31/8/08
Ο ψαράς (σύγχρονες παραβολές ανωνύμου του Έλληνος)
"Τι έγινε μπάρμπα; Πώς πάει η ψαριά σήμερα;"
"Τα ίδια με χθες. Καλά πάει."
"Κι αφού πάει καλά, βρε μπάρμπα, γιατί δεν κάνεις κάτι να πάει καλύτερα;"
"Σαν τι να κάνω δηλαδή;" τους ρωτάει ο ψαράς
"Να πάρεις πιο σύγχρονο καλάμι και πιο φθηνά δολώματα να βγάλεις πιο πολλά ψάρια."
"Ε, και μετά;"
"Μετά θα πουλήσεις τα ψάρια, θα πιάσεις πιο πολλά λεφτά και θα πάρεις ένα φουσκωτό;"
"Ε, και μετά;" συνέχισε να ρωτάει ο ψαράς.
"Μετά θα μαζέψεις λεφτά να πάρεις μια βάρκα, δίχτυα και σύνεργα να βγεις να ψαρεύεις στα ανοιχτά."
"Ε, κι έπειτα;"
"Έπειτα θα πιάσεις ακόμα πιο πολλά λεφτά και θα αγοράσεις μια τράτα και θα πάρεις και βοηθό."
"Ε, κι έπειτα;"
"Ε, κι έπειτα! Έπειτα θα έχεις αυξήσει τόσο την παραγωγή που θα μπορείς να πάρεις υπαλλήλους να ψαρεύουν!"
"Ε, κι έπειτα;"
"Έπειτα, θα είσαι εσύ ο καπετάνιος και οι άλλοι υπάλληλοι και θα πιάνετε μεγάλες ψαριές"
"Ε, κι έπειτα;"
"Έπειτα, θα έχεις βγάλει τόσο χρήμα που θα προσλάβεις και καπετάνιο στην τράτα!"
"Ε, κι έπειτα;"
"Έπειτα μπάρμπα δε θα χρειάζεται να δουλεύεις και θα κάαααθεσαι!"
"Γιατί, τώρα τι κάνω;" τους αποκρίθηκε ο ψαράς και οι δύο οικονομολόγοι έπεσαν στη θάλασσα και έγιναν γοργόνες.
Και ζήσαμε εμείς καλά και ο ψαράς καλύτερα.
30/8/08
Οι ακαδημαϊκοί είναι μουνόψειρες: εμβαθύνοντας στην Πετροπούλεια θέση περί ανώτατης εκπαίδευσης
Η Αυτού Μεγαλειότης χαρακτήρισε αργότερα τα ΑΕΙ ως μπουρδέλα -που είναι ή καμώνονται τα- πολυτελείας και τα ΤΕΙ ως μπουρδέλα του λιμανιού.
Εμβαθύνοντας τώρα στην Πετροπούλεια θέση περί φθειρών του εφηβαίου, θα πρότεινα τα εξής:
Αν οι ακαδημαϊκοί είναι μουνόψειρες, τότε αιδοίο είναι η ίδια η γνώση, την οποία απομυζούν ως παράσιτα.
Οι φοιτητές είναι οι τρίχες, πράγμα που μαρτυρά το πλήθος και ο ρόλος τους στα ελληνικά ΑΕΙ/ΤΕΙ.
Οι δε αιώνιοι φοιτητές οι τρίχες στην περιοχή μπικίνι μια που ενοχλούν το αγαπητό κράτος της ΝΔ που θέλει να τις αποτριχώσει άρον-άρον.
Τα κρατικά και κοινοτικά κονδύλια καθορίζουν την τοποθεσία του οικήματος (λιμάνι ή Κάραβελ).
Πελάτες είναι οι κυβερνήσεις, η εκκλησία, ο στρατός,το κεφάλαιο και γενικά όλα τα τσίρκα/θεσμοί/παράγοντες που πηδούν τακτικά τη γνώση.
Νταβατζής είναι το κράτος.
Το παιδί για τα θελήματα ή και ρουφιάνος του νταβατζή είναι οι φοιτητικές παρατάξεις.
Και πόρνες είμαστε όλοι όσοι συμμετέχουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην μπουρδελοκατάσταση.
28/8/08
ΑΕΙ-ΤΕΙ: δώσε βάση
26/8/08
Μαύρο παραμύθι για το λευκό της παραμυθίας
Μόνο το φως μπροστά, στο τρένο που ξεπρόβαλε από το τούνελ, ήταν κίτρινο. Λυτρωτικό κίτρινο. Έδωσα μια και σάλταρα στις ράγες. Ακούστηκε μια στριγκλιά. Πάντως δεν ήταν η δική μου. Εγώ σκοτώθηκα με το στόμα σφραγισμένο. Ο πόνος που φανταζόμουν δεν ήρθε ποτέ. Ακαριαίος θάνατος. Σιωπηλός. Σχεδόν ακαριαία εξήλθε και η ψυχή του σώματος και υπερίπτατο σαν πεταλουδίτσα στο σοκαρισμένο, είναι αλήθεια, πλήθος. Το σώμα μου θα πρέπει να βρισκόταν κομματιασμένο κάτω από το ακινητοποιημένο και σοκαρισμένο, είναι αλήθεια, τρένο.
Είναι αλήθεια, είναι αλήθεια. Ο ξεσκισμένος γκρίζος κόσμος δεν είδε κανένα κίτρινο λυτρωτικό. Είδε το μπλε της σειρήνας των μπάτσων και το πορτοκαλί της σειρήνας του ασθενοφόρου. Αυτά ήταν τα τελευταία χρώματα που είδα κι εγώ από κοντά. Γιατί σύντομα (δε μπορούσα πια να μετρήσω πόσο σύντομα αλλά σύντομα) βρέθηκα με τους άλλους. Τους άλλους νεκρούς.
Σε ένα γκρίζο τοπίο. Πέρα για πέρα γκρίζο. Κι αληθινό γκρίζο. Ούτε σαν τις πόλεις, ούτε σαν τα πεζοδρόμια, ούτε σαν τα κουστούμια. Γκρίζο μόνο γκρίζο του ουρανού. Κανένα χρώμα. Σε ένα συννεφένιο βαρύ γκρίζο δίσκο οι ψυχές. Φιγούρες που αχνοφαίνονταν στην γκρίζα ομίχλη, σαν ομίχλη κι οι ψυχές. Κι ούτε άλλο τίποτα. Ούτε γέλιο, ούτε κλάμα, ούτε λόγος, ούτε σκέψη, ούτε μνήμη, ούτε προσδοκία, ούτε ελπίδα, ούτε φόβος. Μόνο ένας αγώνας να διατηρηθείς στη λήθη και στην αταραξία. Τίποτα. Τρεμόπαιζαν σαν κεριά, οι ψυχές. Παραταγμένες σε έναν κύκλο.
Στην εξωτερική τροχιά του κύκλου στέκονταν, ή μάλλον τρεμόπαιζαν, οι γαληνεμένες ψυχές.
Εκεί με υποδέχτηκε κάποιος παλιός γνώριμος. Με εθελούσια έξοδο κι εκείνος βρέθηκε πριν πολλά χρόνια στον συννεφένιο δίσκο. Αλλά φαίνεται πια μπορούσε να αντέξει να βρίσκεται στην περιφέρεια του δίσκου. «Ο παππούς πού είναι;» τον ρώτησα με τον τρόπο που ρωτούν οι πεθαμένοι: χωρίς λόγια. Μου έγνεψε πως ο παππούς ήταν πρόσφατα νεκρός και δεν άντεχε στην εξωτερική τροχιά. Ήταν κάπου κρυμμένος ανάμεσα σε αμέτρητες ψυχές στο εσωτερικό του κύκλου. Και τότε γύρισα την πλάτη μου και αντίκρισα αυτό που μόνο οι γαληνεμένες ψυχές μπορούσαν να αντικρίζουν ατάραχες και απαλλαγμένες απ’ τη μνήμη. Ή μάλλον σχεδόν άντεχαν. Γιατί κάποιες ανησύχαστες ψυχές αυτομολούσαν και βρίσκονταν πάλι στη ζωή, καταδιώκοντάς τη από φθόνο. Γιατί δεν άντεχαν να τη βλέπουν μόνο από κει ψηλά.
Από το δίσκο των ψυχών έβλεπες τον κόσμο. Ο κόσμος ήταν οι κόκκινες στέγες των σπιτιών, τα πράσινα πάρκα, τα άσπρα σύννεφα, το μούχρωμα του δειλινού, τα πράσινα ποτάμια, οι γαλάζιες θάλασσες, το κόκκινο ποδηλατάκι, το γελιο ενός παιδιού και ο πολύχρωμος ανεμόμυλός του, το τιτίβισμα των πουλιών, το άρωμα των ρόδων, όλα αγκαλιασμένα στο λευκόχρυσο φως του ήλιου. Αυτό είχα χάσει.
Κι αυτό δεν άντεχα να αντικρίζω, μια νέα στον κόσμο των ψυχών, των νεκρών σωμάτων, μία αυτόχειρας.
Η απελπισία, η απόγνωση, οι μαύρες σκέψεις δε φαίνονταν πουθενά. Αυτό που έβλεπα ως ψυχή, ως μη σώμα πια, είχα χάσει οριστικά και επιθυμούσα απελπισμένα όσο ποτέ δεν το επιθύμησα ζωντανή. Τώρα πια ήξερα τι σήμαινε θαύμα της ζωής. Αλλά ήταν πια αργά. Ή μπορεί και όχι. Αφού όνειρο ήταν. Ή μπορεί και όχι.
16/8/08
14/8/08
12/8/08
9/8/08
ενός λεπτού σιγή
Πάνω του βρισκόταν αυτή. Μια τουριστική ανάπτυξη με ομπρέλες, σαίζ λόνγκ, ξύλινα παραπήγματα με πλαστικές καρέκλες, χλιδάτες καφετέριες με θέα το πέλαγος, αιρ κοντίσιον και ιδρωμένα γκαρσόνια με στολή, πολλά ντεσιμπέλ με νεοελληνική ποπ, ντουζιέρες, ξενοδοχειακά συγκροτήματα και ρουμ του λετ, χημικοί καμπινέδες και έναν κουλουρτζή που πουλούσε ντόνατς.
Ανάμεσά τους, εκείνου και εκείνης, βρίσκονταν αυτοί. Δίποδα που αν και είναι φανερό πως δεν έχουν διαβεί ακόμα επιτυχώς τα στάδια της εξέλιξης έχουν πορτοφόλι, δίπλωμα οδήγησης και γνώμη. Κοινή μεν, γνώμη δε. Την τριχοφυΐα- κληρονομιά του μακρινού εξαδέλφου χιμπατζή- κοσμεί χρυσός σταυρός και χρυσή βέρα. Η αγριότητα του βλέμματος -κληρονομιά επίσης- έρχεται σε αγαστή συμφωνία με τη βαναυσότητα στη χρήση της μητρικής γλώσσας. Μητροκτόνοι μεν, πατεράδες δε. Οι υιοί και κόρες πλατσουρίζουν στα ρηχά με μπρατσάκια, σωσίβια και ό,τι τελοσπάντων μπορεί να κρατάει στην επιφάνεια το είδος. Αλλά παρά την έλλειψη βάθους οι πρόγονοι φωνασκούν ακαταπαύστως στους διαδόχους να εξέλθουν από τη ρηχότητα. Οι άρρενες συζητούν για: κινητά, ακίνητα, αυτοκίνητα. Οι θηλυκές αλείφονται με αντηλιακό. Προσέχοντας μη χαλάσει το μανικιούρ- πεντικιούρ ανοιγοκλείνουν καπάκια από τάπερ. Κεφτεδάκια, καρπούζια, πεπόνια εκλύουν σάλια και ελκύουν μύγες. Σάντουιτς σε σελοφάν και αλουμινόχαρτα βρίσκουν το δρόμο για την στοματική κοιλότητα των λουόμενων. Αλουμινένια κουτάκια μπύρας, μπουκάλες νερού, παγάκια εμφανίζονται από πλαστικό ψυγειάκι. Και εγένετο φραπές. Μητέρες στριγκλίζουν στα μικρά"βγες έξω", "έλα να φας", "μη μπαίνεις στα βαθιά", "μηηηηη!", "έλα να σου βάλω αντηλιακό", "άμα σε πιάσω θα δεις". Οι διάδοχοι ανταποδίδουν με άναρθρες κραυγές. Γοερά κλάματα από μαλλιοτραβήγματα, σκουντουφλήματα, κυνηγητά, κύματα και καμιά σοφή σφήκα.Τα ανδρικά χάχανα διαδέχονται οι βραχνές απειλές προς τους διαδόχους που διαδέχονται κουβέντες σε τόνους μη αναγκαία υψηλούς. Από τα μεγάφωνα της καφετέριας η υστερική, ανορεξική αοιδός που καταμαρτυρεί την επώδυνη απώλεια ενός αρσενικού σε τσιφτετελοειδές τέμπο.
Ώσπου ξάφνου εισβάλλουν στην πλαζ περίπου εβδομήντα άτομα διαφόρων ηλικιών. Δυο από αυτούς εισβάλλουν στο μεγαθήριο των καφέδων και κόβουν το καλώδιο του αναθεματισμένου cd player με τα καλοκαιρινά χιτ. Τα ντεσιμπέλ της παραλίας πέφτουν αισθητά. Κάποια από τα λουόμενα δίποδα απορημένα στρέφουν τις κεφαλές τους προς την καφετέρια που κρέμεται πλέον άναυδη πάνω από τα κεφάλια τους. Κάποια άλλα απομονωμένα στην δική τους εκκωφαντική ηλιθιότητα συνεχίζουν να τσιρίζουν άνευ λόγου και αιτίας. Τότε οι 70 σχηματίζοντας κλοιό γύρω από τα ξαπλωμένα δίποδα, παίρνουν το έναυσμα από τον γηραιότερο και εφορμούν συντονισμένα κολλώντας στα στόματα των λουομένων μονωτικές ταινίες.
Για μια στιγμή, μια τόση δα στιγμή, που την πήρε ο άνεμος και τη χάρισε στο κύμα που εκείνο την άπλωσε στα βότσαλα της ακροθαλασσιάς και την μοίρασαν στα βράχια και την είδε ο ουρανός που χρωματίζει πάντα τη θάλασσα, έγινε σιγή. Ενός λεπτού συναισθήματος σιγή. Όπως στις ακτές του χειμώνα. Που η σιωπή υποκλίνεται στην ομορφιά του κόσμου. Όμως ας μην πω κι εγώ τίποτε άλλο.
6/8/08
Περιμένοντας τους Βούλγαρους (Συγκάτοικοι ΙΙ)

Φτάσαμε αργά το απόγευμα στην Εραδούρα, ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ανδαλουσίας φορτωμένοι όσο πολιτισμό και όση ταξιδιωτική εξάντληση βάσταγαν οι πλάτες μας. Μας καλοδέχτηκαν κάτι αέρηδες, άλλο πράγμα. Ισπανικό. Ισπανική και η υποδοχή της τρελοκοτσιδούς σαραντάρας στο κάμπινγκ που με βεβαίωσε πως δεν έχει καμιά κράτηση στο όνομά μας και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.
Με τα πολλά, βρήκαμε ένα, ας το πούμε απάνεμο, μέρος να στήσουμε τη σκηνή. Πιο κει τέσσερις άντρες κατράμι απ’ τον ήλιο πίνανε μπύρες μιλώντας και γελώντας. Δυνατά. Και μας κοιτούσαν το ίδιο δυνατά. Που εγώ πάλευα με σχοινιά, πέτρες, φύλλα και ανέμους και ο Νίκος μελετούσε σοβαρός ένα χαρτί με οδηγίες χρήσεως για τη σκηνή.
«Το κοινό μας έλειπε τώρα!» μουρμούρισα εκνευρισμένη για τους δίπλα. Μου έφταιγε και ο αέρας. Κυριολεκτικά. Και τα αδιάκριτα βλέματα. Ειλικρινά.
Παρ’όλη του την επιστημοσύνη ο Νικόλαος σκόνταψε σε μια πέτρα και του πήρε τις οδηγίες ο πανταχού παρών αήρ. Στη φούρια μου, το μόνο που πήρα χαμπάρι ήταν ένα δυνατό γέλιο από την αντροπαρέα. Δυνάμωσαν κι άλλο κάτι σέρβικα σε ένα κασετόφωνο με ενισχυτή και μας περικύκλωσαν προσφέροντας βοήθεια.
«English? Ingles?» ρωτάω μήπως συνεννοηθούμε μεταξύ μας το έξαφνο συνεργείο ανέγερσης σκηνών. Ένας μου έγνεψε το χέρι του σα βάρκα στα κύματα, που θα πει «κάτι λίγα». Που στην πράξη σήμαινε καθόλου. Είπαμε τα βασικά. Εμείς έλληνες, εσείς; Μπουλγκάρια. «Ω, Μπουλγκάρια! Ολ Μπαλκάνιαν!» απόσωσα ενθουσιωδώς και ελήφθη ως παράγγελμα να ξεκινήσουμε.
Μες στο κομφούζιο βρήκα ευκαιρία να λουφάρω με ένα χαζόσκυλο σαν αυτό το τσιαουάου στον Τρυποκάρυδο του Τομ Ρόμπινς που κάθισε πάνω του και το έλιωσε μια χοντρή.
«Πώς το λένε»; ρωτάω τον ισπανό της παρέας που δε καταδέχτηκε να δώσει ένα χεράκι στην ανέγερση. Μου απάντησε κάτι σαν Καμπόνε, Καπόνε...ούτε που κατάλαβα.
«Αλ Καπόνε!» συμπλήρωσα σε έξαλλη κατάσταση οίστρου. Πέσανε οι σχετικές επευφημίες με διεθνείς όρους όπως μαφία, Μάρλον Μπράντο και τα σχετικά.
Γύρισα στο εργοτάξιο και είδα τον σύντροφό μου να καρφώνει ένα πασαλάκι και να δίνει οδηγίες στα αγγλικά και δη με προφορά λονδρέζικη ωσάν μεγαλοεργολάβος σε εθελοντή οικοδόμο σκηνών. Ήθελα να φωνάξω ένα «τι γίνεται εδώ ρε;» στο από σπόντα αφεντικό, αλλά μετά σκέφτηκα σε ποια γλώσσα να το πω...και έκανα την καρδιά μου πέτρα και ένα οντισιόν τις πιο κατάλληλες κοτρώνες στο ρόλο του σφυριού και τις μοίραζα στο συνεργείο «οι βούλγαροι» και σια.
Με τα πολλά ανεγέρθη και ο υφασμάτινος πύργος και ξέσπασα εγώ σε κάτι εορταστικά gracias, gracias. Μου ήρθε να χορέψω τα βουλγάρικα -που εξακολουθούσαν να παίζουν στη διαπασών- απ’ τη χαρά μου, αν δε σκόνταφτα στο αυστηρό βλέμμα του Νίκου και τις πολύ συγκρατημένες ευχαριστίες του. Το πράγμα σοβάρεψε κι άλλο όταν ο ψηλός εξηγούσε λίγο μετά στον ισπανό του αλ καπόνε, πως η μάνα του δούλευε τριάντα χρόνια στη Βουλγαρία και τώρα δεν μπορεί να πάρει σύνταξη και «νο ινσιούρανς».
Αφού χτίσαμε και το σπιτικό μας, πήγαμε να το γιορτάσουμε τα δυο μας με κρύες cervecas στο πλησιέστερο ερημικό ταβερνίδιο by the sea με τις ωραίες του καλαμωτές ομπρέλες. Το «τέλος καλό όλα καλά» και οι μπύρες δε με βοήθησαν να ξεχάσω το ατόπημα του ανδρός μου.
«Καλά ρε, γιατί δε συνεννοήθηκες στα ισπανικά με τους ανθρώπους;» ρώτησα έτοιμη για καυγά το Νίκο τον ισπανομαθή. Να σημειωθεί πως άνθρωποι εν προκειμένω λογίζονται οι βούλγαροι.
«Αφού είπανε πως μιλάνε αγγλικά» αμύνθηκε.
«Τι αγγλικά μιλάνε μωρέ; Και έπρεπε να τους απευθύνεσαι με προφορά; Σε ποιον μιλάς, στον σουπερβάιζορ;» συνέχισα την κατσάδα απτόητη.
«Καταλαβαίνανε» απάντησε θέλοντας να δώσει τέλος στην αψιμαχία υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζομένων που εκκίνησα εγώ, η αυτεπάγγελτη προστάτις.
«Σκατά καταλαβαίναν. Και τι ύφος ήταν αυτό που είχες; Και το ευχάριστω με μισή καρδιά το είπες» εξακολουθησε η συνδικαλομητέρα.
Τότε μου εκμυστηρεύθηκε ο Ν. πως είχε θυμώσει μαζί τους επειδή γέλασαν που σκόνταψε και πως του την έσπασε που αμέσως μετά από αυτό προθυμοποιήθηκαν να βοηθήσουν. Και πως αν δεν έβλεπαν τη γκόμενα και την ανημποριά του άντρα, δε θα έσπευδαν σε βοήθεια, μου εξήγησε μασημένα.
«Και πού είδες το κακό; Αντί να γελάσεις με τα χάλια μας μούτρωσες στους ανθρώπους!» του ανάκοψα την ερμηνευτική πορεία αν και μετριοπαθώς μια που μου ερχόταν να γελάσω.
Τελοσπάντων θα γινόταν η μάχη της Εραδούρας αλλά έλα που κατέφθασε από το πουθενά και ζωντανή ορχήστρα. Διέκρινα μες στο σκοτάδι τρεις φιγούρες που έπαιζαν παράμερα διάφορα ινστρουμένταλ σε αλληλουχία επιτυχή με «τα παιδιά του Πειραιά». Που είσαι μάνα να δεις την κόρη σου να πίνει μπύρες στο ανδαλουσιάνικο χωριό με τα σάουντρακ που μεγάλωσες! Ήθελα πάλι να σηκωθώ να χορέψω αλλά έλειπαν οι Βούλγαροι.
Ή έτσι νόμιζα. Το άλλο απόγευμα σεργιανόντας στο χωριό πρώτα ακούσαμε και μετά είδαμε την ορχήστρα. «Ρε συ, οι Βούλγαροι!» λέω στο Νίκο και ξεσπάσαμε σε γέλια. Περνώντας από δίπλα χαιρετήσαμε τους πρώην «οι δίπλα» δι’ανάτασης των χειρών, πράγμα δύσκολο να ανταποδώσουν με τα κλαρίνα και τα ακορντεόν ανα χείρας. Αρκέστηκαν σε ένα χαμόγελο. Όλο δικό μας. Βουλγάρικο.
«Προσοχή: δοκιμάστε να στήσετε τη σκηνή δοκιμαστικά στο σπίτι σας πριν από τις διακοπές σας», διάβασα στο αγνοούμενο επι μέρες χαρτί οδηγιών χρήσης.
«Πάλι καλά που δεν ξέρανε αγγλικά οι άνθρωποι. Ρεζίλι θα γινόμασταν» σκέφτηκα καθώς το πετούσα εν είδει συμμαζέματος της γύρω περιοχής κάτω από το δέντρο. Κι ένιωσα ξαφνικά ντροπή για όλες τις αυτιστικές βρετανικές οδηγίες που έχω υποστεί στη ζωή μου.
Τις επόμενες μέρες όπου και να τρώγαμε είχαμε συνοδεία ζωντανής μουσικής και έτοιμο το ευρουδάκι υπερ των γειτόνων με τις κίτρινες μπλούζες και τις μαύρες βερμούδες. Ο εισπράχτορας της κομπανίας και καμπούρης ακορντεονίστας προς το τέλος των διακοπών μας στην Εραδούρα, σήκωνε τα χέρια ψηλά που δίχως καμιά γλώσσα θα πει ξεκάθαρα «δεν το πιστεύω! Πάλι εσεις μπροστά μας!» και γελώντας μάζευε το μπαξίσι που είχα ακουμπήσει στο τραπέζι.
Όταν έφευγα από την Ανδαλουσία είχα κι έναν μικρό πόνο στην καρδιά. Για κάτι φάτσες που συμπάθησα και δε θα ξαναδώ ποτέ...
Αλλά είχα και τα εν Λονδίνω να σκεφτώ και τις φάτσες επισκίαζαν πια οι έγνοιες μου.
Η Καταρίνα, η ξανθιά Βουλγάρα υποψήφια διδάκτωρ οικονομικών επιστημών και συγκάτοικός μου, έπεισε το νεότερο, κοντύτερο και καμιά σχέση σε στύλ Τούρκο χεβιμεταλά γκόμενό της να φύγουν από το σπίτι. Και κατέβασε και μια ελεφαντο-προβοσκίδα που όμοιά της στοιχηματίζω πως δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ευρύτερη περιοχή των βαλκανίων. Δεν ευοδώθηκε η συγκατοίκηση γιατί υπήρξαμε οι έτεροι συγκάτοικοι, υπερβολικά φιλόξενοι και ελλιπέστατα τυπικοί.
Θυμάμαι με τι καμάρι μου εξιστορούσε η Καταρίνα απ’τη Σόφια την θεάρεστη συγκατοίκησή της με δυο άλλες δυτικο-ευρωπαίες στο Βέλγιο όπου όλα ήταν σε πρόγραμμα και υπό έλεγχο, βεβαίως- βεβαίως. Τόσο που επειδή το πρωί ήθελαν απαξάπασες να κάνουν το καθιερωμένο ντους του πολιτισμού της δύσης, κρατούσαν ώρα. 7.30 με 7.50 η μια, 8.00 με 8.20 η άλλη, 8.20 με 8.40 η τρίτη.
Τόσο όμορφα και οργανωμένα που όταν ο Τούρκος επισκέφτηκε τη Βουλγάρα στα Βελγια και ήθελαν διακαώς να απολαύσουν το πρωινό τους ντους, έπρεπε να μοιραστούν την ίδια προκαθορισμένη ώρα μια ντουζιέρα μια σταλιά και γρήγορα-γρήγορα να μη χαλάσει το πρόγραμμα. Κι όταν μου κατάστρωσε πρόγραμμα καθαριότητας, ω, δε λησμονώ το πονηρό της αστείο! Το ένα ζευγάρι να καθαρίζει το κωλόσπιτο και το άλλο να επιβλέπει, εναλλάξ, είχε προτείνει...Όσο και κείνη δε λησμόνησε το δικό μου αστειάκι στις ιστορίες καθημερινής ρομποτικής στο Βέλγιο. «Κι εμεις εδώ είμαστε μια χούφτα βαλκάνιοι που θα παριστάνουμε τους ευρωπαίους, ε; » είχα πει και θυμάμαι καλά πώς με κοίταξε.
Τι να γίνει, ήταν πολιτισμένο κορίτσι και εγώ βάρβαρη βαλκάνια καθώς φαίνεται. Εκείνη κόντεψε να βουρκώσει στις πρώτες δηλώσεις του Μπλερ μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στις συγκοινωνίες τον Ιούλη’05 παρατηρώντας "how cute he is"...Όσο για μένα, άντε να έχω κάνει δέκα πρωινά ντους στη ζωή μου. Προτιμώ να ονειρεύομαι για είκοσι λεπτά ακόμα.
Στο καλό να πας Καταρίνα, οικονομολόγε. Και πού’σαι , μη ξεχάσεις πως η μάνα του ψηλού με το κλαρίνο ακόμα περιμένει τη σύνταξη...
5/8/08
Ο πολιτισμός ευνοεί τον βλάκα- Διονύσης Χαριτόπουλος
Διονύσης Χαριτόπουλος, Εγχειρίδιο Βλακείας, εκδόσεις Τόπος
4/8/08
"....πώς ξεφεύγει κανείς από την παρατεταμένη κόλαση των μαλακισμένων νεομικροαστών..."- Άρης Μαραγκόπουλος
Άρης Μαραγκόπουλος, Η μανία με την Άνοιξη, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
2/8/08
"Τους λογαριασμούς μου με το θεό τους έχω ξοφλήσει...." - Τζίμης Πανούσης
Τζίμης Πανούσης- Μικροαστική καταστροφή, Εκδόσεις opera
1/8/08
Οι Έκνταλ γιορτάζουν- Μαλβίνα Κάραλη
Σπίτι ακατάστατο. Εσύ το λες ζωισμένο. Βιβλία στο πάτωμα.Τα παιδιά στην τραπεζαρία. Με τους φίλους τους. Ο μικρός με το κορίτσι του. Για κοίτα. Γέλια-μια ξεχασμένη κατσαρόλα καίγεται.[...] Εν αταξία η τάξις. Πόσο καιρό είχα να το θυμηθώ;
Όμως το είχα πάντα κατά νου. Λίγο διευθετημένα τα πράγματα της ψυχής- και σπρώχνεις δίχως τύψεις τα ψίχουλα κάτω από το χαλί. Αύριο τα ψίχουλα. Σήμερα έχει ζωή. Σιγά μην κάτσεις να μαζέψεις. Έχει ζωή. Και δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω της. Η απόλυτη τάξη είναι λένε επιθυμία θανάτου. Πολλή τάξη οι πεισιθάνατοι. Πολλά καλογυαλισμένα παρκέ οι απαρηγόρητοι.
Τη θυμάμαι να συγυρίζει μανιωδώς. Υστερικές γυναίκες λέει ο δόκτωρ Χάπινες. Αδικαίωτες, θυμοί πνιγμένοι μέσα σε αποστειρωμένες μπανιέρες. Αν μπορούσαν να βράσουν τα μωρά τους, θα τα έβραζαν με χαρά. Αποστειρωμένο μωρό, καμιά μυρωδιά. Σαν ζωή όπως όπως. Γυναίκες. Κάθε φορά που επιθυμούν να σπάσουν κάτι, το γυαλίζουν. Όσο πληθαίνει η έσω αταξία τα σπίτια των ανθρώπων νεκροτομεία. [...]
Μαλβίνα Κάραλη, "Σαββατογεννημένη", Εκδόσεις 01
31/7/08
κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό
Μα ταιριάζουν οι Portishead με το καταμεσήμερο; Ένα είναι το καταμεσήμερο. Σιχαμένη λέξη, αταίριαστη με το επίσης σιχαμένο ψιλόβροχο και τον μολυβί ουρανό του Bristol της Beth Gibbons. Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δε νοιάζονται για τον καιρό κι ούτε του αποδίδουν απαξιωτικούς επιθετικούς προσδιορισμούς. Θυμήθηκε, παραφράζοντας τον Ευγένιο της Σώτης Τριανταφύλλου, στο Λίγο από το αίμα σου.
Κι ούτε θα την απασχολούσε η συμβατότητα μουσικής και ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας αν δεν διάβαζε εκείνο τον καιρό τη Μανία με την Άνοιξη του Άρη Μαραγκόπουλου όπου γίνεται μια κουβέντα με αφορμή τους Πόρτισχεντ και τη θλίψη που αποπνέουν -ή εμπνέουν- εν μέσω θέρους και λοιπά.
Την ώρα που ανακάλεσε στη μνήμη δύο από τα βιβλία του φετινού καλοκαιριού, γουργούρισε σαν ευτυχισμένη γάτα. Και αυτό το "φετινό" της θύμιζε πάντα φέτα από καρπούζι. Όπως το ρήμα ομολογώ της έφερνε ως συνειρμό την πεολειχία. Και το καρπούζι με τη σειρά του, της έφερνε στο νου το Σαββόπουλο και το τραγούδι που λέει "καλοκαίρι, με τη φέτα το καρπούζι στο' να χέρι" όταν το καλοκαίρι των 18 της χρόνων τον είχε πρωτοδεί ζωντανά και μαγεύτηκε σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό. Και που το ίδιο καλοκαίρι πήγε πρώτη φορά διακοπές χωρίς τους γονείς, πρωτόκανε γυμνισμό και ήταν ασύλληπτα ερωτευμένη με ένα άνδρα πολύ αλλιώτικο, πολύ σεξουαλικό, πολύ μεγαλύτερο και που τώρα πια ίσως και να τον αποφεύγει στα κοινά στέκια, γιατί έτσι είναι αυτά. Ή γιατί έτσι είναι αυτή. Μόνο ο έρωτας για τη μουσική, το διάβασμα, το καλοκαίρι και το μωβ τσαλακωμένο του δειλινού θα τη συνοδέψει μέχρι τέλους. Έτσι είναι αυτά. Το ήξερε.
Κι ενώ ρέμβαζε τις αναμνήσεις της στο εσωτερικό τοπίο, ο σύντροφός της έστριψε απότομα αριστερά το τιμόνι της μηχανής με κίνδυνο όχι τόσο να απαγκιστρωθεί το mp3 player από τα αυτιά της ή να διακοπούν οι έτσι κι αλλιώς αλλόκοτοι συνειρμοί της στην έσω ρέμβη της, αλλά να βρεθούν οι δυο τους ανάμεσα στις θλιβερές στατιστικές των τροχαίων ατυχημάτων. Και θα βρίσκονταν στους στατιστικούς δείκτες του Υπουργείου Μεταφορών, τι κατάρα, γιατί ένα σακίδιο λύθηκε από τον μολυβί ουρανό του προπορευόμενου ΙΧ. Ένα σακίδιο από τα στοιβαγμένα στη σχάρα του αυτοκινήτου μπροστά ξεσκάλωσε με κατεύθυνση τα σώματά τους, τα επιβαίνοντα στη μοτοσικλέτα, τα νόστιμα μέσα στην αρμύρα, τα νόστιμα καλοψημένα από τον ήλιο, τα νόστιμα με τις μυρωδιές από το θυμάρι και τους φρυγανότοπους της διαδρομής, τα νόστιμα από τη φρεσκάδα της διεκδικούμενης νεότητας. Παρ' ολίγο δηλαδή να γίνονταν νόστιμα σφαχτάρια στον Μεγάλο Χασάπη όπως το λέει περίπου ο Σοπενάουερ. Αλλά ουφ!, τη γλίτωσαν. Η κωλοφαρδία του δε περιορίζεται στο τάβλι αλλά και στην οδήγηση καθώς φαίνεται, σκέφτηκε η συνεπιβάτης στη μηχανή και χαμογέλασε πονηρά και ανακουφισμένη. Του χτύπησε τοκ-τοκ το κράνος για να την ακούσει.
"Προσπέρνα τον, τον χαζόβλακα, να του πούμε πως του έπεσε το σακίδιο!" φώναζε εκεί όπου υποθετικά είναι τα αυτιά του αγαπημένου της, τα κατειλημμένα από το κράνος και την ταχύτητα. Την άκουσε όμως. Γιατί "τόσο πολύ μ' αγάπησες κυρά που άκουα διπλά τα βήματά σου". Γι' αυτό.
Γυρνάει το γκάζι εκείνος και καταφέρνει να βρεθεί πλάι στο ανεμοδαρμένο ΙΧ με τις αποκολλημένες αποσκευές. Ο οδηγός της απολεσθείσας βαλίτσας δεν δίνει σημασία στα νοήματα του ζεύγους των μηχανόβιων. Ούτε κι ακούει την κοπέλα που κάτι του φωνάζει. Έχει κλειστά παράθυρα και φουλ το αιρ κοντίσιον και το σιντί με τα σκυλονησιώτικα- χειρότερα από το ντάρι-ντάρι στο γιαλό πετούν και τα σχετικά. Γκαζώνει κι άλλο για να ξεφύγει από τα φρικιά. Φασαρίες με τέτοια άτομα εν ώρα μη υπηρεσίας δε θέλει, ειδικά μετά από όσα έγιναν πριν δυο χρόνια. Κωλόπαιδα, γαμώ το σπίτι σας. Η μηχανή τον προφταίνει και η κοπέλα συνεχίζει να χειρονομεί δείχνοντας προς τα πίσω με το δεξί της χέρι. Το αριστερό της χέρι είναι στη μέση του οδηγού της μηχανής. Ρίχνει μια ματιά στον αριστερό καθρέφτη του. Τι διάολο του δείχνει η μαλακισμένη; Εκείνη αντιλαμβάνεται πως κάτι αντιλαμβάνεται ο οδηγός και συνεχίζει να χειρονομεί με περισσότερη ένταση ώσπου δέχεται δυο ισχυρά κατάγματα στον ώμο και στον καρπό από τη δύναμη του αέρα. Μισολιπόθυμη από τον πόνο και το σοκ χάνει την ισορροπία της και βρίσκεται στην άσφαλτο. Με ταχύτητα 110 χλμ την ώρα.
Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες έγραψαν για τον άδικο θάνατο μιας 30χρονης στο τάδε χιλιόμετρο της εθνικής οδού τάδε. Έγραψαν για τα άγνωστα αίτια του δυστυχήματος. Μια που ο "άτυχος οδηγός της μοιραίας μοτοσικλέτας" δε δέχτηκε να διαφωτίσει τα τοπικά μμε για το συμβάν. Αν και λίγα πράγματα ήξερε να τους πει κι εκείνος. Πως δηλαδή προσπαθώντας να πληροφορήσουν τον οδηγό του ΙΧ για το σακίδιο η κοπέλα έπαθε κατάγματα στο χέρι, έχασε την ισορροπία της και σκοτώθηκε ακαριαία. Αλλά ακόμα δεν θα ήξερε να τους πει πως ο οδηγός ήταν ο σεκιουριτάς του υπουργού που επιχείρησε να σπάσει την κατάληψη και που του είχαν κάνει ντου καμιά δεκαπενταριά σύντροφοι με αποτέλεσμα να πυροβολήσει στα πόδια έναν από αυτούς και να τον αφήσει κουτσό, και πως έπειτα αυτός και η φίλη του βρέθηκαν να συμπαρίστανται στη δίκη που έκανε ο υπουργός στους συντρόφους γιατί του επιτέθηκαν και άλλα εμπριμέ. Γιατί έτσι είναι αυτά. Κάποια πράγματα τα μαθαίνεις πολύ αργά ή καθόλου. Όμως εκείνη έφυγε και ήξερε κάτι. Πως ήταν ερωτευμένη με τη μουσική, το διάβασμα, το καλοκαίρι και το μωβ τσαλακωμένο του δειλινού. 'Εφυγε με την ερωτευμένη γνώση. Για την φιλανθρωπία ήξερε; Ποιος ξέρει...
11/7/08
Ώρα Ελλάδας
141. Μήνυμα χωρίς χρέωση. Σας ενημερώνουμε ότι ο αριθμός άλλαξε. Για να ακούσετε την ωρα Ελλάδας παρακαλούμε διαβάστε το ποστ.
Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι
19 ρε μαλάκα και χέσ’ τα δευτερόλεπτα
Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι
19 και κάν’το κορόιδο και γάμα τα δευτερόλεπτα
Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι
19 και γράψ'τους κι αυτούς και τα δευτερολεπτα
9/7/08
Όλα γραμμένα είναι
Στο σπίτι ήταν ο πρωτότοκος. Είχαν προηγηθεί βέβαια οι δυο του αδελφές αλλά το φύλο κάνει τη σειρά στον τόπο που γεννήθηκε. Εφόσον αυτός ήταν ο πρώτος γιος, ήταν αυτομάτως και το πρωτότοκο τέκνο. Το καμάρι του Γερακοστελή, του πατέρα του. Μέσα από τα μάτια του πατέρα, κάτι μαύρους σπινθηροβόλους βολβούς χωμένους σε άγρια χαραγμένες κόγχες σκεπασμένες από βαριά μαύρα φρύδια, έβλεπε ο γιος. Έβλεπε το φύλο του, την καταγωγή του, το σόι του, την ιστορία του, την πορεία του, τους εχθρούς του, τους δικούς του, το ήθος του, τα πάθη του, τα χούγια του και την περιουσία του. Όλα γραμμένα καθαρά και ευανάγνωστα στο βλέμμα του πατέρα του.
Για τον βουλευτή της νομού ήταν φιλιότσος. Ο βουλευτής εμφανιζόταν όταν το χωριό τον προσδοκούσε με χαρά. Ακόμα και στις κηδείες με χαρά τον περίμεναν. Εμφανιζόταν για πολύ λίγο αστράφτοντας. Έπειτα έφευγε βιαστικά και εξακολουθούσε να λάμπει πια δια της απουσίας του. Ο τρελός του χωριού τον έλεγε κομήτη. Κάποιοι τολμηροί γελούσαν με τον χαρακτηρισμό. Κρυφά εννοείται. Κάποιοι άλλοι, κι ο Γερακοστελής μέσα, δε γελούσαν καθόλου. Φανερά εννοείται. Ο κομήτης, όσο δεν απειλούσε τη γη, είχε μνήμη: ποιους βάφτισε χριστιανούς ορθόδοξους, ποιους όχι, ποιους έχει στα υπόψη, ποιους χριστιανούς- ξεχριστιανούς ούτε που να γυρίσει να τους κοιτάξει. Τον γιο του Γερακοστελή τον είχε κοιτάξει στα μάτια περιστασιακά, μέχρι και που ενηλικιώθηκε, και για λίγο τόσο ώστε να ο φιλιότσος να διαβάσει: βασίσου πάνω μου, εδώ είμαι εγώ, όσο ζει ο νονός σου μη φοβάσαι κανένα, άμα σε πειράξει κανείς έλα να μου το πεις. Όλα γραμμένα καθαρά και ευανάγνωστα στο βλέμμα του νονού του.
Για το δημόσιο υπάλληλο στην πρωτεύουσα του νομού ήταν πετσαράς. Σαραντάρης με γυαλιά, πουκαμισάκι μπεζ και υφασμάτινο μπλε παντελόνι. Καθισμένος πίσω από ένα γκισέ. Κοιτούσε τον πολίτη στο ύψος του καβάλου. Τον γιο του Γερακοστελή τον κοιτούσε στη ζώνη του παντελονιού, δηλαδή στη ζώνη του όπλου. Κι όταν αναγκάστηκε να τον κοιτάξει για δεύτερη φορά στα μάτια για να του εξηγήσει για πολλοστή φορά την αυτονόητη για τον ίδιο γραφειοκρατική διαδικασία, το βλέμμα του γραφειοκράτη άδειασε την κονσέρβα προς κάθε μαυροπουκαμισά: πετσαρά, ηλίθιε, καθίκι του κερατά, με τις πλάτες του νονού σου και με τα όπλα μόνο μπορείς να επιβιώσεις, παράσιτο της κοινωνίας. Όλα γραμμένα καθαρά και ευανάγνωστα στο βλέμμα του υπαλλήλου.
Για τις νύφες του χωριού ήταν περιζήτος γαμπρός. Για τις φοιτήτριες της πόλης ήταν προτιμότερος γαμπρός ο Χάρος απ’ αυτόν. Ούτε οι μεν ούτε οι δε έβγαζαν άχνα μπροστά του, αλλά όλα γραμμένα καθαρά και ευανάγνωστα στα βλέμματα των γυναικών.
Για τους συνομίληκους συγχωριανούς ήταν "καλά καλό παρεάκι" και γιος του Γερακοστελή. Δηλαδή ήταν στα μάτια τους από καλή σειρά, μεγάλο σόι, τιμημένο σπίτι με μπόλικο χρήμα. Δηλαδή έτρεχε από τα μάτια τους κι ο φόβος κι ο θαυμασμός και η ζήλια και η υποταγή. Όλα γραμμένα καθαρά και ευανάγνωστα στα βλέμματα της παρέας.
Για τον ιδιοκτήτη του νάιτ κλαμπ ήταν διπλός νονός. Νονός κατά το θρήσκευμα, νονός και κατά Κόπολα. Προστάτης. Ο Άγιος Παντελεήμων με πιστόλι: προστάτης των πτωχών σε δύναμη νεόπλουτων επιχειρηματιών της νυχτερινής ζωής. Τα νταραβέρια άνετα στα μουλωχτά, τα ουίσκια και τα κεράσματα άφθονα στη μπάρα, ο πρασινοκοκκινοκίτρινος φωτισμός άπλετος στο μπούστο της σερβιτόρας, η σιωπή άρρηκτη στην ομερτά, και το βλέμμα καθαρό και ευανάγνωστο στα μάτια του μαγαζάτορα: σύμπραξη, συντεκνιά, συνενοχή, συμμαχία, σύφιλη- από κάτι πουτάνες β' διαλογής.Για τον συνομίληκο πρωτευουσιάνο -του νομού- ήταν ένας που πήγε να του φάει τη θέση στο πάρκινγκ του προστατευόμενου νάιτ κλάμπ. Νύχτα ήταν και δεν είδε τον οδηγό του 4Χ4; Ή ήταν πολύ φιμέ τα τζάμια του 4Χ4 για να φαίνεται ο οδηγός και το παρεάκι του; Αν τον έβλεπε θα του παραχωρούσε τη θέση στο πάρκινγκ; Ή πάλι θα του έκανε χειρονομίες και θα τον έβριζε μέσα από το ΙΧ; Αν δεν έβρισκαν δυο σφαίρες στο σβέρκο τον συνομίληκο πρωτευουσιάνο θα κοιτάζονταν στα μάτια και θα δίνονταν εξηγήσεις. Όλα θα ήταν γραμμένα καθαρά και ευανάγνωστα στα βλέμματά τους. Αλλά έτσι ήταν τελικά το γραμμένο τους. Καθαρό και ευανάγνωστο. Αλλά μπορεί και να διαβάζω λάθος.
8/7/08
Το μυστήριο και το μυστήριο
Κι εγώ πρέπει να ξένισα σύσσωμο το παπαδαριό που πέρασε από μπροστά μου φουριόζικο ντεμέκ, διότι μου απηύθυναν ένα σύντομο απαξιωτικό βλέμμα και με προσπερνούσαν. Μα γιατί; Μια ευπρεπώς ενδεδυμένη έγκυος κοπέλα και να αντιμετωπίζεται ωσάν τη Μαγδαληνή στης Αρχιεπισκοπής τα μαρμαρένια αλώνια; Καθώς περίμενα υπομονετικά, σχεδόν στωικά, τη σειρά μου προσπαθούσα να ερμηνεύσω τη γενικότερη απαξίωση της Εκκλησίας της ίδιας στο πρόσωπό μου. Μήπως οι Ανθίμου ανοησίες περί προγαμιαίας πορνείας βρήκαν ενσάρκωση στο πανθομολογούμενα ωραίο πρόσωπό μου; Μήπως όταν προσέρχεσαι στην Αρχιεπισκοπή 6 μηνών έγκυος για να ζητήσεις άδειες γάμου είσαι καραμπαμπάμ πορνίδιο και κάτω από το φουστανάκι σου από τα Gap μεγαλώνει ο καρπός της αμαρτίας; Μήπως είμαι εκτός από ιερόδουλος του διαδικτύου (Ξένια πάντα επίκαιρη) και ιερόδουλος σκέτη;
Κι ενώ έχω επιδοθεί στην ανάλυση των δεδομένων της έρευνας πεδίου ροκανίζοντας παράλληλα το χρόνο αναμονής ώσπου ο αρμόδιος ιερωμένος να με καλέσει στα ενδότερα -με τα οποία αντίθετα με το Ιερό των Ιερών Ναών έχω οπτική επαφή καθώς η πόρτα είναι ορθάνοιχτη, ωσάν αυτή του Παραδείσου που αναμένει τους καλότατους υπαλλήλους της υπηρεσίας ταύτης- διαπιστώνω με έκπληξη πως ο ιερωμένος εγκαταλείπει αίφνης το γραφείο του! Με προσπερνάει δις χωρίς να στρέψει καν το βλέμμα του προς το μέρος μου και επιδίδεται σε κλασσικό δημοσιοϋπαλληλικό παπάρισμα (το παπάρισμα ετυμολογείται από τον παπά ή μπα; ) , ήτοι μπαινοβγαίνει σε γειτονικά γραφεία, συνομιλεί με συναδέλφους άλλοτε χαχανίζοντας και άλλοτε ψιθυρίζοντας πίσω από έγγραφα ως άλλος εισαγγελέας, κάνει κάποια τηλέφωνα, μπαίνει στο ασανσέρ, βγαίνει από την κουζίνα, επισκέπτεται το WC, σχηματίζει πηγαδάκια στους διαδρόμους και προπάντων αγνοεί επιδεικτικά την ουρά της ανακόντα που έχει αρχίσει πλέον να σχηματίζεται έξω από το γραφείο του. Η υπογράφουσα αποτελεί το κεφάλι της ανακόντα. Όλοι οι άλλοι έπονται.
Τελοσπάντων όταν επιτέλους επιστρέφει στο θεάρεστο πόστο του, καταπιάνεται με κάποια χαρτούρα στο κατά τα άλλα τακτοποιημένο γραφείο, και ουδεμία διάθεση δε δείχνει να καλέσει το κεφάλι της ανακόντα προς εξυπηρέτηση. Το κεφάλι αγανακτεί σιωπηλά και ύπουλα σα φίδι που είναι (στο Κινέζικο ωροσκόπιο). Ώσπου ένας κύριος με πολιτικά ρούχα από το πιο μέσα γραφείο-έπιπλο του γραφείου-δωματίου καλεί τον επόμενο παρακαλώ να περάσει μέσα. Γιατί βρε Χριστιανέ μου δε με καλούσες τόσην ώρα να τελειώνουμε; αναρωτιέται σιωπηλά η αγανακτισμένη κεφαλή του απογόνου του ενός εκ των τριών πρωταγωνιστών του γνωστού κωμειδυλλίου της Εδέμ.
Αφού κατέθεσα τα σχετικά δικαιολογητικά, πλήρωσα το κληρικόσημο που όμως έμαθα καλύπτει τα έξοδα του μυστηρίου και ένα παράβολο, μου ζητήθηκε να περάσω σε μία ώρα να παραλάβω τις σχετικές άδειες.
Στη μία ώρα που ακολούθησε, το μυστήριο ελύθη. Κοιτάζοντας το είδωλό μου (που ενίοτε λαρεύω ως γνήσια ειδωλολάτρης) καθρέφτη παρατήρησα πως είμαι ιδρωμένη. (Welcome to Greece! Welcome to maternity land!) Το τρικολόρε κολιέ που είχα αγοράσει από το Κάμπντεν Τάουν είχε ξεβάψει. Πιο συγκεκριμένα, τα κόκκινα κομμάτια του ξύλινου κολιέ που φορούσα πάνω από το ευπρεπέστατο φόρεμά μου, είχαν ξεβάψει από τον ιδρώτα βάφοντας το λαιμό και το στέρνο μου με κοκκινάδια. Ωσάν να πέρασα μία νύχτα ξέφρενου έρωτα και ο καλός μου να είχε ρουφήξει παθιασμένα τα συγκεκριμένα τμήματα του σώματός μου αφήνοντας τα ένοχα σημάδια στη θέα ολάκερης της Αρχιεπισκοπής. Καθαρίστηκα όπως όπως με κάτι υγρά μαντηλάκια και επέστρεψα στην Αρχιεπισκοπή από όπου τελικά παρέλαβα τις άδειες και κάποια έκπληκτα βλέμματα στο αθώο πλέον ντεκολτέ μου.
Το μυστήριο θα γίνει. Σε λίγες μέρες. Και δε θα λυθεί, αγαπημένε μου. Τα δικά μας χρώματα, μια αυταπάτη σαν χρώμα, θα είναι ανεξίτηλα. Θα δεις. Στα δικά μας μήκη κύματος.
σ' αγαπώ σ' ονειρεύομαι,
σ' αγαπώ είμαι παιδάκι σου
μια φωτιά στο καθρεφτάκι σου.
Το μωρό μας είναι...
1/7/08
δεδικαίωνται
Αυτό στον ουρανό, εκείνος στη θάλασσα κι εκείνη στη γη. Και οι τρεις σε ένα μικρό σημείο του πλανήτη, κάποια Ελλάδα. Και οι τρεις σκοτώθηκαν. Και οι τρεις με τον ίδιο τρόπο: άδικα. Το παιδί στο αεροπορικό δυστύχημα του Ήλιος τον Αύγουστο του 2005, ο άνδρας στο ναυάγιο του Σάμινα το Σεπτέμβρη 2000 και η γυναίκα στο σεισμό που καταδέφισε τη Ρικομέξ το Σεπτέμβρη 1999.
Σ' ένα μικρό σημείο της γης, κάποια Ελλάδα, ο ουρανός , η θάλασσα και το χώμα τώρα έχουν καλοκαίρι. Κι από τη δίκη έλειψε ένα αλφα κι ένα γιώτα. Και από μένα λείπει κάθε διάθεση να μιλάω για δίκια. Γιατί ζω. Γιατί γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω σ' αυτό το μικρό σημείο της γης. Και γιατί είναι και καλοκαίρι.
Θα πάρω το δώρο των διακοπών από τη δουλίτσα μου, θα πάρω πλοία και αεροπλάνα και θα ξαμοληθώ στα όμορφα μέρη της πατρίδας μου.
(Μ' αρέσουν οι ευχές γιατί είναι φθηνές πουτάνες. Όποτε θελήσεις τις καλείς, πάντα διαθέσιμες, κάνεις τη δουλειά σου, και τις ξεφορτώνεσαι ανέξοδα σχεδόν. Και σ' αυτό το μικρό σημείο της Γης τις βρίσκεις σε αφθονία).
27/6/08
Της διπλανής πόρτας
Ρίχνει ένα βιαστικό βλέμμα μίσους στον καθρέφτη. Πολύ ωραίο κομμάτι. Ο καθρέφτης. Δώρο για το γάμο της. Ωραίο κομμάτι η ίδια στο γάμο. Τρία στρώματα μέικ απ, κονσήλερ, πούδρες. Τα σημάδια, οι μαύροι κύκλοι, οι ρυτίδες έκφρασης και η αδιάκριτη μύτη που τώρα εμφανίζονται στον καθρέφτη, είχαν τότε καλυφθεί. Και κάτι μικροαπιστίες στον αρραβωνιαστικό επίσης.
Της μύρισε ο καφές από την κουζίνα. Η μύτη και αμακιγιάριστη πάντα αποτελεσματική. Φτιάχνει έναν καφέ φίλτρου. Εκείνη τον λέει γαλλικό που λειτουργεί στο μυαλό της ως επαρχιωτοκτόνο. Και η καφετιέρα δώρο γάμου. Ασορτί με την κουζίνα, το πλυντήριο πιάτων, τον αποχυμωτή, την ηλεκτρική σκούπα, το ψυγείο και τον απορροφητήρα. Αγαστή συντροφιά. Αντίθετα με εκείνη και το σύζυγο που τελευταία ηχούν σαν δεκατρείς χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές όταν καυγαδίζουν. Κι όχι σπάνια. Ευτυχώς δε τους ακούει κανένας. Οι τοίχοι στις μέρες της εθνικής συμφιλίωσης δεν έχουν αυτιά. Τα δέντρα στις μέρες της μεζονοτοποίησης δεν έχουν ούτε αυτιά ούτε ούτε θέση πια.
Καπνίζει κρυφά δύο με τρία τσιγάρα το πρωί με τον καφέ. Καπνίζει από συνήθεια. Και καπνίζει κρυφά επίσης από συνήθεια. Από τότε που στο πατρικό της το κάπνισμα σήμαινε πορνεία κι από τότε που στο καινούργιο σπίτι το κάπνισμα σήμαινε καυγά. Αν και τώρα ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας της ανίερης συνήθειας δε θα μπορούσε να την καταδώσει. Το μωρό κοιμάται. Και εκτός αυτού δεν έχει ασπασθεί την απέχθεια των αρσενικών προγόνων του για το γυναικείο κάπνισμα. Ή ακόμα και αν την έχει ασπασθεί δεν έχει τρόπο ακόμα να συνασπισθεί μαζί τους στον αγώνα υπερ της γυναικείας καπνοαπαγόρευσης.
Τώρα χέζει στο πεντακάθαρο μπάνιο. Τι ομοιότητα έχει ο μαύρος και το χέσιμο; Έρχονται πάντα με τον καφέ! Όποτε το θυμηθεί γελάει. Και μια ξαδέρφη της ξενέρωτη που της έκανε παρατήρηση πως γελάει με ρατσιστικά ανέκδοτα κατακεραυνώθηκε: δεν είμαι εγώ ρατσίστρια, αυτοί είναι μαύροι. Αλλά τι περιμένεις; Και η ξαδέρφη με κάτι άπλυτους κάνει παρέα.
Η βρωμιά οφείλει να περιορίζεται για πολύ λίγο στις πάνες του μωρού και στη λεκάνη του καμπινέ. Κατά τα άλλα το σπίτι χαίρει άκρας καθαριότητας. Έρχεται γυναίκα δυο φορές τη βδομάδα και καθαρίζει. Μετά εκείνη ξανακαθαρίζει τα κεκαθαρισμένα για τέλεια καθαριότητα και σιχτιρίζει τη στιγμή που βρήκε την συγκεκριμένη παραδουλεύτρα που δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Το ίδιο σκέφτεται τελευταία και ο διευθυντής της για την ίδια, μια που την προσέλαβε πιεσμένος από σκληρό βύσμα.
Χτυπάει το κουδούνι. Τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις τις έκανε ο σύζυγος. Δεν είναι ηλεκτρολόγος αλλά έχει μάθει τη δουλειά από τον πατέρα του. Και ότι το οικόπεδο είναι σε μη οικοδομίσιμη περιοχή από τον πατέρα του το έμαθε. Αλλά έμαθε κι ο πατέρας τους ποιος βουλευτής είχε τον τρόπο του στην πολεοδομία και κανείς δεν έμαθε πώς βγήκε η άδεια της μεζονέτας. Θα την ξεχρεώσουν, πρώτα ο Θεός, σε 30 χρόνια. Λίγο πριν βγουν στη σύνταξη. Και θα την κληροδοτήσουν στο γιο. Μετά έχει ο Θεός.
Ανοίγει την πόρτα. Η καθαρίστρια- μπέιμπυ σίττερ αναλαμβάνει τα χρέη της στο δίπατο. Η ιδιοκτήτρια της βίλας και της γαλλικής καφετιέρας ανοίγει τη διπλανή πόρτα, της αποθήκης-γκαράζ για να πάρει το αυτοκίνητο για τη δουλειά. Μια οχιά είχε κάποια δουλειά στο ίδιο μέρος αν και μπήκε κι αυτή από την πίσω πόρτα. Η γυναίκα φορούσε κάτι μυτερά τακούνια και πάτησε πάνω στο ερπετό. Το ερπετό είχε κάτι μυτερά δόντια τα πάτησε πάνω στη γυναικεία γάμπα. Η Ρωσίδα άκουσε τις φωνές. Έτρεξε. Και το δηλητήριο επίσης. Και το φίδι. Ο σύζυγος δεν έτρεξε. Ήταν σε μήτινγκ. Ο χρόνος τρέχει. Και η τράπεζα έπρεπε να βρει νέα ελκυστικά στεγαστικά πακέτα. Για να χτιστούν κι άλλες βίλες, για να μπερδευτούν κι άλλες οχιές και να εισβάλλουν εκεί που πριν ήταν χωράφια. Στη διπλανή πόρτα της μικροαστής επαρχιώτισσας. Που διασώθηκε τελικά αν και δεν είναι είδος προς εξαφάνιση. Η μικροαστή επαρχιώτισσα. Η οχιά βρήκε φριχτό θάνατο.
