21/3/09

Ρόδα Αειθαλή

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι` αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμα τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.



Τίτος Πατρίκιος, «Η αντίσταση των γεγονότων», Κέδρος, Αθήνα 2000.

20/3/09

η ζωή εν τάφω

"Την επιβολή του νόμου και της τάξης θα συνεχίσω να την υπερασπίζομαι με κάθε κόστος".




Κυριάκο, πρόταξε τα γυμνασμένα με personal trainer στήθη σου κόντρα στο επαναστατικό κατεστημένο. Επίβαλέ μας το νόμο και την τάξη. Δώσε και τη ζωή σου ακόμα αν χρειαστεί. Δεν έχει νόημα η ζωή αν διαταράσσεται η ασφάλεια και η τάξις. Η αταραξία είναι το συνώνυμο της ζωής. Της ζωής εν τάφω, Κυριάκο.

16/3/09

μεταγραφές

Διάλογος μεταξύ του αδελφού μου του Γαύρου και εμένα της Γαυρίνας.

-Πότε τελειώνει το Πρωτάθλημα ρε;
-Σε 3-4 αγωνιστικές.
-Και θα το πάρουμε;
-Έτσι δείχνει...
-Και το Κύπελλο, πότε τελειώνει;
-Παίζουμε στα ημιτελικά εμείς με τον Αστέρα Τρίπολης και η ΑΕΚ με τον Πανσερραϊκό.
-Α! Μάλλον θα πάμε για τελικό με την ΑΕΚ, ε;
-Μάλλον.
-Και θα το πάρουμε και το Κύπελλο;
-Μπορεί και να το πάρουμε...
-Πάλι νταμπλούχοι θα είμαστε ρε;
-Πάλι! Χαχα!
-Και οι μεταγραφές πότε είναι;
-Μες στο καλοκαίρι.
-Και δε μου λες ρε μαλάκα, στις μεταγραφές θα ανακοινώσουμε και τους διαιτητές που πήραμε;

11/3/09

γλύπτης των ανθρώπων

Σήμερα γίνεται 62 χρονών. Πώς στην ευχή πέρασαν τα χρόνια; Με ευχές. Πες- πες χρόνια πολλά, καβάτζαρε τα εξηνταφεύγα. Δεν του φαίνεται όμως. Έχει μια φυσική αρχοντιά -είναι βλέπεις και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια. Είναι λεπτός -τρώει ελαφρά και υγιεινά. Είναι και αυτό που λένε γυμνασμένος- αφού περπατάει πολύ καθημερινά και είναι χειμερινός κολυμβητής. Κρύβει και η γενειάδα θαρραλέα ρυτίδες και χαλάρωση.

Σήμερα, θες η επιρροή των γενεθλίων, θες το αστροποβρόντι που του αναστάτωσε τον ύπνο, ένιωθε μια κάποια κούραση, μια αδιόρατη μελαγχολία. Αφού έκανε το πρωινό του μπάνιο στις 7, έσκυψε και παρατήρησε το σώμα του."Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος". Θυμήθηκε και ψιθύρισε στον εαυτό του το στίχο του Ελύτη. Μετά, σκέφθηκε πως είναι συνάδελφος με τον χρόνο και χαμογέλασε κατεργάρικα. Ο Διογένης είναι γλύπτης. Με υλικό το ξύλο, εργαλεία τα σκαρπέλα, τη ματσόλα και σφυριά, και μοντέλα όμορφες κοπέλες κατασκευάζει τα ιδιόμορφα γλυπτά του. Ιδιόμορφα για τους κάτοικους του ακριτικού νησιού όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Για τον υπόλοιπο κόσμο, τουρίστες, μοντέλα, αγοραστές και φρικιά τα έργα του ήταν ιδιοφυή. Το ίδιον παρέμενε ίδιο.

Σήμερα, δεν είχε κέφι για δουλειά. Έβαλε να ψήνεται ένας τούρκικος καφές και έπιασε να ξεσκονίζει τον πάγκο της ξυλογλυπτικής που είχε στήσει κάτω από το μεγάλο δέντρο. Χαμόγελασε πάλι καθώς σκέφθηκε "κάθε κατεργάρης στον πάγκο του" και φαντάστηκε τον εαυτό του στον ένα πάγκο και τον συνάδελφό του, τον χρόνο, στον άλλο. Ακούμπησε τον καφέ στο ξύλινο τραπεζάκι και κάθισε στην πολυθρόνα που είχε μόνος του κατασκευάσει και την οποία ένας Ρώσος επέμενε να αγοράσει όσο-όσο πέρυσι το καλοκαίρι. Απ' αυτή τη θέση του άρεσε κάθε πρωί να αγναντεύει το πέλαγος και να μη σκέφτεται τίποτα.

Σήμερα, όφειλε ένα δώρο στον εαυτό του. Έβαλε το κασκόλ και την τραγιάσκα και κατέβηκε στην πόλη περπατώντας. Σήμερα, μετά τη χθεσινοβράδινη καταιγίδα, το μουσκεμένο χώμα ανέδυε την άνοιξη. Ο ουρανός καταγάλανος και ένα ουράνιο τόξο απ' άκρη σ' άκρη. Τι άλλο δώρο να θελήσω, αναρωτήθηκε και ένιωσε μια κάποια αγαλλίαση. Το γουργουρητό της γάτας, το γνωστό, που ένιωθε πολλές φορές. Ήταν βέβαια και το γουργουρητό της πείνας, που' χε πιει σκέτο καφέ.

"Που' σαι ρε Διογένη;" ακούστηκε η φωνή του καφετζή που έκοψε απότομα την αφηρημάδα του καλλιτέχνη μας. "Πότε θα' ρθεις ρε να μου κάνεις το μερεμέτι πού μού 'ταξες στο μαγαζί;Ε; " εξακολούθησε ο καφετζής σε πιο επιτακτικό τόνο. "Πότε θέλεις;" αντιρώτησε ο Διογένης. "Α, ρε! Εγώ πότε θέλω για εσύ που με κοροϊδεύεις ένα μήνα τώρα; Ρε σου λέω, έχω μείνει από πιατοθήκη τόσο καιρό. Παρακάλια δηλαδή θες να' ρθεις να μου τη φτιάξεις;" Ο Διογένης κούνησε αόριστα το κεφάλι. "Θα' ρθείς τη Κυριακή το πρωί που' χω κλειστά;" ξαναρώτησε ο καφετζής. "Θα' ρθώ", απάντησε ο Διογένης και απομακρύνθηκε απ' το καφενείο. Ευτυχώς. Διαφορετικά θα άκουγε τη γκρίνια της καφετζούς που κατηγορούσε τον άντρα της πως τάχα ήταν χαζομάρα να αφήσουν τον "ξυπόλητο" στο μαγαζί να μαστορεύει, ενώ εκείνοι θα βρίσκονταν οικογενειακώς στην Εκκλησία. Όμως ο καφετζής, αν και δε διαφωνούσε πως ο Διογένης ήτανε ένα λέσι και μισό, του είχε εμπιστοσύνη. Τόσα χρόνια στο νησί δεν είχε ακουστεί το παραμικρό.


Στάθηκε στο δρόμο να κάνει ένα τσιγάρο. Ο Μάρτης είναι μήνας παλαβός, παρατήρησε ο Διογένης, καθώς ο μέχρι πριν δυο λεπτά καταγάλανος ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα με λυμένο το ζωνάρι για καυγά. Ωστόσο δεν ήταν της βροχής ψιχάλες αυτό που του΄ σταζε στο πέτο αλλά η κυρα-Νίτσα που σφουγγάριζε το μπαλκόνι από πάνω του. "Α, εκεί στέκεσαι κυρ- Διογένη; Με συγχωρείς, δε σ' είδα" είπε και συνέχιζε να ρίχνει άτσαλα νερά και να τον καταβρέχει. "Καλέ, θα βρέξει αφού. Τι παιδεύεσαι με τα μπαλκόνια;" της είπε γελώντας με πειραχτικό ύφος ο Διογένης αλλά η κυρα Νίτσα έκανε πως δεν άκουσε και τρύπωσε στο σπίτι. Πέταξε κι εκείνος το σβησμένο από τα απόνερα τσιγάρο στον υπόνομο και προχώρησε κατά το βιβλιοπωλείο.

Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε στο μαγαζί, εκτός από μια γάτα εφτάψυχη που είχε χουχουλιάσει δίπλα στη ταμειακή μηχανή. "Πού' σαι συ κουκλίτσα μου;" τη χαιρέτισε ο Διογένης και έσκυψε να την χαϊδέψει. Εκείνη την ώρα βγήκε απ' το WC ο Τάκης ο βιβλιοπώλης που μη μπορώντας να συγκρατήσει τις υποψίες και το θυμό του φώναξε "Τι κάνεις εκεί ρε;" Ο Διογένης τον κοίταξε εμβρόντητος και ίσα που ψέλλισε κάτι "τη γάτα..." Ο Τάκης όμως δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Έπρεπε μια και καλή να κόψει παρτίδες με τον Διογένη. Εντάξει, καλός άνθρωπος, καλλιτέχνης, σύντροφος, αν και της εξωκοινοβουλευτικής, αλλά δε μπορούσε να το παίζει και φιλανθρωπική οργάνωση για να σπονσοράρει εφ' όρου ζωής τις αναγνωστικές ορέξεις του Διογένη. Του χρωστούσε πληρωμές για καμιά δεκαριά βιβλία. Και μετά, καλός χρυσός αλλά το μόνο μπάνιο που έκανε ήταν στη θάλασσα. Το βιβλιοπωλείο μια στάλα. Αν βρίσκονταν πάνω από πέντε άτομα εκεί μέσα, κουτουλούσε ο ένας τον άλλο. Του είχανε παραπονεθεί κάποιες πελάτισσες πως...μύριζε. Κομμένα τα πολλά-πολλά. Άσε που πλησίαζαν οι εκλογές και έκανε το κορόιδο. Δε ξεκαθάριζε ότι θα τον ψηφίσει. Από τον ορυμαγδό των θυμωμένων σκέψεων του Τάκη, ευτυχώς δεν ακούστηκε τίποτα. Παρά μόνο η ερώτηση "Τι θες;"

"Σήμερα, είπα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου." απάντησε ο Διογένης αν και με κάποια συστολή.
"Να σου κάνω δώρο εννοείς", αντέταξε ο Τάκης τονίζοντας το σου.
Ο Διογένης σα να μη κατάλαβε τον κοίταξε με απορία.
"Καλά, τελοσπάντων", συνέχισε ο βιβλιοπώλης, "και προς τι η αυτο-επιβράβευση σήμερα ειδικά;"
"Γενέθλια, φίλε μου", απάντησε σχεδόν κοκκινίζοντας ο Διογένης.
"Α,μπα. Χρόνια πολλά" είπε κάπως σαν πιο μαλακωμένος ο βιβλιοπώλης. "Και τι σου μύρισε δηλαδή σήμερα; Τι τραβάει η όρεξή σου;" συνέχισε με προφανή ειρωνία.
"Είναι ένας στίχος του Ελύτη... Αν μπορούμε να βρούμε σε ποια συλλογή είναι..."
"Για πες τον να δούμε" πρότεινε ο βιβλιοπώλης που είχε αρχίσει ήδη να κορδώνεται.
"Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος".
"Μαρίνα των βράχων" απάντησε όλος αυτοπεποίθηση ο υποψήφιος βουλευτής και ιδιοκτήτης του μοναδικού βιβλιοπωλείου του νησιού και έστειλε το Διογένη στο σχετικό ράφι.
Το εντόπισε και επέστρεψε στο ταμείο. Ο Τάκης περίμενε να δει τι δικαιολογία θα του βρει για να πάρει πάλι το βιβλίο χωρίς να πληρώσει. Ο Διογένης έβγαλε απ΄την τσέπη μια θήκη για αναπτήρα σκαλισμένη απ' τον ίδιο. Παρίστανε ένα ξωτικό που έπαιζε φλογέρα.
"Λοιπόν, κράτα αυτό ενέχειρο, φίλε μου, και την Κυριακή που θα κάνω μια δουλειά στον καφετζή, θα πάρω προκαταβολή. Από Δευτέρα θα σου δώσω τα λεφτά που σου χρωστάω."
Ο Τάκης πήρε τη ξυλόγλυπτη θήκη και κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Στην επιστροφή για το σπίτι, δέχθηκε άλλο ένα δώρο. Η μικρούλα που ερωτεύτηκε σφόδρα πέρυσι το καλοκαίρι θυμήθηκε τα γενέθλιά του. "Δι(ο)γένη Ακρίτα, σου εύχομαι να χαράζεται όλο και πιο βαθιά το Νόημα στον κορμό της ύπαρξής σου. Σε φιλώ, Μ." Ξαφνικά η οθόνη του κινητού ανταγωνιζόταν σε κάλλος το προηγούμενο δώρο, το ουράνιο τόξο. Ήταν διπλά χαρούμενος. Τον είχε θυμηθεί και επιτέλους είχε κόψει τον πληθυντικό! Της απάντησε: "Σ' ευχαριστώ για όλα". Του απάντησε: "Όλα;" Της έγραψε: "Που με θυμήθηκες, που μου ευχήθηκες και που μου μιλάς στον ενικό!" Του απάντησε: :)

Λίγες ώρες αργότερα, ξαπλωμένος στα στρωσίδια του, της ξανάστειλε μήνυμα "Μαρίνα, από τότε που μου μίλησες στον ενικό, νιώθω πολύ έντονη στύση..." Σε λίγα λεπτά έλαβε απάντηση "Λυπάμαι πολύ για το θράσος σου. Σε παρακαλώ μην επικοινωνήσεις ξανά μαζί μου."

Ο Διογένης ένιωσε ξαφνικά τη σπηλιά να τον πλακώνει. Έσειρε την αυτοσχέδια πόρτα και βγήκε έξω. Έβρεχε πάλι και φυσούσε άγρια ο αέρας. Τράβηξε τον μουσαμά που χρησιμοποιούσε σαν υπόστεγο. Στάθηκε όρθιος αντίκρυ στη θάλασσα. Άνοιξε το βιβλίο, εντόπισε το στίχο και τον διάβασε χαμηλόφωνα.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.


Κρύωνε. Είχε πάρει να βραδιάζει και τίποτα δε θα έδινε τη θέση του στη νύχτα. Μπήκε μέσα και άναψε το φαναράκι του. Για μια στιγμή ήθελε να μη ζει σε σπηλιά, να μη νυχτώνει, να μην τον λένε Διογενή, να είναι κυνικός, να μην είναι γλύπτης κι ο χρόνος να μην είναι γλύπτης των ανθρώπων παράφορος. Αλλά τίποτα πια δε μπορούσε να αλλάξει. Γιατί έτσι τον δημιούργησα.

10/3/09

Το Γέλιο Ημών Το Επιούσιον

Την έχω παρατηρήσει.

Κάθε βράδυ ψάχνεται να γίνει κάτι να ρίξει ένα κακαριστό γέλιο.

Δε χρειάζεται καν να παραστήσω τον κλόουν.

Γελάει πια με ασήμαντα σκηνικά.

Αρκεί να κουνήσω ένα παιχνίδι της.

Κάθε βράδυ είμαι πολύ κουρασμένη αφού τη φροντίζω μόνη μου μέρα- νύχτα.

Βλέπεις, ο άντρας μας, μυαλωμένος, προκομένος αλλά διόλου λαμόγιο.

Γι' αυτό έγινε Έλληνας του εξωτερικού.

Έχουμε μείνει τα γυναικόπαιδα στα μετόπισθεν.

Δεν έχουμε οικονομική κρίση.

Έχουμε πόλεμο.

Μη το γελάς μωρό μου.

Ρίξε πάλι το γέλιο ημών το επιούσιον.

8/3/09

γυ(μ)νή

Τον βρήκα μετά από τρία γεμάτα χρόνια, ταραγμένα. Καθήσαμε σε ένα άδειο μπαράκι, νηφάλιοι. Σα να μην είχαν μεσολαβήσει ούτε ο χρόνος, ούτε οι αποστάσεις, ούτε η προδοσία, ούτε ο χωρισμός, ούτε, το κυριότερο, τα τιποτένια λόγια. Τα λόγια που αντάλλαξαμε μέσω πρόθυμων τρίτων, μετά την καταστροφή. Όμως. Κανείς απ' τους δύο, δεν είχε το θάρρος ή μήπως την ανοησία να ξεστομίσει λόγια ποταπά κατά πρόσωπο. Εκείνα τα λόγια σύρθηκαν σαν φίδια από στόμα σε στόμα, πλήγωσαν και δηλητηρίασαν, αλλά έπειτα έπεσαν σε χειμερία νάρκη και δεν ξύπνησαν ξανά.

Μετά από τρία χρόνια που δεν ήμαστε πια ζευγάρι, καθήσαμε πλάι-πλάι, σα δυο ξένα σώματα. Είπαμε για τούτο και τ' άλλο. Κάτι είπα για ένα παραμύθι που είχα γράψει πρόσφατα. Μεγάλη κοπέλα. Κοντά 30. Κι εκείνος, περασμένα 35, γύρισε αργά κατά το μέρος μου, με κοίταξε με κάποια έκπληξη, σήκωσε τους ώμους όπως οι ανήξεροι, κατέβασε τις άκρες των χειλιών όπως οι λυπημένοι και με ρώτησε με την πιο αθώα απορία "Γράφεις ακόμα παραμύθια; Μπράβο σου, ειλικρινά".

Τώρα σηκωνόμαστε όλοι όρθιοι και τηρούμε ενός λεπτού σιγή. Μόλις θάψαμε ένα τόσο δα κομματάκι της αθωότητας. Γράφεις ακόμα παραμύθια κοτζάμ γυναίκα; Μα κάθεσαι και γράφεις παραμύθια στην ηλικία σου; Τι να πω; Μπράβο σου...

Ένα χρόνο μετά συνέχισα να γράφω παραμύθια και στιχάκια. Ήμουν πια 30-1. Κατά σύμπτωση τότε ήταν που αποφάσισα να δημοσιεύσω για πρώτη φορά. Κατά σύμπτωση, όπου έστειλα γραπτά μου έγιναν δεκτά. Τότε ήταν που τα καμάρωσα πρώτη φορά στο Εντευκτήριο και αλλού. Τότε ήταν που συνεργάστηκα με έναν συνθέτη και που απήγγειλε κάτι που έγραψα ο Δημήτρης Καταλειφός. Τότε ήταν που μου ζήτησε στίχους ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Και τότε ήταν που έτυχε να ξαναμιλήσουμε με μια παλιά φίλη. (Παλιά ποιήτρια κι εκείνη. Στα σχολικά χρόνια. Τότε που όλοι υπήρξαμε ποιητές. Ο μόνος λόγος που λυπάμαι για το απολυτήριο λυκείου. Για την απώλεια.) Βρισκόταν στο σπίτι μιας κοινής μας φίλης. Έτυχε να τηλεφωνήσω, έτυχε να είναι εκεί. Στο δίλεπτο συνομιλίας που μας αναλογούσε, λίγο η αμηχανία που φέρνει ο χρόνος που πέρασε, λίγο η δικαιολογία για τις χρεώσεις κλήσης απ' το εξωτερικό, είπαμε τα απολύτως τετριμμένα. Όταν πήρε το ακουστικό η φίλη στην οποία τηλεφώνησα, η πάλαι ποτέ ποιήτρια φώναξε "Μα πότε θα εκδώσεις κανένα απ' τα παραμύθια σου να το αγοράσουμε;"

Όρθιοι πάλι. Ημέρα πένθους. Θάψαμε σχεδόν τη μισή απ' την αθωότητά μας. "Σιγά να μην στα εκδώσουνε!"


Ένα χρόνο μετά, και είκοσι χρόνια απ' το πρώτο μου ποιηματάκι, έπαψα να γράφω στίχους. Αλλά ήταν πια η γραφομανία τόσο προχωρημένης μορφής που άνοιξα αυτό εδώ το ιστολόγιο. Και έγραφα ιστορίες. Γράφω ιστορίες από ανία. Όπως άλλοι λύνουν σταυρόλεξα. Γράφω ιστορίες από αγωνία. Όπως άλλοι τρώνε τα νύχια τους. Γράφω ιστορίες για επικοινωνία. Όπως άλλοι πιάνουν κουβέντα στο διπλανό τους στο λεωφορείο.

Τότε ήταν που ανακάλυψε το μπλογκ μου ο αγαπημένος Άρης Μαραγκόπουλος και μου πρότεινε να εκδώσει τις ιστορίες μου. Αλλά είχα κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς με την ματαιοδοξία και αρνιόμουν. Από τη μία να παλεύεις με το τέρας της ματαιοδοξίας για να βρεις το δρόμο σου και από την άλλη να έρχονται οι φίλοι να σου μεταφέρουν πικραμένα λόγια, να σε πικράνουν με πούστικες ερωτήσεις. Όπως χτες που ένας φίλος μου πρότεινε να συμμετέχω σε διαγωνισμό λογοτεχνίας που διοργανώνει μια εφημερίδα. Και ας ξέρει πως δεν το κυνηγάω. Δε κυνηγάω ούτε συνεργασίες με μμε, ούτε διακρίσεις, ούτε εκδόσεις.

Όρθιοι όλοι. Τέλειωσε και αυτό το post. Τη θάψαμε την αθωότητα. Αιωνία της η μνήμη. Πάμε....Πάμε να πλύνουμε κανένα πιάτο...

7/3/09

8 Mάρτη: Εκδήλωση για την Κωνσταντίνα Κούνεβα στο Μοσχάτο

Φίλες και φίλοι,

Η κίνηση πολιτών Μοσχάτου "Μεσοποταμία" την Κυριακή 8 του Μάρτη, ημέρα της Γυναίκας, τιμάει την Κωνσταντίνα Κούνεβα.
Είναι γυναίκα, μετανάστρια, ιστορικός τέχνης και καθαρίστρια. Τόλμησε να αγωνιστεί ενάντια στην εκμετάλλευση των υπεργολάβων του Δημοσίου, δείχνοντας έτσι τι σημαίνει πραγματικός συνδικαλισμός. Σήμερα δίνει μάχη για τη ζωή της μετά από δολοφονική επίθεση με βιτριόλι
Την Κυριακή 8 του Μάρτη η "Μεσοποταμία" οργανώνει ολοήμερες εκδηλώσεις αλληλεγγύης και οκονομικής ενίσχυσης της Κωνσαντίνας στην πλατεία Ηρώων Πολυτεχνείου στο Μοσχάτο (στην Τέντα απέναντι από το Δημαρχείο – σταθμός ΗΣΑΠ Μοσχάτου)
Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν: - Θεατρικό παιχνίδι - Καραγκιόζη - Ολοήμερο Παζάρι Οικονομικής Ενίσχυσης - Συναυλίες

Το αναλυτικό πρόγραμμα της εκδήλωσης έχει ως εξής:

12.00΄ : Θεατρικό παιχνίδι με την Κόκκινη Κλωστή
13.00΄ : Ομάδα Κρουστών Ε.Μ.Π.
14.00΄ : Βουλγάρικο πολυφωνικό συγκρότημα
15.00΄ : Κώστας και Μαρία (Τύμπανα – Ξυλόφωνα)
16.00΄ : Δανάη Παναγιωτοπούλου
16.30΄ : Θέμος Σκανδάμης
17.00΄ : Καραγκιόζης
18.00΄ : Της Νύχτας τα Βελούδα
18.30΄ : Κυνηγοί ονείρων
19.00΄ : Μάρω Μαρκέλλου
19.30΄ : Φοίβος Δεληβοριάς
20.00΄ : Ειρήνη Δασκαλάκη
20.30΄ : Χαΐνηδες
21.30΄ : Σπυριδούλα – Δημήτρης Πουλικάκος
22.30΄ : Σκάγια
23.00 -00.00΄ : Ρόδες

Είναι έτοιμες και διαθέσιμες οι προσκλήσεις (τιμώνται 5 ευρώ - χρησιμεύουν ως εισιτήριο για τις εκδηλώσεις όλης της ημέρας αλλά και ως κουπόνια οικονομικής ενίσχυσης). Προμηθευτείτε, διαθέστε τις στον κύκλο σας ακόμη και μετά την εκδήλωση.
Όλα τα έσοδα θα διατεθούν για την οικονομική ενίσχυση της Κωνσταντίνας.

6/3/09

Μύρισε άνοιξη στην πόλη

Μύρισε άνοιξη στην πόλη.

Μύρισε. Άνοιξη. Πόλη. Παίρνω μία-μία τις λέξεις στα χέρια και τις χαϊδεύω απαλά πολύ. Μη μου ξυπνήσουν, οι ακριβές. Μετά, τις ανεβάζω πάλι στα πιο ψηλά ράφια. Στα αζήτητα της καθημερινότητας. Να σκονίζονται όμορφα και να γίνονται πιο ουσιαστικές.

Κάποιος που πληρώνεται για να αμπαλάρει την ασχήμια και το ψεύδος θα τις μεταχειριστεί με τρόπο απρεπή. Θα πει "Πολιτική Άνοιξη", θα πει "Αθήνα, πόλη της ζωής μας".

Οι λέξεις μου δε βιάζονται. Περιμένουν καρτερικά τη σπάνια στιγμή που θα έρθουν να ντύσουν το βίωμά μου.

Οι λέξεις μου βιάζονται. Από τους προσκυνητές μιας παράφορης θεότητας. "Πιστεύω εις μία αγορά, μεγάλη παντοπώλισσα".

Οι λέξεις είναι διττές. Αθώες και τσούλες.

Αναρωτιέμαι αν μιλάμε την ίδια γλώσσα. Την ίδια γλώσσα μιλάμε. Τη νέα ελληνική. Και ψηφίζουμε τους ίδιους μεγάλους Έλληνες, το Σωκράτη, τον Αριστοτέλη και τον Παπανικολάου.

Αλλά εγώ ντρέπομαι πολύ. Γιατί τα βήματά μου στη γη, τις λέξεις μου σε πίξελ και ηχητικά κύματα, τις μυρωδιές των εποχών μου, δε μπόρεσα να τα υπερασπιστώ γενναία.

Οι εθνικιστικές κορώνες και η πολιτική ρητορεία, σεσημασμένες εγκληματίες, πάλι θα νικήσουν.

27/2/09

Πολεμική ανταπόκριση

Κατευθύνομαι βιαστικά και θυμωμένα προς το tube, το μετρό του Λονδίνου που κάποιος εμπνευσμένος εγκέφαλος ονόμασε...σωλήνα. Ο σωλήνας ξεκίνησε να λειτουργεί το 1863 όταν η Ελλάδα υποδεχόταν τον πρώτο από τους Γλύξμπουργκ. Εκ τότε, η Μεγάλη Βρετανία έγινε μικρή, παρέμεινε όμως βασιλευόμενη και ανέπτυξε την κατάλληλη εξωτερική και οικονομική πολιτική ώστε να δέχεται βομβιστικές επιθέσεις στο μετρό της. Ενώ η Ελλάδα, αφού αδίκησε τον Βασιλέα και τον έστειλε σπίτια του, αξιώθηκε μετρό προσφάτως και δεν ανέπτυξε την κατάλληλη πολιτική ώστε να της ανατινάζουν βαγόνια και πολίτες. Βέβαια, ποτέ δεν είναι αργά και το οικονομικό θαύμα περιμένει στη γωνία.

Περπατάω βιαστικά γιατί ήδη έχω κλείσει δεκάωρο στο «γραφείο». Δεν εργάζομαι. Διδακτορικό κάνω. Αναφερόμαστε στο πανεπιστήμιο όμως με τον όρο γραφείο, ίσως κυριολεκτώντας για την πολυτέλεια να διαθέτουμε γραφεία ή ίσως γιατί ο όρος εκφράζει εύστοχα το κλίμα: την άνευρη, απολίτικη, υπαλληλική, πελατειακή αντίληψη της βρετανικής academia nervosa. Περπατάω δε θυμωμένα γιατί μία αυτοαποκαλούμενη νεομαρξίστρια προφεσόρισσά μας κάλεσε τους φοιτητές να εντοπίσουν γόνιμα markets και να προτείνουν έξυπνους τρόπους προσέλκυσης νέων φοιτητών πράγμα που με κάνει να αναρωτιέμαι αν η Κίνα αριθμεί τελικά 1.3 δις νεομαρξιστές.

Η πείνα όμως σαμποτάρει τη σκέψη. Είναι ένα ζήτημα που πρέπει να λυθεί άμεσα. Έχω τρεις επιλογές. Να αγοράσω σάντουιτς φτιαγμένο από αυτοδιαφημιζόμενα ως βιολογικά προϊόντα των Starbuck$ ενισχύοντας και τις προσπάθειες της πολυεθνικής καφετερίας στον αγώνα κατά της Παλαιστίνης (1). Να αγοράσω πατάτες τηγανητές από τα McDonald’$ ενισχύοντας τη φθηνή πολιτική (cheap as chips) των αμερικανών που τις μετονόμασαν French fries σε freedom fries για να κάνουν ντα τους απόγονους του Αστερίξ που είπαν τσου στο ντου στο Ιράκ (2) . Ή να προμηθευτώ από το σούπερ μάρκετ πρώτες ύλες και να μαγειρέψω. Η υποεπιλογή είναι να επικροτήσω τη λογοκρισία που προωθεί το Tesco απαιτώντας εξοντωτικές αποζημιώσεις από Ταϋλανδό πολιτικό και δημοσιογράφο που τόλμησαν να ασκήσουν κριτική στην μπίζνα που επέκτεινε τη δράση της (εμπορική και κατασταλτική) και στην Ταϋλάνδη (3) . Ή να αγοράσω προκάτ γεύμα από το Lidl που έχει αξιοποιήσει στο έπακρο τις μεθόδους κατασκοπείας των υπαλλήλων της, θυμίζοντάς Στάζι (4) . Τελικά αγοράζω εκτός εποχής λαχανικά, που ταξίδεψαν από το μακρινό Μεξικό και την εξωτική Κένυα με καύσιμα από τον αραβικό κόσμο για να μη λείψουν από την αγγλική κατσαρόλα μου. Πήρα και κοτόπουλο alien, ταϊσμένο με μεταλλαγμένα. Τα εξωγήινα κοτόπουλα θα λύσουν μια μέρα το πρόβλημα της πείνας στον πλανήτη και το δικό μου ασφαλώς (5) .

Με τις πλαστικές σακούλες ανά χείρας, πλησιάζω τις μπάρες εισόδου του μετρό. Ένας τύπος- μάλλον Ινδός- με το χαμόγελο του wannabe πωλητή μοιράζει τη δωρεάν εφημερίδα London Paper. Παίρνω την φυλλάδα που μου προτείνει. Αλλά δε μπορώ να αντισταθώ και στο βαριεστημένο και συνωμοτικό βλέμμα του άλλου -μάλλον Αφρικανός- που μου τείνει την Metro, την έτερη δωρεάν εφημερίδα με τον ευφάνταστο τίτλο. Ούτε ικέτης γονυκλινής ωστόσο δε θα με έπειθε να φορτωθώ και τη London Lite, της βλαχοπόπ κουλτούρας το τσάμπα απαύγασμα. Γι’ αυτό και προσπερνώ την Κινέζα που ανέκφραστα μοιράζει το περί ου ο λόγος έντυπο.

Εφοδιασμένη με τα δύο free press πλησιάζω ένα από τα πανταχού παρόντα ΑΤΜ και κάνω ανάληψη από την Barclay’s, την πολυεθνική τράπεζα που έχει εφαρμόσει στην επικοινωνιακή της πολιτική την πεμπτουσία της δικαιοσύνης το «you get what you pay for». Έτσι, μπορεί να σε ξεφτιλίσει αν δεν έχεις να πληρώσεις έγκαιρα τη δόση του δανείου ή να σου κάνει τεμενάδες αν είσαι επενδυταράς ή φρέσκος νοικοκυρεμένος δανειολήπτης (6). Πράγμα που ατυχώς δεν έκαναν οι Lehman Bros και επτωχεύσαμεν ομαδικώς.

Το τρένο έχει ξεκινήσει. Το Άη-Πόντ, μεγάλη η χάρη του, επίσης. Ευγνωμονώ την Apple που με απαλλάσσει από το ρόλο του ωτακουστή των παρακαθήμενών μου: μεθυσμένοι γιάπηδες, στυμμένες λεμονόκουπες των πολυεθνικών, παραμυθιασμένοι λακέδες των τραπεζών, συνειδητοποιημένοι losers και άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, συμπολίτες του Γλύξμπουργκ και της Ελισάβετ γαρ. Βυθίζω το κεφάλι μου στο λάκκο με τα free νέα. Μαθαίνω πως η Βικτωρία και ο Δαβίδ Μπέκαμ, το διασημότερο ζεύγος της μεσαιωνικής εποχής της πληροφορίας, κάπου πήγε, κάποιους είδε, κάτι έκανε. Διαβάζω τη στήλη του αναγνώστη γιατί μ’ αρέσει να ενημερώνομαι για τα πραγματικά προβλήματα του λαού. Στο σημερινό φύλλο μία 30χρονη δηλώνει πως είναι αποφασισμένη να κάνει προληπτικά botox. Μαζί σου συντρόφισσα. Δίπλα είναι η στήλη με το καμάκι. Ο ανώνυμος αφιερώνει στην ανώνυμη, για το κορίτσι με τη μπλε μάσκαρα που κατέβηκε βιαστικά στη Russel Square. Δε ψάχνω σπίτι αλλά οι διαφημίσεις των estate agencies μου κλείνουν το μάτι. Σπιταρώνες, διάκοσμος, φρου-φρου κι αρώματα. Προσφορά για λεύκανση δοντιών: στα δύο άτομα ο ένας είναι δωρεάν. Πρέπει να πείσω το σύντροφό μου να τα βάψουμε άσπρα. Ξεφορτώνομαι τις εφημερίδες στο διπλανό κάθισμα ενώ το χέρι του συνεπιβάτη πρόθυμα τις μαζεύει. Γυρνώντας στα σπίτια μας κι απόψε όλοι θα ξέρουμε πως η Αντζελίνα υιοθέτησε ένα ακόμα ορφανό, χρώματος σιέλ. Όλα τα άλλα χρώματα τα έχει στη συλλογή.

Ανοίγω για εξιλέωση ένα μυθιστόρημα που αγόρασα από τα Waterstone’$, μια αλυσίδα βιβλιοπωλείων, έναν διακινητή της πολιτισμικής παραγωγής, θεματοφύλακα της ελευθερίας του λόγου, της δημιουργίας και βέβαια της σάτιρας. Αρκεί να έχεις ή να πασχίζεις να κάνεις ένα όνομα στην κοινωνία. Αρκεί να μη θίγεις τα συμφέροντας της εταιρείας. Γι’αυτό όταν ένας υπάλληλος των Waterstone’s έφτιαξε σατιρικό blog και ανώνυμα σατίριζε τον μάνατζέρ του, χωρίς καν να αποκαλύψει πως πρόκειται για αφεντικό στα Waterstone’s, απολύθηκε (7).Αφού βέβαια τον ανακάλυψαν, τον κατασκόπευσαν και τον κατέδωσαν διάφοροι ρουφ συνάδελφοί του με τη βοήθεια πάντα των ηλεκτρονικών μέσων, βοήθειά μας.

Πριν απ’ την κρίση ήταν ο πόλεμος. Μετά την ανταπόκριση είναι τα references.


1. http://www.inminds.co.uk/boycott-starbucks.html
2. http://en.wikipedia.org/wiki/Freedom_fries
3. http://www.guardian.co.uk/business/2008/apr/08/tesco.supermarkets
4. http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/1583027/Lidl-'spied-on-staff-using-Stasi-methods'.html
5. http://www.guardian.co.uk/science/2000/mar/31/gm.food
6. http://www.thisismoney.co.uk/news/special-report/article.html?in_article_id=418636&in_page_id=108
7. http://www.guardian.co.uk/technology/2005/jan/12/books.newmedia


(Post-Media, πρώτο τεύχος)

26/2/09

POST-MEDIA, το 2ο τεύχος κυκλοφορεί ελεύθερο... από διαφημίσεις




«Μια οργισμένη άποψη για τα γεγονότα»: o Rowan Thorpe εξοργίζεται με τους κάθε λογής θερμοκέφαλους του Δεκέμβρη του ‘08.

«Κόκα-Κόλα και ευεξία» : Ο Σήφης Αργυράκης αναρωτιέται γιατί η Κόκα-Κόλα υποστηρίζει προγράμματα για την υγεία και την ευεξία του πληθυσμού.

«Η μαμά ξέρει ποιό είναι το καλύτερο για ’σένα»: Η Κατερίνα Τσάκου συνειδητοποιεί ποιός κακομαθαίνει τους νέους άνδρες αυτής της χώρας.

«Σάκος του μποξ» : Η G700 περιγράφει και προτείνει λύσεις για τα εργασιακά προβλήματα των νέων.

«Ντιβιντί Κοντρόλ» : Ο Old-boy γράφει για τη σχέση αλήθειας-ψεύδους στην ελληνική τηλεόραση.

«Ο Σάμσα ανορεκτικός» : Η Δήμητρα Μήτκα με αφετηρία έναν ήρωα του Κάφκα, αναλύει το δίπολο ανορεξίας βουλιμίας.

«Ανοιχτή επιστολή» : Ο Πάνος Κάλαρης απευθύνεται στον Πρωθυπουργό με αφορμή το ΠΙΚΠΑ της Βούλας και τα επιχειρηματικά σχέδια για αυτό.

«Ένας Μπάνκσυ δε φέρνει την άνοιξη»: Η Niemandsrose στέλνει ανταπόκριση από το Λονδίνο της αστυνομοκρατίας.

«Κρατική Διαφήμιση, το Μεγάλο Φαγοπότι» : Ο Θανάσης Αντωνίου γράφει για τις συναλλαγές που γίνονται με πρόσχημα τη διαφήμιση του δημοσίου.

«facebook.com: Μετέωροι στον ιστό της κοινωνικής δικτύωσης»: Η Γεωργία Οικονομοπούλου αποκαλύπτει τους κινδύνους που βρίσκονται στα ψιλά γράμματα της νέας φρενίτιδας που ονομάζεται facebook.

«Στις ταινίες καταστροφής ο πρόεδρος είναι πάντα μαύρος»: Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης διαπιστώνει ότι το «χρώμα» δεν αλλάζει το κυρίαρχο αμερικανικό δόγμα.

«Υπόθεση λερωμένα χέρια: νομιμοποιώντας τη διαφθορά στην Ελλάδα»: Ο Μανώλης Ανδριωτάκης γράφει για την ελληνικού τύπου διαφθορά με αφετηρία το σκάνδαλο της Siemens.

«Αφιέρωμα στις διαφημιστικές πινακίδες: Το α-νομικό καθεστώς των διαφημιστικών πινακίδων»: Ο Κώστας Ονισένκο εξετάζει το θέμα των παράνομων διαφημιστικών πινακίδων απ’ την νομική του πλευρά.

«Πινακίδες πολιτικής βούλησης» : Ο Μιχάλης Γουδής ερευνά την υπόθεση των διαφημιστικών πινακίδων στη Θεσσαλονίκη.

«Διαλύοντας την πόλη»: Ο Σταύρος Μυλωνάς γράφει για την αλοίωση της φύσης του δημόσιου χώρου και του αστικού περιβάλλοντος.

«Σάο Πάολο: Απελευθερωμένη πόλη»: Η Κωνσταντίνα Σταθοπούλου γράφει για την πόλη που ξήλωσε τις διαφημιστικές πινακίδες δια νόμου.

«Ο Σαρκοζύ και τα ΜΜΕ»: Ο Νίκος Σμυρναίος αποκαλύπτει τη στενή σχέση του Γάλλου Προέδρου με την τέταρτη εξουσία.

«Αρκετά!»: Η Ιωάννα Μοσχονά γράφει για το βιβλίο του John Naish, “Enough”.

Και ακόμα: πρωτότυπες εικονογραφήσεις, ειδικά φτιαγμένες για το Post-Media / Photo-Essay του Σάκη Στριτσίδη / Post-Media ART: TRADE MARKS του Μανώλη Ανδριωτάκη

24/2/09

Στον εισαγγελέα η 29χρονη πουρόφιλη

Στον εισαγγελέα οδηγήθηκε το μεσημέρι της Δευτέρας μία 29χρονη απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών με την κατηγορία της σεξουαλικής παρενόχλησης ηλικιωμένων. Την 29χρονη γλύπτρια βαρύνουν οι κατηγορίες της ασέλγειας σε βάρος ηλικιωμένου πανεπιστημιακού, της αποπλάνησης υπερηλίκου ζωγράφου καθώς και της νεκροφιλίας! Σύμφωνα με πληροφορίες των διωκτικών αρχών, εντοπίσθηκε και κατασχέθηκε στην οικία της κατηγορουμένης πορνογραφικό υλικό ακόμα και με νεκρούς γέροντες. Σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στο σκληρό δίσκο του Η/Υ της 29χρονης βρέθηκε επίσης αντίγραφο της διατριβής γνωστού Καθηγητή Φιλοσοφίας, αντίγραφα έργων ηλικιωμένων καλλιτεχνών, κασέτες με συνεντεύξεις υπερήλικων διανοουμέων κλπ.

Σοκ έχει προκαλέσει στην τοπική κοινωνία η αποκάλυψη της πρωτοφανούς δράσης της νεαρής γλύπτριας ενώ δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρόκειται για τον εγκέφαλο κυκλώματος πουροφιλίας. Οι κάτοικοι της οδού Σκαρίμπα δε γνώριζαν τίποτα για το πάθος της νεαρής εικαστικού προς ηλικιωμένους διανοούμενους και την περιγράφουν ως μία ήσυχη παρουσία, μάλλον εσωστρεφή και μονίμως αφηρημένη. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η 29χρονη φαίνονταν αφοσιωμένη στην τέχνη της και στα μαθήματά της. Ερωτηματικά εγείρει ωστόσο το γεγονός της πρόσφατης εισαγωγής της σε Τμήμα Κοινωνιολογίας μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων καθώς δεν αποκλείεται η κίνηση αυτή να συνδέεται με το αρρωστημένο πάθος της 29χρονης για πνευματική ολοκλήρωση.

23/2/09

Lavatory Lovestory/ Δημοτικά Ουρητήρια

"Lavatory Lovestory"- Konstantin Bronzit



(Ταινία μικρού μήκους υποψήφια για Oscar)
--------------------------------------------------------------------------------------

"Δημοτικά ουρητήρια" του Νίκου Μεντζίνη

Δεκατέσσερα σκαλοπάτια προς τα κάτω, ένα πλατύσκαλο και δυο ακόμα σκαλοπάτια προς τα αριστερά ήταν ο δρόμος της. Κατόπιν ο διάδρομος διακλαδιζόταν, διχάλα θαρρείς. Αριστερά, οι τουαλέτες των ανδρών, δεξιά των γυναικών. Άσπρο πλακάκι με κιτρινισμένη γιρλάντα στις άκρες, κάλυπτε όλο το χώρο. Οι πόρτες βαμμένες μπλε, ένα μπλε βαθύ σαν σκοτεινή θάλασσα. Όχι, όχι, σαν το μπλε του καλύμματος των σχολικών βιβλίων της. Πόρτες κομμένες από κάτω, σαν ξεδοντιασμένες γριές, περίμεναν πελάτη. Ένας συνεχής ήχος από τους ελαττωματικούς «Νιαγάρα», τη συντρόφευε ολημερίς, ανταγωνιζόταν, αλλά και συντρόφευε το τραντζιστοράκι της.
«Δημοτικά Ουρητήρια, ώρες λειτουργίας 8πμ-1μμ και 5μμ-9μμ Φιλοδώρημα όχι υποχρεωτικό». Η ταμπέλα φρεσκοβαμμένη καρφώθηκε από δυο εργάτες.
-Γεια σου Μαρία! Πώς πάει ο κάτω κόσμος;
-Καλύτερα από τον πάνω, του ανταπόδωσε και φουρκισμένη έκλεισε την πόρτα της.

Κάτω κόσμος, ένας κόσμος παράμερος, στην αριστερή πλευρά της κεντρικής πλατείας στο Α..., μια επαρχιακή πόλη. Καλό μεροκάματο, με τα πουρμπουάρ της και το ΙΚΑ εξασφαλισμένο. Δυο χρόνια, με το λάστιχο ή τον κουβά, προσπαθεί να διώξει στον απόπατο όλα τα σκατά της πόλης. Μα αυτά, ξαναγυρνούν προς την επιφάνεια, σαν αναμνήσεις καταχωνιασμένες, που τις νομίζεις νεκρές κι ανήμπορες. Μα αυτές λαγοκοιμούνται. Περιμένουν την ώρα που ξέγνοιαστος θα `σαι και θα έρθουν, ίδιες ερινύες, να σε κεντήσουν και την εκδίκηση τους να πάρουν.
Ευτυχώς ο Δήμαρχος, «προοδευτικών αρχών», την προσέλαβε αμέσως:
-Κυρία Μαρία, εσείς; Η κόρη ενός αληθινού ήρωα, στα ουρητήρια; Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Δυστυχώς δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Τίποτα. Θα δούμε, θα δούμε.
Στο άλλο άκρο της πλατείας, το φάντασμα του πατέρα της την υποβλέπει. Ένα κομμάτι μάρμαρο, ακανόνιστο. Με τρεις - τέσσερις γραντζουνιές πάνω στο σώμα του, βρόγχος ακέραιος. Μαύρα, κυρτά γράμματα έγλειφαν το μάρμαρο:

Στους ήρωες που κρεμάστηκαν
υπό των Γερμανών στις 28 Οκτωβρίου 1943,
η πατρίς το γόνυ κλίνει

Πολλές φορές, κάποιες νύχτες του χειμώνα, που ψυχή δεν κυκλοφορεί, φεύγοντας για το σπίτι της, της αρέσει να πλησιάζει το μάρμαρο, να περνά απαλά το χέρι της σε αυτά τα γράμματα, απαλά σαν χάδι παλιό στο αξύριστο μάγουλο του πατέρα της.

-Κυρία Μαρία, καλημέρα, λίγο χαρτάκι; Συνάμενη, κουνάμενη, μπήκε η Δήμητρα η περιπτερού. Εξώλης και προώλης, δεν είχε αφήσει γάτο αρσενικό. Τις ξέρει τις πομπές της. Μα τι με αυτό; Καλά λεφτά. Ένα πεντακοσάρικο για να κλείνει την πόρτα της για κάνα τεταρτάκι. Πράγματι, σε λίγο ακούστηκαν αλαφροπατήματα. Ποιος κερατάς να είναι σήμερα; Αναρωτήθηκε κι έσκυψε στην κλειδαρότρυπα. Ένα κομμάτι παντελόνι φάνηκε, τίποτα. Κλείστηκαν στην Τρίτη καμπίνα και τράβηξαν το καζανάκι. Σε δέκα λεφτά το επανέλαβαν. Σε λίγο, η πόρτα άνοιξε, βήματα ανηφόρισαν στα σκαλοπάτια. Μια βαριά μυρωδιά γέμισε το χώρο. Μυρωδιά πίπας. Μα βέβαια ο Χάρης ο φωτογράφος, από απέναντι, θριαμβολόγησε για την παρατηρητικότητά της, η γριούλα. Είχε έρθει από την Αμερική, έχοντας πλύνει χιλιάδες παντελόνια, παλτά και βρακιά.
-Ούτε τα βρακιά τους, να πλύνουν δεν προλαβαίνουν εκεί, έλεγε συχνά. Μάζεψε λίγα δολάρια πουλώντας κοψοχρονιά το καθαριστήριο, όταν αρρώστησε και ήρθε στα χώματά του και άνοιξε «Το καλλιτεχνικόν Φωτογραφείον: Η Αστόρια». Ανύπαντρος, μα προσεκτικός. Δεν έβαζε αυτός, όποια κι όποια , στο σπίτι του και ιδίως παντρεμένες. Η μάνα του, μα περισσότερο η επιθυμία του να αποκατασταθεί με μεγάλη προίκα, του το απαγόρευαν.
Βγήκε από το κουτί της. Πήρε το λάστιχο και ξέπλυνε τα πάντα. Έτριψε τους τοίχους, σκούπισε τους καθρέπτες, γυάλισε τις βρύσες, έβαλε αποσμητικό, λίγα λουλούδια στο μίζερο βάζο. Πέρασαν έτσι κάμποσες ώρες που διακόπτονταν από βιαστικούς συνήθως άντρες, μα και μερικές γυναίκες που ξαλάφρωναν ή βάφονταν κι έβγαιναν και πάλι στην επιφάνεια, ανανεωμένες. Άντρες και γυναίκες, διαφόρων ειδών και ποιοτήτων. Άντρες διστακτικοί, που μπαίνανε σαν κλέφτες. Χαμηλά τα μάτια, δεν ζητούσαν ποτέ χαρτί, διάλεγαν την πιο απόμερη γωνιά και γύριζαν την πλάτη τους, στην είσοδο. Έφευγαν πιο βιαστικοί, έχοντας τινάξει και το τελευταίο ίχνος αυτοπεποίθησης στα πλακάκια της τουαλέτας. Άλλοι, κατέβαιναν σαν το σπίτι τους. Σιγοσφυρίζοντας. Σαν κοκόρια, επιδεικτικά, προκλητικοί έριχναν ματιές σε όλους και όλες που τυχόν έμπαιναν. Οι γυναίκες, από την άλλη, ήσαν αλλιώς: Με την τσάντα στο χέρι, αποσύρονταν διακριτικά ως και μισή ώρα, βαφόντουσαν, πέρναγαν λίγο ρουζ, τίναζαν τη φούστα τους. Κόσμος και κοσμάκης!! Και η Μαρία, εκεί. Κέρβερος του κάτω κόσμου, τυλιγμένη στον ιστό από άσπρα πλακάκια με κιτρινισμένες άκρες. Στην γωνιά της, στο κλουβί της. Άλλοτε πλέκοντας και άλλοτε ακούγοντας ραδιόφωνο, περίμενε να ακούσει τον ήχο των λιγοστών κερμάτων που θα συμπλήρωναν το πενιχρό εισόδημά της. Σαν τέλειωνε, κλείδωνε την κάμαρά της, έβαζε το λουκέτο στη σιδερένια πόρτα και ανέβαινε στον πάνω κόσμο.
Ο ήλιος σήμερα απογευματινός, μα καυτός ακόμα, κτυπούσε τις πλάκες της πλατείας, τιμωρώντας με τις ακτίνες του τους ανθρώπους που τολμούσαν να ξεμυτίσουν.
-Καλό βράδυ, κυρά Μαρία, τη χαιρέτησε ο Μιχάλης από το παπουτσάδικο της γωνίας.
-Καλό βράδυ. Η φωνή, μέσα από τα δόντια της, ίσα που ακούστηκε. Ανηφόρισε και χώθηκε στο στενό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι της. Το σπίτι, δίπατο είχε να δει χέρι μάστορα, τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Κατέρρεε. Είχε εγκατασταθεί σε μια κάμαρη του πρώτου ορόφου. Γωνιακή, τη σκίαζαν τα δέντρα του πάρκου. Σπάνια άνοιγε τα άλλα δωμάτια. Πνιγμένα από αναμνήσεις. Γεμάτα από πρόσωπα πεθαμένα, ξεχείλιζαν κούτες, χαρτιά, ρούχα. Απομεινάρια ζωών πολλών ανθρώπων. Κι αυτή, καθημερινά απομακρυνόταν από όλα αυτά και χωνόταν βαθύτερα στο δώμα της.
Αφού κολάτσισε το λιγοστό δείπνο της, συγύρισε στοιχειωδώς το δωμάτιο, πήρε την καρέκλα της και την έσυρε στο παράθυρο. Κούφωσε τα εξώφυλλα και περίμενε τη ζωή να αρχίσει...Το πάρκο, στην πιο προνομιακή περιοχή της πόλης, μπαλκόνι στην θάλασσα, έσφυζε από ζωή. Ιδίως τα καλοκαίρια, πλημμύριζε από νέους, ζευγάρια, περπατητές, γλεντζέδες που κατευθύνονταν στις γειτονικές ταβέρνες και καφενεία που στεφάνωναν το πάρκο. Μια λιμνούλα, έργο κάποιου Δημάρχου ξεχασμένου από όλους, προσπαθούσε να διώξει την κάψα, φιλοξενώντας πάπιες και χιλιάδες έντομα. Έτσι ζούσε η κυρά Μαρία. Κλέβοντας στιγμές από τους άλλους, ρουφώντας νέα από το παράθυρό της.
Τους είδε!! Περπατούσαν σαν ένας άνθρωπος. Πλοκάμια τα χέρια τους. Βεντούζες τα δάχτυλα, ρουφούσαν εκατοστό, εκατοστό το δέρμα του άλλου. Τα μαλλιά της, αγκάλιαζαν τον ώμο του, σαν από λύπηση για το χοντροκομμένο στρατιωτικό κούρεμά του. Πέρασαν κάτω από το παραθύρι της, σαν φάντασμα του έρωτα που την είχε συγκλονίσει, που ποτέ δεν θα ξεχνούσε, που ποτέ δεν θα συγχωρούσε. Και χώθηκαν στο πάρκο. Τα πόδια τους, τριζοβολούσαν πάνω στο χοντρό χαλίκι του μονοπατιού. Διασταυρώθηκαν μ` έναν μεθυσμένο, που τρεκλίζοντας κόντεψε να τους παρασύρει. Τον τράταραν, λίγο από το γάργαρο γέλιο τους κι εκείνος έσκυψε περισσότερο. Σαν να ντράπηκε. Η νύχτα, έπεσε απότομα, σκοτεινή απόψε η βραδιά. Το φεγγάρι στη χάση του, πολεμάει να δείξει τον εαυτό του για άλλη μια φορά. Τα δέντρα του πάρκου, κρατούν την ανάσα τους, ακίνητα. Φοβούνται μην τρομάξουν τα παιδιά, που αγαπιούνται. Κι οι γρύλοι, άλλο σκοπό απόψε αρχινούν: Μιλάει για χλόες καταπράσινες και ζουμερές, που μπορείς να κυλιστείς, χωρίς φόβο. Όσο θες. Μιλάει για κάτι άστρα που βγάζουν, σαν τα δεις, αλήθεια την κάθε σου ευχή. Και το κορίτσι που τους άκουγε, μέσα της ήταν γυναίκα και κατάλαβε τη φωνή των δέντρων και των γρύλων, λιγώθηκε κι έσκυψε. Πιο κοντά του, πιο κοντά του κι είπε, όχι με λόγια το ΝΑΙ. Αυτό το ναι, που τόσο φοβόταν, που τόσο ζητούσε. Φόβος και πάθος. Βάζει τα χέρια της μπροστά, να τον διώξει. Ύστατη άμυνα. Κι αυτά, λιποταχτούν και τον αγκαλιάζουν. Παραδίνονται στον εχτρό και τον καλούν να διαφεντέψει. Η φούστα της ψηλά. Τα χέρια του βουτηχτές επίμονοι. Ψάχνουν για κοράλλια μαγικά και για την πηγή με το νερό το αθάνατο. Τυφλά μεριάζουν τα βρύα του βυθού κι ανακαλύπτουν την πηγή, που αρχίζει να τρέχει γάργαρο νερό και μέλι και ... Ω!! τι θαύμα, η νύχτα γέλασε. Τα άστρα τρελάθηκαν, αλλοπαρμένα...
Η Μαρία, αποφάσισε να κλείσει το παραθύρι της, νωρίτερα απόψε. Είχε μερώσει από τα παιδιά κι ο κόσμος της φαινόταν -αν είναι δυνατόν-, καλύτερος. Κι εκεί πάνω στην κίνησή της, τον είδε.
Ναι, ήταν αυτός!! Είδε το κοντάρι για τα λαχεία, να ξεπροβάλλει πίσω από το θάμνο. Σκυμμένος, παραμόνευε τα παιδιά, σαν την οχιά που μαγνητίζει τα βατράχια. Τον ήξερε σαν κάλπικη δεκάρα. Σατανάς κι άγιος μαζί. Πρώτος στην ΕΠΟΝ, μπαινόβγαινε στο σπίτι της, δίνοντας και παίρνοντας μηνύματα από τον πατέρα της. Είρωνας κι απότομος. Την φόβιζε πάντα το βλέμμα του, σκοτεινό, σκιασμένο από τα σμιχτά φρύδια του. Μια μέρα την άρπαξε βίαια από το χέρι, την τράβηξε στα γόνατά του κι έχωσε το χέρι του κάτω από τα κουρέλια της. Τρόμαξε, μα απόρησε και σιχάθηκε τον εαυτό της που παραδόθηκε στο άγριο χάδι του. Τα βήματα του καπετάν Γιώργη, την έσωσαν κείνη την φορά. Την έσπρωξε πέρα, χαμογελώντας με κακία:
-Τσιμουδιά, γιατί χάθηκες, της σφύριξε. Δεν είπε κουβέντα, όχι από φόβο ή ντροπή, αλλά γιατί συνειδητοποίησε ότι της άρεσε. Από τότε, έγινε ο δαίμονάς της. Είδε την αποδοχή της κι έγινε πολύ γρήγορα ο αφέντης της. Αφέντης σκληρός. Οι συναντήσεις τους, λιγοστές μα γιομάτες ηδονή για τη Μαρία που ανακάλυψε, έναν άλλο κόσμο, ένα άλλο κορμί. Τον λάτρεψε, με μια λατρεία πρωτόγονη. Ήταν γι’ αυτήν, ο νέος κόσμος που πάντα ονειρευόταν. Τον έβλεπε, να υψώνεται, να γίνεται ο εκδικητής όλων των κατατρεγμένων. Ο πατέρας της χωμένος στις υποθέσεις του αγώνα, δεν κατάλαβε τίποτα. Μπαινόβγαινε στο σπίτι σαν αφεντικό. Όταν του είπε ότι είχε πιασμένο το παιδί του, γέλασε. Με κείνο το κακό γέλιο και δεν της είπε τίποτα. Χώθηκε στο δωμάτιο του πατέρας της. Την άλλη μέρα βγήκε στο βουνό. Ούτε γραφή! Ούτε ένα μήνυμα γι αυτήν. Η φήμη του εξαπλωνόταν. Αντάρτης φημισμένος, πέρασε στην Στερεά Ελλάδα για να είναι κοντά στον αρχηγό, στις εξελίξεις. Αναγκάστηκε να ρίξει το παιδί και το μαχαίρι που μπήκε μέσα της, της ξερίζωσε ότι καλό υπήρχε. Την άφησε κιβούρι αδειανό. Γραπώθηκε από τον πατέρα της, που έσκυβε καθημερινά ακόμα περισσότερο. Μέχρι που αυτός, κατάφερε να υψωθεί και να πετάξει, έστω και πάνω από την αγχόνη. Αυτή; Κουρεμένη σύρριζα, περίμενε... Με την ήττα, αυτός, δεν υπέγραψε συγχωροχάρτι. Σκληρός κι απόλυτος μέχρι το τέλος, έγινε Μακρονησιώτης. Μάθαινε νέα του, μα ποτέ δεν του έστειλε ένα γράμμα. Ούτε κι εκείνος. Όταν γύρισε στην πόλη, δέκα χρόνια μετά, δεν μίλησε σε κανέναν. Χώθηκε στο πατρικό του -μια παλιοκαλύβα είχε απομείνει- για κάμποσο καιρό. Δουλειές του ποδαριού. Μεροδούλι μεροφάι. Τα τελευταία χρόνια, έγινε λαχειοπώλης. Φήμες κυκλοφορούσαν για τα παράξενα γούστα του. Απομακρύνθηκε από τους παλιούς συντρόφους του. Με τη Μαρία, ποτέ δεν μίλησαν, ποτέ δεν κοιτάχτηκαν.
Ήταν αυτός που πλησίαζε τα παιδιά. Παρατημένο το κοντάρι του στους θάμνους, διαλαλούσε την τύχη στο βρόντο. Αυτός, σχεδόν γονατιστός, είχε ξεκουμπώσει το παντελόνι του. Τα παιδιά στον κόσμο τους, ανακάλυπταν τον έρωτά τους. Η κυρά Μαρία, έκλεισε το παράθυρό της, φόρεσε το μαντήλι της, ίσιωσε τη φούστα της. Το χέρι της καθυστέρησε στην άγονη πια κοιλιά, ορθώθηκε.
Την άλλη μέρα, η κυρά Μαρία, αξημέρωτα, μπήκε στον υπόγειο κόσμο της. Δουλειά, πολύ δουλειά σήμερα. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν συνεχώς. Αυτή κλεισμένη στην κάμαρά της, άκουγε τα βήματα και το λαχάνιασμά τους στις σκάλες. Άνοιξε την εφημερίδα. « Η Φωνή του Α...», ξερνούσε μελάνι. Επιτέλους κάτι να σπάσει την μονοτονία: «Άγριο έγκλημα στο πάρκο. Λαχειοπώλης, βρέθηκε μισόγυμνος με καρφωμένο το κοντάρι στο λαιμό του» Ο τίτλος γέμιζε τη μισή σελίδα. «Σεξουαλικά τα αίτια;» «Οπορτουνιστής που ξέφυγε από το δρόμο της πάλης του λαού». Το κόμμα, έβγαλε την ετυμηγορία του. Η αντιπολίτευση, κατηγορούσε την Δημοτική αρχή για αδιαφορία στα προβλήματα της πόλης. « Στις επόμενες εκλογές, να αναδείξουμε ανθρώπους με όραμα», κατέληξε. Ο Δήμαρχος, με δηλώσεις του τόνιζε: «Ο μη ηλεκτροφωτισμός του πάρκου, οφείλεται στις γνωστές καθυστερήσεις των χρηματοδοτήσεων από την κεντρική εξουσία. Την επόμενη τετραετία προτεραιότητά μας, θα είναι ο περιτοιχισμός του και η φύλαξή του, νύχτα μέρα» Ο σύλλογος για την προστασία των ηθών: «Η εθνική φλόγα», αξίωνε να κλείνει το πάρκο κατά τις βραδινές ώρες. Ο αστυνομικός Δ/ντής, δήλωνε ότι, ανακρίνονται ύποπτοι και η διαλεύκανση της υπόθεσης, είναι ζήτημα ημερών.
Η κυρά Μαρία, άνοιξε την πόρτα της, πήρε το λάστιχο και ξεκίνησε τη συνηθισμένη της δουλειά: να σπρώχνει στον απόπατο τα σκατά της πόλης.

(Πεζογράφημα δημοσιευμένο στο flytoistros και αλλού).

17/2/09

Γράμμα

Ένας φίλος, ο Λ., είχε την Τύχη να βρεθεί κοντά στον Μεγάλο Ερωτικό. Από τα λίγα που μοιράστηκε μαζί μου, με γεναιοδωρία και με σύνεση, για κείνη τη γνωριμία ήταν πως ο Χατζιδάκις του έμαθε να πλένει τα πιάτα με ευλάβεια. Θα' ναι τώρα δύο και χρόνια που είδα αυτή τη φράση να γράφεται στην οθόνη του υπολογιστή μου, αφού εγώ ήμουν στο Λονδίνο και ο Λ. κάπου στην Ελλάδα. Αλλά την είδα να καταγράφεται για πάντα μέσα μου. Και θα' ναι και άλλα πόσα χρόνια πριν που περίμενα να γραφεί αυτό. "Μου έμαθε να πλένω τα πιάτα με ευλάβεια"...

Απόψε θα κάνω μπάνιο στο μωρό με ευλάβεια. Και για να ξεπλύνω λίγη απ' την ντροπή του χρόνου που δε σεβάστηκα. Που στη φούρια μου να ζήσω, να προλάβω, να ζήσω, μπορεί ενώ μιλώ στο ασύρματο, να συνομιλώ με κάποιον στο skype, να θηλάζω την κόρη μου και παράλληλα να έχω παράθυρα ανοιχτά σε πέντε και έξι σάιτ ώστε πουθενά να μην είμαι ολόκληρη. Αυτή τη λαιμαργία, αυτό το ξόδεμα, εγώ το λέω ντροπή μου.

Απόψε έβαλα ραδιόφωνο. Δεύτερο Πρόγραμμα. Έπαιζε κάτι ωραίο. Το άφησα. Ετοίμασα το μπάνιο με αγάπη. Χωρίς βιασύνη. Απόψε το μπανάκι της δε θα είναι μια υποχρέωση που με αγχώνει. Και ας μου μοιάζει κάθε βράδυ όχι ρουτίνα, άθλος, επειδή δεν έχω βοήθεια. Απόψε θέλω ιεροτελεστία. Το μπουρνουζάκι, το ζιπουνάκι, το πιτζαμάκι. Ντυμένη τα υποκοριστικά. Το αφρόλουτρο και το σφουγγάρι παραταγμένα στρατιωτάκια. Περιμένουν την έλευσή της. Το καθισματάκι για το μπάνιο - ή ας είμαι ειλικρινής- το ανάκλιντρο της αρχόντισσας στη θέση του. Η θερμοκρασία του νερού στο χέρι μου. Εγώ, η μαμά της. Στο δικό μου το χέρι καλό το νερό. Στο δικό της σώμα καλό το νερό. Αργό, απαλό, τρυφερό το σαπούνισμα. Βουτάω το σφουγγαράκι στο αφρόλουτρο και της το στραγγίζω στην κοιλίτσα. Σαν πηγή. Θέλει κι άλλο. Αφού χτυπάει χέρια πόδια δυνατά. Το βουτάω πάλι. Μου χαμογελάει.

Η μουσική που ακούω, με ίσες δόσεις νοσταλγίας και μελαγχολίας, με γαληνεύει. Ανάμεσα στα τραγούδια μιλάει μια ώριμη γυναίκα με βραχνή φωνή. Γνώριμη. Η Μαντάμ Σουσού. Μεγάλωσε. Ακούγεται να διαβάζει δυο τρεις αράδες ανάμεσα στα τραγούδια. Πώς μπορεί να λες τόσες κοινοτοπίες μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα λόγου που σου αντιστοιχούν, αναρωτιέμαι. Πώς μπορεί να έχεις ζήσει από και μέσα στην τέχνη και να έχεις να πεις μόνο βαρετές κοινοτοπίες, αναρωτιέμαι. Πώς μπορεί να διάλεξαν να γεμίσουν μια εκπομπή με βαρετές κοινοτοπίες οι τον σταθμό διοικούντες. Το τελευταίο ερώτημα είναι και το μόνο ρητορικό. Αφού όλοι ξέρουμε. Ποιοι έχουν τα μέσα για να διοικούν τα μέσα. Είναι ιερόσυλο να πεις "ο θάνατος του Μάνου Χατζιδάκι" , αφού είναι ολοζώντανος, αλλά όμως έχει νόημα η φράση εδώ, στο κρατικό ραδιόφωνο: Ο ραδιοφονικός θάνατος του Μάνου Χατζιδάκι.

Συγχωρώ όμως την κουλτουριάκη κενότητα άμα ακούω να παίζει τη Μάσα Σιδερομάσα. Τότε είναι που σε θυμήθηκα και αποφάσισα να σου γράψω ένα γράμμα. Γιατί σε σένα; Γιατί είναι πρόκληση να υπερσκελίσω το δέος που μου προκαλείς. Από τι ασύλληπτο μάγμα είσαι φτιαγμένη... Συνήθως, θέλω να πω, γράφω σε φίλους με συγγενή ύλη. Εσύ δεν είσαι φίλη ούτε συγγενεύουν οι ουσίες μας. Ή μήπως όχι; Για φαντάσου. Να νιώθεις την ανάγκη να γράψεις σε κάποιον τόσο ξένο. Και τελικά να αχρηστεύονται οι όποιες συστολές σου και να του γράφεις. Και μάλιστα δημόσια. Αυτό είναι η δύναμη της μη ζωής; Ου ζω power.

Όμως, αν ο Λ. ήταν μια σειρά δεκαδικά ψηφία σε μια οθόνη υπολογιστή, άλλο τόσο ήταν εκείνη η φράση, "μου έμαθε να πλένω τα πιάτα με ευλάβεια" που ήρθε να καταγραφεί μέσα μου. Κι άλλο τόσο εσύ είσαι ένα ασπρόμαυρο ιστολόγιο με τη φωτογραφία μιας όμορφης γυναίκας- από-επιλογή και ξένη, κι άλλο τόσο οι κουβέντες μας, όλων εμάς, περνάν από μέσα μας σαν τέτοια: 010100010010. Και άλλο τόσο δεν έχει νόημα που απολαμβάνω διαβάζοντας όλους εκείνους τους εκλεκτούς που δε θα είχα πιθανοθεωρητικά την τύχη να συναντήσω σε ολόκληρη την πραγματική ζωή μου.

Πόσο βαρετές κοινοτοπίες θα ακούγονται όλα αυτά σε κάποιον άλλο, ίσως και σε σένα. Αλλά τι πειράζει; Στον χώρο και τον χρόνο μου δεν έτυχαν καρέκλες στις αυλές και στα πεζοδρόμια, κουβέντες στο πόδι, κουβέντες ολονύχτιες, στραγάλι, ελιά, καμιά τσικουδιά, παγωμένες μπύρες και οι αυγουστιάτικες νύχτες παρέα. Την ώρα που οι γειτονιές καλοπερνούσαν με το τίποτα, άλλοι δεν έκαναν κέφι και μ' όλα τα λεφτά του κόσμου. Εδώ κι εμείς με το τίποτα, κουβέντες στο πόδι, κουβέντες ολονύχτιες, ξεροσφύρι φτιάχνουμε κεφάλι και άλλοι με όλα τα μέσα του κόσμου τι να μας πούν και αυτοί απ' τη ζωή τους...Μόνο μια προφύλαξη σ' αυτό το επικοινωνιακό όργιο της μη ζωής. Με ευλάβεια.

Καληνύχτα Stassa.

10/2/09

παίζουμε κρεμάλα;

Για αποπλάνηση ανηλίκου κατ' εξακολούθηση και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας κατηγορείται 42χρονος οικογενειάρχης, ο οποίος συνελήφθη από αστυνομικούς του τμήματος ασφαλείας Αχαρνών.

Σύμφωνα με την αστυνομία, ο 42χρονος την Κυριακή παρέσυρε ένα κοριτσάκι 8 ετών, κόρη φιλικής οικογένειας στο σπίτι του για να παίξει δήθεν με τα δικά του ανήλικα παιδιά, τα οποία όμως απουσίαζαν.

Εκεί ο 42χρονος ασέλγησε κατ' επανάληψη πάνω στο κοριτσάκι, ενώ και στο παρελθόν είχε κάνει το ίδιο σε βάρος της. Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν από την Αστυνομία, για να πετύχει το σκοπό του έδειχνε στην ανήλικη φωτογραφίες και βίντεο παιδικής πορνογραφίας που είχε στο κινητό τηλέφωνό του.

Οι αστυνομικοί σε έρευνα που έκαναν παρουσία εισαγγελέα στο σπίτι του συλληφθέντος κατέσχεσαν δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές που εκτιμάται ότι περιέχουν υλικό παιδικής πορνογραφίας και το κινητό τηλέφωνο, τα οποία μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας για εξέταση. Ο 42χρονος θα οδηγηθεί
στην κρεμάλα.

9/2/09

O χαμένος θησαυρός

Φάδερ & μάδερ, μάθατε να ανοίγετε το email που σας έφτιαξα?? Ξεκίνησα προχθές πρακτική άσκηση σε έναν κορυφαίο ψυχαναλυτή!!! Φανταστείτε ότι οι περισσότεροι συμφοιτητές μου δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμα placement. Αnyway, μού' φεξε. LOL! Είχα και πολύ καλά references από τους tutors. Μέτρησε και αυτό. Μπήκα ηδη σε session με group therapy. Το πιστεύετε?! Δεν είναι ethical να σας πω λεπτομέρειες αλλά OK, αν δεν πω ονόματα δεν υπάρχει πρόβλημα. Ομάδα:

1. 55χρονος manager σε πολυεθνική παντρεμένος με 3 παιδιά και history αυτοκτονικού ιδεασμού και πρόσφατης απόπειρας! Η αιτία που επικαλείται αυτός είναι τα χρέη και η οικονομική κρίση αλλά ο δάσκαλός (ο ψυχαναλυτής εννοώ!), μου είπε να το κοιτάξω more in depth το θέμα. Δηλαδή; Υπάρχει άλλο background. ;)
2. 37χρονος banker στο City (μάλλον και gay) έμεινε άνεργος πριν μερικούς μήνες και χώρισε πρόσφατα με τον/την partner (τι κακό που δεν έχουν φύλο στα αγγλικά για να μαθαίναμε αν είναι γυναίκα ή άνδρας) που μένει στην Ισπανία. Εγώ φαντάστηκα πως επειδή τώρα έχει ξεμείνει από δουλειά δε μπορεί να πηγαίνει να τον/την βλέπει τακτικά γι' αυτό χώρισαν. Θα μάθουμε σύντομα! jeje!
3. 40χρονη μητέρα που έχασε πρόσφατα το παιδάκι της από ατύχημα. Ο άνδρας της έχει αλυσίδα jewellery shops(μάδερ μη ξερογλείφεσαι! Σε βλέπω!!) και αυτή μάλλον ασχολείται με οικιακά. :(
4. 50χρονη divorced, με προβλήματα αγοραφοβίας. Off the record: την απατούσε ο άνδρας της με την καλύτερη της φίλη για 10 χρόνια! Όταν το έμαθε ξεκίνησε ψυχανάλυση αμέσως. 'Εκανε πρώτα ατομική ψυχανάλυση για 7 χρόνια και τώρα την έβαλε ο δάσκαλος σε group therapy. Ερώτηση προς μάδερ: σε τι ηλικία ήταν η γυναίκα όταν τα έφτιαξε ο άνδρας της με την κολλητή της;...................... Στα 33 της! Not good at maths, huh? :)))

Λοιπόν, σας έχω task και για τους δύο. Τι νόμιζες φαδερούλη, θα γλίτωνες? Ο δάσκαλος μου ζήτησε να σκεφτώ τις περιπτώσεις των μελών της ομάδας και να βρω τι κοινό ενώνει όλα τα μέλη! Καμία ιδέα;;;; Αν σκεφτείτε κάτι μέχρι αύριο πάρτε με τηλ!! Έχω να γράψω και να παραδώσω mini report μέχρι τέλος της βδομάδας.

Kissya!!!

Φιλούρες στις αγαπημένες μούρες!!!

7/2/09

Φάκελοι Jumbo



Εργασιακά θέματα

Απόπειρα φίμωσης των συνδικαλιστών μεγέθους... «Τζάμπο»

Το Jumbo θέλει τους εργαζόμενους να δουλεύουν τζάμπα

Ένα ενημερωτικό σχόλιο για την απεργία στο Jumbo

Kαι πάλι για το JUMBO. Βαρεθήκαμε να γράφουμε

Το αίσχος των Jumbo

Καταγγέλουν απόλυση απο τα καταστήματα JUMBO

Αλληλεγγύη στους απεργούς του JUMBO στη Λευκωσία



Υγεία και ασφάλεια

Ανίχνευση μεταλλικών συρμάτων σε γλειφιτζούρι


ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΒΡΕΦ. ΚΟΥΤΑΛΑΚΙΑ & ΠΑΓΟΥΡΑΚΙ


Επικίνδυνο κινέζικο αρμόνιο



Ανακλήσεις προϊόντων και πρόστιμα


Ελεγχοι σε παιδικά παιχνίδια εν όψει εορτών


Πλαστικά παιχνίδια με χημικά



Φθηνά αλλά επικίνδυνα


JUMBO καρ - JUMBO κί - JUMBO νος...


Επικίνδυνο κινέζικο παγουράκι

Άκυρες αγορές από τα...Jumbo


Διαφήμιση


Λογοκρισία από τον διαφημιστή των Τζάμπο


Αρπαχτές Jumbo

Το βραβείο της πιο βρώμικης διαφήμισης στο...Jumbo

Επικίνδυνα παιχνίδια στην αγορά

Περί διαφημίσεων

Κλείσε επιτέλους αυτή την ηλίθια διαφήμιση...

Πάμε Jumbo

Οι ανήθικες διαφημίσεις του Jumbo

Jamba μάγκες

Jumbo adds!Τι πρέπει να γίνει για να σταματήσει αυτο το κιτσαριό???


Περιβαλλοντικά θέματα

Πολεοδομικές παραβάσεις της εταιρείας Jumbo

Θυμάστε τη φωτιά στα Jumbo Bebe; Greenpeace

Επιβολή προστίμου στη διαφημιζόμενη εταιρία JUMBO A.E.E. για την διαφήμιση που πραγματοποιεί σε διαφημιστική ρακέτα


Πλαστικές σακούλες

Σακούλες


H περιπέτεια μιας Barbie- Νέοι Φάκελοι, ΣΚΑΪ


3/2/09

Ο τόπος μας είναι κλειστός

Ο τόπος μας είναι κλειστός



Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία: Χορωδία 1973
Δίσκος: Ο Στρατής ο Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγαπανθούς

Video clip: Niemandsrose

2/2/09

Προλετάριοι όλων των χωριών ενωθείτε!






Οι προλετάριοι δεν έχουν τίποτα να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Έχουν, όμως, να κερδίσουν έναν ολόκληρο κόσμο. Προλετάριοι όλων των χωριών ενωθείτε!