15/12/07
Άξιος, αθάνατος, ήρωας και τα σχετικά
Όταν ένας κυβερνητικός αναλάβει τις ευθύνες του, δείξει τη στοιχειώδη ευθιξία και παραιτηθεί από τον θώκο του, ηρωοποιείται αυτομάτως. Είναι success story. Σαν κάτι ιστορίες που δημοσιεύει ο σαββατιάτικος Guardian ανθρώπων που νίκησαν ανίατες ασθένειες.
Σας έχω νέα: Ο καρκίνος νικιέται. Το AIDS παίζει και να μην υπάρχει. Η διαφθορά δεν απασχολεί τα εργαστήρια του ανεπτυγμένου κόσμου και έμεινε να θερίζει.
Όμως. Δε θα μου κάνει καμιά εντύπωση η κίνηση Μαγγίνα να αξιοποιηθεί έξυπνα αργότερα. Και μία είναι η έξυπνη αξιοποίηση στην προεδρολατρική χώρα: να εμφανιστεί ως ηγέτης.
Σαν τα χιόνια εμφανίζεται η Φανούλα. Αχ Φανούλα του χιονιά...Αχ. Και μ' αυτό τον τρόπο γίνεται lifting, Φανούλα, και στο Απασχόλησης. Success stories.
Update
Funny πάλι stories.
Πάλ(λ)ης ξεκίνημα/νέοι αγώνες.
Ο Μαγγίνας Κορωπί/ Κι οι Ινδοί μες στη Βουλή.
Βασίλη Μαγγίνα/ το κόμμα σου ξεκίνα.
13/12/07
Και επί γης Irene
Ο Patrick βαριόταν. Ή μάλλον όχι. Σιχαινόταν τα Χριστούγεννα. Η τηλεόραση έδειχνε τη Μελωδία της Ευτυχίας, την Μαίρη Πόπινς και κάλαντα από τη "Χορωδία του Βασιλιά". Το ίντερνετ απαγορευόταν ανήμερα των Χριστουγέννων από την ροδομάγουλη Kathleen, την μητέρα του. Έτσι την έβγαλε από το πρωί χυμένος στην πολυθρόνα ανταλλάσοντας sms με φίλους. Την ώρα που η Kathleen άναβε το κερί στο παράθυρο για να τηρήσει το ιρλανδέζικο έθιμο, ήρθε μήνυμα από τον Flynn: "Μπες msn να σου δώσω βίντεο με την τρελή της γειτονιάς σου!!!!" "Άντε γαμήσου κι εσύ και η γειτονιά μου", ψιθύρισε ο Patrick και διέγραψε το μήνυμα χωρίς να απαντήσει.
Χωρίς να το σκεφτεί, σηκώθηκε και τράβηξε την κουρτίνα που έβλεπε στο υπόγειο της τρελής. Μιας γυναίκας γύρω στα 60 που δε μιλούσε σε κανένα και ζούσε με επιδόματα. Που ανεξάρτητα από τη φτώχεια, ανεξάρτητα από το πάχος της, ανεξάρτητα από την περίσταση, φορούσε αμπιγιέ φορέματα. Οι πόρτες κλειστές, οι μαύρες κουρτίνες κλειστές στο υπόγειο. Ένιωσε ένα δάγκωμα στη καρδιά. Στο καθολικό γυμνάσιο που πήγαινε μόνο θλιβερές ήταν οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες στο μάθημα της λογοτεχνίας. «Γαμημένα Χριστούγεννα», σκέφθηκε. «Μαλάκα Flynn», συμπλήρωσε. Στην κουζίνα η Kathleen μαγείρευε και σιγοτραγουδούσε. Ευκαιρία για τον Patrick να ξεγλίστρησει στο δωμάτιό του για να συνδεθεί στο ίντερνετ. Έκανε sign in στο msn.
Την προηγούμενη μέρα, παραμονή Χριστουγέννων, η Irene ξύπνησε περασμένες 12 από βαθύ ύπνο. Η διπλή δόση υπνωτικών είχε ένα αποτέλεσμα. Κατά τη μία έπαιρνε το πρωινό της: αρωματικό τσάι, φέτες αλειμμένες με φυστικοβούτυρο και αυγά τηγανητά. Πήρε το αντικαταθλιπτικό της. Έβαλε κόκκινο κραγιόν στα χείλη. Φόρεσε ένα νυχτερινό βαθυπράσινο βελουτέ φόρεμα με στρας στο πέτο και μ' ένα μεγάλο μπορντώ ρόδο κεντημένο στο στήθος. Από πάνω μακρύ επίσημο παλτό με γουνάκι. Τέλος, φόρεσε ένα μαύρο καπέλο με βέλο και πήρε μαζί μια μεγάλη ψάθινη τσάντα και βγήκε στο γιορτινό Δουβλίνο. Μέρα μεσημέρι.
Η αμφίεσή της δεν της είχε κοστίσει πάνω από 20 ευρώ στα Charity Shops, τα φιλανθρωπικά καταστήματα που βρίσκεις σε κάθε γωνία, στους εμπορικούς δρόμους του Δουβλίνου. Η Irene περπατούσε σκυφτά φορώντας τα ρούχα άλλων δεκαετιών, άλλων γυναικών και ζούσε τη ζωή μιας άλλης με το κεφάλι θαμμένο στα ψυχοφάρμακα.
Η Irene αγόρασε ψωμί και λίγο πατέ πουλερικών από το σούπερ-μάρκετ. Τα κρασιά, τη γαλοπούλα και την πουτίγκα δε τα αγόρασε. Τα πήρε μαζί της, στη μεγάλη ψάθινη τσάντα. Αφού χωρούσαν. Στο σπίτι ξεκίνησε να μαγειρεύει και να κλαίει. Τελικά έφαγε του σκασμού, πήρε ένα υπνωτικό και κοιμήθηκε.
Κατά τις εφτά όμως ξύπνησε. Όπως ήταν ντυμένη, φόρεσε το παλτό και το βέλο και ξαναβγήκε στους δρόμους. Ένα υπερκατάστημα ήταν ανοιχτό ως αργά. Για τα τελευταία ψώνια των καταναλωτών. Μπήκε μέσα. Δε πεινούσε. Αλλά αυτά τα μαχαιροπήρουνα στην πολυτελή κασετίνα με την μεταξωτή κορδέλα άστραφταν με όλη τους τη δύναμη. Άνοιξε την κασετίνα για να πάρει μερικά. Αφού χωρούσαν στην τσάντα της.
Στο δωμάτιο με τις CCTV κάμερες έτυχε να βρίσκεται κάποιος υπάλληλος. Την εντόπισε. Ειδοποίησε τους σεκιουριτάδες. Έσπευσαν δύο και της ζήτησαν στην αρχή ευγενικά να ρίξουν μια ματιά στη τσάντα της. Αρνήθηκε. Την πίεσαν περισσότερο. Αρνήθηκε. Ένας προσπάθησε να την σπρώξει προς το υπόγειο, στο κρατητήριο του καταστήματος. Αντιστάθηκε. Ο άλλος προσπάθησε να της πάρει τη τσάντα. Αντιστάθηκε. Την άρπαξαν από τα δυο της μπράτσα και προσπάθησαν να την οδηγήσουν στο υπόγειο. Βούτηξε το μαχαίρι από την ανοιχτή κασετίνα και τους απείλησε. Άρχισε να ουρλιάζει και να τρέχει προς την έξοδο.Την έριξαν στο πάτωμα και την έσυραν έξω από το μαγαζί. Στο πεζοδρόμιο με τα χέρια πιστάγκωνα. Ήρθε και τρίτος σεκιουριτάς. Και τέταρτος. Πάλευε ακόμα να τους ξεφύγει. Κάλεσαν την αστυνομία.
Το φόρεμά της είχε ανέβει ψηλά και αποκάλυπτε τη γύμνια, το γήρας και το σκισμένο καλσόν. Σπαρταρούσε σαν το ψάρι. Αλλά δεν ήταν ψάρι. Τύχαινε να είναι άνθρωπος. Γύρω στα 60.
Έκλεινε τα μάτια της σφιχτά. Τα άνοιγε μια στιγμή κι έβλεπε τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια ανάποδα και το τρυφερό χιόνι της νύχτας. Οι ουρανοί αγάλλονται . Έκλεινε τα μάτια και έβλεπε τον εαυτό της κοριτσάκι στο μαγαζί του μπαμπά. Η σειρήνα του περιπολικού έσκισε την εικόνα. Άνοιξε τα μάτια και είδε πρώτα τα κινητά που την βιντεοσκοπούσαν κάτι πιτσιρικάδες χαχανίζοντας. Χαίρει η Κτίσις όλη. Έπειτα είδε τις χειροπέδες. Σαν το λουκέτο στο μαγαζί του μπαμπά. Η των ποιμένων πίστις. Η Ιρλανδία ήδη γιόρταζε το οικονομικό θαύμα. Και επί γης Irene.
11/12/07
Oh Christmas free
Φέτος τα Χριστούγεννα, όπως και κάθε χρόνο, η Εκκρισία θα έκανε έρανο ζητώντας νομίσματα, ζυμαρικά, όσπρια, κουραμπιέδες, μελομακάρουνα, κάλτσες, φανέλες και αποφάγια από τους κατοίκους των λόφων για να τα μοιράσει στους αθλίους του Τάφερε. Μάλιστα φέτος τα φιλόπτωχα ταμεία της Εκκρισίας θα ενισχύονταν από τον φιλανθρωπικό αγώνα των κυριών της άνω πόλης που βαρέθηκαν να κάνουν πεντικιούρ και γιόγκα και έτσι ίδρυσαν την οργάνωση "Φιρανθρωπίνες". Που στην ουσία ήταν μια καλή ευκαιρία για τσαγάκι με βουτήματα, κουβεντούλα, νόημα στη ζωή και όνειρα γλυκά. Μετά ζήλεψε κι ο Δήμος της πόλης και έφτιαξε "Αίθουσα Υπέρ Αδυνάτων" ειδικά για την περίσταση.
Φέτος λοιπόν, μια μέρα πριν από τα Χριστούγεννα, τα όρνεα με το μικροφωνένιο ράμφος και τις μεγάλες καμερούγες έκρωζαν από τα οθονένια τους κλουβιά πως αύριο η Εκκρισία και οι Φιρανθρωπίνες θα μοιράσουν το μεγάλο συσσίτιο σε χιλιάδες καταφρονεμένους στη μία το μεσημέρι στην ειδική αίθουσα του Δήμου. Και το έκαναν τόσο δυνατά το κάλεσμα που σε ξεκούφαιναν , γιατί τα όρνεα τα τάιζαν κι αυτά οι άνδρες των Φιρανθρωπίνων που ήταν φίλοι του Δήμου και πιστοί της Εκκρισίας και ήταν μια ανταπόδοση, όσο να πεις, το ξελαρύγγιασμά τους.
Έτσι, στη μία η ώρα ακριβώς χτυπάει η καμπάνα του Κεντρικού Ναούμ για να συγκεντρωθεί το πλήθος.
Και τότε αλήθεια, πήραν να ξεχύνονται στους δρόμους μέσα από τις παράγκες, τα χαμόσπιτα και την κατάληψη λαοί με χίλια χρώματα, άλλοι κίτρινοι από ίκτερο και ηπατίτιδα, άλλοι μπλε από το κρύο και τις μπουνιές, άλλοι κόκκινοι από μεθύσι, αρρωστημένα λιπόσαρκοι, αρρωστημένα παχείς, κουτσοί, ανάπηροι, με ρούχα παλιοκαιρισμένα και γιασεμιά στο πέτο. Στα δυο τους πόδια τα τυλιγμένα με κιρσούς-κισσούς, με πιτυρίδα και λίγδα στα μαλλιά, με ξύλα, καδρόνια, πέτρες και βαριοπούλες στα χέρια. Και με τα γιασεμιά.
Πρώτα έσπασαν ένα λεφτοκιβώτιο και σκόρπισαν το χρήμα. Μετά, έσπασαν το παρμπρίζ του δημαρχοκινήτου και πήραν το CD player και κάτι προφυλακτικά που είχε στο ντουλαπάκι. Κυνήγησαν τα όρνεα που έγραφαν κύκλους πάνω από τα κεφάλια τους, σαστισμένα αλλά πάντα άπληστα. Κραααα!
Κι ύστερα, όρμησαν στη μεγάλη αίθουσα όπου έγινε της κολάσεως, μια που τα γνωστά καζάνια βρέθηκαν αναποδογυρισμένα. Ένα πιρούνι, άχρηστο έτσι κι αλλιώς για τη σούπα, βρέθηκε καρφωμένο στο καλυμμαύκι ενός υπαλλήλου της Εκκρισίας ωσάν αλεξικέραυνο. Οι πλαστικές καρέκλες έγιναν κομφετί με τις βαριοπούλες και έβρεξε τα λεγόμενα καρεκλοπόδαρα. Τρεις Φιρανθρωπίνες, που δε πρόφτασαν να διαφύγουν, τις τάισαν με το ζόρι φασόλια μπλουμ. Μετά τις ξάφρισαν από κοσμήματα, ρευστό και σικάτα ταγιεράκια αφήνοντάς τις δεμένες με πλαστικά τραπεζομάντηλα μπρούμυτα κάτω στο πάτωμα. Τα χαρτονένια αγγελάκια στο ταβάνι έμειναν να κοιτάν τον μαυρισμένο πάτο τον καζανιών που βράζουν συσσίτια αλλά και των κυριών που κάνουν σολάριουμ.
Κι έπειτα, τραγουδώντας και γαβγίζοντας δίποδοι και τετράποδοι έκαναν το πιο ωραίο πλιάτσικο στην πόλη του Τάφερε.
Εκείνη την Πρωτοχρονιά τη χάρηκαν πολλοί και την πένθησαν λίγοι.
Στις 3 Ιανουαρίου όμως σώματα των νόμιμων οπλοφόρων έπνιξαν στο αίμα την παραγκούπολη που ακόμα έτρωγε γαλοπούλες με γέμιση από κάστανο και πανετόνε με άχνη ζάχαρη. Μιαμ! Από τότε γιορτάζεται η πιο σημαντική εθνική επέτειος στην Πιχί, η Ημέρα της Αποκαταστάσεως της Τάξεως και Ασφαλείας των Πολιτών.
Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή για τις 3 του Γενάρη αλλά όταν γράφτηκε σε βιβλίο, έγινε το λεγόμενο, άνοιξε η Γη και τους κατάπιε. Τους συγγραφείς. Αλλά οι εκδοχές και οι εποχές είναι εκτός κλίματος.
10/12/07
the present
Who?
Ο θεός, πλάσμα,..
Who's that?
Ο θεός, ανόητο πλάσμα, χαρίζει...
Gifts. I know, gifted people.
Kάνε δώρα.
Tora?
Όχι, δώρα.
Present, I know.
Το τώρα.
At present, the present is the only present I could present.
9/12/07
let's face it
Έφτιαξε προφίλ στο facebook. Με ονοματεπώνυμο, φωτογραφίες, καλλιγραφίες, στικάκια και γύρω-γύρω το λευκό φόντο του facebook. Σκατά. Σαν προϊόν με brand name, logo, ετικέτα και την προσφορά στα λευκά ράφια του σούπερ μάρκετ. Στους 2 φίλους ο 3ος δώρο.
"Let's face it". Θυμήθηκε μια αγαπημένη ταινία του Mike Leigh, το Abigail's Party. Και αυτή την τρομερή ηρωίδα την Μπέβερλυ που στα γενέθλια της Άμπιγκαϊλ είχε διοργανώσει σύναξη ενηλίκων για να μπορέσει η πιτσιρικαρία, η Abigail και οι φίλοι της, να απολαύσουν το πάρτυ χωρίς μεγάλους. Και θυμήθηκε πόσο συχνά επαναλάμβανε η Beverly την ατάκα: "let's face it" ενώ αυτή δεν αποφάσιζε ούτε μια στιγμή να δει την πραγματικότητα κατά πρόσωπο.
Λοιπόν, είχε επιλέξει μια ζωή μοναχική. Αυτή η σύναξη ενηλίκων στο εικονικό λεύκωμα παραήταν γελοία. Το προϊόν υπάρχει ή δεν υπάρχει χωρίς την κατανάλωση. Όμως αυτός υπήρχε και χωρίς κοινωνικότητα και χωρίς τα κοινωνικά δίκτυα και χωρίς το αμερικάνικο pathetic infantilism που έλεγε ο Jonathan Coe. Κατέβηκε ήσυχα από το ράφι που ανέβηκε ίσα-ίσα για να δει πώς είναι. Let's face it:
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου
όπως την θέλεις
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες
Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντάς την
γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
Κ.Π.Καβάφης
Να ζήσεις μόνο μιαν αυγή
Τρίτη-Πέμπτη κολυμβητήριο αυτός μετά τη δύση, χορό αυτή ως πριν την αυγή. Τα διαβατήρια για να περάσουν το πλέγμα των συνόρων. Φθηνές δικαιολογίες. Που καταδυόταν στην αγκαλιά της, που χόρευε στους παλμούς του. Φθηνό ξενοδοχείο με πλαστικά τριαντάφυλλα, κάθε Τρίτη, Πέμπτη. Χτισμένο στις μαύρες τρύπες του ανομολόγητου έρωτα. Που ρουφούν τα γκλίτερ του μοιράσματος, τα στρας της έκθεσης, τα φλας της προοπτικής και τις αχτίδες, βέβαια, από τις εκδρομές και τις βόλτες της Κυριακής.
Όταν έκλεινε τον πόρτα πίσω του αυτός, λίγο πριν ξημερώσει, το πλέγμα δενόταν γερά στα δυο δοκάρια ανάμεσα από τα φρύδια της. Μια έκλαιγε, μια ξεσπούσε, μια σιωπούσε, μια έσφιγγε τα δόντια της, μια βουτούσε το πρόσωπο στο μαξιλάρι. Αλλά αυτός, σαν από έθιμο, φορούσε βιαστικά τα ρούχα του και περνούσε πρώτος τα σύνορα προς την πραγματικότητα.
Έτσι που τα δοκάρια ισορροπούσαν πάντα στα αγέλαστα χείλη της. Δε γελάει κανείς, είτε του κανενός είτε όχι, στην απώλεια. Και η απώλεια δεν ήταν αυτός αλλά η διάψευση της προσδοκίας να ξυπνήσουν μαζί. Δηλαδή ήθελε ένα REM από τα βλέφαρά του, δηλαδή ήθελε να γλείψει τα απομεινάρια του ονείρου από τα μάτια του, δηλαδή ήθελε να πιει το πρώτο δάκρυ της ημέρας, δηλαδή το χασμουρητό του.
Καιρό μετά κατάλαβε. Και έγινε το θαύμα. Οι πρώτες ηλιαχτίδες χάιδεψαν το πρόσωπό της. Και ξύπνησε και αυτή. Πλάι του. Γέλασε. Γέλασε πολύ. Πάρα πολύ.Γιατί της είχε καθαρίσει, μια αυγή. Πήρε το πρωινό της στο πρόσωπό του: απομεινάρια και αρμύρα.
Τόση ζωή σε φτάνει
Ρόδο που ανθεί πολύ καιρό
Την μυρωδιά του χάνει.
Και ήταν η πρώτη και τελευταία αυγή μαζί. Γιατί αυτή δεν είχε πια τίποτα να προσμένει. Γιατί αυτός δεν είχε τίποτα να οφείλει. Γιατί, είχε γίνει φως.
Τώρα, οι φίλοι μου τα ψεύτικα τριαντάφυλλα, θα μου διηγηθούν μιαν άλλη ιστορία στο ίδιο δωμάτιο, ανθρώπων που θα αγαπούν αληθινά ή ψεύτικα.
7/12/07
Άσμα Ασμάτων
Όμορφη, όμορφη, όμορφη πού' σαι αγάπη μου.
Τι όμορφη που είσαι...
Γλυκιά σαν του περιστεριού και τρυφερή η ματιά σου
Καμιά από τις όμορφες δεν παραβγαίνει εμπρός σου
Εσύ είσαι κρινολούλουδο κι εκείνες είναι αγκάθια
Ίδια με κόκκινη κλειστή τα κόκκινά σου χείλη
Σα ρόδι που το κόψανε στη μέση
μου φαντάζει πίσω από το πέπλο σου το ροδομάγουλό σου
Τα δυο σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκαδάκια
που να βοσκήσουν βγήκανε μες στα ανθισμένα κρίνα.
Φίλα με, φίλα με, μ' όλα τα φιλιά που έχεις μες στο στόμα
μέθα με στης αγκαλης σου το πιο γλυκό κρασί
και το όνομά σου άρωμα, μύρο χυμένο κάτω
Όλων των μύρων τ' άρωμα και η ευωδιά είσαι εσύ
ναι, πιο πολύ κι από το κρασί μεθώ όταν μ' αγγίζεις
να σ' αγαπάνε, άντρα μου, αυτό μονάχα αξίζεις.
Όμορφη, αψεγάδιαστη είσαι αγαπημένη.
Μου 'χεις κλέψει την καρδιά μου, αγάπη μου, αδελφή μου,
μ' ένα σου βλέμμα μοναχά, μια χάντρα στο λαιμό σου.
Μέλι κερήθρας στάζουνε τα δυο γλυκά σου χείλη
μέλι και γάλα αργοκυλούν στη γλώσσα σου από κάτω.
Κήπος κλειστός, ολάνθιστος είσαι αγαπημένη
πηγή με γάργαρο νερό, παράδεισος από δροσιές
παράδεισος από ροδιές το κάθε σου αυλάκι.
Κανέλα, μοσχοκάλαμο, κι ο νάρδος με τον κρόκο
και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα
και αλόη και όποιο μύρο πεις, σε σένα ευωδιάζουν.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φύσα τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού οι ευωδιές μου.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν , να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.
Κι ας κατεβεί ο άντρας μου στον κήπο που 'ν' δικός του
για να γευτεί όποιο καρπό απ' τα κλαδιά του θέλει
για να γευτεί όποιο καρπό απ'τα κλαδιά μου θέλει.
6/12/07
αναλαμβάνετε;
-Καλημέρα σας. Αναλαμβάνετε μεταφράσεις και επικυρώσεις εγγράφων;
-Βεβαίως. Σε ποια γλώσσα ενδιαφέρεστε να γίνει η μετάφραση;
-Θα ήθελα να μου μεταφράσετε ένα κείμενο...
-Τι είδους κείμενο;
-Μέσα μου κείται.
-Ορίστε;
-Δεν το ορίζω. Θα ήθελα να μεταφράσετε και να επικυρώσετε το μέσα μου εγγεγραμμένο κείμενο από τη γλώσσα της ηθικής στη γλώσσα της επιθυμίας. Θέλω να ξέρω ακόμα, ποιο θα είναι το κόστος;
-...
-Με ακούτε;
Ο συνομιλητής είχε ήδη κατεβάσει το ακουστικό.
5/12/07
οι φαρσέρ των 80s τριαντάρισαν

Στα 80s η Ελλάδα γινόταν Ευρώπη και εμείς, τα πιτσιρίκια, γινόμασταν φαρσέρ. Η "αλλαγή" στην παιδική πραγματικότητα ήταν οι τηλεφωνικές συσκευές. Κάτι γκρι γκουμούτσες του ΟΤΕ με καντράν. Τις ευτυχείς ώρες που οι σοσιαλιστές γονείς απουσίαζαν, το σπίτι μετατρεπόταν σε όργιο φάρσας και γέλιου.
Απαραίτητα συστατικά εκτός της τηλεφωνικής γραμμής, ένας τηλεφωνικός κατάλογος, και τουλάχιστον τρία άτομα. Δύο οι φαρσέρ (τουλάχιστον) και ένα το θύμα. Κλασσικά θύματα οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία. Είχαμε ας πούμε έναν παπά που μας έκανε Θρησκευτικά (θα ήταν ο ίδιος φαρσέρ αν μας έκανε Μαθηματικά), που δε μπορώ να πω ότι τον συμπαθούσαμε και πολύ.
Μαντήλι στο ακουστικό, βραχνή και καλά αντρική φωνή και του λέγαμε "Παπά, πολύ καυλιάρα η παπαδιά". Και απαντούσε "Ποιος είναι;" Το άκουσμα της ερώτησης αρκούσε για να κυλιστούμε κάτω από τα γέλια. Μα είναι δυνατόν να σε πάρει κάποιος και να σου πει αυτό το πράμα και να περιμένεις μετά να σου απαντήσει είμαι ο Σταμάτης Παπαδόπουλος από το ΣΤ'2; Τι ερώτηση, πάτερ;
Άλλη φορά ψάχναμε στον τηλεφωνικό κατάλογο για συνταξιούχους. Είχαμε και μια καραμούζα από δίπλα.
-Εμπρός;
-Μπιιιιιπ, μπιιιιπ!
-Εμπρός; Λέγετε!
-Μπιιιιπ! Την ακους την κόρνα θεία;
-Ναι, ποιος είναι;
-Κατέβα κάτω. Ο Φατσέας είναι και ήρθε να σε πάρει!
Ο Φατσέας βέβαια ήταν το πιο γνωστό γραφείο τελετών στην πόλη.
Οι φάρσες μας ακολούθησαν μέχρι την αποφοίτηση από το σχολείο. Πήραμε απολυτήριο Τηλεφωνικού Χαβαλέ.
Οι πιο πετυχημένες βέβαια ήταν αυτές που δεν μπορούν να διηγηθούν. Όχι γιατί είναι σόκιν αλλά γιατί προϋποθέτει να γνωρίζεις πολλά στοιχεία. Ας πούμε μια φορά, 17 φεύγα, είχαμε μαζευτεί σε ένα σπίτι 4 κοπέλες και 1 φίλος μας ολίγον gay (ελπίζω να με συγχωρήσεις, γλυκέ μου, για τη λέξη ολίγον) όπου κάναμε φάρσες σε παλιούς καθηγητές ακόμα και στους ιδιαιτεράδες (καθεστώς ίσης μεταχείρισης).
Όπου εμείς οι 4 ξέραμε τα θύματα αλλά ο κολλητός μας όχι. Οπότε, για να κάνει τη φάρσα του δίναμε μπόλικες πληροφορίες που αν τις έβαζες όμως όλες μαζί σίγουρα δεν έβγαινε νόημα.
Καλούσε λοιπόν αυτός το υποψήφιο θύμα/εκπαιδευτικό για τον οποίο του είχαμε πει μεταξύ άλλων πως ήταν αμερικανόφιλος και υποστήριζε τον Μπους (τον πατέρα. Δεν είχαμε φτάσει στην εποχή της Καινής Διαθήκης ακόμα). Τον έπαιρνε τον καημένο τηλ. και του άρχιζε ένα εντελώς ασυνάρτητο κατηγορητήριο και στο τέλος ξεσπάθωνε εντελώς υστερικά:
-Θα στην κάψω την αμερικάνικη σημαία. Το κατάλαβες;
-Ποια αμερικάνικη σημαία παιδί μου; Τι είναι αυτά που λες;
-Θα στην κάψω, σκατόγερε. Ακούς τι σου λέω;
Μετά, ήρθαν τα κινητά, οι τηλεφωνικές φάρσες-κονσέρβα σε mp3, τα ψηφιακά τηλέφωνα, η αναγνώριση κλήσεων, η ενηλικίωση και η αναγνώριση ευθυνών. Τσάμπα περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο και να είναι κανένα σκατόπαιδο/φαρσέρ στην άλλη άκρη της γραμμής να πληρώσω για τις δικές μου σκανταλιές. Αναλυτικές χρεώσεις μόνο πληρώνω. Και σε τελική ανάλυση, η νομοτέλεια είναι passe και ridicule όσο τα 80s και η αλλαγή.
3/12/07
ζουμ σε τρία τέταρτα
Φοράει στο πέτο ένα καρτελάκι με το όνομά της και το λογότυπο της οργάνωσης. Πλησιάζουν γιορτές και διακοπές. Υπάρχει άφθονος ελεύθερος χρόνος. Χτυπάει πόρτες σπιτικών. Κάνει έρανο αγάπης. Συγκεντρώνει χρόνο για όσους δεν πρόφτασαν να αγαπηθούν πολύ.
Ήταν συστηματικός συλλέκτης. Όταν του αφιέρωναν χρόνο, ξεκολλούσε επιδέξια το χρονόσημο, το ύγραινε τρυφερά και το κολλούσε στο παρόν του. Κάποτε, όταν η συλλογή χρονοσήμων πλημμύρισε το χώρο, έκανε τα χέρια κουπιά και ταξίδεψε σ' ό,τι απεικόνιζε η συλλογή του.
2/12/07
30 χρόνια μετά τη "νέα ερωτική αναρχία". Μια μέρα μετά την Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS
Και πέρασε μια μέρα από την Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS, που έχει οριστεί για την 1η του Δεκέμβρη.
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο "Η επέλαση της ελαφριάς ταξιαναρχίας" ξεκινά με ένα ερώτημα:
"Τι έχει απομείνει σήμερα από τον 19ο αιώνα; Τι κρατήσαμε από το ασκητικό ιδανικό που είχε αναγάγει σε δικαίωση της ύπαρξής του ο θριαμβικός καπιταλισμός; Τι έχει απομείνει από την αυστηρή, αποταμιευτική, οικογενειοκρατική φιγούρα του αστού; Σε πρώτη ματιά τίποτα, αφού η σύγχρονη ηθική έχει βαλθεί να εξαφανίσει τα τελευταία κατάλοιπα πουριτανισμού, αφού πολλαπλασιάζει τις ανάγκες και τις δαπάνες, αφού παίρνει απέναντι στην ιατρική αστυνόμευση [...] μια στάση κατάπληκτης φρίκης [...]
Η δεκαετία του 1850 γιορτάζει τους γάμους της ιατρικής τάξης με την τάξη της καταστολής. Ο θριαμβεύων θετικισμός αναγγέλει το σπουδαίο νέο - "ο Θεός είναι νεκρός"- που συνοδεύεται αυτόματα από την καθησυχαστική προσθήκη : "αλλά η ηθική είναι σώα" [...] Η ιατρική ασκεί την σεξουαλική καταστολή με μια σκληρότητα αδυσώπητη όσον ακριβώς παρουσιάζεται σαν επιστημονική [...] Αν ο Θεός δεν υπάρχει τότε δεν επιτρέπεται απολύτως τίποτε και η αποχριστιανοποίηση δε φέρνει την ανηθικότητα ή την αναρχία αλλά το αντίθετό τους: την Τρομοκρατία.
Γιατί αν η ιατρική βασιλεύει στο 19ο αιώνα είναι γιατί ξέρει να τρομοκρατεί αυτούς ακριβώς που γελούσαν με τους παπάδες. Στο επίπεδο της ενοχοποίησης του εκφοβισμού ο κλήρος έχει ξεπεραστεί [...]
Σήμερα (μέσα του '70)ο ιατρικός λόγος έχει πάψει να μιλάει τη γλώσσα της καταστολής [...] Σήμερα οι γιατροί επιδιώκουν να μας σώσουν από τον πουριτανισμό και τη σκοτεινή ανακολουθία του: τις απωθήσεις, τις αναστολές, τα μπλοκαρίσματα και την άγνοια [...] Δεν είναι πια το άτομο άρρωστο από σεξουαλικότητα αλλά η σεξουαλικότητα που έχει αρρωστήσει από τη λογοκρισία: το ιδανικό του ασκητισμού το διαδέχεται το ιδανικό της πλήρους έκφρασης. [..] Έτσι η σύγχρονη ηθική καταλήγει να απορρίπτει την οικογενειακή τάξη που εξασφάλιζε τα άτομα από τις καταχρήσεις και περιπλανήσεις της επιθυμίας τους.[...] Η τάξη δεν εκφράζεται πια με τον επιτακτικό λόγο του νόμου, ούτε τον αντικειμενικό λόγο της ιατρικής: μιλάει με μια τρυφερότητα σχεδόν μητρική και δείχνει στα άτομα τους δρόμους της πληρότητας."
Κι έπειτα ήρθε το AIDS στα μέσα των 80s. Για να ανακαλύψουμε ξανά το απώτερο παρελθόν και να κοιτάμε σαν ειδυλλιακή πλην ψεύτικη κάρτ ποστάλ το εγγύς παρελθόν. Επιστροφή στον 19ο αιώνα για να γνωρίσουμε βιωματικά πλέον την ιατρική αστυνόμευση με τις "ομάδες υψηλού κινδύνου", τα αντιρετροϊκά φάρμακα και τον ασύλληπτο τζίρο των φαρμακευτικών εταιρειών, τη γλώσσα του πανικού, της μίας-απόλυτης-ορθόδοξης-επίσημης-αντικειμενικής επιστημονικής αλήθειας και το παγκόσμιο προσκύνημά της την 1η Δεκεμβρίου. Για να βιώσουμε τη μοντελοποίηση της "υγιούς" σεξουαλικότητας, την τιμωρία της λαγνείας και της ηδονής και "την κόλαση του να είσαι άλλος", όπως γράφουν οι Μπρυκνέρ-Φινκελκρό, πριν την επέλαση του ΑIDS.
Κι έπειτα, ήρθε ο σκεπτικισμός και η άλλη άποψη. Κάποιοι αμφιβάλλουν ακόμα και για την ύπαρξη του ιού HIV, καταγγέλλουν τη σχέση των γιατρών με τις φαρμακοβιομηχανίες αλλά και τις ολέθριες παρενέργειες των φαρμάκων κατά του AIDS, αμφισβητούν την εγκυρότητα της γνώσης που παράγει η επιδημιολογία σε ό,τι αφορά στο AIDS σε διεθνή κλίμακα αλλά κυρίως στην Αφρική, και τελικά μιλούν για την τρομοκρατία* που ασκείται στον κόσμο σχετικά με την "μεγάλη μάστιγα του αιώνα".
*"Ακόμη και οι πιο καλά πληροφορημένοι οφείλουν να παραδεχτούν πως αυτή η χωρίς θεολογία θρησκεία, ο θετικισμός, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για χαλάρωση πιέσεων. Αντίθετα μάλιστα, τις σπρώχνει στα άκρα." John Stuart Mill (σελ. 355 στη "νέα ερωτική αναρχία").
30/11/07
casino femme fatale

Έχω ένα όνειρο. Το κακό με τα όνειρα, όπως έλεγε ο Σοπενάουερ νομίζω, είναι πως όλοι μπορούν να ονειρευτούν.
Οι άνδρες τζογάρουν στα καζίνα, στις χαρτοπαιχτικές λέσχες, στον ιππόδρομο, στα προγνωστικά του ποδοσφαίρου και προκαλούν την τύχη τους για να κονομήσουν. Η κονόμα είναι ο θεμέλιος λίθος της -τυχ- (ευτυχία, επιτυχία) του ανδρός. Μετά έπονται όλα τα άλλα: τροχοί, ακίνητα, ουίσκια, γκατζέτια, γυναίκες, πισίνες, πλεούμενα, πούρα, ρούχα, κολόνιες, χλίδα και ηδονή.
Η γυναίκα όταν τζογάρει, τζογάρει ενοχικά. Πάει κρυφά στα μέντιουμ, στις χαρτούδες, τις καφετζούδες, τους αστρολογατζήδες και σ' ό,τι τσαρλατάνο γέννησε η φύση από καταβολής του κόσμου. Η ασφάλεια είναι ο ντεμέκ θεμέλιος λίθος της -τυχ- της γυναικός. Και χτίζεται πάνω στην έγνοια της. Θα πετύχει η ρινοπλαστική; Θα κάνω παιδί; Αρσενικό ή θηλυκό; Θα με πάρουν στη δουλειά; Με θέλει ο γκόμενος της Φούλας; Θα χωρίσει από την Φούλα να τα φτιάξουμε; Πότε θα παντρευτώ; - ασφάλεια-ασφάλεια-ασφάλεια.
Αρκετά με το ενοχικό ρήμα "πιστεύω". Μπορεί κανείς να πιστεύει στο "Πάμε Στοίχημα"; Τζογάρουμε για να γουστάρουμε. Το όνειρό μου είναι η γυναίκα να απενοχοποιήσει τις εμμονές της και τις ηδονές της, να κυλιστεί μέσα τους, να τις μπουχτίσει και να απελευθερωθεί τελικά ακόμα και μέσα από την αυτοκαταστροφή. Κάτι σαν τον Αναρχικό Τραπεζίτη του Πεσόα ή το Μεγάλο Φαγοπότι του Φερέρι.
Φαντάσου ένα καζίνο με κάθε είδους μέντιουμ διάσπαρτα σε κόκκινη παχουλή μοκέτα. Να μπαίνει η κάθε παλαβιάρα να τα σκάει ασύστολα στους πυροβολημένους. Ρουλέτα η ζωή. Ποντάρεις καριέρα στο κόκκινο στο 32; Ή μητρότητα στο μαύρο στο 28; Και γκρουπιέρης ο θάνατος. Ούτε καν αυτός δεν είναι ο νικητής. Διαμεσολαβητής και τρέχα γύρευε ποιος τα κονομάει, αν τα κονομάει κανείς στο τέλος.
Από την άλλη, ίσως τελικά τα όνειρά μου να είναι αποτέλεσμα του ωροσκόπου στον Τοξότη που έχει μια φυσική ροπή στον τζόγο, στο μεταφυσικό αλλά και στο επιχειρείν. Ίσως και όχι. Μα πιστεύεις στα όνειρα;
29/11/07
είναι τα φιλιά σου φυλακή
Για χρόνια έφτιαχνε καφέδες, χυμούς, αυγά με μπέικον και beans on toast για την τετραμελή οικογένεια. Με αυτοματοποιημένες κινήσεις και ανέκφραστη. Το προλεταριάτο της κουζίνας. Βεβιασμένα "σ' αγαπώ, γλυκό μου" και βιαστικά φιλάκια στο κεφάλι.
Τώρα, τον ρωτούσε αμήχανα "Θα φτιάξω καφέ για μένα. Θα ήθελες λίγο;..." Της έγνεφε καταφατικά και μετά από δευτερόλεπτα συμπλήρωνε μηχανικά "Ναι, σε παρακαλώ."
Ναι, φτιαχνόταν να του φτιάχνει τον καφέ. Στο φίλτρο αρωματισμένος βιολογικός καφές , και στην κούπα που είχε αγοράσει για κείνον, μισό κουταλάκι σακχαρίνη και μια ιδέα ημίπαχο γάλα.
Τα σαρκώδη του χείλη έμοιαζαν να θηλάζουν τα χείλη του φλιτζανιού καθώς με μισόκλειστα μάτια ρουφούσε μεγάλες γουλιές. Μετά, ξεγύμνωνε κάποιο σημείο του κορμιού του, άλλο κάθε φορά, και εκείνη με επιδέξιες ενέργειες του χτυπούσε την ινσουλίνη σε ενέσιμη μορφή. Αυτός, ίσως από αντιπάθεια προς τις σύριγγες ή συμπάθεια προς εκείνη, άφηνε πάντα ένα βαθύ αναστεναγμό. Μετά, τα σταθερά της χέρια θα υπέφεραν από ένα ελαφρύ τρόμο που μάταια προσπαθούσε να κρύψει σκουπίζοντας τρυφερά το σημείο της ένεσης με βαμβάκι.
Είχε καταλήξει να πιστεύει πως η μυρωδιά του την παρέλυε. Μάταια αγόραζε τους πιο ακριβούς αρωματικούς καφέδες. Μάταια ψέκαζε με αρωματικά χώρου. Και η ακριβή κολόνια της, μάταιη κι αυτή. Η μυρωδιά του σώματος του Μπεμ ήταν ανυπέρβλητη. Ίσως βέβαια μόνο για την ερωτευμένη μύτη της Μπεθ, της νοσηλεύτριας στο ιατρείο της φυλακής. Από τότε που τον διέγνωσαν με σακχαρώδη διαβήτη οι επισκέψεις σε κείνη είχαν γίνει ρουτίνα. Και πύκνωνε παράλληλα ένα αίσθημα από την πλευρά της Μπεθ κυρίως, που δεν είχε προηγούμενο.
Τα 42 της χρόνια είχαν καταφέρει να απομυζήσουν κάθε χυμό και να ζυμώσουν το σώμα και το πρόσωπό της σε ένα κακέκτυπό της. Ή έτσι ένιωθε. Στο απαστράπτον Λονδίνο. Θα μπορούσε να κάνει psychotherapy. Προτίμησε το shopping therapy.Έκανε λεύκανση στα δόντια, botox στις ρυτίδες, ανανέωσε την γκαρνταρόμπα της, έκανε μανικιούρ-πεντικιούρ, μάσκες ομορφιάς, ανταύγειες, χαλάουα, spa και αρωματοθεραπεία- μα ούτε κι αυτή ακόμα δεν έδιωχνε από την οσφρητική της μνήμη την μυρωδιά του Μπεμ, που στα 29 του ανέδυε όλη τη μαγεία της αφρικανικής ηπείρου κάτω από ένα ρωμαλέο κορμί. Και του άρεσε η Μπεθ, χωρίς therapy.
Ωστόσο η μύτη του συζύγου της Μπεθ αποδείχτηκε πιο ισχυρή. Μυρίστηκε πως κάτι δε πάει καλά, όταν οι πιστωτικές τους κάρτες έδειχναν να κάνουν πρωταθλητισμό και όταν η αναλυτική χρέωση στο λογαριασμό του κινητού της εμφάνιζε τον ίδιο μαγικό αριθμό τρεις φορές σε κάθε σελίδα.
Ο σύζυγος αρνήθηκε να καλύψει τα χρέη και κατέθεσε αίτηση διαζυγίου. Η προϊσταμένη την κατήγγειλε για παράβαση καθήκοντος. Οι κλητήρες απειλούσαν με κατασχέσεις.
Η Μπεθ αρνήθηκε να συνεχίσει να εκτίει ποινή σαν κατάδικος. Προτίμησε να ανοίξει τα φτερά της προς την ελευθερία. Και φυλακίστηκε. Σε τρία χρόνια ήταν και οι δύο ελεύθεροι.
Αν βρεθείς στο Λάγος της Νιγηρίας να μου φιλήσεις την Μπεθ και τον Μπεμ. Κι αν δεν τους βρεις, φύλα μου την ελευθερία, όπου κι αν βρίσκεσαι. Χωρίς προστακτική. Όπως τα φύλλα και τα μυστικά στο Νίγηρα.
28/11/07
26/11/07
Το δέντρο που έδινε
Μια φορά ήταν ένα δέντρο που αγαπούσε ένα μικρό αγόρι.
Και κάθε μέρα το αγόρι θα ερχόταν και θα μάζευε τα φύλλα του και θα έφτιαχνε στέμματα παίζοντας τον βασιλιά του δάσους.
Σκαρφάλωνε στον κορμό του και τραμπαλιζόταν στα κλαδιά του και έτρωγε τα μήλα του.
Και έπαιζαν κρυφτό.
Κι όταν κουραζόταν το αγόρι πλάγιαζε στη σκιά του δέντρου.
Και το αγόρι αγαπούσε το δέντρο πάρα πολύ.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Μα ο χρόνος περνούσε.
Και το αγόρι μεγάλωσε.
Και το δέντρο έμενε συχνά μόνο του.
Τότε μια μέρα το αγόρι ήρθε στο δέντρο και το δέντρο είπε "έλα, Αγόρι, έλα και σκαρφάλωσε στον κορμό μου, κάνε κούνια στα κλαδιά μου και φάε τα μήλα μου και παίξε στον ίσκιο μου και γίνε ευτυχισμένο."
"Είμαι πολύ μεγάλο για να σκαρφαλώνω και να παίζω", απάντησε το αγόρι.
"Θέλω να αγοράζω πράγματα και να περνάω καλά. Θα ήθελα κάποια χρήματα. Μπορείς να μου δώσεις μερικά;"
"Λυπάμαι", είπε το δέντρο, "αλλά δεν έχω χρήματα. Μόνο φύλλα και μήλα έχω. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα κερδίσεις χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένο."
Και το αγόρι σκαρφάλωσε στο δέντρο και αφού μάζεψε τα μήλα του τα πήρε μαζί του.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο. Αλλά το αγόρι έμεινε μακριά από το δέντρο για πολύ καιρό...και το δέντρο ήταν δυστυχισμένο.
Και τότε, μια μέρα, το αγόρι ήρθε πάλι πίσω και το δέντρο τραντάχτηκε από τη χαρά του και είπε "έλα, Αγόρι, σκαρφάλωσε στον κορμό μου και τραμπαλίσου στα κλαδιά μου και γίνε ευτυχισμένο."
"Έχω πολλές δουλειές για να σκαρφαλώνω σε δέντρα", είπε το αγόρι.
"Θέλω ένα σπίτι για να με ζεσταίνει", είπε.
"Θέλω μια γυναίκα και θέλω και παιδιά, γι' αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς εσύ να μου δώσεις ένα σπίτι;"
"Δεν έχω σπίτι να σου δώσω", απάντησε το δέντρο.
"Το δάσος είναι το σπίτι μου, αλλά μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα είσαι ευτυχισμένος."
Και έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά του δέντρου και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Αλλά το αγόρι έλειψε για πολύ καιρό. Και όταν επέστρεψε,
το δέντρο ήταν τόσο ευτυχισμένο που μόλις που μπορούσε να μιλήσει.
"Έλα, Αγόρι, έλα και παίξε."
"Είμαι πολύ γέρος και θλιμμένος για να παίξω", είπε το αγόρι. "Θέλω μια βάρκα που να με πάει κάπου πολύ μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;"
"Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα" είπε το δέντρο. "Τότε θα μπορέσεις να ταξιδέψεις και να είσαι ευτυχισμένο."
Τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό του δέντρου και έφτιαξε μια βάρκα και ταξίδεψε μακριά.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο....αλλά όχι αληθινά.
Μετά από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.
"Λυπάμαι, Αγόρι, αλλά δεν έχω πια τίποτα να σου δώσω. Τα μήλα μου τέλειωσαν."
"Τα δόντια μου είναι πολύ αδύναμα πια για μήλα", απάντησε το αγόρι.
"Τα κλαδιά μου κόπηκαν. Δε μπορείς να κάνεις κούνια σ' αυτά", είπε το δέντρο.
"Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια", είπε το αγόρι.
"Ο κορμός μου κόπηκε", είπε το δέντρο, "δε μπορείς να σκαρφαλώσεις"
"Είμαι πολύ κουρασμένος για να σκαρφαλώνω" , είπε το αγόρι.
"Λυπάμαι", απάντησε το δέντρο, "μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι. Αλλά δε μου έχει μείνει πια τίποτα. Είμαι μόνο ένα γερασμένο κούτσουρο. Λυπάμαι..."
"Δε χρειάζομαι πολλά πια", είπε το αγόρι, "μόνο ένα ήσυχο μέρος να καθήσω και να ξεκουραστώ. Είμαι πολύ κουρασμένος."
"Τότε" είπε το δέντρο ισιώνοντας όσο μπορούσε τον κορμό του, "ένα παλιό κούτσουρο είναι ένα καλό μέρος να καθήσεις και να ξεκουραστείς. Έλα, Αγόρι, κάθισε. Κάθισε και ξεκουράσου."
Και το αγόρι κάθησε και ξεκουράστηκε.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Μα όχι πραγματικά.
25/11/07
ονειρομαθεωνικές παραλύσεις
Το όνειρο διαδραματίστηκε σε έναν πολύ ωραίο συνεδριακό χώρο, που είναι προτιμότερο να τον φανταζόμαστε σαν την Ακαδημία Πλάτωνος στον Κολωνό παρά το Elounda Beach στο Λασίθι. Ήταν ένας μεγάλος διαγωνισμός Μαθηματικών. Θα ήταν και η παλιά μεγάλη αγάπη, le mathematician, ανάμεσά τους. Πήγα κι εγώ. Αναγκαστικά. Για να δω το όνειρο.Κάθησα κάπου προς τα πίσω. Ο προφέσορας άρχισε να εκφωνεί τα θέματα και εγώ να τα φονεύω. Γιατί είπε ας πούμε "το επικαμπύλιο ολοκλήρωμα" και εγώ το έγραφα ολογράφως. Δηλαδή ολο-λάθος. Αρχίζω να συνειδητοποιώ το γελοίον της υπάρξεώς μου στον χώρο. Αλλά και στο χρόνο. Δηλαδή πόσο παράταιρη μοιάζω στο διαγωνισμό και πόσο αργά είναι πια για να κατακτήσω μια τόσο λατρεμένη επιστήμη.
Θέλω να φύγω πριν ολοκληρωθεί η εκφώνηση. Αλλά προτιμώ να χαζεύω τις πλάτες της παλιάς αγάπης και να ξεκλέβω στιγμές από το λατρεμένο προφίλ του.
Κάθομαι εκεί, πλάι στην ανοιχτή πόρτα, έξω έχει λιακάδα, μια λεμονιά μυρίζει υπέροχα, πουλάκια τιτιβίζουν και η καρδιά μου καμπάνα. Είμαι μεταξύ τεσσάρων εκδοχών: να κοκκινίσω, να χαχανήσω, να μείνω ή να αποχωρήσω.
Τελικά, αφού έγινε η αποφώνηση των θεμάτων, προτίμησα να ανοίξω τα μάτια μου και να λύσω ήρεμα το πρόβλημα της προσδοκίας με μίνιμουμ προσπάθεια. Όσα δεν θέλεις να κατακτήσεις τα θεοποιείς. Και αντιστρόφως. Παραχωρείς τα κεκτημένα, για να θεοποιείς τα μη κεκτημένα.




