Φροντίζω ανελλιπώς για κείνη και ανηλεώς για μένα τη θυγατέρα γράφω εκτενές ερευνητικό πρωτόκολλο στα αγγλικά καταθέτω ακαδημαϊκό άρθρο σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό φτιάχνω παστίτσιο μούρλια τρίβω με σαπουνάδα τα πλακάκια στο κανούργιο σπίτι ετοιμάζω μετακόμιση τσατώνομαι με τους φίλους μου ψιλοδιαβάζω τα νέα online διορθώνω πτυχιακές και μέσα σ' όλα το φιλοσοφώ: Ρε λες να μην υπάρχω; Λες;
Ο έξυπνος: του μαθαίνεις ένα καταλαβαίνει πέντε και παράγει δέκα. Ο βλάκας: του μαθαίνεις δέκα καταλαβαίνει πέντε και παράγει ένα. Άλλη μέτρηση ευφυϊας δεν υπάρχει. Καταργούνται όλες. Τέλος.
Κι όταν ο slug δεν άντεχε άλλο πια το βαρύ ζητούμενο της ιδιοκτησίας να τον γονατίζει, τι να τον γονατίζει, να του κόβει τα πόδια, τι να του κόβει τα πόδια, να τον έχει κάνει να σέρνεται, αποφάσισε να πάρει ένα στεγαστικό δάνειο. Το έψαξε αρκετά. Κάποτε, βρήκε σχεδόν κρυμμένο ένα με χαμηλό σταθερό επιτόκιο και το πήρε μαζί του. Κάθε μέρα το δάνειο του χτυπούσε το κεφάλι, εφόσον δεν είχε ακόμα σπίτι, και πολύ περισσότερο πόρτα να του χτυπήσει και του ζητούσε να του δώσει φαϊ. Ο slug το κοιτούσε με συμπάθεια, με κείνο το χαμηλό του επιτοκιάκι που φορούσε στραβά στο κεφάλι του το δάνειο και με την ελπίδα που ανέδυε - μια φθηνή κολώνια που πουλιέται σε όλα τα παζάρια-, και του έδινε από το φαγητό του. Όσο το τάιζε τόσο εκείνο μεγάλωνε και όσο μεγάλωνε, τόσο αγρίευε. Και μια μέρα το επιτόκιο που φορούσε στην κεφάλα του ψήλωσε και έγινε και κυμαινόμενο άμα λάχει. Το χτυπούσαν, βλέπεις, όχι βλέπεις, ακούς, όχι ακούς, διαβάζεις, τα κύματα της οικονομίας και βολόδερνε μια στα ψηλά και μια στα ακόμα ψηλότερα. Ήταν τελικά από φελλό και δεν υπήρχε περίπτωση να βουλιάξει. Σέρφερ το επιτόκιο. Μια φορά μάλιστα, μια άλλη slug που ήταν και λίγο slut, μεταξύ μας, το είδε, μα το Δία, με τα κυάλια εις τον ουρανό λόγω των μποφόρ. Κάποτε, ο μίστερ σλάγκ που επιθυμούσε κατοικία ιδιόκτητη, να ριζώσει κι αυτός κάπου, να αποκτήσει πατρίδα, θεό και πλυντήριο πιάτων, αλλά δεν, του ήρθε να τα πάρει στο κρανίο με τούτα και με κείνα. Ενώ όμως του ερχόταν τώρα αυτό το συναίσθημα διαπίστωσε πως κρανίο δεν υπάρχει. Εξάλλου και να τα έπαιρνε, δε θα του έβγαινε σε καλό εφόσον ό,τι παίρνεις το πληρώνεις. Για δες τι έγινε με το στεγαστικό το δάνειο, που στον υπόκοσμο τον ανεπτυγμένο του κολλήσαν το παρατσούκλι mortgage. Ο μόργκας, όπως έγινε με τον καιρό το παρατσούκλι -πώς ας πούμε ο Ορέστης στις τάξεις των ρεμπετών έγινε Ρέστης- απειλούσε το slug πως αν δε του δώσει φαϊ τόσο όσα να χορτάσει θα στείλει bailiffs να του πάρουν τις κεραίες. Και άσε που θα το καρφώσει στην tv license να το ανακρίνουν πόθεν έσχες κεραίες χωρίς τηλεόραση. Να έχεις τηλεόραση χωρίς πληρωμένη κεραία, γίνεται και τρως ωραίο πρόστιμο 1000 λίρες, αλλά το ανάποδο, δυο κεραίες χωρίς τιβί, αυτό θα προκαλέσει νομικό αδιέξοδο και για πρόσεχε. Τελικά, ο slug αποφάσισε να συρθεί μέχρι το Σούνιο και να πέσει από τα βράχια σαν τον Αιγέα, την αίγα, την ανορθόγραφη, που έγινε τράγος,τραβεστί ανάποδο δηλαδή, και γι' αυτόν τον λέμε τραγικό. Γιατί εφόσον δεν έχεις μια ζωή υποφερτή ας έχεις έναν ποιητικό θάνατο, είπε και τραβήχτηκε σιγά -σιγά από την γηραιά αλβιόνα στον χαλκολιμνιόνα και από κει στο φέρρυ μπόατ του αγούδημου και μετά πήρε την παραλιακή, πέρασε μπροστά από όλους τους σκυλλάδες και κάποτε έφτασε στο Ναό του Κοσειδώνα, που τον λέει η κόρη μου από τότε που πήγαμε να δούμε την αυγουστιάτικη πανσέληνο από κει ψηλά γιατί το διασκεδάζουμε με τα λαϊκά. Τα λαϊκα προσκυνήματα, εννοούμε, στη σελήνη, στα αρχαία, στους ναούς και γενικά. Έτσι, αφού έφτασε στον πιο ψηλό αρχαίο βράχο, πήρε μια ανάσα, άναψε ένα τσιγάρο, γιατί ωστόσο έγινε και καπνιστής, fuck smoking ban, σκέφθηκε και ατένισε το πέλαγο. Ξαφνικά, ένιωσε ένα ξύσιμο στην πλάτη. Γυρνάει και τι να δει; Ήτανε back home. Ο slug ήταν τελικά έλλην, όπως και κάθε λευκό σκουλήκι στον μάταιο τούτο κόσμο. Από τότε ο slug άλλαξε όνομα. Τον λένε Άρη Σαλιγκάρη και περιφέρει το καβούκι του όπου σταθεί κι όπου βρεθεί. Που δηλαδή στέκεται πάντα και βρίσκεται μέσα στην πατρίδα του εφόσον είναι πάντοτε και θα' ναι πάντοτε back home. Γι΄αυτό κι εγώ αγαπώ πολύ τους χοχλιούς τους μπουμπουριστούς με το ξύδι και το δεντρολίβανο, που στην Κρήτη το λέμε αρισμαρύ, δηλαδή rosemary -για να μη πεις τίποτα βλαχαδερό. Μ' αρέσουν γιατί νιώθω συγχρόνως μια σιχασιά και μια νοσταλγία για το home sweet home.
Και τώρα που επέστρεψες στην πόλη, για πες μας: Τα καλοκαίρια των παιδικών σου χρόνων θυμάσαι να ακρωτηρίαζες μυρμήγκια και τζιτζίκια; Για πες, τους έκοβες τα κεφάλια, τα φτερά, τα πόδια, τις κεραίες, ό,τι περίσσευε; Για λέγε, βρε μικρέ κανίβαλε, πόσα έντομα κακοποίησες μέχρι θανάτου μέχρι να γίνεις άνθρωπος; Εγώ πάντως αμέτρητα. Η ηδονή του να παρακολουθώ πρώτα και μετά να γραπώνω, αιχμαλωτίζω, βασανίζω και τελικά να σκοτώνω τα ζωύφια ήταν μεγαλύτερη από την ηδονή της ηθικής. Εξάλλου τέτοια δεν υπάρχει. Γι΄αυτό, αν υπάρχει Θεούλης, τον καταλαβαίνω. Πρέπει να είναι μεγάλος σαδιστής, διαταραγμένος, ανώριμος μαλάκας για να τυραννάει και να σκοτώνει παιδάκια. Μια βόλτα στα Παίδων, στις Ογκολογικές, για όποιον αμφιβάλλει ακόμα για την ύπαρξη κάποιου μεγάλου κανίβαλου που δε θα γίνει άνθρωπος ποτέ.
Χτες, κάτι κοιτούσα στο blog μου, που πια έχω αφήσει να μαραθεί σχεδόν. Πού' ναι ο καιρός που ασχολιόμουν με μεράκι με τον κήπο μου...Του κανενός τον κήπο που είχε πει κάποιος αγαπημένος. Αλλά να, χτες την είχα στην ποδιά μου και σκαλίζαμε κάτι. Και εκείνη ήθελε να της βάλω το ακαντού, το μπιγκ γουόλ και το καμάον-καμάον αλλά της ζήτησα να κάνει υπομονή ώσπου να βρω κάτι. Και πώς μου ήρθε και της είπα κάποια στιγμή "αυτό είναι το μπλογκ της μαμάς", 23 μηνών νιάνιαρο. Μετά περιηγήθηκα λίγο ακόμα στον κήπο μου και έκλεισα το tab, γιατί δεν αντέχω να το βλέπω πολύ, πια. Σήμερα το ξανάνοιξα και εκείνη δεν ήταν στην αγκαλιά μου. Αλλά το κεφαλάκι της που φτάνει ως την επιφάνεια του τραπεζιού είδε πως είχα μπει εδώ χάμω. Και ούτε καν στην κεντρική σελίδα αλλά στα σχόλια. Και μου λέει: "το μπλογκ της μαμάς είναι αυτό". Αυτό.
Έκαιγε ο ήλιος την πέτρα, την ταφόπετρα. Κι εμείς κλαίγαμε. Τα δάκρυά μας πέφτανε καυτά και γι' αυτό, ανάμεσα στα άλλα, δεν ωφελούσαν. Στη λάβα των δακρύων κινούσε να ενωθεί κι ο ιδρώτας από τις ρεματιές του σώματος. Του σώματος με τα σκούρα ρούχα, τα περιστασιακά, που κυμάτιζαν, όσες πτυχές τους δεν είχαν κολλήσει κατάσαρκά μας, πάνω από το άψυχο σώμα με την ύστατη φορεσιά. Κολλούσε πάνω μας η πένθιμη ενδυμασία, κολλούσε κι ο παπα-Παναγιώτης σε κάθε λέξη σχεδόν. Σχεδον κεκές και σχεδον κουκουές. Παπάς ανέκδοτο.
Κι αυτά τα κυπαρίσσια είναι τα πιο άχρηστα δέντρα απο άποψη ίσκιου. Πού να συγκριθούν με τα γέρικα πλατάνια, που να' ναι αεισκιερά. Όμως, αν θάβαμε τους ανθρώπους κάτω από πλάτανους με τον παχύ, τον χορταστικό ίσκιο, στο τέλος θα καταλήγαμε να πίνουμε ούζα αντί κονιάκ, και θα ευχόμαστε γνήσια περιχαρείς στην υγειά μας αντί δήθεν-καμιά φορά- περίλυποι θεοσχωρέστον.
Έκλαιγε αυτός και ρουφούσε τις μύξες σαν αγροίκος. Όπως τότε που έβγαινε από τη θάλασσα, λες κι έβγαινε απ' το σπίτι του. Κρατούσε μια ψαρούκλα, το ίδιο ανεπιτήδευτα όπως κρατά κανένας μια αρμαθιά κλειδιά. Ένας άντρακλας με πλατάρες και μπρατσα να! Η ψαρούκλα, που βρήκε το θάνατο από το ψαροτούφεκό του, φαινόταν ασήμαντο λιθρίνι στις χερούκλες του. Να θες να σε ξαπλώσει στην άμμο και να δεις τα κουκουνάρια ανάποδα. Τότε, στην πρώτη μας νεότητα πολλές εκφράσεις τις χρησιμοποιούσαμε επαναλαμβανόμενα, με έμφαση αλλα λανθασμένα. Σήμερα, καθώς έβλεπα μέσα από τα υγρά ματιά μου την μάνα του καταλάβαινα καλύτερα το νόημα της έκφρασης που μεταχειριζόμασταν με λάθος τρόπο. Το σωστό ήταν να πω πως ήθελα να με ξαπλώσει κάτω και να πω το Δεσπότη Παναγιώτη. Νυν απολύεις τη δούλη σου, Δέσποτα.
Έκλαιγε και ρουφούσε τις μύξες του ξεδιάντροπα. Ντρεπόταν και για λογαριασμό του η κοντή από δίπλα, η οποία ωστόσο μυξόκλαιγε. Έκλαιγε δηλαδή τόσο συγκρατημένα που οι δυο σταγόνες που αμόλησαν οι δακρυικοί της πόροι κυλούσαν πιο αργά από τις ουρές των εκδρομέων του δεκαπενταύγουστου μπροστά στη μπουκαπόρτα του καραβιού που θα τους πάει στα νησά. Η ψηλομύτα, που η μύτη της δε μυρίστηκε απ΄τα κάστρα τα ψηλά πως ήταν σε κηδεία να αφήσει ένα ρυάκι συγκίνησης να τρέξει ίσαμε το άνω χείλος, που με τα τρεχαματα της τελετής και τα ύστερα της πεθεράς είχε ξεχάσει να αποτριχώσει, ως συνήθως. Κοντή, ψηλομύτα και μουστακαλού.Μοιάζαμε τρομερά.
Όταν μας την παρουσίασε πρώτη φορά στην παρέα, παρά το ότι είχα τυφλωθεί από ζήλια, αναγκάστηκα να συμφωνήσω με τους υπόλοιπους, μάλλον κακεντρεχείς, ως προς το οφθαλμοφανές: μοιάζαμε σαν αδελφές. Και πράγματι υπήρξαμε τόσο αδελφωμενες όσο ο Κάιν και ο Άβελ. Ήταν η εποχή που άνδρες, γυναίκες και παιδιά κουρεύονταν καπελάκι· εμένα ήταν φυσικό ίσιο το μαλλί, εκείνη το ίσιωνε. Ήξερε τον ίσιο δρόμο γενικά. Εγώ, το καπελάκι μου και σε άλλη παραλία, ειδικά.
Εγώ όμως, στη σημερινή περίσταση, αντίθετα με την αδελφή του ελέους, έριχνα το κλάμα της ζωής μου. Σπάραζα, όπως η ψαρούκλα τότε στην χερούκλα του· ή όπως η πάλαι ποτέ σωσίας μου -γιατι δε μπορεί να κοιμάσαι με αυτόν τον άντρα χωρίς σπαραγμό, όσο ξενέρωτη κι αν είσαι- στην αγκαλιά του. Θα πρέπει να έδειχνα πολύ χάλια, με μια μύτη κόκκινη από το πολύ το σφούγγισμα και τα ματιά πρησμένα γιατί ήταν η πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε που δε με κοιτούσε σα να είμαι φρέσκο ψάρι στα κάρβουνα που ήθελε να ξεκοκαλίσει με τις χειλάρες του.
Κοιτούσα προφίλ τη "συγχωρεμένη". Σε τίποτα δεν της έμοιαζε. Αυτή ήταν σα σκίτσο με στυλό κι αυτός σαν πίνακας με παχύρευστη τέμπερα. Λεπτή μύτη καμπουριαστή με μακρόστενα ρουθούνια, στουμπωμένα τώρα με βαμβάκι, αυτή. Φαρδιά, ευθυτενή μύτη με στρογγυλά ρουθούνια τίγκα τώρα στη μύξα, αυτός. Όταν έβγαινε από τη θάλασσα, εγώ τον επιθυμούσα τόσο ώστε φαντασιωνόμουν να του γλείψω την διάφανη βλέννα που ´χε κολλήσει στα πυκνά του γένια. Τι αγριάνθρωπος Θεέ μου. Κι όταν χαμογελούσε, όπως το λέει ο ποιητής «όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσα απ' τ' άγρια γενιά τους». Ήθελε πάντοτε να ανοίξει τα φτερά του για άλλους τόπους. Χελιδόνι, ναυτικός, κάτι τέτοιο.
Όταν οι περισσότεροι έμπαιναν στο ναυτικό με τα κόλπα του πελατειακού πολιτικού συστήματος για να μη κακοπεράσουν, αυτός κατατασσόταν λες κι εκπληρώνε το όνειρο της ζωής του. Κι ας βρήκαν κάποιοι, ανάμεσα στους οποίους η ψόφια όρκα που δε πρόλαβα να της τα ψάλλω πριν τον παπά-Παναή, αφορμή να μουρμουρίσουν κάποια μισόλογα για το ναυτικό και τις αδελφές. Εγώ όμως που ήμουν δηλωμένη πια όταν μετά τις πολλές αναβολές αποφάσισα να εκτίσω τη θητεία μου, πήγα χωρίς πολλά πολλά στο στρατό ξηράς. Και βρήκα πολλά κραγμένα γκεόλια εκεί μέσα, που μπροστά τους φαινόμουν καραστρέιτ. Άρα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια από τις πιέσεις, μαζί με την αρτηριακή της, που ασκούσε η πεθαμένη για να του τσακίσει τον όποιο τσαμπουκά, όταν στα 18 του-βλέπεις δεν ανήκε ποτέ στη φοιτητιωσα νεολαία, και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αυτός ο γκαύλακας, ωστε να παίρνει αναβολές- υπηρέτησε στο ναυτικό.
Μια από κείνες τις ατέλειωτες βραδιές, που μετά τα νυχτερινά μακροβούτια, τις φωτιές στην αμμουδιά, τις παγωμένες μπύρες και τις κάφτρες από τα τσιγάρα να φωτίζουν τα πρόσωπά μας και προπάντων τις καστανοπράσινες ματάρες του, καταλήξαμε να το ξενυχτάμε οι δυο μας, κοιτώντας τον ουρανό που μακριά από τα ηλίθια φώτα του πολιτισμού ξεδιπλώνει πάντα τον έναστρο μανδύα του. Μιλήσαμε για τα πάντα, για τα σύμπαντα, εκτός από μας τους δυο. Κολυμπήσαμε γυμνοί, μετά από δική του προτροπή, και ξαπλώσαμε πλάι-πλάι, ενώ οι ώμοι μας ακουμπούσαν τόσο όσο εγώ να έχω λιποθυμησει σχεδόν από πόθο κι αυτός να ξεροκαταπίνει και να μην τολμά να γυρίσει να με κοιτάξει, σα να διαπράττει το έγκλημα της ζωής του. Που τί έγκλημα να διαπράξει αυτός ο αγαθός γίγαντας, που όσο αγριάνθρωπος είναι απέξω, τόσο ψυχούλα είναι από μέσα ενώ η γέφυρα ανάμεσα στους δυο πόλους είναι η ομορφιά του μέσα-έξω.
Αντίθετα, αυτό το ψοφίμι, πριν και μετά το θάνατο της, άσχημη μέσα-έξω, μόλυνε συστηματικά τη ζωή του μοναχογιού της με ασχήμια και θανατίλα. Όπως άλλες πλέκουν την προίκα της κόρης, αυτή του επλεκε το εφιαλτικό σενάριο της ζωής του. Μιας ζωής κόντρα στις επιθυμίες του. Όπως άλλες κεντούσαν τα προικιά της θυγατέρας, αυτή του τρυπούσε τα μυαλά με το δηλητήριό της. Ενας μπαμπούλας παραμόνευε να τον καυασπαράξει σε κάθε θέλω του. Έτσι κατάφερε η απαίσια σκρόφα να τον μετατρέψει σε ένα τέλεια δυστυχισμένο άνθρωπο που γευμάτιζε ωστόσο κάθε Κυριακή μαζί της και της σέρβιρε, αυτό που τράβαγε η όρεξη της, ένα εγγόνι. Μόνος στο τραπέζι με τρεις γυναίκες.
Ο πατέρας του σοφός άνθρωπος. Έφτιαξε μετά τη σύνταξη έναν μπαχτσέ στο χωριό, πολλά χιλιόμετρα και στριφογυριστά τα περισσότερα, μακριά από την αποδημήσασα, ακρίβυνε η βενζίνη πού να πηγαινοέρχεται, κατσικώθηκε στο κατσικοχώρι του, στην αυτοεξορία του. Και άφησε τη σκύλλα να λυσσάει μόνη της ώσπου την πήρε ο μόνος αρσενικός που θα μπορούσε να την κουλαντρίσει. Με ένα αιφνιδιαστικό χτύπημα ο Χάρος την έκανε δική του. Κεραυνοβόλος θάνατος. Που αν ήξερε με ποια είχε να κάνει, μπορεί και κείνος να το ανέβαλλε για αργότερα, όπως έκανε άλλωστε με όλα τα σκατόψυχα γερόντια που κυκλοφορούν χωλωμένα ως τα βαθιά γεράματα ενώ πετσοκόβει στο άνθος τους κάτι ψυχούλες σαν τον κολλητό του τεθλιμμένου γιου, έναν ημίθεο που κάποτε τον ζήλευα κι εκείνον.
Αυτονού όμως η μάνα, όπως κι η δικιά μου, δεν ήταν της Εκκλησίας, όπως η ασυγχώρητη που παριστάνει τώρα την συγχωρεμένη και η συμπεθέρα της, η μάνα της κοντής. Εμείς και οι μανάδες μας ήμαστε απολωλότα πρόβατα. Οι συμπεθέρες θεοσεβάμενες. Αυτή, την αμφιβόλου υπάρξεως οντότητα, το Θεό, τη σεβόντουσαν. Εμείς, που'χαμε σάρκα και οστά, δεν αξίζαμε το σεβασμό τους. Ούτε και ως νεκροί. Γι' αυτό, όταν σκοτώθηκε ο κολλητός του λεγάμενου, που οσο ζουσε ηταν ο «κακεσπαρεες», δικαίως η ανεγκέφαλη, που σύντομα θά' ναι τέτοια κυριολεκτικά, έκρινε πως αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα, εννοώντας πως αν οι γονείς του ήταν ανθρωποι θρησκευάμενοι αντί για γλεντζέδες, και το παιδί δε θα το τράκαρε ο άλλος ο μεθυσμένος στον παλιό Εθνικό. Όμως και το σκοτωμένο, αν ειχε τα μυαλά του μες στο κεφάλι του, δε θα σκορπίζονταν τελικά στην άσφαλτο να τα μαζεύει το εκαβ. Βέβαια, αν σκοτωνόταν σε τροχαίο γιος του έθνους των προσκυνούντων θα αλλάζανε τροπάριο, λέγοντας πως ο Θεος τους καλούς τους παίρνει γρήγορα κοντά του. Αλλά τέτοιοι υπήρξαν οι εθνικοί μας οδοί, τετοια και τα φονταμεντάλ χριστιανοφασοστόνια που αποτελούν το έθνος μας.
Κινδύνευα λέμε να σκάσω απ' το κλάμα. Από όλες τις μοιρολογίστρες μόνο εγώ κι ο γιος της απομείναμε να κλαίμε. Πως είχα εκτίμηση, αγάπη, λατρεία μη σου πω στην τεζαρισμένη, όλη η Ενορία θα το παραδεχτεί μια απο τις προσεχείς μέρες. Εκτός κι αν κάποια φαρμακόγλωσσα, που είναι, όσο να πεις, ενδημικό είδος στις τάξεις των σταυροκοπούντων, πετάξει με τακτική κόμπρας το δηλητήριο «την έκλαψε πολύ τη μακαρίτισσα η νύφη της». Μια άλλη θα απορήσει. Και δικαίως, αφού η κοντή με το ζόρι έχυσε δυο δάκρυα. Και τότε η φαρμακόγλωσσα θα λάβει την πάσα που περίμενε: «όχι καλέ η καθηγήτρια», θα διευκρινίζε εννοώντας την ωρομίσθια αδιόριστη εκπαιδευτικό, «την άλλη, την Ιταλίδα», εννοώντας εμένα που ζούσα εδώ και χρόνια στη Φλωρεντία.
Κόντευε να τελειώσει η κηδεία που το βαρύ εγκεφαλικό του ιερωμένου και η συνεπακολουθη ανήκεστος βλάβη στην άρθρωση του λόγου, του λόγου του Θεού εν προκειμένω, την επιμήκυνε τόσο ώστε μες στο καταμεσήμερο να δυσφορήσουν -συγκρατημένα μεν- μέχρι και οι συθρησκόληπτες της πεθαμένης, που ' ναι μαθημένες σε τέτοια ιβέντς. Δεν άντεχα άλλο να κλαίω για τον άνδρα που λάτρεψα όσο κανέναν και τον λάτρεψα όσο κανείς. Βαλάντωσα να τον βλέπω πλάι σε μια ημιθανή κλώσσα, ανήμπορο να δραπετεύσει από το δίχτυ της δυστυχίας που του ύφανε μαζί με τη μάνα της και την τρισκατάρατη τη μάνα του, που στον αγύριστο να πάει η σιχαμένη, να τον βλέπω δυστυχή και εγκλωβισμένο στην επαρχία των αθλίων όπου άρχισε πια να γίνεται γνωστό πως κάποιες νύχτες έβγαινε και ψωνιζόταν στη πιάτσα, πίσω από το νεκροταφείο. Αυτός που θα μπορούσε να' ναι ο άντρας μου.
Πόσην ώρα μπορούσε να βλέπει τη θάλασσα νά'ρχεται και να φεύγει, χωρίς να θυμηθεί, όπως καθένας σε μια θαλασσινή ρέμβη, ότι η ζωή, όπως σε όλους, του είχε δοθεί έτσι, τυχαία, συμπτωματικά, άπαξ και δια παντός και για κανέναν γνωστό -ή γνώσιμο- λόγο;
Ένα χαστούκι είναι λίγο πολύ λίγο δύο χαστούκια είναι λίγα τι να πω τρία χαστούκια είναι λίγα πολύ λίγα δώσε μου τέσσερα να φάμε τον Χριστό.
Δώσμου κλωτσιές μπουνιές αμέτρητες πολλές αφού είσαι άντρας μου βρωμιάρη ελληναρά μου μη τσιγκουνεύεσαι πάντα να σκεφτεσαι πως μια ξυλιά ειν' η καλύτερη δουλειά. Ρίξε βρωμόξυλο με το σκουπόξυλο κι εγώ στεφάνι μου θα σ' έχω βασιλιά μου μη τσιγκουνεύεσαι πάντα να σκέφτεσαι πως μια ξυλιά ειν' η καλύτερη δουλειά.
Τσάρλς Μπουκόφσκι: "Μπορείς να αγαπήσεις κάποιον μόνον αν δεν τον ξέρεις καλά". Νιμαντσγόζε:"Έτσι είναι, πατερούλη. Μάλιστα, εγώ που είμαι 3 μέτρα παρατηρητικός άνθρωπος κι έχω 210 κιλά κρίση, γίγαντας δηλαδή στο να μαθαίνω τσακ πάτ τους ανθρώπους, μπορώ στο τσακ-πατ να ξε-αγαπήσω κάποιον. Όμως ξέρεις τι παθαίνω τελευταία; Κεραυνοβόλα φιλία. Μου συνέβη μια-δυο φορές. Είναι καλή φάση. Τον βλέπεις και από την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις πως αυτός ο άνθρωπος μπορεί να γίνει φίλος σου. Κι είναι ακόμα καλύτερη φάση από τον έρωτα. Γιατί δε περνάει εύκολα. Αλλά αγάπη; Τι είναι αγάπη, πατερούλη; Να αφήνεις τον άλλο να σε φωτογραφίζει τόπλες ενώ δεν έχεις βυζιά; Η αγάπη είναι μια φθηνή καρικατούρα που νομίζει πως είναι έργο τέχνης ανεκτίμητης αξίας." Τσαρλς: "'Αλλο Τσαρλς κι άλλο τσαρλατάνος."
Μου λέει "καλορίζικο" ο ένας, "καλοτάξιδο" η άλλη και εγώ συγκινούμαι.
Όταν μου ευχήθηκε η μάνα μου από το τηλέφωνο συγκινήθηκα γιατί ήμουν το κοριτσάκι της, όπως είναι για μένα σήμερα αυτό το τυπάκι που σουλατσάρει στο σπίτι ξυπόλητο, αλλά μεγάλωσε το κοριτσάκι της και απέκτησε το πρώτο του όχημα, όπως μια μέρα θα μεγαλώσει και η τοσοδούλα μου και θα οδηγεί και θα είναι μεγάλη σαν εμένα, κι αυτό με γονατίζει από συγκίνηση προκαταβολικά. Γιατί, αυτά που συνιστούν τα μικροαστικά μας όνειρα είναι φτιαγμένα από ορόσημα όπως αγορά πρώτης κατοικίας, αγορά ΙΧ, γάμος, γέννηση παιδιού, αγορά μωρουδιακών κλπ. Δε συγκινούμαι δηλαδή ιδιαίτερα όταν τη σκέφτομαι να μη φοράει ούτε καν την πάνα της και να κάνει γυμνισμό στη νότια Κρήτη, όταν θα καπνίζει το πρώτο της τσιγάρο ή θα έχει το πρώτο της γερό μεθύσι. Πού υπήρξαν καταστάσεις μακράν πιο συγκινητικές στη δική μου τη ζωή, παρά που πήρα καινούργιο αυτοκινήτο. Αλλά τα ορόσημα του μικροαστικού ονείρου παίζονται σε κάθε περίσταση, τόσο συχνά που προκαλούν εθισμό. Όμως επειδή είναι ένας εθισμός ευλογημένος από κάθε μορφής ζωοκλέφτη (είναι αυτός που σου κλέβει τη ζωή), δλδ απ΄τον δάσκαλο, τον παπά, το διαφημιστή, το δημοσιογράφο, τον έμπορα, τον συγγενή, τον γείτονα κλπ δεν είναι εθισμός αλλά θεμέλιος λίθος.
Όταν μου ευχήθηκε ένας φίλος στο chat συγκινήθηκα γιατί η μητρική μου γλώσσα έχει μια γλύκα για κάθε αδυναμία της. Καλοτάξιδο, καλορίζικο και δε ξέρω τι άλλες λέξεις έχουν επινοηθεί μόνο για να ευχηθούν στον οδηγό να μην πάθει ατύχημα ουσιαστικά. Δε φαντάζομαι πως ο λεξιπλάστης είχε στο νου του να μη σου παθαίνουν ζημιές τα ηλεκτρικά παράθυρα και να μην κάνει θόρυβο η εξάτμιση. Η οριακή ύπαρξη κράτους πρόνοιας αντισταθμίζεται με ευχολόγια, κατά κάποιο τρόπο. Κι ενώ αυτό μου θυμίζει πρωτόγονες κοινωνίες, μόνο που δε χύνουμε κανένα κουβά αίμα αρνιού στο μεταλλικό χρώμα για μη μας συμβεί το κακό, και ως τέτοιο με ενοχλεί, σε φάση το ΔΝΤ μας έλειπε, ωστόσο υπάρχει η σύγκριση με τη τσιγκούνα την Μεγάλη Βρετανία και με ξανασυγκινεί το εύχεσθαι υπέρ πάντων. Που δεν έχουν ένα μπον απετίτ οι καρμίρηδες, ένα μπον βοαγιάζ να πουν. Για να μην πω τα δικά μας, καλή όρεξη και καλό ταξίδι, και φανούν τριτοκοσμικά. Που έχεις γενέθλια, διάολε σαν σήμερα γεννήθηκες, κάτι είναι αυτό, σε συγκινεί, σου προκαλεί μελαγχολία, χαρά, δε ξέρω τι, κάτι σου κάνει και σου λένε μόνο ένα "ευτυχισμένα γενέθλια". Χέστηκα για το αν θα' ναι καλά τα φετινά γενέθλια. Μπορείς να μου πεις πολύχρονη, χρόνια πολλά, να ζήσω μέχρι το τέλος του γνωστού και άγνωστου κόσμου; Μπορείς να ευχηθείς κάτι πιο βαθύ απ' το αν θα περάσω χαρούμενα γενέθλια με κωνοειδή καπελάκια και τουρτίτσες; Μεγάλωσα και σκασίλα μου αν είναι χαρούμενα τα γενέθλιά μου, μεγάλωσα και θέλω να γίνω μεγάλη με άσπρα μαλλιά, παντού να σκορπίζω της γνώσης το φως και τα ρέστα. Μπορείς να μου το τραγουδήσεις αντί να μου λες δεκαπέντε φορές τον ίδιο ανεμπνευστο στίχο "happy birthday to you"; Γι' αυτό, επειδή εδώ αντί για best regards λέμε "να' σαι καλά", γι' αυτό ξαναγύρισα στην Ελλάδα. Πες πες πες, κάτι θα μείνει, που λέμε.
Ξεσκιστείτε στις ευχές φίλοι μου. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.
Τι δίαιτα έκανε ο Μαραντόνα και έχασε τα περιττά κιλά; Έτρωγε τα πάντα εκτός από γκολ. Φάγαμε πάλι τα γκολακια μας οι ελληναραδες; Καλή χωνεψη και στο λαιμό να μας κάτσουν. Ακολουθεί καταρολόγιο: Κατάρα στο Μουντιάλ και σε όλες τις μπάλες απανταχού της οικουμένης. Που να κλαταρουν όλες τους και να μην υπάρχει τρόμπα σ' όλο το γνωστό και άγνωστο σύμπαν. Που να φάει ο σκόρος όλα τα δίχτυα των τερμάτων της υφηλίου και να βγάλουνε αγκάθια οι κερκίδες. Που να χαλάσουν οι σφυριχτρες ολων των διαιτητών του ντουνια και να μη βρίσκουνε ούτε στραγαλι για υποκατάστατο. Που να χαλάσουν όλα τα λάστιχα απ' τα σορτσακια των παιχτων και να παρακολουθώ την ώρα εκείνη Μουντιαλ.
Κατεβαίνω τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Απ΄την εξώπορτα ως το πεζοδρόμιο. Τα 7 σκαλοπάτια που' χουν πλάτος κάπου 3 μέτρα. Που σ' αυτά τα σκαλιά θα χώραγε να φωτογραφηθεί περιχαρές το μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα. Κι όμως δε χώρεσε μια ράμπα από τη μια μεριά να ανεβαίνουν καροτσάκια με μωρά ή με ανάπηρους. Και αναρωτιέμαι αν στη δεκαετία του '60 που πρέπει να χτίστηκε το κτίριο αυτό με τους 5 ορόφους και τα 7 διαμερίσματα σε κάθε όροφο, το όλον 40 διαμερίσματα, γιατί μετράει και το υπόγειο 5 διαμερίσματα, στα 60 χρόνια ζωής του, που θα το έχουν κατοικήσει τόσοι και τόσοι, δε βρέθηκε ένας διαμαρτυρηθεί που δεν έχουν ράμπα τα σκαλιά; Και αν διαμαρτυρήθηκε πού διαμαρτυρήθηκε; Υπήρχαν τη δεκαετία του 60, του 70 και του 80 ιστολόγια, να βγεις να πεις τον πόνο σου, να στηλιτεύσεις το έλλειμμα του πολιτισμού με μια ωραία μεταφορά όπως τα σκαλοπάτια;
Ούτε τότε, ούτε τώρα, ούτε εδώ, ούτε αλλού έχεις δει ράμπα σε ελεεινές πολυκατοικίες της Αθήνας. Ο πολιτισμός δεν κατοικεί εδώ. Οι ανήμποροι, είτε είναι μαμάδες φορτωμένες με μωρά και ψώνια, είτε ΑΜΕΑ, να πάνε να ζήσουν στα Λονδίνα που υπάρχει κράτος πρόνοιας. Εκεί που' ναι ο καπιταλισμός και η ανάπτυξη εκεί είναι και η βαλβίδα που λέγεται κοινωνικό κράτος στη χύτρα που βράζει. Εδώ, μόνο αν φιλοτημηθεί κάνας Δήμαρχος με κοινωνικές ευαισθησίες και γάτος στα ΕΣΠΑ, μπορεί να δούμε καμιά ράμπα σε κανένα πεζοδρόμιο. Κατά τα άλλα σκατά στα μούτρα μας σε κάθε βήμα: ούτε ανάπτυξη υπάρχει, ούτε πρόνοια. Ούτε έγνοια, ούτε συμπόνοια. Μόνο η έγνοια για τα μούτρα μας υπάρχει.
Σκαλί- σκαλί προχωράμε προς την ανάπτυξη. Το λέει και το τραγούδι: "χάπι μπέρθντεϋ του γιου". Του γιου του Ανδρέα του Θαθατζή. Θα γίνουμε άνθρωποι μια μέρα. Και δεν θα περιμένουμε ούτε από τους δανειστές, ούτε από το κεφάλαιο, ούτε από το κράτος. Μέχρι να έρθει κάποιος να με βοηθήσει να κατεβάσω το καρότσι με το παιδί δεν θα πάω να διαδηλώσω για κανέναν.
Ζω στου διαόλου τον κώλο. Σε ένα καζάνι που βράζει. Βράζει η λαμαρίνα του αμαξιού του χρεωμένου, βράζει το κάγκελο του μπαλκονιού του χρεωμένου, βράζει η πλέμπα η χρεωμένη και δαίμονες μας κυβερνάν. Βραστούς-βραστούς θα φάμε τους μικροαστούς. Τα σιχαμένα παλιόψαρα με την μεταδοτική αρρώστεια, την μικροαστίλα. Θα τους κάνουμε κακαβιά και θα είμαστε και μεις μέσα. Στη σούπα. Όλο σού' πα, μού'πες. Στου διαόλου τον κώλο οι κόλαση είναι οι άλλοι. Και εγώ σαν άλλος για σένα και σαν για μένα εγώ.
Μιλάω στο chat με έναν φίλο μου. Άτυχος άνθρωπος. Εκτός που με κάνει παρέα είναι και δικηγόρος. Εγώ πάλι τυχερή, γιατί είμαι προσοντούχος. Είναι κάτι σαν το ζαχαρούχο αλλά στο ξινό. Δηλαδή, εκτός που τον έχω φίλο, μαγειρεύω εξαιρετικά (κλαπ, κλαπ, κλαπ) και πήρα διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Το ΔΟΑΤΑΠ δύστυχο. Ένας οργανισμός που θα έπρεπε να ντρέπεται για την ύπαρξή του. Τυχερό όμως που δεν είναι ανθρώπινος οργανισμός να έχει μυαλό να σκεφτεί. Αν είχε μια στάλα νινιό δε θα έβαζε τον κάθε διδάκτορα σοβαρού παν/μίου διεθνώς να "αναγνωρίζει" το PhD του με ένα σωρό χαρτούρα και βέβαια με το αζημίωτο...(120 ευρώ το παράβολο). Η ατυχία μου ήταν που γεννήθηκα στη Ζιμπάμπουε των Βαλκανίων, όπως σωστά λέει ο Τζιμάκος την πατρίδα μας. Τυχερή και που δεν την αναγνωρίζω για πατρίδα μου μ'ολα τα δικατσά του κόσμου. Τυχερή που μπορώ να τον δω live ακόμα. Δε ξέρω τι έχω πάθει σήμερα και νιώθω πως η τύχη ξεχειλίζει από τα μπατζάκια μου. Ευτυχώς που δε φοράω παντελόνι λόγω ζέστης και έτσι η ατυχής μεταφορά δεν έχει αντιστοιχία. Γιατί δε ξέρω αν θα μου άρεσε να βλέπω την τύχη να μου φεύγει απ' τα μπατζάκια σαν το κάτουρο. Έτσι λοιπόν, κι επειδή έχουν φέρει και το ΔΝΤ, κι επειδή την είδα τυχερή, την είδα και οπορτούνα αμερικανάκι και του λέω:
"θα φερεις τις σφραγιδες ρε χαζοπιπινο;
φερτες και θα σου φερω παστιτσιο
ανταλλαγη προϊοντων
σε λιγο θα βγαινουμε και για κυνηγι
φτωχειααα"
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Κάντε ανάλυση κειμένου στο απόσπασμα του διαλόγου που παρατίθεται σε εισαγωγικά. 2. Εντοπίστε τυχόν συμπτώματα ψυχοπαθολογίας της γράφουσας. 3. Συμφωνείτε με την άποψη ότι η Ελλάδα είναι η Ζιμπάμπουε των Βαλκανίων; Στηρίξτε με επιχειρήματα την άποψη σας.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ:
1 Ανάλυση κειμένου: "θα φέρεις": θα φέρεις από το γραφείο σου στο σπίτι μου (για να μη χρειαστεί να μετακινηθώ ρούπι), "τις σφραγίδες": η σφραγίδα της Χάγης, "ρε": προσφώνηση μεταξύ φίλων, "χαζοπίπινο": υπαινιγμός ότι ο φίλος είναι τεκνό (ατυχής μεταφορά καθότι στρέιτ), "φέρτες και θα σου φέρω": πλεονασμός και οξύμωρο (ποιος να φέρει τι σε ποιον; ) "παστίτσιο": ένα από τα προσόντα της γράφουσας, "ανταλλαγή προϊόντων": υπαινίσσεται ότι έχουμε επιστρέψει σε πιο παραδοσιακές μορφές εμπορίου, "σε λίγο": εννοεί από το 2011 που θα πτωχεύσει η χώρα, "θα βγαίνουμε και για κυνήγι": υπαινίσσεται την επιστροφή στις πρωτόγονες κοινωνίες, "φτώχειααα": δηλώνει αυτό που γράφει. Τα τρία άλφα στο τέλος υποδηλώνουν την κραυγή.
2. Έχω εντοπίσει. Τι να τα κάνω τώρα;
3. Δε συμφωνούμε με την άποψη ότι η Ελλάδα είναι η Ζιμπάμπουε των Βαλκανίων γιατί πρώτον-πρώτον δεν είμαστε μαύροι και άρα καιγόμαστε με το τροπικό κλίμα της πατρίδος μας σε αντίθεση με τους Ζιμπαμπουανούς που δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Δεύτερον, ούτε καν η Ζιμπάμπουε δεν έχει οργανισμούς σαν το ΔΟΑΤΑΠ. Τρίτον, o μέσος όρος ζωής στη Ζιμπάμπουε είναι τα 37 χρόνια για έναν άνδρα, ηλικία κατά την οποία ο Έλληνας άνδρας ακόμα δεν έχει καν απογαλακτιστεί από τη μανούλα του. Η δε μέση Ζιμπαμπουανή γυναίκα ζει 34 χρόνια, ηλικία κατά την οποία η μέση Ελληνίδα αποκτά το τρίτο πτυχίο της και ξεκινάει σιγά-σιγά την καριέρα της. Άρα η Ζιμπάμπουε είναι πολύ πιο προχωρημένη σε όλα της και να την αφήσετε ήσυχη.
Mακάρι να πτωχεύσουμε, Παναγίτσα μου! Να επιστρέψουμε στη δραχμή, να μην έχουμε λεφτά μπας και ξεμπλέξουμε απ'τα γκατζέτια. Βάζω το χέρι μου στη τσάντα μου να πιάσω τον αναπτήρα και μπλέκομαι σε ipod,USB,camera,bluetooth,GPS,κινητό, φορτιστές, καλώδια, διαβόλους, τριβόλους. Δεν είν' η ζωή αυτή. Απεταξάμην τους σατανάδες. Αμήν.