμό. Όμως επειδή είναι ένας εθισμός ευλογημένος από κάθε μορφής ζωοκλέφτη (είναι αυτός που σου κλέβει τη ζωή), δλδ απ΄τον δάσκαλο, τον παπά, το διαφημιστή, το δημοσιογράφο, τον έμπορα, τον συγγενή, τον γείτονα κλπ δεν είναι εθισμός αλλά θεμέλιος λίθος.

Όταν μου ευχήθηκε ένας φίλος στο chat συγκινήθηκα γιατί η μητρική μου γλώσσα έχει μια γλύκα για κάθε αδυναμία της. Καλοτάξιδο, καλορίζικο και δε ξέρω τι άλλες λέξεις έχουν επινοηθεί μόνο για να ευχηθούν στον οδηγό να μην πάθει ατύχημα ουσιαστικά. Δε φαντάζομαι πως ο λεξιπλάστης είχε στο νου του να μη σου παθαίνουν ζημιές τα ηλεκτρικά παράθυρα και να μην κάνει θόρυβο η εξάτμιση. Η οριακή ύπαρξη κράτους πρόνοιας αντισταθμίζεται με ευχολόγια, κατά κάποιο τρόπο. Κι ενώ αυτό μου θυμίζει πρωτόγονες κοινωνίες, μόνο που δε χύνουμε κανένα κουβά αίμα αρνιού στο μεταλλικό χρώμα για μη μας συμβεί το κακό, και ως τέτοιο με ενοχλεί, σε φάση το ΔΝΤ μας έλειπε, ωστόσο υπάρχει η σύγκριση με τη τσιγκούνα την Μεγάλη Βρετανία και με ξανασυγκινεί το εύχεσθαι υπέρ πάντων. Που δεν έχουν ένα μπον απετίτ οι καρμίρηδες, ένα μπον βοαγιάζ να πουν. Για να μην πω τα δικά μας, καλή όρεξη και καλό ταξίδι, και φανούν τριτοκοσμικά. Που έχεις γενέθλια, διάολε σαν σήμερα γεννήθηκες, κάτι είναι αυτό, σε συγκινεί, σου προκαλεί μελαγχολία, χαρά, δε ξέρω τι, κάτι σου κάνει και σου λένε μόνο ένα "ευτυχισμένα γενέθλια". Χέστηκα για το αν θα' ναι καλά τα φετινά γενέθλια. Μπορείς να μου πεις πολύχρονη, χρόνια πολλά, να ζήσω μέχρι το τέλος του γνωστού και άγνωστου κόσμου; Μπορείς να ευχηθείς κάτι πιο βαθύ απ' το αν θα περάσω χαρούμενα γενέθλια με κωνοειδή καπελάκια και τουρτίτσες; Μεγάλωσα και σκασίλα μου αν είναι χαρούμενα τα γενέθλιά μου, μεγάλωσα και θέλω να γίνω μεγάλη με άσπρα μαλλιά, παντού να σκορπίζω της γνώσης το φως και τα ρέστα. Μπορείς να μου το τραγουδήσεις αντί να μου λες δεκαπέντε φορές τον ίδιο ανεμπνευστο στίχο "happy birthday to you"; Γι' αυτό, επειδή εδώ αντί για best regards λέμε "να' σαι καλά", γι' αυτό ξαναγύρισα στην Ελλάδα. Πες πες πες, κάτι θα μείνει, που λέμε.

Ξεσκιστείτε στις ευχές φίλοι μου. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.