Σήμερα γίνεται 62 χρονών. Πώς στην ευχή πέρασαν τα χρόνια; Με ευχές. Πες- πες χρόνια πολλά, καβάτζαρε τα εξηνταφεύγα. Δεν του φαίνεται όμως. Έχει μια φυσική αρχοντιά -είναι βλέπεις και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια. Είναι λεπτός -τρώει ελαφρά και υγιεινά. Είναι και αυτό που λένε γυμνασμένος- αφού περπατάει πολύ καθημερινά και είναι χειμερινός κολυμβητής. Κρύβει και η γενειάδα θαρραλέα ρυτίδες και χαλάρωση.
Σήμερα, θες η επιρροή των γενεθλίων, θες το αστροποβρόντι που του αναστάτωσε τον ύπνο, ένιωθε μια κάποια κούραση, μια αδιόρατη μελαγχολία. Αφού έκανε το πρωινό του μπάνιο στις 7, έσκυψε και παρατήρησε το σώμα του."
Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος". Θυμήθηκε και ψιθύρισε στον εαυτό του το στίχο του Ελύτη. Μετά, σκέφθηκε πως είναι συνάδελφος με τον χρόνο και χαμογέλασε κατεργάρικα. Ο Διογένης είναι γλύπτης. Με υλικό το ξύλο, εργαλεία τα σκαρπέλα, τη ματσόλα και σφυριά, και μοντέλα όμορφες κοπέλες κατασκευάζει τα ιδιόμορφα γλυπτά του. Ιδιόμορφα για τους κάτοικους του ακριτικού νησιού όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Για τον υπόλοιπο κόσμο, τουρίστες, μοντέλα, αγοραστές και φρικιά τα έργα του ήταν ιδιοφυή. Το ίδιον παρέμενε ίδιο.
Σήμερα, δεν είχε κέφι για δουλειά. Έβαλε να ψήνεται ένας τούρκικος καφές και έπιασε να ξεσκονίζει τον πάγκο της ξυλογλυπτικής που είχε στήσει κάτω από το μεγάλο δέντρο. Χαμόγελασε πάλι καθώς σκέφθηκε "κάθε κατεργάρης στον πάγκο του" και φαντάστηκε τον εαυτό του στον ένα πάγκο και τον συνάδελφό του, τον χρόνο, στον άλλο. Ακούμπησε τον καφέ στο ξύλινο τραπεζάκι και κάθισε στην πολυθρόνα που είχε μόνος του κατασκευάσει και την οποία ένας Ρώσος επέμενε να αγοράσει όσο-όσο πέρυσι το καλοκαίρι. Απ' αυτή τη θέση του άρεσε κάθε πρωί να αγναντεύει το πέλαγος και να μη σκέφτεται τίποτα.
Σήμερα, όφειλε ένα δώρο στον εαυτό του. Έβαλε το κασκόλ και την τραγιάσκα και κατέβηκε στην πόλη περπατώντας. Σήμερα, μετά τη χθεσινοβράδινη καταιγίδα, το μουσκεμένο χώμα ανέδυε την άνοιξη. Ο ουρανός καταγάλανος και ένα ουράνιο τόξο απ' άκρη σ' άκρη.
Τι άλλο δώρο να θελήσω, αναρωτήθηκε και ένιωσε μια κάποια αγαλλίαση. Το γουργουρητό της γάτας, το γνωστό, που ένιωθε πολλές φορές. Ήταν βέβαια και το γουργουρητό της πείνας, που' χε πιει σκέτο καφέ.
"Που' σαι ρε Διογένη;" ακούστηκε η φωνή του καφετζή που έκοψε απότομα την αφηρημάδα του καλλιτέχνη μας. "Πότε θα' ρθεις ρε να μου κάνεις το μερεμέτι πού μού 'ταξες στο μαγαζί;Ε; " εξακολούθησε ο καφετζής σε πιο επιτακτικό τόνο. "Πότε θέλεις;" αντιρώτησε ο Διογένης. "Α, ρε! Εγώ πότε θέλω για εσύ που με κοροϊδεύεις ένα μήνα τώρα; Ρε σου λέω, έχω μείνει από πιατοθήκη τόσο καιρό. Παρακάλια δηλαδή θες να' ρθεις να μου τη φτιάξεις;" Ο Διογένης κούνησε αόριστα το κεφάλι. "Θα' ρθείς τη Κυριακή το πρωί που' χω κλειστά;" ξαναρώτησε ο καφετζής. "Θα' ρθώ", απάντησε ο Διογένης και απομακρύνθηκε απ' το καφενείο. Ευτυχώς. Διαφορετικά θα άκουγε τη γκρίνια της καφετζούς που κατηγορούσε τον άντρα της πως τάχα ήταν χαζομάρα να αφήσουν τον "ξυπόλητο" στο μαγαζί να μαστορεύει, ενώ εκείνοι θα βρίσκονταν οικογενειακώς στην Εκκλησία. Όμως ο καφετζής, αν και δε διαφωνούσε πως ο Διογένης ήτανε ένα λέσι και μισό, του είχε εμπιστοσύνη. Τόσα χρόνια στο νησί δεν είχε ακουστεί το παραμικρό.
Στάθηκε στο δρόμο να κάνει ένα τσιγάρο.
Ο Μάρτης είναι μήνας παλαβός, παρατήρησε ο Διογένης, καθώς ο μέχρι πριν δυο λεπτά καταγάλανος ουρανός είχε γεμίσει
σύννεφα με λυμένο το ζωνάρι για καυγά. Ωστόσο δεν ήταν της βροχής ψιχάλες αυτό που του΄ σταζε στο πέτο αλλά η κυρα-Νίτσα που σφουγγάριζε το μπαλκόνι από πάνω του. "Α, εκεί στέκεσαι κυρ- Διογένη; Με συγχωρείς, δε σ' είδα" είπε και συνέχιζε να ρίχνει άτσαλα νερά και να τον καταβρέχει. "Καλέ, θα βρέξει αφού. Τι παιδεύεσαι με τα μπαλκόνια;" της είπε γελώντας με πειραχτικό ύφος ο Διογένης αλλά η κυρα Νίτσα έκανε πως δεν άκουσε και τρύπωσε στο σπίτι. Πέταξε κι εκείνος το σβησμένο από τα απόνερα τσιγάρο στον υπόνομο και προχώρησε κατά το βιβλιοπωλείο.
Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε στο μαγαζί, εκτός από μια γάτα εφτάψυχη που είχε χουχουλιάσει δίπλα στη ταμειακή μηχανή. "Πού' σαι συ κουκλίτσα μου;" τη χαιρέτισε ο Διογένης και έσκυψε να την χαϊδέψει. Εκείνη την ώρα βγήκε απ' το WC ο Τάκης ο βιβλιοπώλης που μη μπορώντας να συγκρατήσει τις υποψίες και το θυμό του φώναξε "Τι κάνεις εκεί ρε;" Ο Διογένης τον κοίταξε εμβρόντητος και ίσα που ψέλλισε κάτι "τη γάτα..." Ο Τάκης όμως δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Έπρεπε μια και καλή να κόψει παρτίδες με τον Διογένη. Εντάξει, καλός άνθρωπος, καλλιτέχνης, σύντροφος, αν και της εξωκοινοβουλευτικής, αλλά δε μπορούσε να το παίζει και φιλανθρωπική οργάνωση για να σπονσοράρει εφ' όρου ζωής τις αναγνωστικές ορέξεις του Διογένη. Του χρωστούσε πληρωμές για καμιά δεκαριά βιβλία. Και μετά, καλός χρυσός αλλά το μόνο μπάνιο που έκανε ήταν στη θάλασσα. Το βιβλιοπωλείο μια στάλα. Αν βρίσκονταν πάνω από πέντε άτομα εκεί μέσα, κουτουλούσε ο ένας τον άλλο. Του είχανε παραπονεθεί κάποιες πελάτισσες πως...μύριζε. Κομμένα τα πολλά-πολλά. Άσε που πλησίαζαν οι εκλογές και έκανε το κορόιδο. Δε ξεκαθάριζε ότι θα τον ψηφίσει. Από τον ορυμαγδό των θυμωμένων σκέψεων του Τάκη, ευτυχώς δεν ακούστηκε τίποτα. Παρά μόνο η ερώτηση "Τι θες;"
"Σήμερα, είπα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου." απάντησε ο Διογένης αν και με κάποια συστολή.
"Να σου κάνω δώρο εννοείς", αντέταξε ο Τάκης τονίζοντας το
σου.
Ο Διογένης σα να μη κατάλαβε τον κοίταξε με απορία.
"Καλά, τελοσπάντων", συνέχισε ο βιβλιοπώλης, "και προς τι η αυτο-επιβράβευση σήμερα ειδικά;"
"Γενέθλια, φίλε μου", απάντησε σχεδόν κοκκινίζοντας ο Διογένης.
"Α,μπα. Χρόνια πολλά" είπε κάπως σαν πιο μαλακωμένος ο βιβλιοπώλης. "Και τι σου μύρισε δηλαδή σήμερα; Τι τραβάει η όρεξή σου;" συνέχισε με προφανή ειρωνία.
"Είναι ένας στίχος του Ελύτη... Αν μπορούμε να βρούμε σε ποια συλλογή είναι..."
"Για πες τον να δούμε" πρότεινε ο βιβλιοπώλης που είχε αρχίσει ήδη να κορδώνεται.
"Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος".
"Μαρίνα των βράχων" απάντησε όλος αυτοπεποίθηση ο υποψήφιος βουλευτής και ιδιοκτήτης του μοναδικού βιβλιοπωλείου του νησιού και έστειλε το Διογένη στο σχετικό ράφι.
Το εντόπισε και επέστρεψε στο ταμείο. Ο Τάκης περίμενε να δει τι δικαιολογία θα του βρει για να πάρει πάλι το βιβλίο χωρίς να πληρώσει. Ο Διογένης έβγαλε απ΄την τσέπη μια θήκη για αναπτήρα σκαλισμένη απ' τον ίδιο. Παρίστανε ένα ξωτικό που έπαιζε φλογέρα.
"Λοιπόν, κράτα αυτό ενέχειρο, φίλε μου, και την Κυριακή που θα κάνω μια δουλειά στον καφετζή, θα πάρω προκαταβολή. Από Δευτέρα θα σου δώσω τα λεφτά που σου χρωστάω."
Ο Τάκης πήρε τη ξυλόγλυπτη θήκη και κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
Στην επιστροφή για το σπίτι, δέχθηκε άλλο ένα δώρο. Η μικρούλα που ερωτεύτηκε σφόδρα πέρυσι το καλοκαίρι θυμήθηκε τα γενέθλιά του. "Δι(ο)γένη Ακρίτα, σου εύχομαι να χαράζεται όλο και πιο βαθιά το Νόημα στον κορμό της ύπαρξής σου. Σε φιλώ, Μ." Ξαφνικά η οθόνη του κινητού ανταγωνιζόταν σε κάλλος το προηγούμενο δώρο, το ουράνιο τόξο. Ήταν διπλά χαρούμενος. Τον είχε θυμηθεί και επιτέλους είχε κόψει τον πληθυντικό! Της απάντησε: "Σ' ευχαριστώ για όλα". Του απάντησε: "Όλα;" Της έγραψε: "Που με θυμήθηκες, που μου ευχήθηκες και που μου μιλάς στον ενικό!" Του απάντησε: :)
Λίγες ώρες αργότερα, ξαπλωμένος στα στρωσίδια του, της ξανάστειλε μήνυμα "Μαρίνα, από τότε που μου μίλησες στον ενικό, νιώθω πολύ έντονη στύση..." Σε λίγα λεπτά έλαβε απάντηση "Λυπάμαι πολύ για το θράσος σου. Σε παρακαλώ μην επικοινωνήσεις ξανά μαζί μου."
Ο Διογένης ένιωσε ξαφνικά τη σπηλιά να τον πλακώνει. Έσειρε την αυτοσχέδια πόρτα και βγήκε έξω. Έβρεχε πάλι και φυσούσε άγρια ο αέρας. Τράβηξε τον μουσαμά που χρησιμοποιούσε σαν υπόστεγο. Στάθηκε όρθιος αντίκρυ στη θάλασσα. Άνοιξε το βιβλίο, εντόπισε το στίχο και τον διάβασε χαμηλόφωνα.
Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.Κρύωνε. Είχε πάρει να βραδιάζει και τίποτα δε θα έδινε τη θέση του στη νύχτα. Μπήκε μέσα και άναψε το φαναράκι του. Για μια στιγμή ήθελε να μη ζει σε σπηλιά, να μη νυχτώνει, να μην τον λένε Διογενή, να είναι κυνικός, να μην είναι γλύπτης κι ο χρόνος να μην είναι γλύπτης των ανθρώπων παράφορος. Αλλά τίποτα πια δε μπορούσε να αλλάξει. Γιατί έτσι τον δημιούργησα.